Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Η ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ


Μας είχε απομείνει ελάχιστος χρόνος. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, μόλις και προλαβαίναμε να μπούμε στο Ναό, να κλέψουμε το πετράδι και να εγκαταλείψουμε τη Νεκρόπολη προτού εξαντληθούν και τα τελευταία υπολλείματα της ζωτικής ενέργειας που μας είχε παραχωρήσει ο Μεγάλος Ρυθμιστής. 
Σκίασα το πρόσωπό μου με τα δυό μου χέρια και κοίταξα ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου τον τροπικό ήλιο που κρεμόταν πάνω απ’ τη μακρινή γραμμή του ορίζοντα. Η απέραντη ζούγκλα που περικύκλωνε τη Νεκρόπολη ανάσαινε αθόρυβα, χαιρετώντας τον ερχομό της νύχτας. Το χνώτο της γέμιζε τον αέρα με αραχνούφαντα πέπλα, με μια λεπτή ομίχλη που είχε το χρώμα του πυρακτωμένου χαλκού. Καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έλουζε τους γκρίζους τοίχους και τους ρημαγμένους τρούλους των παμπάλαιων κτιρίων που υψώνονταν γύρω μας, εκείνα καλύφθηκαν με τη ζωηρή απόχρωση του φρέσκου αίματος.  
-«Πεδίο ελεύθερο, κίνηση καμιά,» μας πληροφόρησε ο Ισμαήλ καθώς απομάκρυνε τη διόπτρα που κρατούσε απ’ το μελαμψό του πρόσωπο.
Η φωνή του ακούστηκε ήρεμη αλλά και αυστηρή μέσα στην αφύσικη σιγαλιά του δειλινού. 
Τα βαριά σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό πήραν φωτιά. Ο ήλιος που άγγιζε πλέον τον ομιχλώδη ορίζοντα, έλαμψε σαν ένας πύρινος δίσκος που πυρπολούσε τις κοιλιές τους με τα ελάχιστα βέλη που του είχαν απομείνει.  
Μια απαλή ψιχάλα άρχισε να πέφτει πάνω απ΄τη Νεκρόπολη. Οι μεταλλικοί θώρακες και τα σπαθιά που κρατούσαμε στα χέρι μας καλύφθηκαν από μικροσκοπικές δροσοσταλίδες. Αμέτρητες σταγόνες βρόχινου νερού, ύφαναν ένα διάφανο πούσι πίσω απ’ το οποίο τα περιγράμματα των γύρω δέντρων και των κτιρίων της Νεκρόπολης μεταμορφώθηκαν σε αχνά και απροσδιόριστα σχέδια.  
Ο Ισμαήλ με κοίταξε κατάματα, σαν να ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να υπογραμμίσει τη φράση που μόλις είχε ξεστομίσει. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου πράσινα και κοφτερά, μέσα απ’ τις δίδυμες τρύπες του σιδερένιου κράνους του που έμοιαζε με αγριεμένη λυκοκεφαλή.
-«Σύμφωνοι, προχωράμε λοιπόν,» του απάντησε η Ίνγκριντ. Στεκόταν όρθια δίπλα του, με το ένα πόδι πάνω στο χαμηλό παραπέτο της ταράτσας. Οι περικνημίδες της άστραφταν υγρές και χρυσαφένιες στο φως του νοτισμένου δειλινού. Ήξερα πως ήταν άφθαρτες και αδιαπέραστες από οποιοδήποτε γνωστό όπλο, όπως και ο σφυρήλατος θώρακας που κάλυπτε το πλούσιο στήθος της, φτιαγμένες από ένα μυστικό μέταλλο που γνώριζαν μονάχα οι σιδηρουργοί των βουνίσιων ξωτικών. Καθώς στέκονταν μπροστά μου στητή και αγέρωχη, ντυμένη με τον αστραφτερό της θώρακα, τις περικνημίδες και το λιονταρίσιο κράνος της, έμοιαζε με μια αγέρωχη θεά του πολέμου.  
-«Ωραία, προχωράμε λοιπόν προς τον Ναό,» συμφώνησα και εγώ με τη σειρά μου.
Αφήσαμε την ταράτσα που χρησιμοποιούσαμε ως παρατηρητήριο και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αργά και προσεκτικά την πέτρινη σκάλα που κατέληγε στο αχανές προαύλιο του Ναού. Το απαλό ψιλόβροχο που έπεφτε ασταμάτητα, διαπερνούσε τα ρούχα μου, τα μούσκευε και χάιδευε την ιδρωμένη πλάτη μου με υγρά δάχτυλα που ήταν ζεστά και αλμυρά σαν δάκρυα.  
Το βλέμμα μου καρφώθηκε στη λυγερή σιλουέτα της Ίνκγριντ που κατέβαινε με αργές και κομψές κινήσεις τη στενή σκάλα, φροντίζοντας να παραμένει κοντά στον τοίχο που υψώνονταν στη δεξιά της πλευρά.
Σκέφτηκα για άλλη μια φορά πως δεν ήξερα σχεδόν τίποτα γι’ αυτή. Μόνο αυτά που μας είχε πει ή ίδια, ότι ζούσε σε κάποια καταπράσινη και πλούσια πολιτεία του Βορρά και ότι σκόπευε να πραγματοποιήσει μια σειρά άθλων προκειμένου ν’ αναρριχηθεί στην Κλίμακα των Ηρώων και να κερδίσει την επιδοκιμασία της συντεχνίας που αξιολογεί όλους εκείνους που συμμετέχουν στον Μεγάλο Μαραθώνιο. 
Ο Ισμαήλ απ’ την άλλη μου έδινε την εντύπωση ανθρώπου που είχε συσσωρεύσει πολύ οργή και θυμό μέσα του. Ήταν κάποιος στον οποίο ποτέ δεν είχε χαριστεί το παραμικρό. Αυτό το γεγονός τον έκανε αποφασισμένο να διακριθεί στον Μαραθώνιο με κάθε τρόπο.  
Αναρωτήθηκα ποιά να ήταν η εντύπωση που είχαν σχηματίσει εκείνοι για το άτομο μου. Ιδιαίτερα η Ίνγκριντ. 
Ήμασταν οι τρεις τελευταίοι επιζώντες της αρχικής ομάδας. Οι άλλοι είχαν πεθάνει στη ζούγκλα. Τους είχαν επιτεθεί πεινασμένα αρπακτικά και αιμοδιψή παράσιτα ή είχαν παγιδευτεί ανάμεσα στις αρπάγες παράξενων σαρκοφάγων φυτών. Εμείς οι τρείς πάντως, που είχαμε καταφέρει να παραμείνουμε ζωντανοί, αν θέλαμε πραγματικά να ελπίζουμε στην επιτυχία της αποστολής μας θα έπρεπε να συνεργαστούμε, ανεξάρτητα από το τι πίστευε ο ένας για τον άλλο. Έπρεπε να φτάσουμε εγκαίρως στο κέντρο της Νεκρόπολης, στο Ναό, εκεί όπου φυλασσόταν το περιζήτητο πετράδι του Έρκινχ.  


----------------


Μόλις κατεβήκαμε τη σκάλα, πρώτος ο Ισμαήλ, δεύτερη η Ίνγκριντ και τελευταίος εγώ, βρεθήκαμε στην άκρη του τεράστιου προαύλιου που ξεδιπλώνονταν μπροστά απ’ τον ογκώδη Ναό.  
Η Νεκρόπολη απλώθηκε γύρω μας άδεια και αινιγματική, σιωπηλή σαν ξεχασμένη κατακόμβη.
Προτού ξεκινήσει η αποστολή είχα προσπαθήσει ν’απομνημονεύσω έναν κιτρινισμένο χάρτη που απεικόνιζε ολόκληρο το συγκρότημα των παράξενων κτιρίων και των δρόμων που την αποτελούσαν. Τίποτα δεν ήταν γνωστό για το πότε είχε χτιστεί, από ποιούς και για ποιό σκοπό. Κανείς δεν γνώριζε καν αν ήταν Νεκρόπολη με την συνηθισμένη έννοια της λέξης. 
Ήταν ένα σύμπλεγμα ερειπωμένων κτιρίων από γκρίζο γρανίτη που αποτελούνταν από βαθμιδωτούς εξώστες, λεπτεπίλεπτους πύργους, μακρόστενους τρούλους, ογκώδεις επάλξεις και αναρίθμητα παράθυρα. Η ζούγκλα είχε εισβάλει στο εσωτερικό τους και προσπαθούσε να τα καταστρέψει. Τεράστιες ρίζες τύλιγαν τους κίονες και τα θεμέλια τους και φυτικά πλοκάμια χώνονταν σε κάθε ρωγμή των ραγισμένων τοίχων τους. Πάνω σε γωνιώδη υπέρθυρα και κάτω από τις λογχοειδείς αψίδες φύτρωναν τερατώδη δέντρα με γυαλιστερούς κορμούς και φυλλωσιές που κρέμονταν μαύρες και άτονες σαν ξεβρασμένα φύκια. Ένα παχύ στρώμα μουσκεμένης χλόης που πρόσφερε τροφή και καταφύγιο σε αναρίθμητα υπερκινητικά έντομα απλωνόταν παντού.  
-«Και τώρα ας προχωρήσουμε προς το Ναό,» μας παρότρυνε η Ίνγκριντ κοιτάζοντας ολόγυρα επιφυλακτικά, καθώς η σκοτεινιά του δειλινού που απλώνονταν στον ουρανό έπεφτε πάνω μας, μαζί με το ασταμάτητο ψιλόβροχο. 
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τρία κοφτερά βλήματα από πελεκημένη πέτρα καρφώθηκαν σφυρίζοντας στον κορμό του δέντρου που υψώνονταν δίπλα της, στο ύψος του κεφαλιού της.


--------------------


-«Καλυφθείτε! Όλοι!» μας φώναξε ο Ισμαήλ, ο οποίος, δίχως να περιμένει τη δική μας αντίδραση, σωριάστηκε φαρδύς-πλατύς στο μουσκεμένο χορτάρι. 
Καθώς ένα σμήνος από παρόμοιες πέτρες που σφύριζαν σαν επιθετικές οχιές έσκιζαν ορμητικά τον αέρα, κουλουριάστηκα πίσω από ένα σύμπλεγμα χοντρών ριζών που σφίγγονταν γύρω από έναν πεσμένο κίονα σαν παραφουσκωμένα μπράτσα ενώ η Ίνγκριντ αναζήτησε καταφύγιο πίσω απ’ τον συστραμμένο κορμό ενός δεύτερου δέντρου.
Η αιφνιδιαστική επίθεση έλαβε τέλος. Κάθε φορά όμως που προσπαθούσαμε να κινηθούμε, ένα καινούργιο βλήμα μας προειδοποιούσε ότι αυτοί που μας είχαν βάλει στο μάτι παρακολουθούσαν την κάθε μας κίνηση.
-«Και τώρα τι κάνουμε;» σφύριξα ανυπόμονα στον Ισμαήλ και στην Ίνγκριντ. 
-«Τώρα κινούμαστε ανεξάρτητα,» μου απάντησε εκείνη ψιθυριστά, «μόνο αν μπερδέψουμε τους διώκτες μας θα καταφέρουμε να φτάσουμε εγκαίρως στο Ναο!»
-«Σωστά,» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του και ο Ισμαήλ, «προτείνω λοιπόν να χωριστούμε και να συναντηθούμε όλοι μαζί στην αίθουσα του πετραδιού, όσο πιο γρήγορα γίνεται!»
-«Ο καθένας μόνος του από΄δω και πέρα λοιπόν, έτσι;» τον ρώτησε η Ίνγκριντ.
-«Ο καθένας μόνος του!» επανέλαβε τα λόγια της ο Ισμαήλ.
-«Ξεκινάω πρώτος!» τους είπα. 
Άρχισα ν’απομακρύνομαι από κοντά τους μπουσουλώντας αργά και προσεκτικά πάνω στη γλυστερή και παχιά βλάστηση που κάλυπτε το προαύλιο. 
Πυκνό σκοτάδι απλώθηκε γύρω μου. Ένιωσα προστατευμένος μέσα στη μαύρη αγκαλιά του. Πασχίζοντας να μην κάνω τον παραμικρό θόρυβο συνέχισα να έρπω πάνω στο πλούσιο χορτάρι που συνθλιβόταν κάτω απ’ το βάρος μου. Προτού περάσει πολύ ώρα το σώμα μου καλύφθηκε από ένα παχύ στρώμα φυτικής γλίτσας και πολτοποιημένων εντόμων. 
Κάποια στιγμή αντίκρυσα την είσοδο ενός κτιρίου που διαγραφόταν σαν αχνό αποτύπωμα στο σκοτεινό σούρουπο. Σύρθηκα προς τα εκεί με προσοχή, πασχίζοντας παράλληλα να παραμένω κρυμμένος πίσω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων και των θάμνων που φύτρωναν ανάμεσα στις αποσαθρωμένες πλάκες του χορταριασμένου προαύλιου. 
Το άνοιγμα εκείνο ήταν τετράγωνο στο σχήμα και πλαισιωμένο από ογκώδεις λίθινους παραστάτες. Κοντοστάθηκα μπροστά του, τέντωσα τ’ αυτιά μου και όταν βεβαιώθηκα πως απόλυτη σιωπή επικρατούσε στο εσωτερικό του, δρασκέλισα το κατώφλι του μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο των χεριών και των ποδιών μου. Στη συνέχεια σηκώθηκα όρθιος και άναψα μια μικρή φλόγα με το τσακμάκι και την ίσκα που κουβαλούσα πάντα μαζί μου. Έβγαλα ένα ταξιδιωτικό λυχνάρι απ’ το σακίδιο που κρεμόταν ανάμεσα στους ώμους μου και μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες, κατάφερα επιτέλους ν’ ανάψω το μουσκεμένο φυτίλι του. Στο τρεμάμενο και ασθενικό φως του λυχναριού αντίκρυσα ένα θέαμα που έκανε το στομάχι μου να συσπαστεί αηδιασμένο: 
Τα χέρια, τα πόδια, το στήθος και η κοιλιά μου ήταν καλυμμένα από έναν βαθυπράσινο πολτό, από ένα απαίσιο μείγμα σάπιων βρύων και λυωμένων εντόμων που έμοιαζαν με φτερωτά σκουλίκια. Επίσης, βρωμούσα απαίσια, λες και είχα βουτηχτεί στα στάσιμα νερά κάποιου αρχαίου βόθρου.
Έκανα να σκουπιστώ όταν μια ξαφνική σκέψη με σταμάτησε: Το παχύρρευστο εκείνο μείγμα μπορεί να ήταν εντελώς αποκρουστικό και δύσοσμο αλλά ίσως να μου πρόσφερε μια πρώτης τάξεως προστασία ενάντια σε κάθε είδους πλάσμα που ενδεχομένως να παραμόνευε μέσα στο σκοτεινό κτίριο. 
Καταρχήν δεν μ’ έκανε καθόλου ελκυστικό για γεύμα. 
Άφησα λοιπόν τη γλίτσα στη θέση της και αφού έκανα μερικά αβέβαια βήματα μέσα στο βαθύ σκοτάδι που μόλις και απαλύνονταν απ’ το κίτρινο φως του λυχναριού, προσπάθησα να σχηματίσω κάποια ιδέα για το πως ήταν το εσωτερικό του κτιρίου.
Μου φάνηκε πως βρισκόμουν μέσα σε κάποια τεράστια αίθουσα που ήταν μακρόστενη στο σχήμα. Η οροφή της στηριζόταν σε τεράστιες κολώνες που υψώνονταν γύρω μου απίστευτα ογκώδεις και σκεπασμένες από παράξενα ιερογλυφικά. Άνάμεσά τους σχηματιζόταν ένας πολύ φαρδύς διάδρομος ο οποίος έμοιαζε να διασχίζει την αίθουσα κατα μήκος και να τερματίζεται κάπου στο απέναντι άκρο της. 
Άρχισα να κινούμαι με αργά και προσεκτικά βήματα πάνω σ’ ένα δάπεδο που ήταν ευπρόσδεκτα στεγνό και στρωμένο μ’ ένα υλικό που έμοιαζε με καλογυαλισμένο μάρμαρο και που είχε ένα δυσοίωνο μαύρο χρώμα.
Ξαφνικά σκόνταψα κάπου και σωριάστηκα καταγής. Ο θώρακας και το σπαθί μου κροτάλισαν εκκωφαντικά καθώς συγκρούονταν με το μαρμάρινο δάπεδο, ξεσηκώνοντας διαπεραστικούς αντίλαλους που αφού ταξίδεψαν από τοίχο σε τοίχο, στροβιλίστηκαν σαν ένα σμάρι από αναστατωμένες νυχτερίδες μέχρι την μακρινή οροφή.
Και τότε, ένα τσούρμο από αποκρουστικά όντα που έμοιαζαν με εξαγριωμένους γορίλες ξεπρόβαλε πίσω απ΄τις ογκώδεις κολώνες της κυκλώπειας αίθουσας. Γρυλίζοντας απαίσια, χύμηξαν καταπάνω μου κραδαίνοντας χοντροφτιαγμένα ρόπαλα και πρωτόγονα μαχαίρια από κέρατα ζώων.  
Πετάχτηκα όρθιος, τράβηξα το σπαθι μου απ’ το θηκάρι του και ετοιμάστηκα να παλέψω για τη ζωή μου.


---------------------


Το σπαθί μου δεν μ’ έχει απογοητεύσει ποτέ. Είναι ένας πιστός και αχώριστος σύντροφος που ξανά και ξανά μου έχει σώσει τη ζωή. Το έχω ονομάσει Ψυχοφάγο. Στα μάτια μου είναι ένα πλάσμα με ψυχή και νοημοσύνη που το πεπρωμένο του είναι άρρηκτα δεμένο με το δικό μου. Η λεπίδα του αστράφτει κατάλευκη, σαν ένα κομμάτι αρκτικού πάγου που κόβει σαν ξυράφι. Μια αχνή λάμψη τυλίγει την κόψη του, μια παγερή ανταύγεια που μοιάζει να έχει τη δική της κακόβουλη ζωή και να διψά για τις ψυχές των εχθρών μου. Η λευκή λεπίδα τραγουδάει, βγάζει ένα υψηλόσυχνο βουητό, σαν την τεντωμένη χορδή μιας άρπας που λαχταράει να ξυπνήσει και να πλημμυρίσει τον κόσμο μ’ ένα θανατηφόρο τραγούδι. 
Ακούμπισα το λυχνάρι καταγής και ύψωσα ψηλά το σπαθί. Οι επιτιθέμενοι δεν φάνηκαν να πτοούνται απ’ αυτό το γεγονός.  
Καθώς με πλησιάσαν, έγιναν περισσότερο ορατοί: Τα πρόσωπά τους ήταν φριχτά παραμορφωμένα και τα γυμνωμένα δόντια τους ήταν τεράστια και κιτρινισμένα. Τα μάτια τους έλαμπαν κατακόκκινα στο σκοτάδι. Το δέρμα τους ήταν ζαρωμένο και γκρίζο, γεμάτο πληγές και έλκη, μολυσμένο απ’ τις δερματικές ασθένειες που ευδοκιμούσαν στο ζεστό, υγρό και ρυπαρό περιβάλλον της τροπικής ζούγκλας. 
Με περικύκλωσαν από παντού και μουγκρίζοντας όλοι μαζί σαν θυμωμένα λιοντάρια, προσπάθησαν να με πετσοκόψουν με τα μαχαίρια τους και να με συντρίψουν με τα βαριά τους ρόπαλα. 
Και τότε ο Ψυχοφάγος άρχισε τον θανατερό χορό του. Διαγράφοντας φωτεινές τροχιές στο σκοτάδι άρχισε να κόβει χέρια πόδια και κεφάλια, να χώνεται σε τριχωτές κοιλιές και ιδρωμένους θώρακες έως ότου, προτού περάσει πολύ ώρα, υψώθηκε γύρω μου ένας φρικαλέος σωρός από πετσοκομμένα πτώματα και χυμένα εντόσθια. Μια λίμνη μαυροκόκκινου αίματος απλώθηκε στο δάπεδο της αίθουσας και σχημάτισε μια γλυστερή μεμβράνη που βρωμούσε απαίσια. 
Η ερεβώδης αίθουσα πλημμύρισε από στριγκλιές πόνου και ουρλιαχτά οργής που ξεσήκωναν αναρίθμητους αντίλαλους. Όλο και περισσότερα κύματα επιτιθέμενων έκαναν την εμφάνισή τους μέσα απ’ το πηχτό σκοτάδι. Το υψηλόσυχνο βουητό του Ψυχοφάγου που έσχιζε τον αποπνιχτικό αέρα ακουγόταν σαν μια παραφωνία, σαν τη νότα ενός μεταλλικού βιολιού που ταξίδευε πάνω από τ’ αφρισμένα νερά της σκοτεινής θάλασσας των κρότων και των γδούπων που έκαναν τα πρωτόγονα μαχαίρια και τα ρόπαλα καθώς συγκρούονταν με την σκληρή πανοπλία μου.  
Η αναμέτρησή με τους οπλισμένους γορίλες συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι δεν θα κατάφερνα ν’ αντέξω για πολύ ακόμα στις ασταμάτητες επιθέσεις τους. Τα τέρατα γίνονταν όλο και περισσότερα. Κάθε φορά που σκότωνα ένα από δαύτα, τρία καινούργια έκαναν την εμφάνισή τους μέσα απ’ τα σκοτάδια και ορμούσαν καταπάνω μου σαν λυσσασμένα. Τα ουρλιαχτά τους κομμάτιαζαν το σκοτάδι σαν μαχαιριές που μου τρυπούσαν τ΄αυτιά. Ο Ψυχοφάγος έλαμπε κατακόκκινος και το τραγούδι του ακούγονταν πιο βαθύ, πιο φρικιαστικό, σχεδόν χορτασμένο. 
Ανακάλυψα πως τ’ αποθέματά της δύναμής μου εξαντλούνταν αργά αλλά σταθερά. Έτσι και συνεχίζονταν για πολύ αυτή η κατάσταση, το ελιξήριο της ενδυνάμωσης που μου είχε δώσει ο Ισμαήλ δεν θ’ αρκούσε για ν’ αναζωογωνηθώ πλήρως, τη στιγμή μάλιστα που θα έπρεπε να βρίσκομαι σε άριστη κατάσταση προκειμένου ν’ αντιμετωπίσω με επιτυχία την ύσταση πρόκληση που σίγουρα με περίμενε στην κεντρική αίθουσα του Ναού, εκεί όπου φυλάσσονταν το ακριβοθώρητο πετράδι του Έρκινχ. 
Επιπλέον, ο χρόνος που είχα στη διάθεσή μου όλο και λιγόστευε. 
Έκανα λοιπόν το μόνο που μπορούσα: 
Άρχισα να περπατώ αργά και σταθερά προς τα εμπρός, εξακολουθώντας να πετσοκόβω τα κτήνη που έπεφταν πάνω μου από κάθε μεριά κατά ομάδες, πέντε-πέντε, σφυρίζοντας τώρα σαν θυμωμένες έχιδνες. 
Διέσχισα βήμα-βήμα την τρομερή αίθουσα χτυπώντας στα τυφλά και οδηγημένος μονάχα απ’την κόκκινη λάμψη που φώλιαζε στα μάτια των φρενιασμένων εχθρών μου. Στερημένος καθώς ήμουν απ’ την ευεργετική λάμψη του λυχναριού που είχα αφήσει πίσω μου, δέχτηκα κάποια σοβαρά πλήγματα: Κοφτερά νύχια όργωσαν την πλάτη και τα μπράτσα μου ενώ έφαγα και μερικά χτυπήματα στο κεφάλι, η ορμή των οποίων μετριάστηκε ευτυχώς απ’ το κράνος που φορούσα.
΄Όμως τα κατάφερα. Έφτασα στην άκρη της αίθουσας και ανεβηκα δυό-δυό τα φαρδυά σκαλοπάτια που ξεκινούσαν από εκεί πέρα και οδηγούσαν σ’ ένα ψηλότερο επίπεδο. 
Και τότε συνέβη κάτι το πολύ παράξενο: Μια αναπάντεχη ησυχία απλώθηκε γύρω μου. Οι ορδές των τεράτων δεν έκαναν καμία προσπάθεια να με ακολουθήσουν, προτίμησαν αντίθετα να μαζευτούν μπροστά στο χαμηλότερο σκαλοπάτι και να παραμείνουν εκεί πέρα ακίνητα και αμίλητα, σαν αγάλματα. Τα μάτια τους σχημάτισαν μια απέραντη θάλασσα από κόκκινα αστέρια που λαμπύριζαν πυρετικά και με κοιτούσαν με μίσος, αλλά και με μια κρυφή λάμψη ικανοποίησης.
Μια παράξενη σκέψη άστραψε στο μυαλό μου: Ίσως και να ήθελαν να με οδηγήσουν σε αυτό το σημείο, ίσως η λυσσαλέα εκείνη επίθεση να αποσκοπούσε στο να εξαντληθώ και ν’ αντιμετωπίσω αποδυναμωμένος την καινούργια απειλή που με περίμενε στα ενδότερα του Ναού.  
Λίγο μ’ ένοιαζε. Ο χρόνος που μου είχε απομείνει εξαντλούνταν γρήγορα, σαν μια μικρή χούφτα άμμου που ξεγλυστρούσε αβίαστα ανάμεσα απ’ τα σφιγμένα μου δάχτυλα. Μόλις βεβαιώθηκα ότι δεν θα μου ρίχνονταν πισώπλατα, τους γύρισα την πλάτη και ανέβηκα τρέχοντας τα υπόλοιπα σκαλοπάτια της αίθουσας.  
Το τελευταίο σκαλοπάτι με οδήγησε σ’ ένα ορθογώνιο άνοιγμα, στην είσοδο ενός στενού διαδρόμου με πέτρινα τοιχώματα που φωσφόριζαν αμυδρά.  
Χώθηκα μέσα της και άρχισα να περπατώ αργά και προσεκτικά πάνω σ’ ένα ευθύγραμμο και στενό δάπεδο από πελεκητή πέτρα. Τα φωσφορίζοντα τοιχώματα του διαδρόμου που υψώνονταν στα δεξιά και στ’ αριστερά μου σκορπούσαν μια ομοιόμορφη ανταύγεια που ήταν απαλή σαν το φως των άστρων. Πάνω τους διέκρινα μισοσβησμένες τοιχογραφίες που απεικόνιζαν τελετουργικές ανθρωποθυσίες, τερατόμορφες θεότητες και απαίσια βασανιστήρια ακρωτηριασμένων αιχμαλώτων. Ήταν τόσο περίτεχνες και παραστατικές που δεν άντεχα να τις κοιτάζω για πολύ ώρα.  
Άρχισα να τρέχω καταμήκος του αχνοφώτιστου διαδρόμου έως ότου διέκρινα ένα πιο φωτεινό ίχνος, το σημείο όπου υπέθεσα ότι ο διάδρομος έφτανε στο τέλος του.
Και πραγματικά ύστερα από λίγο ακόμα τρέξιμο, βγήκα ή μάλλον μπήκα μέσα σε μια πελώρια αίθουσα που είχε σχήμα οκταγωνικό. Η οροφή της που ήταν θολωτή και στολισμένη με περίτεχνα όσο και παράξενα αραβουργήματα από ένα γαλάζιο υλικό που έμοιαζε με σμάλτο, στηριζόταν πάνω σε λεπτεπίλεπτους κίονες και χρυσοποίκιλτα τόξα που ενώνονταν ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι μου. Κατάλαβα πως είχα εισχωρήσει στο άδυτο του Ναού, και μάλιστα κάτω απ’ τον κεντρικό τρούλο του. Ολόκληρη η αίθουσα, ο τρούλος οι κίονες και τα τοιχώματά της, ήταν καλυμμένα από αστραφτερά φύλλα χρυσού που εναλλάσσονταν με γυαλιστερές πλάκες από κατάμαυρο όνυχα. 
Κάτω ακριβώς απ’ το ψηλότερο σημείο της οροφής βρισκόταν τοποθετημένο ένα τρίποδο που αποτελούνταν από τρία αλληλοσυμπλεκόμενα χάλκινα φίδια τα οποία στήριζαν ένα χρυσαφένιο δίσκο. Στο κέντρο του δίσκου φώλιαζε ένα εκθαμβωτικό κομμάτι κρυστάλλου, ένα καταπληκτικό πετράδι που έλαμπε εκτυφλωτικά, σαν ένας μικρός ήλιος που μόλις είχε ανατείλει.  
Αυτό ήταν το πετράδι του Έρκινχ. Η λαμπερή ακτινοβολία του έπεφτε πάνω στους χρυσοντυμένους τοίχους και στην θολωτή οροφή της αίθουσας και αντανακλούνταν ομοιόμορφα, δημιουργώντας μια εκθαμβωτική φωταψία. 


------------------


Το βλέμμα μου καρφώθηκε στην απέναντι πλευρά της αίθουσας όπου δύο μαυροκίτρινες κόμπρες που ήταν τεράστιες σαν τα μυθικά Ανακόντα που λέγεται ότι κρύβονται στις ζούγκλες του Ισημερινού, σφύριζαν και κουνούσαν τ’ αλογίσια κεφάλια τους πέρα-δώθε προσπαθώντας να χώσουν τα τεράστια και κυρτά τους δόντια στην ιδρωμένη σάρκα της Ίνγκριντ και του Ισμαήλ. Εκείνοι στέκονταν στριμωγμένοι πλάτη με πλάτη ανάμεσα στα δύο ερπετά και προσπαθούσαν ν’ αποκρούσουν τις επιθέσεις τους με τα σπαθιά τους. Κατάπια στα γρήγορα το ελιξήριο της Ενδυνάμωσης του Ισμαήλ αλλά μόλις έκανα να τρέξω προς το μέρος τους για να τους βοηθήσω, ένα τρίτο εξίσου τεράστιο φίδι που μέχρι τότε κρύβονταν τυλιγμένο γύρω απ’ τα επίχρυσα τόξα της οροφής, προσγειώθηκε μπροστά μου. Κάτω απ’ το φως του κρυστάλλου που έλαμπε πάνω στο χάλκινο τρίποδο, η καινούργια εκείνη κόμπρα σύρθηκε προς το μέρος μου, ύψωσε το κεφάλι της, άνοιξε τα σαγόνια της διάπλατα και φούσκωσε τη φρικαλέα κουκούλα της σφυρίζοντας απαίσια. 
Και τότε για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβήθηκα, φοβήθηκα πραγματικά. 
Κάπως καθυστερημενα θυμήθηκα ότι είχα βιαστεί να μπω on line στο παιχνίδι χωρίς να ρυθμίσω το δείκτη δυσφορίας στο set-up που μου είχε στείλει η Ίνγκριντ μέσω e-mail. Πόσο πόνο θα ένιωθα αν με δάγκωναν τα μυτερά και δηλητηριώδη σαγόνια του τεράστιου φιδιού; 
Η κόμπρα σφύριξε για δεύτερη φορά σαν τεράστια ατμομηχανή. Η διχαλωτή της γλώσσα μαστίγωσε τα τρομερά της σαγόνια, τα ερπετικά της μάτια με τις σχιστές κόρες και τις κατακίτρινες ίριδες που έλαμπαν σαν στιλπνά κεχριμπάρια με κοίταξαν ψυχρά και ανελέητα και ένας πίδακας αχνιστού δηλητηρίου εξαπολύθηκε μέσα απ’ το στόμα της με στόχο το πρόσωπό μου.  
Ούρλιαξα τρομοκρατημένος.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα ηχηρό καμπάνισμα και τα πάντα σταμάτησαν να κινούνται. Ο δηλητηριώδης πίδακας απέμεινε να αιωρείται στον αέρα, σαν τη μακρυά και πράσινη γλώσσα ενός χαμελαίοντα που εκτινάσσεται για να πιάσει κάποιο έντομο και παγιδεύεται για πάντα στην άχρονη αιωνιότητα μιας ψηφιακής φωτογραφίας υψηλής ανάλυσης.  
Το καμπάνισμα ακούστηκε και πάλι. Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω και αντίκρυσα την Ίνγκριντ και τον Ισμαήλ να με κοιτάζουν ξαφνιασμένοι. Στη συνέχεια ολόκληρη η χρυσοντυμένη αίθουσα, το εκθαμβωτικό πετράδι, τα φίδια και οι δυο μου σύντροφοι, καλύφθηκαν από ένα πυκνό σκοτάδι.


--------------------

   


Μια σειρά φωτεινών γραμμάτων αιωρώθηκαν στο κενό:


ΤΕΛΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ. 
ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΑΤΕ ΠΕΝΤΕ ΠΙΣΤΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΧΡΟΝΟ. 
ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΞΑΝΑΔΟΚΙΜΑΣΕΤΕ;



Πάτησα το escape και έβγαλα το κράνος του προσομοιωτή με μια γρήγορη κίνηση.
Ήμουν βουτηγμένος στον ιδρώτα και ανάσαινα σπασμωδικά. 
Φυσικά το λάθος ήταν όλο δικό μου. Αφού πάσχω από οφιοφοβία, γιατί δεν είχα φροντίσει να ρίξω μια ματιά στο demo του παιχνιδιού προτού βυσματωθώ στον προσομοιωτή; 
Γιατί μου το είχε προτείνει η Ίνγκριντ, να γιατί. Η πανέμορφη και δυναμική Ίνγκριντ που ζούσε στο Ρέυκιαβικ της Ισλανδίας. Τη φαντάστηκα να κλείνει τον υπολογιστή της, να βγαίνει στην ξύλινη βεράντα ενός ευρύχωρου σπιτιού και να ξαπλώνει δίπλα σε κάποια πισίνα με φιλτραρισμένο νερό για να χαλαρώσει. Ο ήλιος του Μεσονυχτίου θα την έλουζε γενναιόδωρα και εκείνη κατάξανθη, λαμπερή και τέλεια, σαν μια υπερβόρεια θεά που περιβάλλονταν απ’ τα περιποιημενα και πεντακάθαρα προάστεια της ιδιαίτερης πατρίδας της, θ’ απολάμβανε το άγγιγμά του προστατευμένη κάτω από ένα τεράστιο θόλο από κρυσταλλικό χαλαζία.  
Και εγώ; Τι θα έκανα τώρα που το παιχνίδι είχε τελειώσει; 
Περιέτρεξα με το βλέμμα μου το μικρό δωμάτιο με τους ξεφλουδισμένους τοίχους και τα φτηνιάρικα έπιπλα από πεπιεσμένο χαρτί. Το μόνο που άξιζε από δαύτο ήταν η θέα που απλωνόταν έξω απ’ το μοναδικό του παράθυρο, οι πελώριοι και απρόσωποι ουρανοξύστες της νυχτερινής Αθήνας και ανάμεσά τους ο μακρινός βράχος της Ακρόπολης που διαγραφόταν στεφανωμένος μ’ ένα ολογραφικό αντίγραφο του κατεστραμμένου Παρθενώνα. 
Το δωμάτιο μου φάνηκε ξαφνικά υπερβολικά στενάχωρο, σχεδόν πνιγηρό. Αποφάσισα να μαστουρώσω με κάποιο φτηνό αγχολυτικό. Το αυτόματο περίπτερο στη γωνία ήταν γεμάτο από ψυχότροπα νέας γενιάς και είχε και εικοσιτετράωρη εξυπηρέτηση. Συνδυασμένο με το αλκοολούχο ποτό που έκρυβα πίσω απ’ το ψυγείο, (μου το είχε πασάρει χθες το βράδυ ένα αγχωμένο βαποράκι σε κάποιο παρακατιανό cyber-bar) θα μ’ έκανε κουδούνι. Μετά θα σενιαριζόμουν, θα έκανα μερικά εικονοτηλέφωνα και θα κανόνιζα με κάποιο φιλαράκι να βρεθούμε στον Κόκκινο Τομέα με τα Καζίνο τα πολυμαγαζιά και τα θεματικά πάρκα, εκεί όπου κάθε βράδυ χτυπά η καρδιά της πόλης. 


--------------


Βγήκα απ’ το διαμέρισμα-δωμάτιο, κλείδωσα πίσω μου την πόρτα και κάλεσα το ασανσέρ. Καθώς καταδυόμουν προς το μακρινό ισόγειο της πολυόροφης πολυκατοικίας μου ένιωθα απόλυτα ήρεμος και κεφάτος, τυλιγμένος στο βιοχημικό κουκούλι που είχε υφάνει γύρω απ’ τους νευρώνες μου το αγχολυτικό και η μεθυλική αλκοόλη που κυλούσε άφθονη στο κυκλοφοριακό μου σύστημα.
Ήμουν αποφασισμένος ν’ απολαύσω με κάθε τρόπο τη βραδυά που ξεκινούσε και να περιπλανηθώ μέχρι πρωίας στα φωταγωγημένα φαράγγια και στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους της Αθήνας, μακριά απ’ την Ίνγκριντ, τα πετράδια της και τα τεράστια ερπετά που προσπαθούσαν να με φάνε.  



Ερρίκος Σμυρναίος,  Copyright 2008


3 σχόλια: