Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

ΟΙ ΞΕΝΟΙ


1

Σταμάτησα να σκάβω αι στάθηκα ολόρθος.

Τεντώθηκα, έτριψα την πλάτη μου που είχε αρχίσει να με πονάει απ’ τ’ ολοήμερο σκύψιμο και την ορθοστασία και έμεινα ασάλευτος, καταμεσής του χωραφιού, ενώ γύρω μου έπεφτε η νύχτα και τα τριζόνια ξεκινούσαν το νυχτερινό τραγούδι τους. Μισόκλεισα τα μάτια μου, σκούπισα το μέτωπό μου που είχε μουσκέψει απ’ τον ιδρώτα και άφησα την τσάπα που κρατούσα να πέσει στο φρέσκο-γυρισμένο χώμα. Ο Γκέκας, το πιστό μου τσομπανόσκυλο, τέντωσε τ’ αυτιά του και γρύλισε σαν άγριο θεριό. Εγώ τον χάιδεψα στο κεφάλι για να τον ησυχάσω.

Είδα ένα παράξενο φως.

Έλαμπε σαν αναμμένο φανάρι ανάμεσα στους ώμους των απότομων βουνών, πάνω απ’ τις μυτερές κορφές του δάσους που ξεκινούσε πέρα απ’ το χωράφι μου. Άστραφτε σαν ασημένιο και έμοιαζε με αστέρι που είχε κατέβει απ’ τον ουρανό για ν’ αγγίξει τον κόσμο των ανθρώπων. Για μια στιγμή τρόμαξα καθώς φαντάστηκα ότι έβλεπα το φως κάποιας φωτιάς που είχαν ανάψει τίποτα συμμορίες Τούρκων ή Βούλγαρων κομιτατζήδων που είχαν ξεγλιστρήσει μες απ’ το διάσελο και κατασκήνωναν εκεί πάνω μέχρι να ξημερώσει. Οι γυρολόγοι και οι πραματευτάδες που περνούσαν αριά και που απ’ τα μέρη μας, μας έλεγαν ότι είχαν ξαναρχίσει να σφάζουν χριστιανούς γιατί πλησίαζε πόλεμος με την Ελλάδα και έτρεμαν μήπως σηκώσουμε κεφάλι. Είχαμε γλυτώσει μέχρι τώρα γιατί το χωριό μας ήταν μακριά απ’ τις πόλεις και τα σύνορα, χαμένο σε μια στενή κοιλάδα που τη σκίαζαν τ’ άγρια βουνά και δεν την ήξερε κανείς. Ζούσαμε καλά κρυμμένοι εδώ πάνω, μακριά απ’ τις φασαρίες και τους σκοτωμούς, αλλά κρατούσαμε τα μάτια μας ανοιχτά και φυλάγαμε όλα τα περάσματα.

Έβγαλα το φέσι μου, έξυσα το μακρυμάλλικο κεφάλι μου και ξανακοίταξα το φως πιο προσεκτικά.

Αυτή τη φορά ένιωσα πιο ήσυχος.

Ότι και να ‘ταν αυτό το πράγμα, φωτιά πάντως δεν ήταν. Η φωτιά βγάζει καπνό ενώ εδώ τίποτα δε βρώμιζε τα φωτεινά ουράνια που έλαμπαν σαν μπακιρένια πάνω απ’ τα δυτικά βουνά. Η φωτιά είναι κόκκινη και τρεμοπαίζει ενώ τούτο ‘δω το φως ήταν λευκό και δυνατό και σκόρπιζε μια λάμψη που δεν άλλαζε καθόλου. Έμοιαζε με στρογγυλό ασημικό που αστράφτει στον ήλιο του μεσημεριού.

Ο ουρανός, από βιολετής που ήταν, πήρε ένα χρώμα λουλακί. Οι σκιές των βουνών απλώθηκαν και γέμισαν την κοιλάδα μας με τα μαύρα τους φτερά ενώ τα πρώτα αστέρια άρχισαν να φεγγοβολούν σαν κεράκια και τα φύλλα των δέντρων κρεμάστηκαν ακίνητα στο μούχρωμα. Τα σχήματα όλων των πραγμάτων έγιναν θολά και μικρές πυγολαμπίδες άρχισαν να πετούν γύρω μου, πάνω απ’ την φρεσκοσκαμμένη γη του χωραφιού.

Αλλά το φως δεν άλλαζε. Συνέχισε να λάμπει ζωηρό και δυνατό, μια λευκή κουκίδα που φώλιαζε στην αγκάλη των βουνών σαν μικρό φεγγάρι.

Το δειλινό προχώρησε και ο αγέρας ψύχρανε. Τ’ αστέρια πλήθυναν. Μια βαριά σιωπή σκέπασε την πλάση. Η νύχτα έπεσε πάνω μου σα μαλλιαρή κουβέρτα και μια κουκουβάγια άρχισε να σκούζει μες το δάσος.

Άθελά μου ρίγησα. Ένιωσα το αγιάζι να πέφτει στους ώμους μου σα ψιλή βροχή. Φόρεσα το τριμμένο πανωφόρι μου, πέρασα στους ώμους μου την τσάπα και κίνησα να κατεβαίνω το χωματένιο μονοπάτι που έκοβε στα δύο τα χωράφια μου κ’ έβγαζε στο σπιτικό μου όπου με περίμενε η γυναίκα, τα παιδιά μου και ένα πιάτο με ζεστό φαγητό.


2

Η ώρα του εσπερινού, όταν γυρίζω στο σπίτι μου, είναι η στιγμή που αγαπώ περισσότερο απ’ όλες σ’ αυτή τη ζωή:

Πρώτα πατώ στο κατώφλι της εξώθυρας με βήματα βαριά και ασήκωτα για να με ακούσουν όλοι και να μου κρυφτούν. Μετά ανοίγω την πόρτα διάπλατα, με δύναμη, σα δράκος που μπαίνει στο λημέρι του. Κοιτάζω γύρω-γύρω και φωνάζω δυνατά, θυμωμένος τάχα:

-«Ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει!» Και τότε, από πίσω απ’ το τζάκι ή μέσα από κάποια κασέλα, πετάγονται τα δύο μου αγόρια και πέφτουν πάνω μου σα βολίδες. Μετά κατεβαίνει και η Μαρία τη σκάλα του οντά και μου χαμογελάει γλυκά σαν Παναγία. Εγώ τους φιλώ όλους, έναν-έναν, πρώτα τη Μαρία και μετά τον Αντωνάκη και το Γιαννάκη μου που χώνονται στην αγκαλιά μου και φλυαρούν όλο χαρά, πασχίζοντας να μου περιγράψουν κάτι που είδαν ή άκουσαν στο σπίτι του Πάπα Μανώλη που μαζεύει τα πιτσιρίκια του χωριού και τα στρώνει στη μελέτη για να τους μάθει λίγα κολλυβογράμματα. Πλένω τα χέρια και το πρόσωπο μου με το νερό της στάμνας και καθόμαστε όλοι μαζί γύρω απ’ το ξύλινο τραπέζι μας, μέσα στο γλυκό φως των λυχναριών που κρέμονται απ’ τα μαδέρια της στέγης και φωτίζουν το μικρό μας σπιτικό. Κάνουμε το σταυρό μας, λέμε το πάτερ ημών και αρχίζουμε να τρώμε. Τότε νιώθω πολύ όμορφα και όλος ο κόπος της ημέρας είναι σαν να φεύγει από πάνω μου. Καθώς βλέπω τα πρόσωπα των παιδιών μου να με κοιτάζουν με τα φωτεινά τους μάτια και να καταβροχθίζουν το φαί τους, μια παράξενη ζεστασιά απλώνεται στο στήθος μου. Η Μαρία μου κόβει το ψωμί σε μικρά κομματάκια και μου γεμίζει το ποτήρι με κρύο νερό απ’ το πηγάδι. Καθώς η νύχτα προχωράει, το τραγούδι των τριζονιών γίνεται πιο δυνατό, το κάλεσμα της κουκουβάγιας γεμίζει το σκοτάδι και το ψιθύρισμα των δέντρων μοιάζει με ξόρκι προστασίας που τυλίγεται γύρω απ’ το σπίτι. Και εγώ νιώθω όλο και πιο ευτυχισμένος, όλο και πιο περήφανος που έχω μια καλή γυναίκα και δυο γερά και όμορφα παιδιά.

Ζούσαμε μόνοι μας εκεί πάνω, παραέξω απ’ το χωριό. Το σπιτικό μας ήταν κοντά στα όρια του δάσους αλλά αυτό δεν μας σκότιζε καθόλου. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Εχθρούς δεν είχαμε και κάθε Κυριακή που κατεβαίναμε στο χωριό για να εκκλησιαστούμε και να πούμε και καμιά κουβέντα με τους γειτόνους μας, όλοι μας χαιρετούσαν με χαρά και πάντα έβρισκα κάποιον για να του πουλήσω το γάλα που κατέβαζαν οι κατσίκες μας. Η ζωή μας φερόταν καλά.

Εκείνο το βράδυ όμως, ήμουν κομμάτι σκυθρωπός. Το παράξενο φως με είχε αγριέψει. Η Μαρία δεν με ρώτησε τίποτα μπροστά στα παιδιά για να μην τ’ ανησυχήσει αλλά απ’ το βλέμμα που μου έριξε κατάλαβα ότι είχε μυριστεί πως είχα κάτι στο μυαλό μου. Όταν τα παιδιά μας απόφαγαν με το καλό, τ’ ανέβασε στον οντά, τα ‘βαλε στα κρεβάτια τους και μετά με πλησίασε για να μου μιλήσει.

Ήταν γλυκιά και τρυφερή όπως πάντα. Τα μάτια της που ήταν φωτεινά και πράσινα σαν το χλωρό χορτάρι, έψαξαν το πρόσωπό μου και τα δάχτυλά της χάιδεψαν το μάγουλό μου με στοργή:

-«Τι έχεις;» με ρώτησε, «Τι σε παιδεύει;»

-«Είδα κάτι,» της είπα με δισταγμό, «κάτι σαν φως κοντά στο πέρασμα που βγάζει έξω απ’ την κοιλάδα.»

-«Τι φως ήταν αυτό;» «Ξένοι;» έκανε. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε και μέσα μου χάρηκα που κάναμε τις ίδιες σκέψεις. Σκέφτηκα για χιλιοστή φορά ότι είχα παντρευτεί μια έξυπνη και μυαλωμένη γυναίκα.

-«Δεν ήταν από φωτιά,» προσπάθησα να της εξηγήσω, «έλαμπε σαν ασημένιο χωρίς να τρέμει και χωρίς να βγάζει καπνό. Αν φαινόταν απ’ το σπίτι, θα σου το έδειχνα. Αλλά τώρα νυχτιάτικα δεν κάνει ν’ ανεβούμε μέχρι τα χωράφια!»

-«Παράξενο….» μουρμούρισε η Μαρία, «Έχεις δίκιο,» πρόσθεσε, «δεν μπορούμε να πάμε τώρα! Αλλά αύριο πρωί-πρωί , προτού να ξημερώσει, θα ‘ρθω μαζί σου για να το δω κι εγώ!»

Στη συνέχεια φάνηκε να σκέφτεται και κάτι άλλο:

-«Άκουσα και εγώ κατιτίς τ’ αλλόκοτο απόψε!» .

-«Τι αλλόκοτο;» τη ρώτησα σμίγοντας τα φρύδια μου. Η λέξη που ξεφούρνισε μου έκανε εντύπωση. Είχε ένα περίεργο βάρος που την έκανε απειλητική.

-«Τη θυμάσαι τη Μαρίνα που έρχεται μαζί με τις γυναίκες στο ποτάμι για να πλύνει τ’ ασπρόρουχά της, ε;»

-«Τη Μαρίνα τη παλαβή μου λες;»

-«Αυτή ντε!»

Η Μαρίνα ήταν μια πολύ φτωχή μεγαλοκοπέλα που είχε μείνει αστεφάνωτη και ζούσε με τον μπάρμπα της. Αυτός μπεκρόπινε ολημερίς στον καφενέ και το βράδυ γύρναγε στο σπιτικό τους και την έδερνε. Υπήρχαν φορές που τα κλάματά της έφταναν μέχρι την πλατεία και ο παπά Μανώλης έτρεχε με τη ψυχή στο στόμα για να τη γλυτώσει.

Τη λέγανε και παλαβή γιατί ήταν αλαφροΐσκιωτη και ξεφούρνιζε συνέχεια κάτι παράξενες ιστορίες να σου σηκώνεται η τρίχα, ότι έβλεπε τάχα πεθαμένους να τριγυρνούν στα σοκάκια του χωριού και νεράιδες να χορεύουν πάνω στα νερά του ποταμού. Γεροκομούσε τον πατέρα της και ποτέ της δεν πείραζε κανένα. Ακόμα και όταν τα παλιόπαιδα του χωριού μαζευόταν και πετούσαν πέτρες στο παραθύρι της για να την πειράξουν, εκείνη δεν τους κακομιλούσε. Έβγαινε στο κατώφλι και τους μιλούσε γλυκά και ευγενικά, μέχρι που εκείνα τη βαριόντουσαν και την άφηναν στη ησυχία της.

-«Τι σας έλεγε πάλι;»

-«Μας είπε ότι εψές, αργά το βράδυ, μετά τον εσπερινό, καθώς γυρνούσε φορτωμένη απ’ τη βρύση, είδε ένα πανύψηλο άνθρωπο να στέκεται όρθιος στη στέγη του σπιτιού του κυρ-Νίκου, του κουρέα. Φορούσε λέει ασημένια ρούχα και την κεφαλή του σκέπαζε κάτι που έμοιαζε με κρυστάλλινη γαβάθα! Μας είπε ότι έλαμπε σαν άγγελος και ότι στεκόταν ακίνητος, ίδιος με ζωγραφιά. Εκείνη έκανε το σταυρό της για να ξορκίσει το κακό αλλά αυτός δεν έφυγε. Έσκυψε τότε το κεφάλι της γιατί φοβήθηκε να τον ξανακοιτάξει και τότε άκουσε ένα πράγμα σαν πανί που πλαταγίζει στον άνεμο και όταν ξανακοίταξε ψηλά ο άνθρωπος είχε γίνει καπνός!»

Μου ‘ρθε να βάλω τα γέλια αλλά κρατήθηκα για να μην ξυπνήσω τα παιδιά.

-«Τι άλλο θα σκεφτεί αυτή η γυναίκα!» της είπα και η Μαρία πήγε να γελάσει μαζί μου. Την αγκάλιασα σφιχτά και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι μας κρυφογελώντας ακόμα. Εκείνη τη στιγμή, τα ξέχασα όλα, το παράξενο φως, τους Τούρκους και τους Κομιτατζήδες. Είχα κοντά μου τη γλυκιά και όμορφη γυναίκα μου και τούτο μόνο μ’ ένοιαζε.

Αλλά πιο ύστερα μας ήρθε το κακό.

3

Ξύπνησα μέσα στη νύχτα. Είχαμε σβήσει το λαδολύχναρο που φώτιζε την κάμαρη πριν πέσουμε για ύπνο και έτσι τώρα μήτε τη μύτη μου δεν μπορούσα να δω. Αλλά η καρδιά μου χτυπούσε παράξενα, πολύ δυνατά, σαν να’ θελε να βγει απ’ τα πλευρά μου. Ένιωθα φοβισμένος, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιό πράγμα. Έμεινα ασάλευτος το λοιπόν, δίπλα στη Μαρία που ροχάλιζε απαλά, να κοιτάζω το σκοτάδι με τα μάτια μου γαρίδα. Η ανάσα έβγαινε αργή μέσα απ’ το στόμα μου, ίδια με απαλό ψιθύρισμα. Αυτό ήταν και το μοναδικό πράγμα που μπορούσα να ακούσω, την ανάσα μου, την απαλή πνοή της Μαρίας που κοιμόταν του καλού καιρού και τις ανάσες των παιδιών μας που ξάπλωναν στα κρεβάτια τους, πάνω στον οντά.

Και ξαφνικά, λες και κάποιος με είχε χτυπήσει μ’ ένα σφυρί, κατάλαβα τι ήταν αυτό που με φόβιζε. Ήταν η απόλυτη σιγαλιά. Οι φωνές του δάσους που ξεκινούσε πέρα απ’ τα χωράφια, το τραγούδι των τριζονιών, το κάλεσμα της κουκουβάγιας και το θρόισμα του αγέρα στις φυλλωσιές των δέντρων είχαν σβήσει.

Λες και ολάκερη η πλάση είχε βουβαθεί.

Μέριασα τη κουβέρτα που με σκέπαζε όσο πιο μαλακά μπορούσα για να μην ξυπνήσω τη γυναίκα μου και γλίστρησα έξω απ’ το κρεβάτι. Κοντοστάθηκα μπροστά στην εξώθυρα και τέντωσα τ’ αυτιά μου μπας και ακούσω κάτι περισσότερο. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα, μήτε ήχος μήτε φως. Θαρρείς πως ο κόσμος έξω απ’ το σπιτικό μας είχε χαθεί και είχε αφήσει πίσω του ένα πηχτό σκοτάδι.

Έσφιξα τα δόντια μου, έπιασα το μάνταλο της πόρτας και το ανέβασα αργά και προσεκτικά, σαν να ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου. Η πόρτα έτριξε απαλά καθώς άνοιξε μια στάλα.

Έκλεισα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα και πάλι. Μετά δρασκέλισα το κατώφλι και βγήκα στην αυλή. Ύστερα κοίταξα γύρω μου με προσοχή, τ’ αυτιά μου τεντωμένα και τα μάτια μου να πασχίζουν να δουν μες την μαυρίλα. Μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας. Κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε απόψε, το ένιωθα στα φυλλοκάρδια μου. Θυμήθηκα τη Μαρίνα και τις παλαβομάρες της για τα φαντάσματα, τα ξωτικά και τις νεράιδες που χορεύουν στο ποτάμι. Αλλά εκείνη τη στιγμή τα λόγια της δεν μου φαινόντουσαν καθόλου αστεία.

Κι όμως, η αυλή μας με τη φουντωτή συκιά και το πέτρινο πηγάδι ήταν άδεια και ήσυχη. Το μονοπάτι που ξεκινούσε πέρα απ’ την αυλόπορτα ξετυλιγόταν έρημο και σιωπηλό, λουσμένο στο φως των άστρων που γέμιζαν τον ουρανό. Η παράξενη σιωπή συνέχιζε να με βαραίνει ωστόσο, σαν βραχνάς.

Έκανα μερικά βήματα μέσα στην αυλή και είδα κάτι που μου έκοψε την ανάσα:

Δίπλα στη συκιά, κοντά στο πηγάδι, ξεχώρισα μια ζαρωμένη σκιά που έτρεμε σαν το ψάρι. Έπιασα μια τσουγκράνα, τη σήκωσα ψηλά και πλησίασα βήμα-βήμα, έτοιμος να τη κοπανήσω αν χρειαστεί. Ένιωθα τα πόδια μου να τρέμουν σαν καλάμια, αλλά δεν έκανα πίσω. Στο κάτω-κάτω έπρεπε να προφυλάξω τα παιδιά μου που κοιμόντουσαν σαν αγγελούδια μες στο σπίτι. Όταν πλησίασα αρκετά, είδα τον Γκέκα, το πιστό μου τσομπανόσκυλο, να έχει κουλουριαστεί στη ρίζα της συκιάς και να τρέμει ολόκληρος, σαν κουταβάκι. Με κοίταζε με κάτι μάτια πελώρια, γεμάτα ικεσία. Έμοιαζε τρομοκρατημένος, λες και κόντευε να πεθάνει απ’ το φόβο του.

Πέταξα τη τσουγκράνα καταγής και γονάτισα κοντά του. Τον αγκάλιασα σφιχτά ενώ μια σκέψη κλωθογύριζε μέσα μου και με πάγωνε ως το κόκκαλο:

Τι να είχε τρομάξει τόσο πολύ εκείνο το περήφανο σκυλί;

Ο Γκέκας κλαψούρισε σα μωρό και εγώ άρχισα να τον χαϊδεύω για να ξεθαρρέψει. Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα θρόισμα και είδα με την άκρη του ματιού μου κάτι να κινείται στην άκρη του μονοπατιού που έβγαζε στα χωράφια. Κάτι κινήθηκε σαν αστραπή και έτρεξε μέχρι το δάσος. Χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα αφήνοντας πίσω του μιαν ασημένια λάμψη. Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο. Θυμήθηκα τη Μαρίνα και τον Άγγελο που είχε δει να στέκεται στη στέγη του κουρέα.

Άρπαξα τον Γκέκα απ’ το σβέρκο και τον έσυρα μέχρι το σπίτι. Τον έβαλα μέσα, έκλεισα πίσω μου την πόρτα, τη μαντάλωσα και προσπάθησα να ξυπνήσω την Μαρία. Τη σκούντηξα με δύναμη αλλά εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου. Έμοιαζε σαν πεθαμένη. Την ξανασκούντηξα, ακόμα πιο δυνατά, χωρίς να καταφέρω τίποτα. Ο Γκέκας ξανάρχισε να κλαψουρίζει και μετά χώθηκε κάτω απ’ το κρεβάτι. Κουλουριάστηκε εκεί κάτω και ξανάρχισε να τρέμει σαν το ψάρι. .

Για να ξεφύγω απ’ τον τρόμο που μ’ έσφιγγε σαν μέγγενη, πήρα το λυχνάρι στα χέρια μου και προσπάθησα να τ’ ανάψω. Αλλά έτσι άγαρμπα που το κρατούσα, έπεσε στο πάτωμα κ’ έγινε θρύψαλα.

Τι να ‘κανα τώρα; Έστυψα το μυαλό μου αλλά το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν τα παιδιά. Έπρεπε να δω αν ήταν εντάξει τα παιδιά. Ανέβηκα τη σκάλα του οντά και είδα ότι το δωματιάκι τους ήταν άδειο. Το παραθύρι του έχασκε ορθάνοιχτο και εκείνα είχαν γίνει άφαντα. Άκουσα τον ήχο μικρών ποδιών ν’ απομακρύνονται με βιάση. Έτρεξα μέχρι το παράθυρο και είδα το Γιαννάκη και τον Αντωνάκη μου, πιασμένους χέρι-χέρι, ν’ ανεβαίνουν τρέχοντας το μονοπάτι, προς τη μεριά του δάσους. Εκεί πέρα, στο τέλος του μονοπατιού, δίπλα σε μια μεγάλη βελανιδιά που έμοιαζε με μαύρο σύννεφο, στεκόταν ένας πανύψηλος ξένος, ένας άνθρωπος που είχε δυο φορές και βάλε το δικό μου μπόι και φορούσε μιαν ασημένια φορεσιά.

Ένιωσα τον κόσμο να φεύγει απ’ τα πόδια μου. Είδα τα παιδιά μου να στέκονται μπροστά στον ασημένιο άνθρωπο και εκείνον ν’ απλώνει γύρω τους τα χέρια του, να τα παίρνει στην αγκαλιά του και να χάνεται μαζί τους μες το δάσος.

4

Πάγωσα. Ο πανύψηλος άνθρωπος με τη γυαλιστερή φορεσιά είχε πάρει τα παιδιά μου!

Κουτρουβάλησα τη σκάλα και βγήκα απ’ το σπίτι βροντώντας πίσω μου την πόρτα, χωρίς να δίνω δεκάρα για τίποτα και για κανέναν. Το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να προλάβω τον ασημένιο γίγαντα. Άκουσα το Γκέκα ν’ αλυχτάει και να γρατσουνίζει την πόρτα από μέσα αλλά δεν γύρισα να του ανοίξω.

Ανέβηκα το μονοπάτι με την ψυχή στο στόμα, έτρεξα μέχρι τα χωράφια και κοντοστάθηκα κάτω απ’ τα πρώτα δέντρα του δάσους. Το σκοτάδι τους με τύλιξε βαρύ και δροσερό, φορτωμένο με μια παγερή υγρασία. Το αχνό φως των αστεριών δεν κατάφερνε να περάσει τις πυκνές τους φυλλωσιές και οι σκιές που κούρνιαζαν ανάμεσά τους ήταν τόσο πηχτές που νόμιζα ότι μπορούσα να τις αγγίξω. Η παράξενη σιωπή ήταν πιο βαθιά εκεί μέσα. Δεν ακουγόταν το παραμικρό, ούτε κουνούπι. Τα φύλλα των δέντρων κρέμονταν γύρω μου βαριά και ακίνητα σαν κρόσσια. Αλλά ύστερα από λίγο πρόσεξα και κάτι άλλο, ακόμα πιο παράξενο: Μέσα στην απόλυτη σιωπή ηχούσε ένα πολύ απαλό και ανάλαφρο καμπάνισμα που δεν σταμάταγε ποτέ, λες και μυριάδες ασημένια καμπανάκια σαλαγούσαν κ’ εγώ μόλις και κατάφερνα να τ’ ακούσω. Άνοιξα τα μάτια μου όσο γινόταν πιο πολύ και μου φάνηκε ότι ολάκερο τ’ απέραντο δάσος γέμιζε με μιαν αόρατη κίνηση που δεν μπορούσα να διακρίνω.

Στεκόμουν δίπλα στη βελανιδιά, εκεί όπου ο ασημένιος γίγαντας είχε χωθεί στο δάσος.

Έκανα το σταυρό μου και ξανάρχισα να περπατώ

Ύστερα από λίγο, καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν το σκοτάδι, ανακάλυψα ότι είχε αφήσει πίσω του κάτι ίχνη φωτεινά, μια σειρά από λαμπερές κηλίδες που έβγαζαν ένα φως που έμοιαζε λιγάκι με το φωσφορισμό που αφήνει στα δάχτυλά σου μια πυγολαμπίδα έτσι και τη ζουλήξεις.

Άρχισα ν’ ακολουθώ τις φωτεινές κηλίδες ενώ η πνοή έβγαινε σφυριχτή μέσα απ’ το στόμα μου και η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ την αγωνία.

Ψιθυρίζοντας ότι προσευχή μου ερχόταν στο κεφάλι, ακολούθησα τα φωτερά ίχνη και ξεκίνησα ν’ ανηφορίζω το βουνό.

Ούτε που κατάλαβα πόση ώρα πέρασε… Ο κόσμος μίκρυνε, ζάρωσε σαν ένα κομμάτι δέρμα που το καίει η φωτιά. Εκείνο το σκαρφάλωμα, το γεμάτο με φόβο και αγωνία, μέσα στο δάσος που φωτιζόταν απ’ τις φωτεινές σταγόνες που λέκιαζαν ροζιασμένους κορμούς, μαλακές φτέρες και λυγερά χορτάρια, ήταν το μόνο πράγμα που μετρούσε.

Ξαφνικά θυμήθηκα το ασημένιο αστέρι που είχα δει να κάθεται στην αγκάλη των ψηλών βουνών.

Και τότε μου πέρασε απ’ το μυαλό μια πολύ παράξενη υποψία:

Μπορεί ο ασημένιος άνθρωπος να είχε βγει από ‘κει μέσα, απ’ εκείνο το λαμπερό αστέρι. Μπορεί να είχε διαλέξει το χωριό μας για να κλέψει κάποιο παιδί. Τα δικά μου παιδιά να πούμε.

Ξανάρχισα να σκαρφαλώνω, με πιο μεγάλη βιάση. Η πλαγιά έγινε ακόμα πιο τραχιά και απότομη αλλά εγώ πρόσεξα με μεγάλη μου χαρά ότι το φως των κηλίδων έλαμπε πιο δυνατό.

Ένιωσα ότι πλησίαζα σιγά-σιγά τον ουράνιο επισκέπτη.

Και τότε αντίκρισα μιαν ασημένια λάμψη ανάμεσα στα δέντρα. Έπεσα καταγής, ανάμεσα στις φτέρες που κάλυπταν τη γη και σύρθηκα προς το μέρος της σαν πεινασμένο αγρίμι.

Είδα χοντρούς κορμούς και απλωτά κλαδιά να διαγράφονται σαν κοφτές πινελιές από μελάνι. Το φως έμοιαζε με ολόλαμπρη φεγγαράδα που έλουζε το δάσος. Οι άσπρες ακτίνες του ζωγράφιζαν τεντωμένες κλωστές στον αέρα που μου θύμισαν το λαμπερό δίχτυ μιας αράχνης. Ολόκληρη η πλάση έμοιαζε να κρατάει την ανάσα της, σαν να περίμενε κάτι με μεγάλη προσδοκία..

Σύρθηκα ακόμα πιο κοντά, σηκώθηκα στα τέσσερα, κρυφοκοίταξα ανάμεσα σε δυο θάμνους που μου ‘κοβαν τη θέα και είδα κάτι που μου πάγωσε το αίμα:

Ένα μεγάλο ξέφωτο από τεράστια έλατα με κορφές που έκοβαν τον ξάστερο ουρανό σαν μυτερά μαχαίρια και στη μέση του ένα πράγμα που φεγγοβολούσε σαν πελώριο φεγγάρι. Ήταν ολόλευκο, σαν χιονονιφάδα, μια τεράστια μπάλα που έμοιαζε φτιαγμένη από φυσητό γυαλί. Έλαμπε τόσο δυνατά που από κάτω της, το χορτάρι και οι φτέρες έμοιαζαν να λούζονται απ’ το φως ενός μεσημεριάτικου ήλιου. Το πιο παράξενο ήταν ότι η γυάλινη μπάλα, το τεράστιο αστέρι που ήταν τόσο φωτεινό που δεν άντεχα να το κοιτάζω για πολύ ώρα, δεν ακουμπούσε στο έδαφος αλλά κρεμόταν από πάνω του σ’ ένα ύψος τριών ανθρώπων. Και από κάτω του ακριβώς, στέκονταν τέσσερεις άνθρωποι που φορούσαν ασημένιες φορεσιές. Κρατούσε ο ένας τον άλλο απ’ το χέρι και σχημάτιζαν έναν κύκλο. Κοιτούσαν όλοι προς τα πάνω, το στρογγυλό αστέρι. Μέσα στον κύκλο τους στέκονταν τα παιδιά μου, με τα πρόσωπά τους στραμμένα και αυτά προς τα πάνω, λουσμένα στο λευκό φως. Τα πόδια τους δεν ακουμπούσαν το χορτάρι γιατί πετούσαν μια σπιθαμή πάνω απ’ τη γη…

Πήρα μια βαθιά αναπνοή και σηκώθηκα όρθιος. Τα πόδια μου έτρεμαν σαν καλαμιές στον άνεμο και μόλις εκείνη την ώρα σκέφτηκα ότι θα ‘πρεπε να έχω φέρει μαζί μου κάποιο όπλο, ένα στειλιάρι έστω.

Παραμέρισα τους θάμνους που με κρύβανε και μπήκα στο ξέφωτο.

Οι τέσσερεις ξένοι έπαψαν να κοιτάνε τ’ αστέρι τους και τα πρόσωπά τους στράφηκαν προς το μέρος μου. Αλληλοκοιταχτήκαμε και ένα κύμα παγωμένου ιδρώτα κύλησε στην πλάτη μου. Κατάλαβα μια και καλή ότι δεν είχα να κάνω με ανθρώπους αυτού του κόσμου γιατί τα μάτια τους ήταν τεράστια και λαμπερά, γαλάζια και διάφανα σαν ζωντανεμένα ζαφείρια.

Έπεσα στα γόνατα, πάνω στο κρύο χορτάρι, κοιτάζοντας τους σαν χαζός. Το αχνό κουδούνισμα που γέμιζε το δάσος δυνάμωσε και άρχισε να κάνει τ’ αυτιά μου να πονάνε. Έγινε ένα αόρατο τείχος που προστάτευε τους τέσσερεις ξενους.

Τα παιδιά μου ακούμπησαν τη γη και πάλι. Με κοίταξαν αλλά δεν φάνηκαν να μ’ αναγνωρίζουν. Το βλέμμα τους ήταν άδεια, λες και ονειρεύονταν μ’ ανοιχτά τα μάτια.

Προσπάθησα να τους μιλήσω, αλλά η φωνή βγήκε σαν βραχνό κρώξιμο απ’ το λαιμό μου. Μια αόρατη δύναμη που με κρατούσε καθηλωμένο στο έδαφος, κάτι σαν αθέατο αμόνι που έπεφτε πάνω μου βαρύ και ασήκωτο.

5

Ένας απ’ τους ξένους σήκωσε το δεξί του χέρι και το τέντωσε προς το μέρος μου. Κρατούσε στην παλάμη του κάτι που έμοιαζε με πολυγωνικό κρύσταλλο. ‘Ένα ρόδινο φως πετάχτηκε από ‘κει μέσα, μια λάμψη σαν αστραπή που με τύλιξε ολόκληρο. Μετά το δάσος, το φωτεινό αστέρι, οι ασημένιοι ξένοι και τα παιδιά μου χάθηκαν από μπροστά μου και βρέθηκα να πετώ σ’ ένα χάος. Ολόγυρά μου, πάνω απ’ το κεφάλι μου και κάτω απ’ τα πόδια μου, αντίκρισα μυριάδες αστέρια, όλα τους πολύχρωμα και φωτεινά, ίδια με φωτεινά σύννεφα που στριφογύριζαν μέσα σε μια βαθιά σιωπή.

Μπροστά μου αστράψανε εφτά αστέρια. Σχημάτισαν ένα σύμπλεγμα που έμοιαζε με κόσμημα. Θυμήθηκα ότι κάπου τα είχα ξαναδεί. Ένα βράδυ που έκανα κάτι μερεμέτια στο ξωκλήσι του χωριού μας για να βοηθήσω τον παπά-Μανώλη που δεν τα ‘βγαζε πέρα, μου είχε δείξει αυτά τ’ αστέρια και μου είχε πει ότι τα ‘λεγαν Πλειάδες.

Τώρα όμως έμοιαζαν πολύ πιο κοντινά και λαμπερά. Ήταν πανέμορφα, φώτιζαν σαν ασημένιοι φάροι το σκοτάδι.

-«Αυτή είναι η πατρίδα μας,»

Στριφογύρισα τρομαγμένος αλλά δεν είδα ψυχή. Κι όμως κάποιος είχε μιλήσει, μια καθαρή και κρυστάλλινη φωνή.

-«Ποιος είσαι;» ρώτησα τρέμοντας απ’ το φόβο μου.

-«Δεν πρέπει να φοβάσαι. Αυτά που βλέπεις δεν είναι πραγματικά. Είναι εικόνες που στέλνουμε στο μυαλό σου.»

Τα σύννεφα από αστέρια στριφογύρισαν γύρω μου σαν σίφουνες. Ζαλίστηκα τόσο πολύ που έκανα να κλείσω τα μάτια μου αλλά μετά ανακάλυψα ότι είτε τα έκλεινα είτε όχι ήταν το ίδιο πράγμα. Οι εικόνες δεν έσβηναν.

Τα ξανάνοιξα λοιπόν και είδα μια τεράστια μπάλα που έπλεε μέσα στο ξάστερο χάος σαν ασκί. Έμοιαζε με πανσέληνο δίχως όμως να είναι σταχτιά σαν το φεγγάρι που ξέρουμε. Ήταν γαλάζια και στολισμένη με μπαμπακένια σύννεφα και πράσινα κομμάτια όπου λαμπύριζαν κάτι χρυσαφιά φώτα που σχημάτιζαν κύκλους.

-«Αυτή είναι η πατρίδα μας,» μου ξανάπε η φωνή. Τώρα είχε γίνει βαθιά και απαλή σαν βελούδο, «Το σύμπαν είναι γεμάτο από κόσμους όπου ανθίζει η ζωή. Μια μέρα εσείς οι άνθρωποι θα το καταλάβετε αυτό και θα μάθετε πώς να γεφυρώνετε την απόσταση που σας χωρίζει από τα αστέρια.»

-«Και τι ζητάτε από μας; Γιατί ήρθατε εδώ πέρα;»

Η δική μου φωνή ακούστηκε τρεμουλιαστή και αδύναμη, χωρίς ν’ αφήνει πίσω της αντίλαλο.

Ήρθαμε να σας προειδοποιήσουμε και να σας διδάξουμε,» μου απάντησε η ασώματη φωνή, «στο τέλος του αιώνα που μόλις έχει ξεκινήσει, θα ανοιχτείτε για πρώτη φορά στην θάλασσα των άστρων και θα απελευθερώσετε δυνάμεις που θα σας καταστρέψουν αν δεν μάθετε να τις χρησιμοποιείτε σύμφωνα με τους κοσμικούς νόμους. Ελάχιστοι πολιτισμοί που βρίσκονται σ’ αυτό το εξελικτικό στάδιο καταφέρνουν ν’ αποφύγουν την αυτοκαταστροφή τους χωρίς έξωθεν βοήθεια. Ο δικός μας πολιτισμός αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια. Μάθαμε από τότε ότι η ζωή και η νοημοσύνη είναι φαινόμενα ιερά, όπου κι αν γεννιόνται. Ήρθαμε λοιπόν στη Γη για να πάρουμε κάποιους από εσάς μαζί μας, στο δικό μας κόσμο, και να τους διδάξουμε νέους τρόπους σκέψης και αντίληψης που θα τους απελευθερώσουν από τα λανθασμένα συστήματα αξιών που στο κοντινό μέλλον θα απειλήσουν την επιβίωση της ανθρώπινης φυλής.»

-«Τα παιδιά μου; Ήρθατε να πάρετε τα παιδιά μου;» ψέλλισα καθώς πάλευα να καταλάβω το νόημα των παράξενων λέξεων που άκουγα.

-«Ναι.,»

Πάλεψα μ’ όλη μου τη δύναμη να ξεφύγω απ’ τη δύναμη που με κρατούσε καρφωμένο στο έδαφος αλλά χωρίς να καταφέρω το παραμικρό. Το παράξενο όραμα με τον έναστρο ουρανό και το γαλάζιο φεγγάρι χάθηκε από μπροστά μου και αντίκρισα ξανά το φωτισμένο ξέφωτο, το ασημένιο αστέρι και τους τέσσερεις πανύψηλους ξένους. Τα παιδιά μου εξακολουθούσαν να με κοιτάζουν με μάτια που ήταν άδεια και φωτεινά, σαν να ‘βλεπαν το πιο όμορφο όνειρο της ζωής τους.

-«Μην μου τα πάρετε, σας παρακαλώ» τραύλισα με όση δύναμη μου είχε απομείνει.

-«Είναι κάτι που πρέπει να γίνει,» μου απάντησε η απαλή φωνή.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μιαν αναταραχή μέσα στο ξέφωτο. Άκουσα το κρυστάλλινο βουητό ν’ αλλάζει τόνο και τότε είδα την Μαρίνα, την αλαφροΐσκιωτη συγχωριανή μου που όλοι την κορόιδευαν, να παραπατάει σα μεθυσμένη μέσα στο ξέφωτο και να φωνάζει:

-«Πάρτε εμένα. Αφήστε τα παιδιά και πάρτε εμένα!»

Το ταλαίπωρο σουλούπι της, με τα μπαλωμένα ρούχα και τ’ αχτένιστα μαλλιά, μου φάνηκε αστείο ξαφνικά, εντελώς παράταιρο με τη μεγαλοπρέπεια του πελώριου αστεριού και των λαμπερών ξένων που είχαν έρθει απ’ τον ουρανό.

Οι τέσσερεις επισκέπτες στράφηκαν προς το μέρος της και την κοίταξαν αμίλητοι και ακίνητοι σαν αγάλματα.

-«Πάρτε εμένα,» τους ξαναφώναξε εκείνη, «κανείς δεν πρόκειται να με θρηνήσει όταν φύγω! Δεν έχω κανέναν που να με νοιάζεται! Πάρτε εμένα και αφήστε τα παιδιά να ζήσουν με τους γονείς τους, εδώ κάτω, στη Γη!»

Μια σιωπή που ήταν βαριά και ασήκωτη σαν ταφόπλακα κρεμάστηκε πάνω απ’ το ξέφωτο.

Το φως που πήγαζε μέσα απ’ το στρογγυλό αστέρι αναβόσβησε, οι τέσσερεις ξένοι έλυσαν τον κύκλο που σχημάτιζαν τα χέρια τους και έκαναν στο πλάι. Τα παιδιά μου ανοιγόκλεισαν τα μάτια τους και με κοίταξαν με απορία, λες και μόλις είχαν ξυπνήσει...

Στη συνέχεια άπλωσαν τα χέρια τους προς το μέρος μου, έτρεξαν προς το μέρος μου και έπεσαν στην αγκαλιά μου. Τα έσφιξα πάνω μου με λαχτάρα.. Παραλίγο να με πάρουν τα κλάματα αλλά σφούγγισα βιαστικά τα μάτια μου καθώς είδα τους τέσσερεις ξένους απ’ τον ουρανό να βάζουν στη μέση τη Μαρίνα που τους κοιτούσε θαρρετά, να σχηματίζουν πάλι ένα κύκλο με τα χέρια τους και να κοιτάνε προς τα πάνω.

Η Μαρίνα μου έριξε ένα τελευταίο βλέμμα και μου κούνησε το χέρι της σαν να μ’ αποχαιρετούσε. Την είδα να σηκώνεται στον αέρα, είδα τα τρύπια της παπούτσια να εγκαταλείπουν το έδαφος και τα χιλιομπαλωμένα ρούχα της να κυματίζουν σαν να τα φυσούσε ένας παράξενος αγέρας.

Μετά χάθηκε μέσα στο αστέρι και ύστερα πέταξαν με τον ίδιο τρόπο και οι ασημένιοι ξένοι οι οποίοι χάθηκαν επίσης.

Παραλίγο να ξανακλάψω. Η Μαρίνα είχε θυσιαστεί για μας. Είχε αφήσει για πάντα το δικό μας κόσμο για να σώσει τα παιδιά μου.

Το φως του αστεριού έγινε πολύ δυνατό. Έπεσα καταγής και κάλυψα τους γιούς μου με το σώμα μου για να τους προστατεύσω απ’ την αβάσταχτη εκείνη λάμψη και μετά έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου.

Ύστερα το φως έσβησε. Όταν βρήκα το θάρρος να ξανανοίξω τα μάτια μου το τεράστιο αστέρι είχε γίνει άφαντο. Ήμουν ακόμα ξαπλωμένος στο άδειο ξέφωτο και έσφιγγα στην αγκαλιά μου το Γιάννη και τον Αντώνη μου. Κάτω απ’ το φως των αστεριών έμοιαζαν να κοιμούνται ειρηνικά.

Κοίταξα τον ουρανό με δακρυσμένα μάτια. Ένα αστέρι αναβόσβησε συνωμοτικά. Δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ με ίδια μάτια.

6

Μου φάνηκε ότι πέρασε μια ολόκληρη αιωνιότητα μέχρι να κατεβούμε το βουνό και να φτάσουμε στο σπίτι μας. Η σκέψη ότι το ασημένιο αστέρι μπορεί να ξαναρχόταν μ’ έκανε να βάζω φτερά στα πόδια μου. Τα παιδιά μου έτρεχαν μαζί μου αμίλητα και υπάκουα, χωρίς να βγάζουν τσιμουδιά, σαν χαμένα.

Όταν μέριασα τις τελευταίες φυλλωσιές του δάσους και αντίκρισα το σπιτικό μας πέρα απ’ τα χωράφια, με τα παράθυρά του φωτισμένα, τον Γκέκα να γαυγίζει σαν τρελός και την Μαρία να μας περιμένει στην αυλόπορτα σφίγγοντας ένα σάλι γύρω απ’ τους ώμους της, η καρδιά μου πέταξε από χαρά.

Ένιωσα ότι είχαμε επιτέλους σωθεί.

Ξαναρχίσαμε να τρέχουμε, και οι τρεις, μέσα απ’ τα χωράφια και μόλις μας είδε η Μαρία άρχισε και αυτή να τρέχει προς το μέρος μας, μαζί μας και ο Γκέκας που χαλούσε τον κόσμο με τα γαυγίσματα του.

Σφιχταγκαλιαστήκαμε όλοι μαζί, σαν ένα σώμα, κλαίγοντας από χαρά.

Και τότε σκέφτηκα τη Μαρίνα που εκείνη τη στιγμή ταξίδευε στα μακρινά και παράξενα αστέρια.

Ο Γιαννάκης, λες και μπορούσε να διαβάσει το μυαλό μου, μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και μου είπε:

-«Μην ανησυχείς μπαμπάκα! Δεν θα την πειράξουν! Θα της φερθούν καλά! Αυτό μας είπαν πριν μας αφήσουν να φύγουμε! Μας είπαν ότι διάβασαν το μυαλό της και ότι η γενναιότητα και η καλοσύνη που είδαν εκεί μέσα τους έκανε μεγάλη εντύπωση! Αποφάσισαν ότι η Μαρίνα θα καταλάβει πιο εύκολα όλα αυτά που έχουν να της μάθουν! Και, βρε μπαμπά, αν έβλεπες όλ’ αυτά που μας έδειξαν απ’ την πατρίδα τους δεν θα πίστευες στα μάτια σου! Νομίζω ότι η Μαρίνα θα είναι πολύ ευτυχισμένη εκεί πάνω!»



Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009

3 σχόλια:

  1. ..θα τελειωσω την αναγνωση μετα τις ευρωεκλογες :) :P

    Καλημέρα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κανένα σχόλιο ως προς την ποιότητα του συγκεκριμένου κειμένου ίσως;

    Καλημέρα και σε σένα :)

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εγώ έβαλα τα κλάματα. Δεν έχω άλλα σχόλια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή