Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Η ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ


1

Καλώς τον!
Κάθησε παιδί μου, κάθισε! Ξέρω για ποιό λόγο ήρθες εδώ, θέλεις να μάθεις τι σε περιμένει αύριο, όταν εισχωρήσεις στο άβατο της Βιβλιοθήκης, έτσι δεν είναι; Μα φυσικά! Αύριο ξημερώνει η τελευταία μέρα των εισαγωγικών σου εξετάσεων! Για να σε δω! Μα εσύ είσαι κάθιδρος και τα μάτια σου γυαλίζουν λες και ανεβάζεις πυρετό!
Προσπάθησε να ηρεμήσεις σε παρακαλώ! Στο κάτω-κάτω τα έχεις πάει μια χαρά μέχρι τώρα! Αντιμετώπισες το θεωρητικό κομμάτι της όλης διαδικασίας με μεγάλη επιτυχία, απάντησες σωστά στις ερωτήσεις και έλυσες εγκαίρως όλα τα προβλήματα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα θριαμβεύσεις!
Όσον αφορά τη αυριανή μέρα, αν ακολουθήσεις έναν και μόνο κανόνα, όλα θα κυλήσουν ρολόι. Ο κανόνας αυτός είναι πολύ απλός: Δεν πρέπει με τίποτα να επιτρέψεις στον εαυτό σου να γίνει αλαζονικός. Το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσες να κάνεις είναι ν’ αφήσεις τα μυαλά σου να πάρουν αέρα. Έχε υπόψη σου πως σε περιμένει η πιο απαιτητική και η πιο δύσκολη απ’ όλες τις δοκιμασίες που έχεις αντιμετωπίσει μέχρι αυτή τη στιγμή. Μέσα στις έξι ώρες που θα διαρκέσει το ταξίδι σου στη Βιβλιοθήκη, θα κριθεί το κατά πόσο είσαι άξιος ν’ ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις του αξιώματος που φιλοδοξείς ν’ αναλάβεις, το αν θα γίνεις βιβλιοθηκάριος, μέλος δηλαδή του τάγματος της Βιβλιοθήκης.
Θα χρειαστεί να εντοπίσεις και να παραδώσεις στα χερια της εξεταστικής επιτροπής ένα παλιό και κιτρινισμένο τόμο με λαογραφικό περιεχόμενο, μια εξαιρετικά σπάνια έκδοση των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Μη με ρωτήσεις πώς το ξέρω αυτό, ας πούμε απλώς πως με τα χρόνια κατάφερα να δημιουργήσω κάποιες πολύ χρήσιμες διασυνδέσεις.
Αλλά όχι, δεν μπορώ να σου πω που ακριβώς βρίσκεται ο συγκεκριμένος τόμος, ούτε ποιά είναι τα εμπόδια που θα υποχρεωθείς να ξεπεράσεις προκειμένου να τον αποκτήσεις. Δεσμεύομαι από έναν απαραβίαστο όρκο εχεμύθιας. Αυτό που μπορώ να κάνω όμως, είναι να σου διηγηθώ τη δική μου περιπέτεια, να σου εξιστορήσω το ταξίδι που χρειάστηκε να κάνω εγώ ο ίδιος προκειμένου να μου δωθεί ο τίτλος του βιβλιοθηκάριου.
Θυμάμαι σαν να ήταν μόλις χθες τον εαυτό μου να κάθεται μπροστά στην επίπεδη οθόνη του φορητού μου υπολογιστή και να προσπαθεί ν’ανασύρει από τη βάση δεδομένων της Βιβλιοθήκης κάποια χρήσιμη πληροφορία, οτιδήποτε που θα με βοηθούσε να ολοκληρώσω μ’ επιτυχία την αποστολή μου.
Όπως και στη δική σου περίπτωση, μου είχε δωθεί εντολή να βρω ένα σπάνιο βιβλίο δαιμονολογίας, τα λιγοστά αντίτυπα του οποίου κρύβονταν κάπου στα ράφια της Βιβλιοθήκης. Επρόκειτο εν ολίγοις για ένα πνευματικό έργο που από κάθε άποψη είχε βυθιστεί στην αφάνεια.
Βέβαια, τα περισσότερα απ’ τα βιβλία που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη είναι άγνωστα στον πολύ κόσμο, ακόμα και σ’ αυτούς που θεωρούνται ειδικοί πάνω στα ζητήματα που πραγματεύονται.
Έτσι πρέπει. Για λόγους ασφαλείας βασικά.
Θυμάμαι που λες πολύ καλά τη στιγμή που έκλεισα το μικρό και ανάλαφρο εκείνο μηχάνημα, σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να συγκεντρώνω τον εξοπλισμό που θα με βοηθούσε να ολοκληρώσω την αποστολή μου.
Φόρτωσα το σακίδιο μου μ’ έναν αδιάβροχο φακό, ένα ζευγάρι γάντια αναρρίχησης, το κράνος και την προστατευτική μου στολή. Τύλιξα ένα ορειβατικό σκοινί γύρω από τη μέση μου, πέρασα ένα δεύτερο σκοινί στις ωμοπλάτες μου και έδεσα στην άκρη του ένα γάντζο. Τέλος, έχωσα στην τσέπη του στρατιωτικού παντελονιού που είχα φορέσει για την περίσταση ένα επαναληπτικό περίστροφο. Έτσι έπρεπε να κάνω, ο τομέας όπου φυλάσσονταν το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ανεξερεύνητος και επομένως επικίνδυνος.
Βρίσκονταν πολύ κοντά στην Ασυνέχεια.



2


Θυμάμαι ακόμα και σήμερα τη στιγμή που οι πόρτες του ανελκυστήρα έκλεισαν πίσω απ’ την πλάτη μου βγάζοντας ένα συριστικό ήχο. Είχα φτάσει στο δέκατο-πέμπτο υπόγειο της βιβλιοθήκης, σαράντα μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους.
Μέσα στα δεκαπέντε υπόλοιπα πατώματα που μεσολαβούσαν ανάμεσα στο επίπεδο όπου βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή και στον κόσμο της επιφάνειας, φυλάσσονταν όσα απ’ τα βιβλία δεν παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον: Εκδόσεις των τελευταίων πεντακοσίων ετών κυρίως, γριμμόρια Εβραίων αποκρυφιστών από την Πράγα, φιλοσοφικά δοκίμια μελετητών της Ευρωπαικής Αναγέννησης από το Παρίσι, δυσνόητα αλχημιστικά χειρόγραφα σοφών της Σαμαρκάνδης και μεσαιωνικά δοκίμια από τα μοναστήρια της Βόρειας Ιταλίας.
Ολόγυρά μου ξεδιπλώνονταν ευρύχωροι και καλοφωτισμένοι διάδρομοι με πλευρές που υψώνονταν θωρακισμένες πίσω από αεροστεγείς και άθραυστες βιτρίνες. Πίσω απ’ τα χοντρά εκείνα τζάμια έβλεπε κανείς αναρίθμητα βιβλία, άλλα λεπτά και άλλα χοντρά, κάποια στολισμένα με πολύχρωμα εξώφυλλα από πλαστικοποιημένο χαρτί και κάποια σκεπασμένα με μαύρο κόκκινο ή καφέ δέρμα, όλα τους αριθμημένα και τοποθετημένα πάνω σε ανοξείδωτα μεταλλικά ράφια.
Οι διάδρομοι εκείνοι έμοιαζαν ατελείωτοι. Θα΄λεγε κανείς πως τα τοιχώματά τους ενώνονταν στην απόσταση, οι οροφές και τα δάπεδά τους επίσης.
Ένα απαλό φως έλουζε τα βιβλία. Πήγαζε από την κάτω μεριά του κάθε ραφιού. Το αχνό βουητό του συστήματος εξαερισμού που ανανέωνε και αποστείρωνε την ατμόσφαιρα προκειμένου ν’ αποφεύγεται η ανάπτυξη κάθε μορφής μικρο-οργανισμού ή μύκητα, κρατούσε τη θερμοκρασία σταθερή στους 23 βαθμούς Κελσίου. Σ’ αυτό το σημείο οφείλω να σε ενημερώσω πως στο συγκεκριμένο εκείνο επίπεδο, το σύστημα αρχειοθέτησης δεν ήταν το συνηθισμένο. Βασίζονταν σε περίπλοκους φρακταλικούς αλγόριθμους που σκοπό είχαν αφενός να μπερδέψουν κάποιον τυχόν ανεπιθύμητο εισβολέα και αφετέρου να εμποδίσουν τη συσσώρευση σε μικρό χώρο βιβλίων με πανομοιότυπο περιεχόμενο, κάτι που θα είχε απρόβλεπτες ενδεχομένως συνέπειες όπως θα σου εξηγήσω σε λίγο.
Αφού επέλεξα έναν απ’ τους σιωπηλούς εκείνους διαδρόμους, ανέβηκα στον κυλιόμενο ιμάντα που γλιστρούσε ασταμάτητα δίπλα απ’ τα απειράριθμα βιβλία και άρχισα να περπατώ έως ότου, ύστερα από αρκετή ώρα, έφτασα στο συγκεκριμένο σημείο όπου έπρεπε να σταματήσω.
Συχνά έχω σκεφτεί πως θα ‘πρεπε, αυτό το τμήμα της βιβλιοθήκης που βρίσκεται πιο κοντά στην επιφάνεια του εδάφους, να εκσυγχρονιστεί κάπως. Αντι για τον αργοκίνητο ιμάντα ή σε συνδυασμό με αυτόν, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε ηλεκτροκίνητα οχήματα, ή κάτι τέλος πάντων που θα μας βοηθούσε να κινούμαστε πιο γρήγορα. Έχω ακούσει πως κάπως έτσι λειτουργεί η υπόγεια βιβλιοθήκη του Βατικανού. Φυσικά, γνωρίζω πολύ καλά για ποιό λόγο δεν πρόκειται να υιοθετηθεί ποτέ μια τέτοια λύση:
Στον ίδιο βαθμό που εμείς χάνουμε χρόνο στην προσπάθειά μας να φτάσουμε στα ειδικά σημεία των διαδρόμων απ’ όπου ξεκινούν τα’ άλλα, τα βαθύτερα επίπεδα, κάποιοι άλλοι ενδεχομένως να χάσουν εξίσου πολύτιμο χρόνο προσπαθώντας να φτάσουν από τα βαθύτερα εκείνα επίπεδα εδώ πάνω.


3


Σταμάτησα μπροστά από μια συγκεκριμένη βιτρίνα. Πίσω απ’ τον άθραυστο υαλοπίνακα αντίκρισα δεκάδες βιβλία, όλα τέλεια διατηρημένα.
Και τώρα θα σου πω ένα μυστικό, κάτι που ελάχιστοι άνθρωποι ήξεραν τότε και που για να το μάθω χρειάστηκε να υποστώ μυητικές και άκρως επώδυνες ιεροτελεστίες εκπαίδευσης, όταν έγινα δεκτός ως εκπαιδευόμενος στη σχολή του Τάγματος της Βιβλιοθήκης.
Το μυστικό ήταν απλό: Κανένα απ’ τα βιβλία που έβλεπα μπροστά μου δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Το συγκεκριμένο κομμάτι της βιτρίνας ήταν ένα ολόγραμμα, μια τρισδιάστατη σύνθεση λαμπερών φωτονίων, μια απατηλή απεικόνιση που αιωρούταν στον αέρα.
Τέντωσα τα χέρια μου και εκείνα βυθίστηκαν αβίαστα μέσα στο γυαλί της βιτρίνας. . Στη συνέχεια έκανα ένα βήμα προς τα εμπρός και μπήκα ολόκληρος μέσα στην ολογραφική προβολή. Προτού βυθιστώ στην άυλη επιφάνειά της, κούνησα για τελευταία φορά το χέρι μου, αποχαιρετώντας έτσι τους επόπτες που παρακολουθούσαν τις κινήσεις μου μέσα από αθέατες κάμερες και υπερευαίσθητα μικρόφωνα.
Από εδώ και πέρα ήμουν μόνος μου.
Βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ ένα μουντό μισοσκόταδο μέσα στο οποίο διέκρινα τους πέτρινους τοίχους ενός μικρού δωματίου. Πίσω από την πλάτη μου λαμπύριζε ακόμα το φωτεινό εσωτερικό του διαδρόμου της βιβλιοθήκης.
Μπροστά μου όμως υπήρχε κάτι διαφορετικό: Μια ξύλινη πόρτα που ήταν τοξοτή στο σχήμα και δεμένη με χοντρούς ελικοειδείς μεντεσέδες, σαν κι αυτούς που βλέπει κανείς στις εισόδους των καθεδρικών ναών της Βόρειας Ευρώπης. Έμοιαζε πολύ παλιά, εξαιρετικά ανθεκτική και απαγορευτική.
Έβγαλα το ειδικό κλειδί που μου είχαν παραχωρήσει τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και το έχωσα σε μια περίτεχνη κλειδαρότρυπα από μαυρισμένο ασήμι που έμοιαζε με τη χαμογελαστή κεφαλή ενός φαύνου. Το γύρισα τέσσερεις φορές προς τα δεξιά και τρεις προς τ’ αριστερά, σύνολο επτά δηλαδή. Στη συνέχεια έσπρωξα την πόρτα όσο πιο απαλά μπορούσα και εκείνη άνοιξε μ’ ένα ηχηρό τρίξιμο. Δρασκέλισα το πέτρινο κατώφλι της, κατέβηκα μια σπειροειδή σκάλα και κατέληξα σ’ ένα ακόμα χαμηλότερο επίπεδο, σε μια κυκλική και μισοσκότεινη αίθουσα που έμοιαζε-και ήταν-πολύ αρχαία.
Η πόρτα έκλεισε πίσω μου μ’ ένα ηχηρό μπουμπουνητό. Ένας σμήνος από μακρόσυρτους αντίλαλους κατρακύλησε στη σκάλα που μόλις είχα κατέβει. Στη συνέχεια μια βαριά ησυχία κρεμάστηκε γύρω μου, το είδος της σιωπής που συναντά κανείς μέσα σε ανήλιαγα σπήλαια και εγκαταλειμένα καταφύγια. Έκανα μερικά αβέβαια βήματα πάνω στο σκονισμένο δάπεδο που ήταν φτιαγμένο από πολυγωνικά κομμάτια πολυκαιρισμένου μάρμαρου και ο ήχος των βημάτων μου ακούστηκε ρυθμικός και σκληρός, σαν το ρυθμικό χτύπημα ενός ξύλινου σφυριού. Η ξηρή οσμή που πλανιόταν στον αέρα ήταν πολύ παράξενη, ένα μείγμα αρχαίας πέτρας και δερματόδετων βιβλίων. Πέτρινοι κίονες ένωναν το δάπεδο με την οροφή της κυκλικής αίθουσας ενώ ξύλινα ράφια που ήταν φορτωμένα με αμέτρητα βιβλία, κάλυπταν τους τοίχους. Καταμεσής της θολωτής οροφής κρέμονταν ένας μικρός πολυέλαιος με περίτεχνα χέρια που κατέληγαν σε λευκά κεριά τα οποία γέμιζαν την αίθουσα μ’ ένα απαλό ημίφως. Οι λεπτές φλόγες τους έτρεμαν αβέβαια. Παράξενες σκιές χόρευαν γύρω μου. ‘Έμοιαζαν να με λοξοκοιτάζουν και να με παρατηρούν επιφυλακτικά.
Ο τοίχος που οριοθετούσε την απέναντι πλευρά της αίθουσας άνοιξε και γλίστρησε αθόρυβα στο πλάι. Αντίκρισα ένα μισό-φωτισμενο διάδρομο που κατέληγε σ’ ένα μεγάλο καθρέφτη ο οποίος λαμπύριζε αχνά.
Διέσχισα το διάδρομο και πλησίασα τον καθρέφτη μπροστά απ’ τον οποίο ορθωνόταν μια μαυροντυμένη σιλουέτα. Κοντοστάθηκα ξαφνιασμένος. Στο φως μιας χάλκινης λάμπας που κρεμόνταν πάνω απ’ το κεφάλι της, είδα ότι φορούσε ένα μακρύ ρούχο που έμοιαζε με σκονισμένο ράσο. Κατάλαβα αμέσως ποιός ή μάλλον, τι ήταν:
Ένας «Κέρβερος», ένα απ’ τα μέλη του εσώτερου κύκλου του Τάγματος. Ανήκε στην ομάδα εκείνων των Βιβλιοθηκάριων που είχαν απαρνηθεί για πάντα τον κόσμο της επιφάνειας και προτιμούσαν να ζουν στα χαμηλότερα επίπεδα, εκεί όπου δεν έφτανε ποτέ το φως του ήλιου. Αποστολή τους ήταν να συντηρούν και να προστατεύουν τα πιο αρχαία βιβλία του τάγματος, καθώς και τα περάσματα που οδηγούσαν σ’ αυτά.
Ο Κέρβερος τράβηξε προς τα πίσω την κουκούλα που σκέπαζε το κεφάλι του και με κοίταξε μέσα από ένα ζευγάρι τεράστιων μαύρων γυαλιών που κάλυπταν το μισό σχεδόν πρόσωπό του. Υπέθεσα πως ακόμα και το ασθενικό φως που έβγαζε η χάλκινη λάμπα τον ενοχλούσε. Λογικό ήταν για κάποιον που είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή βουτηγμένος στο βελούδινο σκοτάδι των χαμηλότερων επιπέδων. Πίσω απ’ τα μαύρα εκείνα γυαλιά με κοιτούσαν μάτια που ήταν τεράστια και λαμπερά, με φωσφωρούχους αμφιβληστροειδείς χιτώνες που παγίδευαν στο εσωτερικό τους κάθε ίχνος φωτός. Το δέρμα του ήταν κατάλευκο και έπεφτε χαλαρό γύρω απ’ τα οστά του προσώπου του δημιουργώντας παράξενες δίπλες και ρυτίδες. Τα μαλλιά του ήταν μακρυά και διάφανα σαν αραχνοιστοί και η ηλικία του μου φάνηκε απροσδιόριστη, αλλά σίγουρα πάρα πολύ μεγάλη. Γνώριζα ήδη ότι τα μέλη του εσώτερου κύκλου ζουν πολύ περισσότερο από εμάς, τους επιχθόνιους προστάτες της βιβλιοθήκης, ίσως γιατί περνάνε τη ζωή τους προστατευμένοι απ’ τις φθοροποιές ακτινοβολίες του σύμπαντος που βομβαρδίζουν ανελέητα τον ευμετάβλητο κόσμο της επιφάνειας.
Στάθηκα μπροστά του και έκανα το σινιάλο αναγνώρισης: Έφερα το δεξί μου χέρι στο ύψος της καρδιάς και μετά ακούμπησα το κέντρο του μετώπου μου με τον δείκτη και τον αντίχειρα. Εκείνος μιμήθηκε την κίνησή μου βιαστικά. Τα δάχτυλά του ήταν ασυνήθιστα μακρυά και λεπτά, το ίδιο και τα νύχια του που άστραφταν σαν ασημένια στο διάχυτο φως του διαδρόμου.
-«Ώστε θέλεις να περάσεις την πύλη,» δήλωσε βλοσυρά. Τα λεπτά και άχρωμα χείλη του συσπάστηκαν ανεπαίσθητα. Η φωνή του ήχησε διαβρωτική σαν οξύ και στεγνή σαν κιτρινισμένη περγαμηνή, σχεδόν θυμωμένη.
-«Μάλιστα,» απάντησα με σεβασμό, «μέχρι τον εξώτερο δακτύλιο φυσικά, μακρυά απ’ τον ορίζοντα των γεγονότων.»
-«Φυσικά,» μου απάντησε εκείνος διατηρώντας το ίδιο αυστηρό ύφος που είχε χρησιμοποιήσει και προηγουμένως, «ήρθες για να βρεις ένα βιβλίο, όχι για ν’ αυτοκτονήσεις!» Η φωνή του ακούστηκε για άλλη μια φορά σκληρή και διαπεραστική μέσα στη σιωπή που γέμιζε το στενό διάδρομο.
-«Μάλιστα,» του απάντησα και πάλι.
Μια σύντομη σιωπή κρεμάστηκε ανάμεσά μας. Άκουσα τη λάμπα που κρέμονταν απ’ το ταβάνι να τρίζει αχνά καθώς η φλόγα που έκαιγε στην καρδιά της τρεμόπαιξε έτοιμη να σβήσει.
-«Γνωρίζεις τις απαντήσεις που απαιτούνται;» με ρώτησε ο Κέρβερος.
Ένευσα καταφατικά. Τα μάτια του με κοίταξαν διαπεραστικά πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά που φορούσε.
-«Τι είναι η γνώση;» με ρώτησε.
-«Η γνώση είναι δύναμη,» απάντησα αμέσως.
-«Και η δύναμη;»
-«Η δύναμη είναι ο δρόμος για τον έλεγχο.»
-«Για τον έλεγχο ποίου πράγματος;» ήταν η επόμενη ερώτηση που μου έκανε.
-«Για τον έλεγχο της πραγματικότητας.»
-«Και τι είναι η πραγματικότητα;»
-«Το δημιούργημα του πνεύματος.»
.-«Και το πνεύμα;»
-«Η ουσία του θεού.»
Ο Κέρβερος, χωρίς να με ρωτήσει τίποτα περισσότερο, έκανε στο πλάι και ο καθρέφτης γλίστρησε αθόρυβα μέσα στον τοίχο.




4



Μόλις δρασκέλισα το άνοιγμα που εμφανίστηκε πίσω απ’ τον καθρέφτη, βρέθηκα σ’ ένα στενό εξώστη πέρα απ’ τον οποίο απλώνονταν ο κόσμος του εσώτερου κύκλου, το υποχθόνιο βασίλειο όπου φυλασσόταν ο πραγματικός όγκος των θησαυρών της Βιβλιοθήκης.
Αντίκρυσα αμέτρητα βιβλία που υψώνονταν σε κάθετες κυκλώπειες στοίβες, δισεκατομμύρια τόμους που αποτελούνταν από τρισεκατομμύρια σελίδες γραμμένες σε γλώσσες άγνωστες, σε διαλέκτους που έχουν πεθάνει εδώ και πάρα πολλούς αιώνες. Σχημάτιζαν πελώριους πύργους που ορθώνονταν ο ένας δίπλα στον άλλο σε τιτάνιες συστοιχίες το ύψος των οποίων ανταγωνίζονταν τους ψηλότερους ουρανοξύστες του κόσμου της επιφάνειας. Φάνταζαν τεράστιοι, σαν πελεκημένα βουνά ενώ τα θεμέλιά τους χάνονταν σε βάθη απύθμενα, βαθιά μέσα στη γη. Το βλέμμα μου ταξίδεψε σε κάθετους γκρεμούς και αχανείς επάλξεις όπου απειράριθμες θήκες από κιτρινισμένο ελεφαντόδοντο και φίλντισι που περιείχαν εκατοντάδες χιλιάδες πανάρχαιους πάπυρους που είχαν διασωθεί από τις αρχαίες Βιβλιοθήκες της Περγάμου, της Αλικαρνασού και της Αλεξάνδρειας, συσσωρεύονταν σε παραξενους οβελίσκους και πυλώνες. Ακούμπισα τα χέρια μου στο παραπέτο του εξώστη, κοίταξα προς τα κάτω και ατένισα το χάος που απλώνονταν κάτω από τα πόδια μου με κομμένη την ανάσα.
Ένιωσα έναν πρωτόγνωρο ίλιγγο. Οι πύργοι από βιβλία βυθίζονταν σε βάθη άγνωστα και απέραντα. Καλύπτονταν από πελώριες σκαλωσιές και από ένα πυκνό δίκτυο από ανεμόσκαλες. Ενώνονταν μεταξύ τους με αέρινες γέφυρες οι οποίες κρέμονταν πάνω απ’ το κενό σαν τεράστιες γιρλάντες.
Πολυάριθμα σμήνη από μικρές λάμπες κεντούσαν αχνούς αστερισμούς γύρω απ’ τις γέφυρες και τους πύργους. Θα΄λεγε κανεις πως κάποιος γιγαντιαίος γαλαξίας από αστέρια που τρεμόσβηναν νευρικά, είχε τυλιχτεί γύρω τους σαν φωσφωρικός μανδύας.
Ένα ανάλαφρο ρεύμα ζεστού και κατάξερου αέρα που ανέβαινε από εκείνα τα βάθη, ανακάτεψε τα μαλλιά μου.
Έμεινα έκθαμβος μπροστά στο κολοσσιαίο μέγεθος της βιβλιοθήκης που επιχειρούσα να διασχίσω. Ήταν μια αχανής ήπειρος, ένας απέραντος κόσμος που ξεδιπλώνονταν ανεξερεύνητος και μυστηριακός, τυλιγμένος στα πέπλα μιας αρχέγονης ομίχλης.
Γύρισα το κεφάλι μου και αντίκρυσα τον Κέρβερο που επρόκειτο να με οδηγήσει μέσα από τον αβυσσαλέο λαβύρινθο. Είχε σταθεί δίπλα μου και ατένιζε και εκείνος το πανόραμα της βιβλιοθήκης. Το κατάλευκο και πλαδαρό πρόσωπό του μου ανταπέδωσε το βλέμμα ατάραχο και ακίνητο πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά που το σκίαζαν. Μου φάνηκε πως ένα ειρωνικό χαμόγελο παιχνίδισε στιγμιαία γύρω απ’ τα χλωμά του χείλη.
-«Αυτό που αντικρίζεις είναι το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης που έχει συσσωρευτεί μέσα στους αιώνες,» μου εξήγησε, «εκατομμύρια βιβλία και περγαμηνές που διασώθηκαν μέσα από φυσικές καταστροφές, πολέμους λεηλασίες και βανδαλισμούς. Φυλάγονται εδώ κάτω, μακριά απ’ τα βέβηλα χέρια των ανθρώπων. Αν ξεπεράσεις την τελική δοκιμασία που σε περιμένει, θ’ αποκτήσεις το προνόμιο να συνεισφέρεις και εσύ στην διατήρηση και τον εμπλουτισμό αυτού του ανεκτίμητου θησαυρού.» «Αλλά δεν έχουμε καιρό για χάσιμο,» πρόσθεσε ύστερα από μια σύντομη σιωπή, «η Ασυνέχεια μπορεί να διασταλεί ανα πάσα στιγμή και πίστεψέ με, δεν θέλεις να βρίσκεσαι μέσα στον ορίζοντα των γεγονότων όταν συμβεί κάτι τέτοιο!»
Η φωνή του ακούστηκε για άλλη μια φορά κοφτή και ξερή σαν τσαλακωμένη περγαμηνή. Οι αντίλαλοι που ξεσήκωσε απορροφήθηκαν σχεδόν αμέσως από τις μαλακές επιφάνειες των αναρίθμητων βιβλίων που μας περιέβαλλαν και που υψώνονταν γύρω μας σαν φαντάσματα γιγάντων μέσα στον ζεστό και κατάξερο αέρα.
Αρχίσαμε να περπατάμε κατα μήκος του εξώστη, πάνω απ’ την άβυσσο, έως ότου φτάσαμε σ’ ένα σταυροδρόμι. Εκεί πέρα υπήρχε ένας ανελκυστήρας. Το κουβούκλιο του ήταν μεταλλικό και περίτεχνο. Μου θύμισε αυτά τα παραστολισμένα ασανσέρ που έβλεπε κανείς στα ξενοδοχεία πολυτελείας των αρχών του εικοστού αιώνα. Μπήκαμε μέσα, ο οδηγός μου έκλεισε τις πόρτες και πίεσε ένα απ’ τα εκατοντάδες κουμπιά που σχημάτιζαν ευθείες γραμμές πάνω στους τοίχους του.
Αρχίσαμε τότε να βυθιζόμαστε προς την άβυσσο, αργά στην αρχή αλλά με αυξανόμενη ταχύτητα στη συνέχεια.
Ατελείωτες στοίβες από περγαμηνές και αρχαία βιβλία που σχημάτιζαν πύργους και οβελίσκους και αναρίθμητες θήκες παπύρων από φίλντισι και ελεφαντόδοντο πέρασαν δίπλα μας έως ότου, μ’ ένα διαπεραστικό τρίξιμο, ο ανελκυστήρας σταμάτησε να κινείται. Η μεταλλική πόρτα άνοιξε και βρεθήκαμε μπροστά σ’ έναν καινούργιο εξώστη, στην απέναντι άκρη του οποίου υπήρχε μια ξύλινη καταπακτή.
Βγήκαμε απ’ τον ανελκυστήρα και αρχίσαμε να περπατάμε πάνω στον εξώστη. Σε αντίθεση μ’ αυτόν που είχαμε αφήσει πίσω μας, ήταν ξύλινος, φτιαγμένος από πελεκητούς κορμούς δέντρων που κρατιόνταν σφιχτοδεμένοι μεταξύ τους με πλεξούδες από χοντρό σκοινί. Είχα την αίσθηση ότι βρισκόμασταν σ’ ένα πολύ πιο αρχαίο τμήμα της βιβλιοθήκης, μια εντύπωση που ενισχύθηκε απ’ το γεγονός ότι γύρω μας ορθώνονταν τετραγωνισμένοι ογκόλιθοι και κυλινδρικοί κίονες που καλύπτονταν από αιγυπτιακά ιερογλυφικά και πολύχρωμες τοιχογραφίες. Ανάμεσά τους αντίκρυσα πελώρια κομμάτια ακατέργαστων βράχων. Οι τραχιές επιφάνειές τους στολίζονταν με προιστορικές απεικονίσεις ζώων και ζωόμορφων θεοτήτων.
Η ξύλινη καταπακτή άνοιξε αβίαστα κάτω απ’ την πίεση του χεριού του οδηγού μου, αποκαλύπτωντας μια σειρά από στενά και απότομα σκαλοπάτια.
Όταν τα κατεβήκαμε αντικρύσαμε την αρχή ενός αψιδωτού διάδρομου που ήταν κατηφορικός και ευθύγραμμος, με στιλπνά τοιχώματα από πέτρα απ’ τα οποία πήγαζε ένα χρυσοπράσινο φως. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε γύρω μας. Ο αέρας που άγγιξε το πρόσωπό μου ήταν δροσερός και ακίνητος.
Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε μια δεύτερη πόρτα που ήταν στρογγυλή και μεταλλική, ογκώδης σαν την πόρτα ενός θησαυροφυλακίου που προστάτευε κάποιον αμύθητο θησαυρό. Ένας περίπλοκος μηχανισμός από βαριά γρανάζια και χοντρούς μοχλούς καταλάμβανε το κέντρο της σαν ιερατικό σύμβολο.
Πίσω όμως απ΄την συγκεκριμένη εκείνη πόρτα δεν κρύβονταν κανένας θησαυρός. Αντίθετα, καραδοκούσε η μεγαλύτερη ανωμαλία στο χωροχρονικό συνεχές απ’ την εποχή της μεγάλης έκρηξης που δημιούργησε το σύμπαν. Εκεί, πίσω απ’ την μεταλλική πόρτα, στο τέλος του διαδρόμου, ξεδιπλώνονταν ο αέναα στροβιλιζόμενος Ορίζοντας των Γεγονότων της Ασυνέχειας.


5


Νομίζω πως τώρα πια, μπορώ να σου μιλήσω για την Ασυνέχεια.
Λοιπόν, όπως ήδη γνωρίζεις, οι βιβλιοθήκες είναι χώροι αποθήκευσης πληροφοριών. Οι πληροφορίες όμως είναι το δομικό στοιχείο του σύμπαντος, ο αφρός του κβαντικού κενού μέσα απ’ τον οποίο πηγάζει το φαινόμενο που ονομάζουμε ενέργεια. Η ενέργεια τώρα, όπως και η ύλη που στην ουσία αποτελεί μια αδρανοποιημένη και σταθεροποιημένη της εκδοχή, όταν συσσωρεύεται δημιουργεί μάζα η οποία έχει την ιδιότητα να παραμορφώνει την υφή του χωροχρόνου. Αυτό συμβαίνει πολύ πιο συχνά από ότι είναι ευρέως αποδεκτό γιατί το σύμπαν είναι εύπλαστο και ευμετάβλητο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα φανταζόσουν ποτέ.
Προσπάθησε να φανταστείς τι θα μπορούσε να συμβεί αν συσσωρευτεί σε πολύ μικρό χώρο, στα ράφια μιας βιβλιοθήκης ας πούμε, ένας μεγάλος αριθμός βιβλίων που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες αμφισβητούν την ίδια τη φύση του χωροχρόνου, βιβλία αποκρυφισμού που περιέχουν τρόπους επίκλησεις έλλογων δυνάμεων που δραστηριοποιούνται σε άλλες διαστάσεις ή βιβλία πυρηνικής φυσικής που αναλύουν την αλλόκοτη συμπεριφορά υπό-ατομικών σωματιδίων ή ακόμα βιβλία που εξηγούν για ποιό λόγο το σύμπαν είναι πολυδιαστασιακό. Λέγεται επίσης ότι ορισμένα βιβλία είναι ζωντανά και κακόβουλα γιατί αποτελούνται από τη συμπυκνωμένη διανοητική ενέργεια των συγγραφέων τους και συμπεριφέρονται σαν μια υλοποιημένη σκέψη. Ως ζωντανά όντα λοιπόν, υπακούουν στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ως εκ τούτου είναι αποφασισμένα να κάνουν το παν για να επιβιώσουν. Η θρυλική Σολωμονική, το βιβλίο της επίκλησης των δαιμόνων, είναι το πιο απλό παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό. Το μυθικό Νεκρονομικόν του Αμπντούλ Αλ Χαζρέντ, είναι ένα δεύτερο παράδειγμα. Φαντάσου λοιπόν όλα αυτά τα βιβλία να στριμώχνονται δίπλα σε κάποια άλλα που περιγράφουν τρόπους με τους οποίους μπορούν να ανοίξουν πύλες σε άλλους κόσμους. Κατα πάσα πιθανότητα κάτι τέτοιο συνέβη εκείνο το καλοκαίρι του 1986 μετά χριστόν, όταν ένα τμήμα της βιβλιοθήκης κατέρρευσε και χάθηκε ΚΑΠΟΥ ΑΛΛΟΥ, αφήνοντας πίσω του ένα κενό, έναν χώρο τον οποίο κανείς δεν έχει τολμήσει ακόμα να εξερευνήσει. Ευτυχώς η μητέρα φύση αποδείχτηκε προετοιμασμένη ακόμα και γι’αυτό το απίθανο ενδεχόμενο. Το κενό, η Ασυνέχεια που δημιουργήθηκε, έπαψε κάποια στιγμή να μεγαλώνει, το μέγεθός της σταθεροποιήθηκε, παρουσιάζοντας όμως κάποιες περιοδικές διακυμάνσεις που υπακούουν σε νόμους εντελώς άγνωστους σε μας. Στα όρια της τρύπας εκείνης υπάρχει μια ζώνη στροβιλισμού, κάτι σαν την περιφέρεια μιας δίνης την οποία έχουμε ονομάσει Ορίζοντα των Γεγονότων. Μέχρι εκεί έχουμε καταφέρει να φτάσουμε. Όποιος τόλμησε να προχωρήσει πιο μέσα εξαφανίστηκε για πάντα.



6


Άνοιξα το σακίδιό μου και φόρεσα την ολόσωμη φόρμα από ισοθερμικό ύφασμα που είχα παραχώσει στο εσωτερικό του. Μέσα στον Ορίζοντα των Γεγονότων κάνει κρύο και επικρατεί απόλυτο σκοτάδι. Άναψα τον φακό μου και έχωσα το περίστροφο που είχα φέρει μαζί μου στη ζώνη της στολής. Στη συνέχεια, έδεσα το σκοινί που είχα τυλίξει γύρω από τη μέση μου σε μια δέστρα που εξείχε απ’ τον κυρτό τοίχο του διαδρόμου, ακριβώς μπροστά απ’ την πόρτα.
Μετά, κοίταξα τον Κέρβερο:
-«Είμαι έτοιμος!» του είπα.
Εκείνος γύρισε τα γρανάζια της στρογγυλής πόρτας που ορθώνονταν μπροστά μας, μετακίνησε τους μοχλούς της και εκείνη άνοιξε προς τα μέσα, αθόρυβα σαν θαλασσινό κοχύλι.
Ένα απαλό σφύριγμα ακούστηκε και ένα δυνατό ρεύμα αέρα μ΄έσπρωξε προς το σκοτάδι που απλώνονταν πέρα απ’ το στρογγυλό άνοιγμα που εμφανίστηκε μπροστά μας.
Δρασκέλισα το κυκλικό κατώφλι της πόρτας και το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκα ήταν ότι ο νόμος της βαρύτητας δεν λειτουργούσε πλέον φυσιολογικά. Το σώμα μου έγινε ελαφρυ σαν πούπουλο, τόσο πολύ που λίγο ακόμα και θα σηκωνόμουν στον αέρα. Άρχισα να περπατώ με τεράστια βήματα μέσα στο σκοτάδι ενώ το σκοινί που είχα δέσει στη ζώνη της φόρμας μου, πλατάγισε σαν πανί ιστιοφόρου. Σύννεφα σκόνης σηκώθηκαν γύρω μου. Ο αέρας που εισέπνευσα ήταν ψυχρός και μύριζε παράξενα, διαποτίζονταν από ένα μείγμα θαλασσινής αλμύρας και μουχλιασμένης κλεισούρας.
Καθώς συνέχισα να κινούμαι προς τα εμπρός, η δέσμη του ηλεκτρικού φωτός που πήγαζε απ΄το στόμιο του φακού που κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου ζωγράφισε μια φωτεινή κηλίδα στο σκοτάδι, μέσα στην οποία άρχισαν να παρελαύνουν διάφορα ετερόκλητα αντικείμενα, ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου που κάποτε ανήκαν ποιός ξέρει σε ποιόν και που τώρα αιωρούνταν στο κενό σκονισμένα και μαύρα, σαν απολιθωμένα ροδοπέταλα. Είδα ένα ραγισμένο ρολόι, μια πρασινισμένη μπρούτζινη πένα, τις σκισμένες σελίδες ενός βιβλίου, ένα τσαλακωμένο χάρτη και κάτι κιτρινισμένα ξέφτια που θα μπορούσαν να είναι τα υπολείμματα κάποιου υφάσματος και τα οποία σχημάτιζαν αχνά σύννεφα που στροβιλίζονταν και στριφογύριζαν αθόρυβα.
Έσπρωξα με τα πόδια μου το δάπεδο και εκτοξεύτηκα προς τα πάνω. Άρχισα να διασχίζω ένα ολόκληρο σύμπαν από μικρο-αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω μου σιωπηλά σαν φαντάσματα. Αντίκρυσα κάτι που έμοιαζε με καρώ μαντήλι και μια χούφτα σκονισμένων νομισμάτων που άστραφταν θαμπά σαν ξεθωριασμένα μανικετόκουμπα. Ένα παπούτσι με πελώριες αγκράφες κολύμπησε μπροστά μου, μαζί με μια μισοφαγωμένη γόμα και ένα σμήνος από στομωμένα μολύβια . Στη συνέχεια περικυκλώθηκα από αμέτρητα κομμάτια χαρτιού που στροβιλίστηκαν σαν φθινοπωρινά φύλλα.
Κάποια στιγμή ο φακός έπαψε να λειτουργεί. Είχα μπει πλέον στην περιοχή όπου οι ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές της Ασυνέχειας εμπόδιζαν τη λειτουργία κάθε ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής συσκευής. Ευτυχώς όμως είχα έρθει προετοιμασμένος και γι’αυτό το ενδεχόμενο: Κουλουριάστηκα μέσα στο πηχτό σκοτάδι και καθώς διάφορα αόρατα αντικείμενα ακουμπούσαν το πρόσωπο τα χέρια και το σώμα μου ακολουθώντας τις άσκοπες τροχιές τους, έβγαλα απ’ το σακίδιό μου ένα κερί και έναν αναπτήρα. Ο αναπτήρας άναψε με την τρίτη προσπάθεια. Το κερί άναψε ευτυχώς με την πρώτη.
Μπορείς να φανταστείς την τρομάρα μου, όταν, στο τρεμάμενο φως της σφαιρικής λόγω της έλλειψης βαρύτητας φλόγας του, αντίκρυσα το γυμνό πρόσωπο μιας νεκροκεφαλής να με κοιτάζει αιωρούμενο μέσα στο σκοτάδι, λίγα μόλις εκατοστά πέρα απ’ το πρόσωπό μου. Κραύγασα ενστικτωδώς και τινάζοντας το χέρι μου προς τα εμπρός την εκσφεντόνισα στο πυρ το εξώτερον.
Η κραυγή μου ξεσήκωσε εκατοντάδες παραμορφωμένους αντίλαλους που πέταξαν γύρω μου σαν ξαφνιασμένες νυχτερίδες. Έσφιξα τα δόντια και συνέχισα να κινούμαι προς τα εμπρός κάνοντας απλωτές με τα χέρια και τα πόδια μου σαν κολυμβητής. Το σκοινί που εξακολουθούσε να ξετυλίγεται αργά ήταν το μοναδικό πραγμα που με συνέδεε με το γνωστόν σύμπαν. Οι μεγάλες κουλούρες του αιωρούνταν κυματίζοντας ληθαργικά στο σιωπηλό σκοτάδι.
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου και είδα ότι, σύμφωνα με τις αφηγήσεις προηγούμενων εξερευνητών που είχα εντοπίσει στη βάση δεδομένων της βιβλιοθήκης, πλησίαζε η στιγμή που θα έφτανα στην άκρη του Ορίζοντα των Γεγονότων.
Βρέθηκα στο σημείο μετάβασης κάπως πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Δεν αποκλείεται το αρχικό σπρώξιμο που είχα δώσει με τα πόδια μου να ήταν πιο ισχυρό από ότι είχα υπολογίσει....Εντελώς ξαφνικά πάντως, μου φάνηκε πως ολόκληρος ο κόσμος αναποδογυρίστηκε. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα να πέφτω με το κεφάλι προς τα κάτω, σε μια αόρατη άβυσσο.
Το κερί έσβησε καθώς η ταχύτητα της πτώσης μου μεγάλωσε με γεωμετρική πρόοδο, έως ότου ο αέρας άρχισε να σφυρίζει στ’ αυτιά μου σαν θυμωμένο φλάουτο.
Κατάλαβα πως έπρεπε πάση θυσία ν’ ανακόψω την ταχύτητα της πτώσης μου.
Ξετυλίξα το δεύτερο σκοινί που είχα φέρει μαζί μου και τίναξα τον γάντζο που ήταν δεμένος στην άκρη του προς τα δεξιά. Πίστευα ότι ο γάντζος θα πιάνονταν σε κάποια απ’ τις αναρίθμητες προεξοχές που σαν μικροί κρατήρες σημάδευαν την επιφάνεια ενός τοίχου που σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει, έπρεπε να υψώνεται κάπου δίπλα μου. Μπορείς να φανταστείς την έκπληξή μου, όταν ο γάτζος βρήκε το κενό και άρχισε να αιωρείται σε κατάσταση ελεύθερης πτώσης.
Πάγωσα ολόκληρος. Τι θα γίνονταν αν έσπαγε το σκοινί που με κρατούσε;
Η απάντηση στο ερώτημά μου ήρθε από μόνη της. Το σκοινι τεντώθηκε ξαφνικά και εγώ τραντάχτηκα σύσσωμος σαν να είχα πέσει πάνω σ’ ένα πολύ σκληρό τραμπολίνο. Άντεξε όμως το βάρος μου και η πτώση μου ανακόπηκε.
Άρχισα να κλυδωνίζομαι πέρα-δώθε σαν εκκρεμές. Καθώς περιστρεφόμουν γύρω απ’ τον άξονά μου, έριξα μια ματιά προς τα πάνω, προσπαθώντας να δω ένα ίχνος φωτός έστω που να ξεγλυστρούσε μέσα απ’ την ανοιχτή πόρτα που με είχε βγάλει στις παρυφές της Ασυνέχειας. Πραγματικά, μια τελίτσα φωτός που έμοιαζε με αστέρι ήταν ακόμα ορατή μέσα στο σκοτάδι.
Πήρα μια βαθιά αναπνοή και προσπάθησα να ηρεμήσω. Η βαρύτητα είχε αυξηθεί και πάλι αλλά όχι πολύ, σε βαθμό που μόλις και ισοδυναμούσε με το ήμισυ της συνηθισμένης..
Και τότε το σκοινί τραντάχτηκε κανά-δύο φορές. Κάποιος προσπαθούσε να το κόψει.
Μια φριχτή σκέψη άστραψε στο μυαλό μου, η βεβαιότητα πως ο Κέρβερος που με είχε οδηγήσει μέχρι εκείνο το σημείο προσπαθούσε να με ξεφορτωθεί, δωροδοκημένος ίσως από κάποιον αντίπαλό μου που δεν ήθελε να γίνω ποτέ μέλος του Τάγματος. Μπορεί πάλι κάποιο απερίγραπτο πλάσμα που ζούσε μέσα στο ανήλιαγο σκοτάδι της Ασυνέχειας να είχε ενοχληθεί απ’ την παρουσία του σκοινιού και να το τραγάνιζε με τα κοφτερά του δόντια.
Άρπαξα το πιστόλι μου και πυροβόλησα στα τυφλά, προς το σημείο όπου υπολόγιζα πως ο μυστηριώδης εχθρός προσπαθούσε να κόψει το μοναδικό πράγμα που με συνέδεε με τον κόσμο των ζωντανών. Ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν βροντή που ξεσήκωσε αμέτρητους αντίλαλους. Στο στιγμιαίο φως του πυροβολισμού δεν αντίκρυσα τίποτα περισσότερο από ένα απύθμενο κενό.
Αμέσως μετά το σκοινί κόπηκε και άρχισα να πέφτω, αργά στην αρχή, όλο και πιο γρήγορα στη συνέχεια.
Το κερί ξέφυγε απ’ τα δάχτυλά μου και χάθηκε στο σκοτάδι.
Προσπάθησα να συγκρατήσω το κύμα του πανικού που φούσκωσε μέσα μου και κοίταξα προς τα κάτω. Αντίκρυσα κάτι που έμοιαζε με θαμπά φωτισμένη μεμβράνη, κάτι σαν τέντα που απλώνονταν σε βάθος πολλών δεκάδων μέτρων.
Το επόμενο δευτερόλεπτο σφίχτηκα ολόκληρος καθώς έπεφτα πάνω της σαν βαρύδι. Η μεμβράνη σκίστηκε και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι τον εαυτό μου να γκρεμίζεται σ’ένα λείο και σκληρό πάτωμα, με το σακίδιο που είχα περασμένο στην πλάτη μου να λειτουργεί σαν μαξιλάρι που ευτυχώς με προστάτευσε αρκετά απ’ τη βάναυση εκείνη πρόσκρουση. Το σκοινί έπεσε πάνω μου σχηματίζοντας μεγάλες κουλούρες που με σκέπασαν σαν τεράστια μακαρόνια.
Άνοιξα τα μάτια μου, τίναξα το κεφάλι μου και κοίταξα ολόγυρα, προσπαθώντας να ξεφύγω από τα πλοκάμια της ζαλάδας που με πολιορκούσαν.
Ανακάλυψα τότε πως βρισκόμουν στο κέντρο μιας κυκλικής αίθουσας που ήταν κατασκευασμένη από κίτρινο και πορτοκαλί μάρμαρο. Μεγάλα παράθυρα που ήταν οβάλ στο σχήμα, άφηναν το φως του ήλιου να φωτίζει άπλετα το εσωτερικό της. Το αμέσως επόμενο πράγμα που αντιλήφθηκα ήταν ότι γύρω μου είχαν μαζευτεί κάτι σαυροειδή πλάσματα που με κοιτούσαν ακίνητα και σιωπηλά σαν αγάλματα.



7


Τίναξα το κεφάλι μου πέρα-δώθε προκειμένου να ξεφορτωθώ και τα τελευταία απομεινάρια της ζαλάδας που αιωρούνταν γύρω μου πεισματικά.
Ανακάθισα και κοίταξα τα πλάσματα εκείνα κατάματα, καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες να μη χάσκω και πολύ.
Ένα από τα σαυροειδή όντα έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός και έσκυψε από πάνω μου. Το φως του ήλιου που εισχωρούσε στην ημισφαιρική αίθουσα απ’ τα οβάλ παράθυρα, έπεσε πάνω του χρωματίζοντάς το με πορτοκαλί πινελιές.
Είχε μεγάλο κεφάλι, ψηλό μέτωπο και μυτερά ζυγωματικά. Κάρφωσε πάνω μου ένα ζευγάρι μάτια που είχαν το κίτρινο χρώμα του κεχριμπαριού. Τα σαγόνια του άνοιξαν διάπλατα, αποκαλύπτωντας δυο σειρές μυτερών δοντιών που ήταν κάτασπρα και αιχμηρά σαν ξεβρασμένα κοχύλια. Ένας πανάρχαιος τρόμος έκανε την καρδιά μου να γορχοχτυπήσει. Έσφιξα σπασμωδικά τα δάχτυλα μου γύρω απ’ τη σκανδάλη του όπλου που κρατούσα ακόμα στα χέρια μου και ετοιμάστηκα να πουλήσω ακριβά το τομάρι μου.
Χίλιες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου. Προφανώς είχα κάνει κάποιο λάθος και είχα παραστρατήσει σε κάποιον χώρο που δεν αναφέρονταν στ΄αρχεία της Βιβλιοθήκης. Πουθενά δεν είχα ανακαλύψει αναφορές για σαυροειδή όντα και ημισφαιρικές αίθουσες.
Η δίποδη σαύρα πλατάγισε τη γλώσσα της που ήταν μακριά και διχαλωτή σαν δερμάτινο μαστίγιο. Μια σειρά συριστικών ήχων και κοφτών κροταλισμάτων βγήκε απ’ το στόμα της, μια ταχύτατη αλληλουχία ήχων που κατάλαβα πως ήταν κάποια μορφή γλώσσας.
Την κοίταξα ακίνητος και αμίλητος, χωρίς να τολμώ να κάνω την παραμικρή κίνηση. Αν και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, κατάφερα να βάλω τ’ όπλο πίσω στην τσέπη της φόρμας μου. Βρισκόμουν αντιμέτωπος μ’ ένα έλλογο πλάσμα, αυτό ήταν ολοφάνερο. Οποιαδήποτε βίαιη αντίδραση εκ μέρους μου, εκτός από ηθικά ανεπίτρεπτη, θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της θέσης μου. Το πλάσμα επανέλαβε για μια ακόμα φορά εκείνους τους κροταλισμούς και μετά άπλωσε ένα φολιδωτό χέρι προς το μέρος μου και μου έκανε νόημα να σταθώ όρθιος. Πρόσεξα πως τα δάχτυλα του, τρία στο κάθε χέρι, ήταν δυνατά μακρυά και εξοπλισμένα με χοντρά νύχια.
Υπάκουσα στην εντολή του χωρίς να βγάλω τσιμουδιά και στάθηκα στα πόδια μου ενώ η καρδιά μου εξακολουθούσε να χτυπάει ακανόνιστα.
Στο μεταξύ δύο ακόμα σαυροειδή όντα έκαναν μια κίνηση να με πλησιάσουν αλλά ο αρχηγός τους, γιατί αυτό υπέθεσα ότι ήταν το πρώτο πλάσμα που είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί μου, τους έκανε ένα νόημα να σταματήσουν. Το ευχαρίστησα νοερά. Ήμουν που ήμουν στα πρόθυρα υστερίας, έτσι και έβρισκα τον εαυτό μου περικυκλωμένο από περισσότερες δίποδες σαύρες δεν ξέρω και εγώ τι θα έκανα!
Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας υπάκουσαν αμέσως στην εντολή του αρχηγού τους και απομακρύνθηκαν από κοντά μας αργά και προσεκτικά, προσπαθώντας ολοφάνερα να μην κάνουν απότομες κινήσεις.
Εκτίμησα την προσπάθειά τους όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Εκμεταλλεύτηκα επίσης την ευκαιρία να τους ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά:
Η βεβαιότητά μου πως αντίκριζα κάποια πλάσματα που η φύση και η εξέλιξη είχαν προικίσει με νοημοσύνη ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο από το γεγονός πως φορούσαν ρούχα, ριχτούς μανδύες φτιαγμένους από κάποιο είδος λεπτεπίλεπτου υφάσματος με κοντά μανίκια. Ήταν χρωματισμένοι με απαλές γαλάζιες και σμαραγδί αποχρώσεις που έδεναν αρμονικά με την χαλκόχρωμη απόχρωση που είχαν οι μικροσκοπικές και καλογυαλισμένες φολίδες που κάλυπταν την επιδερμίδα των όντων εκείνων. Γύρω απ’ τα πόδια τους τυλίγονταν λεπτοδουλεμένα σανδάλια από χαλκό, ελεφαντόδοντο και δέρμα. Ακόμα και τα νύχια των ποδιών τους ήταν περιποιημένα: Χοντρά και δυνατά, ήταν κομμένα κοντά, μοιάζοντας με μικρά μισοφέγγαρα που εξέπεμπαν την ίδια χαλκόχρωμη λάμψη.
Ένα απ’ τα πλάσματα μου έκανε νόημα να το ακολουθήσω. Υπάκουσα αδιαμαρτύρητα. Διασχίσαμε την κυκλική αίθουσα με τα οβάλ παράθυρα και τους πορτοκαλόχρωμους τοίχους και πλησιάσαμε μια πόρτα που ήταν επίσης οβάλ στο σχήμα και καλυπτόταν από ένα ημιδιάφανο παραπέτασμα το οποίο έμοιαζε με φλούδα από λεπτεπίλεπτο φίλντισι.
Ο οδηγός μου, του οποίου τα σανδάλια άφηναν ένα ρυθμικό θρόισμα καθώς έξυναν το πάτωμα, το έσπρωξε στο πλάι. Προτού αφήσουμε πίσω μας την αίθουσα, έριξα μια ματιά στην οροφή της μεσα από την οποία είχα εισβάλλει με τόσο επεισοδιακό τρόπο. Κοντοστάθηκα κατάπληκτος: Πάνω απ’ το κεφάλι μου απλώνονταν μια θολωτή και απόλυτα συμπαγής οροφή από πέτρα. Καμία μεμβράνη δεν είχε σκιστεί προκειμένου να βρεθώ εκεί μέσα.
Άφησα τις απορίες μου για αργότερα. Τώρα, έπρεπε να εξοικειωθώ με το εντελώς πρωτόγνωρο θέαμα που ξεδιπλώθηκε σαν πίνακας μπροστά μου:
Αντίκρισα ένα φαρδύ μπαλκόνι και πέρα απ’ το μπαλκόνι, κάτω χαμηλά, είδα μια δεντροφυτεμένη έκταση, κάτι σαν κατάφυτη πεδιάδα όπου φύτρωναν παράξενα δέντρα που έμοιαζαν με πελώριες φτέρες, φοίνικες και κάκτους. Ανάμεσά τους ορθώνονταν πανύψηλα κτίρια από κατάλευκο αλάβαστρο. Πυργώνονταν πάνω απ’ τα δέντρα σαν γίγαντες. Μου θύμισαν τους πύργους από βιβλία της βιβλιοθήκης. Εναέριες γέφυρες ένωναν τα κτίρια μεταξύ τους ενώ ψηλά στον ουρανό, πάνω απ’ το καταπληκτικό εκείνο τοπίο, διέγραφαν τεράστιους κύκλους στον αέρα κάτι πλάσματα που στην αρχή νόμισα ότι ήταν πουλιά αλλά μετά κατάλαβα πως ήταν πελώριες νυχτερίδες με μεμβρανώδη φτερά και μυτερά ράμφη, όντα που εμοιαζαν με πτεροδάχτυλους και μυθικούς δράκοντες. Ένας πορτοκαλής ήλιος αιωρούνταν πάνω απ’ τον ορίζοντα ενώ μια λεπτή ομίχλη που χρύσιζε σαν αραχνούφαντο πέπλο από χαλκόχρωμο μετάξι υψώνονταν σε αλλεπάλληλα πέπλα μέσα απ’ το δάσος και αγκάλιαζε τους πύργους. Ο αέρας που φυσούσε γύρω μου ήταν ζεστός και υγρός.
Μέσα μου άστραψε επιτέλους μια λάμψη κατανόησης:
Είχα παρεισφρήσει σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου οι δεινόσαυροι είχαν επιβιώσει και είχαν αναπτύξει νοημοσύνη και πολιτισμό.
Παρηγορήθηκα με τη σκέψη πως μέχρι εκείνη τη στιγμή ο οδηγός μου δεν με είχε αντιμετωπίσει σαν ένα αποκρουστικό και επικίνδυνο πλάσμα, αν και στα μάτια του θα πρέπει να φαινόμουν απαίσιος, όπως ένας κροκόδειλος θα φαίνονταν στα μάτια ενός ανθρώπου. Αντίθετα, η ηρεμία των κινήσεών του και η όλη συμπεριφορά του με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως μάλλον περίμενε την άφιξή μου.
Αρχίσαμε να περπατάμε πάνω σε κάποια κρεμαστή γέφυρα. Η ζούγκλα απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια μας σαν ένα πράσινο χαλί που μισοκρύβονταν απ’ τα αραχνοΰφαντα πέπλα της ομίχλης. Τα νυχτεριδόμορφα πουλιά πετούσαν γύρω μας σαν άλπατρος, τα φτερά τους κροτάλιζαν στον αέρα ενώ τα μάτια τους καρφώνονταν πάνω μας στρογγυλά και κίτρινα, γεμάτα περιέργεια. Ο οδηγός μου τα αγνόησε επιδεικτικά και εγώ, ακολουθώντας το παράδειγμά του, κάρφωσα τα μάτια μου στην πλάτη του και συνέχισα να τον ακολουθώ προσπαθώντας να καταπνίξω τα κύματα του πανικού και του ιλίγγου που απειλούσαν για μια ακόμα φορά να με πνίξουν.
Κάποια στιγμή πατήσαμε σ’ έναν ακόμα εξώστη, δρασκελίσαμε μια οβάλ είσοδο και μπήκαμε σε μια δεύτερη ημισφαιρική αίθουσα η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από την προηγούμενη. Επίσης, ήταν γεμάτη με ανθρώπους που κάθονταν μπροστά απ’ τους κυκλικούς τοίχους, αφήνοντας το κέντρο της ελεύθερο.
Εκεί με περίμενε η τελευταία και η μεγαλύτερη έκπληξη του ταξιδιού μου:
Στο κέντρο της αίθουσας στέκονταν όρθιο ένα ανθρώπινο πλάσμα που δεν ήταν άλλο από τον εκπαιδευτή μου, τον αρχηγό του Τάγματος των βιβλιοθηκάριων που μου είχε διδάξει τα μυστικά της Βιβλιοθήκης.
Κοντοστάθηκα κατάπληκτος ενώ ένα κύμα θερμών χειροκροτημάτων ξεσηκώνονταν απ’ το μαζεμένο πλήθος. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και αντίκρισα τα πρόσωπά των καθηγητών και των συμμαθητών μου που με κοιτούσαν χαμογελώντας, άλλοι καλοσυνάτα, κάποιοι σκανταλιάρικα και πειραχτικά, όλοι τους όμως μ’ ένα βλέμμα κατανόησης και συμπαράστασης, σαν να συμμετείχαμε όλοι στην ενορχήστρωση κάποιας μυστικής συνομωσίας.
-«Καλώς όρισες,» μου είπε ο εκπαιδευτής μου. «Το γεγονός πως έφτασες μέχρι εδώ, αποδεικνύει ότι πέρασες μ’ επιτυχία την τελευταία και την πιο σημαντική δοκιμασία των εξετάσεών σου. Κατά τη διάρκεια του μυητικού ταξιδιού που κατάφερες να ολοκληρώσεις, υποχρεώθηκες ν’ ασκήσεις τις αρετές του θάρρους, της φυσικής και πνευματικής αντοχής, της εφευρετικότητας και της ψυχραιμίας. Τη σημαντικότερη αρετή ώστόσο την επέδειξες μόλις πριν από λίγα λεπτά, όταν βρέθηκες αντιμέτωπος με όντα άγνωστα σε σένα και δυνητικά αποκρουστικά. Δεν έχασες την ψυχραιμία σου και δεν κατέφυγες στη βία, παρά το ότι παγιδεύτηκες σ’ ένα ξένο περιβάλλον για το οποίο δεν σε είχε προετοιμάσει κανείς. Επέδειξες διανοητική και πνευματική ωριμότητα και αντιμετώπισες μια ξένη μορφή ζωής χωρίς να καταφύγεις σε πρωτόγονα αντανακλαστικά και φοβίες. Αυτό είναι ένα χάρισμα που θα πρέπει να ασκήσεις αρκετές φορές στη ζωή σου ως βιβλιοθηκάριος.»
«Πλησίασε παιδί μου,» πρόσθεσε τελικά.
Υπάκουσα στο κάλεσμά του καθώς τ’ αυτιά μου πλημμύριζαν για μια ακόμα φορά από τα χειροκροτήματα των συμμαθητών και των δασκάλων μου.
Το σαυροειδές πλάσμα έκανε μια μικρή υποκλιση προς το μέρος μου και στη συνέχεια βγήκε απ’ την αίθουσα για να υποδεχτεί προφανώς τον επόμενο εξεταζόμενο.
Ο αρχηγός του Τάγματος μου πέρασε στο λαιμό μια καδένα που στο κέντρο της είχε χαραγμένο το σύμβολο της βιβλιοθήκης: Μια χρυσή πυραμίδα με τη φλόγα της γνώσης να καίει στο εσωτερικό της. Στη συνέχεια έκατσα σ’ ένα από τα καθίσματα της αίθουσας και περιμενα, μαζί με όλους τους άλλους, τον επόμενο συμμαθητή μου.


8


Αυτά είναι όλα κι όλα που έχω να σου πω. Δεν ξέρω βέβαια κατα πόσο έχει τροποποιηθεί το ταξίδι που θα ολοκληρώσεις αύριο, αλλά υποθέτω πως λίγο-πολύ θ’ αντιμετωπίσεις κάτι ανάλογο μ’ αυτά που μόλις σου διηγήθηκα. Όπως καταλαβαίνεις, δεν πρέπει να φοβάσαι για το παραμικρό. Χρειάζεται απλώς να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στους εκπαιδευτές σου. Όλα είναι κανονισμένα.
Και αυτό είναι κάτι που σου το λέω εγώ, ένα ασήμαντο γρανάζι στον τεράστιο μηχανισμό που κρατάει τη Βιβλιοθήκη μας ζωντανή και προστατεύει τη γνώση που έχει συσσωρεύσει το ανθρώπινο είδος μέσα στους αιώνες.
Έχε μου εμπιστοσύνη. Σου δίνω το λόγο της τιμής μου πως όλα θα πάνε καλά. Σου το λέω εγώ αυτό, ένας απλός βιβλιοθηκάριος.




Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου