Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Η ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ


1

Καλώς τον!
Κάθησε παιδί μου, κάθισε! Ξέρω για ποιό λόγο ήρθες εδώ, θέλεις να μάθεις τι σε περιμένει αύριο, όταν εισχωρήσεις στο άβατο της Βιβλιοθήκης, έτσι δεν είναι; Μα φυσικά! Αύριο ξημερώνει η τελευταία μέρα των εισαγωγικών σου εξετάσεων! Για να σε δω! Μα εσύ είσαι κάθιδρος και τα μάτια σου γυαλίζουν λες και ανεβάζεις πυρετό!
Προσπάθησε να ηρεμήσεις σε παρακαλώ! Στο κάτω-κάτω τα έχεις πάει μια χαρά μέχρι τώρα! Αντιμετώπισες το θεωρητικό κομμάτι της όλης διαδικασίας με μεγάλη επιτυχία, απάντησες σωστά στις ερωτήσεις και έλυσες εγκαίρως όλα τα προβλήματα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα θριαμβεύσεις!
Όσον αφορά τη αυριανή μέρα, αν ακολουθήσεις έναν και μόνο κανόνα, όλα θα κυλήσουν ρολόι. Ο κανόνας αυτός είναι πολύ απλός: Δεν πρέπει με τίποτα να επιτρέψεις στον εαυτό σου να γίνει αλαζονικός. Το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσες να κάνεις είναι ν’ αφήσεις τα μυαλά σου να πάρουν αέρα. Έχε υπόψη σου πως σε περιμένει η πιο απαιτητική και η πιο δύσκολη απ’ όλες τις δοκιμασίες που έχεις αντιμετωπίσει μέχρι αυτή τη στιγμή. Μέσα στις έξι ώρες που θα διαρκέσει το ταξίδι σου στη Βιβλιοθήκη, θα κριθεί το κατά πόσο είσαι άξιος ν’ ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις του αξιώματος που φιλοδοξείς ν’ αναλάβεις, το αν θα γίνεις βιβλιοθηκάριος, μέλος δηλαδή του τάγματος της Βιβλιοθήκης.
Θα χρειαστεί να εντοπίσεις και να παραδώσεις στα χερια της εξεταστικής επιτροπής ένα παλιό και κιτρινισμένο τόμο με λαογραφικό περιεχόμενο, μια εξαιρετικά σπάνια έκδοση των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Μη με ρωτήσεις πώς το ξέρω αυτό, ας πούμε απλώς πως με τα χρόνια κατάφερα να δημιουργήσω κάποιες πολύ χρήσιμες διασυνδέσεις.
Αλλά όχι, δεν μπορώ να σου πω που ακριβώς βρίσκεται ο συγκεκριμένος τόμος, ούτε ποιά είναι τα εμπόδια που θα υποχρεωθείς να ξεπεράσεις προκειμένου να τον αποκτήσεις. Δεσμεύομαι από έναν απαραβίαστο όρκο εχεμύθιας. Αυτό που μπορώ να κάνω όμως, είναι να σου διηγηθώ τη δική μου περιπέτεια, να σου εξιστορήσω το ταξίδι που χρειάστηκε να κάνω εγώ ο ίδιος προκειμένου να μου δωθεί ο τίτλος του βιβλιοθηκάριου.
Θυμάμαι σαν να ήταν μόλις χθες τον εαυτό μου να κάθεται μπροστά στην επίπεδη οθόνη του φορητού μου υπολογιστή και να προσπαθεί ν’ανασύρει από τη βάση δεδομένων της Βιβλιοθήκης κάποια χρήσιμη πληροφορία, οτιδήποτε που θα με βοηθούσε να ολοκληρώσω μ’ επιτυχία την αποστολή μου.
Όπως και στη δική σου περίπτωση, μου είχε δωθεί εντολή να βρω ένα σπάνιο βιβλίο δαιμονολογίας, τα λιγοστά αντίτυπα του οποίου κρύβονταν κάπου στα ράφια της Βιβλιοθήκης. Επρόκειτο εν ολίγοις για ένα πνευματικό έργο που από κάθε άποψη είχε βυθιστεί στην αφάνεια.
Βέβαια, τα περισσότερα απ’ τα βιβλία που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη είναι άγνωστα στον πολύ κόσμο, ακόμα και σ’ αυτούς που θεωρούνται ειδικοί πάνω στα ζητήματα που πραγματεύονται.
Έτσι πρέπει. Για λόγους ασφαλείας βασικά.
Θυμάμαι που λες πολύ καλά τη στιγμή που έκλεισα το μικρό και ανάλαφρο εκείνο μηχάνημα, σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να συγκεντρώνω τον εξοπλισμό που θα με βοηθούσε να ολοκληρώσω την αποστολή μου.
Φόρτωσα το σακίδιο μου μ’ έναν αδιάβροχο φακό, ένα ζευγάρι γάντια αναρρίχησης, το κράνος και την προστατευτική μου στολή. Τύλιξα ένα ορειβατικό σκοινί γύρω από τη μέση μου, πέρασα ένα δεύτερο σκοινί στις ωμοπλάτες μου και έδεσα στην άκρη του ένα γάντζο. Τέλος, έχωσα στην τσέπη του στρατιωτικού παντελονιού που είχα φορέσει για την περίσταση ένα επαναληπτικό περίστροφο. Έτσι έπρεπε να κάνω, ο τομέας όπου φυλάσσονταν το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ανεξερεύνητος και επομένως επικίνδυνος.
Βρίσκονταν πολύ κοντά στην Ασυνέχεια.



2


Θυμάμαι ακόμα και σήμερα τη στιγμή που οι πόρτες του ανελκυστήρα έκλεισαν πίσω απ’ την πλάτη μου βγάζοντας ένα συριστικό ήχο. Είχα φτάσει στο δέκατο-πέμπτο υπόγειο της βιβλιοθήκης, σαράντα μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους.
Μέσα στα δεκαπέντε υπόλοιπα πατώματα που μεσολαβούσαν ανάμεσα στο επίπεδο όπου βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή και στον κόσμο της επιφάνειας, φυλάσσονταν όσα απ’ τα βιβλία δεν παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον: Εκδόσεις των τελευταίων πεντακοσίων ετών κυρίως, γριμμόρια Εβραίων αποκρυφιστών από την Πράγα, φιλοσοφικά δοκίμια μελετητών της Ευρωπαικής Αναγέννησης από το Παρίσι, δυσνόητα αλχημιστικά χειρόγραφα σοφών της Σαμαρκάνδης και μεσαιωνικά δοκίμια από τα μοναστήρια της Βόρειας Ιταλίας.
Ολόγυρά μου ξεδιπλώνονταν ευρύχωροι και καλοφωτισμένοι διάδρομοι με πλευρές που υψώνονταν θωρακισμένες πίσω από αεροστεγείς και άθραυστες βιτρίνες. Πίσω απ’ τα χοντρά εκείνα τζάμια έβλεπε κανείς αναρίθμητα βιβλία, άλλα λεπτά και άλλα χοντρά, κάποια στολισμένα με πολύχρωμα εξώφυλλα από πλαστικοποιημένο χαρτί και κάποια σκεπασμένα με μαύρο κόκκινο ή καφέ δέρμα, όλα τους αριθμημένα και τοποθετημένα πάνω σε ανοξείδωτα μεταλλικά ράφια.
Οι διάδρομοι εκείνοι έμοιαζαν ατελείωτοι. Θα΄λεγε κανείς πως τα τοιχώματά τους ενώνονταν στην απόσταση, οι οροφές και τα δάπεδά τους επίσης.
Ένα απαλό φως έλουζε τα βιβλία. Πήγαζε από την κάτω μεριά του κάθε ραφιού. Το αχνό βουητό του συστήματος εξαερισμού που ανανέωνε και αποστείρωνε την ατμόσφαιρα προκειμένου ν’ αποφεύγεται η ανάπτυξη κάθε μορφής μικρο-οργανισμού ή μύκητα, κρατούσε τη θερμοκρασία σταθερή στους 23 βαθμούς Κελσίου. Σ’ αυτό το σημείο οφείλω να σε ενημερώσω πως στο συγκεκριμένο εκείνο επίπεδο, το σύστημα αρχειοθέτησης δεν ήταν το συνηθισμένο. Βασίζονταν σε περίπλοκους φρακταλικούς αλγόριθμους που σκοπό είχαν αφενός να μπερδέψουν κάποιον τυχόν ανεπιθύμητο εισβολέα και αφετέρου να εμποδίσουν τη συσσώρευση σε μικρό χώρο βιβλίων με πανομοιότυπο περιεχόμενο, κάτι που θα είχε απρόβλεπτες ενδεχομένως συνέπειες όπως θα σου εξηγήσω σε λίγο.
Αφού επέλεξα έναν απ’ τους σιωπηλούς εκείνους διαδρόμους, ανέβηκα στον κυλιόμενο ιμάντα που γλιστρούσε ασταμάτητα δίπλα απ’ τα απειράριθμα βιβλία και άρχισα να περπατώ έως ότου, ύστερα από αρκετή ώρα, έφτασα στο συγκεκριμένο σημείο όπου έπρεπε να σταματήσω.
Συχνά έχω σκεφτεί πως θα ‘πρεπε, αυτό το τμήμα της βιβλιοθήκης που βρίσκεται πιο κοντά στην επιφάνεια του εδάφους, να εκσυγχρονιστεί κάπως. Αντι για τον αργοκίνητο ιμάντα ή σε συνδυασμό με αυτόν, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε ηλεκτροκίνητα οχήματα, ή κάτι τέλος πάντων που θα μας βοηθούσε να κινούμαστε πιο γρήγορα. Έχω ακούσει πως κάπως έτσι λειτουργεί η υπόγεια βιβλιοθήκη του Βατικανού. Φυσικά, γνωρίζω πολύ καλά για ποιό λόγο δεν πρόκειται να υιοθετηθεί ποτέ μια τέτοια λύση:
Στον ίδιο βαθμό που εμείς χάνουμε χρόνο στην προσπάθειά μας να φτάσουμε στα ειδικά σημεία των διαδρόμων απ’ όπου ξεκινούν τα’ άλλα, τα βαθύτερα επίπεδα, κάποιοι άλλοι ενδεχομένως να χάσουν εξίσου πολύτιμο χρόνο προσπαθώντας να φτάσουν από τα βαθύτερα εκείνα επίπεδα εδώ πάνω.


3


Σταμάτησα μπροστά από μια συγκεκριμένη βιτρίνα. Πίσω απ’ τον άθραυστο υαλοπίνακα αντίκρισα δεκάδες βιβλία, όλα τέλεια διατηρημένα.
Και τώρα θα σου πω ένα μυστικό, κάτι που ελάχιστοι άνθρωποι ήξεραν τότε και που για να το μάθω χρειάστηκε να υποστώ μυητικές και άκρως επώδυνες ιεροτελεστίες εκπαίδευσης, όταν έγινα δεκτός ως εκπαιδευόμενος στη σχολή του Τάγματος της Βιβλιοθήκης.
Το μυστικό ήταν απλό: Κανένα απ’ τα βιβλία που έβλεπα μπροστά μου δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Το συγκεκριμένο κομμάτι της βιτρίνας ήταν ένα ολόγραμμα, μια τρισδιάστατη σύνθεση λαμπερών φωτονίων, μια απατηλή απεικόνιση που αιωρούταν στον αέρα.
Τέντωσα τα χέρια μου και εκείνα βυθίστηκαν αβίαστα μέσα στο γυαλί της βιτρίνας. . Στη συνέχεια έκανα ένα βήμα προς τα εμπρός και μπήκα ολόκληρος μέσα στην ολογραφική προβολή. Προτού βυθιστώ στην άυλη επιφάνειά της, κούνησα για τελευταία φορά το χέρι μου, αποχαιρετώντας έτσι τους επόπτες που παρακολουθούσαν τις κινήσεις μου μέσα από αθέατες κάμερες και υπερευαίσθητα μικρόφωνα.
Από εδώ και πέρα ήμουν μόνος μου.
Βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ ένα μουντό μισοσκόταδο μέσα στο οποίο διέκρινα τους πέτρινους τοίχους ενός μικρού δωματίου. Πίσω από την πλάτη μου λαμπύριζε ακόμα το φωτεινό εσωτερικό του διαδρόμου της βιβλιοθήκης.
Μπροστά μου όμως υπήρχε κάτι διαφορετικό: Μια ξύλινη πόρτα που ήταν τοξοτή στο σχήμα και δεμένη με χοντρούς ελικοειδείς μεντεσέδες, σαν κι αυτούς που βλέπει κανείς στις εισόδους των καθεδρικών ναών της Βόρειας Ευρώπης. Έμοιαζε πολύ παλιά, εξαιρετικά ανθεκτική και απαγορευτική.
Έβγαλα το ειδικό κλειδί που μου είχαν παραχωρήσει τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και το έχωσα σε μια περίτεχνη κλειδαρότρυπα από μαυρισμένο ασήμι που έμοιαζε με τη χαμογελαστή κεφαλή ενός φαύνου. Το γύρισα τέσσερεις φορές προς τα δεξιά και τρεις προς τ’ αριστερά, σύνολο επτά δηλαδή. Στη συνέχεια έσπρωξα την πόρτα όσο πιο απαλά μπορούσα και εκείνη άνοιξε μ’ ένα ηχηρό τρίξιμο. Δρασκέλισα το πέτρινο κατώφλι της, κατέβηκα μια σπειροειδή σκάλα και κατέληξα σ’ ένα ακόμα χαμηλότερο επίπεδο, σε μια κυκλική και μισοσκότεινη αίθουσα που έμοιαζε-και ήταν-πολύ αρχαία.
Η πόρτα έκλεισε πίσω μου μ’ ένα ηχηρό μπουμπουνητό. Ένας σμήνος από μακρόσυρτους αντίλαλους κατρακύλησε στη σκάλα που μόλις είχα κατέβει. Στη συνέχεια μια βαριά ησυχία κρεμάστηκε γύρω μου, το είδος της σιωπής που συναντά κανείς μέσα σε ανήλιαγα σπήλαια και εγκαταλειμένα καταφύγια. Έκανα μερικά αβέβαια βήματα πάνω στο σκονισμένο δάπεδο που ήταν φτιαγμένο από πολυγωνικά κομμάτια πολυκαιρισμένου μάρμαρου και ο ήχος των βημάτων μου ακούστηκε ρυθμικός και σκληρός, σαν το ρυθμικό χτύπημα ενός ξύλινου σφυριού. Η ξηρή οσμή που πλανιόταν στον αέρα ήταν πολύ παράξενη, ένα μείγμα αρχαίας πέτρας και δερματόδετων βιβλίων. Πέτρινοι κίονες ένωναν το δάπεδο με την οροφή της κυκλικής αίθουσας ενώ ξύλινα ράφια που ήταν φορτωμένα με αμέτρητα βιβλία, κάλυπταν τους τοίχους. Καταμεσής της θολωτής οροφής κρέμονταν ένας μικρός πολυέλαιος με περίτεχνα χέρια που κατέληγαν σε λευκά κεριά τα οποία γέμιζαν την αίθουσα μ’ ένα απαλό ημίφως. Οι λεπτές φλόγες τους έτρεμαν αβέβαια. Παράξενες σκιές χόρευαν γύρω μου. ‘Έμοιαζαν να με λοξοκοιτάζουν και να με παρατηρούν επιφυλακτικά.
Ο τοίχος που οριοθετούσε την απέναντι πλευρά της αίθουσας άνοιξε και γλίστρησε αθόρυβα στο πλάι. Αντίκρισα ένα μισό-φωτισμενο διάδρομο που κατέληγε σ’ ένα μεγάλο καθρέφτη ο οποίος λαμπύριζε αχνά.
Διέσχισα το διάδρομο και πλησίασα τον καθρέφτη μπροστά απ’ τον οποίο ορθωνόταν μια μαυροντυμένη σιλουέτα. Κοντοστάθηκα ξαφνιασμένος. Στο φως μιας χάλκινης λάμπας που κρεμόνταν πάνω απ’ το κεφάλι της, είδα ότι φορούσε ένα μακρύ ρούχο που έμοιαζε με σκονισμένο ράσο. Κατάλαβα αμέσως ποιός ή μάλλον, τι ήταν:
Ένας «Κέρβερος», ένα απ’ τα μέλη του εσώτερου κύκλου του Τάγματος. Ανήκε στην ομάδα εκείνων των Βιβλιοθηκάριων που είχαν απαρνηθεί για πάντα τον κόσμο της επιφάνειας και προτιμούσαν να ζουν στα χαμηλότερα επίπεδα, εκεί όπου δεν έφτανε ποτέ το φως του ήλιου. Αποστολή τους ήταν να συντηρούν και να προστατεύουν τα πιο αρχαία βιβλία του τάγματος, καθώς και τα περάσματα που οδηγούσαν σ’ αυτά.
Ο Κέρβερος τράβηξε προς τα πίσω την κουκούλα που σκέπαζε το κεφάλι του και με κοίταξε μέσα από ένα ζευγάρι τεράστιων μαύρων γυαλιών που κάλυπταν το μισό σχεδόν πρόσωπό του. Υπέθεσα πως ακόμα και το ασθενικό φως που έβγαζε η χάλκινη λάμπα τον ενοχλούσε. Λογικό ήταν για κάποιον που είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή βουτηγμένος στο βελούδινο σκοτάδι των χαμηλότερων επιπέδων. Πίσω απ’ τα μαύρα εκείνα γυαλιά με κοιτούσαν μάτια που ήταν τεράστια και λαμπερά, με φωσφωρούχους αμφιβληστροειδείς χιτώνες που παγίδευαν στο εσωτερικό τους κάθε ίχνος φωτός. Το δέρμα του ήταν κατάλευκο και έπεφτε χαλαρό γύρω απ’ τα οστά του προσώπου του δημιουργώντας παράξενες δίπλες και ρυτίδες. Τα μαλλιά του ήταν μακρυά και διάφανα σαν αραχνοιστοί και η ηλικία του μου φάνηκε απροσδιόριστη, αλλά σίγουρα πάρα πολύ μεγάλη. Γνώριζα ήδη ότι τα μέλη του εσώτερου κύκλου ζουν πολύ περισσότερο από εμάς, τους επιχθόνιους προστάτες της βιβλιοθήκης, ίσως γιατί περνάνε τη ζωή τους προστατευμένοι απ’ τις φθοροποιές ακτινοβολίες του σύμπαντος που βομβαρδίζουν ανελέητα τον ευμετάβλητο κόσμο της επιφάνειας.
Στάθηκα μπροστά του και έκανα το σινιάλο αναγνώρισης: Έφερα το δεξί μου χέρι στο ύψος της καρδιάς και μετά ακούμπησα το κέντρο του μετώπου μου με τον δείκτη και τον αντίχειρα. Εκείνος μιμήθηκε την κίνησή μου βιαστικά. Τα δάχτυλά του ήταν ασυνήθιστα μακρυά και λεπτά, το ίδιο και τα νύχια του που άστραφταν σαν ασημένια στο διάχυτο φως του διαδρόμου.
-«Ώστε θέλεις να περάσεις την πύλη,» δήλωσε βλοσυρά. Τα λεπτά και άχρωμα χείλη του συσπάστηκαν ανεπαίσθητα. Η φωνή του ήχησε διαβρωτική σαν οξύ και στεγνή σαν κιτρινισμένη περγαμηνή, σχεδόν θυμωμένη.
-«Μάλιστα,» απάντησα με σεβασμό, «μέχρι τον εξώτερο δακτύλιο φυσικά, μακρυά απ’ τον ορίζοντα των γεγονότων.»
-«Φυσικά,» μου απάντησε εκείνος διατηρώντας το ίδιο αυστηρό ύφος που είχε χρησιμοποιήσει και προηγουμένως, «ήρθες για να βρεις ένα βιβλίο, όχι για ν’ αυτοκτονήσεις!» Η φωνή του ακούστηκε για άλλη μια φορά σκληρή και διαπεραστική μέσα στη σιωπή που γέμιζε το στενό διάδρομο.
-«Μάλιστα,» του απάντησα και πάλι.
Μια σύντομη σιωπή κρεμάστηκε ανάμεσά μας. Άκουσα τη λάμπα που κρέμονταν απ’ το ταβάνι να τρίζει αχνά καθώς η φλόγα που έκαιγε στην καρδιά της τρεμόπαιξε έτοιμη να σβήσει.
-«Γνωρίζεις τις απαντήσεις που απαιτούνται;» με ρώτησε ο Κέρβερος.
Ένευσα καταφατικά. Τα μάτια του με κοίταξαν διαπεραστικά πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά που φορούσε.
-«Τι είναι η γνώση;» με ρώτησε.
-«Η γνώση είναι δύναμη,» απάντησα αμέσως.
-«Και η δύναμη;»
-«Η δύναμη είναι ο δρόμος για τον έλεγχο.»
-«Για τον έλεγχο ποίου πράγματος;» ήταν η επόμενη ερώτηση που μου έκανε.
-«Για τον έλεγχο της πραγματικότητας.»
-«Και τι είναι η πραγματικότητα;»
-«Το δημιούργημα του πνεύματος.»
.-«Και το πνεύμα;»
-«Η ουσία του θεού.»
Ο Κέρβερος, χωρίς να με ρωτήσει τίποτα περισσότερο, έκανε στο πλάι και ο καθρέφτης γλίστρησε αθόρυβα μέσα στον τοίχο.




4



Μόλις δρασκέλισα το άνοιγμα που εμφανίστηκε πίσω απ’ τον καθρέφτη, βρέθηκα σ’ ένα στενό εξώστη πέρα απ’ τον οποίο απλώνονταν ο κόσμος του εσώτερου κύκλου, το υποχθόνιο βασίλειο όπου φυλασσόταν ο πραγματικός όγκος των θησαυρών της Βιβλιοθήκης.
Αντίκρυσα αμέτρητα βιβλία που υψώνονταν σε κάθετες κυκλώπειες στοίβες, δισεκατομμύρια τόμους που αποτελούνταν από τρισεκατομμύρια σελίδες γραμμένες σε γλώσσες άγνωστες, σε διαλέκτους που έχουν πεθάνει εδώ και πάρα πολλούς αιώνες. Σχημάτιζαν πελώριους πύργους που ορθώνονταν ο ένας δίπλα στον άλλο σε τιτάνιες συστοιχίες το ύψος των οποίων ανταγωνίζονταν τους ψηλότερους ουρανοξύστες του κόσμου της επιφάνειας. Φάνταζαν τεράστιοι, σαν πελεκημένα βουνά ενώ τα θεμέλιά τους χάνονταν σε βάθη απύθμενα, βαθιά μέσα στη γη. Το βλέμμα μου ταξίδεψε σε κάθετους γκρεμούς και αχανείς επάλξεις όπου απειράριθμες θήκες από κιτρινισμένο ελεφαντόδοντο και φίλντισι που περιείχαν εκατοντάδες χιλιάδες πανάρχαιους πάπυρους που είχαν διασωθεί από τις αρχαίες Βιβλιοθήκες της Περγάμου, της Αλικαρνασού και της Αλεξάνδρειας, συσσωρεύονταν σε παραξενους οβελίσκους και πυλώνες. Ακούμπισα τα χέρια μου στο παραπέτο του εξώστη, κοίταξα προς τα κάτω και ατένισα το χάος που απλώνονταν κάτω από τα πόδια μου με κομμένη την ανάσα.
Ένιωσα έναν πρωτόγνωρο ίλιγγο. Οι πύργοι από βιβλία βυθίζονταν σε βάθη άγνωστα και απέραντα. Καλύπτονταν από πελώριες σκαλωσιές και από ένα πυκνό δίκτυο από ανεμόσκαλες. Ενώνονταν μεταξύ τους με αέρινες γέφυρες οι οποίες κρέμονταν πάνω απ’ το κενό σαν τεράστιες γιρλάντες.
Πολυάριθμα σμήνη από μικρές λάμπες κεντούσαν αχνούς αστερισμούς γύρω απ’ τις γέφυρες και τους πύργους. Θα΄λεγε κανεις πως κάποιος γιγαντιαίος γαλαξίας από αστέρια που τρεμόσβηναν νευρικά, είχε τυλιχτεί γύρω τους σαν φωσφωρικός μανδύας.
Ένα ανάλαφρο ρεύμα ζεστού και κατάξερου αέρα που ανέβαινε από εκείνα τα βάθη, ανακάτεψε τα μαλλιά μου.
Έμεινα έκθαμβος μπροστά στο κολοσσιαίο μέγεθος της βιβλιοθήκης που επιχειρούσα να διασχίσω. Ήταν μια αχανής ήπειρος, ένας απέραντος κόσμος που ξεδιπλώνονταν ανεξερεύνητος και μυστηριακός, τυλιγμένος στα πέπλα μιας αρχέγονης ομίχλης.
Γύρισα το κεφάλι μου και αντίκρυσα τον Κέρβερο που επρόκειτο να με οδηγήσει μέσα από τον αβυσσαλέο λαβύρινθο. Είχε σταθεί δίπλα μου και ατένιζε και εκείνος το πανόραμα της βιβλιοθήκης. Το κατάλευκο και πλαδαρό πρόσωπό του μου ανταπέδωσε το βλέμμα ατάραχο και ακίνητο πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά που το σκίαζαν. Μου φάνηκε πως ένα ειρωνικό χαμόγελο παιχνίδισε στιγμιαία γύρω απ’ τα χλωμά του χείλη.
-«Αυτό που αντικρίζεις είναι το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης που έχει συσσωρευτεί μέσα στους αιώνες,» μου εξήγησε, «εκατομμύρια βιβλία και περγαμηνές που διασώθηκαν μέσα από φυσικές καταστροφές, πολέμους λεηλασίες και βανδαλισμούς. Φυλάγονται εδώ κάτω, μακριά απ’ τα βέβηλα χέρια των ανθρώπων. Αν ξεπεράσεις την τελική δοκιμασία που σε περιμένει, θ’ αποκτήσεις το προνόμιο να συνεισφέρεις και εσύ στην διατήρηση και τον εμπλουτισμό αυτού του ανεκτίμητου θησαυρού.» «Αλλά δεν έχουμε καιρό για χάσιμο,» πρόσθεσε ύστερα από μια σύντομη σιωπή, «η Ασυνέχεια μπορεί να διασταλεί ανα πάσα στιγμή και πίστεψέ με, δεν θέλεις να βρίσκεσαι μέσα στον ορίζοντα των γεγονότων όταν συμβεί κάτι τέτοιο!»
Η φωνή του ακούστηκε για άλλη μια φορά κοφτή και ξερή σαν τσαλακωμένη περγαμηνή. Οι αντίλαλοι που ξεσήκωσε απορροφήθηκαν σχεδόν αμέσως από τις μαλακές επιφάνειες των αναρίθμητων βιβλίων που μας περιέβαλλαν και που υψώνονταν γύρω μας σαν φαντάσματα γιγάντων μέσα στον ζεστό και κατάξερο αέρα.
Αρχίσαμε να περπατάμε κατα μήκος του εξώστη, πάνω απ’ την άβυσσο, έως ότου φτάσαμε σ’ ένα σταυροδρόμι. Εκεί πέρα υπήρχε ένας ανελκυστήρας. Το κουβούκλιο του ήταν μεταλλικό και περίτεχνο. Μου θύμισε αυτά τα παραστολισμένα ασανσέρ που έβλεπε κανείς στα ξενοδοχεία πολυτελείας των αρχών του εικοστού αιώνα. Μπήκαμε μέσα, ο οδηγός μου έκλεισε τις πόρτες και πίεσε ένα απ’ τα εκατοντάδες κουμπιά που σχημάτιζαν ευθείες γραμμές πάνω στους τοίχους του.
Αρχίσαμε τότε να βυθιζόμαστε προς την άβυσσο, αργά στην αρχή αλλά με αυξανόμενη ταχύτητα στη συνέχεια.
Ατελείωτες στοίβες από περγαμηνές και αρχαία βιβλία που σχημάτιζαν πύργους και οβελίσκους και αναρίθμητες θήκες παπύρων από φίλντισι και ελεφαντόδοντο πέρασαν δίπλα μας έως ότου, μ’ ένα διαπεραστικό τρίξιμο, ο ανελκυστήρας σταμάτησε να κινείται. Η μεταλλική πόρτα άνοιξε και βρεθήκαμε μπροστά σ’ έναν καινούργιο εξώστη, στην απέναντι άκρη του οποίου υπήρχε μια ξύλινη καταπακτή.
Βγήκαμε απ’ τον ανελκυστήρα και αρχίσαμε να περπατάμε πάνω στον εξώστη. Σε αντίθεση μ’ αυτόν που είχαμε αφήσει πίσω μας, ήταν ξύλινος, φτιαγμένος από πελεκητούς κορμούς δέντρων που κρατιόνταν σφιχτοδεμένοι μεταξύ τους με πλεξούδες από χοντρό σκοινί. Είχα την αίσθηση ότι βρισκόμασταν σ’ ένα πολύ πιο αρχαίο τμήμα της βιβλιοθήκης, μια εντύπωση που ενισχύθηκε απ’ το γεγονός ότι γύρω μας ορθώνονταν τετραγωνισμένοι ογκόλιθοι και κυλινδρικοί κίονες που καλύπτονταν από αιγυπτιακά ιερογλυφικά και πολύχρωμες τοιχογραφίες. Ανάμεσά τους αντίκρυσα πελώρια κομμάτια ακατέργαστων βράχων. Οι τραχιές επιφάνειές τους στολίζονταν με προιστορικές απεικονίσεις ζώων και ζωόμορφων θεοτήτων.
Η ξύλινη καταπακτή άνοιξε αβίαστα κάτω απ’ την πίεση του χεριού του οδηγού μου, αποκαλύπτωντας μια σειρά από στενά και απότομα σκαλοπάτια.
Όταν τα κατεβήκαμε αντικρύσαμε την αρχή ενός αψιδωτού διάδρομου που ήταν κατηφορικός και ευθύγραμμος, με στιλπνά τοιχώματα από πέτρα απ’ τα οποία πήγαζε ένα χρυσοπράσινο φως. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε γύρω μας. Ο αέρας που άγγιξε το πρόσωπό μου ήταν δροσερός και ακίνητος.
Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε μια δεύτερη πόρτα που ήταν στρογγυλή και μεταλλική, ογκώδης σαν την πόρτα ενός θησαυροφυλακίου που προστάτευε κάποιον αμύθητο θησαυρό. Ένας περίπλοκος μηχανισμός από βαριά γρανάζια και χοντρούς μοχλούς καταλάμβανε το κέντρο της σαν ιερατικό σύμβολο.
Πίσω όμως απ΄την συγκεκριμένη εκείνη πόρτα δεν κρύβονταν κανένας θησαυρός. Αντίθετα, καραδοκούσε η μεγαλύτερη ανωμαλία στο χωροχρονικό συνεχές απ’ την εποχή της μεγάλης έκρηξης που δημιούργησε το σύμπαν. Εκεί, πίσω απ’ την μεταλλική πόρτα, στο τέλος του διαδρόμου, ξεδιπλώνονταν ο αέναα στροβιλιζόμενος Ορίζοντας των Γεγονότων της Ασυνέχειας.


5


Νομίζω πως τώρα πια, μπορώ να σου μιλήσω για την Ασυνέχεια.
Λοιπόν, όπως ήδη γνωρίζεις, οι βιβλιοθήκες είναι χώροι αποθήκευσης πληροφοριών. Οι πληροφορίες όμως είναι το δομικό στοιχείο του σύμπαντος, ο αφρός του κβαντικού κενού μέσα απ’ τον οποίο πηγάζει το φαινόμενο που ονομάζουμε ενέργεια. Η ενέργεια τώρα, όπως και η ύλη που στην ουσία αποτελεί μια αδρανοποιημένη και σταθεροποιημένη της εκδοχή, όταν συσσωρεύεται δημιουργεί μάζα η οποία έχει την ιδιότητα να παραμορφώνει την υφή του χωροχρόνου. Αυτό συμβαίνει πολύ πιο συχνά από ότι είναι ευρέως αποδεκτό γιατί το σύμπαν είναι εύπλαστο και ευμετάβλητο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα φανταζόσουν ποτέ.
Προσπάθησε να φανταστείς τι θα μπορούσε να συμβεί αν συσσωρευτεί σε πολύ μικρό χώρο, στα ράφια μιας βιβλιοθήκης ας πούμε, ένας μεγάλος αριθμός βιβλίων που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες αμφισβητούν την ίδια τη φύση του χωροχρόνου, βιβλία αποκρυφισμού που περιέχουν τρόπους επίκλησεις έλλογων δυνάμεων που δραστηριοποιούνται σε άλλες διαστάσεις ή βιβλία πυρηνικής φυσικής που αναλύουν την αλλόκοτη συμπεριφορά υπό-ατομικών σωματιδίων ή ακόμα βιβλία που εξηγούν για ποιό λόγο το σύμπαν είναι πολυδιαστασιακό. Λέγεται επίσης ότι ορισμένα βιβλία είναι ζωντανά και κακόβουλα γιατί αποτελούνται από τη συμπυκνωμένη διανοητική ενέργεια των συγγραφέων τους και συμπεριφέρονται σαν μια υλοποιημένη σκέψη. Ως ζωντανά όντα λοιπόν, υπακούουν στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ως εκ τούτου είναι αποφασισμένα να κάνουν το παν για να επιβιώσουν. Η θρυλική Σολωμονική, το βιβλίο της επίκλησης των δαιμόνων, είναι το πιο απλό παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό. Το μυθικό Νεκρονομικόν του Αμπντούλ Αλ Χαζρέντ, είναι ένα δεύτερο παράδειγμα. Φαντάσου λοιπόν όλα αυτά τα βιβλία να στριμώχνονται δίπλα σε κάποια άλλα που περιγράφουν τρόπους με τους οποίους μπορούν να ανοίξουν πύλες σε άλλους κόσμους. Κατα πάσα πιθανότητα κάτι τέτοιο συνέβη εκείνο το καλοκαίρι του 1986 μετά χριστόν, όταν ένα τμήμα της βιβλιοθήκης κατέρρευσε και χάθηκε ΚΑΠΟΥ ΑΛΛΟΥ, αφήνοντας πίσω του ένα κενό, έναν χώρο τον οποίο κανείς δεν έχει τολμήσει ακόμα να εξερευνήσει. Ευτυχώς η μητέρα φύση αποδείχτηκε προετοιμασμένη ακόμα και γι’αυτό το απίθανο ενδεχόμενο. Το κενό, η Ασυνέχεια που δημιουργήθηκε, έπαψε κάποια στιγμή να μεγαλώνει, το μέγεθός της σταθεροποιήθηκε, παρουσιάζοντας όμως κάποιες περιοδικές διακυμάνσεις που υπακούουν σε νόμους εντελώς άγνωστους σε μας. Στα όρια της τρύπας εκείνης υπάρχει μια ζώνη στροβιλισμού, κάτι σαν την περιφέρεια μιας δίνης την οποία έχουμε ονομάσει Ορίζοντα των Γεγονότων. Μέχρι εκεί έχουμε καταφέρει να φτάσουμε. Όποιος τόλμησε να προχωρήσει πιο μέσα εξαφανίστηκε για πάντα.



6


Άνοιξα το σακίδιό μου και φόρεσα την ολόσωμη φόρμα από ισοθερμικό ύφασμα που είχα παραχώσει στο εσωτερικό του. Μέσα στον Ορίζοντα των Γεγονότων κάνει κρύο και επικρατεί απόλυτο σκοτάδι. Άναψα τον φακό μου και έχωσα το περίστροφο που είχα φέρει μαζί μου στη ζώνη της στολής. Στη συνέχεια, έδεσα το σκοινί που είχα τυλίξει γύρω από τη μέση μου σε μια δέστρα που εξείχε απ’ τον κυρτό τοίχο του διαδρόμου, ακριβώς μπροστά απ’ την πόρτα.
Μετά, κοίταξα τον Κέρβερο:
-«Είμαι έτοιμος!» του είπα.
Εκείνος γύρισε τα γρανάζια της στρογγυλής πόρτας που ορθώνονταν μπροστά μας, μετακίνησε τους μοχλούς της και εκείνη άνοιξε προς τα μέσα, αθόρυβα σαν θαλασσινό κοχύλι.
Ένα απαλό σφύριγμα ακούστηκε και ένα δυνατό ρεύμα αέρα μ΄έσπρωξε προς το σκοτάδι που απλώνονταν πέρα απ’ το στρογγυλό άνοιγμα που εμφανίστηκε μπροστά μας.
Δρασκέλισα το κυκλικό κατώφλι της πόρτας και το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκα ήταν ότι ο νόμος της βαρύτητας δεν λειτουργούσε πλέον φυσιολογικά. Το σώμα μου έγινε ελαφρυ σαν πούπουλο, τόσο πολύ που λίγο ακόμα και θα σηκωνόμουν στον αέρα. Άρχισα να περπατώ με τεράστια βήματα μέσα στο σκοτάδι ενώ το σκοινί που είχα δέσει στη ζώνη της φόρμας μου, πλατάγισε σαν πανί ιστιοφόρου. Σύννεφα σκόνης σηκώθηκαν γύρω μου. Ο αέρας που εισέπνευσα ήταν ψυχρός και μύριζε παράξενα, διαποτίζονταν από ένα μείγμα θαλασσινής αλμύρας και μουχλιασμένης κλεισούρας.
Καθώς συνέχισα να κινούμαι προς τα εμπρός, η δέσμη του ηλεκτρικού φωτός που πήγαζε απ΄το στόμιο του φακού που κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου ζωγράφισε μια φωτεινή κηλίδα στο σκοτάδι, μέσα στην οποία άρχισαν να παρελαύνουν διάφορα ετερόκλητα αντικείμενα, ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου που κάποτε ανήκαν ποιός ξέρει σε ποιόν και που τώρα αιωρούνταν στο κενό σκονισμένα και μαύρα, σαν απολιθωμένα ροδοπέταλα. Είδα ένα ραγισμένο ρολόι, μια πρασινισμένη μπρούτζινη πένα, τις σκισμένες σελίδες ενός βιβλίου, ένα τσαλακωμένο χάρτη και κάτι κιτρινισμένα ξέφτια που θα μπορούσαν να είναι τα υπολείμματα κάποιου υφάσματος και τα οποία σχημάτιζαν αχνά σύννεφα που στροβιλίζονταν και στριφογύριζαν αθόρυβα.
Έσπρωξα με τα πόδια μου το δάπεδο και εκτοξεύτηκα προς τα πάνω. Άρχισα να διασχίζω ένα ολόκληρο σύμπαν από μικρο-αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω μου σιωπηλά σαν φαντάσματα. Αντίκρυσα κάτι που έμοιαζε με καρώ μαντήλι και μια χούφτα σκονισμένων νομισμάτων που άστραφταν θαμπά σαν ξεθωριασμένα μανικετόκουμπα. Ένα παπούτσι με πελώριες αγκράφες κολύμπησε μπροστά μου, μαζί με μια μισοφαγωμένη γόμα και ένα σμήνος από στομωμένα μολύβια . Στη συνέχεια περικυκλώθηκα από αμέτρητα κομμάτια χαρτιού που στροβιλίστηκαν σαν φθινοπωρινά φύλλα.
Κάποια στιγμή ο φακός έπαψε να λειτουργεί. Είχα μπει πλέον στην περιοχή όπου οι ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές της Ασυνέχειας εμπόδιζαν τη λειτουργία κάθε ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής συσκευής. Ευτυχώς όμως είχα έρθει προετοιμασμένος και γι’αυτό το ενδεχόμενο: Κουλουριάστηκα μέσα στο πηχτό σκοτάδι και καθώς διάφορα αόρατα αντικείμενα ακουμπούσαν το πρόσωπο τα χέρια και το σώμα μου ακολουθώντας τις άσκοπες τροχιές τους, έβγαλα απ’ το σακίδιό μου ένα κερί και έναν αναπτήρα. Ο αναπτήρας άναψε με την τρίτη προσπάθεια. Το κερί άναψε ευτυχώς με την πρώτη.
Μπορείς να φανταστείς την τρομάρα μου, όταν, στο τρεμάμενο φως της σφαιρικής λόγω της έλλειψης βαρύτητας φλόγας του, αντίκρυσα το γυμνό πρόσωπο μιας νεκροκεφαλής να με κοιτάζει αιωρούμενο μέσα στο σκοτάδι, λίγα μόλις εκατοστά πέρα απ’ το πρόσωπό μου. Κραύγασα ενστικτωδώς και τινάζοντας το χέρι μου προς τα εμπρός την εκσφεντόνισα στο πυρ το εξώτερον.
Η κραυγή μου ξεσήκωσε εκατοντάδες παραμορφωμένους αντίλαλους που πέταξαν γύρω μου σαν ξαφνιασμένες νυχτερίδες. Έσφιξα τα δόντια και συνέχισα να κινούμαι προς τα εμπρός κάνοντας απλωτές με τα χέρια και τα πόδια μου σαν κολυμβητής. Το σκοινί που εξακολουθούσε να ξετυλίγεται αργά ήταν το μοναδικό πραγμα που με συνέδεε με το γνωστόν σύμπαν. Οι μεγάλες κουλούρες του αιωρούνταν κυματίζοντας ληθαργικά στο σιωπηλό σκοτάδι.
Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου και είδα ότι, σύμφωνα με τις αφηγήσεις προηγούμενων εξερευνητών που είχα εντοπίσει στη βάση δεδομένων της βιβλιοθήκης, πλησίαζε η στιγμή που θα έφτανα στην άκρη του Ορίζοντα των Γεγονότων.
Βρέθηκα στο σημείο μετάβασης κάπως πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Δεν αποκλείεται το αρχικό σπρώξιμο που είχα δώσει με τα πόδια μου να ήταν πιο ισχυρό από ότι είχα υπολογίσει....Εντελώς ξαφνικά πάντως, μου φάνηκε πως ολόκληρος ο κόσμος αναποδογυρίστηκε. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα να πέφτω με το κεφάλι προς τα κάτω, σε μια αόρατη άβυσσο.
Το κερί έσβησε καθώς η ταχύτητα της πτώσης μου μεγάλωσε με γεωμετρική πρόοδο, έως ότου ο αέρας άρχισε να σφυρίζει στ’ αυτιά μου σαν θυμωμένο φλάουτο.
Κατάλαβα πως έπρεπε πάση θυσία ν’ ανακόψω την ταχύτητα της πτώσης μου.
Ξετυλίξα το δεύτερο σκοινί που είχα φέρει μαζί μου και τίναξα τον γάντζο που ήταν δεμένος στην άκρη του προς τα δεξιά. Πίστευα ότι ο γάντζος θα πιάνονταν σε κάποια απ’ τις αναρίθμητες προεξοχές που σαν μικροί κρατήρες σημάδευαν την επιφάνεια ενός τοίχου που σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει, έπρεπε να υψώνεται κάπου δίπλα μου. Μπορείς να φανταστείς την έκπληξή μου, όταν ο γάτζος βρήκε το κενό και άρχισε να αιωρείται σε κατάσταση ελεύθερης πτώσης.
Πάγωσα ολόκληρος. Τι θα γίνονταν αν έσπαγε το σκοινί που με κρατούσε;
Η απάντηση στο ερώτημά μου ήρθε από μόνη της. Το σκοινι τεντώθηκε ξαφνικά και εγώ τραντάχτηκα σύσσωμος σαν να είχα πέσει πάνω σ’ ένα πολύ σκληρό τραμπολίνο. Άντεξε όμως το βάρος μου και η πτώση μου ανακόπηκε.
Άρχισα να κλυδωνίζομαι πέρα-δώθε σαν εκκρεμές. Καθώς περιστρεφόμουν γύρω απ’ τον άξονά μου, έριξα μια ματιά προς τα πάνω, προσπαθώντας να δω ένα ίχνος φωτός έστω που να ξεγλυστρούσε μέσα απ’ την ανοιχτή πόρτα που με είχε βγάλει στις παρυφές της Ασυνέχειας. Πραγματικά, μια τελίτσα φωτός που έμοιαζε με αστέρι ήταν ακόμα ορατή μέσα στο σκοτάδι.
Πήρα μια βαθιά αναπνοή και προσπάθησα να ηρεμήσω. Η βαρύτητα είχε αυξηθεί και πάλι αλλά όχι πολύ, σε βαθμό που μόλις και ισοδυναμούσε με το ήμισυ της συνηθισμένης..
Και τότε το σκοινί τραντάχτηκε κανά-δύο φορές. Κάποιος προσπαθούσε να το κόψει.
Μια φριχτή σκέψη άστραψε στο μυαλό μου, η βεβαιότητα πως ο Κέρβερος που με είχε οδηγήσει μέχρι εκείνο το σημείο προσπαθούσε να με ξεφορτωθεί, δωροδοκημένος ίσως από κάποιον αντίπαλό μου που δεν ήθελε να γίνω ποτέ μέλος του Τάγματος. Μπορεί πάλι κάποιο απερίγραπτο πλάσμα που ζούσε μέσα στο ανήλιαγο σκοτάδι της Ασυνέχειας να είχε ενοχληθεί απ’ την παρουσία του σκοινιού και να το τραγάνιζε με τα κοφτερά του δόντια.
Άρπαξα το πιστόλι μου και πυροβόλησα στα τυφλά, προς το σημείο όπου υπολόγιζα πως ο μυστηριώδης εχθρός προσπαθούσε να κόψει το μοναδικό πράγμα που με συνέδεε με τον κόσμο των ζωντανών. Ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν βροντή που ξεσήκωσε αμέτρητους αντίλαλους. Στο στιγμιαίο φως του πυροβολισμού δεν αντίκρυσα τίποτα περισσότερο από ένα απύθμενο κενό.
Αμέσως μετά το σκοινί κόπηκε και άρχισα να πέφτω, αργά στην αρχή, όλο και πιο γρήγορα στη συνέχεια.
Το κερί ξέφυγε απ’ τα δάχτυλά μου και χάθηκε στο σκοτάδι.
Προσπάθησα να συγκρατήσω το κύμα του πανικού που φούσκωσε μέσα μου και κοίταξα προς τα κάτω. Αντίκρυσα κάτι που έμοιαζε με θαμπά φωτισμένη μεμβράνη, κάτι σαν τέντα που απλώνονταν σε βάθος πολλών δεκάδων μέτρων.
Το επόμενο δευτερόλεπτο σφίχτηκα ολόκληρος καθώς έπεφτα πάνω της σαν βαρύδι. Η μεμβράνη σκίστηκε και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι τον εαυτό μου να γκρεμίζεται σ’ένα λείο και σκληρό πάτωμα, με το σακίδιο που είχα περασμένο στην πλάτη μου να λειτουργεί σαν μαξιλάρι που ευτυχώς με προστάτευσε αρκετά απ’ τη βάναυση εκείνη πρόσκρουση. Το σκοινί έπεσε πάνω μου σχηματίζοντας μεγάλες κουλούρες που με σκέπασαν σαν τεράστια μακαρόνια.
Άνοιξα τα μάτια μου, τίναξα το κεφάλι μου και κοίταξα ολόγυρα, προσπαθώντας να ξεφύγω από τα πλοκάμια της ζαλάδας που με πολιορκούσαν.
Ανακάλυψα τότε πως βρισκόμουν στο κέντρο μιας κυκλικής αίθουσας που ήταν κατασκευασμένη από κίτρινο και πορτοκαλί μάρμαρο. Μεγάλα παράθυρα που ήταν οβάλ στο σχήμα, άφηναν το φως του ήλιου να φωτίζει άπλετα το εσωτερικό της. Το αμέσως επόμενο πράγμα που αντιλήφθηκα ήταν ότι γύρω μου είχαν μαζευτεί κάτι σαυροειδή πλάσματα που με κοιτούσαν ακίνητα και σιωπηλά σαν αγάλματα.



7


Τίναξα το κεφάλι μου πέρα-δώθε προκειμένου να ξεφορτωθώ και τα τελευταία απομεινάρια της ζαλάδας που αιωρούνταν γύρω μου πεισματικά.
Ανακάθισα και κοίταξα τα πλάσματα εκείνα κατάματα, καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες να μη χάσκω και πολύ.
Ένα από τα σαυροειδή όντα έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός και έσκυψε από πάνω μου. Το φως του ήλιου που εισχωρούσε στην ημισφαιρική αίθουσα απ’ τα οβάλ παράθυρα, έπεσε πάνω του χρωματίζοντάς το με πορτοκαλί πινελιές.
Είχε μεγάλο κεφάλι, ψηλό μέτωπο και μυτερά ζυγωματικά. Κάρφωσε πάνω μου ένα ζευγάρι μάτια που είχαν το κίτρινο χρώμα του κεχριμπαριού. Τα σαγόνια του άνοιξαν διάπλατα, αποκαλύπτωντας δυο σειρές μυτερών δοντιών που ήταν κάτασπρα και αιχμηρά σαν ξεβρασμένα κοχύλια. Ένας πανάρχαιος τρόμος έκανε την καρδιά μου να γορχοχτυπήσει. Έσφιξα σπασμωδικά τα δάχτυλα μου γύρω απ’ τη σκανδάλη του όπλου που κρατούσα ακόμα στα χέρια μου και ετοιμάστηκα να πουλήσω ακριβά το τομάρι μου.
Χίλιες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου. Προφανώς είχα κάνει κάποιο λάθος και είχα παραστρατήσει σε κάποιον χώρο που δεν αναφέρονταν στ΄αρχεία της Βιβλιοθήκης. Πουθενά δεν είχα ανακαλύψει αναφορές για σαυροειδή όντα και ημισφαιρικές αίθουσες.
Η δίποδη σαύρα πλατάγισε τη γλώσσα της που ήταν μακριά και διχαλωτή σαν δερμάτινο μαστίγιο. Μια σειρά συριστικών ήχων και κοφτών κροταλισμάτων βγήκε απ’ το στόμα της, μια ταχύτατη αλληλουχία ήχων που κατάλαβα πως ήταν κάποια μορφή γλώσσας.
Την κοίταξα ακίνητος και αμίλητος, χωρίς να τολμώ να κάνω την παραμικρή κίνηση. Αν και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, κατάφερα να βάλω τ’ όπλο πίσω στην τσέπη της φόρμας μου. Βρισκόμουν αντιμέτωπος μ’ ένα έλλογο πλάσμα, αυτό ήταν ολοφάνερο. Οποιαδήποτε βίαιη αντίδραση εκ μέρους μου, εκτός από ηθικά ανεπίτρεπτη, θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της θέσης μου. Το πλάσμα επανέλαβε για μια ακόμα φορά εκείνους τους κροταλισμούς και μετά άπλωσε ένα φολιδωτό χέρι προς το μέρος μου και μου έκανε νόημα να σταθώ όρθιος. Πρόσεξα πως τα δάχτυλα του, τρία στο κάθε χέρι, ήταν δυνατά μακρυά και εξοπλισμένα με χοντρά νύχια.
Υπάκουσα στην εντολή του χωρίς να βγάλω τσιμουδιά και στάθηκα στα πόδια μου ενώ η καρδιά μου εξακολουθούσε να χτυπάει ακανόνιστα.
Στο μεταξύ δύο ακόμα σαυροειδή όντα έκαναν μια κίνηση να με πλησιάσουν αλλά ο αρχηγός τους, γιατί αυτό υπέθεσα ότι ήταν το πρώτο πλάσμα που είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί μου, τους έκανε ένα νόημα να σταματήσουν. Το ευχαρίστησα νοερά. Ήμουν που ήμουν στα πρόθυρα υστερίας, έτσι και έβρισκα τον εαυτό μου περικυκλωμένο από περισσότερες δίποδες σαύρες δεν ξέρω και εγώ τι θα έκανα!
Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας υπάκουσαν αμέσως στην εντολή του αρχηγού τους και απομακρύνθηκαν από κοντά μας αργά και προσεκτικά, προσπαθώντας ολοφάνερα να μην κάνουν απότομες κινήσεις.
Εκτίμησα την προσπάθειά τους όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Εκμεταλλεύτηκα επίσης την ευκαιρία να τους ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά:
Η βεβαιότητά μου πως αντίκριζα κάποια πλάσματα που η φύση και η εξέλιξη είχαν προικίσει με νοημοσύνη ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο από το γεγονός πως φορούσαν ρούχα, ριχτούς μανδύες φτιαγμένους από κάποιο είδος λεπτεπίλεπτου υφάσματος με κοντά μανίκια. Ήταν χρωματισμένοι με απαλές γαλάζιες και σμαραγδί αποχρώσεις που έδεναν αρμονικά με την χαλκόχρωμη απόχρωση που είχαν οι μικροσκοπικές και καλογυαλισμένες φολίδες που κάλυπταν την επιδερμίδα των όντων εκείνων. Γύρω απ’ τα πόδια τους τυλίγονταν λεπτοδουλεμένα σανδάλια από χαλκό, ελεφαντόδοντο και δέρμα. Ακόμα και τα νύχια των ποδιών τους ήταν περιποιημένα: Χοντρά και δυνατά, ήταν κομμένα κοντά, μοιάζοντας με μικρά μισοφέγγαρα που εξέπεμπαν την ίδια χαλκόχρωμη λάμψη.
Ένα απ’ τα πλάσματα μου έκανε νόημα να το ακολουθήσω. Υπάκουσα αδιαμαρτύρητα. Διασχίσαμε την κυκλική αίθουσα με τα οβάλ παράθυρα και τους πορτοκαλόχρωμους τοίχους και πλησιάσαμε μια πόρτα που ήταν επίσης οβάλ στο σχήμα και καλυπτόταν από ένα ημιδιάφανο παραπέτασμα το οποίο έμοιαζε με φλούδα από λεπτεπίλεπτο φίλντισι.
Ο οδηγός μου, του οποίου τα σανδάλια άφηναν ένα ρυθμικό θρόισμα καθώς έξυναν το πάτωμα, το έσπρωξε στο πλάι. Προτού αφήσουμε πίσω μας την αίθουσα, έριξα μια ματιά στην οροφή της μεσα από την οποία είχα εισβάλλει με τόσο επεισοδιακό τρόπο. Κοντοστάθηκα κατάπληκτος: Πάνω απ’ το κεφάλι μου απλώνονταν μια θολωτή και απόλυτα συμπαγής οροφή από πέτρα. Καμία μεμβράνη δεν είχε σκιστεί προκειμένου να βρεθώ εκεί μέσα.
Άφησα τις απορίες μου για αργότερα. Τώρα, έπρεπε να εξοικειωθώ με το εντελώς πρωτόγνωρο θέαμα που ξεδιπλώθηκε σαν πίνακας μπροστά μου:
Αντίκρισα ένα φαρδύ μπαλκόνι και πέρα απ’ το μπαλκόνι, κάτω χαμηλά, είδα μια δεντροφυτεμένη έκταση, κάτι σαν κατάφυτη πεδιάδα όπου φύτρωναν παράξενα δέντρα που έμοιαζαν με πελώριες φτέρες, φοίνικες και κάκτους. Ανάμεσά τους ορθώνονταν πανύψηλα κτίρια από κατάλευκο αλάβαστρο. Πυργώνονταν πάνω απ’ τα δέντρα σαν γίγαντες. Μου θύμισαν τους πύργους από βιβλία της βιβλιοθήκης. Εναέριες γέφυρες ένωναν τα κτίρια μεταξύ τους ενώ ψηλά στον ουρανό, πάνω απ’ το καταπληκτικό εκείνο τοπίο, διέγραφαν τεράστιους κύκλους στον αέρα κάτι πλάσματα που στην αρχή νόμισα ότι ήταν πουλιά αλλά μετά κατάλαβα πως ήταν πελώριες νυχτερίδες με μεμβρανώδη φτερά και μυτερά ράμφη, όντα που εμοιαζαν με πτεροδάχτυλους και μυθικούς δράκοντες. Ένας πορτοκαλής ήλιος αιωρούνταν πάνω απ’ τον ορίζοντα ενώ μια λεπτή ομίχλη που χρύσιζε σαν αραχνούφαντο πέπλο από χαλκόχρωμο μετάξι υψώνονταν σε αλλεπάλληλα πέπλα μέσα απ’ το δάσος και αγκάλιαζε τους πύργους. Ο αέρας που φυσούσε γύρω μου ήταν ζεστός και υγρός.
Μέσα μου άστραψε επιτέλους μια λάμψη κατανόησης:
Είχα παρεισφρήσει σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου οι δεινόσαυροι είχαν επιβιώσει και είχαν αναπτύξει νοημοσύνη και πολιτισμό.
Παρηγορήθηκα με τη σκέψη πως μέχρι εκείνη τη στιγμή ο οδηγός μου δεν με είχε αντιμετωπίσει σαν ένα αποκρουστικό και επικίνδυνο πλάσμα, αν και στα μάτια του θα πρέπει να φαινόμουν απαίσιος, όπως ένας κροκόδειλος θα φαίνονταν στα μάτια ενός ανθρώπου. Αντίθετα, η ηρεμία των κινήσεών του και η όλη συμπεριφορά του με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως μάλλον περίμενε την άφιξή μου.
Αρχίσαμε να περπατάμε πάνω σε κάποια κρεμαστή γέφυρα. Η ζούγκλα απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια μας σαν ένα πράσινο χαλί που μισοκρύβονταν απ’ τα αραχνοΰφαντα πέπλα της ομίχλης. Τα νυχτεριδόμορφα πουλιά πετούσαν γύρω μας σαν άλπατρος, τα φτερά τους κροτάλιζαν στον αέρα ενώ τα μάτια τους καρφώνονταν πάνω μας στρογγυλά και κίτρινα, γεμάτα περιέργεια. Ο οδηγός μου τα αγνόησε επιδεικτικά και εγώ, ακολουθώντας το παράδειγμά του, κάρφωσα τα μάτια μου στην πλάτη του και συνέχισα να τον ακολουθώ προσπαθώντας να καταπνίξω τα κύματα του πανικού και του ιλίγγου που απειλούσαν για μια ακόμα φορά να με πνίξουν.
Κάποια στιγμή πατήσαμε σ’ έναν ακόμα εξώστη, δρασκελίσαμε μια οβάλ είσοδο και μπήκαμε σε μια δεύτερη ημισφαιρική αίθουσα η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από την προηγούμενη. Επίσης, ήταν γεμάτη με ανθρώπους που κάθονταν μπροστά απ’ τους κυκλικούς τοίχους, αφήνοντας το κέντρο της ελεύθερο.
Εκεί με περίμενε η τελευταία και η μεγαλύτερη έκπληξη του ταξιδιού μου:
Στο κέντρο της αίθουσας στέκονταν όρθιο ένα ανθρώπινο πλάσμα που δεν ήταν άλλο από τον εκπαιδευτή μου, τον αρχηγό του Τάγματος των βιβλιοθηκάριων που μου είχε διδάξει τα μυστικά της Βιβλιοθήκης.
Κοντοστάθηκα κατάπληκτος ενώ ένα κύμα θερμών χειροκροτημάτων ξεσηκώνονταν απ’ το μαζεμένο πλήθος. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και αντίκρισα τα πρόσωπά των καθηγητών και των συμμαθητών μου που με κοιτούσαν χαμογελώντας, άλλοι καλοσυνάτα, κάποιοι σκανταλιάρικα και πειραχτικά, όλοι τους όμως μ’ ένα βλέμμα κατανόησης και συμπαράστασης, σαν να συμμετείχαμε όλοι στην ενορχήστρωση κάποιας μυστικής συνομωσίας.
-«Καλώς όρισες,» μου είπε ο εκπαιδευτής μου. «Το γεγονός πως έφτασες μέχρι εδώ, αποδεικνύει ότι πέρασες μ’ επιτυχία την τελευταία και την πιο σημαντική δοκιμασία των εξετάσεών σου. Κατά τη διάρκεια του μυητικού ταξιδιού που κατάφερες να ολοκληρώσεις, υποχρεώθηκες ν’ ασκήσεις τις αρετές του θάρρους, της φυσικής και πνευματικής αντοχής, της εφευρετικότητας και της ψυχραιμίας. Τη σημαντικότερη αρετή ώστόσο την επέδειξες μόλις πριν από λίγα λεπτά, όταν βρέθηκες αντιμέτωπος με όντα άγνωστα σε σένα και δυνητικά αποκρουστικά. Δεν έχασες την ψυχραιμία σου και δεν κατέφυγες στη βία, παρά το ότι παγιδεύτηκες σ’ ένα ξένο περιβάλλον για το οποίο δεν σε είχε προετοιμάσει κανείς. Επέδειξες διανοητική και πνευματική ωριμότητα και αντιμετώπισες μια ξένη μορφή ζωής χωρίς να καταφύγεις σε πρωτόγονα αντανακλαστικά και φοβίες. Αυτό είναι ένα χάρισμα που θα πρέπει να ασκήσεις αρκετές φορές στη ζωή σου ως βιβλιοθηκάριος.»
«Πλησίασε παιδί μου,» πρόσθεσε τελικά.
Υπάκουσα στο κάλεσμά του καθώς τ’ αυτιά μου πλημμύριζαν για μια ακόμα φορά από τα χειροκροτήματα των συμμαθητών και των δασκάλων μου.
Το σαυροειδές πλάσμα έκανε μια μικρή υποκλιση προς το μέρος μου και στη συνέχεια βγήκε απ’ την αίθουσα για να υποδεχτεί προφανώς τον επόμενο εξεταζόμενο.
Ο αρχηγός του Τάγματος μου πέρασε στο λαιμό μια καδένα που στο κέντρο της είχε χαραγμένο το σύμβολο της βιβλιοθήκης: Μια χρυσή πυραμίδα με τη φλόγα της γνώσης να καίει στο εσωτερικό της. Στη συνέχεια έκατσα σ’ ένα από τα καθίσματα της αίθουσας και περιμενα, μαζί με όλους τους άλλους, τον επόμενο συμμαθητή μου.


8


Αυτά είναι όλα κι όλα που έχω να σου πω. Δεν ξέρω βέβαια κατα πόσο έχει τροποποιηθεί το ταξίδι που θα ολοκληρώσεις αύριο, αλλά υποθέτω πως λίγο-πολύ θ’ αντιμετωπίσεις κάτι ανάλογο μ’ αυτά που μόλις σου διηγήθηκα. Όπως καταλαβαίνεις, δεν πρέπει να φοβάσαι για το παραμικρό. Χρειάζεται απλώς να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στους εκπαιδευτές σου. Όλα είναι κανονισμένα.
Και αυτό είναι κάτι που σου το λέω εγώ, ένα ασήμαντο γρανάζι στον τεράστιο μηχανισμό που κρατάει τη Βιβλιοθήκη μας ζωντανή και προστατεύει τη γνώση που έχει συσσωρεύσει το ανθρώπινο είδος μέσα στους αιώνες.
Έχε μου εμπιστοσύνη. Σου δίνω το λόγο της τιμής μου πως όλα θα πάνε καλά. Σου το λέω εγώ αυτό, ένας απλός βιβλιοθηκάριος.




Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2007

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

OI ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΑΡΗ


1

Η γεννήτρια ενσυνείδητου ονειρέματος, η ονειρογεννήτρια όπως την αποκαλούσε το προσωπικό του εργαστηρίου, βόμβισε υπόκωφα, σαν αναστατωμένο μελίσσι. Τα μικροσκοπικά κυκλώματα της γέμισαν με αεικίνητα ηλεκτρόνια. Παλμικά πεδία άυλου ηλεκτρομαγνητισμού ξεδιπλώθηκαν σαν πέταλα αιθερικών λουλουδιών, διαπέρασαν την κρανιακή μου κοιλότητα και βομβάρδισαν τα εγκεφαλικά μου κύτταρα με λεπτεπίλεπτες δέσμες υπο-ατομικών σωματιδίων. Η ενορχηστρωμένη συγχορδία των νευρωνικών μου συνάψεων έχασε τη συνοχή της και μετατράπηκε σε μια άτακτη κακοφωνία ηλεκτρικών παλμών που διέλυσε τους αντιληπτικούς μου μηχανισμούς και μ’ έριξε σ’ ένα στροβιλιζόμενο σύννεφο βουερής ανυπαρξίας.
Μετά ο κόσμος σταθεροποιήθηκε και πάλι. Αλλά τώρα είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα σύμπαν διαφορετικό, ολότελα ξένο. Είχα εισχωρήσει στην παράξενη πραγματικότητα του Τεχνήματος. 
Το υπόγειο εργαστήριο με τα γυμνά τοιχώματα από Αρειανό γρανίτη και τα περίπλοκα μηχανήματα από χρωμιωμένο μέταλλο εξαφανίστηκε. Έδωσε τη θέση του σε μια απέραντη έκταση κίτρινο-κάστανης άμμου που ξεδιπλώθηκε γύρω μου κυματιστή και αμετάβλητη, ίδια με απολιθωμένη θάλασσα. Ο ήλιος, μια πορτοκαλί σφαίρα σε μέγεθος πορτοκαλιού, βούτηξε πίσω απ’ τον αφύσικα κοντινό ορίζοντα σαν φλογερός μετεωρίτης. Ο ουρανός πλημμύρισε με κόκκινες και κίτρινες αποχρώσεις που θύμιζαν το απαύγασμα κάποιας πυρηνικής έκρηξης. Στη συνέχεια, το άνυδρο και παγωμένο πρόσωπο της ερήμου γέμισε με σκιές που μάκρυναν, που ενώθηκαν μεταξύ τους και ύφαναν έναν ωκεανό από ατόφιο σκοτάδι. Η έρημος απλώθηκε γύρω μου σιωπηλή και θανατηφόρα, μια ξένη θάλασσα από μελάνι που γυάλιζε κάτω από έναν ουρανό με παράξενους αστερισμούς και δίδυμα φεγγάρια που έμοιαζαν με μικροσκοπικούς δίσκους από γυαλιστερό ελεφαντόδοντο.  
-«Όποιος εκτίθεται στο πεδίο επιρροής του Τεχνήματος μετατρέπεται σε δέκτη πληροφοριών άγνωστης προέλευσης,» μου είχε πει η Ηλέκτρα, η προισταμένη του ερευνητικού προγράμματος, την ώρα που έχωνε στο μπράτσο μου τη βελόνα μιας υποδόριας ένεσης. «Έχουμε καταλήξει σε δύο θεωρίες για να εξηγήσουμε το φαινόμενο. Σύμφωνα με την πρώτη, κάπου στο υπέδαφος του Άρη υπάρχει μια μηχανή την οποία κατασκεύασε μια μη-ανθρώπινη φυλή, κατά πάσα πιθανότητα πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια. Η μηχανή επικοινωνεί με το υποσυνείδητό του δέκτη μέσω του Τεχνήματος και του στέλνει εικόνες του Άρη όπως ήταν στο μακρινό παρελθόν, τότε που η επιφάνειά του μπορούσε ακόμα να φιλοξενήσει ζωή.»
-«Σοβαρά;» την είχα ρωτήσει καθώς οι υφιστάμενοί της έσφιγγαν τα λουριά που μ’ έδεναν χειροπόδαρα στο επικλινές κάθισμα της γεννήτριας.  
-«Από τότε που ξεκίνησαμε την επιστημονική μελέτη του φαινομένου, όλα τα υποκείμενα βλέπετε λίγο – πολύ τα ίδια όνειρα,» είχε συνεχίσει να μου λέει, «Η συνδυαστική μελέτη των ονείρων σας, μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι σχηματίζουν μια κοινή γεωγραφία. Τα τοπία που μας περιγράφετε δεν είναι τυχαία, ανταποκρίνονται σε γεωλογικά και περιβαλλοντικά μοντέλα που αντιστοιχούν στην επιφάνεια του Άρη όπως ήταν πριν από εξήντα εκατομμύρια χρόνια περίπου.»
-«Τι απέγιναν τ’ άλλα υποκείμενα;», την είχα διακόψει κοιτάζοντας στα μάτια. 
-«Πέθαναν όλα,» μου είχε απαντήσει, «απ’ το φόβο τους, αν θες να ξέρεις!»
-«Η δεύτερη θεωρία είναι κάπως πιο τραβηγμένη,» είχε προσθέσει ύστερα από μια σιωπή ολίγων δευτερολέπτων κατά τη διάρκεια των οποίων συμβουλευόταν τις ενδείξεις ενός ηλεκτρονικού στηθοσκόπιου που άγγιζε το στήθος μου, «Υποτίθεται πως υπάρχει κάποιο πλανητικό ενεργειακό πεδίο το οποίο εμπεριέχει όλες τις εμπειρίες των αρχαίων κατοίκων του Άρη. Φαντάσου μια αιθερική βιβλιοθήκη ή κάτι σαν τ’ ακασικά αρχεία που επικαλούνται οι γήινοι παραψυχολόγοι προκειμένου να εξηγήσουν τα κατορθώματα των μέντιουμ τα οποία μελετάνε. Το Τέχνημα έρχεται σ’ επαφή μαζί του και διοχετεύει τις πληροφορίες που αντλεί στο νου των υποκειμένων που βρίσκονται εντός του πεδίου επιρροής του.»


2


Δουλειά της ονειρογεννήτριας ήταν να διατηρεί το συνειδητό κομμάτι του εαυτού μου σε κατάσταση εγρήγορσης ενώ βρισκόμουν σε φάση REM. Δηλαδή να με κρατάει ξύπνιο όση ώρα ονειρευόμουν.
-«Με ακούς;»
Η φωνή της Ηλέκτρας αντήχησε ένρινη και ρηχή μέσα στο κεφάλι μου, λες και ξεπηδούσε από κάποιο ασύρματο σύστημα ραδιο-επικοινωνίας. 
-«Σε ακούω,» ψιθύρισα απαλά. 
-«Πες μου τι βλέπεις.» 
Της περιέγραψα όσο πιο καλά μπορούσα τη σιωπηλή ερημιά και τις απλωμένες αμμοθίνες που υψωνόταν γύρω μου σαν μακρόστενοι τύμβοι. Είχαν μια ακαθόριστα κρυσταλλική ποιότητα και σπιθοβολούσαν αχνά στο φως των άστρων λες και ανάμεσα στους μικροσκοπικούς κόκκους τους κρύβονταν τα θραύσματα κάποιου κατεστραμμένου υαλοπίνακα. Ήταν ένα συνηθισμένο τοπίο της παγερής και αφιλόξενης επιφάνειας του Άρη. 
Πυκνοί σωροί από κατάμαυρα σύννεφα που έμοιαζαν με τις σιλουέτες τεράστιων αερόπλοιων αρμένιζαν στο σκοτεινό ουρανό, σπρωγμένα από αρχαίους άνεμους. Καπου μακριά, κοντά στη γραμμή του κυματιστού ορίζοντα, στριφογύριζε ένας μικρός ανεμοστρόβιλος.
-«Κάτι συμβαίνει,» πρόσθεσα.
Ο ουρανός διαποτίστηκε από ένα χλωμό φως που είχε το γκρίζο χρώμα του γραφίτη. 
Και μετά ξημέρωσε. Ήταν σαν να έσκαγε ένα κοκκινωπό πυροτέχνημα σε αργή κίνηση. Οι μακρόστενοι αμμόλοφοι λούστηκαν με μια πορφυρή λάμψη και οι σκιές τους απλώθηκαν μακριές και λεπτές πάνω στην άμμο, σχηματίζοντας ένα μαυροκόκκινο ανάγλυφο που έμοιαζε με το ριγωτό δέρμα κάποιας τεράστιας ζέβρας. 
Ένας ξαφνικός άνεμος σφύριξε σαν φίδι μέσα στη σιωπή. Οι αμμοθίνες ζωντάνεψαν και το αμμουδερό τοπίο άρχισε ν’ αλλάζει μορφή καθώς ο αέρας σμίλευε χαοτικά σχέδια πάνω στο άνυδρο κορμί του.
Καθώς το βλέμμα μου περιέτρεχε την αχανή έκταση των κυματιστών αμμόλοφων, προσπάθησα να προσανατολιστώ, να καταλάβω σε ποιό σημείο του πλανήτη βρισκόμουν. Ο ήλιος κέρδισε ύψος, τυλιγμένος σ’ ένα ρόδινο φωτοστέφανο και η έρημος άρχισε ν’ αναδεύεται. Πυκνά σύννεφα κίτρινης σκόνης που θάμπωσαν την αραιή ατμόσφαιρα, σχημάτισαν διάφανα αποτυπώματα φασματικών κυμάτων. Τα ασαφή τους περιγράμματά κέντησαν ένα άυλο υφαντό από αραχνούφαντες φωτοσκιάσεις που μεταβάλλονταν ασταμάτητα. 
Ο άνεμος δυνάμωσε. Αμέτρητοι κόκκοι κρυσταλλικής άμμου χοροπήδησαν γύρω απ’ τους κοκκινωπούς αμμόλοφους και μετατράπηκαν σε περιστρεφόμενες τουλίπες από κινούμενη σκιά που έμοιαζαν με νεκρικές πυρές. 
Και τότε παρατήρησα για πρώτη φορά ότι τα κίτρινα σύννεφα κινούνταν προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, όλα μαζί, λες και είχαν παγιδευτεί στο ελκτικό πεδίο ενός αόρατου μαγνήτη.
Έγειρα το κεφάλι μου προς τα πίσω και ατένισα τον πρωινό ουρανό. Κάτι παράξενο συνέβαινε εκεί πέρα: Τα καστανόχρωμα σύννεφα στροβιλίζονταν γύρω από έναν κεντρικό άξονα. Σχημάτιζαν μια πελώρια χοάνη που μου έφερε στο νου το περιστρεφόμενο μάτι ενός γήινου τυφώνα. Στο μεταξύ, όλο και περισσότεροι κόκκοι κρυσταλλικής άμμου σηκώνονταν απ’ το έδαφος και συγχωνεύονταν με τα αναβράζοντα σύννεφα που απορροφούνταν απ’ το γιγαντιαίο εκείνο γαιτανάκι. 
Το επίπεδο του εδάφους άρχισε να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μου, λες και μια μικρή μαύρη τρύπα που είχε ανοίξει καταμεσής τ’ ουρανού, καταβρόχθιζε κάθε ικμάδα ύλης απ΄την επιφάνεια του Άρη. 
Η άμμος υποχωρούσε ολοένα και περισσότερο ενώ πυκνά πέπλα σκόνης κέρδιζαν ύψος και ενώνονταν με την στροβιλιζόμενη δίνη. Ο άνεμος ούρλιαζε εκκωφαντικά.  
-«Πες μου τι βλέπεις! Αυτό είναι διαταγή!» μου φώναξε η Ηλέκτρα. Η φωνή της ήχησε αναστατωμένη μέσα στο κεφάλι μου, για πρώτη φορά απ’ τη στιγμή που είχε αρχίσει να με χρησιμοποιεί ως πειραματόζωο. 
-«Το έδαφος βυθίζεται,» της είπα, «υπάρχει ένας κυκλώνας στον ουρανό που απορροφά την άμμο. Και κάτι ξεπροβάλλει απ’ τη γη!»
Μέσα απ’ την άμμο που εγκατέλειπε το έδαφος, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται παράξενοι όγκοι που έμοιαζαν με μεγαλιθικά μνημεία. 
Πελώριοι πύργοι αναδύθηκαν γύρω μου, αλλόκοτοι οβελίσκοι που ήταν καλυμμένοι με αποκρουστικά σχέδια, ογκόλιθοι τόσο τεράστιοι που ο καθένας τους θα μπορούσε να σκεπάσει μια ολόκληρη πόλη. Ένα τεράστιο σύμπλεγμα προιστορικών κτιρίων, τιτάνιοι κίονες και τρίλιθα, πύργοι, οβελίσκοι και πολυγωνικές πυραμίδες.  
Ο τρομακτικός άνεμος σταμάτησε να φυσάει, λες και κάποιος είχε κατεβάσει έναν αόρατο διακόπτη. Τα πυκνά σύννεφα της άμμου κατακάθισαν γύρω μου μ’ ένα απαλό θρόισμα ενώ η ατμόσφαιρα καθάριζε και πάλι και αποκτούσε μια οπάλινη διαφάνεια. 
Ανακάλυψα ότι βρισκόμουν καταμεσής ενός αχανούς δάσους από πανάρχαια κτίρια που υψώνονταν τεράστια και σιωπηλά κάτω απ’ τον χλωμό και αδιάφορο ουρανό. Έμοιαζαν παμπάλαια. Διαισθάνθηκα ότι είχαν χτιστεί την εποχή που τα πρώτα μικροσκοπικά θηλαστικά του μητρικού μου πλανήτη προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ’ τα αιματοβαμμένα σαγόνια των πεινασμένων δεινοσαύρων που κάποτε κυριαρχούσαν στη Γη. 
Στεκόμουν στην επίπεδη κορφή ενός τιτάνιου πύργου. Οι αλλόκοτες κατασκευές με περικύκλωναν ασφυκτικά. Ήταν ολότελα ξένες, διαφορετικές από κάθε τι το ανθρώπινο. Έμοιαζαν με νεκροφιλικά γλυπτά, με κολοσσιαία τερατουργήματα που αποτελούνταν από συγκολλυμμένα προιστορικά κρανία, από κυρτούς σπόνδυλους, από οστέινους βραχίονες και απολιθωμένες λεκάνες. Καμπυλωτοί τοίχοι που αψηφούσαν κάθε γεωμετρικό κανόνα στήριζαν απαίσια αετώματα και δυσοίωνες επάλξεις που υψώνονταν προς τον γκρίζο ουρανό. Μια γκρίζα κρούστα από αρχαία σκόνη σκέπαζε τα φριχτά εκείνα οικοδομήματα ενώ το φως του ήλιου που πάσχιζε να γλυστρήσει ανάμεσά τους έμοιαζε να παραμορφώνεται, να συστρέφεται ανήμπορα, να προσπαθεί να δραπετεύσει απ’ την έλξη των τιτάνιων αυτών μαζών που αλλοίωναν την ίδια τη συνοχή της πραγματικότητας.
Μια ανυπόφορη αίσθηση αβυσσαλέας αρχαιότητας τύλιγε τα εξαμβλωματικά ανοσιουργήματα. Ανέδιδαν μια αύρα αναρίθμητων γεωλογικών αιώνων, μια αίσθηση θανάτου και ακινησίας, μια άχρονη σκοτεινιά. 
Γονάτισα πάνω στην πέτρινη οροφή του πύργου και έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, νιώθοντας εντελώς εκμηδενισμένος απ’ το φριχτό εκείνο μεγαλείο. Η τερατική Βαβυλώνα, αυτή η βλάσφημη μητρόπολη των γκρίζων οστών και του αβυσσαλέου παρελθόντος, έμοιαζε να εκπέμπει μια στοιχειακή μοχθηρία που ήταν ολότελα αβάσταχτη.  
Και τότε ο πύργος τρεμούλιασε κάτω από τα πόδια μου ενώ την ίδια στιγμή άκουσα κάτι, έναν θόρυβο που έμοιαζε με μακρόσυρτη βροντή. Κάτι κινούταν. Άνοιξα τα μάτια μου και μου φάνηκε ότι στο κενό που απλωνόταν ανάμεσα σε δυο οστέινους πύργους είχε ξεπροβάλλει μια μάζα που έμοιαζε με σκοτεινό πλοκάμι το οποίο μάκραινε με μια ρευστή κίνηση, σαν το νημάτιο κάποιας τιτάνιας αμοιβάδας που κινούταν αργά και προσεκτικά καθώς υψωνόταν προς το χλωμό ουρανό.
Και τότε άρχισα να ουρλιάζω.  


3


Προσπάθησα να κινηθώ, αλλά τα πόδια και τα χέρια μου ήταν δεμένα. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρυσα τα σοβαρά πρόσωπα της Ηλέκτρας και των υφιστάμενών της. Έσκυβαν από πάνω μου και σχημάτιζαν ένα στενό κύκλο πάνω απ’ το κάθισμα της ονειρογεννήτριας. 
Μέσα στα ψυχρά τους βλέμματα που με κοιτούσαν με το αποστασιοποιημένο ενδιαφέρον ενός ιατροδικαστή, αντανακλούνταν τα λευκά και αποστειρωμένα φώτα του εργαστηρίου. Τα μάτια μου καλύφθηκαν από μια λεπτή μεμβράνη χλιαρών δακρύων. 
Ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα. Τα ρούχα μου έσταζαν και υγρά αυλάκια στιγμάτιζαν τη γυαλιστερή πλάτη και τα μπράτσα του καθίσματος όπου βρισκόμουν δεμένος.
-«Μπορείς να μας πεις τι σου συνέβει;» με ρώτησε η Ηλέκτρα επιτακτικά. Η ανησυχία που ίσως ένιωθε, κρυβόταν απόλυτα πίσω απ’ τον μορφασμό της ανυπομονησίας που απλωνόταν στο πρόσωπό της.
-«Κάτι κινήθηκε, » ψιθύρισα ξέπνοα. Η καρδιά μου χτυπούσε ξέφρενα, τόσο πολύ που νόμιζα ότι λίγο ακόμα και θα έσπαγε τα τοιχώματα του στήθους μου.
Ανατρίχιασα ανεξέλεγκτα.
-«Οι ζωτικές του λειτουργίες χτύπησαν κόκκινο,» δήλωσε κάποιος απ’ τους βοηθούς της με αδιάφορο ύφος καθώς κοίταζε μια φωτεινή οθόνη που τρεμόπαιζε πάνω απ’ τον ώμο μου. «Το κυκλοφοριακό του σύστημα πλημμύρισε από ένα πρωτοφανές κύμα αδρεναλίνης. Χρειάστηκε να τον επαναφέρω διαφορετικά θα πάθαινε εμβολή!»
-«Υπήρχε κάτι σ’ εκείνη τη νεκρόπολη,» ψέλισσα παλεύοντας ακόμα ν’ ανακτήσω την αναπνοή μου, «κάτι ζωντανό. Είδα ένα τεράστιο πλοκάμι που ψαχούλευε και τεντωνόταν προς τον ουρανό!» 
-«Προσπάθησε να καταλάβεις ότι το Τέχνημα δεν περιέχει τίποτε περισσότερο από τις οπτικοακουστικές εγγραφές ενός πολύ μακρινού παρελθόντος,» με διέκοψε η Ηλέκτρα με συγκαταβατικό ύφος, «Οι εικόνες που σου στέλνει είναι οι αναμνήσεις ενός χαμένου πολιτισμού. Τίποτα περισσότερο. Προσπάθησε να το θυμηθείς αυτό την επόμενη φορά που θα ονειρευτείς και πάλι και θα δεις κάτι που θα σου φανεί δυσάρεστο, εντάξει;» πρόσθεσε. 
Το βλέμμα μου εστιάστηκε στο Τέχνημα που φώλιαζε υπάκουα στην κόγχη του, στο πάνω μέρος του διάφανου κράνους της γεννήτριας. Έμοιαζε με μια πράσινη πέτρα που είχε το μέγεθος μιας ανθρώπινης γροθιάς. Η επιφάνειά του ήταν πορώδης, το χρώμα του λαμπερό. Απατηλά όμορφο και συμμετρικό, σαν πολύτιμος λίθος. Κι όμως, έκρυβε μέσα του τις αναμνήσεις ενός νεκρού κόσμου.  
 -«Είναι εξουθενωμένος» δήλωσε ένας άλλος βοηθός, «νομίζω ότι έχει ανάγκη από τουλάχιστον έξι ώρες ύπνου δίχως όνειρα. Όταν συνέλθει θα μπορέσουμε να τον ανακρίνουμε με την ησυχία μας!»
Ύστερα απ’ το καταφατικό νεύμα που του έκανε η Ηλέκτρα, πήρε στα χέρια του μια σύριγγα και άδειασε το περιεχόμενό της στον ορρό που διοχέτευε ένα διάφανο μείγμα από ψυχότροπες ουσίες και αντιβιοτικά τελευταίας γενιάς στο κυκλοφοριακό μου σύστημα.
Στη συνέχεια κοιμήθηκα. Ήταν ένας ύπνος βαρύς και σκοτεινός, μια άχρονη φέτα ζωντανού θανάτου απ’ όπου απουσίαζαν οι εφιάλτες.


4


Έξι ώρες αργότερα ξύπνησα μέσα στο στενάχωρο εσωτερικό ενός κλιματιζόμενου υπνο-κουκουλιού. Μια ρόδινη φωταύγεια απλώθηκε γύρω μου καθώς οι αισθητήρες του συστήματος συντήρησης ζωής ενημέρωναν την τράπεζα δεδομένων του εργαστηρίου ότι είχα ξυπνήσει. 
Το κολάρο επιτήρησης που τύλιγε το λαιμό μου βούιξε προειδοποιητικά. Βρισκόμουν υπό συνεχή παρακολούθηση. Κι όμως, πριν από λίγα μόλις εικοσιτετράωρα ήμουν ένας ελεύθερος άνθρωπος, η τουλάχιστον ζούσα με την ψευδαίσθηση ότι ήμουν κύριος του εαυτού μου, ένας τολμηρός τυχοδιώκτης που κινούνταν στα όρια της παρανομίας. 
Το μυαλό μου κινήθηκε προς τα πίσω, στο παρελθόν, πριν από εβδομήντα-δύο ώρες ακριβώς, όταν ξεκίνησαν όλα: 
Είχα συμφωνήσει να συναντηθώ με κάποια πελάτισσα μου σ’ ένα εμπορικό κέντρο, κοντά στο σταθμό τριάντα-πέντε του μαγνητικού σιδηροδρόμου, στο δυτικό τεταρτημόριο του προνομιακού τρίτου επιπέδου του Μπράντμπερυ-σίτυ, της πολυπληθέστερης πόλης του Άρη.  
Με περίμενε στο εστιατόριο του κέντρου, σε μια αίθουσα με απαλό φωτισμό που εξυπηρετούνταν από δύο μηχανικά ομοιώματα ανθρώπων με εντελώς οργανική εμφάνιση, από δύο «μέκα-μποτς» όπως τα λένε οι Αρειανοί.  
Μόλις η αεροστεγής πόρτα από ηχομονωτικό γυαλί έκλεισε πίσω μου, το ήσυχο περιβάλλον του εστιατορίου με τύλιξε σαν ένα σύννεφο από πτητικές ενδορφίνες. Κοντοστάθηκα και σάρωσα με τα μάτια μου το εσωτερικό του καταγράφοντας αποστάσεις, πιθανά σενάρια διαφυγής και τυχόν εστίες κινδύνου. 
Μου φάνηκε υπερβολικά κυριλάτο, το είδος του μαγαζιού όπου το κάθε γεύμα κοστίζει μια μικρή περιουσία. Δεν είχε καμία σχέση με τα υπόγεια καταγώγια όπου συνήθιζα να συχνάζω, στις εγκαταλειμμένες σήραγγες των παλιών πυρηνικών αντιδραστήρων που μια φορά και έναν καιρό κρατούσαν την πόλη ζωντανή. Τα τοιχώματα τους από γυμνό βράχο και οι παλλόμενες λάμπες φθορισμού που κρέμονταν απ’ τις οροφές τους δεν είχαν καμία ομοιότητα μ’ αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου εκείνη τη στιγμή. Εδώ πέρα όλα ήταν αποστειρωμένα και σχεδιασμένα με στυλ. Και κυρίως ολοκαίνουργια. Ένιωθα τσιτωμένος, εντελώς έξω απ’ τα νερά μου.  
Περπάτησα χαλαρά μέχρι το μπαρ. Στους τοίχους και στο ταβάνι του εστιατορίου προβάλλονταν ολογραφικές απεικονίσεις έναστρων ουρανών και παγωμένων δορυφόρων ενώ το δάπεδο καλυπτόταν από ένα διακοσμητικό μοτίφ που έμοιαζε με φρακταλική σπείρα. 
Σε κάποια γωνιά, καθισμένη σ’ ένα βιομορφικό κάθισμα από χρωμιωμένο πολυεστέρα και συνθετικό δέρμα, υπήρχε μια γυναίκα που είχε στυλώσει το βλέμμα της επάνω μου.
Την πλησίασα με ήρεμες και άνετες κινήσεις. Ήταν η πελάτισσα. Έπρεπε να της φερθώ με σεβασμό, να τη βοηθήσω να χαλαρώσει και να νιώσει άνετα. Μόνο έτσι θα μου παρουσίαζε με απλό και κατανοητό τρόπο το πρόβλημα που την απασχολούσε.  
-«Θα ήθελες ένα ποτό;» μου είπε μόλις συστηθήκαμε.
-«Μου το κερνάς;»
Εκείνη χαμογέλασε. Ή εμφάνισή της ήταν υπερβολικά ελκυστική. Εξέπεμπε το είδος της λάμψης που αποκτά κανείς αφού τα σκάσει χοντρά σε ινστιτούτα αισθητικής μικροχειρουργικής και ορμονικής εξισορρόπησης. Έμοιαζε να έχει κατακτήσει την άχρονη νεότητα που συντηρείται από ένα στόλο καλλυντικών προιόντων και από συστηματικές επισκέψεις σε γυμναστήρια μικροβαρύτητας και βιομετρικά σολάριουμ. Εν ολίγοις, έζεχνε χρήμα. Σίγουρα ζούσε στα ανώτερα επίπεδα του Μπράντμπερυ-σίτυ, κοντά στην επιφάνεια του εδάφους, κάτω απ’ το διάφανο θόλο του από μεταλλικό γυαλί που λάμπει καταμεσής της Αρειανής ερήμου σαν ψυχεδελική σαπουνόφουσκα. Το ενδιαφέρον μου κεντρίστηκε. Ήταν και έξυπνη. Είχε καταλάβει το αστείο μου και το έβρισκε διασκεδαστικό. 
-«Αποτελεί και αυτό μέρος της αμοιβής σου;» με ρώτησε.
Αποφάσισα να μην παρατραβήξω το σκοινί.
-«Αν δεν έχεις αντίρρηση,» της απάντησα με πιο μειλίχιο ύφος.
Η γυναίκα έκανε ένα κοφτό νεύμα στο κοντινότερο ρομπότ. Εκείνο ανταποκρίθηκε άμεσα στο βουβό της κάλεσμα και μας πλησίασε διακριτικά.  
-«Ας μπούμε τώρα στο δια ταύτα,» άρχισα να της λέω μόλις ήρθε το ποτό μου, «πες μου τι ακριβώς θέλεις από μένα.»
Εκείνη δεν μου απάντησε αμέσως. Την κοίταξα προσεκτικά πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού μου από συνθετικό χαλαζία και προσπάθησα να υπολογίσω το ποσό των χρημάτων που είχαν κοστίσει όλες αυτές οι επεμβάσεις που την είχαν κάνει τόσο όμορφη. Τα μαλλιά της έλαμπαν σαν ένα χρυσό σύννεφο από φωτεινές ίνες ενώ τα μάτια της ήταν γαλάζια φωτεινά και πεντακάθαρα. 
-«Προτού ξεκινήσουμε, πως ονομάζεσαι;» τη ρώτησα για να σπάσω τον πάγο.
Στο πρόσωπό της απλώθηκε μια βαριεστημένη έκφραση:
-«Ηώ,» μου απάντησε. Ήταν ένα όνομα που της ταίριαζε απόλυτα. Έμοιαζε πραγματικά με τη μυθική εκείνη θεότητα των αρχαίων ελλήνων καθώς τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν απόλυτα συμμετρικά και τέλεια στην κάθε τους λεπτομέρεια.
-«Και τι ζητάς από μένα Ηώ;» 
-«Θέλω να εντοπίσεις κάποιον άνθρωπο για λογαριασμό μου,» μου εξήγησε. 
-«Και μετά;»
-«Μετά, θέλω να τον σκοτώσεις.»
Την κοίταξα ανέκφραστος, χωρίς καν ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. 
Ήμουν ένας άνθρωπο-κυνηγός. Η ειδικότητά μου ήταν ο εντοπισμός και η παρακολούθηση ανθρώπων που τα ίχνη τους έχουν χαθεί απ’ τις τράπεζες δεδομένων της πόλης. Λειτουργούσα με την ανοχή της αστυνομίας και με την προυπόθεση ότι δεν θα έμπλεκα σε τίποτα χειρότερο απ’ αυτό.
-«Γνωρίζεις την αμοιβή μου,» της είπα.
-«Η αμοιβή σου θα διπλασιαστεί όταν εκτελέσεις την αποστολή σου με επιτυχία,» μου απάντησε εκείνη. 
Την ξανακοίταξα, ακόμα πιο έντονα αυτή τη φορά. Μιλούσε σοβαρά, κι όμως το ποσό που της είχα ζητήσει ήταν ήδη υπέρογκο.
-«Θα πρέπει να τον έχεις μεγάλο άχτι αυτόν τον κύριο,» δήλωσα τελικά.
-«Δες το κι έτσι,» ήταν η λακωνική απάντηση που εισέπραξα.
-«Είμαστε σύμφωνοι,» της είπα. «Θ’ αναλάβω τη δουλειά αλλά πρέπει να μου δώσεις κάποιο πιο συγκεκριμένο στοιχείο για να ξεκινήσω την έρευνά μου.»
-«Θα σου στείλω όλες τις πληροφορίες που χρειάζεσαι μόλις καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία.» 
Ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά με την όλη κατάσταση. Κι όμως, ενάντια σε κάθε κοινή λογική, συμφώνησα να δουλέψω για λογαριασμό της.
Και έτσι έπεσα στην παγίδα. 


5


Έξω απ’ το εμπορικό κέντρο η πόλη έσφυζε από ζωή. Οι αυτοκινούμενοι δρόμοι της ξεχείλιζαν από βιαστικούς περαστικούς που φορούσαν μακρυά και φαρδυά ρούχα με μουντές αποχρώσεις, σύμφωνα με τις επιταγές της καινούργιας νεο-συντηρητικής μόδας που σάρωνε ολόκληρο τον Άρη. Πάνω στις προσόψεις των πανύψηλων κτιρίων από αυτό-καθαριζόμενο γυαλί και κοκκινωπό γρανίτη που πλαισίωναν ανισόπεδες διαβάσεις και κομψές πεζογέφυρες, προβάλλονταν πολύχρωμα ολογράμματα και κινούμενες εικόνες διαφημιστικού περιεχομένου. Που και που έβλεπε κανείς αποσπάσματα από δελτία ειδήσεων. 
Τ’αυτιά μου σφύριζαν και ένιωθα ζαλισμένος. Ήταν μια ευχάριστη ζαλάδα, το αποτέλεσμα μιας πλημμυρίδας ατόφιας αδρεναλίνης. Γιατί είχα δεχτεί να εκτελέσω μια τόσο επικίνδυνη αποστολή που μπορούσε να μου στερήσει, αν όχι την ελευθερία μου, σίγουρα πάντως την άδεια παραμονής μου στον Άρη; Γιατί τα λεφτά ήταν πάρα πολλά, να γιατί. Αλλά και για έναν άλλο βαθύτερο λόγο: Γιατί μου άρεσαν οι προκλήσεις. Και η Ηώ. Είχε κάτι που με είχε σαγηνεύσει. Εξάλλου, οι περισσότεροι άνθρωποι που είχα γνωρίσει σ’ αυτόν τον πλανήτη, μ’ έβλεπαν ως έναν ακόμα λιμασμένο έποικο απ’ τη Γη που θα έκανε κάθε είδους βρωμοδουλειά για να επιβιώσει. Δεν καταλάβαιναν ότι αυτό που με τραβούσε περισσότερο δεν ήταν το χρήμα αλλά η περιπέτεια, η έξαψη του κινδύνου που συνεπάγεται το επάγγελμα του ανθρωποκυνηγού. Η Ηώ μου είχε δώσει την εντύπωση ότι είχε εντοπίσει εκείνη την κρυφή πτυχή του χαρακτήρα μου και ότι αυτό της είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Υπήρχε βέβαια και ένας τρίτος λόγος που με είχε κάνει να δεχτώ την προσφορά της: Ύστερα από ένα χρόνο διαβίωσης στο Μπράντμπερυ σίτυ, η πόλη είχε αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα. Είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε ασφυκτική μυρμηγκοφωλιά απ’ την οποία έπρεπε να ξεφύγω. Χρειαζόμουν ένα καινούργιο ερέθισμα, μια περιπέτεια που θ’άλλαζε τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Ούτε που μου είχε περάσει απ’ το μυαλό η σκέψη ότι η Ηώ, η δελεαστική της προσφορά, το προσεγμένο περιβάλλον του πανάκριβου εστιατορίου που συμβόλιζε όλα τα καλά που δεν μπορούσα ν’ απολαύσω, ήταν επιλεγμένα με σκοπό να με κάνουν να συμφωνήσω στη διάπραξη μιας δολοφονίας. 
Και βέβαια, ούτε που θα μπορούσα να φανταστώ ότι εκείνη ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα την πόλη ζωντανή.
Λαγοκοιμόμουν σε μια καμπίνα του περιαστικού σιδηροδρόμου που συνέδεε τους περιφερειακούς τομείς του Μπράντμπερυ σίτυ με το κέντρο του όταν με συνέλαβε η αστυνομία. Παρατηρούσα με μισόκλειστα μάτια πυκνοδομημένα οικοδομικά τετράγωνα να διαδέχονται το ένα το άλλο έξω απ’ το παράθυρο της καμπίνας μου, σαν ένας καταρράκτης από πολύχρωμα φώτα που λαμπύριζαν κάτω από πέτρινους θόλους με υαλοποιημένα τοιχώματα και κρεμαστούς κήπους υδροπονικών καλλιεργειών και ούτε που πρόσεξα τον καλοντυμένο άνθρωπο που ήρθε και έκατσε στο κάθισμα που βρισκόταν απέναντι απ’ το δικό μου.  
Ξαφνικά τυφλώθηκα από μια διαπεραστική λάμψη.  
Και μετά βυθίστηκα σ’ ένα πηχτό σκοτάδι.


6


Όταν ξανάρθα στα συγκαλά μου, ανακάλυψα ότι βρισκόμουν δεμένος στο κάθισμα της ονειρογεννήτριας. Απέναντί μου, όρθιοι σε ημικυκλική διάταξη, στέκονταν πέντε άνθρωποι, δύο άνδρες και τρείς γυναίκες. Οι δύο απ’ τις γυναίκες ήταν μπάτσοι. Φορούσαν υπηρεσιακά κοστούμια και τα πρόσωπά τους είχαν την αυστηρή έκφραση των κρατικών λειτουργών που έχουν εκπαιδευτεί στο να εντοπίζουν και να παγιδεύουν άλλους ανθρώπους. Το ίδιο κάνω και εγώ θα μου πείτε, αλλά υπάρχει μεταξύ μας μια ουσιαστική διαφορά: Αυτοί εργάζονται προστατευμένοι από περίπλοκους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και χρησιμοποιούν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας ενώ εγώ δουλεύω εντελώς ακάλυπτος. Τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, η τρίτη γυναίκα και οι δύο άνδρες δηλαδή, ήταν επιστήμονες. Φορούσαν εργαστηριακά ρούχα σε άσπιλο λευκό, τα κεφάλια τους καλύπτονταν από αντισηπτικά σκουφάκια και τα πρόσωπά τους μισοκρύβονταν πίσω από χειρουργικές μάσκες που στερεώνονταν στ’ αυτιά τους.  
Το δεύτερο πράγμα που ανακάλυψα ήταν ότι είχα μπλέξει άσχημα.
-«Που βρίσκομαι;» τους ρώτησα κοιτάζοντάς τους έναν-ένα στα μάτια.
-«Βρίσκεσαι υπό κράτηση,» ανέλαβε να μου απαντήσει η μια από τις δύο γυναίκες-αστυνομικούς.
-«Με ποιά κατηγορία;» τη ρώτησα προσπαθώντας να μην δείχνω και πολύ φοβισμένος. Τα δεσμά που με κρατούσαν καθηλωμένο στο κάθισμα αγκάλιαζαν τα πόδια και τα χέρια μου σφιχτά, σαν ελαστικοί ιμάντες από μονωτική ταινία.
-«Με την κατηγορία της προμελετημένης απόπειρας φόνου.» μου απάντησε εκείνη. 
Την ίδια στιγμή στον τοίχο που υψωνόταν απέναντί μου, πίσω απ’ την ομάδα, άρχισε να προβάλλεται ένα στερεοσκοπικό βίντεο:
Αντίκρυσα τον εαυτό μου και την Ηώ καθισμένους στο κυριλάτο εστιατόριο να συζητάμε αμέριμνοι για τον εντοπισμό και τη δολοφονία του θύματός μας. 
Ήταν ολοφάνερο πλέον ότι μου την είχαν στημένη απ’ την αρχή. Καταράστηκα τον εαυτό μου για την ηλιθιότητα που είχα δείξει. Μα πως ήταν δυνατόν να έχω φερθεί τόσο απερίσκεπτα;
-«Μην κατηγορείς άδικα τον εαυτό σου,» μου είπε η μπατσίνα λες και μπορούσε να διαβάσει το μυαλό μου, «δεν είχες καμία πιθανότητα να απορρίψεις την πρόταση της συναδέλφου μας. Προτού συναντηθείτε, την ψεκάσαμε μ’ ένα κοκτέηλ φερεμόνων που παρασκευάστηκε με βάση το δικό σου γονότυπο και που είχε ως αποτέλεσμα να φαίνεται σεξουαλικά ακαταμάχητη στα μάτια σου. Το υποσυνείδητό σου τρελάθηκε. Σε υποχρέωσε να κάνεις αυτό που σου ζητούσε.
Κατάπια αυτή τη πληροφορία χωρίς να βγάλω άχνα.  
-«Ναι, αλλά αυτό εδώ δεν είναι ανακριτικός θάλαμος,» σχολίασα κοιτάζοντας ολόγυρα με ψυχρό ύφος. Μάντεψα ότι βρισκόμασταν πολύ βαθιά κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους. Το κάθισμά μου περιβαλλόταν από έναν κλοιό μηχανημάτων με πολύ εξωτική εμφάνιση που συνδέονταν μαζί του με χοντρά καλώδια και φανταχτερές δέσμες οπτικών ινών.  
-«Πολύ σωστή η παρατήρησή σου. Βρίσκεσαι σ’ ένα διαβαθμισμένο εργαστήριο ψυχοτρονικής,» μου εξήγησε η δεύτερη μπατσίνα. «Βέβαια, το κατά πόσο θα παραμείνεις εδώ πέρα ή θα σε μεταφέρουμε σε κάποιον πραγματικό ανακριτικό θάλαμο, εξαρτάται από εσένα και μόνο.»
Η φωνή της ήταν εξαιρετικά αντιπαθητική. Μεταλλική και δυσοίωνη. Το ίδιο αντιπαθητικό ήταν και το πρόσωπό της: Μελαχρινό και άψογα μακιγιαρισμένο, με σκληρά μάτια και αυστηρές γωνίες. 
Κατάλαβα ότι δεν σήκωνε από αστεία.
-«Ποιές είναι οι επιλογές μου;» τη ρώτησα κοιτάζοντας την κατάματα.
-«Θα σου εξηγήσει η κυρία από’ δω,» μου απάντησε εκείνη, ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα στην λευκοντυμένη επιστημόνισσα.
-«Ονομάζομαι Ηλέκτρα,» μου συστήθηκε εκείνη με πιο φιλικό ύφος, «Αν αποφασίσεις να συνεργαστείς μαζί μου, κάτι που ελπίζω ότι θα συμβεί, θα δουλέψουμε μαζί για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.» Το βλέμμα που μου έριξε ήταν ένα μείγμα απληστίας και περιέργειας. Καθόλου φιλικό καταβάθος. Ξανθιά και μεγαλόσωμη, με λαμπερά μάτια που είχαν την ανοιχτογάλαζη απόχρωση ενός αρκτικού παγόβουνου, έμοιαζε με σκληροτράχηλη απόγονο των αρχαίων Βίκιγκ.
-«Τι συμβαίνει εδώ πέρα; Γιατί δεν με στέλνετε κατευθείαν στη στενή αφού ξέρετε τα πάντα για μένα και για το τι συμφώνησα να κάνω;» τους ρώτησα κοιτάζοντας τους θυμωμένα. 
Τα βλέμματα που εισέπραξα δεν φάνηκαν να συγκινούνται καθόλου απ’ την συναισθηματική μου έκρηξη.
-«Είναι αρκετά απλό,» μου απάντησε η αστυνομικίνα που είχε μιλήσει πρώτη, «Σε παρακολουθούμε εδώ και αρκετό καιρό. Το ψυχοτρονικό προφίλ σου ταιριάζει απόλυτα με τις προδιαγραφές που απαιτούνται απ’ τα υποκείμενα του ερευνητικού μας προγράμματος. Εσύ πρέπει να κάνεις μια επιλογή. Ή αποφασίζεις να συνεργαστείς μαζί μας και να συνεισφέρεις στην αποπεράτωση του, ή σε ξαποστέλνουμε στο τροχιακό σωφρονιστήριο του Δείμου.»
Τους κοίταξα χωρίς να μιλήσω. 
-«Θα σου εξηγήσουμε σε τι ακριβώς αφορά το πρόγραμμα, γιατί χρειαζόμαστε την πλήρη συγκατάθεσή σου προκειμένου να προχωρήσουμε,» μπήκε στη μέση ο ένας απ’ τους δύο άντρες της ομάδας που ήταν ντυμένος σαν επιστήμονας, «για τυπικούς λόγους, βασικά» πρόσθεσε με αδιάφορο ύφος. 
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
-«Σε ακούω,» του είπα.  
-«Όλα ξεκίνησαν πρίν από τρεις μήνες πάνω-κάτω,» άρχισε να μου λέει αυτός, «Στην πεδιάδα της Κυδωνίας. Εκεί πέρα υπήρχε ένας επανδρωμένος μετεωρολογικός σταθμός, τον οποίο για λόγους ευκολίας θα αποκαλούμε από ‘δώ και πέρα Εγκατάσταση»
-«Δηλαδή δεν λειτουργεί πλέον;» 
-«Όχι,» μου απάντησε κοφτά. «Η Εγκατάσταση ήταν επανδρωμένη μ’ ένα προσωπικό είκοσι ατόμων,» πρόσθεσε, «Κανένα απ’ τα οποία δεν είναι πλέον ζωντανό.»
Η βαριά και κάπως μπάσα φωνή του ταίριαζε απόλυτα με την δραματικότητα της δήλωσης που μόλις είχε κάνει. Το στομάχι μου σφίχτηκε προειδοποιητικά. 
-«Βρήκαμε όμως μια σειρά ηχογραφημένων αφηγήσεων. Ήταν το ημερολόγιο του γιατρού της ομάδας το οποίο περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξόντωση ολόκληρου του προσωπικού της Εγκατάστασης.»
 

7


-«Ένα πρωινό που λες, κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής αμμοθύελλας, ανακάλυψαν ένα πτώμα που ο άνεμος είχε ξεθάψει μέσα από κάποια αμμοθίνη. Ανήκε σε μια γυναίκα. Ήταν μουμιοποιημένη απ’ το κρύο και την παντελή έλλειψη υγρασίας που επικρατεί στην επιφάνεια του Άρη, καθόσον η στολή εδάφους που φορούσε είχε σκιστεί και η εσωτερική της ατμόσφαιρα είχε διαρρεύσει. Κρατούσε στα χέρια της έναν σάκο περισυλλογής πετρωμάτων. Μέσα στο σάκο βρέθηκε ένα αντικείμενο που έμοιαζε με κρυσταλλική πέτρα. Ο γιατρός της Εγκατάστασης που εξέτασε το πτώμα και συνέκρινε το γονιδιακό του αποτύπωμα με τα αρχεία της Κεντρικής Τράπεζας Προσωπικών Δεδομένων του Άρη, ανακάλυψε ότι η συγκεκριμένη κυρία ανήκε σε μια παρέα από αυτοδίδαχτους τυχοδιώκτες που πριν από πέντε και βάλε δεκαετίες, είχαν περιπλανηθεί για μήνες ολόκληρους στις ερημιές του Άρη μέσα σ’ ένα αυτοσυντηρούμενο όχημα εδάφους προσπαθώντας να εντοπίσουν ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σπάνιων πετρωμάτων. Υποθέτουμε ότι κάποια στιγμή ανακάλυψαν εκείνο το παράξενο αντικείμενο. Μόνο να μαντέψουμε μπορούμε τι τους συνέβη μετά. Κατά πάσα πιθανότητα τρελάθηκαν, ένας-ένας. Μπορούμε να τους φανταστούμε, κλεισμένους στο αεροστεγές τους όχημα, στη μέση του πουθενά, να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο, έως ότου η γυναίκα που βρήκαμε αποφάσισε να δραπετεύσει στην έρημο, μόνο και μόνο για να πεθάνει και αυτή απ’ την έλλειψη οξυγόνου και απ’ το κρύο, όταν εξαντλήθηκαν τα αποθέματά της στολή της. Τραγική ιστορία. Δυστυχώς ο γιατρός της Εγκατάστασης δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Ούτε και θα μπορούσε να ξέρει πόσο ολέθρια ήταν η απόφασή που πήρε να κρατήσει την πέτρα.»
-«Ήταν όμως παρόν όταν ξεκίνησαν τα παράξενα όνειρα,» πήρε το λόγο η μεγαλόσωμη ξανθιά με τ’ ανοιχτόχρωμα μάτια που μου είχε συστηθεί ως Ηλέκτρα, «Στην αρχή δεν ήθελε να παραδεχτεί αυτό που συνέβαινε. Πίστεψε ότι το προσωπικό της Εγκατάστασης εμφάνιζε κάποιο σύνδρομο μαζικής υστερίας, παρόμοιο με τα θρησκευτικά οράματα που έβλεπαν οι στρατιώτες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου στη Γη στις αρχές του εικοστού αιώνα ή οι επιζώντες του πυρηνικού πολέμου της Ευρασίας στις αρχές του εικοστού-πρώτου. Άρχισε να χορηγεί στο προσωπικό του σταθμού ήπια αγχολυτικά και αντικαταθλιπτικά. Και για λίγο καιρό το πρόβλημα φάνηκε να ξεπερνιέται.»
-«Και μετά, τι πήγε στραβά;»
-«Μετά άρχισε να βλέπει και αυτός τ’ αλλόκοτα όνειρα που βασάνιζαν όλους τους άλλους,» μου απάντησε η Ηλέκτρα. «Πολύ γρήγορα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για συνηθισμένους εφιάλτες. Ήταν υπερβολικά ξεκάθαροι και γεμάτοι με φρικιαστικές λεπτομέρεις. Δεν είχαν τίποτα απ’ την ασάφεια ή τους υποκειμενικούς συμβολισμούς των συνηθισμένων ονείρων. Αλλά το πιο συγκλονιστικό ήταν ότι ήταν παρόμοια σε κάθε λεπτομέρεια με τα όνειρα που έβλεπαν όλοι οι άλλοι.»
Η Ηλέκτρα σταμάτησε να μιλάει και μου έριξε ένα σκεπτικό βλέμμα. Τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει.  
-«Κάποια στιγμή, όλα τα μέλη του προσωπικού της Εγκατάστασης αποφάσισαν ν’ αυτοκτονήσουν, ομόφωνα» δήλωσε στη συνέχεια.
Έμεινα κατάπληκτος.
-«Γιατί δεν ζήτησαν βοήθεια; Γιατί δεν εκκένωσαν την Εγκατάσταση και δεν επέστρεψαν στο Μπράντμπερυ-σίτυ για να νοσηλευτούν σε κάποια κλινική;» θέλησα να μάθω.
-«Γιατί ήταν αποκλεισμένοι απ’ την αμμοθύελλα που συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Δεν μπορούσαν ούτε να φύγουν απ’ το σταθμό αλλά ούτε και να περιμένουν κάποια ομάδα διάσωσης να έρθει να τους μαζέψει. Είχαν απομείνει μόνοι, αντιμέτωποι με τους εφιάλτες τους.»
-«Και τελικά τι έγινε;» 
-«Κάποια στιγμή, ύστερα από τέσσερεις μήνες πάνω-κάτω, η θύελλα κόπασε. Τότε εστάλη μια ομάδα διάσωσης προκειμένου να εξακριβώσει για ποιό λόγο η επικοινωνία με την Εγκατάσταση είχε διακοπεί. Το μόνο που ανακάλυψαν ήταν τα πτώματα του προσωπικού και την πράσινη πέτρα που ο γιατρός είχε φυλάξει σε κάποιο αεροστεγές συρτάρι του προσωπικού του εργαστηρίου.»
Η φωνή της ακούστηκε βαριά και σκληρή καθώς πρόφερε τα τελευταία εκείνα λόγια, σχεδόν πένθιμη. «Βρήκαμε και το ημερολόγιο του γιατρού,» πρόσθεσε πιο ήρεμα, «οι εγγραφές του οποίου μας βοήθησαν να καταλάβουμε με τι ακριβώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι.» 
-«Και τι είναι αυτό;»
-«Η πηγή των ονείρων ήταν το πέτρωμα,» μου απάντησε κοφτά η Ηλέκτρα. «Το έχουμε ονομάσει Τέχνημα. Η εσωτερική του δομή είναι κρυσταλλική και εξαιρετικά περίπλοκη. Έχει μια ολογραφική συνέχεια υπό την έννοια ότι το κάθε κομμάτι του αποτελεί μια μικρογραφία του όλου. Αποτελεί ένα ολοφάνερα τεχνητό δημιούργημα. Είναι κάτι το μοναδικό, κάτι που όμοιό του δεν έχει ξαναβρεθεί στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Ένα αυθεντικό εξωγήινο τεχνούργημα σε κατάσταση λειτουργίας, ένα εύρημα ανυπολόγιστης αξίας το οποίο κατασκευάστηκε από έλλογες μορφές ζωής πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια, την εποχή που ο Άρης ήταν ένας ζωντανός πλανήτης.»  
Μια βαριά σιωπή κρεμάστηκε μέσα στο εργαστήριο.  
-«Και εγώ τι ρόλο παίζω σε όλα αυτά;» τη ρώτησα κάποια στιγμή, «Γιατί βρίσκομαι εδώ πέρα και γιατί μου λέτε αυτή τη ιστορία;»
-«Γιατί χρειαζόμαστε τη συνεργασία σου» μου απάντησε η Ηλέκτρα. «Σκοπεύουμε να σε χρησιμοποιήσουμε ως πειραματόζωο. Θα εισβάλεις στον κόσμο του Τεχνήματος και θα προσπαθήσεις να βγεις ζωντανός από’ κει μέσα, με τα λογικά σου απείραχτα. Αν τα καταφέρεις, θ’ απαλλαχτείς από τις κατηγορίες που σε βαραίνουν και θ’ αφεθείς ελεύθερος. Αν όχι, δεν θα έχει και μεγάλη σημασία γιατί θα έχεις πεθάνει ή τρελαθεί στην καλύτερη περίπτωση. Είμαστε σύμφωνοι;»



8


Δέχτηκα να συνεργαστώ μαζί τους. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω εξάλλου; Μέχρι και έγγραφο συμφωνητικό υπέγραψα. Στο κάτω-κάτω οτιδήποτε ήταν καλύτερο απ’ τις φυλακές του Δείμου, από εκείνη την τροχιακή κόλαση μηδενικής βαρύτητας όπου χιλιάδες απελπισμένοι κρατούμενοι σαπίζουν σιγά-σιγά καθώς αναπνέουν μπαγιάτικο αέρα και τρώνε συνθετικό φαγητό τελευταίας ποιότητας. 
Ωστόσο, ύστερα απ’ το πρώτο κιόλας εικοσιτετράωρο, έπαψα να νιώθω τόσο σίγουρος για την ορθότητα της επιλογής μου.
Το αντιληπτικό μου πεδίο συρρικνώθηκε καθώς η Ηλέκτρα και η παρέα της με γέμισαν με τόσα ψυχότροπα φάρμακα που στην αρχή δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε τ’ όνομά μου. Υποτίθεται ότι έτσι θα γινόμουν πιο δεκτικός στις ονειρικές υποβολές του Τεχνήματος. Ένιωθα το εγώ μου να διαλύεται και το χρόνο να σταματάει. Έχασα την αυτονομία μου και μεταμορφώθηκα σε μια προέκταση των μηχανημάτων με τα οποία με κρατούσαν διασωληνωμένο, έγινα ένα σώμα με τους ορούς, τους καθετήρες τους εύκαμπτους σωλήνες και τη μάσκα οξυγόνου που διοχέτευε στους πνεύμονές μου ένα τροποποιημένο μείγμα οξυγόνου. Μεταμορφώθηκα σε μια μηχανή καταγραφής, σε μια κυταρρική βιντεοκάμερα που ταξίδευε σε παράξενους κόσμους.
Κι όμως το πρώτο μου ταξίδι ήταν υπέροχο και φαντασμαγορικό, αλησμόνητο σαν την πρώτη ένεση ενός ηρωινομανούς. Με είχαν δέσει στη γεννήτρια θυμάμαι, το Τέχνημα είχε τοποθετηθεί στην κόγχη του και ξαφνικά, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ανακάλυψα ότι στεκόμουν πάνω στο κατάστρωμα ενός ιστιοφόρου πλοίου. 
Πέρα απ’ την πλώρη του που υψωνόταν μπροστά μου λυγερή και χυτή σαν το ραχιαίο πτερύγιο κάποιου προιστορικού κήτους, αντίκρυσα τα σκουρογάλανα και σπινθηροβόλα νερά μιας αχανούς θάλασσας. 
Το δεξί μου χέρι έσφιγγε ένα χοντρό σκοινί που παλλόταν σαν την τεντωμένη χορδή κάποιου τεράστιου βιολεντσέλου ενώ ο άνεμος σφύριζε στ’ αυτιά μου και έκανε τα μαλλιά μου να χορεύουν. Τα πανιά του πλοίου φούσκωναν και έλαμπαν σαν τα πολύχρωμα φτερά κάποιας τεράστιας πεταλούδας, το σκαρί του κλυδωνιζόταν ρυθμικά κάτω απ’ τα πόδια μου και τα ξάρτια του έτριζαν και τραγουδούσαν χαρούμενα. Ο ουρανός ήταν ασυνήθιστα σκουρόχρωμος, ανέφελος και βαθυγάλανος, σχεδόν λουλακής. Στις άκρες του, στο ύψος του ορίζοντα, τρεμόπαιζε ένα δαχτυλίδι από μικροσκοπικά αστέρια που έμοιαζαν με σταγόνες ασημόχρωμου υδράργυρου. Ένας μικρός ήλιος σκόρπιζε το απαλό και γλυκό φως του που έντυνε τα γαλανά νερά της θάλασσας μ’ έναν αεικίνητο μανδύα από υγρή φωτιά. Διαισθάνθηκα ότι βρισκόμουν στην επιφάνεια του Άρη, ενός Άρη ζωντανού και φιλόξενου, όπως θα πρέπει να ήταν πριν από πολλές-πολλές χιλιετίες. 
Έπειτα, ένα παράξενο θαύμα έκανε την εμφάνισή του, μια αχνή σκιά που ήταν διάφανη και ακαθόριστη αρχικά, λαμπερή σαν ηλιόλουστο σύννεφο στη συνέχεια, αλλά που πολύ γρήγορα έγινε στέρεα και πραγματική:  
Το χρυσαφένιο περίγραμμα μιας μαγικής πολιτείας που έλαμπε στεφανωμένη με αέρινα συμπλέγματα λεπτεπίλεπτων πύργων και ολοστρόγγυλων τρούλων. Αναδύθηκε μέσα απ’ τον αεικίνητο καθρέφτη της θάλασσας σαν απατηλός αντικατοπτρισμός. Απίστευτα όμορφη και ονειρική, αγκάλιασε τον ορίζοντα σαν ένα περίτεχνο σύμπλεγμα από εκτυφλωτικά κρύσταλλα που υψώνονταν προς τον σκουρογάλανο ουρανό πασχίζοντας να τον αγγίξουν.  


9


Εκείνο το πρώτο υπέροχο ταξίδι δεν επαναλήφθηκε ποτέ ξανά. Τα επόμενα όνειρα ήταν εντελώς διαφορετικά, σκοτεινά και δυσοίωνα, γεμάτα από ερημικά τοπία και νεκρές απεραντοσύνες σε κατάσταση αποσύνθεσης. Κάτι ειχε σκοτώσει εκείνη την υπέροχη πόλη και τη λαμπερή λιμνοθάλασσα, μια κοσμική αρρώστεια που δεν μπορούσα να κατανοήσω. 
Έζησα όμως την αρχή της συμφοράς. Την ονειρεύτηκα. Το Τέχνημα φρόντισε γι’ αυτό. 
Βρέθηκα για άλλη μια φορά στο κατάστρωμα του παράξενου πλοίου με την ψηλόλιγνη πλώρη και τα πολύχρωμα πανιά. Αυτή τη φορά όμως, εκατέρωθεν της κουπαστής του υψώνονταν πανέμορφα κτίρια με λεπτοσκαλισμένες προσόψεις από γαλαζωπό κρύσταλλο και λευκή πορσελάνη. Λεπτοί κίονες, κομψές αψίδες και οβάλ παράθυρα από μπλε γυαλί καθρεφτίζονταν στ’ ακίνητα νερά ενός καναλιού ενώ λεπτεπίλεπτα αραβουργήματα από χρυσάφι και φίλντισι κάλυπταν κάθε διαθέσιμη επιφάνεια.
Βρισκόμουν στην κρυστάλλινη πόλη με τους θόλους και τους μιναρέδες. Η οποία ήταν όμως ολότελα έρημη. Το ήξερα. Το ένιωθα.  
Η πλώρη του πλοίου έσκιζε τα σιωπηλά νερά αθόρυβα, σαν μαχαίρι που κόβει ένα τεντωμένο ύφασμα από λεπτό μετάξι. Απαλοί κυματισμοί διέσχιζαν την επιφάνεια τους θρυμματίζοντας τα είδωλα των παραμυθένιων κτιρίων σε αλλεπάλληλες φέτες φωτός και σκοταδιού.  
Ο ήλιος πλησίαζε τη δύση του. Κρεμόταν ίδιος με πορτοκαλί νόμισμα ανάμεσα απ’ τα αλλόκοτα κτίρια. Οι ακτίνες του, απαλές και κίτρινες σαν άυλο κεχριμπάρι, διέσχιζαν τον σκουρόχρωμο ουρανό και σχημάτιζαν διαγώνιες τροχιές που έπεφταν πάνω στα νερά του καναλιού και χάνονταν στα βάθη του ζωγραφίζοντας ταινίες από αιωρούμενη χρυσόσκονη. Το παραμυθένιο εκείνο σκηνικό που έμοιαζε με μια χρυσοποίκιλτη εκδοχή της καταποντισμένης Βενετίας ήταν άδειο από κάθε μορφή ζωής.
Ύστερα από λίγο άρχισα να φοβάμαι. Ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η παράξενη εκείνη ερημιά έκρυβε κάποια απόκοσμη απειλή, το ένιωθα στα τρίσβαθα της ψυχής μου. 
Το καράβι συνέχισε να διασχίζει γοργά τα ακίνητα νερά, έως ότου βρέθηκα μπροστά σε κάτι που έμοιαζε με ολοστρόγγυλη λιμνοθάλασσα την οποία περιέβαλλαν τα πανέμορφα και άδεια κτίρια. Στο κέντρο της λίμνης δέσποζε ένα τεράστιο δέντρο. Οι ρίζες του χώνονταν βαθιά μέσα στο νερό, ο κορμός του γυάλιζε σαν ασημένιος και τ’ αμέτρητα κλαδιά του απλωνόταν προς κάθε δυνατή κατεύθυνση σχηματίζοντας ένα σύννεφο από τρεμάμενες φυλλωσιές που θρόιζαν συνομωτικά. Τα φύλλα του ήταν μικροσκοπικά και χνουδωτά σαν εύθραυστες κλωστές από κόκκινο βαμβάκι.
Το πλοίο άρχισε να αρμενίζει προς τα εκεί και τότε, η επιφάνεια της λιμνοθάλασσας ταράχτηκε. Αναδεύτηκε ανήσυχα και γέμισε αφρούς λες και κάτι αναδυόταν με τεράστια ταχύτατα απ’ τα βάθη της.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ακόμα πιο δυνατά, τόσο πολύ που πονούσε αφόρητα. Έσκυψα πάνω απ’ την κουπαστή και βύθισα το βλέμμα μου μέσα στα γαλανά νερά. Κοίταξα τα αναβράζοντα βάθη που απλώνονταν κάτω απ’ την καρίνα του πλοίου και αντίκρυσα μια σκοτεινή μάζα που μεγάλωνε όλο και περισσότερο, που γινόταν όλο και πιο ευδιάκριτη, όλο και πιο φρικιαστική.
Κάτι γλοιώδες και απαίσιο τινάχτηκε μέσα απ’ την άβυσσο και υψώθηκε μπροστά μου. Το καράβι κλυδωνίστηκε, έγειρε στο πλάι και αναποδογύρισε σαν καρυδότσουφλο.


10


Τώρα όμως είχα ξεπεράσει τα όρια της αντοχής μου.
Τίποτα δεν ήταν τόσο απαίσιο όσο εκείνη η φριχτή πόλη με τα οστέινα κτίρια που υψωνόταν σαν θανατηφόρα τρόπαια κάτω απ’ το νεκρό ουρανό, τίποτα δεν ήταν τόσο φριχτό όσο εκείνο το παχύρρευστο πλοκάμι που ψαχούλευε και απλωνόταν μέσα στη στη νεκρική σιωπή. 
Και τώρα ήθελαν να με ξαναστείλουν εκεί. Προσπαθούσαν να με ρίξουν στο έλεός του. 
Φώναζα υστερικά. Χτυπιόμουν με μανία προσπαθώντας να ξεφύγω από τη δοκιμασία που με περίμενε:
-«Δεν θα καταφέρεις τίποτα με τις φωνές,» προσπάθησε να με ηρεμήσει ένας απ’ τους βοηθούς της Ηλέκτρας, «εξάλλου, συμφώνησες να συνεργαστείς μαζί μας!»
-«Σε παρακαλώ,» τον ικέτεψα, «δεν αντέχω να ξαναβρεθώ σ’ εκείνη τη νεκρόπολη, δεν θέλω να ξαναδώ αυτό το πράγμα, αν μ’ αγγίξει θα πεθάνω!» ούρλιαξα έχοντας χάσει κάθε ίχνος αυτοσεβασμού. Αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Αυτό που είχε σημασία ήταν να μην ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου εκείνα τα εφιαλτικά κτίρια και το τρομερό πλοκάμι, να μην νιώσω ποτέ ξανά εκείνη την αύρα της συντριπτικής αρχαιότητας, εκείνη την αίσθηση της αβυσσαλέας παρακμής που έκρυβε μια ζωντανεμένη φρίκη.
-«Θα συμπεριλάβω στο κοκτέιλ σου ένα ισχυρό αγχολυτικό, οπότε δεν θα φοβάσαι πια,» μου είπε εκείνος καθησυχαστικά.
-«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα,» του φώναξα, «αυτά τα πράγματα που βλέπω δεν είναι απλά όνειρα, είναι αληθινά!»
Εκείνος πήρε μια ένεση και διοχέτευσε το περιεχόμενό της στο κρεμασμένο μπουκάλι με τον ορό που κλυδωνιζόταν πάνω απ’ τη ονειρογεννήτρια. Σχεδόν αμέσως ένιωσα το μυαλό μου να μουδιάζει και τον τρόμο που με κατέκλυζε να εξατμίζεται σαν πρωινή δροσιά.
Έστρεψα το βλέμμα μου στη Ηλέκτρα που με κοιτούσε παγερά, με την αδιαφορία ενός μεταλλικού αγάλματος.
-«Σε παρακαλώ,» μουρμούρισα, «δεν είμαι μόνος εκεί πέρα, ξέρει ότι βρίσκομαι κοντά του, με νοιώθει.....»  
Εκείνη παρέμεινε εντελώς ασυγκίνητη. Εξακολουθώντας να με κοιτάζει ανέκφραστα, γύρισε ένα διακόπτη.
Για μια απειροελάχιστη στιγμή, προτού με καταπιεί η νύχτα, τη μίσησα. Κατακλύστηκα από ένα ατόφιο κύμα πύρινης οργής. Αλλά μετά με τύλιξε το γνώριμο σκοτάδι της ονειρογεννήτριας.



11


Ένα μαύρο και παγερό κύμα ανέμου χίμηξε καταπάνω μου. Στριφογύρισα αβοήθητος ανάμεσα απ’ τους ορμητικούς στροβιλισμούς του και ένιωσα τον εαυτό μου να βυθίζεται σ’ ένα εκκωφαντικό χάος. 
Ξαφνικά το βουητό της στροβιλιζόμενης μαυρίλας άλλαξε υφή και μεταμορφώθηκε στο σφύριγμα ενός λυσσαλέου άνεμου. 
Άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα περικυκλωμένος από τ’ απαίσια οικοδομήματα της απέραντης νεκρόπολης. Στεκόμουν για άλλη μια φορά στην πέτρινη ταράτσα, καταμεσής του δάσους των οστέινων κτιρίων. Είχα επιστρέψει. Ο άνεμος ούρλιαζε γύρω από τα οδοντωτά πλευρά τους, σφύριζε ανάμεσα στις τρομερές επάλξεις τους και έδερνε αλύπητα τα αιχμηρά τους αετώματα. 
Τα δόντια μου κροτάλιζαν απ’ το κρύο. Το κορμί μου είχε μουδιάσει αλλά δεν τολμούσα να σαλέψω. Ένιωθα ότι κάτι άνοιγε πίσω απ’ την πλάτη μου, κάτι σαν τεράστιο μάτι που εστιάζονταν πάνω στη μικρόσωμη μορφή μου. ‘Ηταν όμως κάτι που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω, διαφορετικά ο τρομακτικός άνεμος δεν θα κόπαζε ποτέ και εγώ θα έμενα ολομόναχος πάνω στην έρημη ταράτσα για πάντα, περικυκλωμένος απ’ τα γιγάντια κτίρια, καταδικασμένος να πεθάνω απ’ την παγωνιά.
Πήρα μια βαθιά ανάσα, έκλεισα τα μάτια μου και έκανα μια επιτόπια στροφή. Τα μάτια μου άνοιξαν και βρέθηκα αντιμέτωπος με το απύθμενο χάος μιας έναστρης αβύσσου.  
Ένιωσα να παραλύω από ένα κύμα απόλυτης κατάπληξης.
Απέναντί μου, αιωρούμενη στον αέρα, έχασκε μια ολοστρόγγυλη τρύπα, ένα κολοσσιαίο άνοιγμα πέρα απ’ το οποίο απλωνόταν ένα αχανές σύμπαν κόκκινων αστερισμών και πράσινων νεφελωμάτων. Ο άνεμος που λυσσομανούσε και απειλούσε να με ρίξει καταγής, χυμούσε προς τα εκεί, ρουφιόταν μέσα σ’ αυτό το απίθανο άνοιγμα και μεταμορφώνονταν σε μια στροβιλιζόμενη ομίχλη από αστραφτερά παγοκρύσταλλα.
Μια τρομερή αίσθηση αρνητικότητας ξεχύνονταν απ’ τη διαστρική εκείνη πύλη, μια εντύπωση κοσμικής μοχθηρίας. Τα πράσινα νεφελώματα έλαμπαν από κακία ενώ τα πορφυρά αστέρια τους έμοιαζαν με τα μάτια αγριεμένων θηρίων που με κοιτούσαν λοξά και πεινασμένα.
Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω καθώς ένιωσα ότι το ξένο άλλο εκείνο σύμπαν ήταν απ’ τη φύση του εντελώς εχθρικό προς το δικό μου κόσμο και θανατηφόρο, εντελώς δηλητηριώδες.. 
Τότε παρατήρησα μια κίνηση. Ένα απ’ τα πορφυρά εκείνα αστέρια που σχημάτιζαν τους αιμάτινους γαλαξίες και τα σμήνη που φώτιζαν το εχθρικό κενό, άρχισε να κινείται, αργά στην αρχή, όλο και γρηγορότερα στη συνέχεια.
Πλησίαζε σαν κομήτης και μεγάλωνε σε μέγεθος μέχρι που μεταμορφώθηκε σε μια άμορφη μάζα η οποία εξέπεμπε ένα ιώδες φως. Ήταν μεγάλο σαν πλανητοειδής και καθώς η απόσταση που μας χώριζε μειωνόταν με τρομακτική ταχύτητα είδα ότι το σχήμα του ήταν σφαιρικό και ότι η επιφάνειά του καλύπτονταν από αμέτρητα νημάτια που πάλλονταν και συστρέφονταν πυρετικά. Έμοιαζε μ’ έναν αποκρουστικό όγκο από φίδια, με μια μάζα από ματωμένα σκουλίκια που σπαρταρούσαν ασταμάτητα και πάλευαν να καταβροχθίσουν το ένα το άλλο.  
Κατακλύστηκα από ένα κύμα ανεξέλεγκτου τρόμου. Γύρισα την πλάτη μου στην αιωρούμενη φρικαλεότητα και παλεύοντας με τον άνεμο που είχε αποκτήσει την σφοδρότητα ενός μανιασμένου ανεμοστρόβιλου, προσπάθησα ν’ απομακρυνθώ απ’ το απαίσιο εκείνο αντικείμενο, να τρέξω μακρυά του, όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Και τότε άκουσα έναν αλλόκοτο ήχο, κάτι μεταξύ ρουφήγματος και πλατσουρίσματος και κοιτάζοντας πάνω απ’ τον ώμο μου αντίκρυσα ένα τεράστιο πλοκάμι, ένα γλοιώδες πράγμα που απλωνόταν προς το μέρος μου μέσα απ’ την αιωρούμενη τρύπα. 
Βρισκόμουν πιά στην άκρη της ταράτσας. Είχα δύο επιλογές, να επιτρέψω σ’ αυτό το πράγμα να μ΄αρπάξει ή να πηδήξω στο κενό και ν’ αφήσω τον λυσσαλέο άνεμο να με συντρίψει πάνω σε κάποιον απ’ τους τρομερούς τοίχους των γύρω κτιρίων και στ’ αγκαθωτά τους αετώματά. 
Έδωσα ένα σάλτο και πήδηξα στο κενό.
Κάτι με άρπάξε και ο χρόνος έπαψε να κυλάει.


12


Άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα καθισμένος στο κάθισμα της ονειρογεννήτριας. Ένας τεράστιος στεναγμός ανακούφισης ξέφυγε απ’ το στήθος μου. 
Είχα δει ένα όνειρο, αυτό ήταν όλο. Έναν απ’ τους απαίσιους εφιάλτες του Τεχνήματος.
Ήμουν καλά, ασφαλής και μόνος. Μόνος; Κοίταξα γύρω μου με απορία. Κάτι δεν πήγαινε καλά: Το εργαστήριο ήταν άδειο και σιωπηλό, για πρώτη φορά απ’ τη στιγμή που είχα βρεθεί εκεί μέσα. Επίσης, τα χέρια και τα πόδια μου ήταν λυτά. Τα δεσμά που με κρατούσαν κολλημένο στο κάθισμα της γεννήτριας κρεμόταν από τα μπράτσα της ανίσχυρα, σαν πεθαμένες γλώσσες. Το μόνο που μπορούσα ν’ ακούσω ήταν το απαλό μουρμουρητό κάποιου συστήματος εξαερισμού. Τα χρωμιωμένα μηχανήματα ήταν απενεργοποιημένα, οι φωτεινές ενδείξεις τους σβησμένες.
Σηκώθηκα όρθιος και προσπάθησα να περπατήσω στις μύτες των ποδιών μου, ανάμεσα απ’ τα σιωπηλά μηχανήματα που έμοιαζαν με εγκαταλειμένες κυψέλες γιγαντιαίων διαστάσεων. Ένιωθα πολύ αδύναμος και ζαλισμένος, λες και το σώμα μου είχε μεταμορφωθεί σε μια μάζα από παχύρρευστη ζελατίνη. Το στομάχι μου άρχισε να γουργουρίζει. Πεινούσα απίστευτα, σαν να είχα μέρες να φάω κάτι της προκοπής.  
Η πόρτα του εργαστηρίου ήταν ορθάνοιχτη. 
Ένας κυλινδρικός διάδρομος ξετυλιγόταν πίσω απ’ την πόρτα, άδειος και αυτός. Μια σειρά φωτιστικών σωμάτων που εκτείνονταν στο ψηλότερο σημείο της κυρτής οροφής του τον φώτιζαν ομοιόμορφα, σ’ όλο του το μήκος. 
Τον διέσχισα περπατώντας αργά και προσεκτικά και στηριζόμενος στα λευκά του τοιχώματα. Ανακάλυψα ότι συνδέονταν με άλλους πανομοιότυπους διαδρόμους που ήταν όλοι το ίδιο καλά φωτισμένοι, το ίδιο κυλινδρικοί, το ίδιο έρημοι και σιωπηλοί.
Το Εργαστήριο ήταν ένα τεράστιο και δαιδαλώδες σύμπλεγμα διαδρόμων και δωματίων που θύμιζε τον μυθικό λαβύρινθο της αρχαίας Κνωσού. Ήταν επίσης εντελώς εγκαταλειμένο. Θα έλεγε κανείς ότι το μοναδικό ζωντανό πλάσμα που είχε απομείνει εκεί μέσα ήμουν εγώ. 
Όλες οι πόρτες που συνάντησα κατά τη διάρκεια της άσκοπης περιπλάνησής μου έχασκαν ορθάνοιχτες. Τα πάντα απλώνονταν έρημα και σιωπηλά, τα δωμάτια, οι διάδρομοι, όλα. Η σιωπή που με τύλιγε άρχισε πολύ γρήγορα να γίνεται τρομακτική. 
Ήταν ολοφάνερο πως κάτι κάτι πολύ άσχημο είχε συμβεί όσο βρισκόμουν μέσα στον κόσμο του Τεχνήματος. Το Εργαστήριο είχε εκκενωθεί και εγώ είχα απομείνει μόνος, αντιμέτωπος με κάποια αόρατη απειλή, αβοήθητος. Ίσως κάποιος να με είχε λύσει προτού φύγει και αυτός, σπρωγμένος από ένα τελευταίο ψήγμα ανθρωπισμού. Δεν μπορούσα να ξέρω.
Κάποια στιγμή μπήκα σ’ ένα μεγαλύτερο δωμάτιο που ήταν μακρόστενο και φαρδύ και φωτισμένο με πολύχρωμα φώτα που αναβόσβηναν απαλά. Αντίκρυσα μια τροφομηχανή, αναπαυτικούς καναπέδες από φουσκωτό πολυεστέρα και ένα παχύ χαλί που κάλυπτε το πάτωμα. Κατάλαβα ότι βρισκόμουν στο χώρο ψυχαγωγίας του προσωπικού του Εργαστηρίου. Μια άσχημη μυρωδιά βάραινε την ατμόσφαιρα, μια γλυκερή μπόχα που έκανε το στομάχι μου να σφιχτεί αηδιασμένο. Τα πόδια μου βυθίστηκαν στην παχιά μοκέτα και τότε ένιωσα μια δυσάρεστη αίσθηση, λες και κάτι το μουλιασμένο και υγρό ζουλιόταν κάτω απ’ τις γυμνές πατούσες τους. Περιεργάστηκα τη μοκέτα που είχε ένα σκούρο χρώμα αλλά ο πολύχρωμος φωτισμός της αίθουσας που μεταβάλλονταν συνέχεια και η ζαλάδα που έκανε το κεφάλι μου να γυρίζει, δεν με βοηθούσαν να καταλάβω τι συνέβαινε. Κάθισα ανακούρκουδα, άγγιξα με τα δάχτυλά μου το χαλί και τα πλησίασα στη μύτη μου. Η μεταλλική μυρωδιά του αίματος πλημμύρισε τα ρουθούνια μου σαν καυστικό υγρό. Ξανακοίταξα τη μοκέτα και κατάλαβα για πρώτη φορά ότι ήταν βουτηγμένη στο αίμα. Τινάχτηκα όρθιος και το βλέμμα μου περιέτρεξε ξέφρενο την αίθουσα προσπαθώντας να εντοπίσω τα σημάδια της σφαγής που πρέπει να είχε συμβεί εκεί μέσα. Καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν στο πολύχρωμο μισοσκόταδο, ανακάλυψα ότι και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με το ίδιο σκούρο υγρό, από μια τεράστια ποσότητα υγρού ακόμα αίματος.
Και τότε παρατήρησα ότι στο κέντρο του δωμάτιου, πάνω σ’ έναν κυκλικό καναπέ, κάθονταν ένα πλήθος ακίνητων ανθρώπων. Ήταν όλοι τους νεκροί. Είχαν κόψει τους λαιμούς και τους καρπούς των χεριών τους απ’ άκρη σ’ άκρη και τα αίματα που είχαν πεταχτεί μέσα από τις κομμένες αρτηρίες τους είχαν πλημμυρίσει το δάπεδο και τους τοίχους. Δεν υπήρχε κανένα άλλο ίχνος ορατής βίας στο δωμάτιο. Όλα ήταν τακτοποιημένα, στη θέση τους. Μόνο το δύσοσμο και άφθονο αίμα που κάλυπτε τα πάντα σαν αηδιαστική μεμβράνη. Και η σιωπή. Η απαίσια σιωπή που κολλούσε πάνω μου σαν τον ιστό κάποιας νεκροφάγας αράχνης.
Βγήκα τρέχοντας απ’το δωμάτιο και άρχισα να διασχίζω τους σιωπηλούς διαδρόμους. Κάτι το ολότελα τρομακτικό είχε συμβεί όσο ώρα κοιμόμουν χαμένος στον τρόμο του Τεχνήματος. Κάτι τους είχε σκοτώσει όλους. 
Ξαφνικά πάγωσα καθώς άκουσα έναν παράξενο θόρυβο, για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχα ξυπνήσει κάτω απ’ τη γεννήτρια. 
Μια βαριά και σπασμωδική ανάσα.


13


Στεκόμουν μπροστά σε μια πόρτα που είχε μείνει μισάνοιχτη. Ένα λευκό φως ξέφευγε απ’ το εσωτερικό της και φώτιζε το δάπεδο του διαδρόμου. Η ανάσα ερχόταν από εκεί μέσα.
Κρυφοκοίταξα και αντίκρυσα έναν χώρο που έμοιαζε με χειρουργείο. Αλλά ήταν ένα χειρουργείο το οποίο είχε χτυπηθεί από έναν ανεμοστρόβιλο καθώς όλος ο εξοπλισμός του, τα μηχανήματα και οι συσκευές ανάνηψης, το νοσοκομειακό κρεβάτι και τα ιατρικά εργαλεία, είχαν κομματιαστεί και κάλυπταν το δάπεδο μ’ ένα στρώμα άμορφων συντριμμιών.
Καταμεσής αυτού του χάους γονάτιζε μια γυναικεία μορφή με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου. Αναγνώρισα τα ξανθά μαλλιά της Ηλέκτρας. Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο και κρατούσε στα χέρια της κάτι που γυάλιζε θαμπά. Η μεταλλική μυρωδιά του αίματος άγγιξε τα ρουθούνια μου για μια ακόμα φορά.
Έκανα ένα βήμα μέσα στο χειρουργείο και εκείνη έστρεψε το πρόσωπό της προς την πόρτα. Ήταν όντως η Ηλέκτρα. Φορούσε μια ιατρική φόρμα και κάτω απ’ το λευκό φως της αίθουσας, το δέρμα της είχε τη χλωμάδα μιας νεκρικής μάσκας ενώ τα μάτια της είχαν γίνει πελώρια, σαν δύο γαλάζιες τρύπες που με κοιτούσαν ανέκφραστες, βυθισμένες σε απύθμενους ωκεανούς τρομακτικής απόγνωσης.
Χαμογέλασε και ένα μικρό ρυάκι αίματος ξέφυγε απ’ τα χείλη της και κατρακύλησε στο στρογγυλό της πηγούνι.
-«Τους είδες και εσύ;» με ρώτησε ψιθυριστά.
Έκανα να την πλησιάσω:
-«Τι συμβαίνει; Τι έγινε εδώ πέρα;»
Εκείνη δεν φάνηκε να με ακούει. Με μια κοφτή κίνηση, τράβηξε ένα σεντόνι που απλώνονταν δίπλα της και τότε αντίκρισα μια αιμόφυρτη μάζα που αποτελούνταν από ανθρώπινα εντόσθια, εκτεθειμένα οστά και κομματιασμένο δέρμα. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε παραμορφωθεί φριχτά, κάποιος που είχε κατακρεουργηθεί μεθοδικά σ’ ολόκληρο το σώμα του. 
-«Τι είναι αυτό το πράγμα;» ψιθύρισα τρομοκρατημένος. Ανάμεσα απ’ τη μάζα του πετσοκομμένου κρέατος και των εντόσθιων αναγνώρισα το πρόσωπο ενός βοηθού του Εργαστηρίου. Τα νεκρά του μάτια ήταν καρφωμένα στο ταβάνι του χειρουργικού θαλάμου ενώ μια φριχτή γκριμάτσα αλλοίωνε το κατεστραμμένο του πρόσωπο: «Τι έπαθε;»
Η Ηλέκτρα άρχισε να γελάει πνιχτά. Ήταν ένας φριχτός ήχος, μια σφυριχτή παρωδία γέλιου που φανέρωνε ότι κατρακυλούσε όλο και γρηγορότερα στην άβυσσο της τρέλας.
-«Όταν κατάλαβα ότι ήθελε να συμμαχήσει μαζί τους, τον τακτοποίησα. Πέθανε προτού περάσει στην άλλη πλευρά.»
Την πλησίασα και έκανα να γονατίσω δίπλα της, να τη βοηθήσω. Η φόρμα της είχε αλλάξει χρώμα και είχε γίνει γυαλιστερή. Ήταν βουτηγμένη στο αίμα.
Η Ηλέκτρα σύρθηκε μακρυά μου με σπασμωδικές κινήσεις και κόλλησε στον τοίχο κοιτάζοντας με τρομοκρατημένη:
-«Μείνε μακρυά μου...» ψιθύρισε, «θα σε σκοτώσω όπως σκότωσα και αυτόν. Τον πρόλαβα πριν αλλάξει, το ίδιο θα κάνω και με εσένα, πίστεψέ με!»
Την κοίταξα χωρίς να τολμήσω να κινηθώ. Στα χέρια της κρατούσε ένα χειρουργικό νυστέρι. 
-«Είσαι τρελή,» ψιθύρισα. Γιατί το έκανες αυτό;»
Εκείνη με κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Καλυμμένη με το αίμα του συνάδελφού της, κουβαριασμένη και αναμαλλιασμένη, έμοιαζε με φριχτή μαινάδα που μόλις είχε διαπράξει το έγκλημα της ανθρωποφαγίας.
-«Έπρεπε να τον σταματήσω,» μουρμούρισε ενώ το ίδιο φριχτό χαμόγελο άνθιζε για μια ακόμα φορά στο πρόσωπό της, «αν δεν τον σκότωνα θ’ άλλαζε, θα μετατρεπόταν στα φριχτά εκείνα όντα που προσπαθούν να εισβάλλουν στον κόσμο μας μέσα απ’ το Τέχνημα. Είναι οι θεοί του Άρη, αυτοί που ήρθαν σαν μετεωρίτες και εξολόθρευσαν τον αρχαίο πολιτισμό του πλανήτη! Τώρα που ανακαλύψαμε μια απ’ τις καταραμένες πέτρες τους άρχισαν να ξυπνάνε και πάλι! Αλλά δεν θα τα καταφέρουν! Βλέπεις; Εδώ την έχω, στα χέρια μου!»
Την κοίταξα χωρίς να πιστεύω στα μάτια μου. Έβγαλε απ’ την τσέπη της το πανάρχαιο Τέχνημα και το έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της, σαν να κρατούσε κάποιο πανίσχυρο φυλαχτό. «Εγώ μπορώ να τους σταματήσω,» μουρμούρισε και κρατώντας το Τέχνημα με το δεξί της χέρι, άρχισε να τον κόβει σε μικρά κομματάκια με το νυστέρι που κρατούσε. Η πέτρα ήταν εύθρυπτη, έσπαγε σαν ελαφρόπετρα, σκορπιζόταν στο δάπεδο και το γέμιζε με λαμπερή χρυσόσκονη.
Η φριχτή αλήθεια άστραψε στο μυαλό μου σαν τη λάμψη μια βόμβας υδρογόνου:
-«Κάνεις λάθος,» της φώναξα, «Τίποτα απ’ αυτά που είδες δεν είναι αληθινό! Δεν το καταλαβαίνεις; Γι’ αυτό πέθαναν όλοι στην Εγκατάσταση! Γιατί άρχισαν να βλέπουν τ’ απαίσια αυτά όνειρα ακόμα και όταν ήταν ξύπνιοι, ξανά και ξανά, μέχρι που πίστεψαν ότι είναι αληθινά!»
Η Ηλέκτρα δεν φάνηκε να με ακούει. Συνέχισε να πετσοκόβει το Τέχνημα μέχρι που το διέλυσε σε μικρά κομματάκια. Μετά τινάχτηκε όρθια, άρπαξε ένα μπουκάλι θεικού οξέως και το άδειασε πάνω στα λαμπερά υπολλείματα της πέτρας. Οι αποπνιχτικοί καπνοί που απλώθηκαν γύρω μου, με υποχρέωσαν να βγω κακήν κακώς από το χειρουργείο. Προτού κλείσω πίσω μου την πόρτα έριξα μια τελευταία ματιά πάνω απ’ τον ώμο μου και είδα την Ηλέκτρα να στέκεται όρθια ανάμεσα στους φριχτούς καπνούς, να κόβει το λαιμό της από τη μια άκρη μέχρι την άλλη με το νυστέρι και να καταρρέει σαν άψυχη μαριονέτα πάνω στην όξινη λίμνη που κατέτρωγε το πάτωμα.


14


Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και άρχισα να περιπλανιέμαι στους έρημους διαδρόμους του Εργαστηρίου. Πότε – πότε συναντούσα αιμόφυρτα πτώματα. Ήταν ολοφάνερο πως είχαν όλοι τους αυτοκτονήσει, παρασυρμένοι απ’ τους εφιάλτες της τρομερής εκείνης πέτρας, του δημιουργήματος ενός εξωγήινου πολιτισμού εκατομμυρίων ετών που είχε δηλητηριάσει τη συνείδησή όλων μας. Για ποιο λόγο να είχαν κατασκευάσει κάτι τόσο απαίσιο; Αναρωτήθηκα. Τι να ήταν άραγε; Κάποιου είδους όπλο; Μια συσκευή μαζικής καταστροφής; Κάτι σαν τα δικά μας τα πυρηνικά όπλα; 
Αλλά ακόμα και τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής.  
Η αλήθεια με χτύπησε καταπρόσωπο μόνο όταν ανακάλυψα έναν τηλεοπτικό δέκτη που λειτουργούσε ακόμα, σε κάποιο σιωπηλό υπνοδωμάτιο.
Τον άνοιξα και η μεταλλική οθόνη του πλημμύρισε με κινούμενες και σπασμωδικές εικόνες του Μπράντμπερυ σίτυ: Κτίρια που κάπνιζαν παραδομένα στις φλόγες, δρόμοι, πλατείες και ανισόπεδες διαβάσεις κατακλυσμένες από μυριάδες πτώματα και ακινητοποιημένα οχήματα, ένας ωκεανός από πολύχρωμα συντρίμμια που κάλυπταν τα πάντα σαν πυκνός χαρτοπόλεμος.
 Κάποιος προσπαθούσε να μιλήσει. Αυτός που κρατούσε την κάμερα ίσως:
-«Μείνετε μακρυά,» ούρλιαζε, «όσοι το βλέπετε αυτό, μείνετε μακρυά! Εκείνοι είναι εδώ! Οι θεοί του Άρη επιστρέφουν!»
Και τότε, επιτέλους κατάλαβα. Η τρέλα του Τεχνήματος δεν είχε περιοριστεί στο Εργαστήριο. Είχε απλωθεί σ’ ολόκληρη την πόλη. Τα όνειρά του είχαν αγγίξει τους κατοίκους της και τους είχαν κάνει να παραφρονήσουν.
Η οθόνη σκοτείνιασε και το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή. 
Πλησίασα την μικρή τηλεόραση και έπαιξα με τα κουμπιά της. Συντονίστηκα με διάφορα κανάλια και παρακολούθησα τις εκπομπές τους. Στη συνέχεια, κουλουριάστηκα πάνω στην παχιά μοκέτα που κάλυπτε το δάπεδο και έσφιξα τα δόντια μου. Συνέχισα να κοιτάζω την τηλεοπτική οθόνη μέχρι που τα μάτια μου έτσουξαν απ’ την κούραση.
Θυμήθηκα την αχανή νεκρόπολη με τα τερατώδη κτίρια. Άραγε, να κρυβόταν στ’ αλήθεια κάτι τέτοιο στο υπέδαφος του Άρη ή να ήταν απλώς ένας παρανοϊκός εφιάλτης;  
Εκείνη τη στιγμή, μια φριχτή συνειδητοποίηση αναδύθηκε στο μυαλό μου: Το Τέχνημα που είχε καταστρέψει η Ηλέκτρα δεν ήταν το μοναδικό. Το είχε πει και η ίδια εξάλλου, θα πρέπει να υπήρχαν εκατομμύρια παρόμοια κατασκευάσματα θαμμένα στις ερημιές του Άρη. Και είχαν ενεργοποιηθεί. Όλα μαζί. Η τρέλα τους είχε κατακλύσει ολόκληρο τον πλανήτη. Πουθενά δεν θα ήμουν ασφαλής. Και κάθε φορά που θα έκλεινα τα μάτια μου, οι εφιάλτες θα ξυπνούσαν και πάλι, ξανά και ξανά, μέχρι τη στιγμή που θα έχανα κάθε ελπίδα και θ’ αναζητούσα καταφύγιο στη φιλεύσπλαχνη λήθη του θανάτου.
Μια παραλυτική κούραση απλώθηκε σ’ ολόκληρο το κορμί μου. Τα μάτια μου έκλεισαν και το προειδοποιητικό σφύριγμα ενός πανάρχαιου ανέμου γέμισε τη σιωπή.


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009