Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ




1

-«Όλα καλά καλέ μου;»

-«Αμέ! Μια χαρά!» Ο Άλκης μου χαμογέλασε γεμάτος προσμονή. Το κεφαλάκι του που είχε γίνει εντελώς άτριχο απ’ τις ασταμάτητες χημειοθεραπείες έγειρε προς τα πίσω, πάνω στον παλιομοδίτικο καναπέ με το λουλουδένιο κάλυμμα και τα μάτια του, λαμπερά και ζωηρά σαν υγρά αστέρια, καρφώθηκαν πάνω μου χαρούμενα. Είχε τα μάτια ενός πολεμιστή, ενός μικρού ήρωα που δεν το έβαζε κάτω. Ήμουν περήφανος για το γιό μου που παρά την αρρώστια που τον βασάνιζε αρνιόταν να παραιτηθεί. Συνέχιζε να ελπίζει και να επιμένει με όλη την αθωότητα και τη δύναμη των έξι του χρόνων και στην πραγματικότητα αυτός ήταν που μου έδινε τη δύναμη να συνεχίζω να παλεύω και όχι το αντίθετο. Μέσα σ’ έναν τρομαχτικό κόσμο που ήταν γεμάτος από κακές ειδήσεις και δυσοίωνα οράματα του μέλλοντος, έλαμπε σαν φάρος στο σκοτάδι. 
Ωστόσο, κάθε φορά που ξεστόμιζε εκείνη τη συγκεκριμένη φράση, καθώς η φωνούλα του ηχούσε χαρμόσυνη και καθαρή στ’ αυτιά μου, σαν την υπόσχεση μιας νέας χαραυγής, ένιωθα έναν κρυφό σπασμό πόνου. Γιατί ο Άλκης δεν ήταν καθόλου καλά. Ο κακοήθης όγκος που μεγάλωνε μέσα στο κεφάλι του δεν είχε οπισθοχωρήσει παρά τις αμείλικτες επιθέσεις των ακτινοβολιών και της χημειοθεραπείας. Ο οργανισμός του όμως υπέφερε καθώς είχε γεμίσει με τα παράξενα δηλητήρια της σύγχρονης επιστήμης: 
Τα μαλλιά του είχαν πέσει και τα βλέφαρά του μαδούσαν. Τα ματάκια του είχαν βαθουλώσει και περιβάλλονταν από μαύρους κύκλους. Τα ούλα και η μύτη του αιμορραγούσαν και κάθε λίγο και λιγάκι έπρεπε να τρέχουμε στα νοσοκομεία για μεταγγίσεις αίματος και για ν’ αντιμετωπίσουμε αναπάντεχες λοιμώξεις. Εκείνες τις ώρες που του έσφιγγα το χέρι καθώς πλαστικοί σωλήνες χώνονταν στα λεπτά του μπράτσα που καίγονταν απ’ τον πυρετό, το μόνο που μπορούσα να νιώσω ήταν μια τυφλή οργή ενάντια στους γιατρούς και την επιστήμη που έστεκαν εντελώς ανήμποροι μπροστά στον εφιάλτη, ενάντια στο θεό τον ίδιο που είχε στείλει στο παιδί μου την αρρώστια που είχε ήδη σκοτώσει τη μητέρα του. Αυτό που με κρατούσε ακόμα στα πόδια μου ήταν η ψυχική δύναμη του ίδιου του Άλκη, η αισιοδοξία του και η απόφασή του να συνεχίσει.
Κάποια στιγμή όμως άρχισα ν’ απελπίζομαι. Εφόσον η ορθόδοξη επιστήμη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον σώσει, στράφηκα προς τις εναλλακτικές θεραπείες και όποτε η κατάσταση του το επέτρεπε, αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε διάφορους θεραπευτές που εφάρμοζαν παράξενες τεχνικές με κρυστάλλους και αρώματα, «φορτισμένες» πέτρες και χαλαρωτικές μουσικές. Και ο Άλκης συνέχιζε να παλεύει, ν’ αντιστέκεται στους πόνους στην ναυτία και στην προοδευτική απώλεια των σωματικών του λειτουργιών. Και κάθε φορά που τον ρωτούσα αν ένιωθε καλά, μου έδινε την ίδια στερεότυπη απάντηση: 
-«Αμέ, μια χαρά!»
Κάποια μέρα μια συνάδελφός απ’ τη δουλειά μου μίλησε για κάποιον παράξενο άνθρωπο που ζούσε σ’ ένα απόμερο χωριό της Ηπείρου, κοντά στην κωμόπολη της Παραμυθιάς. Ήταν ένας καλόγερος που είχε εγκαταλείψει το Άγιον Όρος και ασκήτευε σ’ ένα εκκλησάκι, βαθιά μέσα στα δάση του πανέμορφου εκείνου Νομού που παραμένει αμόλυντος απ’ το άγγιγμα της σύγχρονης εποχής. Σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφορούσαν ήταν ένας άγιος άνθρωπος που είχε κάνει κάποιες θαυματουργές θεραπείες αλλά που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μην τραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης. Υποχρέωνε λοιπόν τους επισκέπτες του να του υποσχεθούν ότι ποτέ δεν θα αποκάλυπταν το ποιος ήταν, το που ακριβώς διέμενε και το πώς ακριβώς τους είχε θεραπεύσει και από ποια αρρώστια. Η συνάδελφός μου είχε ενημερωθεί γι’ αυτό το γεγονός από ένα συγγενικό της πρόσωπο που είχε, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, γλυτώσει απ’ το AIDS και ο μόνος λόγος που την είχε κάνει να πάρει την απόφαση και να μου μιλήσει ήταν η αδυναμία που είχε στον Άλκη και η θλίψη που της προκαλούσε το τραγικό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε.
Αν και όλα αυτά μου ακούγονταν σαν σύγχρονος αστικός μύθος που περιβαλλόταν από μια γερή δόση θρησκοληψίας και σκοταδισμού, αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα. Εξάλλου, ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται και ένιωθα ότι το καντήλι του Άλκη είχε πλέον αρχίσει να σώνεται. Αφού απέσπασα τη σύμφωνη γνώμη των γιατρών που τον παρακολουθούσαν, οι οποίοι με διαβεβαίωσαν ότι ήταν αρκετά καλά και ότι ο Οργανισμός του μπορούσε ν ανταπεξέλθει σ’ ένα ολιγοήμερο ταξίδι αναψυχής, φόρτωσα το αυτοκίνητό μου με όλα τ’ απαραίτητα φάρμακα, σήκωσα και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό απ’ τον τραπεζικό μου λογαριασμό για κάθε ενδεχόμενο και ξεκινήσαμε μαζί το παράτολμο ταξίδι μας. Ο καιρός μας φέρθηκε ευγενικά καθώς είχαμε ήδη μπει στην άνοιξη και τα υπέροχα τοπία που αντικρίσαμε μόλις βγήκαμε απ’ τη Θεσσαλονίκη, με τα κατάφυτα βουνά που διαγράφονταν περήφανα κάτω απ’ τον καταγάλανο ουρανό, τα όμορφα χωριά, τα ποτάμια και τα πυκνά δάση, μας αποζημίωσαν με το παραπάνω για την ταλαιπωρία της πολύωρης εκείνης μετακίνησης. Στο τέλος της πρώτης μέρας φτάσαμε στο χωριό που γειτνίαζε με το εκκλησάκι του ασκητή. Το μεσημέρι της δεύτερης, ανακαλύψαμε το ταπεινό του λημέρι, ύστερα από μια δίωρη πεζοπορία μέσα από ένα πυκνό ελατόδασος που τα πυκνά του φυλλώματα έκρυβαν τον ήλιο και μας βύθιζαν σ’ ένα πρασινωπό ημίφως που μας περιέβαλλε γεμάτο με παράξενα αρώματα και ψιθύρους. 
Καθώς κουβαλούσα τον Άλκη στους ώμους μου, τον ένιωθα να κοιτάζει γύρω του γεμάτος θαυμασμό και η σκέψη πως αυτό ίσως να ήταν το τελευταίο δάσος που θα έβλεπε στη ζωή του, μ’ έκανε να ταχύνω το βήμα μου ακόμα περισσότερο.
Όταν φτάσαμε στο ασκητήριο του μοναχικού καλόγερου, αντικρίσαμε ένα θέαμα που ήταν πραγματικά μαγευτικό: 
Ένα ταπεινό εκκλησάκι με πέτρινους τοίχους και στέγη από γκρίζες πλάκες σχιστόλιθου ήταν χτισμένο κολλητά σ’ ένα απότομο γκρεμό, σαν να σφράγιζε το στόμιο κάποιας αθέατης σπηλιάς. Μπροστά του, λουσμένο στο λαμπρό φως του ανοιξιάτικου απομεσήμερου, ξεδιπλωνόταν ένα χλοερό ξέφωτο όπου άνθιζαν κατακόκκινες παπαρούνες, κίτρινες μαργαρίτες, λευκά χαμομήλια και μωβ αγριολούλουδα. Γύρω μας υψώνονταν οι περήφανες σιλουέτες των αιωνόβιων ελάτων του δάσους. Τ’ ακούγαμε να θροΐζουν απαλά και γαλήνια, σαν να μας καλωσόριζαν, ενώ μπροστά μας, στο τέλος ενός λιθόστρωτου μονοπατιού που ελισσόταν ανάμεσα στην ανθοστόλιστη χλόη, δίπλα στο εκκλησάκι, υπήρχε ένα μικρό σπίτι με ριχτή στέγη και μικρά παραθυράκια από ξύλο.
Έμοιαζε με σκηνή βγαλμένη από παραμύθι. Το μεθυστικό άρωμα του χαμομηλιού και του φασκόμηλου που πλανιόταν στο ζεστό αέρα συνδυαζόταν υπέροχα με τη λεπτή ευωδιά των λουλουδιών ενώ γύρω μας αιωρούνταν χρυσαφένιοι κόκκοι γύρης που άστραφταν στον ήλιο σχηματίζοντας σύννεφα από λεπτεπίλεπτη χρυσόσκονη. Μυριάδες πουλιά κελαηδούσαν χαρούμενα απολαμβάνοντας τη ζεστασιά της ανέφελης εκείνης μέρας και το βουητό των μελισσών ηχούσε γλυκό και διάχυτο, σαν να ξεπηδούσε απ’ τις χορδές κάποιου αόρατου βιολοντσέλου.
-«Τι όμορφα που είναι!» αναστέναξε ο Άλκης και εκείνη τη στιγμή ακουγόταν τόσο ξέγνοιαστος και ευτυχισμένος που ένιωσα τα μάτια μου να δακρύζουν. 


2


Αφού επισκεφτήκαμε το ξωκλήσι όπου ανάψαμε δύο κεράκια, πλησιάσαμε την τοξωτή εξώθυρα του σπιτιού που την περιέβαλλε ένας δακτύλιος από ανθισμένα γεράνια κατιφέδες και χρυσάνθεμα. Ανακαλύψαμε ότι ήταν μισάνοιχτη. Τη χτύπησα με προσοχή αλλά κανείς δεν μας απάντησε. Τελικά, συγκεντρώνοντας όλο μας το θάρρος και κρατώντας ο ένας τον άλλο απ’ το χέρι, την ανοίξαμε μ’ ένα απαλό σπρώξιμο και βρεθήκαμε στο φιλόξενο εσωτερικό ενός ευήλιου δωματίου που έμοιαζε λιγάκι με αίθουσα αναμονής. 
Ένας μικρός καναπές, ένα ξύλινο τραπεζάκι και τρεις αναπαυτικές πολυθρόνες που πλαισίωναν ένα μικρό τζάκι σχημάτιζαν ένα όμορφο σύνολο. Πάνω απ’ το τζάκι υπήρχε ένας απλός ξύλινος σταυρός ενώ στο τραπεζάκι δέσποζε ένα βάζο με πολύχρωμα και ολόφρεσκα αγριολούλουδα. Τα παράθυρα ήταν στολισμένα με δαντελωτές κουρτίνες που συνδυάζονταν όμορφα με το χαλάκι με τα φωτεινά χρώματα που κάλυπτε το δάπεδο. Μου έκανε εντύπωση η ατμόσφαιρα της καθαριότητας και της φιλοξενίας που γέμιζε εκείνο το χώρο. Τα πάντα έμοιαζαν να μας καλωσορίζουν και να λάμπουν χαρούμενα στο διάχυτο φως του ήλιου που έμπαινε απ’ τα παράθυρα.
Καθίσαμε δίπλα-δίπλα στον καναπέ, κοντά στο πέτρινο τζάκι και περιμέναμε υπομονετικά την άφιξη του καλόγερου εισπνέοντας βαθιά το άρωμα των λουλουδιών που γέμιζαν το ξέφωτο και ακούγοντας σιωπηλοί το μελωδικό τραγούδι των πουλιών.  
Ύστερα από λίγο ένα σπουργιτάκι μπήκε πετώντας στο δωμάτιο, προσγειώθηκε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να μας κοιτάζει καλά-καλά με τα ζωηρά ματάκια του που γυάλιζαν σαν ολοστρόγγυλες χάντρες από όνυχα. Ο Άλκης ενθουσιάστηκε. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου και τον βοήθησα να σταθεί όρθιος καθώς τώρα τελευταία τα πόδια του δεν λειτουργούσαν πολύ καλά. Εκείνος άρχισε να κοιτάζει το σπουργίτι αμίλητος σαν άγαλμα, προσπαθώντας να μην το τρομάξει, ενώ η καρδούλα του χτυπούσε ξέφρενα κάτω απ’ τις παλάμες των χεριών μου. 
Κάποια στιγμή το σπουργιτάκι, αφού μας έριξε μερικές ακόμα ερευνητικές ματιές, άνοιξε τις φτερούγες του και πέταξε μακριά. 
Ο Άλκης αναστέναξε απογοητευμένος αλλά ύστερα από λίγο, κοίταξε το βάζο με τα λουλούδια και μου είπε:
-«Κοίτα!» ακολούθησα το χεράκι του που μου έδειχνε το κάτω μέρος του βάζου και ανακάλυψα κάτι πολύ παράξενο: Τα λουλούδια είχαν βγάλει πυκνές ρίζες που δεν απλώνονταν απλώς στο εσωτερικό του γυάλινου βάζου αλλά εισχωρούσαν και μέσα στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού. Θα ‘λεγε κανείς πως τ’ αγριολούλουδα είχαν φυτρώσει μέσα απ’ το τραπέζι. 
Έσκυψα για να κοιτάξω καλύτερα, για να σιγουρευτώ ότι τα μάτια μου δεν με γελούσαν, όταν, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το φως που έμπαινε απ’ την πόρτα σκοτείνιασε και μια ψηλόκορμη σιλουέτα διαγράφτηκε με φόντο το ανθισμένο ξέφωτο και το δάσος με τα σκουροπράσινα έλατα.  
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να δω πιο καλά τον νεοφερμένο. 
Και έμεινα με το στόμα ανοιχτό.  

3

Ο επισκέπτης μας χαμογέλασε και μου φάνηκε ότι ολόκληρο το δωμάτιο γέμισε φως. Τόσο ισχυρή ήταν η αύρα της καλοσύνης και της αγάπης που τον περιέβαλλε. Δεν είχε καμία ομοιότητα με τον καμπουριασμένο και γενειοφόρο γέροντα με τ’ άσπρα μαλλιά και το ασκητικό πρόσωπο που περίμενα να συναντήσω. Αυτός ήταν νέος και στητός και τα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους του ήταν πλούσια και λαμπερά, στο χρώμα του ώριμου σταριού. Το πρόσωπο του είχε αρμονικά χαρακτηριστικά αλλά το πιο καταπληκτικό απ’ όλα ήταν τα μάτια του, βαθιά και γαλάζια και τόσο μα τόσο ευγενικά που μόνο που τα κοίταζε κανείς, ένιωθε να χάνεται μέσα τους, σαν ν’ αντίκριζε τον απέραντο ορίζοντα μιας ηλιόλουστης θάλασσας.

Πρόσεξα ότι φορούσε ένα τριμμένο ράσο, αλλά η ματιά του, αυτό το διεισδυτικό βλέμμα που εξέπεμπε εκείνους τους απέραντους ωκεανούς της γαλήνιας καλοσύνης, με είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό που για μια στιγμή ο χρόνος φάνηκε να σταματάει γύρω μου και ένιωσα να τυλίγομαι από μια υπερφυσική σιωπή, λες και είχα εισχωρήσει στο απαραβίαστο άβατο κάποιας πανάρχαιης εκκλησίας.  
Ο Άλκης στριφογύρισε ανυπόμονα, ξέφυγε απ’ την αγκαλιά μου, πλησίασε τον ξένο παραπατώντας και του άπλωσε το χέρι, λες και τον ήξερε από χρόνια.
-«Γεια σου,» του είπε θαρρετά.
-«Γεια σου και σένα» του απάντησε εκείνος και στη συνέχεια τον σήκωσε στην αγκαλιά του και τον φίλησε στο μέτωπο.
Η φωνή του ήταν απαλή και βαθιά, σαν το θαλασσινό αεράκι που δροσίζει το πρόσωπο του κόσμου στο τέλος κάποιας καλοκαιριάτικης μέρας. Μετά πλησίασε, έκατσε στην πολυθρόνα απέναντι απ’ το καναπέ και μου μίλησε: 
-«Ξέρω για ποιο λόγο έχεις έρθεις εδώ.» .
-«Αλήθεια;» Αυτή ήταν η μοναδική απάντηση που κατάφερα να του δώσω. Μου φάνηκε ότι ονειρευόμουν με τα μάτια ανοιχτά. Η φωνή του ήταν πολύ γλυκιά και απαλή ενώ το βλέμμα του έμοιαζε να εισβάλλει στο μυαλό μου και να βλέπει την κάθε μου σκέψη λες και το κεφάλι μου είχε μεταμορφωθεί σε μια μάζα από διάφανο κρύσταλλο.
Ο καλόγερος, γιατί είχα καταλάβει πια ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που ψάχναμε να βρούμε, στράφηκε προς τον Άλκη και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί.
Ο Άλκης γέλασε χαρούμενος . Ένιωσα τέτοια ευτυχία που τον άκουγα να βγάζει αυτό τον ήχο, ύστερα από τόσο πολύ καιρό, που τα χείλη μου άρχισαν να τρέμουν.
-«Αν δεν σου κάνει κόπο,» μου είπε ο καλόγερος, «βγες για λίγο απ’ το σπίτι, κάνε μια βόλτα στο δάσος και άσε με μόνο με το γιό σου. Πρέπει να του μιλήσω.»
Ούτε που διανοήθηκα ν’ ανησυχήσω που θ’ άφηνα το παιδί μου στα χέρια αυτού του ξένου. Ήξερα ότι θα ήταν απόλυτα ασφαλής.  
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και βγήκα απ’ το σπίτι χωρίς να βγάλω λέξη. 
Ο Άλκης κούνησε το χεράκι του σαν να με αποχαιρετούσε.

4


Στο άκρο του λουλουδιασμένου ξέφωτου, ανακάλυψα ένα μικρό ρυάκι που στραφτάλιζε στον ήλιο. Κελάρυζε χαρούμενα, σαν να χαιρόταν το φως, τα λουλούδια και την ομορφιά του καταγάλανου ουρανού. Αποφάσισα να το εξερευνήσω, να δω που έβγαζε. Τα έλατα που το πλαισίωναν σχημάτιζαν μια σκιερή γαλαρία που έμοιαζε γεμάτη υποσχέσεις. Ένιωσα ότι χρειαζόμουν μια σύντομη απόδραση, μια μικρή περιπέτεια που θα μ’ έκανε να ξεχαστώ για λίγο ύστερα απ’ όλους τους μήνες της μαρτυρικής ανάβασης του Γολγοθά που μοιραζόμουν με το ετοιμοθάνατο παιδί μου. Έριξα μια τελευταία ματιά πάνω απ’ τον ώμο μου, στο σπιτάκι που λιάζονταν δίπλα στο ξωκλήσι και άρχισα να περπατώ. 
Το ρυάκι έγινε μεγαλύτερο, μετατράπηκε σ’ ένα μικρό ποτάμι που τραγουδούσε και ελισσόταν ανάμεσα στις στρογγυλές πέτρες που γέμιζαν την κοίτη του, που κατρακυλούσε σε λεπτούς καταρράκτες και άφριζε γύρω απ’ τις ρίζες των ροζιασμένων δέντρων που του κρατούσαν συντροφιά. Οι ακτίνες του ήλιου που γλιστρούσαν λοξά μέσα απ’ τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων, γέμιζαν τον αέρα με φωτεινές αντανακλάσεις που χόρευαν χαρούμενα πάνω σε πρασινισμένους κορμούς και λειασμένους ογκόλιθους. Οι μικροί καταρράκτες στεφανώνονταν με ουράνια τόξα και ανάλαφρα σταγονίδια χρυσαφένιας υγρασίας. Πιο χαμηλά τα έλατα έδιναν τη θέση τους σε τεράστια πλατάνια, σε μεγαλόπρεπα δέντρα με περίτεχνους κορμούς που έμοιαζαν με παράξενα γλυπτά, με τεράστιες κουφάλες που έχασκαν καλυμμένες από υγρά βρύα και αλλόκοτες ρίζες που συστρέφονταν και έσφιγγαν μουσκεμένα αγκωνάρια με τα πρασινισμένα πλοκάμια τους.  
Ύστερα από πολύ ώρα, πόση ακριβώς δεν μπορώ να πω γιατί είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου, έφτασα σε μια στροφή του ποταμού όπου μια μικρή έκταση από άμμο και βότσαλα απλωνόταν στεγνή και άσπρη και περικυκλωμένη από τις ρίζες των γύρω δέντρων. Αποφάσισα να καθίσω λίγο εκεί πέρα για να ξαποστάσω. 
Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μερικές βαθιές αναπνοές και μετά τα ξανάνοιξα και κοίταξα γύρω μου προσεκτικά.
Ήταν σαν να είχα βρεθεί σ’ έναν άλλο κόσμο. Το φως του ήλιου είχε χάσει λίγη απ’ τη λάμψη του και διαχεόταν γύρω μου απαλό και βελούδινο, πράσινο και κεχριμπαρένιο. Μπορούσα να φανταστώ τον ήλιο να πλησιάζει τις χιονισμένες κορφές των γύρω βουνών πέρα απ’ τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων και να τις χρωματίζει με μια πανδαισία από πορτοκαλί και κόκκινες ανταύγειες. Το ποταμάκι τραγουδούσε ακόμα δίπλα μου αλλά τα ουράνια τόξα που το στόλιζαν είχαν εξαφανιστεί και το νερό του είχε γίνει πιο σκούρο, σχεδόν αδιαφανές. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν πια και μια υπερφυσική αίσθηση γαλήνης πλανιόταν στην ακίνητη ατμόσφαιρα καθώς η φύση ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τον ερχομό του δειλινού. Ένιωσα σαν να βρισκόμουν στο εσωτερικό ενός μαγικού ναού με ζωντανούς κίονες από αρχαίους κορμούς δέντρων και θόλους από χρυσοπράσινα φυλλώματα. Ο αέρας που με περιέβαλλε ήταν δροσερός και νοτερός και φορτωμένος με τ’ αρώματα μυστικών αγριολούλουδων.  
 Εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι παράξενο: Μια μικρή πεταλούδα με φτερά που ήταν άσπρα σαν το χιόνι, ξεπρόβαλλε ανάμεσα απ’ τις σκιές των δέντρων, με πλησίασε πετώντας αθόρυβη σαν όνειρο και προσγειώθηκε στις παλάμες των χεριών μου, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή φόβο, λες και γνώριζε ότι δεν επρόκειτο να την πειράξω. 
Ανοιγόκλεισε τα λαμπερά φτερά της, μια και δυο φορές, κούνησε τις καμπυλωτές κεραίες της που γυάλιζαν εύθραυστες σαν λεπτεπίλεπτοι ιστοί αράχνης μέσα στις χρυσές αντανακλάσεις του ρυακιού και με κοίταξε με τα μικροσκοπικά της μάτια που έμοιαζαν με ιριδίζοντες κόκκους σμυριδόσκονης.
Υπάρχουν κάποιες στιγμές που λειτουργούν σαν μαγικές ανάπαυλες, κάτι σύντομα διαλείμματα όπου μια παράξενη ομορφιά μοιάζει να πλημμυρίζει ολόκληρο τον κόσμο, μια λυτρωτική αίσθηση ότι για κάποια φευγαλέα δευτερόλεπτα έστω, τα πράγματα είναι όπως θα έπρεπε να είναι. Και τότε η ψυχή του ανθρώπου, απαλλαγμένη για λίγο απ’ τα δεσμά και τις σκοτούρες της καθημερινότητας, στρέφεται προς τα μέσα και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον εαυτό της. 
Σηκώθηκα όρθιος, λουσμένος στις χρυσοπράσινες σκιές του ιερού εκείνου απογεύματος, κρατώντας στις ανοιχτές παλάμες των χεριών μου την πανέμορφη πεταλούδα που αρνιόταν να μ’ εγκαταλείψει και τότε, εντελώς αναπάντεχα, είδα να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου ολόκληρη η ζωή μου. Όμως αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι το πολύ άσχημο, μια σειρά από μικρά και μεγάλα λάθη, από κακίες και συμβιβασμούς, από εγωισμούς και μικρότητες. Είχα διαλέξει μια ζωή που την κυβερνούσε η αδιαφορία και ο κυνισμός, ο φθόνος και ο φόβος, η οργή και το μίσος, φριχτά συναισθήματα όλα τους που είχα επιτρέψει να με κατακλύσουν, ειδικά από τότε που είχε αρρωστήσει το παιδί μου. Είδα την ατελείωτη αλυσίδα των μικρών και ταπεινών πράξεων που είχα διαπράξει μέσα στα χρόνια πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει κάποια ανώτερη δικαιοσύνη στον κόσμο, από την άρνησή μου να δώσω λίγα ψιλά σε μια φτωχή ζητιάνα που καθόταν στην άκρη του δρόμου αγκαλιά με το παιδί της που μου χαμογελούσε υγιές και χαρούμενο μέχρι τα τεχνάσματα που είχα χρησιμοποιήσει στη δουλειά μου εις βάρος ανύποπτων συναδέλφων προκειμένου να πάρω μια πολυπόθητη προαγωγή. Όλα αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια που με είχαν οδηγήσει σε προσωπικούς ολέθρους και εσωτερικές καταστροφές, σε ανομολόγητα μικρά ολοκαυτώματα που είχαν αφήσει πίσω τους τα ίχνη μιας ψυχικής λέπρας.  
Και τώρα, εκείνη η μικρή πεταλούδα με κοιτούσε σαν να τα γνώριζε όλα αυτά και να προσπαθούσε να με παρηγορήσει.  
Κάτι έσπασε μέσα μου και σωριάστηκα καταγής, θάβοντας το κεφάλι με τα χέρια μου αλλά ακόμα και όταν κουλουριάστηκα σαν έμβρυο και προσπάθησα με όλη μου τη δύναμη να πάψω να θυμάμαι, οι αναμνήσεις παρήλαυναν η μια μετά την άλλη, η μια πιο εξευτελιστική και άσχημη απ’ την άλλη, μέχρι τη στιγμή που το μόνο που άφησαν ξοπίσω τους ήταν ένα φριχτό και άχρωμο σκοτάδι που έμοιαζε με ζωντανό θάνατο.
Και τότε κάτι με ταρακούνησε. Ένας μακρινός ήχος. Αναδεύτηκα έκπληκτος. Ένα παιδικό γέλιο. Η φωνή του Άλκη.
Άνοιξα τα μάτια μου και τινάχτηκα σαν να με είχε τσιμπήσει σκορπιός. 
Το παιδί μου! Είχα ξεχαστεί εντελώς και είχα εγκαταλείψει το παιδί μου!

5

Είχε σουρουπώσει. Τα φύλλα και τα κλαδιά των δέντρων διαγράφονταν κατάμαυρα κάτω από έναν ουρανό που είχε αποκτήσει την βαθιά απόχρωση του αμέθυστου. 

Με τύλιγε πυκνό σκοτάδι. Σύμφωνα με την οθόνη του κινητού μου τηλεφώνου που έλαμπε αδύναμα, η ώρα ήταν περασμένη. Το ποταμάκι κελάρυζε μονότονα μέσα στη νυχτιά και γέμιζε τον αέρα με μια παγερή ανάσα υγρασίας. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω απ’ τις κορφές των βουνών και δεν μπορούσα να δω ούτε τη μύτη μου. Πως θα ξαναγύριζα στο σπιτάκι του καλόγερου;
Εκείνη τη στιγμή κάτι με άγγιξε, ένα απαλό φτερούγισμα που χάιδεψε το μάγουλό μου σαν ανάλαφρο αεράκι. Έκανα μια προσπάθεια να δω πιο καλά μες στο σκοτάδι και διέκρινα, πολύ αμυδρά, κάτι που έμοιαζε με πολύ αχνή και λευκή κηλίδα. Ήταν η χιονάτη πεταλούδα. Πετάριζε μ’ επιμονή μπροστά στο πρόσωπό μου. Το απαλό φτερούγισμα των λεπτεπίλεπτων φτερών της με άγγιζε ξανά και ξανά σαν να ήθελε να με ξυπνήσει. Σηκώθηκα όρθιος, με αργές και προσεκτικές κινήσεις για να μην την τρομάξω, και την είδα να πετάει δίπλα μου, σ’ ένα σημείο όπου μέσα από κάποιο άνοιγμα στις φυλλωσιές των δέντρων περνούσε λίγη απ’ την αχνή φωταύγεια του ανοιξιάτικου σούρουπου. Άρχισε να κάνει κάτι περίπλοκους ελιγμούς, σαν να χόρευε στον αέρα και να προσπαθούσε να μου τραβήξει την προσοχή και τελικά αποφάσισα να την ακολουθήσω.
Άρχισα να περπατώ στις επικλινείς όχθες του μικρού ποταμού, ανάμεσα σε συστρεμμένους κορμούς πλατάνων και πάνω σε πέτρες που ήταν γλιστρούσαν σαν το γυαλί από την υγρασία και τα βρύα που τις κάλυπταν, απλώνοντας τα χέρια μου σαν τυφλός μέσα στο σκοτάδι. Χίλιες φορές κινδύνευσα να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω μέσα στο νερό, αλλά πάντα έβρισκα κάτι να πιαστώ, μια δυνατή ρίζα, το φιλικό κορμό ενός δέντρου, ένα λιθάρι που δεν υποχωρούσε κάτω απ’ το βάρος μου. 
Κάποια στιγμή οι όχθες του ποταμού έγιναν πλατύτερες και πιο ασφαλείς ενώ οι φυλλωσιές των δέντρων που απλώνονταν πάνω απ’ τα νερά του αραίωσαν. Αλλά η πεταλούδα εξακολουθούσε να πετάει μπροστά μου, να φτερουγίζει μια στα δεξιά και μια στα αριστερά, να με παροτρύνει να συνεχίσω, σαν ένας μικρός φάρος που μου ‘στελνε σινιάλα μέσα στο σκοτάδι.
Και τότε, εντελώς αναπάντεχα, βγήκα στο ξέφωτο, απέναντι απ’ την εκκλησία και το σπιτάκι του καλόγερου όπου είχα αφήσει το παιδί μου και αντίκρισα κάτι που ήταν τόσο καταπληκτικό και αναπάντεχο που ένιωσα τα πόδια μου να μεταμορφώνονται σε δίδυμες στήλες από νερό ενώ μια μεμβράνη παγερού ιδρώτα με σκέπαζε ολόκληρο. 
 

6


Πιάστηκα απ’ τον κορμό απ’ τον κορμό ενός έλατου για να μη σωριαστώ καταγής και κράτησα την αναπνοή μου.
Το ξέφωτο δεν ήταν πια άδειο. Οι κορφές των αρχαίων δέντρων που το περιέβαλλαν έλαμπαν κόκκινες και πορτοκαλί στο τελευταίο φως του δειλινού ενώ στον ουρανό που απλωνόταν βαθύς μπλε ανάμεσά τους, διάφανος σαν μια πελώρια γαβάθα από κρύσταλλο, σπινθήριζαν τα πρώτα αστέρια.
Το ξέφωτο είχε γεμίσει με ζώα του δάσους, με αλεπούδες και λύκους, με αρκούδες και ελάφια και αγριοκούνελα και σκαντζόχοιρους που ξάπλωναν το ένα κοντά στο άλλο και κοίταζαν προσηλωμένα τον καλόγερο που κρατούσε τον Άλκη στην αγκαλιά του, στο κέντρο του ξέφωτου, καθισμένος πάνω σ’ ένα μικρό σκαμνί.
Ο αέρας έλαμπε γύρω απ’ το κεφάλι του, εξέπεμπε μια απαλή ανταύγεια που έμοιαζε με ένα μικρό βόρειο σέλας ενώ το βλέμμα του βυθιζόταν στα μάτια του παιδιού μου που τον κοιτούσε εκστατικό. 
Η πεταλούδα πέταξε πάνω απ’ τα λουλούδια του ξέφωτου και κάθισε στον ώμο του καλόγερου.
Ο Άλκης αναδεύτηκε σαν να ξυπνούσε. Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Με μια σβέλτη κίνηση ξέφυγε απ’ την αγκαλιά του καλόγερου, με πλησίασε τρέχοντας, χωρίς να παραπατάει καθόλου, και έπεσε στην αγκαλιά μου γελώντας τρισευτυχισμένος. Τότε ήταν που κατάλαβα για πρώτη φορά ότι είχε γίνει καλά και ότι ο όγκος που τον σκότωνε είχε εξαφανιστεί. Είχε τρέξει, για πρώτη φορά ύστερα από μήνες και τα χεράκια που σφίγγονταν γύρω απ’ το λαιμό μου ήταν γερά και δυνατά, όπως και πρώτα. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου λαμπερά και χαρούμενα, απαλλαγμένα απ’ τους μαύρους κύκλους που τα τύλιγαν.
Τον έσφιξα πάνω μου με όλη μου τη δύναμη και ένιωσα την καρδιά του να γοργοχτυπάει δυνατά και θαρρετά, γεμάτη ζωή. Ήταν ζωντανός και υγιής. Η αρρώστια είχε νικηθεί.
Το ξέφωτο κολύμπησε μπροστά μου, παραμορφώθηκε από ένα καυτό στρώμα δακρύων αλλά δεν τόλμησα να τα αφήσω να με κυριεύσουν καθώς ήξερα πια ποιος ήταν πραγματικά ο καλόγερος που κάθονταν στη μέση του ξέφωτου, περιτριγυρισμένος απ’ τα άγρια εκείνα ζώα που τον έβλεπαν σαν φίλο.
-«Μη φοβάσαι. Μπορείς να με πλησιάσεις αν θέλεις.»
-«Έλα μπαμπά. Ξέρει να λέει κάτι πολύ ωραίες ιστορίες!» με παρότρυνε ο Άλκης.
Ακολούθησα την προτροπή του μηχανικά. Σηκώθηκα όρθιος και άφησα το γιο μου να με οδηγήσει ανάμεσα απ’ τα ζώα που με κοιτούσαν με βλέμματα που ήταν ήρεμα και φιλικά. Καθίσαμε τελικά μπροστά στα πόδια εκείνου που για μια ακόμα φορά περπατούσε πάνω στη Γη.
Μας πως ήταν κάτι τέτοιο δυνατόν;
Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Μια έκφραση υπερκόσμιας κατανόησης. Η έκφανση μιας άπειρης διάνοιας, μιας νοημοσύνης ασύλληπτα μεγαλύτερης από ότι θα κατάφερνα ποτέ να φανταστώ.
-«Γιατί απορείς;» με ρώτησε, «Νόμιζες πραγματικά ότι θα ξαναρχόμουν με σκοπό να σκορπίσω τον τρόμο και τη φρίκη στους ανθρώπους και να τους καταδικάσω σε μια αιωνιότητα πόνου και μαρτυρίου; Πιστεύεις ότι αυτή θα έπρεπε να είναι η τελική πράξη ενός έργου που ξεκίνησε με κίνητρο την αγάπη;»
-«Μα υπάρχουν κείμενα…..» κατάφερα να ψελλίσω καθώς καθόμουν μπροστά του, στο λουλουδιασμένο χορτάρι που κρατούσε ακόμα τη ζέστη της ημέρας, δίπλα στον Άλκη που μου ‘σφιγγε το χέρι, σαν να προσπαθούσε να μου δώσει θάρρος… «υπάρχει ένα ολόκληρο βιβλίο που περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του κόσμου, που μιλάει για λοιμούς σεισμούς και καταποντισμούς και για τον θάνατο κάθε μορφής ζωής!»
-«Το βιβλίο που μου λες,» με διόρθωσε εκείνος, «περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του κόσμου που κρύβεται στις ανθρώπινες ψυχές. Απεικονίζει τη φρίκη, τον τρόμο, την ενοχή και την απόγνωση που καταστρέφουν το εσωτερικό σας σύμπαν όταν βρίσκεστε αντιμέτωποι με τα λάθη που διαπράξατε κατά τη διάρκεια της ζωής σας. Αφηγείται τη μετάβαση που βιώνετε όταν ολοκληρώνετε το επίγειο ταξίδι σας και το πραγματικό νόημα της ζωής ξεδιπλώνεται μπροστά σας και εσείς ανακαλύπτετε ότι δεν μπορείτε να γιατρέψετε τον πόνο που έχετε προκαλέσει. Αλλά θα έπρεπε να θυμάστε ότι ύστερα από κάθε δοκιμασία έρχεται η λύτρωση. Ότι αυτό που σας περιμένει στο τέλος αυτού του ταξιδιού είναι η συγχώρεση και η αποδοχή. Ότι εσείς, όπως και ολόκληρος ο θαυμαστός κόσμος που σας περιβάλλει, αποτελείτε τα δημιουργήματα ενός νου που αποτελείται από αγάπη και ότι δεν είσαστε ούτε η αρχή ούτε και το τέλος ολόκληρου του σύμπαντος.»
-«Και τότε….» 
-«Θέλεις να μάθεις γιατί ξανάρθα στον κόσμο;»
-«Ναι…»
-«Μα δεν σας εγκατέλειψα ποτέ,» μου απάντησε ενώ η φωτεινή άλω που έλαμπε γύρω απ’ το κεφάλι του μετρίαζε σαν φάρος το σκοτάδι που τύλιγε το ξέφωτο, «θα περπατώ για πάντα ανάμεσά σας και θα βοηθώ όσους από σας πιστεύουν ακόμα στη θαυμαστή φύση της ζωής. Κάποτε σταυρώθηκα για χάρη σας και βίωσα το θάνατο. Αλλά πολύ λίγοι από σας κατάλαβαν πραγματικά τι σήμαινε αυτό. Και ακόμη λιγότεροι βρήκαν τη δύναμη ν’ αλλάξουν τον εαυτό τους.»
Μια έκφραση πόνου σκίασε για μια στιγμή το πρόσωπό του. Τα μάτια του πλημμύρισαν φευγαλέα από κάτι σαν περαστική ομίχλη, απ’ το βάρος μιας φριχτής ανάμνησης που σκούρυνε τα γαλανά τους βάθη.
-«Πιστεύεις ότι θ΄άλλαζε κάτι αν ξαναπερνούσα μια τέτοια δοκιμασία;» με ρώτησε καθώς τα δάχτυλά του άγγιζαν με τρυφερότητα το ιδρωμένο μου μέτωπο.



Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009



7 σχόλια:

  1. Σ'ευχαριστώ...ήταν το γιατρικό στην ψυχή μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να είσαι πάντα καλα.

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πραγματικά λυτρωτικό! Να 'σαι καλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σας ευχαριστώ όλους πολύ!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. KAT AΡΧΗΝ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ.ΠΕΡΝΑΩ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΩ.ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ.ΜΠΡΑΒΟ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Σε χαιρετώ Ερρίκο....Όπως πάντα ωραία τα κείμενα σου...Καλό μήνα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή