Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

O KHΠΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ


Καλησπέρα. Χαίρομαι πάρα πολύ που αποφασίσατε να έρθετε στο σπίτι μου για ν’ ακούσετε αυτά που έχω να σας πω. Καταρχήν όμως, επιτρέψτε μου να σας συστηθώ:  
Με λένε Πηνελόπη και όταν ξεκίνησαν όλα είχα μόλις κλείσει τα είκοσι-ένα.
Η ιστορία που θα σας διηγηθώ θα σας φανεί το λιγότερο εξωπραγματική. Για να είμαι ειλικρινής, ακούγεται απίστευτη ακόμα και στα δικά μου αυτιά! Θέλω απλώς να σας εξηγήσω το πως ήρθα σ’ επαφή μ’ ένα κόσμο αρχαίων μυστικών που ελάχιστη σχέση έχει με την πεζή μας καθημερινότητα, τη φορτωμένη με αυτοκίνητα και αεροπλάνα, με κινητά τηλέφωνα, τηλεοράσεις, υπολογιστές και τεχνητούς δορυφόρους. 
Από πού να ξεκινήσω λοιπόν; Από τότε που είδα το πρώτο όνειρο; 
Καλύτερα όχι. Θα ξεκινήσω την αφήγησή μου από πιο πριν. Από ένα καλοκαιρινό απόβραδο σε κάποιο ακριτικό ξερονήσι του Aνατολικού Αιγαίου. 
Ο ήλιος μόλις είχε κρυφτεί πίσω απ’ τη ράχη ενός βουνού που ούτε καν ήξερα τ’ όνομά του και εγώ περπατούσα ξυπόλητη δίπλα στη θάλασσα, πάνω στην άμμο μιας ερημικής παραλίας. Είχα ξεκόψει απ’ την παρέα μου που διασκέδαζε σε κάποια κοντινή καφετέρια, τα πόδια μου άφηναν βαθουλωτά ίχνη στην αμμουδιά και ο φλοίσβος των κυμάτων γέμιζε το καλοκαιριάτικο μισκοσκόταδο μ’ένα υγρό μουρμούρισμα. Ο ουρανός είχε πάρει ένα απαλό βιολετί χρώμα, η θάλασσα αναδευόταν σκουρογάλανη και νυσταγμένη μέχρι τον μακρινό ορίζοντα ενώ βυσσινί σκιές απλώνονταν αθόρυβα πάνω απ’ τον κόσμο. 
Νωρίτερα, καθώς έβλεπα τους φίλους και τις φίλες μου να γελάνε να πίνουν και να λένε σόκιν ανέκδοτα, είχα νιώσει απίστευτα μόνη, ξεκομμένη, πλημμυρισμένη από μια παράξενη κατάθλιψη. Μια αναλαμπή αυτογνωσίας με είχε φέρει αντιμέτωπη με το γεγονός ότι η ζωή μου δεν είχε κανένα απολύτως νόημα, καμία ουσία, πως ξετυλιγόταν ακυβέρνητη, από κεκτημένη ταχύτητα και μόνο. Ζούσα απλώς για να ζω, ή μάλλον, για να είμαι περισσότερο ακριβής, φυτοζωούσα από μέρα σε μέρα ακολουθώντας ανούσιες συμβάσεις. 
Εκείνη τη στιγμή λοιπόν, καθώς στεκόμουν ακίνητη στην άδεια παραλία και ατένιζα την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, ευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη να συνέβαινε κάτι, μια αλλαγή, μια περιπέτεια που θα έκανε την καθημερινότητά μου διαφορετική, κάτι που θα τη γέμιζε με νόημα. 
Πιστεύω ακράδαντα ότι κάποια ανώτερη δύναμη με άκουσε και αποφάσισε να πραγματοποιήσει την ευχή μου με τον πιο αναπάντεχο τρόπο.
   
--------------

Τώρα θα σας πω για το όνειρο:
Τρεις μήνες αργότερα, ονειρεύτηκα έναν ανθοστόλιστο αγρό. Απλωνόταν καταπράσινος μπροστά μου σαν μια μικρή θάλασσα από άγρια σπαρτά και παπαρούνες που κυμάτιζαν απαλά στο φως ενός ανοιξιάτικου απομεσήμερου. Ο ουρανός είχε ένα βαθύ μπλε χρώμα και ήταν γεμάτος από αφράτα συννεφάκια που έμοιαζαν με τούφες από λευκό βαμβάκι. Οι σκιές τους ταξίδευαν αργά πάνω στα σπαρτά ενώ το αεράκι που χάιδευε το πρόσωπό μου μοσχομύριζε ζεστό ρετσίνι και φρέσκο θυμάρι. Λένε ότι στα όνειρα δεν μπορείς ούτε να μυρίσεις ούτε και να γευτείς αλλά εκείνη τη στιγμή το στόμα μου πλημμύριζε από τη γλυκιά γεύση του μελιού και τα ρουθούνια μου ρουφούσαν άπληστα τον μυρωδάτο αέρα.  
Στην απέναντι άκρη του αγρού, στο σημείο όπου τα σπαρτά ακουμπούσαν τις παρυφές ενός πυκνού δάσους, διαγραφόταν η σιλουέτα ενός κτιρίου που έμοιαζε με αρχαίο ελληνικό ναό. Ήταν φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο και οι αυλακωτές κολώνες του κατέληγαν σε κιονόκρανα ιωνικού ρυθμού που στήριζαν όμορφες μετώπες και αετώματα. Στο κέντρο του, στο μέρος όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο σηκός, το κυρίως οικοδόμημα του ναoύ δηλαδή, αντίκρυσα έναν αρχαικό βωμό.  
Δίπλα στο βωμό, με την πλάτη στηριγμένη σ΄έναν από τους κίονες, καθόταν οκλαδόν ένας εύσωμος άνδρας. Η μορφή του μου φάνηκε ανεξήγητα οικεία. 
Τον είδα να στρέφει το πρόσωπό του προς το μέρος μου, να σηκώνεται όρθιος, να δρασκελίζει την κιονοστοιχία του ναού και να στέκεται ακίνητος κάτω απ’ το φως του ανοιξιάτικου ήλιου. 
Εκείνη τη στιγμή με κυρίευσε μια αλλόκοτη παρόρμηση να διασχίσω τα σπαρτά και να τον πλησιάσω, παρά τη μεγάλη απόσταση που μας χώριζε. 
Είχε ξανθά μαλλιά που έλαμπαν στον ήλιο ενώ το πρόσωπο του άστραφτε σαν να ήταν φτιαγμένο από αλάβαστρο. Φορούσε ένα καλοραμμένο μπεζ κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Τον είδα να σηκώνει το δεξί του χέρι και να με χαιρετάει. 
Στη συνέχεια όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι, τα σπαρτά, ο γαλανός ουρανός με τ’ αφράτα σύννεφα και το αρχαικό κτίσμα με το βωμό.
Ύστερα ξυπνησα και βρέθηκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, στο φοιτητικό μου δυάρι. Ο Μίλτος, το αγόρι μου δηλαδή, ροχάλιζε απαλά ξαπλωμένος στο πλευρό μου, με το ένα του χέρι να κρέμεται άψυχο έξω απ’ το κρεβάτι λες και μόλις είχε τινάξει τά πέταλα. Το γκρίζο φως ενός χειμωνιάτικου πρωινού τρύπωνε μέσα απ’ τα μισόκλειστα παντζούρια της μπαλκονόπορτας ενώ το μονότονο βουητό της πρωινής κυκλοφορίας γέμιζε τη σιωπή. Κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι η ώρα ήταν επτά και μισή προ μεσημβρίας. 
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Αφού πάλεψα λίγο με τα σεντόνια του κρεβατιού, καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες να μην ξυπνήσω τον Μίλτο, κατάφερα να τ’ αρπάξω και να χωθώ στο καθιστικό.  
Στη γραμμή ήταν η μητέρα μου. Μου τηλεφωνούσε απ’ το πατρικό μας σπίτι στην Ιθάκη. Ακουγόταν κάπως αναστατωμένη. Με πληροφόρησε ότι ο θείος μου ο Οδυσσέας μόλις είχε πεθάνει.

---------------

Ο Οδυσσέας ήταν αδελφός της μητέρας μου. Όσο μεγάλωνα, το πρόσωπό του περιβάλλονταν από ένα πέπλο πυκνού μυστηρίου γιατί όλο μου το σόι, γονείς, θείοι, θείες και ξαδέλφια, απέφευγαν επιμελώς να μου πουν για ποιό λόγο είχε εγκαταλείψει την Ιθάκη και την Ελλάδα στην τρυφερή ηλικία των δεκάεξι ετών. Ήταν σαν να προσπαθούσαν μ’ αυτό τον τρόπο να συγκαλύψουν κάποιο θανάσιμο μυστικό ή να αποφύγουν την πιθανότητα κάποιας ένοχης παραδοχής για την οποία δεν είχα ιδέα.  
Κάποια στιγμή όμως, όταν πάτησα τα δεκαοκτώ, ένας ξαδελφός μου προσπάθησε να μου εξηγήσει κουτσά-στραβά τι ήταν αυτό που όλοι προσπαθούσαν να μου κρύψουν:  
Ο μυστηριώδης θείος λοιπόν, κατά τη διάρκεια ενός ζεστού καλοκαιριού είχε συνάψει μια «ελαφρώς ανάρμοστη» σχέση με κάποιον Αθηναίο τουρίστα. Όταν κυκλοφόρησαν τα νέα, ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή, τον έκανε μαύρο στο ξύλο, τον κλείδωσε στο πατρικό μας σπίτι για μια βδομάδα και άρχισε να σκέφτεται πολύ σοβαρά να τον χώσει εσωτερικό σε κάποιο αυστηρό σχολείο, αλλά ο Οδυσσέας κατάφερε ν’ ανατρέψει αυτά τα σχέδια. Με τη βοήθεια μιας πιο ανοιχτόμυαλης και φιλέσπλαχνης δεύτερης ξαδέλφης, κατάφερε να το σκάσει απ’ το σπίτι, να πάει στην Αθήνα και ν’ αγοράσει ένα ναύλο για την Αυστραλία.  
Η παρουσία του σκίαζε πάντα τις οικογενειακές συνεστιάσεις που διοργανώναμε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα ή όποτε κάποιο μέλος της ευρύτερης οικογένειας παντρευόταν, βάφτιζε το παιδί του ή πέθαινε. Θα’ λεγε κανείς πως ο απόμακρος εκείνος συγγενής είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα οικογενειακό φάντασμα που ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να μας κάνει παρέα όταν μαζευόμασταν όλοι μαζί.  
Υπήρχε σοβαρός λόγος γιαυτό. Ο θείος Οδυσσέας είχε καταφέρει να γίνει ένας πάρα πολύ πλούσιος άνθρωπος. Επίσης, και μάλλον δικαιολογημένα, είχε διακόψει κάθε είδους επαφή με το σόι του, δηλαδή μ’ εμάς. 
Λίγο πριν πεθάνει είχα διαβάσει το όνομά του σ’ ένα άρθρο μιας εφημερίδας μεγάλης πληροφορίας που έκανε κάποιο αφιέρωμα σ’ επιτυχημένους έλληνες του εξωτερικού. Σύμφωνα με την εφημερίδα λοιπόν, ο Οδυσσέας διεύθυνε μια τεράστια αλυσσίδα εστιατορίων που είχε εξαπλωθεί σ’ ολόκληρη την Αυστραλία και ασχολούνταν με τα κτηματομεσιτικά, καθώς και μ’ ένα σωρό άλλες κερδοφόρες δραστηριότητες.
Η μοναδική φορά που τον είχα δει στη ζωή μου ήταν στα έκτα μου γενέθλια. 
Ειχε κάνει ένα ταξίδι αστραπή στην Ελλάδα για δουλειές, για ν’ αγοράσει κάποιο ακίνητο στην Κηφισιά όπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα. Τον θυμάμαι πολύ αμυδρά, έναν μεγαλόσωμο και κάπως ευτραφή άνδρα που φορούσε ωραία ρούχα και μύριζε πάρα πολύ όμορφα, ένα μείγμα κολώνιας και ακριβού αποσμητικού. Χαμογελούσε όλη την ώρα, ήταν ξανθός, με ροδαλά μάγουλα και φωτεινά μπλε μάτια και τον περιέβαλλε μια αύρα τρυφερότητας και καλοσύνης. Θυμάμαι επίσης πως όλοι οι συγγενείς μας τον αντιμετώπιζαν με κάποια αμηχανία, λες και δεν ήξεραν τι ακριβώς να του πουν. Με είχε πάρει στην αγκαλιά του, μου είχε δώσει ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο, είχα καθίσει στα γόνατά του και είχαμε πιάσει την κουβέντα. Θυμάμαι ακόμα και σήμερα τη φωνή του: Ήταν πολύ όμορφη, απαλή και βαθιά, σαν νανούρισμα. Θυμάμαι τελος ότι είχα φωλιάσει στην αγκαλιά του νιώθωντας παράξενα ευτυχισμένη, λες και είχα τρυπώσει μέσα σε κάποια στοργική μήτρα. 
Κάποια στιγμή σηκώθηκε και έφυγε, εγώ έβαλα τα κλάματα και έκτοτε δεν τον ξανάδα.  
Είχε κηδευτεί στην Αυστραλία, στην παραλιακή πόλη του Πέρθ, σε πολύ στενό κοινωνικό κύκλο. 
Τώρα, μια βδομάδα αργότερα, είχαμε μαζευτεί όλοι μας, (όλο το συγγενολόι δηλαδή) στο εξαιρετικά ευηπόληπτο γραφείο του κύριου Σάββα Παντελίδη, ενός παλιού φίλου του νεκρού που ήταν επίσης ένας απ’ τους καλύτερους δικηγόρους της Αθήνας. 
Απόψε θα μας διάβαζε το κομμάτι της διαθήκης του που αφορούσε εμάς, τους συγγενείς και τους φίλους του.  
Δεν είμασταν μόνοι. Στο γραφείο παρευρίσκονταν κάποιοι πολύ παράξενοι άγνωστοι.  
Πιο συγκεκριμένα, τη δεξιά πλευρά του όμορφα επιπλωμένου χώρου καταλαμβάναμε εμείς, οι συγγενείς εξ’ αίματος του μακαρίτη, οι γονείς μου δηλαδή, οι θείες οι θείοι και τα ξαδέλφια μου, που είχαν έρθει άρον-άρον με το πλοίο της γραμμής απ’ την Ιθάκη. Είμασταν όλοι ντυμένοι στα μαύρα, είχαμε πάρει σοβαρές και τεθλιμμένες εκφρασεις και κοιτούσαμε με δυσπιστία την ετερόκλητη ομάδα των ανθρώπων που κάθονταν απέναντί μας. 
Κατέβαλα φιλότιμες προσπάθειες να μη γελάσω, όχι τόσο επειδή έβρισκα αστείους τους ανθρώπους που γέμιζαν το γραφείο, αλλά γιατί προσπαθούσα να μαντέψω τις σκέψεις που θα πρέπει να περνούσαν απ’ τα μυαλά των συγγενών μου. Δεν τους αδικούσα βέβαια γιατί τα άτομα που μας κοιτούσαν καλοσυνάτα και μας έστελναν ευγενικά χαμόγελα ήταν εντελώς έξω από οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς συνηθισμένο. 
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Απέναντί μου ακριβώς καθόνταν ένας εξαιρετικά μυώδης μεσήλικας που έμοιαζε με συνταξιούχο μπόντυ-μπίλντερ και του οποίου το πρόσωπο και τα χέρια ήταν καλυμμένα από πολύχρωμα τατουάζ που απεικόνιζαν φλόγες και καπνούς. Τα δόντια του ήταν χρυσά και ένας μεγάλος χαλκάς τρύπαγε το δεξί του αυτί. Θύμιζε διασταύρωση επαγγελματία μποξέρ και βαρυποινίτη. Δίπλα του καθόταν μια εύθραυστη γριούλα που φορούσε ένα τεράστιο καπέλο από μαύρο βελούδο με βέλο το οποίο έκρυβε το πρόσωπό της. Είχε μακρυά και κάτασπρα δάχτυλα και κρατούσε στα γόνατά της ένα πλαστικό κουτί με διάφανο καπάκι μέσα απ’ το οποίο μας παρακολουθούσε ένα υπερκινητικό ποντίκι! Η μάνα μου, η οποια εκτός των άλλων φοβάται παθολογικά τα ποντίκια, είχε ήδη γουρλώσει τα μάτια της και περίμενε με την ψυχή στο στόμα τη στιγμή που το μικρόσωμο εκείνο τρωκτικό θα δραπέτευε απ’ την πλαστική φυλακή του και θα χυμούσε καταπάνω της για να την κατασπαράξει.  
Δίπλα στη γριούλα καθόταν ένας πολύ μυστήριος τύπος που είχε μακριά γκρίζα μαλλιά και φορούσε δερμάτινα ρούχα, μαύρα γυαλιά και ασημένια δαχτυλίδια με νεκροκεφαλές και φίδια. Έμοιαζε με φανατικό χεβιμεταλά που μόλις είχε πατήσει τα πενήντα. Στο πλευρό του είχε βολευτεί μια εντυπωσιακή και εξαιρετικά καλλίγραμη ξανθιά γυναίκα που στα νιάτα της θα πρέπει να δούλευε ως μοντέλο ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων και τέλος, σ’ έναν φαρδύ καναπέ που στέναζε κάτω απ’ το βάρος του, καθόταν ένας υπερβολικά καλοθρεμμενος κύριος με χοντρά γένια και μουστάκια που έμοιαζε με συνταξιούχο ταχυδακτυλουργό. Φορούσε ημίψηλο καπέλο, μονόκλ με ασημένιο σκελετό και ένα βυσσινί κοστούμι που συνδυάζονταν κομψά μ’ ένα πουκάμισο στο χρώμα της πορφύρας καθώς και με μια επίσης βυσσινί γραβάτα. 
Κάποια στιγμή ο κύριος Σάββας Παντελίδης, ο μικροκαμωμένος δικηγόρος με τα λευκά μαλλιά και τα πανέξυπνα μάτια που είχε αναλάβει το άνοιγμα της διαθήκης του θείου Οδυσσέα, τακτοποίησε τα χαρτιά του και άρχισε να διαβάζει μια-μιά τις καλογραμμένες παραγράφους της. 
Ύστερα από λίγο έγινε ολοφάνερο πως ο θείος είχε αφήσει στον καθένα απ’ τους παράξενους εκείνους ανθρώπους ένα σεβαστό ποσό χρημάτων, μετοχών ή από ένα ακίνητο. Παρακολούθησα τα πρόσωπά τους να πλημμυρίζουν από συναισθήματα αυθεντικής συγκίνησης και ευγνομωσύνης καθώς άκουγαν τα ονόματά τους ενώ την ίδια στιγμή, τα πρόσωπα των συγγενών μου όλο και συννέφιαζαν, καθώς καταλάβαιναν ότι ο πεθαμένος δεν επρόκειτο να τους αφήσει ούτε τούβλο!
Στο τέλος, το μόνο περιουσιακό στοιχείο που δεν είχε αναφερθεί ακόμα ήταν το αρχοντικό στην Κηφισιά που χρησιμοποιούσε ως κατοικία ο μακαρίτης όποτε αποφάσιζε να επισκεφθεί την Ελλάδα. Όταν ο δικηγόρος άρχισε να διαβάζει την τελευταία παράγραφο της διαθήκης, κρατήσαμε όλοι την αναπνοή μας. Ποιός θα κληρονομούσε το πανέμορφο εκείνο σπίτι; Ένιωσα τις ελπίδες των συγγενών μου να αναπτερώνονται. Στο κάτω-κάτω, οι παράξενοι ξένοι είχαν όλοι κληρονομήσει από κάτι, επομένως, λογικά το αρχοντικό θα πήγαινε σε κάποιον από μας. 
Και τότε έσκασε η βόμβα: 
Μοναδικός ιδιοκτήτης του υπέροχου εκείνου κτιρίου επρόκειτο να είμαι εγώ! Και όχι μόνο αυτό, αλλά μαζί με την κυριότητά του εν λόγω ακινήτου, θα παραλάμβανα και ένα τεράστιο ποσό χρημάτων που έπρεπε να χρησιμοποιήσω για να πληρώσω τους φόρους κληρονομιάς και για να καλύπτω τα έξοδά της συντήρησής του για τα επόμενα πενήντα χρόνια!  

  
--------------


Όταν βγήκαμε από το δικηγορικό γραφείο, το κεφάλι μου γύριζε ακόμα. Φύγαμε τελευταίοι, αφ’ ενός για ν’αποφύγουμε τα δηλητηριώδη βλέμματα των συγγενών μας που μας κοιτούσαν με μισό μάτι πριν αποχωρήσουν με σκυμμένα τα κεφάλια σαν βρεγμένες γάτες, και αφ’ ετέρου γιατί όλοι οι εκκεντρικοί φίλοι του νεκρού είχαν μαζευτεί γύρω μου για να μου σφίξουν το χέρι και να με διαβεβαιώσουν πως ήταν στη διάθεσή μου αν και όποτε χρειαζόμουν τη βοήθειά τους. Το παράξενο ήταν ότι καθώς τους κοιτούσα κατάματα και πάλευα να ψελλίσω κάποιες ευγενικές απαντήσεις, ένιωθα μια αλλόκοτη ζεστασιά μέσα μου, μιαν ανεξήγητη θαλπωρή. 
Θα’ λεγε κανείς πως αυτοί οι άνθρωποι ήταν η πραγματική μου οικογένεια ενώ οι φυσικοί μου γονείς και οι πολυάριθμοι συγγενείς μου δεν ήταν παρά ένα τσούρμο ενοχλητικών ξένων!
Στο τέλος, όταν έφυγαν και αυτοί, ένιωσα τα χέρια του πατέρα και της μητέρας μου να με πιάνουν παραμάσχαλα, να με μανουβράρουν έξω απ’ το γραφείο και να με χώνουν μέσα στο αυτοκίνητό μας. 
Το ίδιο εκείνο βράδυ γίναμε μαλλιά-κουβάρια. 
Εγώ ξεκίνησα τον καυγά. Αιτία ήταν ένα σχόλιο που έκανε ο πατέρας μου καθώς κάθομασταν όλοι μαζί στο καθιστικό του διαμερίσματος μου και βλέπαμε τηλεόραση:
-«Ωραία ξελάσπωσε τη μικρή ο αδελφός σου!» είπε αρχικά.
 Η μάνα μου, απορροφημένη καθώς ήταν απ’ το ριάλιτι σόου που έδειχνε το χαζοκούτι, κούνησε το κεφάλι της καταφατικά χωρίς να του απαντήσει.
-«Βέβαια, αφού δεν είχε δικά του παιδιά, καλά έκανε!» συνέχισε να λέει εκείνος. 
-«Ε, ναι, δεν αξιώθηκε βλέπεις!» ήταν το δικό της αδιάφορο σχόλιο. 
-«Τι δεν αξιώθηκε; Aφού ήταν «τοιούτος», τι περίμενες δηλαδή, να κάνει και παιδί;» 
-«Μα είδες με τι φρικιά έκανε παρέα; Σκέτος υπόκοσμος! Τι να πει κανείς!» σχολίασε η μητέρα μου επιτιμιτικά.
Αυτό ήταν. Ένιωσα όλη την υποκρισία και την κακία εκείνων των δηλώσεων να με χτυπάνε κατακούτελα. Τινάχτηκα όρθια και άρχισα να τους φωνάζω ότι είναι αχάριστοι και κακοί γιατί μιλούσαν με τόσο άσχημο τρόπο για έναν άνθρωπο που ποτέ δεν τους είχε κάνει κακό ενώ τύχαινε να είναι και συγγενής τους, αίμα τους! Κι όμως, εκείνοι αναφέρονταν σ’ αυτόν λες και τους είχε ντροπιάσει! Και όλα αυτά τα χρόνια που συναντιόμασταν όλοι μαζί, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, παριστάνοντας την μεγάλη αγαπημένη οικογένεια ενώ κατά βάθος ο καθένας κοίταζε να βγάλει το μάτι του άλλου, κανείς μας δεν είχε μπει στον κόπο να του γράψει έστω και ένα γράμμα, ούτε καν όταν πέθαινε μόνος σε κάποιο νοσοκομείο στην άλλη άκρη του κόσμου και όλα αυτά γιατί; Μόνο και μόνο επειδή είχε επιλέξει να φύγει και να ζήσει τη ζωή του όπως ήθελε ο ίδιος χωρίς να ενοχλεί κανένα! Και τώρα είχαν το θράσος να τον σχολιάζουν αρνητικά παρά το γεγονός ότι είχε κληροδοτήσει στο παιδί τους μια ολόκληρη περιουσία, πράγμα που παρεπιπτόντως δεν είχε καμια απολύτως υποχρέωση να κάνει!  
Εκείνοι με κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια καθώς πρώτη φορά μ’ έβλεπαν τόσο έξαλλη. Σε γενικές γραμμές είμαι ένα εξαιρετικά ήπιο άτομο που σιχαίνεται τις αντιπαραθέσεις, κάτι που για να λέμε την αλήθεια ελάχιστα μ’ έχει ωφελήσει μέχρι τώρα, αλλά εκείνη τη στιγμή τα είχα πάρει πραγματικά στο κρανίο!
Τους άφησα μόνους και χώθηκα στην κρεβατοκαμαρά μου, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα με μια δυνατή κλωτσιά. Την διπλοκλείδωσα και έπεσα στο κρεβάτι μου νιώθωντας τ’ αυτιά μου να βουίζουν και το κεφάλι μου να γυρίζει σαν σβούρα.
Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. 

------------  
 
Το ίδιο εκείνο βράδυ είδα το δεύτερο παράξενο όνειρο, το οποίο ξεκίνησε ως εξής: 
Βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο και ψηλοτάβανο σαλόνι με λευκούς τοίχους και παλαιικά έπιπλα τεχνοτροπίας του δέκατου ένατου αιώνα. Στεκόμουν μπροστά από ένα μεγαλόπρεπο τζάκι με περίτεχνο πλαίσιο από χρωματιστό μάρμαρο, πάνω απ’ το οποίο κρεμόταν ένας όμορφος καθρέφτης που είχε οβάλ σχήμα και χρυσοποίκιλτη κορνίζα.
Το μόνο που απάλυνε το μυστηριακό μισοσκόταδο που απλωνόταν γύρω μου ήταν οι χλωμές ακτίνες μιας κεχριμπαρένιας πανσέληνου που ζωγράφιζαν ωχρά τετράγωνα πάνω στο περσικό χαλί με τα περίπλοκα σχέδια που κάλυπτε το πάτωμα. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος λαμπύριζε αχνά πάνω απ’ το κεφάλι μου, παγιδεύοντας στα πολυεδρικά στολίδια του τ’ ορειχάλκινο φως του φεγγαριού. Παλιομοδίτικοι πίνακες με βαρύτιμες κορνίζες στόλιζαν τους τοίχους ενώ στο κέντρο του σαλονιού, δίπλα σ’ ένα μεγάλο πιάνο με ουρά, ακριβώς κάτω απ’ τον πολυέλαιο, στεκόταν μια άρπα. 
Μια βαθιά σιωπή γέμιζε το μισοσκότεινο σαλόνι.  
Έριξα μια ματιά στον οβάλ καθρέφτη με τη χρυσωπή κορνίζα που κρεμόταν πάνω από τα τζάκι και αντάλλαξα μια ματιά με το είδωλό μου που με κοιτούσε αμίλητο μέσα απ’ τα θολά του βάθη. 
Και τότε άκουσα έναν παράξενο ήχο που έμοιαζε με πλατσούρισμα. Ερχόταν απ’έξω, πέρα απ’ τα μεγάλα πορτοπαράθυρα που κάλυπταν τη μια πλευρά του σαλονιού. 
Πλησίασα τα πορτοπαράθυρα, περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου, ενώ το πλατσούρισμα εξακολουθούσε να ραγίζει τη σιωπή ηχώντας απαλά μέσα στη νύχτα. Στάθηκα μπροστά τους, σκούπισα ένα μικρό κομμάτι απ’ το λεπτό στρώμα της υγρασίας που τα θάμπωνε και αντίκρυσα έναν όμορφο κήπο, μια περιποιημένη έκταση που ήταν γεμάτη από θάμνους, λουλούδια και διακοσμητικά δεντράκια. Στο κέντρο του κήπου υπήρχε ένα συντριβάνι που ανάβλυζε μέσα από μια μαρμάρινη λεκάνη. Έμοιαζε να φωσφωρίζει στο φως του φεγγαριού. 
Μέσα στη λεκάνη καθόταν μια γυμνή κοπέλα που έπλενε τα μαλλιά της. Ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται: Ήταν εξωπραγματικά όμορφη. Τα μαλλιά της που κρέμονταν πυκνά και χυτά πάνω στην πλάτη της έμοιαζαν να λάμπουν ενώ οι σταγόνες του νερού που γλυστρούσαν πάνω στο μαργαριταρένιο δέρμα της άστραφταν σαν λαμπερές στάλες από ατόφιο υδράργυρο. Ένα διάφανο σύννεφο από ανάλαφρες δροσοσταλίδες φεγγοβολούσε γύρω της σαν αστρικό νεφέλωμα. 
Έμεινα να την κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό καθώς εκείνη, με ανάλαφρες και αβίαστες κινήσεις ξέπλεκε τα μακρυά της μαλλιά και τα έλουζε με το νερό που γέμιζε τη λεκάνη του συντριβανιού.
Ένιωσα να κατακλύζομαι από ένα ασυγκράτητο κύμα περιέργειας. Έπρεπε να μάθω τι συμβαίνει, ήθελα να βγω στον κήπο και να την πλησιάσω, να της μιλήσω, να μάθω ποιά είναι. Άρχισα να ψαχουλεύω το πλαίσιο της γυάλινης πόρτας και πραγματικά, ύστερα από λίγο, τα δάχτυλά μου τυλίχτηκαν γύρω από ένα χάλκινο πόμολο. Το γύρισα αργά και προσεκτικά και η τζαμαρία άνοιξε μ’ ένα διακριτικό τρίξιμο. 
Η κοπέλα πρέπει να μ’ άκουσε γιατί στάθηκε ακίνητη και ύστερα κοίταξε γύρω της ανήσυχη. Τα μάτια της στηλώθηκαν πάνω μου. 
Στη συνέχεια μεταμορφώθηκε σε μια συμπαγή μάζα από αστραφτερό νερό που κατέρρευσε μέσα στη μαρμάρινη λεκάνη αφήνοντας ένα ηχηρό πάφλασμα.  
Και μετά ξύπνησα. Κοιταξα το ρολόι μου και ανακάλυψα ότι η ώρα ήταν για μια ακόμα φορά, επτά και μισή το πρωί.

----------------

Το ίδιο απόγευμα, καθώς έβγαινα απ’ το κτίριο της Νομικής Σχολής Αθηνών, ύστερα από μια απίστευτα βαρετή παράδοση που είχε ως θέμα το οικογενειακό δίκαιο και τις νομικές διατάξεις περί διαζυγίου, χτύπησε το κινητό μου.
Ήταν ο κύριος Παντελίδης, ο δικηγόρος που είχε αναλάβει την εκτέλεση της διαθήκης του θείου Οδυσσέα. Ήθελε να μου μιλήσει. Άφησα την παρέα μου να προπορεύεται και βούλωσα το άλλο μου αυτί με το χέρι που είχα ελεύθερο μπας και καταφέρω και καταλάβω τι προσπαθούσε να μου πει καθώς η φασαρία που έκαναν οι συμφοιτητές μου ήταν εκκωφαντική. Στήριξα την πλάτη μου σ’ ένα βρώμικο τοίχο που ήταν καλυμμένος με κάθε λογής αφίσες πολιτικού περιεχομένου και τον παρακάλεσα να επαναλάβει:
-«Σε παίρνω απ’ το γραφείο μου,» μου είπε. «Έχουν έρθει εδώ και οι γονείς σου. Μια και το υπόλοιπο της ημέρας προβλέπεται πολύ όμορφο θα’ θελες να πεταχτούμε όλοι μαζί στη βίλα που σου άφησε ο θείος σου για να της ρίξεις μια ματιά; Σε βρίσκω στη σχολή σου έτσι; Μπορώ να βρίσκομαι εκεί σε μισή ώρα από τώρα και να πάμε όλοι μαζί με το αυτοκίνητό μου, τι λές;»
-«Καλή ιδέα!» του απάντησα, «θα σας περιμένω έξω απ’ το κτίριο της Νομικής, εκτός αν θέλετε να συναντηθούμε σε κάποιο σημείο που σας εξυπηρετεί καλύτερα!»
Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ, ένα μισάωρο αργότερα αντίκρυσα ένα κατακόκκινο μίνι-κούπερ που έμοιαζε με χρωμιωμένη πασχαλίτσα. Στα πίσω καθίσματα διέκρινα τους γονείς μου οι οποίοι μου έκαναν βιαστικά και κάπως αγχωμένα νεύματα. Το μίνι-κούπερ σταμάτησε μπροστά μου, το τζάμι του οδηγού κατέβηκε και μέσα απ’ το παράθυρο ξεπρόβαλλε το ασπρομάλλικο κεφάλι του κύριου Παντελίδη:
-«Έλα λοιπόν!» μου φώναξε χαρωπά, «να μην ξημερωθούμε κιόλας!»
Υπάκουσα με προθυμία. Έφερα βόλτα τ’ αμάξι, άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού, κάθισα δίπλα του και βρέθηκα αντιμέτωπος με τα λαμπερά μάτια και το χαμογελαστό πρόσωπο εκείνου του πάντα χαρωπού δικηγόρου. 
-«Φύγαμε!» μου είπε και σανίδωσε το γκάζι.
Η διαδρομή μέχρι την Κηφισιά εξελίχθηκε σε μια περιπέτεια που απαιτούσε πολύ γερά νεύρα. Ο κύριος Παντελίδης, παλαίμαχος και αμετανόητος μπον-βιβέρ όπως είχα ήδη υποψιαστεί, ήταν ένας πολύ τολμηρός οδηγός που δεν δίσταζε καθόλου να προσπερνάει σβέλτα και επιδέξια τα γύρω αυτοκίνητα και να προλαβαίνει τα φανάρια ένα δευτερόλεπτο προτού αυτά γυρίσουν στο κόκκινο. Οι γονείς μου δεν έβγαλαν τσιμουδιά σ’ ολόκληρη τη διαδρομή: Έσφιγγαν ο ένας τα χέρια του άλλου και προσεύχονταν νοερά, παρακολουθώντας με τρόμο τον κύριο Παντελίδη ν’αφήνει άναυδους τους οδηγούς των αυτοκινήτων που γέμιζαν τους δρόμους με τους παράτολμους ελιγμούς του. Κοίταξα τα πρόσωπά τους μέσα απ’ τον καθρέφτη και παραλίγο να βάλω τα γέλια καθώς τους είδα χλωμούς και τρομοκρατημένους, να κοιτάζουν γύρω τους με γουρλωμένα μάτια. Εδώ που τα λέμε δεν είχαν και πολύ άδικο, το αυτοκίνητο ήταν τόσο μικρό που θύμιζε σπιρτόκουτο, ένα σπιρτόκουτο όμως που έτρεχε σαν παλαβό, δίπλα από τεράστια τζιπ και οικογενειακά αυτοκίνητα με ογκώδη πόρτ-παγκάζ! Όσο για μένα, συνηθισμένη καθώς ήμουν απ’ τις βόλτες που έκανα με τον Μίλτο πάνω στο μηχανάκι του, ελάχιστα αγχωνόμουν απ’ την όλη φάση. Εκείνοι όμως, με την ψυχή στο στόμα και τα γόνατά μαζεμένα στο ύψος του στήθους τους, περίμεναν στωικά να φτάσουμε στον προορισμό μας, πράγμα που ευτυχώς δεν άργησε να συμβεί. 


-----------------


Η βίλα μας αποζημίωσε γενναιόδωρα για την ταλαιπωρία που υποστήκαμε μέχρι να παρκάρουμε μπροστά της. Ήταν υπέροχη. Ένα απ’ τα ομορφότερα κτίρια που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Έβλεπε σ’ έναν απόμερο και γαλήνιο δρόμο που τον σκίαζαν ψηλά δέντρα και τον περιέβαλλαν οι ογκώδεις και πανήψυλοι τοίχοι πολυτελέστατων κατοικιών που θα πρέπει ν’ ανήκαν σε μεγαλοβιομήχανους, τραπεζίτες και επιτυχημένα στελέχη επιχειρήσεων. 
Φανταστείτε ένα διόροφο αρχοντικό με εντυπωσιακή πρόσοψη από πελεκητή πέτρα που υψωνόταν πίσω από μια περίτεχνα σκαλισμένη καγκελόπορτα, καταμεσής ενός δεντροφυτεμένου κτήματος όπου φύτρωναν αιωνόβια πεύκα και θεόρατες κουκουναριές. Είχε οξύκορφα παράθυρα και αμφίκυρτες στέγες, κομψά μπαλκονάκια με σφυρηλατημένα κάγκελα, μεγάλες καμινάδες και εντυπωσιακά αετώματα. Μια γοτθική αψίδα σκίαζε τα σκαλοπάτια που ανέβαιναν μέχρι την είσοδό της ενώ ένα όμορφο βιτρό κοσμούσε το στρογγυλό παράθυρο που διαγράφονταν κάτω απ’ το ψηλότερο σημείο της στέγης της. Μέχρι και κισσό είχε. Κάλυπτε τον βορεινό τοίχο της και άπλωνε τις κληματίδες του γύρω απ’ τα παράθυρα του, καλύπτοντάς τον μ’ ένα σκουρόχρωμο μανδύα από δροσερή πρασινάδα που έλαμπε σαν σμαραγδένιος κάτω απ’ το απαλό φως του απογευματινού ήλιου.
 Έμεινα να κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό, το ίδιο και οι γονείς μου που δεν πίστευαν στα μάτια τους…
-«Λοιπόν, πως σου φαίνεται;» Με ρώτησε ο κύριος Παντελίδης καθώς έβγαινε απ’ το μικροσκοπικό αυτοκίνητο του.  
Μιμήθηκα το παράδειγμά του χωρίς να βγάλω τσιμουδιά, τον βοήθησα να ξεκλειδώσει την καγκελόπορτα και να την ανοίξει διάπλατα. Στη συνέχεια ξαναμπήκαμε στ’ αμάξι και διασχίσαμε το χαλικόστρωτο δρομάκι που κατέληγε στην είσοδο της βίλας. 
Το εσωτερικό της ήταν ακόμα πιο όμορφο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Ήταν ένα κομμάτι της Ελλάδας του περασμένου αιώνα, μιας εποχής όπου οι γυναίκες της μεγαλοαστικής τάξης φορούσαν μακρυά φορέματα και όμορφα καπελάκια και περνούσαν τ’ απογεύματά τους πίνοντας αρωματικό τσάι και παίζοντας χαρτιά, σε δωμάτια με δαντελωτές κουρτίνες και με τη συντροφιά ευπόληπτων συζύγων και πατεράδων που φορούσαν ημίψηλα καπέλα και κομψά σακκάκια. 
Διασχίσαμε μια σειρά από ψηλοτάβανες και ευρύχωρες σάλες που απλωνόταν πλουμιστές και σιωπηλές μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, διακοσμημένες με έπιπλα-αντίκες και βελούδινες ταπισερί, με περσικά χαλιά, περίλαμπρους πολυελαίους και βάζα από Κινέζικη πορσελάνη και κρύσταλλο Βοημίας.
Καθώς περπατούσα πάνω σε μαρμάρινα πατώματα και κάτω από ζωγραφισμένα ταβάνια που απεικόνιζαν γαλάζιους ουρανούς και καλοθρεμμένα αγγελάκια, άκουγα τους γονείς μου να βγάζουν επιφωνήματα θαυμασμού. Παρατηρούσα τα πάντα σιωπηλή, κυριευμένη απ’ την παράξενη αίσθηση πως το υπέροχο εκείνο σπιτικό με καλοσώριζε, πως ανταποκρινόταν θετικά στην άφιξή μου.  
Κάποια στιγμή μπήκαμε σ’ ένα ευρύχωρο σαλόνι το οποίο ο κύριος Παντελίδης ονόμασε «δωμάτιο μουσικής». Εκεί έπαθα το μεγάλο σοκ. Φυσικό ήταν, αφού αντίκρυσα ένα ακριβές αντίγραφο της όμορφης σάλας που είχα δει στον ύπνο μου. 
Κοίταξα εμβρόντητη τις ψηλές μπαλκονόπορτες, άγγιξα τις βελούδινες κουρτίνες τους που μισο-έκρυβαν τον κατάφυτο κήπο, πάτησα πάνω στο περσικό χαλί που είχα δει να φωτίζεται απ’ το φως του φεγγαριού και τέλος, στάθηκα μπροστά στο μαρμάρινο τζάκι με τον οβάλ καθρέφτη. Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω στους όμορφους καναπέδες, στις πολυθρόνες και στα στρογγυλά τραπεζάκια από γυαλιστερό έβενο που καταλάμβαναν τις άκρες του σαλονιού και μετά εστιάστηκε πάνω στο πιάνο με την μακρυά ουρά και στην άρπα που στεκόταν κάτω απ’ τον κρυστάλλινο πολυέλαιο σαν κυματοειδές γλυπτό.  
Άφησα τους γονείς μου να φλυαρούν με τον κο Παντελίδη και πλησίασα τις μπαλκονόπορτες με τα διάφανα τζάμια που ήταν ολόδια μ’ αυτά που είχα ονειρευτεί. 
Το μαρμάρινο συντριβάνι σπνιθηροβολούσε σαν ένας πίδακας από χρυσόσκονη στο κέντρο του κήπου, περιτριγυρισμένο από ανθισμένες πρασιές και λουλουδιασμένους θάμνους. 
-«Θέλεις να ρίξουμε μια ματιά έξω;» άκουσα τον κύριο Παντελίδη να με ρωτάει. Σκίρτησα ξαφνιασμένη και ένευσα καταφατικά.
Εκείνος άνοιξε τα φύλλα της μπαλκονόπορτας, με το ίδιο ακριβώς τρόπο που τα είχα ανοίξει και εγώ στο χθεσινοβραδυνό όνειρο, και βγήκαμε όλοι μαζί στον κήπο. Ήταν υπέροχος, γεμάτος με λουλούδιασμένα και ευωδιαστά παρτέρια και πλακόστρωτα μονοπάτια που περικύκλωναν σαν αρχαιοελληνικός ρόδακας το μαρμάρινο συντριβάνι.  
Η καρδιά μου άρχισε να γοργοχτυπάει ανεξέλεγκτα. Όχι μόνο το συντριβάνι ήταν πανομοιότυπο μ’ αυτό που είχα ονειρευτεί, αλλά και το μαρμάρινο άγαλμα που λουζόταν απ’ τα νερά του ήταν μια ακριβέστατη απεικόνιση της κοπέλας που είχα δει να λούζεται στον ύπνο μου.
-«Δεν είναι ένα καταπληκτικό έργο τέχνης;» με ρώτησε ο κύριος Παντελίδης, «ο θείος σου το αγόρασε στη Φλωρεντία, σ’ έναν πλειστηριασμό. Είναι έργο ενός εξαιρετικά προικισμένου γλύπτη που τώρα δεν ζει πια. Όπως βλέπεις, πρόκειται για ένα κλασσικό κομμάτι του οποίου η τεχνοτροπία είναι ξεκάθαρα εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική....» γύρισα και τον κοίταξα και κάτι στο βλέμμα μου πρέπει να τον ανησύχησε πολύ. Ίσως να ήταν το πρόσωπό μου που είχε γίνει πιο άσπρο και απ’ το χαρτί.
Τον είδα ν’ απλώνει το χέρι του για να με στηρίξει:
-«Τι έπαθες παιδί μου;» με ρώτησε, «μήπως ζαλίστηκες; Είσαι καλά;»
-«Μάλλον πρέπει να καθίσω κάπου,» ψέλλισα σαν χαμένη και στη συνέχεια τον άφησα να με ακουμπίσει στο χείλος του συντριβανιού. Είδα με την άκρη των ματιών μου τους γονείς μου να με πλησιάζουν ανήσυχοι και τους ένιωσα να προσπαθούν να με συνεφέρουν με απαλά χτυπήματα στην πλάτη αλλά εγώ απέμεινα να κοιτάζω τό μαρμάρινο άγαλμα σαν χαμένη. 
Άκουσα από μια φαινομενικά πολύ μεγάλη απόσταση τον πατέρα μου να ρωτάει τον κύριο Παντελίδη που θα μπορούσε να βρει λίγο νερό, εκείνον να του δίνει οδηγίες για το πως να βρει την κουζίνα και μετά, τον είδα να μπαίνει βιαστικά στο σπίτι και να ξαναβγαίνει κουβαλώντας μια καρέκλα.
Με τη βοήθεια της μάνας μου, η οποία χοροπηδούσε γύρω μας τρομαγμένη φωνάζοντας «το παιδί το παιδί το παιδί, κάτι έχει το παιδί,» μ’ έβαλε να καθίσω στην καρέκλα. Μετά ξαναμφανίστηκε ο πατέρας μου κρατώντας ένα δεύτερο κάθισμα στο ένα του χέρι και ένα ποτήρι νερό στο άλλο.
Έκατσε απέναντί μου, μου έδωσε το νερό και μου είπε:
-«Τι συμβαίνει;»
Κάτι στο βλέμμα του, μια έκφραση που αποτελούσε ένα μείγμα έκπληξης αλλά και συγκαλυμένης καχυποψίας, μ’ έκανε να συνέλθω ακαριαία.
Με μια σχεδόν υπερφυσική διαύγεια, μάντεψα αμέσως τις σκέψεις που περνούσαν απ’ το μυαλό του: Όπως πάντα, φοβόταν μήπως είχα μείνει έγκυος, λες δεν ήμουν ικανή, εικοσι-ενός ετών γαιαδάρα, να προστατεύσω τον εαυτό μου από τέτοιες αναποδιές! Τινάχτηκα σαν να με είχε κεντρίσει αλογόμυγα, νιώθωντας βαθύτατα θιγμένη.
Ήπια το νερό, που ήταν αναπάντεχα δροσερό και αναζωογονητικό, πήρα μια βαθιά αναπνοή και του είπα κοιτάζοντας τον σταθερά στα μάτια:
-«Είμαι μια χαρά. Απλώς δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ γιατί είχα πολύ διάβασμα!»
-«Αχ το παιδάκι μου, το χρυσό μου, που λυώνει στα θρανία!» άρχισε να σχολιάζει η μάνα μου. Το αγριωπό βλέμμα που της έριξα την έκανε να σωπάσει, αλλά προτού συμβεί αυτό το ευτυχές γεγονός εισέπραξα και ένα θρηνητικό σχόλιο σχετικά με την απόφασή που είχα πάρει εδώ και κάτι χρόνια να γίνω χορτοφάγος, κάτι που κατά τη γνώμη της με οδηγούσε σε αργό και σίγουρο θάνατο. 
Ο κύριος Παντελίδης, ο οποίος με αξιοσημείωτη λεπτότητα έκανε πως δεν πρόσεξε εκείνο το τρυφερό οικογενειακό στιγμιότυπο, αποφάσισε να παρέμβει:
-«Ίσως θα έπρεπε να διακόψουμε την επίσκεψή μας και να ξαναρθούμε αύριο, που θα νιώθουμε όλοι μας καλύτερα! Τι λέτε;» 
-«Συμφωνώ! Αύριο μπορούμε να δούμε το υπόλοιπο σπίτι με την ησυχία μας!» δήλωσε ο πατέρας μου.
-«Θα μπορέσετε εσείς, εννοείς,» τον διέκοψα καθώς επανακτούσα τις δυνάμεις μου όλο και περισσότερο, «γιατί εγώ αποφάσισα να διανυκτερεύσω εδώ για απόψε. Θέλω να εξερευνήσω το σπίτι με την ησυχία μου, χωρίς να μπλέκεστε στα πόδια μου όλη την ώρα!»
-«Μα έχω ήδη καλέσει ραδιοταξί για να μην ταλαιπωρούμε και τον κύριο Παντελίδη!» μου απάντησε εκείνος, αλλά όταν σηκώθηκα όρθια για να τονίσω ακόμα περισσότερο την αποφασιστικότητά μου, κατάλαβε ότι μιλούσα σοβαρά. 
Ύστερα από μια σειρά έντονων διαπληκτισμών και πεισματάρικων αντιρρήσεων, πέρασε το δικό μου και οι γονείς μου αποχώρησαν με το ταξί που είχε έρθει στο μεταξύ και τους περίμενε. 
Έτσι βρέθηκα μόνη στον κήπο με τον δικηγόρο.  
Ένα φθινοπωρινό σούρουπο απλώθηκε γύρω μας. Ο ουρανός σκούρηνε, τα πρώτα αστέρια λαμπύρισαν αβέβαια, τα πέταλα των λουλουδιών μαζεύτηκαν και τα φύλλα των γύρω δέντρων κρεμάστηκαν άτονα, λες και ετοιμάζονταν να πέσουν για ύπνο. Το διακριτικό άρωμα κάποιου αθέατου νυχτολούλουδου γέμισε τη βραδυνή ατμόσφαιρα.  
Μέσα στο μισοσκότεινο απόβραδο, είδα τον Παντελίδη που είχε καθίσει στη δεύτερη καρέκλα, απέναντί μου, να με κοιτάζει υπολογιστικά: 
-«Του μοιάζεις λιγάκι,» είπε κάποια στιγμή, «έχετε το ίδιο βλέμμα. Διεισδυτικό και κατεργάρικο μαζί. Σίγουρα πάντως γεμάτο ζωτικότητα!»  
-«Μπορείτε να μου πείτε κάτι για το θείο μου;» τον παρακάλεσα, «Έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζατε αρκετά καλά!»
-«Υπήρξαμε φίλοι για αρκετά χρόνια,» μου εξήγησε ο ίδιος, «γιαυτό το λόγο άλλωστε μου εμπιστεύτηκε τη διαθήκη του καθώς και τα χρήματα που σου άφησε για τη συντήρηση της βίλας.»
-«Ναι, αλλά τι άνθρωπος ήταν πραγματικά;» θέλησα να μάθω, «Βλέπετε, δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να τον γνωρίσω. Τον είχα δει μια φορά όταν ήμουν μικρή, αλλά οι δικοί μου ποτέ δεν προσπάθησαν να έχουν πολλά πάρε-δώσε μαζί του. Ούτε και ίδιος με αυτούς βέβαια. Αργότερα, όταν έμαθαν ότι είχε γίνει πλούσιος, του έστειλαν κάποιες χριστουγεννιάτικες κάρτες και του έγραψαν μερικές φορές αλλά εκείνος δεν μας απάντησε ποτέ, και εδώ που τα λέμε, δεν είχε και πολύ άδικο!» πρόσθεσα με κάποια αμηχανία.
Ο κύριος Παντελίδης έσκυψε για μια στιγμή το κεφάλι του και αναστέναξε βαθιά. 
-«Ο Οδυσσέας ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος,» μου εξήγησε, «ένας από τους ελάχιστους χαρακτήρες που γνωρίζω, ο οποίος ενώ πέρασε δια πυρός και σιδήρου προκειμένου να επιβιώσει, όχι μόνο κατάφερε να μεγαλουργήσει, αλλά και να διατηρήσει στο ακέραιο την ηθική του αξιοπρέπεια. Ανήκε στην εξαιρετικά ολιγάριθμη κατηγορία εκείνων των ανθρώπων που ο πλούτος και η επιτυχία δεν κατάφεραν να ξεμυαλίσουν ούτε και να τους κάνουν κυνικούς. Ένιωθε μια καλοσύνη και μια έμφυτη αγάπη για όλους τους ανθρώπους.»
-«Τι εννοείτε;»  
-«Θα σου εξηγήσω,» μου απάντησε εκείνος. «Θυμάσαι όλους αυτούς που συνάντησες στο γραφείο μου την ημέρα που ανοίξαμε τη διαθήκη; Λοιπόν, όλοι αυτοί χρωστάνε τη ζωή τους στον Οδυσσέα. Τους βοήθησε σε στιγμές που νόμιζαν ότι ολόκληρος ο κόσμος κατέρρε γύρω τους. Αναγνώρισε τα ιδιαίτερα ταλέντα τους, τα σεβάστηκε και κατάφερε να δώσει νόημα στη ζωή τους. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να οχυρωθεί πίσω από κοινωνικές ή οικονομικές προκαταλήψεις. Είχε επίσης την παράξενη ικανότητα να κρίνει τους άλλους με μια ματιά και να μην πέφτει ποτέ έξω!»
-«Ελπίζω τουλάχιστον να μην ήταν μόνος του όταν πέθανε και να μην υπέφερε πολύ!» σχολίασα διστακτικά.
-«Όσο γιαυτό, πρέπει να σου πω ότι έφυγε περιτριγυρισμένος από στοργικούς άνθρώπους που τον αγαπούσαν πολύ και ζέσταναν με την παρουσία τους τις τελευταίες του ώρες. Ο θάνατός του ήταν γαλήνιος και ανώδυνος. Νομίζω ότι αυτή ήταν μια αρκετά δίκαιη ανταμοιβή για όλα τα καλά που είχε κάνει στη ζωή του.»
-«Να σας ρωτήσω και κάτι άλλο;» τον ρώτησα ύστερα από λίγο, αφού έμεινα σιωπηλή αναλογιζόμενη αυτά που μόλις μου είχε πει...
-«Ότι θές,» μ’ ενθάρρυνε εκείνος.
-«Γιατί άφησε το σπίτι σε μένα; Θέλω να πω, γιατί μου έδειξε μια τέτοια ιδιαίτερη προτίμηση;»
Ο κύριος Παντελίδης με κοίταξε αμίλητος, σαν να προσπαθούσε να διαλέξει με μεγάλη προσοχή τα λόγια που σκόπευε να ξεστομίσει: 
-«Εσένα πάντα σε αγαπούσε πολύ,» δήλωσε τελικά, «δεν ξέρω γιατί, αλλά σε είχε βαθιά μέσα στην καρδιά του. Είναι αλήθεια ότι σε είχε δει μόνο μια φορά, όταν ήσουν έξι χρονών. Θυμάμαι ότι είχε αγνοήσει την ψυχρή απροθυμία των γονιών σου και είχε απαιτήσει να σε δει!»
-«Μου έφερε και ένα δώρο,» δήλωσα με κάποια συγκίνηση καθώς οι αναμνήσεις από εκείνη τη συνάντηση αναδύονταν η μια μετά την άλλη στο μυαλό μου, «ήταν ένα βιβλίο με φωτογραφίες που έδειχναν τα ωραιότερα φυσικά μνημεία του κόσμου. Βουνά, τροπικά δάση, λίμνες, καταρράκτες και φαράγγια, τέτοια πράγματα! Το έχω ακόμα. Με είχαν συνεπάρει εκείνες οι φωτογραφίες! Μάλιστα, για χρόνια ολόκληρα ονειρευόμουν να γίνω και εγώ μια επαγγελματίας φωτογράφος, να επισκεφτώ όλα αυτά τα μέρη και να τα φωτογραφίσω!»
-«Και γιατί δεν προσπάθησες να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου;» με ρώτησε εκείνος. 
-«Τι να σας πω....» του απάντησα διστακτικά, «βασικά ο πατέρας μου αποφάσισε να με κάνει δικηγόρο. Ή θα σπουδάσεις αυτό ή τίποτα, έτσι μου είπε. Εξάλλου, οι φωτογράφοι δύσκολα κάνουν καριέρα ενώ μια δικηγόρος όλο και βολεύεται κάπου.»
Ο κος Σάββας με κοίταξε με κάποια θλίψη και απογοήτευση στο βλέμμα. Αυτό το γεγονός μ’ έκανε να προσθέσω:
-«Κοιτάξτε, ξέρω τι σκέφτεστε, ότι είμαι μια δειλή, αλλά να σας πω κάτι; Ποτέ δεν είχα γύρω μου ανθρώπους με τους οποίους να μπορώ να μιλήσω ανοιχτά για όλα όσα με απασχολούσαν. Υπήρξα μια ζωή μόνη και αυτό μπορεί να κάνει κάποιον πολύ φοβισμένο και ευάλωτο ξέρετε!»
Αυτά τα λόγια ήταν σαν να είχαν βγει μόνα τους απ’ το στόμα μου, αλλά στην πραγματικότητα αντιπροσώπευαν μιαν αλήθεια που πρώτη φορά στη ζωή μου έβρισκα το θάρρος να ομολογήσω. Ένιωσα τα μάτια μου να πλημμυρίζουν με δάκρυα και κοίταξα αλλού, την περα άκρη του κήπου που πλαισιώνονταν από ένα ψηλό τοίχο από γκρίζα πέτρα.
-«Να σας πω τι σκοπεύω να κάνω;» του είπε αφού κατάφερα να ξαναβρώ τον έλεγχο της αναπνοής μου, «όταν με το καλό πάρω το πτυχίο μου, την άδεια άσκησης επαγγέλματος και βρω και μια καλή δουλειά, Θ’ αφιερώσω όλο τον ελεύθερο χρόνο μου στη φωτογραφία. Έτσι θα πάρω το αίμα μου πίσω!»
-«Και είσαι διαθετειμένη να περιμένεις τόσο πολύ;» με ρώτησε αυτός.
-«Πρεπει να σας εξηγήσω κάτι,» του είπα, «ίσως να μην ξέρετε πως είναι να ζει κανείς σε μια κλειστή κοινωνία όπου οι πάντες περιμένουν συγκεκριμένα πράγματα από σένα και οι γονείς σου αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους για να σε καμαρώσουν μια μέρα με μια καλή δουλειά και με οικογένεια!»
-«Ναι, αλλά στην πορεία, σε υποχρεώνουν να σκοτώσεις τον εαυτό σου,» παρατήρησε εκείνος.
-«Δεν είμαστε όλοι Οδυσσέες,» μουρμούρισα μέσα από σφιγμένα χείλη, «δεν έχουμε όλοι το θάρρος να παρατήσουμε το σπίτι μας και ούτε έχουμε όλοι τις ικανότητες και τη δύναμη να πάμε στην άλλη άκρη του κόσμου και να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί!»
-«Σε καταλαβαίνω,» μου απάντησε ξαφνικά ο συνομιλητής μου. Η φωνή του ακούστηκε απαλή και ήρεμη, σχεδόν τρυφερή. «Και αυτό που μου λες πιστεύω ότι είναι πολύ σωστό. Ωστόσο, πάντα στη ζωή παρουσιάζεται μια δεύτερη ευκαιρία την οποία τώρα οφείλεις ν’ αδράξεις. Χάρη στον θείο σου έγινες οικονομικά ανεξάρτητη. Κληρονόμησες αυτό το υπέροχο σπίτι καθώς και ένα σεβαστό εισόδημα με το οποίο θα μπορέσεις να το συντηρήσεις και να ζήσεις άνετα για το υπόλοιπο της ζωής σου!»
-«Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να σας πω,» του είπα αφού σκούπισα τα μάτια μου με το μανίκι της μπλούζας που φορούσα. 
-«Σε ακούω,» μου είπε εκείνος.
-«Νομίζω ότι με τον θείο μου είχα ένα παράξενο δεσμό. Τη νύχτα που πέθανε τον είδα στον ύπνο μου να με αποχαιρετάει. Έτσι, χωρίς κανένα λόγο!»
-«Για πες μου...» με παρότρυνε ο γερο-δικηγόρος του οποίου το βλέμμα είχε ξαφνικά ζωηρέψει.
Του διηγήθηκα συνοπτικά το παράξενο όνειρο, το αρχαιοελληνικό περιστύλιο, τον αγρό με τα πράσινα σπαρτά που κυμάτιζαν στον άνεμο, τον ανοιξιάτικο ήλιο και την μορφή του Οδυσσέα που με αποχαιρετούσε χαμογελώντας μου χαρούμενος.
-«Και αυτό δεν είναι όλο,» πρόσθεσα όταν ολόκλήρωσα την αφήγησή μου, «είδα και κάτι άλλο χθες το βράδυ.» Και του μίλησα για τη σάλα που λουζόταν στο φεγγαρόφωτο και το συντριβάνι με την κοπέλα που αναλύθηκε σε μια μάζα νερού. 
Το φως που είχε φωλιάσει μέσα στα μάτια του γερο-Σάββα έλαμψε δυνατότερο. Μου δημιουργήθηκε η αλλόκοτη εντύπωση ότι χαιρόταν πολύ που άκουγε τις εξωφρενικές εκείνες διηγήσεις.
Στο μεταξύ ο κήπος είχε βυθιστεί στο σκοτάδι. Τα πουλιά που κρύβονταν στα γύρω δέντρα είχαν σταματήσει να κελαηδούν. Τα πολύχρωμα λουλούδια και οι θάμνοι του έχασαν το σχήμα τους και μεταμορφώθηκαν σε μαύρα αποτυπώματα μέσα στη νύχτα. Ο ουρανός είχε πάρει ένα βιολετί χρώμα που όσο πήγαινε και βάθαινε. Η λεπτή ευωδιά των νυχτολούλουδων έγινε πιο δυνατή και οι φυλλωσιές των δέντρων που φύτρωναν γύρω απ’ το σπίτι άρχισαν να θροίζουν απαλά, λες και μουρμούριζαν μεταξύ τους αρχαία μυστικά.
-«Μάλλον ήρθε η ώρα ν’ αφήσουμε τον κήπο στην ησυχία του, δεν συμφωνείς;» μου πρότεινε ο κύριος Παντελίδης.
Σηκώθηκα όρθια, πήρα από μια καρέκλα στο κάθε χέρι και τον ακολούθησα πίσω στο δωμάτιο μουσικής. Εκείνος πάτησε έναν ηλεκτρικό διακόπτη και η σάλα πλημμύρισε από το κίτρινο φως του κρυστάλλινου πολυελαίου που κρεμόταν απ΄το ταβάνι σαν παγωμένο πυροτέχνημα.
-«Το σπίτι έχει νερό,» μου είπε, «το κανόνισα σήμερα το πρωί,»
Η φωνή του αντιλάλησε παράξενα μέσα στο μεγάλο δωμάτιο. Πρόσεξα πάνω στο τζάκι μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία. Ηταν παλιά και τα χρώματά της είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν. Την πήρα στα χέρια μου και διέκρινα το πρόσωπο του Οδυσσέα ο οποίος καθόταν στον κήπο, μπροστά απ’ το συντριβάνι, σε μια πολυθρόνα. Έμοιαζε νέος και υγιής. Χαμογελούσε στο φακό περικυκλωμένος από τις αρκετά νεαρότερες εκδοχές των ανθρώπων που είχα συναντήσει στο γραφείο του Παντελίδη. Έμοιαζαν όλοι τους ιδιαίτερα ευτυχισμένοι, σαν μια όμορφη παρέα που μόλις είχε ολοκληρώσει μια ευχάριστη εκδρομή. 
Περιεργάστηκα τον μεγαλόσωμο μεσήλικα με τα τατουάζ που στη φωτογραφία ήταν ένας γεροδεμένος νεαρός με πυκνά σγουρά μαλλιά και ένα χαμόγελο όλο αυτοπεποίθηση. Είδα και τον γκριζομάλλη με τα δερμάτινα, σαφώς λεπτότερο, τα μαλλιά του μαύρα και μακρυά σαν τα φτερά ενός κορακιού. Η ξανθιά γυναίκα φαινόταν πολύ νέα, σχεδόν παιδούλα, ο κύριος με το μονόκλ και τη στολή του ταχυδακτυλουργού μου θύμισε μια κάπως παχουλή εκδοχή του Ντέιβιντ Κόππερφιλντ και η γριούλα με το μαύρο καπέλο και το βέλο ήταν μια υγιέαστατη και μάλλον κεφάτη κυρία εξήντα περίπου Μαϊων.  
Σήκωσα το βλέμμα μου από τη φωτογραφία και καθώς κοιτούσα και πάλι το δωμάτιο, μου φάνηκε πως είχε πλημμυρίσει από μια αλλόκοτη αίσθηση θαλπωρής, από ένα αόρατο σύννεφο στοργής και καλοσύνης που έρεε γύρω μου σαν αιθέριο ποτάμι. 
Και τότε μου κατέβηκε μια ιδέα:
-«Το εννοούσα όταν είπα προηγουμένως ότι θέλω να περάσω τη νύχτα εδώ πέρα,» είπα στον Παντελίδη, «πιστεύετε όμως ότι θα ήταν σωστό αν κοιμόμουν στο δωμάτιο που προτιμούσε ο θείος μου;»
Από το ύφος του κατάλαβα ότι τον είχα αιφνιδιάσει, αλλά όχι δυσάρεστα. 
-«Μα φυσικά και θα ήταν σωστό,» μου απάντησε, «εξάλλου, τυπικά και ουσιαστικά, το σπίτι σου ανήκει. Θα δεις ότι είναι πολύ άνετο και απόλυτα κατοικίσιμο. Άσε με όμως να σου δείξω και τις υπόλοιπες κρεβατοκάμαρες του σπιτιού γιατί μπορεί να δεις κάποια που θα σου αρέσει περισσότερο!»

---------------  

Μια ώρα αργότερα αποχαιρετούσα τον κύριο Παντελίδη στο μεγάλο σαλόνι του ισογείου. 
Για να τον πείσω να φύγει απ’ το σπίτι, αναγκάστηκα να του υποσχεθώ πως αν άλλαζα γνώμη κατά τη διάρκεια της νύχτας, θα τον έπαιρνα τηλέφωνο ότι ώρα και να ήταν για να’ ρθει να με πάρει με το αυτοκίνητό του.  
Στη συνέχεια, έκλεισα την εξώπορτα της βίλας, την διπλοκλείδωσα, απολαμβάνοντας τον ήχο του κλειδιού που περιστρεφόταν μέσα στη χάλκινη κλειδαριά της, ανέβηκα δυο-δυό τα σκαλοπάτια της μεγαλόπρεπης σκάλας που οδηγούσαν στον επάνω όροφο και ετοιμάστηκα να περάσω τη νύχτα στο υπνοδωμάτιο που είχα επιλέξει. 
Ήταν η «μπλε κρεβατοκάμαρα». Έτσι την είχε ονομάσει ο γερο-δικηγόρος. Το υπνοδωμάτιο του Οδυσσέα.
Φανταστείτε ένα ευρύχωρο ψηλοτάβανο και πανέμορφο δωμάτιο, αντάξιο ενός κακομαθημένου πρίγκηπα. 
Οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με μια πανέμορφη ταπετσαρία που απεικόνιζε χρυσά φύλλα και κλαδιά σε μπλε-ανοιχτό φόντο. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος που έμοιαζε με ανθισμένο λουλούδι κρεμόταν απ’ το κέντρο του ταβανιού το οποίο ήταν διακοσμημένο με περίτεχνα σχέδια από γαλαζωπό σμάλτο που είχαν την ίδια απόχρωση με την ταπετσαρία. Το κρεβάτι όπου θα κοιμόμουν ήταν πολύ φαρδύ και άνετο, φτιαγμένο από βερνικωμένο ξύλο καρυδιάς. Το σκίαζε ένας ουρανός από δαντελωτό τούλι. Είχε μεταξωτά στρωσίδια ενώ μια πλειάδα από αφράτα μαξιλάρια που σε προσκαλούσαν να ξαπλώσεις πάνω τους και να κοιμηθείς για καμιά δεκαετία τουλάχιστον, καταλάμβαναν το πάνω μέρος του. Έμοιαζε λιγάκι με πολυτελέστατη βάρκα, μ’ ένα παραμυθένιο πλεούμενο που έπλεε κάθε βράδυ στους ωκεανούς της νύχτας και ταξίδευε στις νήσους των ονείρων. 
Εκατέρωθεν του υπέροχου εκείνου κρεβατιού υπήρχαν δυο όμορφα κομοδίνα πάνω στα οποία στέκονταν κάτι εντυπωσιακά λαμπατέρ με καλύμματα από χρωματιστό γυαλί όπου κυριαρχούσε το μπλε και το χρυσό. Κουρτίνες από σκούρο μπλε βελούδο πλαισίωναν δυο στενές και ψηλές μπαλκονόπορτες που έβγαζαν σ’ ένα στενό μπαλκονάκι το οποίο στεφάνωναν σφυρήλατα κάγκελα που απεικόνιζαν στυλιαρισμένους γρύππες και μονόκερους.
Στα δεξιά του κρεβατιού υπήρχε μια μεγάλη ντουλάπα παλαιικού στύλ ενώ στ’ αριστερά του οι δύο μπαλκονόπορτες. Απέναντί του, δίπλα απ’ την πόρτα, αντίκρυσα μια μικρή βιβλιοθήκη και ένα γραφειάκι που ήταν τοποθετημένο διαγώνια προς αυτή.  
Τον διάκοσμο συμπλήρωναν καδραρισμένες γκραβούρες που απεικόνιζαν εξοχικά τοπία της παλιάς Αθήνας όπως ήταν προτού μεταμορφωθεί στο σημερινό υδροκέφαλο τέρας που αποκαλείται «πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.» Ένα χαλί με λευκά και γαλάζια αραβουργήματα απίστευτης περιπλοκότητας σκέπαζε το πάτωμα και τέλος, δύο καρέκλες σε στυλ λουί-κενζ με καλύματα από μπλε μετάξι, τοποθετημένες η μια μπροστά στο γραφείο και η άλλη δίπλα στη βιβλιοθήκη, ολοκλήρωναν την επίπλωση του υπνοδωμάτιου.
Ένα ήταν το σίγουρο: Ο μακαρίτης ο θείος μου ήταν ένας ορκισμένος λάτρης της πολυτέλειας, κάτι που εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, απολάμβανε την αμέριστη επιδοκιμασία μου!
Πέταξα τα παπούτσια μου σε μια γωνιά, κρέμασα το δερμάτινο μπουφάν μου σε μια από τις καρέκλες και περπάτησα ξυπόλητη μέχρι τη ντουλάπα. Οι πατούσες μου βυθίστηκαν ηδονικά στο παχύ χαλί. Άνοιξα τη ντουλάπα και αντίκρυσα μια πληθώρα από καλοραμμένα σακάκια παντελόνια και πουκάμισα που έμοιαζαν όλα φρεσκοσιδερωμενα και ανέδιδαν ένα διακριτικό άρωμα.
Αναγνώρισα αμέσως την όμορφη μυρωδιά που τύλιγε το θείο μου όταν με είχε πάρει στα γόνατά του τότε που ήμουν έξι ετών. Αυτό ήταν το άρωμα του, ένα μείγμα από γιασεμί και σανταλόξυλο. Τα ρουθούνια μου τρεμόπαιξαν νευρικά καθώς με πλημμύριζε ένα παράξενο συναίσθημα νοσταλγίας. Η μακρινή εκείνη ανάμνηση ξετυλίχτηκε στο μνημονικό μου με αφύσικη καθαρότητα, λες και ήταν μόλις χθες που φλυαρούσα μαζί του για ένα σωρό πράγματα και βύθιζα το βλέμμα μου στα γαλανά του μάτια. Θυμήθηκα την αίσθηση της μεταξωτής γραβάτας του ανάμεσα στα δάχτυλά μου και τον τρόπο που με κρατούσε στην αγκαλιά του, σαν να ήμουν ένα εύθραυστο και πολύτιμο τεχνούργημα που κινδύνευε να θρυμματιστεί με την πρώτη αδέξια κίνηση. 
Τι κρίμα που δεν μου είχε δωθεί η ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα όσο ήταν ακόμα ζωντανός!
Στο πίσω μέρος της δεξιάς πόρτας της ντουλάπας ήταν στημένος ένας ολόσωμος καθρέφτης. Μέσα απ΄τα γυάλινα βάθη του με περιεργαζόταν επιφυλακτικά το λιπόσαρκο είδωλό μου. Κοίταξα τα ρούχα που φορούσα, τεχνηέντως πρόχειρα και αταίριαστα μεταξύ τους όπως προστάζει η τρέχουσα μόδα, τ’ αχτένιστα μαλλιά και τη μαύρη σκιά που είχα απλώσει γύρω απ’ τα μάτια μου και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι έμοιαζα εντελώς ξεκάρφωτη μεσα σ’ αυτό το καλόγουστα διακοσμημένο δωμάτιο που ανέδιδε μια αίσθηση φινέτσας και εξεζητημένης πολυτέλειας άλλων εποχών. Το είχα κληρονομήσει ωστόσο, μου ανήκε, μαζί με οτιδήποτε άλλο βρισκόταν σ’ αυτό το απίθανο σπίτι. 
Έκλεισα τη ντουλάπα με μια αποφασιστική κίνηση και αποφάσισα να ρίξω μια ματιά και στη βιβλιοθήκη.
Τα περισσότερα από τα βιβλία που γέμιζαν τα ράφια της ήταν δοκίμια και μελέτες πάνω στα κείμενα του Εμπεδοκλή, του Ξενοφάνη, του Ηράκλειτου και του Πορφύριου. Ανακάλυψα τις «Εννεάδες» του Πρόκλου και το βιβλίο ενός άλλου σοφού της Ελληνιστικής εποχής, του Ιάμβλιχου, με τον τίτλο «Περι θεουργίας». Υπήρχαν επίσης χρυσοποίκιλτοι τόμοι με ποίηση της Σαπφούς και του Ανακρέοντα, με τους Ορφικούς ύμνους καθώς και με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου. 
Η επιφάνεια του γραφείου ήταν εντελώς άδεια ενώ τα συρτάρια του αρνήθηκαν πεισματικά ν΄ανοίξουν, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα να τα τραβήξω. 
Κάποια στιγμή κουράστηκα να παλεύω με το γραφείο. Έσβησα το φως, έτρεξα μέχρι το κρεβάτι και έπεσα πάνω του ανάσκελα, μ’ ένα μεγάλο σάλτο που το έκανε να τρίξει διαπεραστικά. Φόρεσα τ’ ακουστικά του mp3 μου, διάλεξα ένα κομμάτι των iron-maiden και βυθισμένη στο σκοτάδι άρχισα ν’ ακούω το αγαπημένο μου συγκρότημα παίρνοντας βαθιές εισπνοές και νιώθοντας πολύ-πολύ ευχαριστημένη απ’ την αναπάντεχη τροπή που είχε πάρει η ζωή μου από τη μια μέρα στην άλλη.
Το κρεβάτι ήταν αναπαυτικότατο και απαλό, τόσο άνετο που θα΄λεγε κανείς πως ξάπλωνα πάνω σ’ ένα στρώμα συμπαγούς αέρα. Μια ήρεμη θαλπωρή απλώθηκε σιγά-σιγά σ’ όλα τα κύτταρα του σώματός μου ενώ άρχισα να κυριεύομαι όλο και περισσότερο από μια γλυκιά κούραση, από μια παραλυτική νάρκη που έμοιαζε με απαλό μούδιασμα. 
Κάποια στιγμή έκλεισα τα μάτια μου και βυθίστηκα σ’ έναν βαθύ και πολύ όμορφο ύπνο.

------------

Ξύπνησα μ’ ένα τίναγμα, λες και κάποιος με είχε σκουντήξει. Ανασήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα ολόγυρα, αλλά το μόνο που αντίκρυσα ήταν η κρεβατοκάμαρα που απλωνόταν γύρω μου βουτηγμένη σ’ ένα μεταμεσονύκτιο σκοτάδι. 
Απ’ τις μπαλκονόπορτες, τις κουρτίνες των οποίων είχα αφήσει επίτηδες μισάνοιχτες, έμπαιναν λεπτές δέσμες ασημένιου φεγγαρόφωτου που έπεφταν λοξά πάνω στο χαλί και άπλωναν επάνω του τετράγωνα κομμάτια λευκού φωτός. 
Έμεινα ακίνητη. Με κυρίευσε μια παράξενη αίσθηση, η βεβαιότητα ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί. Ένιωσα την ατμόσφαιρα του δωμάτιου να φορτιζεται σιγά-σιγά, να πλημμυρίζει από μια ακαθόριστη αίσθηση αναμονής που όσο πήγαινε και δυνάμωνε. 
Τέντωσα τ’ αυτιά μου περιμένοντας ν΄ακούσω κάτι ασυνήθιστο, οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε την παράξενη βεβαιότητα που ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.  
Κι όμως η σιγαλιά της νύχτας που γέμιζε το ευρύχωρο υπνοδωμάτιο διακόπτωνταν μονάχα απ’ το θλιμμένο σκούξιμο κάποιου μοναχικού πουλιού ή απ’ το μακρινό και πνιγμένο βουητό που έβγαινε απ’ τις μηχανές των περαστικών αυτοκινήτων που διέσχιζαν τους μακρινούς δρόμους της Κηφισιάς. ΄Ηταν μια σιωπή πολύ ασυνήθιστη για μένα, εξοικειωμένη καθώς ήμουν με την ασταμάτητη ηχορρύπανση που βομβάρδιζε μέρα και νύχτα το φοιτητικό μου δυάρι με τα παράθυρα που έβλεπαν σε μια πολυάσχολη λεωφόρο. 
Έκλεισα και πάλι τα μάτια μου και ετοιμάστηκα να ξανακοιμηθώ, όπως ήμουν, απλωμένη πάνω στο κρεβάτι, ντυμένη ακόμα και με τ’ ακουστικά του mp3 στ΄αυτιά.
Εκείνη τη στιγμή, η σιωπή που γέμιζε το υπνοδωμάτιο ράγισε από ένα διακριτικό τρίξιμο.
Ξανάνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα επιφυλακτικά προς την κατεύθυνση της ντουλάπας που διαγραφόταν σαν τετράγωνος μεγάλιθος μέσα στο σκοτάδι. 
Το τρίξιμο είχε προέλθει από εκεί.
Είδα τα φύλλα της ν’ ανοίγουν σιγά-σιγά και τον μακρόστενο καθρέφτη της ν’ αστράφει θαμπά μέσα στη νύχτα. 
Έτοιμάστηκα να σηκωθώ και να την ξανακλείσω μια και τυχαίνει ν’ ανήκω στην αρκετά πολυπληθή κατηγορία των νευρωτικών εκείνων των ανθρώπων που δεν μπορούν με τίποτα να κοιμηθούν σ’ ένα δωμάτιο όπου υπάρχει ανοιχτή ή μισάνοιχτη ντουλάπα.
Και τότε κοκκάλωσα. 
Τα φύλλα της ντουλάπας άνοιγαν υπερβολικά αργά και ταυτόχρονα. Υπήρχε μια αίσθηση σκοπιμότητας σ΄αυτή την κίνηση. Επιπλέον, μια καινούργια μυρωδιά γέμιζε σιγά-σιγά το δωμάτιο. 
Τα ρουθούνια μου τρεμόπαιξαν νευρικά. Ήταν μια μυρωδιά κολώνιας, το άρωμα που φορούσε ο νεκρός θείος μου. Δυνάμωνε όλο και περισσότερο.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, έδωσα θερμά συγχαρητήρια στον εαυτό μου για την απόφαση που είχα πάρει να παραμείνω ακίνητη καθώς κάτι το εντελώς απίστευτο και εξωφρενικό άρχισε να συμβαίνει: 
Η επιφάνεια του καθρέφτη τρεμόπαιξε, κυμάτισε και φωτίστηκε από μια εσωτερική λάμψη. Το υπνοδωμάτιο γέμισε με χρυσωπές φωτοσκιάσεις που χόρευαν ρυθμικά. Θα’ λεγε κανείς πως ο γυάλινος καθρέφτης είχε αλλάξει σύσταση και είχε μεταμορφωθεί στην υγρή επιφάνεια μιας λίμνης που αντανακλούσε το φως ενός μεσημεριάτικου ήλιου. 
Και μετά, μέσα απ’ τη λαμπερή πλέον επιφάνεια του καθρέφτη, εμφανίστηκε ένα ανθρώπινο χέρι. 
Έπνιξα μια κραυγή τρόμου.
Αρχικά πρόβαλλαν κάτι μακρυά και περιποιημένα δάχτυλα με όμορφα κομμένα νύχια που ψηλάφησαν επιφυλακτικά το πλαίσιο του υγροποιημένου καθρέφτη, στη συνέχεια έκανε την εμφάνισή του ένα μανίκι και μετά ακολούθησε ένα ολόκληρο χέρι. Ύστερα, ένας άνθρωπος δρασκέλισε το πλαίσιο της ντουλάπας και πάτησε πάνω στο χαλί. 
Το μόνο πράγμα που με συγκράτησε απ’ το να πεταχτώ όρθια και να το βάλω στα πόδια, ήταν ο καθηλωτικός τρόμος που με είχε κυριεύσει. Ένιωθα σαν παράλυτη.  
Στο μεταξύ ο καθρέφτης σταμάτησε να λαμπυρίζει και το δωμάτιο βυθίστηκε για μια ακόμα φορά στο σκοτάδι. 
Παρέμεινα ακίνητη, με τα μάτια μου μισόκλειστα και τις αισθήσεις μου σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού. 
Ο απρόσκλητος επισκέπτης στάθηκε στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας, κοίταξε γύρω του διερευνητικά και έστρεψε το βλέμμα του επάνω μου. Έκανε ένα βήμα προς το κρεβάτι και κάτω απ’ το χλωμό φως του φεγγαριού που γλύστρούσε μέσα απ’ τις μπαλκονόπορτες, αναγνώρισα το πρόσωπο που είχα δει στη φωτογραφία του σαλονιού, πάνω στο τζάκι. Ήταν ο θείος μου αυτοπροσώπως, ο μακαρίτης ο Οδυσσέας, υγιέστατος και νέος, όπως τότε που πόζαρε με την παρέα του μπροστά απ’ το συντριβάνι του κήπου. Φορούσε ένα σκούρο μπλε κοστούμι που έμοιαζε να είχε μόλις βγει απ’ το καθαριστήριο, κόκκινη γραβάτα και λευκό πουκάμισο! 
Εκείνη τη στιγμή, και φωτιά να ‘παιρνε το κρεβάτι δεν θα κουνιόμουν ρούπι! Ένιωθα τόσο φοβισμένη και κατάπληκτη που δεν τολμούσα ούτε τα βλέφαρά μου να παίξω. 
Είδα την απίστευτη εκείνη οπτασία να πλησιάζει το κρεβάτι και να σκύβει πάνω απ’ το προσκεφάλι μου. Τα παπούτσια του, φρεσκογυαλισμένα και σε άριστη κατάσταση, έτριξαν απαλά καθώς πατούσαν πάνω στο χαλί ενώ η αναπνοή του έβγαινε απαλή και ρυθμική μέσα απ’ το στόμα του. 
Το άρωμα, η κολώνια που φορούσε, δυνάμωσε ακόμα περισσότερο. 
Για φάντασμα έμοιαζε υπερβολικά ζωντανός πάντως. Το πρόσωπό του πλησίασε το δικό μου και τα μάτια του, που έλαμπαν σαν τα θραύσματα ενός γαλαζωπού παγόβουνου μέσα στο σκοτάδι, καρφώθηκαν πάνω στα δικά μου εξεταστικά. 
Είδα τα φρύδια του να σμίγουν και σκέφτηκα ότι η εικόνα που θα πρέπει να παρουσίαζα ξαπλωμένη φαρδυά-πλατιά σαν γιγαντιαίος αστερίας, ντυμένη στα μαύρα και με μαλλί σε στυλ ξεμαλλιασμένης χήρας, θα πρέπει να του φαινόταν επιεικώς ανεκδιήγητη. 
Είμαι φαν του πρόχειρου ντυσίματος, με έντονες gothic επηρροές, πράγμα που σημαίνει ότι με τα μαλλιά μου απλωμένα πάνω στο μαξιλάρι και το πρόσωπό μου βαμμένο με έντονο αιλάινερ σκιές και σκούρο κραγιόν, θα πρέπει να έμοιαζα πολύ με σκιάχτρο βγαλμένο απ’ τις ταινίες του Tim Burton, κάτι σαν την υπναρού μικρανηψιά του ψαλιδοχέρη!
Ο φασματικός θείος μου αντίθετα, που έσκυβε πάνω απ’ το κεφάλι μου με μια έκφραση ευγενικής απορίας απλωμένη πάνω στα χαρακτηριστικά του, ήταν ένας πολύ όμορφος άντρας: 
Είχε ένα προσωπο εντελώς Απολλώνειο, με αρμονικά χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε Ελληνικά αγάλματα της αρχαιότητας. Ήταν πιο ψηλός απ’ το μέσο όρο, με κανονικό βάρος και καλοσχηματισμένος ενώ τα μαλλιά του ήταν ξανθά, κοντοκουρεμένα και καλοχτενισμένα και λαμπύριζαν απαλά στο φως του φεγγαριού.  
Η έκφραση του προσώπου του έγινε ανεξιχνίαστη ξαφνικά, σκεπτική αλλά και γαλήνια ταυτόχρονα.
Στη συνέχεια έκανε κάτι που με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη: 
Στάθηκε όρθιος και πάλι, περπάτησε πίσω μέχρι τη ντουλάπα, έβγαλε απ’ το εσωτερικό της μια κουβέρτα και την άπλωσε πάνω μου, σκεπάζοντάς με μέχρι το πηγούνι. Το χέρι του χάιδεψε τα μαλλιά μου στοργικά και απαλά σαν την αναπνοή ενός νεογέννητου. Ένιωσα το βάρος της κουβέρτας να πέφτει πάνω μου σαν προστατευτικός μανδύας αλλά ούτε και τότε τόλμησα να σαλέψω. 
Μετά τον είδα να κάθεται μπροστά απ’ το μικρό γραφείο στη γωνία, δίπλα στη μπαλκονόπορτα. Άκουσα την καρέκλα να στενάζει απαλά κάτω απ’ το βάρος του και μετά, ένα κλειδί να γυρίζει αργά μέσα στην κλειδαρότρυπα κάποιου συρταριού. 
Τράβηξε προς τα έξω το πάνω-πάνω συρτάρι, έβγαλε από μέσα του ένα μικρό βιβλίο, τοποθέτησε ανάμεσα στις σελίδες του ένα γράμμα που ανέσυρε απ’ την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και στη συνέχεια έβαλε το βιβλίο πίσω στο συρτάρι. Έπειτα ξανακλείδωσε το γραφείο, σηκώθηκε όρθιος, πλησίασε τη βιβλιοθήκη, έβγαλε έναν δερματόδετο τόμο απ’ τη θέση του, ακούμπισε το κλειδί στο κενό που δημιουργήθηκε και άφησε τον τόμο πάνω στο γραφείο. 
Όταν ολοκλήρωσε και αυτό το έργο, απομακρύνθηκε απ’ τη βιβλιοθήκη και πλησίασε την ορθάνοιχτη ντουλάπα. Στάθηκε μπροστά της, μου έριξε ένα πλάγιο και κάπως συνομωτικό βλέμμα και μετά μπήκε και πάλι μέσα στον καθρέφτη, εντελώς αβίαστα, λες και δρασκέλιζε το κατώφλι μιας μικρής πόρτας. 
Και εξαφανίστηκε.
Τινάχτηκα σαν να μου είχαν κάνει ηλεκτροσόκ. Πέταξα από πάνω μου την κουβέρτα και πλησίασα τον καθρέφτη περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου σαν φοβισμένη γάτα. Ανακάλυψα ότι η επιφάνειά του είχε ξαναγίνει λεία και σκληρή ενώ η παράξενη ένταση που βάραινε την ατμόσφαιρα της κρεβατοκάμαρας είχε ξεθυμάνει εντελώς. Το μόνο που είχε απομείνει απ’ την εμφάνιση του φαντάσματος, γιατί εξακολουθούσα να πιστεύω ότι αυτό που είχα δει ήταν ένα φάντασμα, ήταν η λεπτή μυρωδιά της κολώνιας που φορούσε. 
Έκλεισα για καλό και για κακό τις πόρτες της ντουλάπας και πλησίασα το γραφείο. 
Και τότε έζησα τη δεύτερη μεγάλη έκπληξη της βραδυάς:
Καθώς περνούσα μπροστά απ’ τις μπαλκονόπορτες έπιασα μια κίνηση με την άκρη του ματιού μου. Κρυφοκοίταξα ανάμεσα απ’ τις κουρτίνες τους τον κήπο που απλωνόταν πέρα απ’ τα στριφτά κάγκελα του μικρού μπαλκονιού και αντίκρυσα το εξής καταπληκτικό θέαμα:
Ο κήπος είχε αλλάξει. Είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα ανθοστόλιστο λιβάδι. Στο σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται το μαρμάρινο συντριβάνι με το άγαλμα της κοπέλας που λουζόταν στα γάργαρα νερά του, υψωνόταν ένας βωμός ο οποίος περικλειόταν απ’ το όμορφο περιστύλιο με τους κίονες και τα ιωνικά κιονόκρανα που είχα δει στον ύπνο μου την βραδυά που είχε πεθάνει ο Οδυσσέας. 
Ανάμεσα στους κίονες χόρευε μια ομάδα από λευκοντυμένες και πανέμορφες κοπέλες που είχαν μακρυά και λαμπερά μαλλιά και υπέροχα πρόσωπα.
Οι κινήσεις τους ήταν εκπληκτικά όμορφες και αρμονικές, σχεδόν αέρινες. Έμοιαζαν να αψηφούν το νόμο της βαρύτητας. Το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν ότι κανένας ήχος δεν έφτανε στ’ αυτιά μου, μονάχα το μελαγχολικό σκούξιμο ενός γκιόνη και το σβησμένο βουητό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων.  
Ένιωθα λες και παρακολουθούσα την προβολή μιας ταινίας του βουβού κινηματογράφου ενώ πιο μακρυά, πέρα απ’ τα όρια του κήπου, εκεί όπου κανονικά θα ‘πρεπε να βρίσκονται οι στέγες των γύρω σπιτιών και οι σοβαντισμένοι όγκοι από τις μεζονέτες και τα σπίτια νεόπλουτων που είχαν χτίσει στη γύρω περιοχή, υπήρχαν δασωμένα βουνά και αγροί, πυκνά δάση και ποτάμια. 
Και ύστερα όλα σκοτείνιασαν.

-----------------


Ξύπνησα οριζοντιομένη πάνω στο τεράστιο κρεβάτι με τα μεταξωτά σεντόνια και τον ουρανό που κρεμόταν από πάνω μου σαν μισοδιάφανο αντίσκηνο. Φορούσα ακόμα τα ρούχα μου, τ’ ακουστικά του mp3 τσιτσίριζαν στ’ αυτιά μου και η κουβέρτα με σκέπαζε ακόμα μέχρι το πηγούνι. 
Απομάκρυνα από πάνω μου την κουβέρτα με πολύ απαλές και προσεκτικές κινήσεις, λες και φοβούμουν μήπως γυρίσει και με δαγκώσει. Ανακάθισα στο κρεβάτι και έριξα μια πολύ αργή και προσεκτική ματιά στο γαλάζιο υπνοδωμάτιο:
Το φως του πρωινού ήλιου έμπαινε απ’ τα πορτοπαράθυρα πλούσιο και θριαμβευτικό, σαν λαμπερός καταρράκτης. Το κελαηδητό των πουλιών πλημμύριζε τον αέρα. Η ντουλάπα ήταν κλειστή, η βιβλιοθήκη και το γραφείο απείραχτα και όλα έμοιαζαν φυσιολογικά και ακίνδυνα. Εκτός απ’ την κουβέρτα, που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στο κρεβάτι μου αλλά μέσα στη ντουλάπα. Σηκώθηκα όρθια, πλησίασα τις μπαλκονόπορτες και κοίταξα κάτω, τον κήπο με το συντριβάνι, τα λουλούδια, τα δέντρα και τις πρασιές που άστραφταν στο φως, στολισμένες ακόμα με τις δροσοσταλίδες της πρωινής δροσιάς. 
Το περιστύλιο και οι κοπέλες που χόρευαν γύρω του είχε γίνει άφαντο. 
Αποφάσισα να ρίξω μια ματιά και στη βιβλιοθήκη. Έβγαλα απ’ τη θέση του τον δερματόδετο τόμο που είχε μετακινήσει ο θείος μου το προηγούμενο βράδυ και έριξα μια ματιά στο κενό που άφησε στη θέση του. 
Και τότε η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο: 
Πίσω απ’ το βιβλίο, κρεμασμένο από ένα μικρό άγκιστρο, βρισκόταν ένα κλειδί. Το πήρα με χέρια που έτρεμαν και ξεκλείδωσα το γραφείο. Στο πάνω-πάνω συρτάρι του υπήρχε ένα βιβλίο. Το άνοιξα, έβγαλα την επιστολή που τον είχα δει να βάζει εκεί μέσα, έκατσα στην αναπαυτική καρέκλα, ακούμπισα την επιστολή πάνω στο γραφείο και άρχισα να διαβάζω τα συμμετρικά και καλογραμμένα γράμματα που γέμιζαν τη σελίδα που απλώθηκε μπροστά μου:


Πέρθ, 14.08.07,


«Αγαπημένη μου ανηψιά,
 Εάν διαβάζεις αυτό το κείμενο, σημαίνει ότι έχω εγκαταλείψει αυτό τον κόσμο και εσύ έχεις περάσει την πρώτη σου νύχτα στο αρχοντικό της Νιόβης. Σημαίνει επίσης ότι έχεις ήδη αντιμετωπίσει κάποιες καταστάσεις που δεν συμβαδίζουν με τον τρόπο με τον οποίο έχεις διδαχτεί να ερμηνεύεις την πραγματικότητα και ότι αυτή τη στιγμή προσπαθεις να καταλάβεις τι ακριβώς σου συμβαίνει. Λοιπόν, μπορείς να ηρεμήσεις. Ούτε έχεις τρελαθεί, ούτε βρίσκεσαι αντιμέτωπη με κακόβουλες υπερφυσικές δυνάμεις. Το κείμενο που ακολουθεί θα σε βοηθήσει να κατανοήσεις τη φύση των δυνάμεων που ήδη σ’ έχουν αγγίξει καθώς και τα καθήκοντα που καλείσαι να εκτελέσεις σε περίπτωση που δεχτείς να συνεργαστείς μαζί τους.»  

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Το σήκωσα και απάντησα μ’ ένα εριστικό «Ναι!»
Ήταν η μητέρα μου η οποία με ρωτούσε γεμάτη αγωνία αν ήμουν καλά και αν χρειαζόμουν τίποτα, ολομόναχη καθώς ήμουν μέσα σ’ εκείνο το τεράστιο και σιωπηλό σπίτι. Της απάντησα ότι ένιωθα υπέροχα και ότι ποτέ δεν είχα κοιμηθεί πιο καλά στη ζωή μου (ένα ξεδιάντροπο αλλά απόλυτα αναγκαίο ψέμα όπως καταλαβαίνετε). Στη συνέχεια μου ανακοίνωσε ότι αυτή και ο πατέρας μου θα έφευγαν σήμερα απ’ το σπίτι, το φοιτητικό δυάρι που σας έχω ήδη αναφέρει, γιατί έπρεπε να προλάβουν το καράβι για την Ιθάκη. Η πίεση της θείας μου της Κλυταιμνήστρας, η οποία εδώ και κάτι χρόνια ακολουθούσε πιστά τις φάσεις της Πανσέληνου, είχε ανέβει πολύ για άλλη μια φορά, οπότε είχαν αποφασίσει να γυρίσουν πίσω και να τη συνδράμουν. Όσο για τη δεύτερη επίσκεψη που σχεδίαζαν να κάνουν στο αρχοντίκο, θα έπρεπε να αναβληθεί για αργότερα. 
Της ευχήθηκα καλό ταξίδι, της ζήτησα να διαβιβάσει τις ευχές μου για γρήγορα περαστικά στην φεγγαροχτυπημένη θεία Κλυταιμνήστρα, εκείνη μ’ ενημέρωσε ότι είχε μαγειρέψει τρία φαγητά τα οποία βρισκόταν μέσα στο ψυγείο μου και στη συνέχεια μου διαβίβασε και τα χαιρετίσματα του αγαπημένου μου πατέρα. Αφού γλυκοφιληθήκαμε τηλεφωνικά, έκλεισα το κινητό μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο διάβασμα του υπόλοιπου γράμματος:

«Πρέπει να ξέρεις ότι θα έρθει κάποια στιγμή, κατά πάσα πιθανότητα όταν φτάσεις με το καλό στη μέση ηλικία, όπου θα βρεθείς αντιμέτωπη με μια πολύ δύσκολη ώρα. Θα νιώσεις ότι βρισκεσαι σ’ ένα σταυροδρόμι ,ή μάλλον, για να το θέσω καλύτερα, ότι έχεις φτάσει στην κορφή ενός βουνού όπου για μια και μοναδική στιγμή θα μπορείς ν’ ατενίσεις το ανηφορικό μονοπάτι που ακολούθησες μέχρι να φτάσεις εδώ πάνω και το δρόμο που σε περιμένει όταν θ’ αρχίσεις να κατεβαίνεις την απέναντι μεριά του. Και τότε θα υποχρεωθείς να κρίνεις τον εαυτό σου αμερόληπτα, ν΄αξιολογήσεις όλα τα επιτεύγματά σου, να θυμηθείς όλες τις ευκαιρίες που άφησες ανεκμετάλλευτες και να καταλάβεις σε ποιό βαθμό στάθηκες ελικρινής με τον εαυτό σου και πόσο κυνήγησες ή εγκατέλειψες τα όνειρά σου. Και θα καταλάβεις τότε ότι δεν υπάρχει γυρισμός, ότι όλες σου οι πράξεις είναι αμετάκλητες και πως από’ δω και εμπρός, καθώς οι φωτιές της νιότης θ’ αρχίσουν να σβήνουν και το σώμα σου ν’ αλλάζει σιγά-σιγά, θα πρέπει να αντιμετωπίσεις την αργά εξελισσόμενη παρακμή των γηρατειών, την άνυδρη κάθοδο που οδηγεί στα σκοτεινά νερά της λήθης.
Η κρίσιμη εκείνη στιγμή μου άφησε μια πικρή γέυση στο στόμα.
Κι όμως, ανήκω στην ολιγάριθμη κατηγορία των ανθρώπων που πέτυχαν όλα όσα επιθύμησαν στη ζωή τους και κατάφεραν να συσσωρεύσουν γύρω τους τεράστιο υλικό πλούτο και δύναμη.
Έχω κάθε λόγο να νιώθω περήφανος. Κατάφερα να επιβιώσω, αν και εγκατέλειψα την οικογένεια και το πατρογονικό μου σπίτι όταν ήμουν μόλις δεκαέξι ετών. Αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το κάνω, αν ήθελα να μπορώ να κοιτάζω τον εαυτό μου στα μάτια κάθε πρώι στον καθρέφτη και να μη νιώθω ντροπή. Αν συμβιβαζόμουν με τις προσδοκίες του οικογενειακού μου περιβάλλοντος θα συνέχιζα να ζω ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους της πατρογονικής εστίας σαν ένας άνθρωπος ακρωτηριασμένος. Θα περνούσα ολόκληρη τη ζωή μου μέσα στην ψευτιά και την υποκρισία και κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θα παρέσυρα κι άλλους μέσα στο προσωπικό μου σκοτάδι. Θα γινόμουν ένας τυραννικός σύζυγος και ένας αδιάφορος πατέρας που θα μεγάλωνε δυστυχισμένα και πικρόχολα παιδιά. 
Ξέφυγα απ’ αυτή τη θανάσιμη απειλη επιλέγοντας την εξορία, το λυτρωτικό άλμα προς το άγνωστο. Εγκατέλειψα το σπίτι μου με εκατό δραχμές στην τσέπη, με μια βαλίτσα που περιείχε τα απολύτως απαραίτητα και μ’ ένα κεφάλι γεμάτο όνειρα και μεγάλες προσδοκίες.
Τώρα, καθώς βλέπω τη ζωή μου αναδρομικά, μπορώ να πω ότι το πεπρωμένο στάθηκε ευγενικό μαζί μου: Μου πρόσφερε αμέτρητες ευκαιρίες, τη δυνατότητα να εξελιχθώ και ν’ αναπτύξω τις προσωπικές μου δυνάμεις ανεμπόδιστα. 
Είδα και έκανα πολλά, κατάφερα να γινω πολύ πλούσιος, ταξίδεψα σ’ ένα μεγάλο μέρος του κόσμου και απόλαυσα το θαυμασμό και την αγάπη πολλών αξιόλογων ανθρώπων.
Ωστόσο, ύστερα από ένα τέτοιο πολύχρονο και περιπετειώδες ταξίδι, τι ήταν αυτό που μου είχε απομείνει τελικά; Απ’ όλα αυτά τα κατορθώματα και τις επιτυχίες, τι έχει πραγματική αξία; Τι με κάνει να νιώθω περήφανος για τον εαυτό μου τώρα που η ζωή μου πλησιάζει προς τη δύση της;
Λοιπόν, θα σου απαντήσω:
Κάποιες μικρές πράξεις καλοσύνης, οι προσπάθειες που κατέβαλα ν’ ανταποδώσω στη μοίρα την εύνοια που μου έδειξε. 
Πιστεύω ότι κατάφερα να βοηθήσω ανθρώπους αξιόλογους, διαφορετικούς και γιαυτό απορριπτέους όπως ήμουν κάποτε και εγώ, αλλά που δεν είχαν χάσει την αθωότητά και την αγάπη τους για τη ζωή. Αναφέρομαι στην ομάδα των εκκεντρικών κληρονόμων μου που φαντάζομαι ότι ήδη έχεις συναντήσει και που έχουν δώσει ιερό όρκο να σε προστατεύουν, εσένα και το σπίτι που σου κληροδότησα. 
Καταλαβαίνω πως έχοντας διαβάσει όλα τα παραπάνω, στο μυαλό σου θα πρέπει να στριφογυρίζουν αναρίθμητες ερωτήσεις. Σου ζητώ συγγνώμη για την ασάφεια αυτού του γράμματος, αλλά μην ξεχνάς πως είμαι ένας πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος το μυαλό του οποίου δεν δουλεύει πια τόσο καλά.
Θα προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής:  
Όπως ανέφερα προηγουμένως, βαθιά μέσα μου ένιωθα ανικανοποίητος. Είχα ρουφήξει κυριολεκτικά τη ζωή, είχα βιώσει τις φωτεινές και τις σκοτεινές της πλευρές, αλλά εξακολουθούσα να νιώθω άδειος εσωτερικά. Ένιωθα εγκλωβισμένος μέσα στην προοπτική μιας βαρετής και απόλυτα προβλέψιμης μέσης ηλικίας που θα έδινε τη θέση της στα θλιβερά γηρατειά. 
Νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμουν ήταν η μαγεία και το μυστήριο, η πρόκληση του ανεξήγητου, μια ατράνταχτη απόδειξη ότι το θαυμαστό ανθίζει ακόμα ανάμέσα απ’ τις ρωγμές της πεζής πραγματικότητας που έχουμε χτίσει γύρω μας. 
Και τότε ανακάλυψα το σπίτι.».

Ένα πνιχτό τρεχαλητό τσαλάκωσε τη σιωπή που επικρατούσε στο δωμάτιο. Διέσχισε διαγώνια το ταβάνι και χάθησε στη δεξιά εσωτερική γωνιά του. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα το φωτιστικό που κρεμόταν απ’ το κέντρο της οροφής με τα γαλαζωπά σχέδια να τρέμει ανεπαίσθητα, λες και μόλις είχε γίνει ένας μικρός σεισμός. 
Το τρεχαλητό ξανακούστηκε, πιο έντονο αυτή τη φορά. Ήταν λες και ένας στρατός από μικροσκοπικούς αντάρτες έκανε γιουρούσι στο χώρο που βρισκόταν ακριβώς πάνω απ’ το υπνοδωμάτιο.  
Κοίταξα γύρω μου σαστισμένη. Το τρεχαλητό ακούστηκε για τρίτη και τελευταία φορά.
Άφησα το γράμμα πάνω στο γραφείο, σηκώθηκα απ’ την καρέκλα και άνοιξα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ο φαρδύς διάδρομος που απλωνόταν κατα μήκος του σπιτιού ήταν άδειος και καλοφωτισμένος. Στη μια του άκρη ξεκινούσε η σκάλα που κατέληγε στο μεγάλο σαλόνι του ισογείου ενώ στην άλλη υπήρχε μια μικρή πόρτα που έχασκε μισάνοιχτη. Αυτό ήταν μάλλον παράξενο. Το προηγούμενο βράδυ, όταν ο κύριος Παντελίδης μου είχε δείξει το σπίτι, η πόρτα εκείνη ήταν κλειδωμένη. Το θυμόμουν πολύ καλά αυτό γιατί είχα προσπαθήσει να την ανοίξω χωρίς να τα καταφέρω. 
Τώρα όμως μπορούσα να διακρίνω μια σειρά από στενά σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον τελευταίο όροφο της βίλας, εκεί όπου βρισκόταν η σοφίτα της. 

--------------

Η σοφίτα του αρχοντικού δεν είχε καμία σχέση με τους στριμωγμένους σκοτεινούς και ακατάστατους χώρους που φαντάζεται κανείς όταν σκέφτεται αυτή τη λέξη. 
Ήταν ένας χώρος αχανής, ένα ενιαίο δωμάτιο που απλωνόταν από τη μια πλευρά του σπιτιού μέχρι την άλλη, ακριβώς κάτω απ’ την αμφίκυρτη στέγη του. Δυο σειρές από διαγώνια δοκάρια που ήταν χοντρά σαν το μπράτσο μου (όχι και πολύ χοντρά δηλαδή) σχημάτιζαν μια συστοιχία από ανεστραμμένα «Δ» που στήριζαν την οροφή. Ανάμεσά τους διαγράφονταν μικρά παράθυρα που έμοιαζαν με φεγγίτες και άφηναν το φως του ήλιου να μπαίνει μέσα και να διαγράφει λαμπερά τετράγωνα πάνω στο σκονισμένο δάπεδο. 
Στο τριγωνικό χώρο που σχηματιζόταν στο σημείο όπου οι δυο πλευρές της οροφής συναντούσαν η μια την άλλη, στο απέναντι άκρο της σοφίτας, υπήρχε ένα στρογγυλό παράθυρο. Ήταν ο κυκλικός φεγγίτης που είχα προσέξει όταν είχα αντικρύσει το σπίτι για πρώτη φορά: Ένα πολύχρωμο βιτρό που απεικόνιζε μια νύμφη η οποία λουζόταν σε κάποια λιμνούλα περιτριγυρισμένη από πολύχρωμα πουλιά και πεταλούδες. Έλαμπε σαν πολυεδρικό πετράδι καθώς παγίδευε τη λάμψη του πρωινού.  
Ανέβηκα το τελευταίο σκαλοπάτι της μικρής σκάλας που έβγαζε στη σοφίτα και άρχισα να περπατάω αργά και προσεκτικά πάνω στο ξύλινο πάτωμά της που έτριζε ελαφρά κάτω απ’ το βάρος μου.  
Τα βήματά μου ξεσήκωσαν μικρά σύννεφα σκόνης που στροβιλίστηκαν στον ακίνητο αέρα και γέμισαν τις δέσμες του φωτός που έμπαινε απ’ τους φεγγίτες με αιωρούμενους κόκκους αστραφτερής χρυσόσκονης.
Κοίταξα γύρω μου γοητευμένη: Η σοφίτα ήταν γεμάτη από κουτιά, σεντούκια και παλιά έπιπλα, από καρέκλες, καλόγερους, πολυθρόνες και στρογγυλά τραπεζάκια διαφορετικών μεγεθών που σχημάτιζαν ένα περίπλοκο μικροσύμπαν χαμένων αναμνήσεων και κρυμμένων μυστικών.
Ό χώρος όμως που βρισκόταν κάτω απ’ το στρογγυλό βιτρό με τη νύμφη ήταν άδειος. Το φως του ήλιου άπλωνε χρωματιστές κηλίδες πάνω στο ξύλινο πάτωμα που απλωνόταν μπροστά του. 
Υπήρχε όμως και κάτι άλλο σ’ εκείνο το σημείο, κάτι μαυριδερά σημάδια με πολύ παράξενο σχήμα. Πλησίασα περισσότερο και ανακάλυψα ότι εκείνα τα σημάδια ηταν γράμματα, μια σειρά από μεγάλα και στρογγυλά γράμματα που είχαν γραφτεί με μια σκουρόχρωμη ουσία που έμοιαζε με μπογιά, αλλά που ήταν στην πραγματικότητα ένα μείγμα στάχτης και κάρβουνόσκονης. 
Τα γράμματα σχημάτιζαν την εξής φράση:

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΠΡΟΣΕΧΕ, 
ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ!

Ένα κύμα παγωμένου ιδρώτα ανάβλυσε απ’ το μέτωπό μου και κατρακύλησε κατα μήκος της σπονδυλικής μου στήλης. 
Γύρισα την πλάτη μου στα γράμματα και το έβαλα στα πόδια. Σκουντουφλώντας πάνω σε σεντούκια μικροέπιπλα και χαρτόκουτα, έτρεξα μέχρι τη σκάλα, κατέβηκα δυό-δυό τα στενά της σκαλοπάτια και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα. 
Στήριξα τη πλάτη μου πάνω της και κάθισα κατάχαμα, οκλαδόν πάνω στο πάτωμα.
Αυτό πήγαινε πολύ. Άλλο πράγμα είναι να βλέπει κανείς στον ύπνο του τον πεθαμένο του θείο και άλλο ν’ ανακαλύπτει γραμμένα μηνύματα στο πάτωμα μιας τεράστιας σοφίτας που απευθύνονται σ’ εκείνον και μάλιστα ονομαστικά.
Κατάλαβα, πολύ ξαφνικά και έντονα, ότι αν δεν έβγαινα απ’ το σπίτι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα πάθαινα υστερία.
Ξανασηκώθηκα όρθια, μπήκα στο υπνοδωμάτιο, μάζεψα τα πράγματά μου και το γράμμα του Οδυσσέα, τα έχωσα όλα μαζί μέσα στο φοιτητικό μου σακίδιο και κατέβηκα αργά-αργά, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα, τη μεγαλόπρεπη σκάλα με τα επιχρυσωμένα κάγκελα που κατέληγε στο ισόγειο του αρχοντικού. 
Τα νεύρα μου ήταν τόσο τεντωμένα που όταν άρχισε να κελαηδάει, για τρίτη φορά, το κινητό μου, τινάχτηκα λες και μου είχαν κάνει ηλεκτροσοκ.
Αυτή τη φορά ήταν ο Μίλτος. 
Κόλλησα το τηλέφωνο στ’ αυτί μου και ξεστόμισα ένα τρεμάμενο «ναιαιαιαιαί;»
Ο Μίλτος μου ανακοίνωσε με ύφος όλο χαρά ότι βρισκόταν στην Κηφισιά και ότι αν ήθελα, μπορούσε να περάσει απ’ τη βίλα για να βρεθούμε. Τον ευχαρίστησα απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, του έδωσα κάποιες οδηγίες για το πως θα έβρισκε το σπίτι και μετά βγήκα έξω, διέσχισα το χαλικόστρωτο δρομάκι και στήθηκα στο πεζοδρόμιο, περιμένωντας την άφιξή του με ανυπομονησία. 
Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Αυτή τη φορά ήταν ο κύριος Σάββας Παντελίδης που ήθελε να μάθει αν ήμουν καλά και αν χρειαζόμουν τίποτα. Τον διαβεβαίωσα ότι ήμουν μια χαρά και ότι από στιγμή σε στιγμή θα ‘ρχόταν το αγόρι μου με τη μηχανή του για να πάμε για καφέ και ότι θα επικοινωνούσα μαζί του με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. 
Και τότε, καθώς κοιτούσα ολόγυρα νευρικά περιμένοντας πως και πως την εμφάνιση του νεαρού μου ιππότη, το βλέμμα μου έπεσε για πρώτη φορά πάνω σ’ ένα παράξενο μαύρο αυτοκίνητο με σκούρα τζάμια. 



------------  


Το είδα να ξεπροβάλλει μέσα από μια πάροδο που ξεκινούσε στην πέρα άκρη του δρόμου. Για μια στιγμή σταμάτησε να κινείται. Με κυρίευσε η πολύ έντονη εντύπωση ότι ο οδηγός του με κάρφωνε με το βλέμμα του. Ήταν μια παράξενη αίσθηση, παρόμοια με αυτή που νιώθει κανείς όταν περπατάει ανάμεσα σ’ ένα πυκνό πλήθος ανθρώπων και νιώθει σίγουρος ότι κάποιος τον βλέπει και όταν γυρίζει το κεφάλι του, ανακαλύπτει ότι όντως, αυτό ακριβώς συμβαίνει. 
Κοίταξα το αυτοκίνητο πιο προσεκτικά:
Ήταν μια BMW, κατάμαυρη και γυαλιστερή, μεγάλου κυβισμού, τελευταίο μοντέλο. Είχε φιμέ παράθυρα που δεν μου επέτρεπαν να διακρίνω τίποτα απ’ το εσωτερικό της. Οι πινακίδες της δεν ήταν ελληνικής προέλευσης και υπήρχε κάτι αλλόκοτο στην εμφάνισή της που ίσως και να οφείλονταν στο γεγονός ότι έμοιαζε τόσο αφύσικα καινούργια, χωρίς ίχνος σκόνης ή βρωμιάς. Ακόμα και τα λάστιχα στις ρόδες της δεν παρουσίαζαν το παραμικρό ίχνος φθοράς.  
Ένιωσα ευάλωτη ξαφνικά, εκτεθειμένη. 
Το αυτοκίνητο άρχισε να κινείται και πάλι, προς το μέρος μου αυτή τη φορά, αργά και προσεκτικά.
Άρχισα να περπατώ με αδιάφορο τάχα βήμα κατα μήκος του δρόμου και να κατευθύνομαι προς το σημείο όπου διασταυρώνονταν με μια πιο πολυσύχναστη και θορυβώδη οδό. Το αυτοκίνητο συνέχισε να με πλησιάζει κινούμενο με τη ίδια χαμηλή ταχύτητα λες και ο οδηγός του ήθελε να σταθεί δίπλα μου, να κατεβάσει το παράθυρό του και να μου μιλήσει. Κάποια στιγμή μ’έφτασε και στη συνέχεια, καθώς η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και το μυαλό μου ανακαλούσε όλες τις σκηνές απαγωγών που έχω δει στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, με προσπέρασε αργά, επιτάχυνε και χάθηκε μόλις έστριψε στο τέλος του δρόμου. 
Ο δρόμος απέκτησε τη συνηθισμένη ερημική όψη του. Ανακάλυψα ότι τα πόδια μου έτρεμαν και ότι είχα ιδρώσει.  
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσα το γνώριμο κροτάλισμα που έκανε το μηχανάκι του Μίλτου. Πρώτη φορά στη ζωή μου χαιρόμουν τόσο πολύ που τον έβλεπα. Για να του το αποδείξω μάλιστα, μόλις σταμάτησε μπροστά μου, έπεσα στην αγκαλιά του, του έβγαλα το κράνος και του έδωσα ένα παρατεταμένο φιλί στο στόμα, κάτι που μάλλον τον εξέπληξε ευχάριστα.


---------------


Μισή ώρα αργότερα καθόμασταν σε μια καφετέρια. Εγώ καταβρόχθιζα μια κρέπα με τυρί και ζαμπόν και ο Μίλτος που έπινε έναν εσπρέσσο, μου έριχνε σκεφτικές και μάλλον δύσπιστες ματιές. Του τα είχα πει όλα, επομένως η συμπεριφορά του ήταν μάλλον η αναμενόμενη.  
-«Λοιπόν, τι έχεις να πεις;» τον ρώτησα όταν αποτέλειωσα την κρέπα.  
-«Νομίζω ότι θα ήθελα να ρίξω και εγώ μια ματιά σ’ αυτό το παράξενο σπίτι!» μου απάντησε.
Η δήλωσή αυτή με βρήκε απροετοίμαστη. Η αλήθεια είναι ότι δεν ένιωθα καθόλου έτοιμη να ξαναμπώ στή βίλα ύστερα απ’ όλα τα απανωτά χτυπήματα που είχε δεχτεί το νευρικό μου σύστημα τις τελευταίες δώδεκα ώρες ωστόσο αποφάσισα να του κάνω το χατήρι. Στο κάτω-κάτω σκέφτηκα, αν συνέβαινε κάτι, ο μηχανόβιος εραστής μου θα με προστάτευε. 
Κούνια που με κούναγε όπως αποδείχτηκε στην πορεία. 
Μόλις αντίκρυσε τη βίλα, ο Μίλτος σφύριξε μακρόσυρτα:  
-«Ουάου!» έκανε, «δηλαδή αυτή η σπιταρώνα είναι δική σου;»
-«Ναι,» τον διαβεβαίωσα, «τελεσίδικα. Μαζί με τα λεφτά που θα μου επιτρέψουν να τη συντηρώ εις τον αιώνα τον άπαντα!»
-«Αυτό θα πει τύχη!» μουρμούρισε ο έρωτας της ζωής μου, «μιλάμε για τζόκερ κατάσταση!»
Ύστερα απ’ τη βαθυστόχαστη εκείνη δήλωση, ανοίξαμε την καγκελόπορτα, σπρώξαμε μέσα το μηχανάκι και το παρκάραμε μπροστά απ’ τη βίλα. Στη συνέχεια, ξεκλείδωσα την εξώπορτα και μπήκαμε μέσα. 
Αποφάσισα να του κάνω μια σύντομη ξενάγηση. Ξεκινήσαμε απ’ το ισόγειο. Καθώς περνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, άρχισα να ρίχνω κλεφτές ματιές εδώ κι εκεί, στη σάλα με τη σκάλα που έβγαζε στον πάνω όροφο, στο δωμάτιο με το πιάνο και την άρπα, στην τραπεζαρία και στην κουζίνα. Όλα έμοιαζαν φωτεινά, καθαρά, περιποιημένα και ακίνδυνα. Στη συνέχεια ανεβήκαμε στον πάνω όροφο, διασχίσαμε το διάδρομο με τις πόρτες που έβγαζαν στα υπνοδωμάτια του σπιτιού και μετά μπήκαμε στη μπλε κρεβατοκάμαρα.
Ο Μίλτος κοίταζε ολόγυρα έκθαμβος, εντυπωσιασμένος όλο και πιο πολύ απ’ τον διάκοσμο του σπιτιού. Τα μακρόσυρτα σφυρίγματα διαδέχονταν το ένα το άλλο και συνοδεύονταν από εκφράσεις θαυμασμού του τύπου «ω ρε μάνα μου», «γουστάρω», «αυτό θα πει χλίδα» και «δώσε και σε μένα μπάρμπα!» 
Ύστερα από λίγο τα εκλεπτυσμένα εκείνα επιφωνήματα άρχισαν να με κουράζουν. Το ίδιο και ο άγαρμπος τρόπος με τον οποίο άγγιζε τα πάντα, τα έπιπλα, τα βάζα, τις κουρτίνες, ακόμα και το χαλί. Καθώς τον έβλεπα ν’ ανοίγει τις πόρτες και να χώνει τη μούρη του παντού, σαν λαγωνικό που έψαχνε για σκυλοτροφή, άρχισα να νιώθω εκνευρισμό. Έδειχνε μια έλλειψη σεβασμού. Στο κάτω-κάτω, παρά τα τρελά που συνέβαιναν στο εσωτερικό της, η βίλα δεν έπαυε να είναι ένα πραγματικό έργο τέχνης, γεμάτο με όμορφα έπιπλα και αντικείμενα μεγάλης αξίας που τους άξιζε κάτι καλύτερο απ’ τον Μίλτο που συμπεριφέρονταν σαν τον Κόναν τον βάρβαρο σε υαλοπωλείο. Εκεί όμως που έφτασε ο κόμπος στο χτένι ήταν όταν ξαπλάρωσε με τα χοντροπάπουτσά του πάνω στο κρεβάτι. Εκεί όπου κοιμόταν ο μακαρίτης ο θείος μου.
Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
-«Θα βρωμίσεις το κρεβάτι,» του είπα ξερά.
-«Σιγά μη το βρωμίσω,» μου είπε, «έτσι κι αλλιώς, και να βρωμίσει, θα το καθαρίσει η υπηρέτρια. Γιατί μη μου πεις ότι δεν θα προσλάβεις κάποια βοήθεια για να σου καθαρίζει το μεγαθήριο! Μάλλον θα χρειαστείς ολόκληρο συνεργείο!»
-«Δεν το έχω σκεφτεί,» του απάντησα με το ψυχρό ύφος που είχα χρησιμοποιήσει και προηγουμένως, «στο μεταξύ γιατί δεν σηκώνεσαι από το κρεβάτι σαν καλό παιδί;» 
Ο Μίλτος είχε διαφορετική γνώμη: Γύρισε στο δεξί του πλευρό, σε στυλ ακόλαστου Ρωμαίου αυτοκράτορα και μου έριξε ένα πονηρό βλέμμα:
-«Θα’ θελες να ξαπλώσεις δίπλα μου;»
-«Όχι, δεν θα’ θελα!» τον έκοψα, «Να σου λείπουν αυτά!» «Σ’ έφερα εδώ για να με βοηθήσεις να βρω μια άκρη με το μυστήριο του σπιτιού και όχι για αγκαλίτσες και παιχνιδάκια!»
-«Μα δεν είναι ποτέ ακατάλληλη η ώρα για αγκαλίτσες και παιχνιδάκια!» δήλωσε εκείνος με παραπονιάρικο ύφος, «στο κάτω-κάτω δεν το έχουμε κάνει ποτέ πάνω σε τέτοια κρεβατάρα!» «Κοίτα!» πρόσθεσε, «τα σεντόνια είναι μεταξωτά. Θα είναι σούπερ εμπειρία!»
-«Μπορείς σε παρακαλώ να σταματήσεις να λές βλακείες και να σηκωθείς τώρα αμέσως;» τον ρώτησα, «Θέλω να πάμε στη σοφίτα για να σου δείξω τα γράμματα στο πάτωμα!»
-«Ρε άσε τη σοφίτα τώρα!» έγρουξε ο Μίλτος και μ’ άρπαξε απ’ το χέρι. Προτού προλάβω ν’ αντιδράσω με είχε πετάξει δίπλα του. Τον κοίταξα αιφνιδιασμένη. Πρώτη φορά μου έκανε τέτοια χοντράδα. Ο πολυτελής διάκοσμος της βίλας τον είχε πειράξει στο κεφάλι φαίνεται. Ποιός ξέρει, ίσως και να του είχε ξυπνήσει κάποια καταπιεσμένη φαντασίωση εξουσίας και μεγαλείου. 
Σ’ αυτό το σημείο νομίζω ότι πρέπει να κάνω μια παύση. Προφανώς κάποιοι από σας θα αναρωτιέστε τι στο καλό θα μπορούσε να μου αρέσει σ’ έναν καφρίκουλα σαν τον Μίλτο. Θεωρώ ότι μια μικρή εξήγηση είναι απαραίτητη:
Λοιπόν, έχω μεγαλώσει σε μια μάλλον αυστηρή και συντηρητική οικογένεια, όπως έχετε ήδη καταλάβει. Όταν με το καλό μπήκα στη Νομική Αθηνών, ύστερα από σκληρό διάβασμα, φροντιστήρια, άγχος καφέδες ξενύχτια κτλ, βρέθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου μακρυά απ’ την οικογενειακή εστία. Βασικά αυτός ήταν ο στόχος μου. Το Πανεπιστήμιο αντιπροσώπευε στα μάτια μου ένα εισιτήριο για την ελευθερία και ο Μίλτος εκπροσωπούσε όλα αυτά που είχα στερηθεί μέχρι τότε. Ένα απ’ αυτά ήταν το σεξ. Ο Μίλτος ήταν κάποιος με τον οποίο μπορούσα να παίξω το ρόλο της πλανεύτρας ντίβας που έχει και επίπεδο, αλλά τον τελευταίο καιρό, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές μας στο Καστελόρριζο όπου δεν με είχε αφήσει σε χλωρό κλαρί, είχα αρχίσει να τον βαριέμαι. Στο κάτω-κάτω, και λίγη συζήτηση δεν θα έβλαπτε πότε-πότε! Δε λέω, είναι ωραίο να έχεις έναν γεροδεμένο εραστή που είναι πάντα σε κατάσταση ετοιμότητας, αλλά τελικά αυτό δεν αρκεί για μια ολοκληρωμένη σχέση!
-«Δεν την αφήνω,» του είπα, «θέλω να σου δείξω τη σοφίτα τώρα!»
Ο Μίλτος άπλωσε τα ξερά του πάνω μου και προσπάθησε να με φιλήσει. Αποπειράθηκα να του ξεφύγω και αρχίσαμε να παλεύουμε πάνω στο κρεβάτι. Τελικά, ύστερα από δυό σβουριχτές σφαλιάρες που του έριξα, το σφίξιμό του χαλάρωσε οπότε κατάφερα να σταθώ όρθια δίπλα στο κρεβάτι και να τον κοιτάξω με αυστηρότητα εφ’ αψηλού:
-«Δε μου λες,» τον ρώτησα «συγκοινωνείς ή να καλέσω το εκατόν εξήντα έξι;» 
Εκείνος με κοίταξε εκνευρισμένος:
-«Λοιπόν», με πληροφόρησε, «έχεις γίνει πολύ σπαστικιά τώρα τελευταία, το ξέρεις;»
-«Και εσύ έχεις γίνει πολύ μαλάκας!» του απάντησα και του γύρισα την πλάτη.
Αυτό ήταν λάθος μου. Ο Μίλτος πετάχτηκε όρθιος, με βούτηξε από τη μέση και με ξαναπέταξε στο κρεβάτι λες και ήμουν φτιαγμένη από άχυρα. Μετά μ’ άρπαξε από τους καρπούς, έσφιξε τα γόνατά του γύρω απ’ τη μέση μου και το πρόσωπό του πλησίασε το δικό μου με απειλητικές διαθέσεις.
-«Δεν μου αρέσει όταν μου μιλάς έτσι!»
Πάλεψα να του ξεφύγω αλλά απέτυχα παταγωδώς. Προφανώς τα γυμναστήρια όπου σύχναζε ανελλειπώς κάθε Δευτέρα Τετάρτη και Παρασκευή, είχαν φέρει αποτέλεσμα. Όταν κουράστηκα να παλεύω, σταμάτησα να κινούμαι και του έριξα ένα αγανακτισμένο βλέμμα.
-«Πες μου κάτι,» τον ρώτησα, «έχεις ακούσει ποτέ τον ορισμό της λέξης βιασμός;»
-«Ναι αμέ,» μου απάντησε, «και μου ψιλοαρέσει!»
Εκείνη τη στιγμή με διαπέρασε ένα ρίγος φόβου. Ιδιαίτερα όταν πρόσεξα την παράξενη λάμψη που φώτιζε τα μάτια του. Άρχισα να παλεύω και πάλι με αποτέλεσμα ο Μίλτος να αγριέψει ακόμα περισσότερο, όταν ξαφνικά συνέβει κάτι το εντελώς αναπάντεχο: 
Το βλέμμα του πάγωσε και το σώμα του κοκκάλωσε. Τα μάτια του στρογγύλεψαν σαν κουμπιά και καρφώθηκαν στην πόρτα την οποία είχαμε παρεπιπτόντως ξεχάσει ορθάνοιχτη.  
Ακολούθησα το βλέμμα του και ένιωσα τον εαυτό μου να μουδιάζει απ’ την έκπληξη: Στο κατώφλι της πόρτας στέκονταν, ο ένας δίπλα στον άλλο, πέντε μαυριδεροί αρουραίοι. Είχαν σηκωθεί στα πίσω πόδια τους και μας κοιτούσαν ακίνητοι σαν μικρά αγάλματα. Τα στρογγυλά τους μάτια έμοιαζαν με γυαλιστερές χαντρούλες ενώ οι μουσούδες τους οσμίζονταν τον αέρα με περιέργεια.  
Μόλις βεβαιώθηκαν ότι είχαν τραβήξει την προσοχή μας, γύμνωσαν τα δόντια τους απειλητικά. 
Ο Μίλτος πετάχτηκε όρθιος και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Εγώ προτίμησα να μαζευτώ σαν μπάλα στο προσκέφαλο του κρεβατιού και ν’ αρχίσω να τρίβω τα χέρια μου που είχαν κοκκινίσει απ’ το σφίξιμο του. 
΄Υπήρχε κάτι το εντελώς εξωπραγματικό στον τρόπο με τον οποίο οι αρουραίοι στεκόταν ο ένας δίπλα στον άλλο και γύμνωναν τα δόντια τους. Θα’ λεγε κανείς πως είχαν αποκτήσει ανθρώπινη νοημοσύνη και πως εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή τα είχαν πάρει στο κρανίο με τον Μίλτο.
Εκείνος άρπαξε την καρέκλα του γραφείου και τη σήκωσε στον αέρα, με σκοπό να την πετάξει επάνω τους, αλλά οι αρουραίοι, έχοντας καταλάβει τι ήθελε να κάνει, χώθηκαν γρήγορα-γρήγορα κάτω απ’ το κρεβάτι και άρχισαν να βγάζουν διαπεραστικές τσιρίδες.
Αμέσως, λες και αυτό ήταν κάποιο μυστικό σύνθημα, κι άλλοι αρουραίοι έκαναν την εμφάνισή τους μέσα στο δωμάτιο και περικύκλωσαν τον Μίλτο ο οποίος παράτησε την καρέκλα και άρχισε να χοροπηδάει εδώ κι εκεί προσπαθώντας να τους αποφύγει. Τελικά, όταν κατάφερε να φτάσει μέχρι την πόρτα, χύμηξε στο διάδρομο λες και τον κυνηγούσαν χίλιοι δαίμονες, κουτρουβάλησε τις σκάλες σαν χιονοστιβάδα που έχει βγάλει πόδια και βγήκε απ’ το σπίτι κλείνοντας με δύναμη την εξώπορτα. 
Έτσι έμεινα μόνη με τους αρουραίους. Κράτησα την αναπνοή μου νιώθωντας εξίσου τρομοκρατημένη με τον Μίλτο. 
Οι αρουραίοι συγκεντρώθηκαν στο κατώφλι του υπνοδωμάτιου σαν πειθήνιοι στρατιώτες. Στη συνέχεια μου έκαναν από μια ευγενική υποκλιση ο καθένας και έτρεξαν όλοι μαζί προς την κατέυθυνση της σκάλας που έβγαζε στη σοφίτα, αφήνοντάς με μόνη και στα πρόθυρα ενός μάλλον αργοπορημένου νευρικού κλονισμού.
Για δεύτερη φορά μέσα στο ίδιο πρωινό κατάφερα ν’ αυτοκυριαρχηθώ. Πήρα μερικές βαθιές αναπνοές, μαζεψα στα γρήγορα τα πράγματά μου και βγήκα απ’ το θεότρελο εκείνο σπίτι αποφασισμένη να μην ξαναπατήσω ποτέ το πόδι μου εκεί μέσα. Ένιωσα μια τρελή νοσταλγία για το μικρό, φτωχικό αλλά απόλυτα προβλέψιμο δυάρι μου, εκεί όπου οι αρουραίοι δεν παίζουν το ρόλο του σωματοφύλακα, τα φαντάσματα των πεθαμένων δεν πετάγονται μέσα από καθρέφτες ούτε εμφανίζονται παράξενα μηνύματα στα σκονισμένα πατώματα της ανύπαρκτης σοφίτας του. 


------------  


Βρήκα το σπίτι μου λεηλατημένο, την κλειδαριά της εξώπορτας σπασμένη και το εσωτερικό του άνω-κάτω, λες και το είχε χτυπήσει κάποια τροπική θύελλα. 
Τα θρυμματισμένα υπολλείματα της τηλεόρασης, του στερεωφωνικού μου συγκροτήματος και του dvd-player γέμιζαν το πάτωμα ενώ μέχρι και τα πόστερ που είχα κρεμάσει στους τοίχους ήταν σκισμένα. Οι κουρτίνες κρεμόντουσαν κουρελιασμένες, οι καναπέδες ήταν αναποδογυρισμένοι και ξεκοιλιασμένοι, το τραπεζάκι και οι βιβλιοθήκη μου κομματιασμένες και τα cd, τα βιβλία μου και τα cd-rom που είχα αγοράσει με το χαρτζιλίκι μου είχαν εξαφανιστεί. Τα ίδια και στην κρεβατοκάμαρα. Ούτε η κουζίνα, ούτε καν το μπάνιο είχαν γλυτώσει απ’ την καταστροφική μανία των άγνωστων επιδρομέων. Όλα είχαν γίνει λίμπα.
Αντίκρυσα το τοπίο της καταστροφής χωρίς να πιστεύω στα μάτια μου. Όταν άνοιξα τις ντουλάπες διαπίστωσα ότι ακόμα και τα ρούχα μου είχαν κατακρεουργηθεί, μαζί και τα εσώρουχα. Ανατρίχιασα σύγκορμη. Άρπαξα το σακίδιό μου και βγήκα απ’ το σπίτι τρέχοντας σαν κυνηγημένη.
Και τότε σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι δεν είχα απολύτως κανέναν για να ζητήσω βοήθεια. Ο Μίλτιος μάλλον δεν θα μου ξαναμιλούσε ποτέ, οι σχέσεις με τους υπόλοιπους συμφοιτητές μου είχαν έναν μάλλον τυπικό χαρακτήρα και οι γονείς μου, τους οποίους έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση ν’ ανησυχήσω, έπρεπε ήδη να είχαν φτάσει στην Ιθάκη.
Αποφάσισα τελικά να μπω σ’ένα λεωφορείο και να ζητήσω βοήθεια από τον κύριο Παντελίδη. 

------------

Όπως είχα ήδη διαπιστώσει, ο Σάββας Παντελίδης ήταν ένας εξαιρετικά οξυδερκής άνθρωπος. Τη στιγμή που μπήκα στο γραφείο του μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον πελάτη. Μια ματιά που μου έριξε στάθηκε αρκετή για να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Μου ένευσε διακριτικά να καθίσω σε μια πολυθρόνα, τελείωσε στα γρήγορα με το πελάτη του και άνοιξε το στόμα του να μου μιλήσει, αλλά προτού προλάβει να πει το παραμικρό, άρχισα να κλαίω γοερά, κάτι που είχε πάρα πολλά χρόνια να μου συμβεί.
Ο γερο-δικηγόρος έβγαλε απ’ το συρτάρι του γραφείου του ένα κουτί με αρωματισμένα χαρτομάντηλα και μου το πάσαρε με μια ευγενική κίνηση. 
Στη συνέχεια έκατσε απέναντί μου, σε μια άλλη πολυθρόνα, και περίμενε υπομονετικά να ηρεμήσω. 
Κάποια στιγμη κατάφερα να του περιγράψω μέσες άκρες σε τι κατάσταση είχα βρει το διαμέρισμά μου.
Το σχόλιο που έκανε με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη: 
-«Η αστυνομία δεν θα μπορέσει να μας βοηθήσει. Αν καταγγείλουμε τη διάρρηξη, θα μπούμε σε μπελάδες!» δήλωσε, «εξάλλου είναι ολοφάνερο τι έψαχναν οι άγνωστοι διαρρήκτες!»
Τον κοίταξα απορημένη, με μάτια που είχαν γίνει κατακόκκινα σαν παπαρούνες. 
-«Μα δεν είναι ολοφάνερο;» με ρώτησε εκείνος με ανυπόμονο ύφος, «Προσπαθούν να βρουν κάτι που σου άφησε ο θείος σου. Προφανώς το ημερολόγιό του!»
-«Και που να ξέρω εγώ τι λέει αυτό το ημερολόγιο ή που είναι;» ψέλισσα πνιγμένα, «Και γιατί είναι ολοφάνερο; Και καταρχήν, ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι;»
-«Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο!» δήλωσε εκείνος επιτακτικά, «Πρέπει να πάμε κατευθείαν στη βίλα, τώρα αμέσως! Θα στα πω όλα στο αυτοκίνητο!»


----------------


Αν την πρώτη φορά που είχα μπει στο μικροσκοπικό μίνι-κούπερ του ο κύριος Παντελίδης είχε καταφέρει να με εντυπωσιάσει με τον τρόπο που οδηγούσε, αυτή τη φορά που βιαζόταν κιόλας, κατάφερε να με φέρει στα πρόθυρα του εγκεφαλικού. 
Δεμένη με τη ζώνη ασφαλείας, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού, με τα μάτια μου γουρλωμένα και τα χέρια μου να σφίγγουν το χερούλι της πόρτας σαν να ήταν κάποιο σωτήριο φυλαχτό,προσπαθούσα να μην παρακολουθώ τον τρόπο που προσπερνούσε τα γύρω αυτοκίνητα και να συγκεντρωθώ στη φωνή του που μου έλεγε τα εξής:
-«Η βίλα, όπως έχεις ήδη υποψιαστεί υποθέτω, κρύβει ένα μυστικό. Κάτι ιερό που πρέπει να προστατευτεί απ’ τα χέρια των απανταχού βέβηλων! Το μυστικό όπως ίσως να έχεις ήδη καταλάβει, έχει να κάνει με το συντριβάνι του κήπου.»
-«Ννννααί, αυτό το έχω υποψιαστεί,» μουρμούρισα μέσα από σφιγμένα δόντια. Ακόμα και τα ρόλερ-κόστερ του λούνα παρκ ήταν καλύτερα απ’ αυτό το πράγμα. Εκεί τουλάχιστον ήξερες ότι η διαδρομή που ακολουθούσες ήταν προσχεδιασμένη και ο κίνδυνος πλασματικός. Εδώ πέρα, τα εφιαλτικά προσπεράσματα, τα φρεναρίσματα και οι επιταχύνσεις ήταν προιόντα αυτοσχεδιασμού του τελευταίου δευτερολέπτου. Ανα πάσα στιγμή μπορούσαμε να καρφωθούμε κάτω από κάποιο απ’ τα αυτοκίνητα που προσπερνάγαμε και να γίνουμε κιμάς. 
-«Στ’ αρχαία χρόνια, μέχρι τον πέμπτο αιώνα μετά χριστόν περίπου, η βάση του συντριβανιού ήταν ένας λατρευτικός βωμός,» μου εξήγησε ο κύριος Παντελίδης. «Τον περιέβαλλε η κιονοστοιχία ενός ναού. Αυτό είναι κάτι που ήδη έχεις δει στα όνειρά σου!»
-«ΜΜΜΜΜΜΜάλιστα,» συμφώνησα μόνο και μόνο για να μην του αποσπάσω την προσοχή από το δρόμο. Στο μεταξύ το στομάχι μου είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται απ’ τις ασταμάτητες όσο και απρόβλεπτες εκείνες καταπονήσεις, με αποτέλεσμα να έχω έναν επιπλέον λόγο να προσπαθώ να διατηρήσω το στόμα μου κλειστό.
-«Η θεότητα που λατρευόταν στον ναό ήταν μια νύμφη που ονομάζεται Νιόβη. Ήταν μια θεότητα που ταυτιζόταν με την νεότητα και τη χαρά της ζωής!»
-«Οκ!» έκρωξα στα γρήγορα, καθώς εκείνη τη στιγμή είχαμε μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και είχαμε αποφύγει παρα τρίχα τη σύγκρουση με τη μούρη ενός φορτηγού που κορνάριζε σαν δαιμονισμένο.
-«Αυτή η θεότητα υπάρχει ακόμα,» με πληροφόρησε ο δικηγόρος, «Χρησιμοποιεί ως επίκεντρο των εκδηλώσεών της το συντριβάνι.»
-«Α, ναι;» ρώτησα με αδύναμη φωνή καθώς ακόμα και στην παρούσα κατάστασή όπου βρισκόμουν, δεν κατάφερα να μην εκπλαγώ από εκείνη την εξωφρενική δήλωση. 
-«Αυτό είναι το μυστικό που προστάτευε ο Οδυσσέας και αυτό είναι και το καθήκον που σου κληροδότησε. Η προστασία της Νιόβης απ’ τα χέρια όλων αυτών που θέλουν να την χειραγωγήσουν και να τη χρησιμοποιήσουν για τους δικούς τους χυδαίους σκοπούς!»
-«Μα ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι;» θέλησα να μάθω έχοντας καλύψει τώρα το πρόσωπό μου με τα δυό μου χέρια για να μη βλέπω το δρόμο και τα γύρω αυτοκίνητα.
-«Υποψιάζομαι ότι είναι τα μέλη κάποιας μυστικής αίρεσης,» μου εξήγησε ο Σάββας που –ευτυχώς-δεν ξεκολλούσε το βλέμμα του απ’ το δρόμο: «Έκαναν τη εμφάνισή τους λίγους μήνες προτού πεθάνει ο Οδυσσέας και έκτοτε παρακολουθούν τη βίλα σου πολύ στενά. Ήταν λάθος μου που σε άφησα να περάσεις μόνη τη νύχτα εκεί πέρα. Σε έθεσα σε μεγάλο κίνδυνο, αλλά απ’ όλα αυτά που μου είπες, προκύπτει ότι κάποιες δυνάμεις κινητοποιήθηκαν για να σε προστατεύσουν!»
-«Καλά όλα αυτά,» ξαναρώτησα μέσα απ’ το σκοτάδι των ερμητικά κλεισμένων μου ματιών, «Αλλά το ημερολόγιο που αναφέρατε, που κολλάει σε όλη αυτή την ιστορία;» 
Ο κύριος Παντελίδης πήρε μια πολύ κλειστή και απότομη στροφή, κοψοχολιάζοντας μέχρι θανάτου κάποιους αθώους περαστικούς που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο του και μετά χώθηκε σε μια πάροδο. Τα λάστιχα του μίνι-κούπερ στρίγκλισαν σαν αγανακτισμένοι λυκάνθρωποι και εγώ ένιωσα το κορμί μου να κολλάει στην πόρτα του συνοδηγού σαν χαλκομανία.  
-«Το ημερολόγιο του Οδυσσέα περιέχει το ειδικό τελετουργικό που επιτρέπει την επίκληση της Νιόβης και την επικοινωνία μαζί της. Βρίσκεται κρυμμένο κάπου μέσα στη βίλα!» 
Στη συνέχεια ο Παντελίδης φρενάρισε απότομα, η ζώνη ασφαλείας χώθηκε στο στομάχι μου και μετά, μ’ ένα απότομο τράνταγμα που το ακολούθησε μια ευπρόσδεκτη σιγή, σταματήσαμε μπροστά στη βίλα. 

-------------

Το διόροφο κτίριο με την πέτρινη πρόσοψη και τον σκουροπράσινο κισσό έμοιαζε ήσυχο και πανέμορφο όπως πάντα, περικυκλωμένο από ένα μικρό άλσος πεύκων και σκουροκάστανων κουκουναριών. Υψωνόταν αγέρωχο και σιωπηλό μέσα στο χρυσαφένιο φως του φθινοπωρινού απομεσήμερου, τυλιγμένο από ένα σύννεφο γαλήνιας ευδαιμονίας. 
Βγήκα απ’ το αυτοκίνητο παραπατώντας σαν κοτόπουλο που έχει πάρει ναρκωτικά.
-«Πες μου κάτι,» μου ζήτησε ο κύριος Παντελίδης, «σε ποιά κρεβατοκάμαρα κοιμήθηκες τελικά χθες το βράδυ;»
-«Στην μπλε,» του απάντησα, «στην κάμαρα του Οδυσσέα. Μου άρεσε πιο πολύ απ’ όλες.»
-«Στην κάμαρα του Οδυσσέα λοιπόν,» μουρμούρισε εκείνος με σκεφτικό ύφος.
-«Ακριβώς,» τον διαβεβαίωσα, «και το καλύτερο δεν σας το είπα ακόμα! Χθες τον ξανάδα, όπως σας βλέπω και με βλέπετε αυτή ακριβώς τη στιγμή!»
Ο κύριος Σάββας, που είχε ήδη ξεκλειδώσει την εξώπορτα της βίλας, σταμάτησε να περπατάει και έμεινε ακίνητος λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Γύρισε και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια:
-«Πες μου τι ακριβώς είδες!» μου είπε.
Εγώ του αφηγήθηκα τη χθεσινονβραδυνή μου εμπειρία όσο πιο περιγραφικά μπορούσα και με όσο του δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες.
Στο μεταξύ είχαμε ήδη ανέβει τα σκαλοπάτια της μεγάλης σκάλας του σαλονιού και βρισκόμασταν στο διάδρομο του πάνω πατώματος.
-«Αυτό είναι!» φώναξε εκείνος, αναπηδώντας ενθουσιασμένος, «στο γραφείο του! Που αλλού θα μπορούσε να έχει βάλει το ημερολόγιο; Μα τι ηλίθιος που είμαι, που νόμιζα ότι θα το είχε χώσει σε κάποια παράξενη κρυψώνα! Πάμε γρήγορα!»
Διασχίσαμε τρέχοντας το διάδρομο και ανοίξαμε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Εκεί μείναμε εμβρόντητοι: 
Τα συρτάρια του γραφείου ήταν ορθάνοιχτα, τα περιεχόμενά του σκορπισμένα στο χαλί ενώ το βιβλίο μέσα στο οποίο είχα βρει το γράμμα του Οδυσσέα, είχε γίνει άφαντο.
Ο Παντελίδης γονάτισε κατάχαμα, πάνω στο χαλί και άρχισε να ψαχουλεύει σαν τρελός τα χαρτιά που ήταν πεσμένα πάνω του. Στη συνέχεια σκέπασε το κεφάλι του με τα χέρια του, λες και υποδυόταν τον Οιδίποδα σε κάποια παράσταση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου:
-«Αλίμονο μας!» φώναξε πνιχτά, «το ημερολόγιο έχει πέσει στα χέρια τους!»
Εκείνη τη στιγμή ο ήχος της εξώπορτας που άνοιγε ορμητικά έσπασε τη σιωπή. 


---------------


Ακούσαμε βαριά ανθρώπινα βήματα να τρέχουν στη σάλα του ισογείου.
Πόρτες άρχισαν ν’ ανοιγοκλείνουν ενώ πνιχτές διαταγές δονούσαν τον αέρα. Ο Σάββας έμεινε ακίνητος για μια στιγμή και έστησε αυτί:
-«Αφού δεν κάνουν ζημιές, θα πει ότι κάποιον ψάχνουν,» μουρμούρισε κοιτάζοντάς με προσεκτικά, «και αυτός ο κάποιος δεν μπορεί να είναι άλλος από εσένα!»
Ενιωθα να με λούζει κρύος ιδρώτας. Υπήρχε κάτι το τρομερά απειλητικό στον τρόπο με τον οποίο τα βαριά εκείνα βήματα αντηχούσαν στους διαδρόμους του σπιτιού και ανέβαιναν τώρα τη σκάλα βιαστικά. 
-«Γρήγορα, να κρυφτούμε στη ντουλάπα!» σφύριξα στον Παντελίδη και αφού τον άρπαξα απ’ το χέρι, άνοιξα τη ντουλάπα και τον έχωσα ανάμεσα στα ευωδιαστά της ρούχα. Μπήκα και εγώ μέσα και έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Γονάτισα μέσα στο μυρωδάτο σκοτάδι και άρχισα να κρυφοκοιτάζω απ’ την οβάλ κλειδαρότρυπα.
Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε διάπλατα. 
Στην αρχή ακούστηκαν κάτι βήματα και μετά είδα μια μαυροντυμένη σιλουέτα, έναν πανήψυλο και εξαιρετικά μεγαλόσωμο τύπο που φορούσε δερμάτινα ρούχα και κράνος που έκρυβε το πρόσωπό του. 
Ο απειλητικός εισβολέας, περπάτησε μέχρι τις μπαλκονόπορτες, δοκίμασε τα χερούλια τους για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειστές, κοίταξε ύστερα κάτω απ’ το κρεβάτι, έριξε μια ματιά στο γραφείο και μετά στράφηκε προς την ντουλάπα.
Στο μεταξύ απ’ τα διπλανά δωμάτια μπορούσα ν’ ακούσω ν’ ανοίγουν πόρτες και να μετακινούνται βαριά έπιπλα. 
Ήταν ολοφάνερο πως οι άνθρωποι που είχαν εισβάλλει στη βίλα έψαχναν μεθοδικά όλα τα δωμάτιά της προκειμένου να μας ξετρυπώσουν.  
Ο πανύψηλος τύπος στάθηκε μπροστά απ’ την ντουλάπα και άρχισε να σκαλίζει την κλειδαριά της. Ήταν τεράστιος. Το ύψος του πρέπει να ξεπερνούσε τα δύο μέτρα και τα δερμάτινα ρούχα που φορούσε τον έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο απειλητικός. 
Και τότε η πόρτα του δωμάτιου άνοιξε για δεύτερη φορά και ένας τρομερρός βρυγχηθμός έσχισε τον αέρα. 
Είδα τον μαυροντυμένο γίγαντα να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και μετά, μέσα στο στενό οπτικό πεδίο της κλειδαρότρυπας, εμφανίστηκε ένα τεράστιο αιλουροειδές.  
Ήταν μια γιγαντόσωμη τίγρη που είχε τεράστια δόντια και νύχια που βυθίζονταν βαθιά μέσα στο χαλί. Η ουρά της μαστίγωσε θυμωμένα τον αέρα. Ο μαυροντυμένος εισβολέας έβγαλε μια διαπεραστική κραυγή τρόμου που ακούστηκε αλλόκοτα στριγγή και σπασμένη και έπεσε στα γόνατα. Το σώμα του συσπάστηκε αλλόκοτα. Τον είδα να καλύπτει το κεφάλι του με τα χέρια του, σε μια αξιολύπητη προσπάθεια να προστατευτεί απ’ το τρομερό αρπακτικό που είχε ανοίξει το στόμα του διάπλατα και τον κάρφωνε με τα κεχριμπαρένια μάτια του. 
Έπειτα έπεσε κατάχαμα και λιποθύμησε.  
Η τίγρη τον πλησίασε και το κεφάλι της έσκυψε για να τον οσμιστεί. Τα πυρακτωμένα μάτια της περιεργάστηκαν με προσοχή το πεσμένο κορμί του αναίσθητου ανθρώπου. Είχα παγώσει ολόκληρη. Δεν νομίζω να είχα φοβηθεί ποτέ άλλοτε τόσο πολύ στη ζωή μου. Ένα μικρό κομμάτι του μυαλού μου που εξακολουθούσε να λειτουργεί σαν αμέτοχος παρατηρητής, με πληροφόρησε ότι η τρομερή εκείνη τίγρη μπορούσε να κάνει τη ντουλάπα χίλια κομμάτια μ’ ένα και μόνο χτύπημα.  
Το τρομακτικό κεφάλι ανασηκώθηκε απ’ τον λιπόθυμο άνδρα και τα μάτια του τρομερού αιλουροειδούς καρφώθηκαν πάνω μου. 
Ετοιμάστηκα να ξαναπάθω έμφραγμα, για δεύτερη φορά το τελευταίο πεντάλεπτο. Ο Σάββας όμως έκανε κάτι που μ’ έκανε να αλλάξω γνώμη την τελευταία στιγμή:
Σηκώθηκε όρθιος, παλεψε λιγάκι με τα σακκάκια, τα γιλέκα και τα παντελόνια που μας τύλιγαν σαν ευωδιαστά πλοκάμια και άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας.
Τον είδα να βγαίνει έξω, να τρέχει προς την τίγρη και να την αγκαλιάζει στοργικά με τα δυό του χέρια: 
Έμεινα να παρακολουθώ στο τρυφερό στιγμιότυπο εμβρόντητη, κρυμμένη πίσω από τα κρεμασμένα ρούχα του Οδυσσέα:
-«Ευτυχώς, ήρθες πάνω στη ώρα!» φώναξε ανακουφισμένος ο δικηγόρος μου.
-«Ναι,» του απάντησε η τίγρη με βαριά φωνή, «μας ειδοποίησε η Δήμητρα! Είδε σ’ ένα απ’ τα οράματά της ότι το σπίτι δεχόταν επίθεση, Ζήτησε απ’ την Περσεφόνη να βάλει τα ποντίκια της να προστατεύσουν τη μικρή και μετά μας μάζεψε όλους και ήρθαμε εδώ! Αλλά δεν έχουμε χρόνο για άλλες εξηγήσεις γιατί δεν έχουμε ξεμπερδέψει ακόμα με όλους τους Ζηλωτές!»
-«Πολύ θεαματική μεταμόρφωση σου!» σχολίασε ο Σάββας με θαυμασμό, κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω.
-«Ο Ζηλωτής που σας ρίχτηκε υποφέρει από αιλουροφοβία,» τον πληροφόρησε η τίγρη κουνώντας το κεφάλι της καταδεκτικά: «Η μικρούλα που είναι; Είναι καλά;» 
Εκείνη τη στιγμή, τα παντελόνια πάνω στα οποία είχα στηριχτεί για να μην χάσω την ισορροπία μου και πέσω ξερή απ’ τις απανωτές εκείνες ανατροπές, δεν άντεξαν άλλο το βάρος μου. Ξέφυγαν απ’ τις κρεμάστρες τους και κατέρρευσαν παρασύροντάς με έξω απ’ την ντουλάπα, μαζί μ’ έναν σωρό από σακάκια, παλτά, κασκόλ, γιλέκα και πουκάμισα. Κατρακύλησα στα πόδια του Σάββα και της τίγρης του σαν μισογεμάτο σακί με πατάτες.
Παραμέρισα ένα πουκάμισο που σκέπαζε το πρόσωπό μου και είδα την τίγρη να με κοιτάζει κατάπληκτη. Η ροδαλή της γλώσσα έγλειψε τα τεράστια δόντια της και εγώ ετοιμάστηκα να εγκαταλείψω τον μάταιο τούτο κόσμο όταν η μορφή της άρχισε να συρρικνώνεται και το δέρμα της ν’ αλλάζει.
Μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μεταμορφώθηκε στον χοντρό κύριο με το μονόκλ και το κοστούμι του ταχυδακτυλουργού που είχα δει για πρώτη φορά στο γραφείο του Σάββα, την ημέρα που είχε ανοιχτεί η διαθήκη του Οδυσσέα.
-«Ιωάννης Παπαδόπουλος,» μου συστήθηκε με μια μικρή υποκλιση. «Χαίρομαι πάρα πολύ για τη γνωριμία!»
-«Παρομοίως!» ψέλισα ηλιθιωδώς, ξαπλωμένη ακόμα πάνω στο σωρό με τα ρούχα. 
-«Σας παρακαλώ, αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για τυπικότητες!» επενέβει ο Σάββας που ήδη στεκόταν δίπλα στην πόρτα, «πρέπει να μάθουμε πως τα πάνε οι υπόλοιποι!»
Ο κύριος με το μονόκλ, τέντωσε για μια στιγμή τ’ αυτιά του και δήλωσε: 
-«Νομίζω ότι έχεις απόλυτο δίκιο. Πολύ ησυχία επικρατεί εδώ μέσα!»
Πραγματικά, μια παράξενη σιωπή είχε απλωθεί σ’ ολόκληρο το σπίτι.
Βγήκαμε απ’ το μπλε δωμάτιο, περπατώντας στις μύτες των ποδιών μας, και διασχίσαμε το διάδρομο κοιτάζοντας με προσοχή μέσα απ’ τις υπόλοιπες πόρτες. Όλα τα γύρω δωμάτια ήταν άδεια. Όταν όμως σταθήκαμε στην κορφή της σκάλας που κατέβαινε στη μεγάλη σάλα του ισογείου αντικρύσαμε μια πολύ παράξενη σκηνή: 
Ο δεύτερος άνδρας που είχα δει στο γραφείο του Σάββα, ο ψιλόλιγνος πενηντάρης που έμοιαζε με ροκ σταρ, κρατούσε από τα χέρια έναν μαυροντυμένο εισβολέα, έναν Ζηλωτή όπως τον είχε ονομάσει ο Παπαδόπουλος, ο οποίος σπαρταρούσε σαν το ψάρι. Γαλαζωποί σπινθήρες πετάγονταν απ’ το σημείο όπου τα χέρια τους ενώνονταν ενώ ένα παράξενο τσιτσίρισμα γέμιζε τον αέρα, κάτι σαν τον θόρυβο που βγάζει ένας χαλασμένος μετασχηματιστής. Μόλις κατάλαβε ότι τον παρακολουθούσαμε, μας έκανε ένα καθησυχαστικό νεύμα και άφησε τον αντίπαλό του να σωριαστεί καταγής, σαν αναισθητοποιημένο θύμα ηλεκτροπληξίας.  
-«Όλα καλά;» τον ρώτησε ο Σάββας.
-«Ναι, αλλά όταν ξυπνήσει θα έχει ένα τρομερό πονοκέφαλο!» του απάντησε εκείνος.
Κατεβήκαμε τρέχοντας τη σκάλα και ορμήξαμε όλοι μαζί στην τραπεζαρία όπου βρήκαμε δύο ακόμα τρομοκρατημένους Ζηλωτές οι οποίοι είχαν σκαρφαλώσει σ’ ένα μεγάλο τραπέζι από μαύρο μαόνι. Γύρω απ’ το τραπέζι είχε συγκεντρωθεί ένα πυκνό πλήθος από μαυριδερούς αρουραίους που τους κοιτούσαν απειλητικά. Τα κοφτερά δόντια τους έμοιαζαν έτοιμα να πριονίσουν τα πόδια του τραπεζιού ενώ τα στρογγυλά τους ματάκια έλαμπαν κατακόκκινα, φωτισμένα από μια διαβολική λάμψη. Σ’ ενα απ’ τα καθίσματα της τραπεζαρίας ήταν καθισμένη η μαυροντυμένη γριούλα με το βέλο η οποία κρατούσε στα χέρια της έναν ακόμα αρουραίο που είχε γυρίσει ανάσκελα και απολάμβανε τα χάδια της νωχελικά.
-«Γειά σας παιδάκια!» μας είπε η γριούλα, «μπορείτε να κάνετε κάτι μ’ αυτούς τους δύο; Δεν θέλω να βάλω τα μωρά μου να τους αγγίξουν. Τους σιχαίνονται!» 
-«Κανένα πρόβλημα Περσεφόνη μου!» της απάντησε ο τύπος που έβγαζε σπινθήρες. Έκανε ένα σάλτο, άγγιξε αστραπιαία τους παγιδευμένους Ζηλωτές οι οποίοι σωριαστηκαν αναίσθητοι πάνω στο γυαλιστερό τραπέζι.
-«Ωραία, για να δούμε τώρα πως τα πήγαν η Δήμητρα και ο Γιώργος!» μας πρότεινε στη συνέχεια ο Παπαδόπουλος.  
Στο δωμάτιο μουσικής αντικρύσαμε έναν ακόμα Ζηλωτή ο οποίος ήταν ξαπλωμένος καταγής, περικυκλωμένος από ένα φλογερό δαχτυλίδι που αν και δεν φαίνονταν να καίει το χαλί, αυτόν τον είχε ήδη καψαλίσει για τα καλά. Δίπλα απ’ τη φωτιά στεκόταν ο μυώδης μεσήλικας με τα τατουάζ. Κρατούσε τα χέρια του τεντωμένα προς τα εμπρός και ανάμεσα από τα χοντρά του δάχτυλα ανάβλυζαν εκτυφλωτικές φλόγες. Εκεί κοντά αντίκρυσα και την ξανθιά γυναίκα η οποία είχε καθίσει κοντά στην άρπα και έπαιζε εναν κατευναστικό σκοπό με τις λεπτεπίλεπτες χορδές της. 
Σκέτο τρελοκομείο δηλαδή.
-«Όλα καλά;» ρώτησε για δεύτερη φορά ο Σάββας. 
-«Ναι, αμε!» τον διαβεβαίωσε ο μεσήλικας, «Δημήτρη, μπορείς να ηλεκτρίσεις μια σταλιά αυτόν τον κύριο γιατί κουράστηκα να τον καψαλίζω;»
-«Ότι θέλει το παιδί!» είπε ο Δημήτρης, Οι φλόγες έσβησαν, ο ξαπλωμένος Ζηλωτής σπαρτάρησε κάτω απ’ το άγγιγμα του Δημήτρη και έμεινε ακίνητος.
-«Δηλαδή, όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι νεκροί;» τους ρώτησα με τρεμάμενη φωνή κοιτάζοντάς τους έναν-έναν, ακόμα και τη γριούλα με το βέλο που είχε μπει και αυτή στο δωμάτιο της μουσικής. 
-«Όχι βέβαια!» μου απάντησε ο κύριος Παντελίδης με ενοχλημένο ύφος, «είναι απλώς αναίσθητοι. Και όταν ξυπνήσουν, ο Γιάννης θα φροντίσει να μην θυμούνται τίποτα απ’ την αποτυχημένη απόπειρά τους να σε απαγάγουν!» 
Ή παρέα των αλλόκοτων σωτήρων μου έστειλε μια σειρά από φιλικά χαμόγελα και μετά κύριος Παντελίδης πρόσθεσε:
-«Πιστεύω ότι ήρθε η στιγμη να σου εξηγήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει, δεν συμφωνείς και εσυ;»
Νομίζω ότι τότε ήταν που λιποθύμησα.


---------------


Μια λευκή ομίχλη απλώθηκε γύρω μου. Έμοιαζε μ’ ένα λευκό σεντόνι που κυμάτιζε απαλά στον ακίνητο αέρα. Ένιωσα το κορμί μου να σωριάζεται καταγής, πάνω σ’ ένα στρώμα από απαλό χορτάρι και ευωδιαστά λουλούδια. 
Η ομίχλη στροβιλίστηκε αθόρυβα και μια ανθρώπινη σιλουέτα διαγράφτηκε ανάμεσα από τα λευκά της πέπλα. 
Ένα χέρι απλώθηκε προς το μέρος μου. Το άρπαξα και εκείνο με βοήθησε να ξανασταθώ στα πόδια μου. Ο μοναδικός ήχος που γέμιζε τη σιωπή ήταν ο θόρυβος του νερού που έπεφτε πάνω σε κάποια πέτρινη επιφάνεια.
Σήκωσα το κεφάλι μου και αντίκρυσα το πρόσωπο του Οδυσσέα. Ήταν νέος και πάλι και μου χαμογελούσε όλο γλύκα. 
Ένιωσα ασφαλής ξαφνικά, προστατευμένη. Χώθηκα στην αγκαλιά του και πίεσα το πρόσωπό μου πάνω στο λευκό του πουκάμισο. Εισέπνευσα το γνώριμο άρωμα που είχα πια μάθει να συσχετίζω με το πρόσωπό του και πάλεψα να μην κλάψω, τόσο πολύ χαιρόμουν που τον ένιωθα κοντά μου. 
Τα χέρια του απλώθηκαν στέρεα και πολύ πραγματικά γύρω μου.
-«Δεν πρέπει να φοβάσαι,» ψιθύρισε πλησιάζοντας το στόμα του στο αυτί μου, «νομίζεις πως θα σε άφηνα να σηκώσεις μονάχη το βάρος της ιδιοκτησίας του αρχοντικού και όλων των συνεπειών που συνεπάγεται αυτό το γεγονός;»
-«Που βρίσκομαι;» τον ρώτησα πνιγμένα.
-«Βρίσκεσαι μέσα στη Νιόβη,» μου απάντησε εκείνος. 
Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα κατάματα αλλά το μόνο που διάβασα στα μάτια του ήταν ένας είδος κατεργάρικης ευδαιμονίας.
Ο θείος μου θα πρέπει να διάβασε την έκφραση της βαθιάς απορίας που απλωνόταν πάνω στο πρόσωπό μου γιατί άρχισε να γελάει. Ήταν ένα γέλιο πλούσιο και βαθύ, απαλό σαν τη φωνή του. Ένα γέλιο καλοσυνάτο.
-«Τι είναι η Νιόβη;» 
-«Η Νιόβη είναι ένας έλλογος στρόβιλος ενέργειας,» μου εξήγησε ο Οδυσσέας, «Και όπως όλες οι οντότητες αυτού του είδους είναι άχρονη και άφθαρτη.»
-«Και τι ζητάει από εμένα;»
-«Τι ζητάει; Δεν ζητάει τίποτε απολύτως γιατί είναι αιώνια, παντοδύναμη και αυτοσυντηρούμενη. Τι θα μπορούσες να έχεις εσύ που να της είναι αναγκαίο;»
Ξέφυγα από την αγκαλιά του και στάθηκα απέναντί του.
-«Δεν καταλάβαίνω απολύτως τίποτα!» δήλωσα όσο πιο εμφατικά μπορούσα, «θα ήθελα να μου πεις που ακριβώς βρίσκομαι αυτή τη στιγμή, πως γίνεται και είσαι νέος και ζωντανός αφού έχεις πεθάνει και μάλιστα σε πολύ προχωρημένη ηλικία, ποιοί είναι εκείνοι που προσπάθησαν να μου κάνουν κακό και ποιοί είναι οι άλλοι που τους εξουδετέρωσαν; Εν ολίγοις, θέλω να μάθω τα πάντα!»
Ο θείος μου δεν φάνηκε να ενοχλείται απ’ τον επιθετικό τόνο της φωνής μου. 
Έκανε ένα μικρό νεύμα στο κενό και ο στρόβιλος της ομίχλης που κινούνταν αργά γύρω μας υποχώρησε λιγάκι και αποκάλυψε ένα παλιομοδίτικο παγκάκι από σφυλήρατο σίδερο και λουστραρισμένες σανίδες.  
-«Θα προσπαθήσω να λύσω όλες τις εύλογες απορίες σου,» μου είπε, «αλλά αυτό θα πάρει αρκετή ώρα. Ας καθίσουμε λοιπόν στο παγκάκι, τι λες και εσύ;»
Υπάκουσα στην προτροπή του και εκείνος κάθισε δίπλα μου. Ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού εμφανίστηκε ένα μακρύ τσιγάρο που άναψε μόνο του. Αυτος ρούφηξε τον καπνό με απόλαυση, τον άφησε να βγει αργά μέσα απ’ το στόμα του και ύστερα μου έστειλε ένα καθησυχαστικό χαμόγελο.
-«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε μέσα στο μυαλό σου,» άρχισε να μου λέει, «βλέπεις ένα όνειρο που διαμορφώνεται απ’ τη δική μου θέληση και απ’ τη δύναμη της Νιόβης.»
-«Μπορεί και μπαίνει στο μυαλό μου;» τον ρώτησα φοβισμένη.
-«Όπως σου είπα και προηγουμένως, η Νιόβη είναι ένας έλλογος στρόβιλος ενέργειας. Αποτελείται σε πολύ μεγάλο ποσοστό από καθαρή σκέψη. Αν σκεφτείς ότι ολόκληρο το σύμπαν συνίσταται στην εκδήλωση των σκέψεων της αχανούς κοσμικής διάνοιας που ονομάζουμε δημιουργό και ότι κάθε έλλογο πλάσμα βρίσκεται σε συντονισμό μ’ αυτή τη διάνοια, εφόσον αποτελεί δημιούργημά της, δεν καταλάβαίνω για ποιό λόγο σου φαίνεται τόσο παράξενο αυτό το γεγονός!»
-«Δηλαδή υπάρχουν πολλές οντότητες σαν τη Νιόβη;» 
-«Πάρα πολλές. Οι λαοί της αρχαιότητας τις αναγνώριζαν και τις αντιλαμβάνονταν, αρκετά δικαιολογημένα, ως θεότητες. Οι περισσότερες είναι ευμενείς προς τους ανθρώπους όπως και προς κάθε μορφή ζωής. Οι πρόγονοί μας κατάφεραν μάλιστα να βρουν τρόπους επικοινωνίας μαζι τους πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να διευρύνουν τη συνείδητότητά τους και ν’ αναπτύξουν στενότερες σχέσεις κατανόησης και συνεργασίας με τη μητέρα φύση. Μετά όμως, ήρθαν οι σκοτεινές εποχές.»
Το πρόσωπό του σοβάρεψε και μια σκιά θλίψης και θυμού πέρασε από πάνω του. Η ομίχλη, λες και αντιλαμβανόταν τα συναισθήματά του, αναδεύτηκε γύρω μας νευρικά.
-«Τι θες να πεις;» τον παρότρυνα.
Ο Οδυσσέας φάνηκε ν’ αποχωρίζεται απρόθυμα τις δυσάρεστες σκέψεις που τον είχαν κυριεύσει. Οι ρυτίδες του θυμού έσβησαν απ’ το μέτωπό του και τα μάτια του φωτίστηκαν και πάλι:
-«Η επικράτηση των μονοθειστικών θρησκειών είχε μια πολύ αρνητική παρενέργεια,» μου είπε, «Καλλιέργησε έναν απολυταρχικό τρόπο σκέψης που διαχώρησε τον πνευματικό απ’ τον υλικό κόσμο και διαίρεσε την πραγματικότα σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, στο κακό και στο καλό, στο άσπρο και στο μαύρο. Η μοναδική πνευματική αρχή που παρέμεινε αποδεκτή ήταν η ύπαρξη του ενός θεού ενώ όλες οι υπόλοιπες έλλογες διάνοιες με τις οποίες είχε έρθει σ’ επαφή το ανθρώπινο είδος ταυτίστηκαν με τις δυνάμεις του κακού. Οι αρχαίοι ναοί όπου εκδήλωναν την παρουσία τους υποβοηθούμενες απ’ τις ενεργειακές ιδιομορφίες των συγκεκριμένων τοποθεσιών όπου ήταν χτισμένοι, γκρεμίστηκαν και κάηκαν, εκτός από κάποιους που μετατράπηκαν σε εκκλησίες. Η επαφή μαζί τους διακόπηκε, εκτός απ’ τις περιπτώσεις όπου η παρουσία τους ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και συνέχισαν να λατρεύονται ως άγιοι ή αγίες της νέας θρησκείας. Το χειρότερο όμως ήταν ότι κάποιοι ζηλωτές της κανούργιας κοσμοθέασης που γνώριζαν τα τελετουργικά της επαφής μαζί τους, προσπάθησαν να τις εκμεταλλευτούν για τους δικούς τους ιδιοτελείς σκοπούς, με αποτέλεσμα να φέρουν πολλά κακά στον κόσμο, αρρώστειες, πείνα και πολέμους. Έτσι λοιπόν οι μυστικές αυτές τελετουργίες θάφτηκαν στη λήθη ή διαφυλάχτηκαν από κάποιους αφοσιωμένους μύστες, μέχρι ν’ αλλάξουν οι εποχές και να ξημερώσει μια κανούργια μέρα για την ανθρωπότητα.»
-«Εσύ πως τα ανακάλυψες όλα αυτά;»
Ο Οδυσσέας ρούφηξε για δεύτερη φορά καπνό απ’ το τσιγάρο του.
-«Τυχαία. Όταν αγόρασα το σπίτι. Καθοδηγήθηκα από κάποια πολύ παράξενα όνειρα. Όπως και εσύ. Η Νιόβη, η οποία εξακολουθούσε να εστιάζεται στο χώρο που μια φορά και έναν καιρό υψωνόταν ο ναός της αποφάσισε να επικοινωνήσει μαζί μου. Θα την ευγνομωνώ αιώνια γιαυτό. Έδωσε ένα θαυμαστό νόημα στη ζωή μου και, όπως βλέπεις, μ’ έσωσε ακόμα και απ’ το θάνατο.»
-«Μα αφού έχεις πεθάνει!» του είπα απορημένη.
-«Το σώμα μου ναι. Αλλά η διάνοιά μου έχει ενσωματωθεί με τη δική της. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό, το δώρο της Νιόβης στους ανθρώπους. Η αιώνια ζωή σ’ έναν ωκεανό ευδαιμονίας και αγάπης!»
Τα μάτια του είχαν υγρανθεί απ’ τη συγκίνηση που τον είχε κυριεύσει. Αυτό το γεγονός δεν μ’ εμπόδισε ωστόσο από το να του κάνω κάποιες επιπλέον ερωτήσεις:
-«Δηλαδή οι άνθρωποι που ρήμαξαν το διαμέρισμά μου και εισέβαλαν στη Βίλλα είναι απόγονοι των Ζηλωτών; Γιαυτό τους ονόμασε έτσι ο Παντελίδης; Και ποιοί είναι αυτοί που τους εξουδετέρωσαν; Ξέρουν και αυτοί το μυστικό του σπιτιού;» 
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε και πάλι, διασκεδάζοντας με τον καταρράκτη των ερωτήσεων μου.
-«Ναι,» μου απάντησε. «Είναι Ζηλωτές, τα μέλη κάποιας παράνομης παραθρησκευτικής οργάνωσης που προσπαθούν να υπερβούν τα ανθρώπινα όρια με τη χρήση βάναυσων και καταχρηστικών μεθόδων. Προφανώς, λίγο μετά τον φυσικό μου θάνατο, ανακάλυψαν ή μάντεψαν το μυστικό της Βίλας και προσπάθησαν να το οικειοποιηθούν. Βρέθηκαν όμως αντιμέτωποι με το τάγμα της Νιόβης.»
-«Τι είναι πάλι τούτο;» έκανα νιώθωντας εντελώς εξουθενωμένη απ’ αυτή την αλληλουχία των ασταμάτητων αποκαλύψεων.
-«Το τάγμα της Νιόβης αποτελείται απ’ τους ανθρώπους που εξουδετέρωσαν τους αποψινούς εισβολείς,» μου εξήγησε ο Οδυσσέας. «Είναι αυτοί που γνωρίζουν το μυστικό και είναι αποφασισμένοι να το υπερασπιστούν με τη ζωή τους. Το κίνητρο που τους ωθεί είναι η αγάπη τους προς το πρόσωπό μου.»
-«Ναι, κάτι μου είπε ο Παντελιδης,» μουρμούρισα. 
-«Είναι όλοι τους άνθρωποι με κάποιες πολύ ιδιαίτερες ικανότητες. Πρέπει να ξέρεις ότι κάθε μέρα γεννιούνται κάποιοι που διαφέρουν από τους άλλους με τρόπους αναπάντεχους. Τις περισσότερες φορές όμως, η άγνοια ο φόβος και η προκατάληψη του κοινωνικού περίγυρου τους ωθούν στο περιθώριο και στην απομόνωση. Μαθαίνουν έτσι να μισούν τον εαυτό τους και αυτοκαταστρέφονται. Πάρε για παράδειγμα την Περσεφόνη, τη μαυροντυμένη γριούλα που μπορεί και επικοινωνεί τηλεπαθητικά με τα τρωκτικά. Γεννήθηκε με αυτή την παράξενη ικανότητα που έκανε τους δικούς της να τη βλέπουν σαν ένα τέρας της φύσης. Όταν τη γνώρισα ήταν μια τρομοκρατημένη άστεγη που ζητιάνευε στους δρόμους για να ζήσει και κοιμόταν με τα ποντίκια που ήταν και οι μοναδικοί της φίλοι. Ο Γιώργος, ο άνθρωπος με τα τατουάζ μπορεί και ανάβει φωτιές με τη δύναμη της σκέψης του. Μέχρι να μάθει πως να ελέγχει αυτή τη δύναμη κινδύνεψε πολλές να πεθάνει από εγκάυματα ενώ πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη φυλακή γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνος για μια σειρά εμπρησμών. Το σώμα του Δημήτρη παράγει ισχυρότατες ηλεκτρικές εκκενώσεις. Όταν τον ανακάλυψα ήταν βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά επειδή σκότωσε άθελά του τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ο Γιάννης μπορεί και προβάλλει τις σκέψεις του στα μυαλά των άλλων ανθρώπων με τρόπο τέτοιο ώστε να τους πείθει ότι αποτελούν κομμάτια της αντικειμενικής πραγματικότητας, κάτι που παρεπιπτόντως τον βοήθησε πολύ στην καριέρα του ως ταχυδακτυλουργό. Όσο για τη Δήμητρα, η ικανότητά της να βλέπει το μέλλον είχε ως αποτέλεσμα να την κλείσουν στο ψυχιατρείο. Και για να προλάβω την επόμενη ερώτησή σου, τους γνώρισα οδηγημένος από μια σειρά ονείρων που μου έστειλε η Νιόβη.»
Έμεινα σιωπηλή. Επιτέλους ξεκαθάριζαν όλα. Τα παράξενα όνειρα, η προειδοποιητική επιγραφή στο δάπεδο της σοφίτας, η σωτήρια επέμβαση των αρουραίων που οδήγησε τον Μίλτο σε άτακτη φυγή και η τελική μάχη με τους μαυροντυμένους εισβολείς
-«Τι γίνεται με το ημερολόγιο που ανέφερε ο δικηγόρος σου;» 
-«Το πραγματικό ημερολόγιο δεν βρίσκεται στην Ελλάδα,» μου απάντησε ο Οδυσσέας κοιτάζοντάς με πονηρά, «φυλάσσεται σε μια ειδική θυρίδα σε κάποια τράπεζα, στην πόλη του Περθ, στην Αυστραλία! Οι Ζηλωτές έκλεψαν ένα παραπλανητικό και άχρηστο αντίγραφο!»
Τον κοίταξα με ανυπόκριτο θαυμασμό. Τα είχε σκεφτεί όλα τελικά.
-«Και τώρα τι θα γίνει;» τον ρώτησα ύστερα από κάποια δευτερόλεπτα σκεπτικής σιγής.  
-«Και τώρα θ’ αναλάβεις τα καινούργια σου καθήκοντα, μου απάντησε εκείνος. Το τσιγάρο εξαφανίστηκε από τα δάχτυλά του. «Θ’ αναλάβεις την προστασία της βίλας. Δεν θα είσαι μόνη. Τα μέλη του τάγματος δεν θα σε αφήσουν ποτέ απροστάτευτη.»
Στη συνέχεια σηκώθηκε όρθιος, με πλησίασε και έκατσε απέναντί μου ανακούρκουδα, έτσι ώστε το πρόσωπό του να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με το δικό μου.
Τα χέρια του άγγιξαν τους ώμους μου και τους έσφιξαν απαλά:
-«Πρέπει να φύγω. Τώρα μπορώ να ενσωματωθώ πλήρως με την Νιόβη, εφόσον γνωρίζω ότι θα είσαι καλά.»
Χωρίς να πει τίποτα περισσότερο, με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε στο μέτωπο.
Η λευκή ομίχλη έκλεισε γύρω μου και τα πάντα βυθίστηκαν μέσα σε μια άχρωμη ανυπαρξία.

---------------


Άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα ξαπλωμένη σ’ έναν καναπέ, στη σάλα με το πιάνο και την άρπα. Είχε νυχτώσει και βαθύ σκοτάδι κάλυπτε τον κόσμο αλλά μέσα στο ευρύχωρο δωμάτιο τα φώτα ήταν αναμμένα και σκόρπιζαν ένα ζεστό και πλούσιο φως. Γύρω μου είχαν μαζευτεί οι καινούργιοι μου φίλοι και προστάτες. Ανασηκώθηκα και τους κοίταξα έναν-έναν στα μάτια, τη μαυροντυμένη γριούλα, τον κύριο με τα τατουάζ, τον τύπο με τα δερμάτινα, την όμορφη ξανθιά γυναίκα, τον ταχυδακτυλουργό και τον δικηγόρο μου. 
-«Σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε,» τους είπα «Μου σώσατε τη ζωή!»
-«θα είμαστε για πάντα στο πλευρό σου,» με διαβεβαίωσε ο δικηγόρος μου.
-«Όλοι μας,» μου είπε η Δήμητρα,
-«Όλοι μας,» μου είπαν και οι υπόλοιποι με μια φωνή.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα η ζωή μου είχε αλλάξει για πάντα. Πατούσα πάνω σ’ ένα μαγικό κατώφλι και μπροστά μου ξεδιπλώνονταν ένας θαυμαστός κόσμος, μια καινούργια ζωή γεμάτη με περιπέτειες και ανακαλύψεις, με μαγικά μυστήρια και μυστικούς κόσμους που περίμεναν να τους ανακαλύψω. Η παλιά πραγματικότητα, η πεζή καθημερινότητα μιας καταθλιπτικής φοιτήτριας της Νομικής Αθηνών που περνούσε τη ζωή της βυθισμένη μέσα σε μια προβλέψιμη μετριότητα, είχε πεθάνει για πάντα.
Όλα είχαν αλλάξει. Ο κόσμος είχε μεταμορφωθεί σ’ένα μαγικό παραμύθι. 
Τους χαμογέλασα και αρχίσαμε να μιλάμε όλοι μαζί, να συζητάμε για περασμένες εποχές και για τα μελλοντικά μας σχέδια. Αυτοί ήταν η καινούργια μου οικογένεια, οι άνθρωποι που σαν κι εμένα, είχαν ζήσει τη μοναξιά και την είχαν ξορκίσει βρίσκοντας ο ένας τον άλλο. 
Κάποια στιγμή ξημέρωσε.
Βγήκαμε όλοι μαζί στον κήπο και καθίσαμε γύρω από το συντριβάνι που σπινθηροβολούσε σαν κρυστάλλινο λουλούδι. Απολαύσαμε το φως του ήλιου που σκαρφάλωνε γοργά στον ορίζοντα και είδαμε τον ουρανό να βάφεται ρόδινος και μετά γαλάζιος. Καθώς τα πουλιά που κρύβονταν μέσα στις φυλλωσιές των γύρω δέντρων άρχισαν να κελαηδούν χαρούμενα, χαιρετώντας το ξεκίνημα της καινούργιας εκείνης ημέρας, μου φάνηκε ότι το άγαλμα της Νιόβης χαμογελούσε ευχαριστημένο.
Ενιωσα τότε ότι έκλεινε ένας κύκλος, ένα κεφάλαιο που είχε ξεκινήσει από τότε που τρεις μήνες πριν, στεκόμουν μόνη στην άδεια παραλία ενός ακρητικού νησιου που βυθιζόταν στο σκοτάδι και ένιωθα πλημμυρισμένη από τη θλίψη και τη μοναξιά. Είχα ζητήσει βοήθεια τότε, την παρέμβαση κάποιας δύναμης που θα έδινε νόημα στη ζωή μου. Η έκκλησή μου είχε εισακουστεί, το καταλάβαινα ξεκάθαρα τώρα. Η μοναξιά με είχε εγκαταλείψει για πάντα, η θλίψη και η στεναχώρια επίσης. 
Πήρα μια βαθιά αναπνοή, έκλεισα τα μάτια μου και άφησα το φως του πρωινού ήλιου να με ζεστάνει. Επιτέλους, μπορούσα να το παραδεχτώ: 
Ήμουν βαθιά και απόλυτα ευτυχισμένη.


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2008

2 σχόλια:

  1. Άλλη μια φορά μας ταξίδεψες σε όμορφους κόσμους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τhank you!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή