Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

ΣΤΗ ΣΙΩΠΗΛΗ ΖΩΝΗ


18/08/2019-16h.45min.13,2500000000000sec.

Θα πρέπει ν’ αποκοιμήθηκα γιατί με ξύπνησε ένα επώδυνο τσίμπημα στο δεξί μπράτσο. Άνοιξα τα μάτια μου, ανακάθισα πάνω στην πτυσσόμενη ξαπλώστρα, έτριψα το χέρι μου που είχε κοκκινίσει και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά:
Μια αφύσικη ησυχία είχε απλωθεί στην παραλία. Η πολύχρωμη ομπρέλα που με σκίαζε δεν πλατάγιζε πια στον άνεμο και η χαρούμενη οχλαγωγία των παραθεριστών που λιάζονταν στην άμμο είχε κάνει φτερά.
Το στομάχι μου σφίχτηκε. Ένα κύμα κατάπληξης με διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Τα πάντα είχαν γίνει ασάλευτα και βουβά. Οι δυο κοπέλες που ξάπλωναν λίγα μέτρα μακριά μου, πάνω στις ψάθες και τις πετσέτες τους, έμοιαζαν με κέρινα ομοιώματα που ίδρωναν στον ήλιο, έτοιμα να λιώσουν . Η μια τους, αυτή που ξάπλωνε ανάσκελα, κρατούσε στο ανασηκωμένο χέρι της ένα ολογραφικό τηλέφωνο ενώ το πρόσωπο της άλλης, που κρυβόταν πίσω από ένα ζευγάρι ασημένιων γυαλιών ηλίου, ήταν στραμμένο προς τη φίλη της, ελαφρά συνοφρυωμένο απ’ την προσπάθεια που έκανε να καταπολεμήσει την αποχαυνωτική επήρεια του καλοκαιρινού ήλιου και να της μιλήσει. Πιο πέρα ένας κύριος που καθόταν σε μια αναδιπλούμενη καρέκλα και διάβαζε την εφημερίδα του και μια οικογένεια που έτρωγε το κολατσιό της, είχαν επίσης ακινητοποιηθεί. Ακόμα πιο μακριά μπορούσα να δω ομάδες παραθεριστών να κάνουν ηλιοθεραπεία, να στέκονται όρθιοι ή να κάθονται πάνω στις οργανικές ψάθες και τις βιοδιασπώμενες πετσέτες τους σαν πετρωμένοι, σαν να είχαν μεταμορφωθεί σε συνθετικά αντίγραφα των πραγματικών εαυτών τους. Το ίδιο συνέβαινε και με την ομάδα των νεαρών που έπαιζαν βόλεϊ στο απέναντι άκρο της παραλίας, κοντά σ’ έναν μακρύ κυματοθραύστη από χοντροκομμένους ογκόλιθους.
Η επιφάνεια της θάλασσας είχε μετατραπεί σε μια απέραντη έκταση από κυματιστό γυαλί. Τα κεφάλια των κολυμβητών που πριν από λίγο ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά ανάμεσα στ’ ασπρογάλαζα κύματα της έμοιαζαν τώρα με αμετάβλητες κουκκίδες από σινική μελάνη. Το φως του ήλιου είχε επίσης αλλάξει. Είχε χάσει τη λαμπρότητά του και έπεφτε πάνω στο σιωπηλό εκείνο πανόραμα κάπως ψεύτικο, θολό και πορτοκαλί, σαν να ήταν βαμμένο.
Μια παράξενη παγωνιά απλωνόταν παντού, κάτι σαν πρώιμο φθινόπωρο που μ’ έκανε να ριγήσω. Έτριψα το μπράτσο μου που ακόμα με πονούσε και σηκώθηκα όρθιος. Όταν όμως προσπάθησα να φορέσω το μπλουζάκι που είχα φέρει μαζί μου εκείνο σχίστηκε στα δυο λες και ήταν φτιαγμένο από υγρό χαρτί. Τα κορδόνια των παπουτσιών μου διαλύθηκαν επίσης, σαν να ήταν ιστοί αράχνης.
Τα πάντα είχαν γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη υπερβολικά εύθραυστα και ντελικάτα. Μ’ έλουσε ένα κύμα κρύου ιδρώτα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να παραμείνω ψύχραιμος. Κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε εδώ πέρα αλλά ο πανικός δεν θα βοηθούσε σε τίποτα. Έπιασα λοιπόν την πετσέτα μου με πολύ αργές και απαλές κινήσεις και σιγά-σιγά, όσο πιο μαλακά γινόταν, την τράβηξα προς τα πάνω. Εκείνη εγκατέλειψε απρόθυμα την ξαπλώστρα-λες και κάτι την κρατούσε κολλημένη πάνω της-και κρεμάστηκε στα χέρια μου σαν μολυβένια κουρτίνα. Κατάφερα ωστόσο να την περάσω γύρω απ’ τους ώμους μου σαν στρατιωτική χλαίνη, χωρίς να μετατραπεί σ’ ένα σωρό από άμορφα κουρέλια.
Νοιώθοντας ικανοποίηση απ’ τη μικρή εκείνη νίκη, πήρα μια δεύτερη αναπνοή, το ίδιο βαθιά με την προηγούμενη, και άρχισα να περιφέρομαι ανάμεσα στους ακινητοποιημένους λουόμενους. Πόσο παράξενα είχαν γίνει όλα, πόσο πραγματικά αλλόκοτα! Πόσο τρομαχτικά ήταν τα μάτια τους καθώς ατένιζαν το κενό γυαλιστερά και αμετάβλητα σαν γυάλινες χάντρες! Απολιθωμένοι μορφασμοί απλώνονταν στα ηλιοκαμένα πρόσωπά τους που γυάλιζαν σαν βρεγμένα ψάρια απ’ τον ιδρώτα και τις αντηλιακές κρέμες. Τα στόματα κάποιων είχαν απομείνει μισάνοιχτα, άλλα ήταν ερμητικά κλειστά και λεπτά σαν γραμμές ενώ κάποιοι άλλοι είχαν σταματήσει να κινούνται τη στιγμή που άλλαζαν πλευρό, σηκώνονταν όρθιοι ή έτρωγαν.
Ακόμα και ο αέρας που ανέπνεα είχε αποκτήσει μιαν ασυνήθιστη υφή.
Έμοιαζε να παραμερίζει απρόθυμα μπροστά μου λες και περπατούσα στον πυθμένα κάποιας τεράστιας λίμνης από διάφανο νερό που έσπρωχνε τα μαλλιά μου προς τα πίσω και έκανε το σορτσάκι που φορούσα να κολλάει πάνω στα πόδια μου.
Κάποια στιγμή πλησίασα στο σημείο όπου τα κύματα της θάλασσας έγλειφαν την άμμο της παραλίας. Έμοιαζαν με δαντέλες από γαλακτώδες γυαλί που παγίδευαν το διάχυτο φως του ήλιου ενώ παντού απλωνόταν εκείνη η αλλόκοτη σιγή, αυτή η παράξενη ησυχία.
Σταδιακά, προτού περάσει πολύ ώρα, καθώς συνήθιζα το παράξενο εκείνο περιβάλλον, ανακάλυψα ότι στα όρια της ακοής μου παλλόταν κάτι σαν αμετάβλητο και αδιάσπαστο βουητό, λες και κάπου πολύ μακριά κάποιος είχε στήσει ένα τεράστιο ηχείο που βούιζε γεμάτο με παράσιτα στατικού ηλεκτρισμού.
Κοπάδια γλάρων αιωρούνταν ψηλά στον ουρανό, σαν να ήταν κρεμασμένα από αόρατες πετονιές. Η μεταλλική σιλουέτα ενός επιβατικού αεροπλάνου έμοιαζε καρφωμένη στο ζενίθ, ανάμεσα σε μια ομάδα λευκών σύννεφων που διαγράφονταν αχνό-κίτρινα στον ουράνιο θόλο.
Η ομάδα των παικτών του βόλεϊ σχημάτιζε ένα ιπτάμενο σύνολο καθώς το παράξενο ξόρκι της ολοκληρωτικής ακινησίας τους είχε πιάσει τη στιγμή που τινάζονταν όλοι μαζί στον αέρα για να πιάσουν μια μπάλα. Την είδα να αιωρείται πάνω απ’ το κεφάλι ενός απ’ αυτούς σαν μικροσκοπικό φεγγάρι.
Άφησα τη σιωπηλή παραλία και άρχισα να εξερευνώ την πόλη. Τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα που γέμιζαν τους δρόμους έμοιαζαν ακινητοποιημένα από κάποια ξαφνική καταστροφή. Οι οδηγοί και οι επιβάτες τους κάθονταν ασάλευτοι στο εσωτερικό τους, με μάτια ορθάνοιχτα και χέρια περασμένα στο τιμόνι.
Όπου και να κοιτούσα, το βλέμμα μου έπεφτε πάνω σε ανθρώπους που φορούσαν καλοκαιρινά ρούχα και στέκονταν ασάλευτοι μπροστά από παραφορτωμένα περίπτερα και εισόδους καταστημάτων, σε πεζοδρόμια και πλατείες. Άλλοι ήταν αραχτοί σε καφετέριες μ’ ένα φραπέ στο χέρι, κοιτάζοντας οθόνες πλάσματος που έδειχναν αμετάβλητες εικόνες, κάποιοι κάθονταν στα μπαλκόνια τους ή περίμεναν δίπλα σε φανάρια κυκλοφορίας που δεν άλλαζαν ποτέ.
Κάποια στιγμή, (δεν μπορούσα να ξέρω πόση ώρα είχε περάσει από τη στιγμή που είχα ξυπνήσει στην παραλία γιατί οι δείκτες του ρολογιού μου είχαν πάψει να κινούνται και το τηλέφωνο-περικάρπιο που φορούσα έδειχνε την ίδια πάντα ψηφιακή ένδειξη) βρέθηκα μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, εκεί όπου βρισκόταν το διαμέρισμά μου.
Έβαλα το κλειδί μου στην κλειδαριά της εξώπορτας. Στη συνέχεια έκανα να το γυρίσω αλλά το κλειδί κόπηκε στα δυο λες και είχε γίνει εύθρυπτο σαν παγοκρύσταλλος.
Και τότε με κυρίευσε ένα σκοτεινό κύμα βαθιάς απόγνωσης που όμοια της δεν είχα ξανανιώσει. Λες και αυτή η τελευταία αναποδιά ήταν κάτι σαν καταλύτης που είχε προκαλέσει μέσα μου μια εσωτερική έκρηξη. Έκανα μερικά ζαλισμένα βήματα προς τα πίσω και έκατσα στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείου. Έθαψα το κεφάλι μου ανάμεσα απ’ τα χέρια μου και ευχήθηκα να ξυπνούσα εδώ και τώρα κάτω απ’ την πολύχρωμη ομπρέλα, μέσα στη φασαρία της κοσμοπλημμυρισμένης παραλίας, πίσω στην καθημερινή πραγματικότητα, εκεί όπου τα μεσημέρια σκάει ο τζίτζικας και η πόλη βράζει και ασφυκτιά απ’ τη ζέστη και το καυσαέριο. Και τότε, για πρώτη φορά απ’ τη στιγμή που είχα ξυπνήσει στο σιωπηλό εκείνο κόσμο, άκουσα έναν γνώριμο θόρυβο:
Τον ρυθμικό ήχο ανθρώπινων ποδιών που έτρεχαν βιαστικά πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο. Ανασήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα προς την κατεύθυνση του γοργού εκείνου ποδοκροτήματος.
Μια κοπέλα που φορούσε τζιν παντελόνι και ένα ορειβατικό τζάκετ που την προστάτευε από την διάχυτη ψύχρα της ακίνητης ατμόσφαιρας πλησίαζε προς το μέρος μου. Είχε μακριά και λαμπερά μαλλιά που ανέμιζαν στον ήλιο ενώ στο λεπτοκαμωμένο της πρόσωπο ήταν απλωμένη μια έκφραση έντασης και αποφασιστικότητας, λες και αντιμετώπιζε έναν τρομερό κίνδυνο τον οποίο ήταν όμως αποφασισμένη να ξεπεράσει. Εξαιτίας της δυσκίνητης ατμόσφαιρας έμοιαζε να κινείται σε αργή κίνηση. Έκανε μια σειρά από μεγάλα άλματα, σαν αστροναύτης που περπατάει στην επιφάνεια της Σελήνης.
Εκείνη τη στιγμή γύρω μας αντιλάλησε ο μακρινός και αργόσυρτος ήχος μιας αθέατης σάλπιγγας.
Η κοπέλα κοντοστάθηκε μπροστά μου:
-«To άκουσες αυτό;» με ρώτησε.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά καθώς το κύμα της έκπληξης που με είχε κατακλύσει ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσω να κάνω κάτι περισσότερο.
-«Αυτός ήταν ο Βιγλάτορας,» μου είπε, «Παρακολουθεί απ’ τον πύργο του τον ουρανό και μόλις εντοπίσει κάποια αερό-μέδουσα, σαλπίζει με όλη του τη δύναμη. Όποτε ακούς αυτό τον ήχο να ξέρεις ότι έχεις δύο επιλογές. Η αναζητάς καταφύγιο μέσα σε κάποιο κτίριο ή ξαπλώνεις κατάχαμα και μένεις εντελώς ακίνητος, με κατάλαβες;»
Το βλέμμα που της έριξα θα πρέπει να ήταν αρκετά εύγλωττο.
-«Τέλος πάντων,» συνέχισε εκείνη, «Λογικό είναι να νιώθεις εντελώς μπερδεμένος. Δεν πειράζει! Υποσχέσου μου μόνο ότι θα έρθεις μαζί μου και θα κάνεις ότι σου πω! Διαφορετικά δεν σε βλέπω να παραμένεις ζωντανός για πολύ ακόμα! Και κυρίως μην ακουμπήσεις κανέναν Ακίνητο και μη βγάλεις άχνα! Κάνε ότι σου πω και όλα θα πάνε καλά!»
Έμοιαζε να ξέρει τι της γίνεται και η φωνή της είχε μια έντονα επιτακτική χροιά. Υπάκουσα στη προσταγή της σπρωγμένος από κάποιο παράξενο ένστικτο αυτοσυντήρησης. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να την ακολουθώ, προσπαθώντας να μιμηθώ όσο καλύτερα μπορούσα τον ασυνήθιστο τρόπο που κινούταν, πράγμα όχι και τόσο εύκολο καθώς ο δυσκίνητος και κρύος αέρας εμπόδιζε τις κινήσεις μου ενώ η προσπάθεια που έκανα να μένω μακριά απ’ τους «Ακίνητους» τους πετρωμένους ανθρώπους που στέκονταν στο πεζοδρόμιο δηλαδή, απορροφούσε σχεδόν ολοκληρωτικά την προσοχή μου.
Και τότε πρόσεξα μια παράξενη αλλαγή. Το φως του ήλιου αδυνάτισε ξαφνικά και γύρω μας απλώθηκε μια κιτρινωπή μουντάδα, παρόμοια μ’ αυτή που σκεπάζει τη γη όταν ο ουρανός γεμίζει απ’ τα πυκνά σύννεφα μιας πυρκαγιάς.
Σταμάτησα να τρέχω, έστρεψα το βλέμμα μου προς τον ουρανό και αντίκρισα μια δισκοειδή μάζα που έμοιαζε με γκρίζο σύννεφο να ταξιδεύει αργά πάνω απ’ την πόλη. Απ’ το κάτω μέρος του κρέμονταν αναρίθμητα νημάτια που κυμάτιζαν ανάλαφρα πέρα δώθε, λες και τα χάιδευε κάποιο ανεπαίσθητο αεράκι. Ήταν μακριά και λεπτεπίλεπτα σαν ιστοί αράχνης και δημιουργούσαν ένα σκουρόχρωμο παραπέτασμα, παρόμοιο με τα κρόσσια που σχηματίζουν οι απειράριθμες σταγόνες της βροχής που κρέμονται απ’ τα νέφη μιας τροπικής καταιγίδας.
Τα παράξενα εκείνα νημάτια άγγιξαν το δρόμο που ξετυλιγόταν δίπλα μας και χάιδεψαν την ασφάλτινη επιφάνειά του σαν αθόρυβες χιονονιφάδες.
Μας πλησίαζαν με ανησυχητική ταχύτητα. Ξανάρχισα να τρέχω πίσω απ’ την κοπέλα η οποία εξακολουθούσε να κινείται με μεγάλα και ανάλαφρα βήματα και ν’ αποφεύγει τους ακίνητους ανθρώπους στρίβοντας μια δεξιά και μια αριστερά. Αναρωτήθηκα ποιος να ήταν ο λόγος που την υποχρέωνε να συμπεριφέρεται έτσι.
Εκείνη, λες και ήταν σε θέση να διαβάζει τις σκέψεις που περνούσαν απ’ το μυαλό μου, μου φώναξε:
-«Πρόσεξε μην αγγίξεις κανέναν από δαύτους. Είναι σαν εμπρηστικές βόμβες. Αν τους αγγίξεις θα μετατραπείτε και οι δυο σε στάχτες!»
Κάποια στιγμή φτάσαμε σ’ ένα σημείο όπου ο δρόμος που διασχίζαμε διασταυρωνόταν με μια πάροδο διπλής κυκλοφορίας.
Ένα δεύτερο σύννεφο πετούσε πάνω από εκείνο το λιγότερο πολυσύχναστο σημείο. Δίπλα σ’ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο στεκόταν ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που σπαρταρούσε ακινητοποιημένος από αναρίθμητα γκριζωπά νημάτια. Είχαν μαζευτεί γύρω του σαν μια μάζα από κολλώδεις ίνες και έμπλεκαν ένα ασφυκτικό κουκούλι απ’ το οποίο μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει.
Έχασα την ισορροπία μου και σωριάστηκα κατάχαμα, πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο. Έμεινα ακίνητος, να παρακολουθώ το τρομερό θέαμα τρέμοντας σύγκορμος.
Ο άνθρωπος πέθαινε. Είχε σωριαστεί κατάχαμα και καθώς όλο και περισσότερα νημάτια κολλούσαν πάνω του, τραβηγμένα λες από κάποιο πανίσχυρο μαγνητικό πεδίο, μετατρεπόταν σ’ ένα άμορφο κουβάρι από κλωστές που όλο και μεγάλωνε.
Αμέσως μετά, το πρόσωπο τα χέρια και τα πόδια μου, τα κομμάτια του σώματός μου που ήταν εκτεθειμένα δηλαδή, αγγίχτηκαν από κάτι που έμοιαζε με αναρίθμητους και γλοιώδεις ιστούς αράχνης.
Το βλέμμα της κοπέλας που είχε απομείνει ακίνητη και αυτή, καθισμένη ανακούρκουδα, καρφώθηκε πάνω μου και μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν έπρεπε να κάνω την παραμικρή κίνηση. Έκλεισα το στόμα μου και κατέπνιξα όσο καλύτερα μπορούσα τα ρίγη που με κατέκλυζαν.
Κάποια στιγμή το πελώριο σύννεφο μας προσπέρασε πετώντας πάνω απ’ το δρόμο σαν σιωπηλό αερόστατο και τα νημάτια του έπαψαν να μας ψαχουλεύουν.
-«Τώρα μπορούμε να φύγουμε,» μου είπε η άγνωστη κοπέλα.
-«Και που να πάμε;» τη ρώτησα ξέπνοα.
-«Εκεί που μένουμε όλοι εμείς, οι κάτοικοι της Σιωπηλής Ζώνης. Στο Καταφύγιο.» μου απάντησε, «Εκεί θα είμαστε ασφαλείς.»
Ξαναρχίσαμε να περπατάμε στους σιωπηλούς δρόμους αλλά τώρα κινούμασταν με λιγότερη βιασύνη, πράγμα που σήμαινε ότι ο κίνδυνος που μας απειλούσε είχε επιτέλους απομακρυνθεί.
Τα λαμπερά μαλλιά της νεαρής περιέβαλλαν το κεφάλι της σαν φωτεινή άλω. Ήταν πολύ όμορφη. Είχε πρόσωπο καλοσχηματισμένο και δυνατό, με πράσινα μάτια και σαρκώδη χείλη. Η επιδερμίδα της ήταν λευκή και απαλή, σαν μεταξένια. Ένιωσα τον σφυγμό μου να επιταχύνεται και πάλι αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους αυτή τη φορά.
Εκείνη με κοίταξε και ένα φωτεινό χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπό της. Η όψη της μεταμορφώθηκε ακαριαία. Ενώ προηγουμένως έμοιαζε με ατρόμητη Αμαζόνα που ετοιμάζεται να συντρίψει τους εχθρούς της, τώρα είχε γίνει γλυκιά και φωτεινή, σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης.
-«Μπορείς να μου πεις τι ακριβώς συμβαίνει;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να ελέγξω τα ζωηρά συναισθήματα που ξυπνούσε μέσα μου η εκτυφλωτική της ομορφιά, «Και καταρχήν ποια είσαι εσύ;»
-«Με λένε Δήμητρα,» μου απάντησε εκείνη, «Και είμαι μια συλλέκτρια!»
-«Μια τι;» Σταμάτησα να περπατάω και την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω. Θα πρέπει να έμοιαζα με τα ζωντανά αγάλματα που μας περιτριγύριζαν.
-«Συλλέκτρια,» επανέλαβε η Δήμητρα προφέροντας αυτή τη φορά τη λέξη περισσότερο εμφατικά και μακρόσυρτα, σαν να προσπαθούσε να με βοηθήσει να την απομνημονεύσω, «Αποστολή μου είναι να κυκλοφορώ στην πόλη και να ψάχνω για χρήσιμα αντικείμενα. Δεν είναι και πολύ εύκολη δουλειά ξέρεις, αφ’ ενός γιατί πρέπει να προσέχω να μην αγγίξω κάποιον απ’ τους Ακίνητους και αφ’ ετέρου γιατί οφείλω να προκαλώ όσο το δυνατόν λιγότερες φθορές στο περιβάλλον μας. Αυτό προστάζει ο Κώδικας!»
-«Και τι ακριβώς είναι ο Κώδικας;»
Εκείνη με πήρε απ’ το χέρι και τάχυνε το βηματισμό της. Το σφίξιμό της ήταν σταθερό, το άγγιγμά της όμως μου φάνηκε κρύο και ιδρωμένο.
-«Ο Κώδικας,» άρχισε να μου λέει, «είναι ένα σύνολο οδηγιών που καθορίζουν τη συμπεριφορά όσων ζουν στη Σιωπηλή Ζώνη.»
-«Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα απ’ όλα αυτά που μου λες,» της είπα. Σταμάτησα να περπατάω για δεύτερη φορά και της έριξα ένα πεισματάρικο βλέμμα. «Και καταρχήν τι είναι η Σιωπηλή Ζώνη;»
Εκείνη αναστέναξε στωικά.
-«Δεν πειράζει,» μου είπε, «Όταν φτάσουμε στο Καταφύγιο, θα λυθούν όλες σου οι απορίες. Εντάξει;»
Κοίταξα γύρω μου τους ακινητοποιημένους ανθρώπους και τη σιωπηλή πόλη και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
Αποφάσισα να μην της κάνω καμία επιπλέον ερώτηση.





16h.45min.13,2500000000001sec.



Το Καταφύγιο ήταν ένα ογκώδες κατασκεύασμα από γυαλί και μέταλλο με άκρως φουτουριστική εμφάνιση και πολύ εκκεντρικό σχήμα. Ανήκε σε κάποια πολυεθνική εταιρία κινέζικων συμφερόντων που δραστηριοποιούνταν στον τομέα των μικρο-ηλεκτρονικών γκάτζετς. Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει γεμίσει από τέτοια αρχιτεκτονικά τερατουργήματα καθώς οι Κινέζοι έχουν επιλέξει την Ελλάδα ως προγεφύρωμα για τις Βαλκανικές τους επιχειρήσεις μια και προς το παρόν τουλάχιστον, ήμαστε η μοναδική χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που δεν έχει εμπλακεί σε κάποιας μορφής ένοπλης διένεξης με τους γείτονές της. Έλαμπε τις νύχτες σαν τεράστιο κόσμημα καθώς ολόκληρη η πρόσοψή του ήταν καλυμμένη από λαμπάκια LED που άλλαζαν χρώμα συνεχώς ενώ την ημέρα άστραφτε εκτυφλωτικά, σαν αγκαθωτό παγόβουνο που μόλις είχε καταφτάσει από κάποιο φεγγάρι του πλανήτη Κρόνου.
Η Δήμητρα με οδήγησε στο πλάι του αστραφτερού κτιρίου. Εκεί, σ’ έναν τοίχο που έμοιαζε φτιαγμένος από λευκή πορσελάνη, διαγραφόταν μια μεταλλική πόρτα. Η Δήμητρα τη χτύπησε συνθηματικά δύο φορές και εκείνη άνοιξε αθόρυβα. Δρασκελίσαμε το κατώφλι της βιαστικά μια και πάνω απ’ τα γύρω κτίρια είχε ξανακάνει την εμφάνισή του το δισκοειδές σύννεφο με τα νημάτια και πλησίαζε αργά και σταθερά προς το μέρος μας.
Η πόρτα έκλεισε πίσω μας ερμητικά.
Και τότε βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ έναν γενειοφόρο άνδρα. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τα μάτια του ήταν μαύρα και διαπεραστικά.
-«Ποιος είσαι εσύ;» με ρώτησε μ’ ένα επιτακτικό και μάλλον εχθρικό ύφος.
-«Δεν θα το πιστέψεις αλλά μόλις ετοιμαζόμουν να σου κάνω την ίδια ερώτηση,» του απάντησα με τη σειρά μου αρνούμενος να πτοηθώ απ’ τον επιθετικό τόνο της φωνής του.
-«Είναι ο καινούργιος ρε Κώστα, δεν το βλέπεις;» μπήκε στη μέση η Δήμητρα.
-«Ο Καινούργιος ε;» τη ρώτησε αυτός κοιτάζοντάς με από πάνω μέχρι κάτω λες και περιεργαζόταν κάποιο άγνωστο είδος ανθρωποειδούς, «Ώστε αυτός είναι ο καινούργιος!»
Η φωνή του έσταζε επιφυλακτικότητα και δυσπιστία. Μου προκάλεσε ένα αυθόρμητο κύμα αντιπάθειας το οποίο δεν προσπάθησα καθόλου να καταπνίξω.
-«Λείπεις απ’ το Καταφύγιο για εβδομήντα τρεις ώρες και μας κουβάλησες τελικά αυτόν εδώ;» πρόσθεσε ο Κώστας με χαιρέκακο ύφος, «Πως λες να φανεί αυτό στα μάτια της Κοινότητας;»
-«Καλύτερα να το κρίνει αυτό η ίδια η Κοινότητα, δεν συμφωνείς και εσύ;» ήταν η αρκετά παγερή απάντηση που του έδωσε η Δήμητρα.
Εκείνος έβγαλε ένα καταφατικό και μάλλον απρόθυμο γρύλισμα και έκανε στο πλάι για να περάσουμε.
-«Συζητάνε αυτή τη στιγμή που μιλάμε,» σχολίασε, «Δεν ξέρω όμως αν θα χαρούν και πολύ με το δωράκι που τους έφερες!»
Η Δήμητρα ούτε καν καταδέχτηκε να του απαντήσει.
Με ξαναπήρε απ’ το χέρι και αυτή τη φορά το άγγιγμά της ήταν ζεστό και απαλό σαν χάδι.
Αρχίσαμε ν’ ανεβαίνουμε μια σκάλα που έμοιαζε με έξοδο κινδύνου. Ο Κώστας έμεινε πίσω, στο ισόγειο, να κρατάει σκοπιά πίσω απ’ την πόρτα. Καθώς ανεβαίναμε έναν-έναν τους ορόφους του κτιρίου, αντίκρισα ατελείωτες σειρές από γλάστρες και ζαρντινιέρες όπου φύτρωναν λαχανικά και οπωροφόρα δέντρα και συστοιχίες από πέργκολες απ’ όπου κρέμονταν αναρριχητικά φυτά. Το εσωτερικό του πολυώροφου κτίσματος είχε μετατραπεί σ’ ένα πελώριο θερμοκήπιο.
Όταν φτάσαμε στον τελευταίο όροφο ανοίξαμε μια δεύτερη πόρτα.
Βρεθήκαμε σ’ έναν ενιαίο χώρο που έμοιαζε με αχανή αίθουσα ψυχαγωγίας, απ’ αυτές που παρέχουν οι πολυεθνικές στα στελέχη τους για ν’ ανακουφίζονται απ’ το εργασιακό στρες.
Ο χώρος εκείνος φωτίζονταν άπλετα από φωτιστικά σώματα χαμηλής κατανάλωσης και εκκεντρικού ντιζάιν που κρέμονταν από ένα κυματιστό ταβάνι. Ήταν γεμάτος από έπιπλα που σχημάτιζαν ένα λειτουργικό σύνολο ικανό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας αρκετά μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Τραπέζια και καρέκλες είχαν τοποθετηθεί σε μια διάταξη που θύμιζε κοινοβιακή τραπεζαρία, κρεβάτια στέκονταν το ένα δίπλα στο άλλο σαν σε στρατιωτικό κοιτώνα ενώ ντουλάπες και κομοδίνα καταλάμβαναν την απέναντι πλευρά της αίθουσας. Διαχωριστικά παραβάν που μια φορά και έναν καιρό ήταν τοποθετημένα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να οριοθετούν γραφεία, είχαν αλλάξει θέση και σχημάτιζαν μικρά και μεγάλα δωμάτια.
Από τεντωμένα σκοινιά κρέμονταν ρούχα σεντόνια και πετσέτες ενώ σε μια γωνιά ένας σωρός από μαξιλάρια γέμιζε έναν περιφραγμένο χώρο μέσα στον οποίο έπαιζαν όλο χαρά μια ντουζίνα πιτσιρικάδες.
Ανάμεσα στα κρεβάτια, στα τραπέζια, στις καρέκλες, στους καναπέδες και τις ντουλάπες στέκονταν μερικοί «Ακίνητοι» που κοιτούσαν το γύρω χώρο με μάτια απλανή και αμετακίνητα. Κρατούσαν στα χέρια τους note-books και ντοσιέ. Άλλοι καθόταν σε καθίσματα γραφείου με τα χέρια τους μισό-απλωμένα και τα δάχτυλα τους τεντωμένα, λες και πατούσαν τα πλήκτρα ανύπαρκτων πληκτρολόγιων. Γύρω απ’ τις ακίνητες μορφές όλων αυτών είχαν τοποθετηθεί κάγκελα και κόκκινες ταινίες.
Η Δήμητρα, που συνέχισε να με κρατά από το χέρι, διέσχισε την αίθουσα και πλησίασε μια σειρά από πόρτες που έβγαζαν σε μια οβάλ αίθουσα συνεδριάσεων πέρα απ’ τους φιμέ τοίχους της οποίας απλωνόταν μια εντυπωσιακή θέα της Αθήνας.
-«Μαζευόμαστε εδώ πέρα μια φορά την εβδομάδα, για ν’ ανταλλάξουμε απόψεις πάνω στα ζητήματα που μας απασχολούν!» μου εξήγησε.
-«Αυτή είναι η συζήτηση που μας έλεγε αυτός ο ανοιχτόκαρδος φίλος σου ο Κώστας;» τη ρώτησα με ειρωνικό ύφος.
Η Δήμητρα χαχάνισε. Το γέλιο της ήταν πολύ όμορφο, πλούσιο και αισθησιακό.
-«Ναι, αυτό ακριβώς,» μου απάντησε. Και γέλασε για δεύτερη φορά.
Η αίθουσα συνεδριάσεων ήταν κατάμεστη από κόσμο, από ανθρώπους που κάθονταν σε μεταλλικές καρέκλες και τραπέζια τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε ημικυκλική διάταξη γύρω από ένα κεντρικό σημείο όπου στεκόταν μια λευκή πολυθρόνα. Το μόνο που δεν είχε μετακινηθεί εκεί μέσα ήταν ένα γωνιακό γραφειάκι όπου κάποια Ακίνητη δακτυλογράφος έσκυβε πάνω από ένα πληκτρολόγιο, εντελώς ανυποψίαστη για τα όσα διαδραματίζονταν γύρω της.
Η εμφάνισή μας ή μάλλον η δική μου παρουσία, ξεσήκωσε ένα κύμα έκπληκτων επιφωνημάτων. Το πλήθος που βρισκόταν μέσα στην αίθουσα, εκατό περίπου άνθρωποι που φορούσαν ζεστά ρούχα και γάντια, με κοίταξαν αποσβολωμένοι, λες και μόλις είχα ξεμυτίσει μέσα από έναν ιπτάμενο δίσκο.
-«Όλα καλά Δήμητρα;» τη ρώτησε ένας άνδρας με άσπρα μαλλιά και πλούσια γένια. Ο αέρας της σιγουριάς και της ψυχραιμίας που τον περιέβαλλε μ’ έκανε να καταλάβω ότι κρατούσε ένα ηγετικό πόστο εκεί μέσα.
-«Καταρχήν σας φέρνω κάποια άσχημα νέα,» του απάντησε εκείνη με σταθερή φωνή, «χάσαμε τον Νικόλα. Τον άρπαξε μια αερό-μέδουσα μπροστά στα μάτια μου. Αλλά σας έφερα και αυτόν εδώ,» πρόσθεσε, «τον ανακάλυψα κοντά στην παραλία!»
Η δήλωσή της αυτή ξεσήκωσε ένα καινούργιο κύμα επιφωνημάτων. Αυτή τη φορά ήταν ένα μείγμα θλίψης, οργής και φόβου.
Κοίταξα αυτούς τους ανθρώπους πιο προσεκτικά. Έμοιαζαν γεροί όλοι τους και υγιείς. Οι περισσότεροι ήταν μάλιστα αρκετά μικρότεροί από μένα σε ηλικία.
-«Αυτό είναι πολύ λυπηρό, αλλά τουλάχιστον κατάφερες να εκτελέσεις την αποστολή σου με απόλυτη επιτυχία,» δήλωσε ένας δεύτερος τύπος που φορούσε γυαλιά. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και μας πλησίασε χαμογελώντας στοργικά.
-«Όλα εντάξει μπαμπά;» τον ρώτησε η Δήμητρα ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο.
-«Όλα εντάξει,» της απάντησε εκείνος. Στη συνέχεια στράφηκε προς το μέρος μου:
-«Πες μας σε παρακαλώ, πως ονομάζεσαι και ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θυμάσαι απ’ τη στιγμή που βρέθηκες στην κατάσταση της χρονικής επιτάχυνσης; Με την ησυχία σου!»
-«Μα καλά, έχετε τρελαθεί όλοι εντελώς;» φώναξε μια γυναίκα που είχε μείνει σιωπηλή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα σ’ ένα σφιχτό κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν όμορφα και εκλεπτυσμένα. Έμοιαζε με αρχετυπική καθηγήτρια, με μια έξυπνη, εγκεφαλική και καλοπροαίρετη δασκάλα.
-«Δεν βλέπετε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει ξυλιάσει απ’ το κρύο;» πρόσθεσε θυμωμένη, «Κυκλοφορεί δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα σχεδόν μισόγυμνος! Στάθη, θα μπορούσες να κάνεις υπομονή για λίγο;» Παραμέρισε τους γύρω της με αποφασιστικές κινήσεις και με πλησίασε κρατώντας στα χέρια της μια φανέλα, ένα πουκάμισο και ένα πεζοπορικό μπουφάν. Δέχτηκα τα δώρα της με ευγνωμοσύνη. Είχε απόλυτο δίκιο. Είχα μουδιάσει απ’ την παγωνιά που απλωνόταν ακόμα και εκεί μέσα και το μόνο που εμπόδιζε τα δόντια μου από το ν’ αρχίσουν να χτυπάνε σαν καστανιέτες ήταν οι αλλεπάλληλες εκπλήξεις που κρατούσαν το στόμα μου ανοιχτό.
-«Μάρθα, Λουκία, φέρτε του ένα παντελόνι και προσπαθήστε να ζεστάνετε και λίγο τσάι!»
Δύο άλλες γυναίκες άρχισαν να τρέχουν πέρα δώθε εκτελώντας τις εντολές της.
-«Εσύ κάθισε στην πολυθρόνα και πες μας τα όλα με την ησυχία σου. Εντάξει;» ολοκλήρωσε τις προσταγές της η συμπαθέστατη εκείνη κυρία.
-«Μαμά, πάλι καλά που είσαι και εσύ εδώ για να βάζεις τα πράγματα σε μια σειρά!» «Τι θα κάναμε χωρίς εσένα;» της είπε η Δήμητρα στοργικά. Στη συνέχεια τη φίλησε στο μάγουλο.
Προσπάθησα να φορέσω τα ρούχα που μου είχε δώσει, αργά και προσεκτικά, ώστε να μην διαλυθούν σαν το μπλουζάκι μου στην παραλία. Στο μεταξύ, γύρω μου μαζεύτηκαν άντρες γυναίκες και παιδιά που με κοιτούσαν με μάτια ορθάνοιχτα και ολοστρόγγυλα σαν κουμπιά.
-«Θα μπορούσε κάποιος από σας να μου εξηγήσει ποιοι είσαστε όλοι εσείς και τι ακριβώς κάνετε εδώ πέρα;» τους ρώτησα, «Και όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη σαφήνεια σας παρακαλώ!»,
-«Θα σου εξηγήσω εγώ,» πήρε το λόγο ο γενειοφόρος άνδρας.
-«Με το μαλακό Θανάση έτσι;» τον προειδοποίησε η μητέρα της Δήμητρας που με κοιτούσε με ανήσυχο ύφος.
Ο Θανάσης περιορίστηκε στο να της κάνει ένα καθησυχαστικό νεύμα. Στη συνέχεια έσκυψε από πάνω μου και ακούμπησε τα δάχτυλά του πάνω στα μπράτσα της λευκής πολυθρόνας.
Την ίδια στιγμή το χέρι της Δήμητρας με άγγιξε ενθαρρυντικά στον ώμο.
Όλες αυτές οι κινήσεις είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που επιδίωκε το πλήθος εκείνων των ανθρώπων που είχαν μαζευτεί γύρω μου και με κοιτούσαν χαρούμενοι. Πανικοβλήθηκα. Κατάφερα ωστόσο να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, να παραμείνω καθισμένος στην πολυθρόνα μου και να σφίξω τα δόντια, περιμένοντας να ακούσω τα δυσάρεστα νέα.
-«Βρίσκεσαι στην ίδια πόλη που βρισκόσουν και προηγουμένως, στην Αθήνα.» με διαβεβαίωσε ο Θανάσης.
-«Το έχω ήδη καταλάβει αυτό,» του απάντησα με προσποιητή ψυχραιμία.
-«Με μια μικρή διαφορά,» μπήκε στη μέση ο Στάθης, ο πατέρας της Δήμητρας, «έχεις περάσει σε διαφορετική Χρονική Ζώνη!»
Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
-«Σε τι;»
-«Χρονική Ζώνη,» επανέλαβε ο Στάθης αυτή τη φορά. «Έχεις περιέλθει σε μια κατάσταση όπου ο χρόνος έχει επιταχυνθεί αφύσικα. Ένα δευτερόλεπτο του κανονικού χρόνου μέσα στον οποίο ζούσες προτού η συχνότητα των ατόμων του σώματός σου αλλάξει, ισοδυναμεί με εκατό χιλιάδες χρόνια της τωρινής σου κατάστασης.»
-«Μα πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;» τον ρώτησα, «πως έγινε αυτό;»
-«Είναι κάτι που συνέβη στους προπάτορές μας τα τελευταία μικρό-δευτερόλεπτα του κανονικού χρόνου. Από τη μια στιγμή στην άλλη, άλλαξαν χρονική συχνότητα και βρέθηκαν σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο ο οποίος, όπως θα έχεις ήδη προσέξει, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, κάνει κρύο επειδή η ενέργεια και επομένως και η θερμότητα μεταδίδονται πολύ πιο αργά ενώ το μακρινό βουητό που ακούς όλη την ώρα αποτελεί το ξεψυχισμένο αμάλγαμα όλων των ήχων του φυσιολογικού περιβάλλοντος».
-«Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω απολύτως τίποτα,» μουρμούρισα τρίβοντας τα πόδια μου για να τα ζεστάνω. Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η Μάρθα και η Λουκία έσκασαν μύτη κρατώντας η μια ένα παντελόνι και η άλλη ένα μεγάλο φλιτζάνι με αχνιστό τσάι. Πρόσεξα ότι οι ατμοί που έβγαιναν από το χείλος του αιωρούνταν ακίνητοι σαν συρμάτινα συννεφάκια.
-«Αν συμβαίνει αυτό, πως καταφέρατε να ζεστάνετε το τσάι τόσο γρήγορα;» τον ρώτησα.
Εκείνος χαμογέλασε επιδοκιμαστικά:
-«Είσαι έξυπνος βλέπω,» σχολίασε. «Ευτυχώς, όταν έγινε η μετάβαση, ήμασταν τυχεροί. Στα εργαστήρια αυτού του κτιρίου που αποκαλούμε Καταφύγιο υπάρχουν κάποιοι πομποί μικροκυμάτων που βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση λειτουργίας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να βάζουμε την τροφή μας μέσα τους και να περιμένουμε λίγα λεπτά της ώρας. Της δικής μας ώρας δηλαδή. Περιέργως η μέθοδος αποδίδει.»
-«Μου φαίνονται εντελώς απίστευτα όλα αυτά,» ψέλλισα κοιτάζοντάς τον με γουρλωμένα μάτια.
-«Κοίταξε να δεις,» προσπάθησε για τρίτη και τελευταία φορά να μου εξηγήσει ο Θανάσης, «Για σένα, ο φυσιολογικός κόσμος έχει μπει σε μια τρομερά αργή κίνηση. Από τότε που συνέβη αυτό, για μας έχουν περάσει διακόσια ολόκληρα έτη αλλά για τον φυσιολογικό κόσμο δεν έχει περάσει ούτε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. Οι πρόγονοί μας, η πρώτη γενιά που πέρασε σ’ αυτή τη χρονική διάσταση, χρησιμοποίησαν ως κατάλυμα αυτό το κτίριο και το διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Μέχρι να καταλάβουν οι άνθρωποι του φυσιολογικού χρόνου ότι το περιβάλλον τους έχει αλλάξει, για μας θα έχουν μεγαλώσει και πεθάνει πολλές γενεές. Το πρόβλημα μας ωστόσο είναι ότι δεν είμαστε μόνοι εδώ πέρα.»
-«Μιλάς για το ανθρωποφάγο σύννεφο ε;»
-«Ναι, σωστά,» μου απάντησε κουνώντας το κεφάλι του με ικανοποίηση, «Μιλάω για τις αερό-μέδουσες. Πρόκειται για οντότητες που κατοικούν σ’ αυτή τη χρονική ζώνη, εντελώς αόρατες και εφήμερες για τον φυσιολογικό χρόνο, οι οποίες δείχνουν όμως ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς.»
-«Σας κυνηγάνε;»
-«Ναι, ασταμάτητα.» «Τις πρώτες μέρες, οι προπάτορές μας δεν ήξεραν τι αντιμετώπιζαν. Εκείνοι που τυλίχτηκαν απ’ τα νημάτιά τους, πέθαναν,» πρόσθεσε με παγερή φωνή, «Ευτυχώς δεν έχουν καταφέρει να εισχωρήσουν εδώ μέσα. Έλκονται από οτιδήποτε κινείται οπότε αν πέσεις στο δρόμο τους, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σταθείς εντελώς ακίνητος.»
-«Μα τι εννοείς όμως όταν μιλάς για χρονικές ζώνες;»
Αυτός αναστέναξε και μου είπε:
-«Ο χρόνος, όπως και ο χώρος, είναι πολυδιάστατος. Αποτελείται από διάφορες ζώνες. Σε κάποιες απ’ αυτές κινείται πιο γρήγορα, σε κάποιες πιο αργά. Όλοι εμείς, όπως και εσύ, βρισκόμαστε σε μια πιο γρήγορη ζώνη. Αυτό είναι όλο.»
-«Μας πως συνέβη κάτι τέτοιο;»
-«Έχω αναπτύξει μια σχετική θεωρία». Με μια απότομη κίνηση εμπόδισε τη γυναίκα του από το να τον διακόψει. «Αλλά προτού στην παρουσιάσω, θα ήθελα να μου κάνεις μια χάρη.»
-«’Ότι θες,» τον παρότρυνα επιφυλακτικά. Από τη στιγμή που είχα φορέσει πιο ζεστά ρούχα ένιωθα πολύ καλύτερα και είχα ανακτήσει ένα μεγάλο μέρος της αυτοκυριαρχίας μου. Το ζεστό τσάι που έπινα γουλιά-γουλιά, αν και κυλούσε στο λαιμό μου πηχτό σαν σιρόπι, ήταν πολύ ανακουφιστικό.
-«Προσπάθησε να θυμηθείς, ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που σου συνέβη προτού περάσεις στη Σιωπηλή Ζώνη;» με ρώτησε ο πατέρας της Δήμητρας.
-«Σιωπηλή Ζώνη;» τον ρώτησα.
-«Ναι, έτσι αποκαλούμε αυτόν τον κόσμο!»
Έμεινα σιωπηλός, προσπαθώντας να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά.
-«Είχα πάει για μπάνιο στη θάλασσα,» άρχισα να του λέω, «Και κάποια στιγμή, αφού έκανα τη βουτιά μου, άραξα σε μια ξαπλώστρα..»
-«Και μετά;» με παρότρυνε ο Στάθης.
-«Μετά νομίζω ότι λαγοκοιμήθηκα. Αλλά όχι για πολύ. Κάτι με τσίμπησε στο χέρι. Κάτι σαν έντομο. Πόνεσε πολύ.»
-«Και μετά;» με ξαναρώτησε ο Στάθης.
-«Μετά ξύπνησα σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να σας πω. Εκτός από ένα πράγμα.»
-«Για λέγε…»
-«Μου είναι δύσκολο να το περιγράψω,» άρχισα να του λέω αργά και διστακτικά λες και προσπαθούσα να βρω το δρόμο μου μέσα από ένα δύσβατο δάσος, «αλλά καθώς βρισκόμουν σ’ εκείνη την κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, και άκουγα τον ήχο των κυμάτων που έσπαγαν στην παραλία, την ομπρέλα που πλατάγιζε στον άνεμο και το ρυθμό της αναπνοής μου, τη στιγμή που άρχισε να πονάει το χέρι μου, μου φάνηκε πως όλοι αυτοί οι ήχοι συντονίστηκαν, πως άρχισαν να ακολουθούν έναν κοινό ρυθμό. Και για μια στιγμή ήταν σαν ολόκληρο το σύμπαν να παλλόταν στο ίδιο σταθερό τέμπο. Και μετά ξύπνησα σ’ αυτή την κατάσταση, σ’ αυτή τη χρονική ζώνη, αυτό που είπατε εσείς τέλος πάντων!»
Ο πατέρας της Δήμητρας έκανε μια επιτόπια στροφή και κοίταξε τους άλλους θριαμβευτικά.
-«Βλέπετε;» αναφώνησε, «Είναι όπως σας το είπα. Του συνέβη αυτό που έπαθαν οι προπάτορες! Συντονίστηκε στον κοσμικό παλμό με αποτέλεσμα η ενεργειακή του συχνότητα να επιταχυνθεί κατακόρυφα. Και έτσι πέρασε στη Σιωπηλή Ζώνη!»
-«Δηλαδή εξακολουθείς να πιστεύεις ότι υπάρχει ελπίδα για μας;» τον ρώτησε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο και μάλλον κουρασμένο πρόσωπο.
-«Η άφιξη αυτού του ανθρώπου επιβεβαιώνει τη θεωρία μου!» επέμεινε εκείνος, «το μόνο που έχουμε να κάνουμε, είναι να ξαναμπούμε στη φάση του αρχικού συντονισμού και έτσι ν’ αντιστρέψουμε την όλη διαδικασία!»
-«Μα πως θα το πετύχετε αυτό;»
Μια βαθιά σιωπή απλώθηκε γύρω μου. Μια διστακτική σιγή που χρωματιζόταν από μια υπαινικτική απροθυμία.
-«Λοιπόν;» τους ξαναρώτησα, περισσότερο επιτακτικά αυτή τη φορά. Στο κάτω-κάτω, εγώ τους είχα αφηγηθεί με κάθε ειλικρίνεια την ιστορία μου. Τώρα είχε έρθει η δική τους σειρά. Αυτός που ανέλαβε τελικά να μου απαντήσει ήταν ένας τρίτος άνδρας, ένας τύπος με καράφλα και γυαλιά. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά του έδιναν μια αρχαϊκή εμφάνιση που όμως δεν μετρίαζε καθόλου τη δύναμη του βλέμματός του. Τα μάτια του ήταν λαμπερά και κοφτερά σαν χειρουργικά εργαλεία.
-«Οι προπάτορές μας έλαβαν μέρος σ’ ένα πείραμα χρονοστρέβλωσης.» μου είπε.
-«Τι πράγμα;»
-«Άκουσε με και θα καταλάβεις,» συνέχισε αυτός, «Η πρώτη γενιά των ανθρώπων που πέρασαν στη Σιωπηλή Ζώνη, οι προπάτορες όπως τους αποκαλούμε εμείς, ήταν μια ομάδα από εθελοντές-πειραματόζωα. Η εταιρία που τους απασχολούσε χρηματοδοτούσε μια έρευνα πάνω στους μηχανισμούς λειτουργίας του φαινομένου της αντίληψης. Σύμφωνα με τα αρχεία που μας κληροδότησαν, συμμετείχαν στην ανάπτυξη μιας μεθόδου ταχύτερης επεξεργασίας δεδομένων απ’ τον ανθρώπινο εγκέφαλο με απώτερο σκοπό την αποτελεσματικότερη αλληλεπίδραση ανθρώπου και μηχανών . Έτσι νόμιζαν δηλαδή.»
-«Δηλαδή;»
-«Αργότερα, μετά τον εγκλωβισμό τους στη Σιωπηλή Ζώνη, τα έγγραφα που ανακάλυψαν στα διαβαθμισμένα αρχεία της Εταιρίας τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο πραγματικός χρηματοδότης του προγράμματος ήταν το Κινέζικο Υπουργείο Άμυνας και ότι οι ίδιοι είχαν χρησιμοποιηθεί ως πειραματόζωα στην εκτέλεση ενός εγχειρήματος με καθαρά στρατιωτικές εφαρμογές.»
-«Δεν νομίζω ότι σας καταλαβαίνω!»
-«Φαντάσου έναν στρατό που ν’ αποτελείται από ανθρώπους σαν κι εμάς,» μπήκε στη μέση η Δήμητρα μ’ έναν τόνο ανυπομονησίας στη φωνή της, «πόσο πανίσχυρος και ασύλληπτος θα ήταν κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης! Οι εχθροί του θα ήταν εντελώς αβοήθητοι, εγκλωβισμένοι σ’ ένα χώρο-χρονικό συνεχές μέσα στο οποίο θα χρειάζονταν ολόκληρους γεωλογικούς αιώνες για να αντιδράσουν σε μια επίθεση!»
-«Και πως σκόπευαν να κατορθώσουν κάτι τέτοιο οι Κινέζοι;» τους ρώτησα κοιτάζοντάς τους έναν-έναν με απορία. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια ατελείωτη ακολουθία από πρόσωπα που είχαν αποκτήσει μια απόμακρη και ονειροπόλα έκφραση.
-«Παρασκεύασαν ένα νάνο-υλικό, έναν ορρό που λειτουργούσε ως ατομικός επιταχυντής. Μια ουσία που επιταχύνει τη συχνότητα των ατόμων με τα οποία έρχεται σ’ επαφή.» μου εξήγησε ο καραφλός άνδρας με τα γυαλιά.
-«Αυτό τον ορρό χρησιμοποίησαν οι πρόγονοί σας λοιπόν;»
-«Ακριβώς. Αλλά κανείς δεν περίμενε ότι η επιτάχυνση που προέκυψε θα ήταν τόσο μεγάλη. Και κυρίως, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει, στην αρχή τουλάχιστον, ότι δεν είχε κατασκευαστεί κάποιο αντίδοτο για την επιστροφή τους στη φυσιολογική χρονική ζώνη. Όλα πήγαν στραβά. Και ξαφνικά οι προπάτορες μας βρέθηκαν μόνοι, παγιδευμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι μέχρι να καταφέρουν οι «Ακίνητοι» να καταλάβουν τι τους είχε συμβεί, θα περνούσαν ολόκληρες χιλιετίες.»
-«Το κακό τους βρήκε εντελώς απροετοίμαστους,» πρόσθεσε ένας άλλος άνδρας με ανακατεμένα μαλλιά και βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο.
-«Κάποιοι απ’ αυτούς αρρώστησαν και πέθαναν απ’ το σοκ. Ένας τρελάθηκε και πήδηξε από την ταράτσα αυτού εδώ του κτιρίου. Άλλοι απανθρακώθηκαν ακαριαία μόλις έκαναν το λάθος ν’ αγγίξουν έναν από τους Ακίνητους. Αλλά οι περισσότεροι επέζησαν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τις επιπλέον ποσότητες του ορρού που ανακάλυψαν στα εργαστήρια της εταιρίας έτσι ώστε να εμβολιάσουν σπόρους φυτών, να τους καλλιεργήσουν κα να εξασφαλίσουν έτσι τη διατροφή τους.»
-«Γιατί όμως;» άρπαξα την ευκαιρία να τον ρωτήσω.
-«Γιατί όμως τι πράγμα;» επανέλαβε το ερώτημά μου ο γκριζομάλλης άνδρας.
-«Γιατί απανθρακώθηκαν όταν άγγιξαν τους Ακίνητους;»
-«Όταν κάποιος από μας αγγίξει έναν Ακίνητο, είναι σαν να τον αγγίζει με μια ταχύτητα που προσεγγίζει εκείνη του φωτός. Η ενεργειακή ανταλλαγή ανάμεσα στα μόρια του Ακίνητου και τα δικά μας είναι καταστροφική. Και για τους δύο. Όποτε συνέβη αυτό, και οι δύο μετατράπηκαν σ’ ένα σωρό από στάχτες.»
-«Λυπάμαι πολύ για όλα αυτά,» του απάντησα, «αλλά όλα αυτά που μου λέτε δεν μας εξηγούν καθόλου για ποιο λόγο πέρασα και εγώ σ’ αυτή τη χρονική Ζώνη! Στο κάτω-κάτω, εγώ δεν συμμετείχα στο πείραμα και σίγουρα, ποτέ δεν χρησιμοποίησα το συγκεκριμένο ορρό. Άρα κάποιος άλλος λόγος θα πρέπει να υπάρχει!»



18/08/2019-16h.45min.13,2500000000002sec.



-«Δεν υπάρχει λόγος να λυπάσαι,» επενέβη στη συζήτηση ο Κώστας, ο αντιπαθητικός τύπος που είχα συναντήσει στο ισόγειο του κτιρίου. Είχε μπει και αυτός στην αίθουσα συνεδριάσεων και με κοιτούσε περιπαιχτικά, «αφού έτσι κι αλλιώς θα κάνεις αυτό για το οποίο σε φέραμε εδώ πέρα, και που ξέρεις, ίσως φανείς πιο τυχερός απ’ τους προπάτορες!»
-«Τι λέει αυτός εδώ;» ρώτησα την ομήγυρη δίχως να καταλαβαίνω. Κανείς δεν μου απάντησε. Ένιωσα το χέρι της Δήμητρας να σφίγγεται στον ώμο μου προστατευτικά.
-«Τι λέει αυτός εδώ;» ξαναρώτησα τον Θανάση και τον Στάθη, «τι εννοεί όταν λέει ότι με φέρατε εδώ πέρα; Πως το καταφέρατε αυτό; Και για ποιο λόγο;»
Ήταν ο αρχηγός τους, ο Θανάσης, που ανέλαβε να μου απαντήσει:
-«Όπως σου είπε και προηγουμένως ο Στάθης οι Προπάτορες παγιδεύτηκαν στη Σιωπηλή Ζώνη αφού χρησιμοποίησαν έναν ειδικό ορρό που άλλαξε την ατομική τους συχνότητα. Λοιπόν, ύστερα από διακόσια χρόνια μελετών στα εργαστήρια της Εταιρίας, πιστεύουμε ότι καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα δεύτερο ορρό που αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία. Αλλά φυσικά προκειμένου να επαληθεύσουμε αυτή την πιθανότητα χρειαζόμαστε κάποιον εθελοντή και εφόσον κανείς από μας δεν είναι διατεθειμένος να υποστεί αυτή τη δοκιμασία, αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιον καινούργιο.»
Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει γύρω απ’ το κεφάλι μου.
-«Δηλαδή εσείς με φέρατε εδώ; Για να με χρησιμοποιήσετε ως πειραματόζωο;» τον ρώτησα.
-«Ακριβώς,» μου απάντησε ο Κώστας μ’ ένα ύφος απόλυτης αταραξίας, «Ήταν η Δήμητρα που σε διάλεξε καθώς έψαχνε για κάποιο κατάλληλο υποκείμενο στην παραλία. Το τσίμπημα που ένιωσες ήταν απ’ τη βελόνα μιας σύριγγας που περιείχε τον ορρό. Τώρα, αν όλα πάνε καλά, θα ξαναγυρίσεις στη χρονική ζώνη όπου ανήκεις και θα παγώσεις στα μάτια μας σαν τους άλλους!»
Σήκωσα το κεφάλι μου και έριξα ένα τρομαγμένο βλέμμα στη Δήμητρα αλλά εκείνη απέφυγε να με κοιτάξει. Στο πρόσωπό της είχε απλωθεί ένας μορφασμός θλίψης, σαν να είχε μετανιώσει γι’ αυτό που μου είχε κάνει.
-«Για ένα λεπτό,» τον έκοψα, «δεν μου είπατε όμως, τι κίνδυνοι υπάρχουν! Πόσο ακίνδυνο είναι το συγκεκριμένο αυτό παρασκεύασμα;»
-«Υπάρχει μια πιθανότητα να προκληθεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η ιδιο-συχνότητά σου και να εισβάλεις σε μια ακόμα πιο γρήγορα κινούμενη χρονική διάσταση.»
-«Και τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα συμφωνήσω να κάνω κάτι τέτοιο;»
-«Γιατί δεν έχεις και μεγάλα περιθώρια επιλογής,» ήταν η απάντηση που μου έδωσε.
Έκανα να πεταχτώ όρθιος αλλά δέκα χέρια έπεσαν πάνω μου βαριά σαν τσιμεντόλιθοι. Τα μέλη της αλλόκοτης εκείνης κοινότητας με είχαν περικυκλώσει, είχαν μαζευτεί γύρω απ’ την πολυθρόνα μου σαν μύγες. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τη Δήμητρα αλλά εκείνη είχε καταφύγει στην απέναντι άκρη της αίθουσας και κοιτούσε το τοπίο που ξεδιπλωνόταν πέρα από τη φιμέ τζαμαρία της με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος μας.
Μάτια γεμάτα προσδοκία και αποφασιστικότητα καρφώθηκαν πάνω μου. Και γιατί όχι άλλωστε; Στο κάτω-κάτω ήμουν ένας άγνωστος γι’ αυτούς και ακόμα και αν όλα πήγαιναν στραβά και πέθαινα ή εξαφανιζόμουν, δεν θα τους έλειπα καθόλου.
Έκανα μια δεύτερη προσπάθεια να σηκωθώ όρθιος από την πολυθρόνα μου και αμέσως μια ντουζίνα χέρια με ακινητοποίησαν για δεύτερη φορά.
Προσπάθησα να καταπνίξω το τρέμουλο της φωνής μου:
-«Νιώθω πολύ κουρασμένος,» ψέλλισα, «Θα μπορούσαμε ν’ αναβάλουμε το πείραμα για λίγες έστω ώρες; Θα ήθελα να κοιμηθώ για λίγο. Θα μπορούσατε να μου κάνετε αυτή τη χάρη;»
Κάτι σαν μακρόσυρτος αναστεναγμός ανυπομονησίας διέτρεξε το πλήθος που με είχε περικυκλώσει.
–«Σίγουρα,» μου απάντησε ο Θανάσης. «Εξάλλου, οι πιθανότητες για την επιτυχία του πειράματος θ’ αυξηθούν αν είσαι σε καλή ψυχοσωματική κατάσταση. Θ’ αναβάλουμε την εκτέλεσή του για έξι ώρες ακριβώς!»
Αναστέναξα με ανακούφιση. Είχα κερδίσει τουλάχιστον λίγο χρόνο. Έστω και έξι ώρες.


18/08/2019-16h.45min.13,2500000000003sec


Με κλείδωσαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο που έμοιαζε με αποθήκη. Μια άσπρη λάμπα φθορισμού κρεμόταν απ’ το ταβάνι ενώ τη μια του πλευρά καταλάμβανε ένα κρεβάτι που καλύπτονταν από ένα πολύχρωμο πάπλωμα. Κάθισα εκεί πέρα και τυλίχτηκα με το πάπλωμα προσπαθώντας να ζεσταθώ.
Πως είχα καταφέρει να μπλέξω έτσι; Πως είχα αφήσει τον εαυτό μου να πέσει σ’ αυτή την παγίδα με τόση ευκολία;
Και τότε η πόρτα της φυλακής μου άνοιξε και εμφανίστηκε η Δήμητρα. Κρατούσε έναν πλαστικό δίσκο απ’ αυτούς που βρίσκει κανείς στα φασφουντάδικα. Πάνω στο δίσκο υπήρχε μια κανάτα με νερό και ένα σάντουιτς.
-«Μην προσπαθήσεις να κάνεις καμιά βλακεία,» μου είπε,» «Απ’ έξω υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να επέμβουν αν χρειαστεί!»
-«Δεν σκοπεύω να κάνω τίποτα τέτοιο,» της είπα κάτω απ’ το πάπλωμα μου. Η φωνή μου θα πρέπει να πρόδιδε μια τόσο βαθιά πικρία και απογοήτευση που εκείνη, αφού έκλεισε πίσω της την πόρτα, με πλησίασε, άφησε τον δίσκο στην άκρη του κρεβατιού, έκατσε στα πόδια του και με κοίταξε εξεταστικά:
-«Πρέπει να μιλήσουμε,» μου είπε. Χωρίς να περιμένει την απάντηση μου πρόσθεσε: «Προτού βιαστείς να μας καταδικάσεις, πρέπει να καταλάβεις σε τι κατάσταση βρισκόμαστε εδώ πέρα. Δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να τα βγάλουμε πέρα. Είμαστε μια ολιγάριθμη κοινότητα που για να επιβιώσει καλλιεργεί τη δική της τροφή, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Για να βρούμε φάρμακα λεηλατούμε φαρμακαποθήκες και νοσοκομεία. Και μετά είναι και οι αερο-μέδουσες. Περιφέρονται γύρω απ’ το Καταφύγιο όλο και πιο συχνά. Κάποια στιγμή ίσως βρουν τον τρόπο να εισβάλλουν στο εσωτερικό του και τότε θα πεθάνουμε όλοι!»
-«Είσαστε απελπισμένοι δηλαδή, έτσι;» τη ρώτησα.
-«Ναι,» μου απάντησε. «Εντελώς!»
-«Και ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.» πρόσθεσα πικρόχολα.
Η Δήμητρα έμεινε σιωπηλή, σαν να έδινε κάποια εσωτερική πάλη. Στη συνέχεια έκανε κάτι που με βρήκε εντελώς απροετοίμαστο. Έγειρε πάνω μου, παραμέρισε το πάπλωμα που με σκέπαζε και με φίλησε στο στόμα.
Το φιλί της ήταν υπέροχο, ζεστό υγρό και τρυφερό. Την κοίταξα κατάπληκτος.
-«Δεν συμφωνώ μ’ αυτό που αναγκάστηκα να κάνω,» μου είπε ψιθυριστά, «αλλά το έκανα έτσι κι αλλιώς»
-«Και τι περιμένεις δηλαδή, να σε συγχωρέσω;»
-«Όχι, αλλά πρέπει να σου πω και κάτι ακόμα που έχει πολύ μεγάλη σημασία.» Βύθισε το βλέμμα της στο δικό μου και πήρε μια βαθιά αναπνοή: «Έχω διαβάσει πολλά απ’ τα βιβλία που έχουμε συγκεντρώσει στο Καταφύγιο. Βιβλία ιστορίας κυρίως. Το συμπέρασμα που έβγαλα είναι ότι μόλις ανακαλυφθεί κάποιο καινούργιο όπλο, πάντα βρίσκεται κάποιος πρόθυμος να το χρησιμοποιήσει, ακόμα και όταν είναι τόσο καταστροφικό όσο μια ατομική βόμβα!»
-«Και λοιπόν;»
-«Και λοιπόν, έτσι και καταφέρουμε να επιστρέψουμε στην Χρονική ζώνη Άλφα όπως την αποκαλούμε, στον κανονικό κόσμο δηλαδή, θα αποδείξουμε σε όλους ότι ο ορρός της επιτάχυνσης λειτουργεί και ότι είναι δυνατόν να επιβιώσει κάποιος μετά τη χρήση του. Θα φέρουμε μαζί μας τη γνώση της παρασκευής του ορρού επιτάχυνσης. Καθώς και το αντίδοτο του. Μπορείς να φανταστείς πόσο επικίνδυνο μπορεί ν’ αποδειχτεί κάτι τέτοιο; Κανείς δεν θα είναι πια ασφαλής!»
-«Σωστό,» συμφώνησα μαζί της.
-«Ωραία,» μου απάντησε. «Γι’ αυτό και αποφάσισα να κάνω κάτι που μάλλον θα το μετανιώσω. Θα σου αποκαλύψω έναν τρόπο να το σταματήσεις αυτό. Αν το θελήσεις. Η επιλογή θα είναι δική σου.»
-«Τι προσπαθείς να μου πεις;»
-«Οι προπάτορες μας άφησαν μια σειρά από ημερολόγια που περιγράφουν την ιστορία του καθενός που πέρασε πρώτος στη χρονική ζώνη. Είχαν την ελπίδα πως ίσως κάποια ασήμαντη λεπτομέρεια που ανέφεραν εκεί μέσα, κάποιο δεδομένο που γι’ αυτούς έμοιαζε ασήμαντο, μπορούσε να δείξει σ’ εμάς, τους απογόνους τους, το δρόμο της επιστροφής. Έτσι λοιπόν μας άφησαν λεπτομερέστατες περιγραφές της εμπειρίας του περάσματος. Οι εμπειρίες τους είχαν κάποια κοινά στοιχεία».
-«Δηλαδή;»
-«Όλοι βίωσαν αυτή την αίσθηση του κοσμικού παλμού που περιέγραψες και εσύ αλλά επίσης, στην αρχή, προτού περάσουν στην ίδιο-συχνότητα της επιτάχυνσης, πέρασαν από μια φάση ακριβώς αντίθετη, από μια βραχύβια χρονική κατάσταση όπου αυτοί ήταν οι «Ακίνητοι» σε σύγκριση με τον φυσιολογικό χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι όταν έρθει η ώρα να δοκιμάσεις τον ορρό της επιστροφής, υπάρχει η πιθανότητα να περάσεις για λίγο ή και μόνιμα, σε μια ακόμα πιο γρήγορη χρονική ζώνη. Τότε θα είσαι σε θέση να κάνεις κάτι πολύ σημαντικό.»
-«Τι εννοείς;»
-«Τότε θα μπορέσεις να εισβάλλεις ανενόχλητος στο εργαστήριο του Καταφύγιου και να καταστρέψεις όλες τις ποσότητες του ορρού επιτάχυνσης καθώς και του ορρού αντιστροφής που έχουμε παρασκευάσει, καθώς και κάθε σχετικό στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει κάποιον στη δημιουργία τους. Και έτσι θα εμποδίσεις μια για πάντα όλους εμάς να επιστρέψουμε στον κανονικό χρόνο και να διαδώσουμε την τρομερή γνώση που έχουμε στα χέρια μας.»
Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από τους ώμους μου και το βλέμμα της απέκτησε μια ατσάλινη σκληράδα.
-«Το εργαστήριο βρίσκεται στο τρίτο υπόγειο του κτιρίου, δίπλα στις μικρό-γεννήτριες σύντηξης,» μου είπε «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ ακολουθήσεις τα κίτρινα βέλη στους τοίχους.» Στη συνέχεια σηκώθηκε όρθια, με τέτοια ορμή που σχεδόν με κόλλησε στον τοίχο, και βγήκε τρέχοντας απ’ το γυμνό δωμάτιο.



18/08/2019-16h.45min.13,2500000000004sec



Η στιγμή του πειράματος έφτασε.
Μ’ έδεσαν σ’ ένα κάθισμα, στο κέντρο της αίθουσας συνεδριάσεων. Χοντρά καλώδια τυλίχτηκαν γύρω απ’ τη μέση, τα χέρια και τα πόδια μου και στο στόμα μου μπήκε ένας ελαστικός ιμάντας που θα μ’ εμπόδιζε από το να δαγκώσω τη γλώσσα μου έτσι και πάθαινα τίποτα σπασμούς.
Γύρω μου μαζεύτηκαν όλα τα μέλη της κοινότητας των κατοίκων της Σιωπηλής Ζώνης, άντρες γυναίκες και παιδιά. Έκατσαν στις καρέκλες τους και με κοίταξαν γεμάτοι προσδοκία.
Ένιωσα σαν κατάδικος που πρόκειται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Όπως και εκεί έτσι και εδώ είχε μαζευτεί ένα κοινό που περίμενε ανυπόμονα τη στιγμή που ίσως να έχανα τη ζωή μου.
Κι όμως ήμουν ανίκανος να τους μισήσω. Καταλάβαινα στα μάτια τους ήμουν μια σανίδα σωτηρίας. Βαθιά μέσα τους εύχονταν ολόψυχα να πήγαιναν όλα καλά.
Και μετά ο πατέρας της Δήμητρας με πλησίασε κρατώντας στα χέρια του μια σύριγγα που περιείχε ένα γαλαζωπό υγρό που λαμπύριζε ελαφρά.
Με μια κίνηση που ήταν κοφτή και επιδέξια, βύθισε τη μακριά βελόνα της στο μπράτσο μου και αμέσως μια παγερή αίσθηση αγκάλιασε ολόκληρο το κορμί μου καθώς το περιεχόμενο της σύριγγας εξαπλωνόταν στο κυκλοφοριακό μου σύστημα.
Και μετά, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώθηκε σε κάτι ξένο και αποκρουστικό.
Στην αρχή με ξεκούφανε ένα τρομερό βουητό, σαν να κατρακυλούσα μέσα στ’ αφρισμένα νερά ενός τεράστιου καταρράκτη. Στη συνέχεια τα χρώματα του περιβάλλοντος ξεθώριασαν και μεταβλήθηκαν σε μια γκριζωπή ομοιομορφία λες και κάποιο διαβρωτικό υγρό είχε καταστρέψει για πάντα τα χρώματα ολόκληρου του σύμπαντος.
Και μετά με αγκάλιασε ένα κύμα αβάσταχτου ψύχους. Βρισκόμουν στην ακόμα πιο γρήγορη χρονική ζώνη που μου είχε αναφέρει η Δήμητρα. Κοίταξα τα καλώδια που τύλιγαν τα χέρια και τα πόδια μου και μου ήρθε μια παράξενη ιδέα. Εφόσον όλα διαλύονταν με το παραμικρό στη Σιωπηλή Ζώνη πως θα συμπεριφέρονταν τώρα;
Έτριψα τους καρπούς μου πάνω στα καλώδια και αυτά μετατράπηκαν σε σκόνη, σαν να ήταν φτιαγμένα από στάχτη. Έσπασα τα δεσμά που αγκάλιαζαν τα πόδια μου, έβγαλα τον ιμάντα που έκλεινε το στόμα μου και σηκώθηκα όρθιος.
Ήμουν ελεύθερος!
Ένα φριχτό ημίφως απλωνόταν μέσα στην αίθουσα, ένα γκρι μούχρωμα που έμοιαζε με το τελευταίο φως ενός ετοιμοθάνατου άστρου. Μέσα σ’ αυτό το απαίσιο μισόφωτο περιεργάστηκα τα πρόσωπα των ανθρώπων που κοιτούσαν το κενό, το σημείο όπου βρισκόμουν πριν από λίγο. Τώρα έμοιαζαν εκείνοι με παγωμένα αγάλματα, αμετάβλητοι και ακινητοποιημένοι, εντελώς άχρωμοι, δέσμιοι μιας άλλης χρονικής ζώνης. Τα πρόσωπά τους φάνταζαν παραμορφωμένα από μια απαίσια ευδαιμονία.
Πήρα την απόφαση μου και εγκατέλειψα τρέχοντας την κατάμεστη αίθουσα. Ο αρκτικός αέρας ήταν δυσκίνητος και βαρύς σαν μολυβένιος αλλά εξακολούθησα να κινούμαι πεισματικά, σαν σε εφιάλτη, σαν ένας κάτοικος της αβύσσου που περιφέρεται στα σκοτάδια ενός υποθαλάσσιου βαράθρου. Ανακάλυψα τη σκάλα που έβγαζε στο ισόγειο του κτιρίου και κατέβηκα δυο-δυο τα σκαλοπάτια της παρακαλώντας να κρατήσει αρκετά η επήρεια του ορρού ώστε να ολοκληρώσω το καταστροφικό μου έργο με επιτυχία.
Έψαξα με αγωνιά το ισόγειο έως ότου ανακάλυψα μια καινούργια σειρά από σκάλες που έβγαζαν στα υπόγεια επίπεδα. Ακολούθησα τις οδηγίες της Δήμητρας και σύντομα βρέθηκα μπροστά στη θωρακισμένη πόρτα του εργαστηρίου.
Συντρίφτηκε μ’ ένα και μόνο χτύπημα σαν να ήταν φτιαγμένη από χαρτί. Δρασκέλισα τα κουρελιασμένα της απομεινάρια και μπήκα στο εργαστήριο όπου συστηματικά, και με μια οργή που δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να κρύβω μέσα μου, σύνθλιψα τα πάντα, δοκιμαστικούς σωλήνες που ένα απλό άγγιγμα αρκούσε για να μετατραπούν σε σύννεφα κρυσταλλικής σκόνης, ντοσιέ και τετράδια γεμάτα με δυσνόητες σημειώσεις, μνημονικούς δίσκους, προσωπικούς υπολογιστές, μεταλλικά ράφια και φιάλες που περιείχαν υγρό άζωτο και υδρογόνο.
Όταν βγήκα απ’ το εργαστήριο άφησα πίσω μου ένα σύννεφο από θραύσματα μηχανημάτων χαρτιού και γυαλικών που αναδευόταν και έβραζε αργά στον αέρα.
Αλλά δεν έκατσα να παρακολουθήσω την ολοκλήρωση της καταστροφής. Ανέβηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τις σκάλες, βρέθηκα στο ισόγειο και βγήκα στο προαύλιο του κτιρίου. Πάνω στην ώρα. Τ’ οργισμένο βουητό που με ξεκούφαινε απ’ τη στιγμή που η βελόνα με τον ορρό είχε βυθιστεί στο μπράτσο μου, είχε αρχίσει να καταλαγιάζει. Το φως του ήλιου ξανάγινε πορτοκαλί, ο κόσμος βάφτηκε και πάλι με τα συνηθισμένα του χρώματα και το κρύο μαλάκωσε. Ξανάμπαινα στη Σιωπηλή Ζώνη.
Καταμεσής του προαυλίου, στητή σαν Καρυάτιδα, στεκόταν η Δήμητρα. Είχε απομακρυνθεί απ’ τους άλλους και ατένιζε την σιωπηλή πόλη. Χοντρά δάκρυα άστραφταν στα μάγουλά της, ακίνητα σαν κρυστάλλινες χάντρες. Κατάλαβα ότι έκλαιγε για μένα. Την πλησίασα προσεκτικά και πλησίασα τα χείλη μου στα δικά της. Αλλά δεν τόλμησα να την ακουμπήσω. Στάθηκα όμως μπροστά της και την κοίταξα κατάματα για μια τελευταία φορά. Βύθισα το βλέμμα μου στα μάτια της που με κοιτούσαν χωρίς να μπορούν να με δουν, υγρά και διάφανα σαν δίδυμες λίμνες από φως.
Και τότε έγινε κάτι υπέροχο:
Τα δάκρυα άρχισαν να κινούνται πάνω στο λευκό της πρόσωπο, τα μάτια της ανοιγόκλεισαν ξαφνιασμένα, οι κόρες τους μεγάλωσαν από χαρά και μετά, καθώς έβγαινα απ’ τη Σιωπηλή Ζώνη και έμπαινα στο δικό μου χρόνο, η Δήμητρα χάθηκε από μπροστά μου, έλιωσε στο κενό σαν οπτασία και έμεινα μόνος, στο προαύλιο του κτιρίου, να ιδρώνω στη ζέστη του Αυγουστιάτικου απομεσήμερου, ντυμένος με τα βαριά ρούχα ενός χειμερινού πεζοπόρου.


24/08/2019-21h.15mm



Το ίδιο εκείνο βράδυ, όταν επέστρεψα στο διαμέρισμά μου, ανακάλυψα ένα κομμάτι χαρτί που κάποιος είχε γλιστρήσει κάτω απ’ την εξώπορτα.
Μ’ ένα καθαρό και ευανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα είχε γραμμένα πάνω του τα εξής:

Δεν σου κράτησε κανείς κακία. Αν και έγινε μεγάλος σαματάς όταν είδαμε τι έκανες στο εργαστήριο. Ίσως και να έκανες το σωστό. Η κοινότητα έκρινε πάντως ότι μια πράξη εκδίκησης εναντίον σου θα ήταν εντελώς μάταιη.
Ίσως επίσης και να νιώσεις καλύτερα όταν μάθεις ότι αν και αναγκάστηκα να ομολογήσω ενώπιον όλης της ομάδας την αλήθεια, ότι εγώ σου αποκάλυψα τον τρόπο να καταστρέψεις το εργαστήριο και το μυστικό της παρασκευής του ορρού, κανείς δεν θέλησε να με τιμωρήσει για τη βοήθεια που σου πρόσφερα. Η μόνη ποινή που μου επιβλήθηκε είναι η εξορία.
Πρέπει να εγκαταλείψω την πόλη μαζί με όλους όσους πήραν το μέρος μου στη συζήτηση που ακολούθησε της καταστροφής.
Θα ψάξουμε για άλλους ανθρώπους που ενδεχομένως, με κάποιο τρόπο, έχουν παγιδευτεί και εκείνοι στη Σιωπηλή Ζώνη.
Μην με ξεχάσεις. Εγώ θα σε θυμάμαι για πάντα.
Να προσέχεις τον εαυτό σου,
Δήμητρα.



Ερρίκος Σμυρναίος
Copyright 2009

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009


ΌΤΑΝ ΗΡΘΕ ΤΟ ΝΗΣΙ

1


Ήταν μια παγωμένη και άγρια νύχτα του χειμώνα. Ο άνεμος σφύριζε γύρω απ’ τα παράθυρα και τις πόρτες του σπιτιού και ούρλιαζε πάνω απ’ την καμινάδα του σαν οργισμένο στοιχειό. Ένα παχύ στρώμα χιονιού που είχε κρουσταλλιάσει απ’ το κρύο και είχε γίνει σκληρό σαν πέτρα, σκέπαζε τη γη. Τα δέντρα έμοιαζαν με άσαρκους σκελετούς που άπλωναν τα χέρια τους σ’ ένα μαύρο ουρανό ενώ το μουγκρητό της θάλασσας αντηχούσε βροντερό και τιτάνιο, λες και τεράστια λιθάρια συντρίβονταν στην αφρισμένη της αγκαλιά.
Εμείς όμως είχαμε προετοιμαστεί καλά και ο ερχομός του χειμώνα, με τα χιόνια και τις καταιγίδες του, δεν μας φόβιζε καθόλου. Οι σιταποθήκες μας ήταν γεμισμένες με κριθάρι βρώμη και καλαμπόκι και τα ζωντανά μας βρίσκονταν προφυλαγμένα στους στάβλους. Οι αποθήκες του σπιτιού ξεχείλιζαν απ’ τα παστά κρέατα, τα τυριά και τα ξεραμένα φρούτα ενώ τεράστια βαρέλια με ξανθή μπύρα και μαύρο κρασί ωρίμαζαν στα υπόγεια κελάρια του. Κανείς δεν θα πεινούσε φέτος. Τώρα, είχαμε μαζευτεί γύρω απ’ το τζάκι της μεγάλης σάλας, όλη η οικογένεια, ο παππούς, οι γιοι και οι θυγατέρες του, οι άντρες και οι γυναίκες τους και εμείς, τα δικά τους παιδιά. Καθόμασταν πάνω σε ζεστές φλοκάτες, κεντητές μαξιλάρες και ξύλινα σκαμνάκια, ντυμένοι ζεστά και περιμένοντας με ανυπομονησία ν’ ακούσουμε την ιστορία που θα μας έλεγε ο παππούς.
Ήταν μια στιγμή ιερή. Οι τεράστιες φλόγες που τριζοβολούσαν στο πετρόχτιστο τζάκι σκόρπιζαν το φως και τη ζεστασιά τους σ’ ολόκληρη τη σάλα. Τα χοντρά δοκάρια που στήριζαν την οροφή της φεγγοβολούσαν σαν να ήταν σκεπασμένα με χάλκινες πλάκες ενώ το ξύλινο πάτωμα που είχε τριφτεί και γυαλιστεί με κερί και λάδι, έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μας σκεπασμένο με φλοκάτες και χαλιά. Στους ασβεστωμένους τοίχους όπου κρέμονταν πολύχρωμα υφαντά και γεωργικά εργαλεία, το φως της φωτιάς χόρευε σαν να ‘πεφτε πάνω σε τρεχούμενο νερό.
Τα μεγαλύτερα απ’ τα παιδιά της οικογένειας είχαν ξεφύγει απ’ την αγκαλιά της Νέδας, της πιστής μας παραμάνας, και τώρα κάθονταν δίπλα στα πόδια του παππού, ενώ το μικρότερο απ’ αυτά χόρευε στην αγκαλιά της και ακουμπούσε το κατσαρομάλλικο κεφάλι του πάνω στο φαρδύ της στήθος.
Ακόμα και οι υπηρέτες είχαν παρατήσει τις δουλειές τους και μαζεμένοι και αυτοί μέσα στη σάλα, περίμεναν με ανυπομονησία ν’ ακούσουν την ιστορία που σε λίγο θα ξεκινούσε.
Ο παππούς χαιρόταν πολύ αυτές τις ώρες, όταν ολόκληρη η οικογένεια μαζευόταν γύρω του, ιδιαίτερα από τότε που είχε τυφλωθεί, αν και το αργασμένο απ’ τους ανέμους και τον ήλιο ενός αιώνα και βάλε πρόσωπό του, με τα μάτια που είχαν γίνει λευκά σαν βότσαλα, δύσκολα πρόδιδε τα συναισθήματά του.
Ο παππούς ήταν ένα πρόσωπό που το σέβονταν όλοι πάρα πολύ. Ακόμα και απ’ τα πιο μακρινά αγροκτήματα ερχόταν κόσμος για να ζητήσει τη συμβουλή του, για το πώς να νικήσουν κάποια αρρώστια που σκότωνε τα κοπάδια ή τα σπαρτά τους, για το πώς να λύσουν κάποια οικογενειακή διαφορά ή να μοιράσουν δίκαια τα χωράφια τους ή ακόμα για να μάθουν τα μελλούμενα καθώς ο παππούς, εκτός απ’ όλα τα άλλα είχε και τη φήμη ότι ήξερε να προφητεύει.
Αν και στα νιάτα του δεν ήταν παρά ο φτωχός παραγιός ενός αρχοντόσπιτου που δεν υπάρχει πια, είχε καταφέρει να φτιάξει το δικό του σπιτικό, να σπείρει γερά παιδιά και να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους τότε που έπεσε η Μεγάλη Πείνα και όλοι πέθαιναν στα χωράφια σαν τις μύγες. Ήταν ένας ζωντανός θρύλος. Τώρα λοιπόν, στα γεράματα, τις κρύες και ατελείωτες νύχτες του χειμώνα, του άρεσε να μας μαζεύει γύρω του και να μας αφηγείται ιστορίες απ’ τα παλιά. Λάτρευα εκείνες τις βραδιές, τόσο πολύ όσο λάτρευα και τον ίδιο τον παππού. Ήξερε να μιλάει πολύ ωραία, πιο ζωντανά και απ’ τους βάρδους που την άνοιξη και το καλοκαίρι πήγαιναν από χωριό σε χωριό και έπαιζαν μουσική ή έλεγαν παραμύθια για ένα πιάτο φαγητό, μια κανάτα μπύρα και μια γωνιά σε κάποιον αχυρώνα. Οι δικές του ιστορίες ήταν όμως πολύ καλύτερες γιατί εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, ήταν και αληθινές.
Ο παππούς φούσκωσε το στήθος του και η μαγική στιγμή έφτασε. Η ώρα που θ’ άνοιγαν οι μαγικές πόρτες για το χθες. Με βάρκα τα σοφά του λόγια, ετοιμαστήκαμε να σαλπάραμε μακριά, σ’ έναν κόσμο που δεν υπήρχε πια.
Μια βαριά σιωπή κρεμάστηκε στη σάλα. Μου φάνηκε πως ακόμα και οι φλόγες που χόρευαν στο τζάκι έπαψαν να τριζοβολούν. Ο άνεμος κόπασε για μια στιγμή. Ο παππούς σήκωσε το άσπρο κεφάλι του με τα πλούσια μαλλιά και τη μακριά γενειάδα και μας κοίταξε έναν-έναν, με τα λευκά του μάτια που έμοιαζαν να μας διαπερνούν μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής μας.
-«Απόψε θα σας πω μια ιστορία διαφορετική,» μας είπε με την βαριά φωνή του, «θα σας μιλήσω για τη μέρα που ήρθε το νησί.»



2


-«Ήταν καλοκαίρι θυμάμαι, προχωρημένο απόγευμα. Καθόμουν στην άκρη του γκρεμού της Φαίας, πάνω σ’ ένα βράχο που κρεμόταν πάνω απ’ τη θάλασσα και κοίταζα την κοιμισμένη της επιφάνεια που απλωνόταν γαλήνια και απέραντη μέχρι τον ορίζοντα.»
«Στα ριζά του βράχου υπήρχε μια μικρή σπηλιά, μια τρύπα που είχε σκάψει ο αέρας και η βροχή. Είχα φτιάξει εκεί ένα μικρό κρησφύγετο. Ήταν μια ιδανική κρυψώνα για κάποιον σαν κι εμένα που αποζητούσε τη μοναξιά γιατί όλοι απέφευγαν να πλησιάσουν, ιδιαίτερα όταν ερχόταν το σκοτάδι. Έλεγαν ότι ο βράχος ήταν καταραμένος γιατί πριν από πολλά-πολλά χρόνια, κάποια γυναίκα που είχε τρελαθεί μετά το θάνατο του άντρα της και του παιδιού της, είχε γκρεμιστεί στη θάλασσα από εκείνο ακριβώς το σημείο. Ίσως μάλιστα και να είχε κουρνιάσει στη σπηλιά μου προτού αποφασίσει να πεθάνει. Πολλοί έλεγαν ότι τα βράδια που φυσούσε δυνατά, την άκουγαν να θρηνεί και υπήρχαν και κάποιοι που ορκίζονταν ότι την είχαν δει να στέκεται στην άκρη του γκρεμού, μια λευκοντυμένη γυναίκα που έσφιγγε στην αγκαλιά της το άψυχο πτώμα του μονάκριβου παιδιού της. Και αλίμονο σ’ όποιον έπεφτε στα χέρια της! Θα τον άρπαζε και θα τον παρέσερνε στο χάος!
Εμένα πάντως μ’ άρεσε ν’ ανεβαίνω εκεί πάνω, κάθε φορά που μ’ έστελναν να βοσκήσω τα ζωντανά του υποστατικού στο λιβάδι που απλωνόταν κοντά στη θάλασσα. Συνήθιζα να χώνομαι στη σπηλιά και να φωλιάζω στο δροσερό σκοτάδι της σαν θαλασσοπούλι που κουρνιάζει πάνω απ’ τα σκοτεινά νερά του ωκεανού.
Εκείνη τη στιγμή όλα ήταν γαλήνια και όμορφα.
Ο ήλιος που είχε βουτήξει πίσω απ’ τις κορφές των βουνών, ζωγράφιζε τη θάλασσα με βυσσινί, μπλε και ρόδινα χρώματα. Ο ουρανός έλαμπε πεντακάθαρος, βαθύς μπλε στην ανατολή, γαλάζιος στην κορφή του και ροδαλός προς τη μεριά της δύσης. Η θάλασσα έμοιαζε με γυάλινο καθρέφτη. Δεν φυσούσε καθόλου και ο αέρας μοσχομύριζε φορτωμένος με το άρωμα του θυμαριού, του μελισσόχορτου και του χαμομηλιού. Τα πρόβατα του υποστατικού έβοσκαν ήρεμα εδώ και εκεί και τα δύο τσοπανόσκυλα που τα κρατούσαν μαζεμένα, είχαν ξαπλώσει κάτω από μια ελιά και χουζούρευαν αμέριμνα. Σε λίγο θα νύχτωνε και θα φανερωνόταν ο αποσπερίτης. Τότε θα έπρεπε να σηκωθώ και να επιστρέψω το κοπάδι στη στάνη του υποστατικού.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε το νησί.
Από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς καμία λάμψη θόρυβο ή καπνό, στο σημείο όπου η θάλασσα ενωνόταν με τον ουρανό. Έμοιαζε με μεγάλο πιάτο, ένα στρογγυλό πράγμα που ξεπήδησε απ’ το πουθενά. Ένα νησί κανονικότατο, με δέντρα, κήπους και πράσινα λιβάδια. Στο ψηλότερο σημείο του φώλιαζε ένα μπουκέτο από αστραφτερούς πύργους και πανύψηλα καμπαναριά.
Η θάλασσα ανατρίχιασε. Μεγάλα κύματα διέτρεξαν στην επιφάνειά της, σαν κι αυτά που σηκώνονται σε μια λίμνη όταν ρίξει κάποιος ένα βότσαλο. Ένας ξαφνικός άνεμος μαστίγωσε το γρασίδι. Τα κλαδιά των δέντρα χόρεψαν και σφύριξαν και τα θυμάρια θρόισαν τρομαγμένα. Τα μαλλιά μου ανακατεύτηκαν και παραλίγο να πέσω καταγής. Τα σκυλιά αλύχτησαν ενώ τα πρόβατα άρχισαν να βελάζουν.
Έμεινα να κοιτάζω το νησί σα χαζός. Οι πύργοι του έλαμπαν σαν ασημένιοι στο ρόδινο φως του δειλινού ενώ τα δάση και τα πάρκα του έμοιαζαν με ζωγραφιές. Μου φάνηκε πως άκουσα μια συγχορδία από κρυστάλλινα σήμαντρα λες και τα λεπτά καμπαναριά του χαιρετούσαν τον ερχομό της νύχτας.
Πετάχτηκα όρθιος και παρατώντας τα όλα, τα πρόβατα, τα σκυλιά και τη βοσκή τους, άρχισα να τρέχω προς το υποστατικό, για να τους ειδοποιήσω όλους γι’ αυτό που μόλις είχε συμβεί.



3




Τα νέα μου προκάλεσαν μεγάλο σαματά. Ο άρχοντας του υποστατικού, αφού μ’ άκουσε με μεγάλη προσοχή, με ανέβασε σ’ ένα σκαμνί και μου ζήτησε να ξαναπώ τα πάντα απ’ την αρχή, με το νι και με το σίγμα, σε όλους όσους είχαν μαζευτεί γύρω μας και με κοίταζαν μ’ ανοιχτό το στόμα.
Έτσι λοιπόν, αφού μ’ έστησαν στη μέση της κεντρικής αυλής με το αρχαίο πλακόστρωτο που είχε φαγωθεί απ’ τα χρόνια, αφηγήθηκα για άλλη μια φορά το πώς εμφανίστηκε το νησί, το πως έλαμπαν οι πύργοι του στο λυκόφως και πως άρχισαν ν’ αντηχούν τα σήμαντρα που κρέμονταν απ’ τ’ αέρινα καμπαναριά του.
Στη συνέχεια όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να μιλάνε μεταξύ τους σαν παλαβωμένοι και μετά μου έκαναν ερωτήσεις, τόσες πολλές που ολόκληρη η νύχτα δεν θα μας έφτανε για να τους απαντήσω.
Ευτυχώς όμως, κάποιοι γέροντες που ξεπρόβαλλαν απ’ το φοβισμένο πλήθος, έβαλαν γρήγορα τα πράγματα στη θέση τους. Μας εξήγησαν ότι η εμφάνιση του παράξενου νησιού δεν ήταν κάτι το πρωτάκουστο. Μας διαβεβαίωσαν ότι εμφανιζόταν μια φορά κάθε εκατό χρόνια και ότι οι κάτοικοί του ήταν άνθρωποι φιλήσυχοι και καλοσυνάτοι. Αυτό που ήθελαν από μας ήταν ν’ αγοράσουν μέλι και λάδι με αντάλλαγμα κάποια δικά τους πράγματα, όμορφα κοσμήματα που φεγγοβολούσαν στο σκοτάδι για παράδειγμα, υφάσματα που δεν χαλούσαν ποτέ, πέτρες που τραγουδούσαν και σιρόπια που θεράπευαν ένα σωρό ασθένειες.
Οι νησιώτες. Έτσι τους έλεγαν. Ένας παράξενος λαός που ταξίδευε με το μαγικό νησί του από τόπο σε τόπο. Μας είπαν ότι ήταν πανέμορφοι και πανύψηλοι, άντρες και γυναίκες και ότι μιλούσαν με απαλές και γλυκές φωνές. Ποτέ δεν είχαν πειράξει άνθρωπο ή ζωντανό.
Αυτά τα λόγια ξεσήκωσαν ένα κύμα ενθουσιασμού και όλοι ξανάρχισαν να φλυαρούν και να ξεφωνίζουν, χαρούμενα αυτή τη φορά. Η μόνη παραφωνία στη γενική χαρά ήταν η φίλη μου η Λάπτρα. Την είδα με την άκρη του ματιού μου να στέκεται όρθια δίπλα σ’ ένα κάρο που ήταν φορτωμένο με άχυρο. Το δεξί της χέρι έσφιγγε νευρικά μια από τις ακτίνες της ρόδας του και το πρόσωπό της, πλαισιωμένο απ’ το γαλάζιο φακιόλι που έπρεπε να φοράει σαν υπηρέτρια που ήταν, με κοίταζε σφιγμένο. Τα μάτια της, μεγάλα και γκρίζα, είχαν στυλωθεί πάνω μου σοβαρά, κάπως λυπημένα. Λες και προαισθανόταν κάτι.
Η Λάπτρα ήταν η μοναδική φίλη που είχα στο υποστατικό. Δούλευε στην κουζίνα και επειδή ήταν πάντα καλόβολη και προκομμένη, τα πήγαινε καλά με όλους. Μου έδειχνε πάντα ιδιαίτερη συμπάθεια, ίσως γιατί ήταν και αυτή ορφανή, σαν κι εμένα. Όποτε ερχόμουν στην κουζίνα για να δώσω το γάλα ή να κάνω κάποια χοντροδουλειά, δεν παρέλειπε να μου γεμίζει τις τσέπες με κάποιο μήλο ή ένα κομμάτι πίτα που είχε περισσέψει απ’ το τραπέζι του άρχοντα ενώ τα πρωινά, όταν συναντιόμασταν στην αυλή ή στα χωράφια του υποστατικού, μου χαμογελούσε και με καλημέριζε, κάτι που κανείς άλλος δεν καταδεχόταν να κάνει.
Εκείνη τη στιγμή όμως, συνεπαρμένος καθώς ήμουν απ’ το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι κρέμονταν απ’ τα χείλη μου, μου φάνηκε αστεία, σχεδόν χαζή, η πάντα σοβαρή μαζεμένη και ανήσυχη Λάπτρα.
Η βραδιά εξελίχθηκε χαρούμενα. Η πιο όμορφη βραδιά της ζωής μου. Ήμουν το επίκεντρο της προσοχής. Όλοι έδειχναν να με συμπαθούν και να με κοιτάζουν λες και είχα κάνει κάτι το ηρωικό. Μου έδωσαν να πιω κρασί και μου ζητούσαν ξανά και ξανά να ξαναπώ την ιστορία μου και εγώ πρόσθετα κάθε φορά και από λίγη σάλτσα, μια ακόμα λεπτομέρεια κάτι που θα έκανε την περιπέτειά μου πιο εντυπωσιακή και αξιομνημόνευτη, μέχρι που κάποια στιγμή ξημέρωσε και όλοι πήγαμε για ύπνο.
Κι όμως, όπως αποδείχτηκε πολύ γρήγορα, η Λάπτρα έκανε πολύ καλά που ανησυχούσε.




4




Οι νησιώτες έφτασαν με τις πρώτες σκιές του δειλινού. Προηγήθηκε μια ατελείωτη μέρα όπου το νησί καθόταν στον ορίζοντα σαν όραμα, με τους πύργους του να λάμπουν στο φως και τα πάρκα του, τα γεμάτα με φροντισμένα σύδεντρα και πολύχρωμα λουλούδια, ν’ απλώνονται στη λιακάδα σαν ένα κομμάτι γης που είχε πέσει απ’ τον Παράδεισο.
Οι κωδωνοκρουσίες του χόρευαν απαλές και απόμακρες με το καλοκαιριάτικο αεράκι ενώ οι μεθυστικές μυρωδιές που πήγαζαν απ’ τις ακτές του, ταξίδευαν πάνω απ’ τον αφρό της θάλασσας σαν αόρατα δίχτυα που με παγίδευαν και με προκαλούσαν να το πλησιάσω.
Μια και κανείς δεν μου έδινε σημασία, απασχολημένοι καθώς ήταν με τις προετοιμασίες της υποδοχής των νεοφερμένων, πέρασα τη μέρα μου στην άκρη του γκρεμού, παρατηρώντας το νησί. Και όταν ο ήλιος έγειρε στη δύση του πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Έξω απ’ τη μεγάλη και τοξωτή πόρτα της αυλής με περίμενε η Λάπτρα. Στεκόταν σοβαρή όπως πάντα και μαζεμένη, με τα μαλλιά της δεμένα σε κότσο κάτω απ’ το γαλάζιο φακιόλι και την ποδιά της πεντακάθαρη και σιδερωμένη.
-«Που ήσουν;» με ρώτησε, «Όλοι τρέχουν πάνω κάτω σαν τρελοί και εσύ χασομεράς στις ερημιές;»
-«Ήμουν στο γκρεμό της Φαίας» της εξήγησα.
-«Πάλι;» Η δυσαρέσκεια που χρωμάτισε τη φωνή της μ’ έκανε να γελάσω. Η Λάπτρα σιχαινόταν τον γκρεμό, τον φοβόταν σχεδόν παθολογικά. Έλεγε πως της μύριζε θάνατο. Ο βράχος και η σπηλιά μου ήταν το τελευταίο μέρος σ’ ολόκληρο τον κόσμο που θα πλησίαζε αν μπορούσε να το αποφύγει.
-«Γιατί, με ζήτησε κανείς;» τη ρώτησα.
-«Όχι, αλλά το αφεντικό είπε να είμαστε όλοι στην αυλή όταν φανούν οι νησιώτες και αυτό σημαίνει και εσένα,»
Κοίταξα πάνω απ’ τον ώμο της την πλακόστρωτη αυλή. Ήταν μια μακρόστενη έκταση που την περιέβαλλε η πρόσοψη του τριώροφου σπιτικού του άρχοντα, οι πτέρυγες των υπηρετών που απλωνόταν στα δεξιά και στα αριστερά του, οι στάβλοι, οι κουζίνες και οι αποθήκες όπου φυλάγαμε τις σοδειές όταν ερχόταν ο βαρύς χειμώνας.
Τώρα είχε γεμίσει με τραπέζια που ήταν στρωμένα με λινά τραπεζομάντιλα και φρεσκοκομμένα λουλούδια. Σε μια γωνιά, πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα, μια μικρή ορχήστρα κούρδιζε τα μουσικά της όργανα. Πυρσοί δάδες και χάλκινες λάμπες σκόρπιζαν ένα γλυκό φως ενώ ο αέρας ήταν γεμάτος απ’ τη βαριά οσμή του κρέατος και των μπαχαρικών που μαγειρεύονταν στις κουζίνες.
Χώθηκα στην αυλή και γλίστρησα μέχρι το δωμάτιό μου όπου φύλαγα τα καλά μου ρούχα σε μια ξύλινη κασέλα.
Εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν περίεργο θόρυβο, κάτι σαν το βουητό που κάνουν τα νερά ενός μεγάλου καταρράκτη όταν πέφτουν από μεγάλο ύψος.
Έβγαλα το κεφάλι μου απ’ το μικρό παράθυρο του δωματίου και έριξα μια ματιά στον ουρανό, στο σημείο απ’ όπου έμοιαζε να προέρχεται ο θόρυβος και είδα κάτι που μ’ έκανε να απομείνω με το στόμα ανοιχτό:
Εκεί ψηλά πετούσε κάτι που έμοιαζε με μεγάλη βάρκα. Ήταν ένα ιπτάμενο πράγμα με φτερά που στο κάτω μέρος τους έβγαζαν γαλάζιες φλόγες. Άστραφτε σαν ασημένιο και το ρύγχος του είχε ένα παράθυρο απ’ όπου έλαμπε ένα γαλάζιο φως.
Το πράγμα αιωρήθηκε πάνω απ’ το υποστατικό και μετά προσγειώθηκε έξω ακριβώς από την πόρτα της αυλής, καψαλίζοντας το χορτάρι και ξεσηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης που ευτυχώς κατακάθισε γρήγορα.
Φόρεσα την καλή μου φορεσιά όσο πιο γρήγορα μπορούσα και βγήκα τρέχοντας απ’ το δωμάτιό μου, σαν να με κυνηγούσαν χίλιοι διάβολοι. Αλλά μέχρι να κατέβω στην αυλή, το αστραφτερό πλευρό της ιπτάμενης βάρκας είχε ανοίξει και μια ομάδα ανθρώπων είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους.
Άνθρωποι; Δεν ένιωσα καθόλου σίγουρος γι’ αυτό. Πως θα μπορούσαν να είναι άνθρωποι αυτά τα υπέροχα πλάσματα με τις ψιλόκορμες και κομψές σιλουέτες, τα φωτεινά μάτια, τ’ αστραφτερά και πλούσια μαλλιά και την επιδερμίδα που ήταν καθαρή και άσπιλη σαν το εσωτερικό ενός κοχυλιού;
Τα ρούχα τους ήταν πανέμορφα, φτιαγμένα από υφάσματα που όμοιά τους δεν είχα ξαναδεί. Έλαμπαν σαν ασημένια και έπεφταν πάνω τους ανάλαφρα σαν σύννεφα. Τα δάχτυλά τους ήταν μακριά και όμορφα, εντελώς απαλλαγμένα απ’ τους κάλους, τις ουλές και τις κηλίδες που αφήνουν στα δικά μας οι δουλειές στα χωράφια και στους αγρούς.
Περπάτησαν προς το υποστατικό όμορφα και ωραία, χαμογελώντας, κοιτάζοντας γύρω τους με ευχαρίστηση, σαν να συμμετείχαν σε μια ενδιαφέρουσα εκδρομή. Ο αρχηγός τους, που περπατούσε πρώτος-πρώτος και είχε έναν αέρα εξουσίας, χαιρέτησε τον άρχοντα του υποστατικού που στεκόταν στην είσοδο της αυλής και μετά, ανταποκρινόμενος στις υποκλίσεις του, του επέτρεψε να τον συνοδεύσει στο εσωτερικό της. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν και η εμφάνισή τους προκάλεσε ένα κύμα πνιχτών επιφωνημάτων θαυμασμού και δέους. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει έναν χαρούμενο σκοπό και η γιορτή ξεκίνησε.
Έκανα να πλησιάσω σε κάποια άδεια θέση αλλά με σταμάτησε ένα τριχωτό και ηλιοκαμένο χέρι. Ήταν του Βάρσου, του επιστάτη των στάβλων ο οποίος με κοίταξε αγριωπά και μου είπε:
-«Για που το’ βαλες εσύ;»
-«Είπα να καθίσω,» του απάντησα κοιτάζοντάς τον κατάματα, χωρίς να δείχνω ότι τον φοβόμουν. Ο Bάρσος ήταν κακός άνθρωπος. Ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να με φορτώσει με κάποια χαμαλοδουλειά και όταν ήμουν μικρός και θύμωνε πολύ, του άρεσε να με χτυπάει. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε τολμήσει να ξανακάνει από τότε που τον είχα απειλήσει μ’ ένα δικράνι, αλλά το μίσος που μας χώριζε δεν επρόκειτο να σβήσει ποτέ.
-«Δεν μου λες, θυμήθηκες να ποτίσεις τ’ άλογα και να καθαρίσεις τις κοπριές τους;»
Παραδέχτηκα πως όχι. Το είχα ξεχάσει εντελώς, παρασυρμένος απ’ τη γενικότερη αναταραχή που είχε προκαλέσει η εμφάνιση του νησιού. Τα μάτια του Βάρσου άστραψαν με ικανοποίηση και εγώ έσκυψα το κεφάλι μου γιατί κατάλαβα ότι με περίμενε, για άλλη μια φορά, κάποια σκληρή τιμωρία.
-«Μπορείς όμως να το κάνεις τώρα,» μου είπε, «και όταν τελειώσεις, μπορείς να έρθεις πίσω στη γιορτή!»
Τον κοίταξα κατάπληκτος:
-«Να καθαρίσω τις κοπριές νυχτιάτικα;»
-«Αυτό που σου είπα. Και όταν τελειώσεις, να ‘ρθεις να μου το πεις!»
Ένιωσα το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Αν καθάριζα τις κοπριές τα ρούχα μου, η καλή μου φορεσιά, θα λερωνόταν και θα μύριζε απαίσια. Ο Βάρσος ήταν κακός μαζί μου και άδικος. Όπως πάντα δηλαδή.
Έσκυψα το κεφάλι, βγήκα από την αυλή και άρχισα να περπατάω προς τους στάβλους.



5



Ήταν σκοτεινά εκεί μέσα και στον αέρα πλανιόταν η διαπεραστική μυρωδιά της καβαλίνας. Με περίμενε πολύ και σκληρή δουλειά. Πότισα καταρχήν τ’ άλογα νιώθοντας τύψεις που τα είχα παραμελήσει γιατί άσχετα με το πόσο πολύ με κούραζε η φροντίδα τους, τ’ αγαπούσα και τα ένιωθα σαν δικούς μου φίλους. Εκείνα ανταποκρίθηκαν στην παρουσία μου ρουθουνίζοντας φιλικά και μετά άρχισαν να πίνουν λαίμαργα το νερό τους. Τα χάιδεψα στοργικά στην πλάτη και προσπάθησα να καταπνίξω την οργή και τη θλίψη που μου προκαλούσε η σκέψη ότι θα έχανα την ευκαιρία να χαζέψω τους ξένους, για πάντα, αφού η επόμενη επίσκεψή τους θα γινόταν ύστερα από εκατό χρόνια. Ένιωσα ένα βαθύ μίσος για τη ζωή μου, για το γεγονός ότι ήμουν καταδικασμένος να υπηρετώ τους άλλους, να κάνω όλες τις δύσκολες και ταπεινωτικές δουλειές, μόνο και μόνο επειδή ήμουν φτωχός και ορφανός από μητέρα και πατέρα. Η χαρούμενη μουσική και τα γέλια που ακουγόταν στην αυλή με τρέλαιναν καθώς μου θύμιζαν ξανά και ξανά, όλα αυτά που έχανα.
Θολωμένος καθώς ήμουν απ’ τις άσχημες εκείνες σκέψεις δεν κατάλαβα ότι κάποιος άλλος βρισκόταν στο στάβλο και με κοιτούσε μέσα απ’ το σκοτάδι.
-«Με συγχωρείς…..» άκουσα μια λεπτή και ευγενική φωνή. Τινάχτηκα ξαφνιασμένος και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου. Το αποτέλεσμα ήταν να εισπράξω ένα πειραχτικό γελάκι.
-«Είσαι καλά;» με ρώτησε, «Δεν ήθελα να σε τρομάξω…»
Αυτή τη φορά κατάλαβα ότι η φωνή ανήκε σε κάποια νεαρή γυναίκα. Καθόταν στην πέρα άκρη του στάβλου, δίπλα στο χώρισμα με τα πρόβατα. Η προφορά της ήταν ασυνήθιστα μελωδική και γλυκιά. Έμοιαζε με απαλό κελάρυσμα..
Την πλησίασα. Ήταν μια από εκείνους. Ένα πρωτόγνωρο άρωμα άγγιξε τα ρουθούνια μου, κάτι σαν την αύρα ενός ολόδροσου κήπου. Πραγματικά ήταν μια από τους επισκέπτες, μια λεπτοκαμωμένη κοπελίτσα, ψηλή και λυγερή σαν ιτιά, με μακριά και ξανθά μαλλιά που έπεφταν σαν δίδυμες κουρτίνες πάνω στους ώμους της. Είχε ένα πανέμορφο πρόσωπό απ’ όπου με κοιτούσε ένα ζευγάρι μάτια που ήταν αμυγδαλωτά στο σχήμα και καταπράσινα.
-«Γιατί δεν είσαι στη γιορτή με τους άλλους;» με ρώτησε ρίχνοντάς μου ένα σκεπτικό βλέμμα.
-«Το ίδιο θα σε ρωτούσα και εγώ» της είπα.
-«Ναι, αλλά εγώ σε ρώτησα πρώτη.» μου απάντησε εκείνη.
Έμεινα σιωπηλός για λίγο.
-«Πέρασα όλη την ημέρα στο γκρεμό της Φαίας, παρακολουθώντας το νησί σας και ξέχασα να ποτίσω τ’ άλογα και να καθαρίσω το στάβλο. Για τιμωρία, ο Βάρσος, ο επιστάτης των στάβλων, μ’ έστειλε να τους καθαρίσω τώρα! Εσύ;»
-«Ήθελα να δω τ’ άλογα. Να τ’ αγγίξω και να τα μυρίσω! Να δω πως είναι!»
-«Δεν έχετε άλογα στο νησί σας;» έκανα παραξενεμένος απ’ τον παιδιάστικο ενθουσιασμό της.
-«Όχι,» μου απάντησε, «δεν έχουμε κανένα απ’ τα ζώα που έχετε εσείς εδώ. Πως σε λένε;» με ρώτησε στη συνέχεια.
Της είπα.
-« Εσένα;»
-«Λοραλίνα.» Τ’ όνομά της μ’ άρεσε πολύ. Έμοιαζε με τον θρόισμα που κάνει ο άνεμος όταν περνάει μέσα απ’ τις πευκοβελόνες ενός πυκνού δάσους.




6




Η ομορφιά της με είχε θαμπώσει. Έμοιαζε να φεγγοβολάει στο σκοτάδι σαν πεφταστέρι.
Άφησα τη δουλειά για αργότερα.. Βγήκαμε απ’ το στάβλο και περπατήσαμε μακριά απ’ το υποστατικό, κάτω απ’ τα καλοκαιριάτικα αστέρια που φεγγοβολούσαν σαν πετράδια στο βελούδο τ’ ουρανού. Ήταν μια νύχτα ζεστή και φωτεινή, ο αέρας έρεε γύρω μας σαν χλιαρό μετάξι και το άρωμα των νυχτολούλουδων που άνοιγαν τα μπουμπούκια τους στους σκοτεινούς αγρούς πλημμύριζε το σκοτάδι με παράξενες υποσχέσεις. Πήραμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο γκρεμό της Φαίας. Φωσφόριζε μπροστά μας κατάλευκο, σαν να ήταν φτιαγμένο απ’ τη λαμπερή αστερόσκονη του γαλαξία. Η νυχτερινή σιωπή διακόπτονταν απ’ το μακρινό σκούξιμο κάποιου μοναχικού πουλιού και το ασταμάτητο τραγούδι των τριζονιών που καλούσαν το ταίρι τους. Καθώς πλησιάζαμε στο γκρεμό, ο ρυθμικός στεναγμός της θάλασσας γινόταν όλο και πιο δυνατός και η υγρή ανάσα της, χλιαρή και αλμυρή σαν ένα σύννεφο από δάκρυα, γέμιζε τον αέρα.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στο γκρεμό και κάτσαμε στο στοιχειωμένο βράχο, το βράχο μου, εκεί όπου κατέφευγα κάθε φορά που ήθελα να ξεφύγω απ’ τη σκληρή ζωή του υποστατικού. Μπροστά μας απλώθηκε ο ξάστερος ουρανός, η θάλασσα που στέναζε ρυθμικά σαν κοιμισμένος γίγαντας και το μακρινό νησί με τους πύργους και τα καμπαναριά που έφεγγαν στο σκοτάδι.
-«Έρχεσαι συχνά εδώ;» με ρώτησε η Λοραλίνα.
-«Ναι,» της απάντησα, «είναι ένα μέρος που όλοι το φοβούνται.»
-«Γιατί όμως; Αφού όλα είναι τόσο όμορφα από’ δω πάνω!»
-«Μια γυναίκα αυτοκτόνησε σ’ αυτό το γκρεμό πριν από πολλά χρόνια. Γκρεμίστηκε στη θάλασσα. Από τότε λένε ότι το μέρος έχει στοιχειώσει. Εδώ βρίσκει κανείς την ησυχία του. Ήμουν εδώ όταν είδα το νησί σας. Είμαι ο πρώτος που το αντίκρισε σ’ ολόκληρη την περιοχή.» πρόσθεσα με μια νότα υπερηφάνειας.
-«Το ξέρω,» μου απάντησε εκείνη, «σε είδα ν’ ατενίζεις το πέλαγος μόνος και σκεπτικός. Μου έκανε εντύπωση η έκφραση που είχε απλωθεί στο πρόσωπό σου.»
-«Μπορείς και βλέπεις τόσο μακριά;» τη ρώτησα κατάπληκτος.
-«Με τη βοήθεια ειδικών μηχανών,» μου εξήγησε εκείνη. «Μου άρεσες όπως στεκόσουν έτσι μόνος με τα μαλλιά σου ν’ αστράφτουν στον ήλιο. ‘Έμοιαζες με νεαρό θεό της θάλασσας.»
Καθώς ήταν καθισμένη δίπλα μου έγειρε προς τα πίσω. Τα μαλλιά της χόρευαν στον άνεμο και παγίδευαν το φως των άστρων. Τα μάτια της με κοιτούσαν υγρά και λαμπερά, σαν καλογυαλισμένα πετράδια. Έμοιαζε με νεράιδα, με το γέννημα ενός κόσμου καλύτερου απ’ αυτόν. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ξέφρενα. Έγειρα από πάνω της και ένωσα τα χείλη μου με τα δικά της.
Εκείνη, αντί να σκιρτήσει ξαφνιασμένη και να μου αντισταθεί, έλιωσε στην αγκαλιά μου, τέντωσε την πλάτη της προς τα πίσω και με τύλιξε με τα λεπτά της χέρια.
Κάπου μακριά, πολύ μακριά πια, τραγουδούσαν τα τριζόνια και έσκουζαν τα νυχτοπούλια. Οι στεναγμοί μας γρήγορα ενώθηκαν με τον αχό της θάλασσας και γίναμε ένα με τ’ αστέρια, τον άνεμο και το μακρινό νησί.
Ώρες αργότερα, ύστερα από αιώνες ευτυχίας, ξαπλώσαμε πλάι-πλάι πάνω στο ζεστό γρασίδι και ατενίσαμε τον ουρανό.
Γύρισα στο πλάι και ρούφηξα την ομορφιά της με τα μάτια μου, τα υπέροχα ξανθά της μαλλιά που απλώνονταν πάνω στο γρασίδι σαν χρυσή ομίχλη, το λευκό της μέτωπο με τα τοξωτά φρύδια, τη λεπτή μύτη και τα δροσερά χείλη. Ολόκληρο το κορμί της που έφεγγε σαν αστραφτερό φίλντισι στο φως των άστρων ήταν υπέροχο. Ήταν μια ζωντανή μελωδία, έμοιαζε μ’ εκείνα τα πανέμορφα αγάλματα που βλέπει κανείς στις ζεστές χώρες του Νότου.
-«Σ’ αγαπώ,»’ της είπα, «θέλω να ζήσω μαζί σου για πάντα.»
Εκείνη δε φάνηκε να με ακούει. Το βλέμμα της παρέμεινε βυθισμένο στο κενό. Πίσω απ’ τα μάτια της, απ’ αυτά τα υγρά και ομιχλώδη πετράδια που άστραφταν σαν ανοιξιάτικοι ουρανοί, περνούσαν σκέψεις άγνωστες, ξένες.
-«Μίλησέ μου για τη ζωή σου,» μου είπε, «θέλω να μάθω τα πάντα για σένα, θέλω να γνωρίσω το μοναχικό βιγλάτορα που ατενίζει τη θάλασσα από ένα στοιχειωμένο γκρεμό.»
Και εγώ της τα είπα όλα, της μίλησα για την παιδική μου ηλικία, την ορφάνια μου και τη δύσκολη ζωή μου στο υποστατικό. Μόνο για τη Λάπτρα δεν της μίλησα, γιατί το θεώρησα περιττό. Εξάλλου, απ’ τη στιγμή που την είχα συναντήσει, δεν υπήρχε άλλη γυναίκα για μένα. Μόνο αυτή.
-«Ζεις σ’ ένα παράξενο κόσμο,» μουρμούρισε όταν σταμάτησα να μιλάω, «σ’ ένα κόσμο μοναξιάς αρρώστιας και θανάτου. Αλλά μέσα σου καίει μια φλόγα που δεν υπάρχει στο νησί.» Μ’ αυτά τα λόγια μ’ αγκάλιασε και πάλι και για μια ακόμα φορά τα σώματα και οι ψυχές μας ενώθηκαν, στην άκρη του χάους, κάτω απ’ τ’ αστέρια, βουτηγμένα στο θρηνητικό τραγούδι του ωκεανού.



7



Κρατώντας την από το χέρι κατηφορίσαμε το μονοπάτι που κατέληγε στο υποστατικό και καθώς ο άνεμος σφύριζε στ’ αυτιά μου και ο ουρανός βαφόταν γκρίζος απ’ το πρώτο άγγιγμα της χαραυγής, ένιωθα πλημμυρισμένος από μια αλλόκοτη δύναμη, ικανός να γκρεμίσω κάστρα ολόκληρα.
Στο υποστατικό επικρατούσε μεγάλη κινητικότητα. Ο κόσμος είχε μαζευτεί έξω απ’ την αυλή, μπροστά απ’ την ιπτάμενη βάρκα με τα φτερά ενώ οι σύντροφοι της Λοραλίνας τη φόρτωναν με ξύλινα κιβώτια. Η γιορτή είχε τελειώσει και τώρα έφτανε η ώρα του αποχαιρετισμού.
Πλησιάσαμε τους υπόλοιπους και σταθήκαμε μπροστά τους. Όλοι σταμάτησαν να κινούνται και μας κοίταξαν αμίλητοι. Στα πρόσωπα τους απλώθηκε μια έκφραση απορίας.
-«Λοραλίνα,» τη ρώτησε ο αρχηγός της ομάδας των νησιωτών, «τι σημαίνει αυτό; Τι κάνεις μ’ αυτό το παιδί;»
Φούσκωσα στο στήθος μου με αποφασιστικότητα και του απάντησα με μια φωνή που ήχησε τόσο βαθιά και σταθερή που ξαφνιάστηκα και εγώ ο ίδιος:
-«Θέλω να κάνω τη Λοραλίνα γυναίκα μου. Να ζήσουμε μαζί για πάντα!»
Ένα κύμα επιφωνημάτων έκπληξης και κάποια αμήχανα γελάκια διέτρεξαν την ομήγυρη. Οι συμπατριώτες της Λοραλίνας αλληλοκοιτάχτηκαν και μετά κάρφωσαν τα βλέμματά του πάνω μου, χωρίς οργή ή θυμό όπως περίμενα, ούτε καν περιπαιχτικά ή έκπληκτα, αλλά μάλλον συμπονετικά.
-«Λοραλίνα, τι έχουμε συμφωνήσει; Δεν μου υποσχέθηκες ότι δεν θα παίζεις με τους ντόπιους;» τη ρώτησε ο αρχηγός τους αγνοώντας εντελώς την παρουσία μου.
-«Έχεις δίκιο μπαμπά, αλλά είναι τόσο χαριτωμένος!» του απάντησε ναζιάρικα εκείνη. Γύρισα και την κοίταξα. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν η γοητευτική και αλλόκοτη κόρη της θάλασσας που μου είχε χαρίσει το κορμί και την αγάπη της στο γκρεμό, αλλά ένα κοριτσάκι, ένα κακομαθημένο και απαιτητικό πλάσμα.
-«Γνωρίζεις ότι τα ήθη και οι συνήθειές τους είναι διαφορετικές απ’ τις δικές μας. Ωστόσο εξακολουθείς να τους ξελογιάζεις και να τους δίνεις ψεύτικες υποσχέσεις. Αυτό δείχνει μεγάλη ανωριμότητα εκ μέρους σου!»
-«Έχεις δίκιο μπαμπά,» του απάντησε μουτρωμένα και με σκυμμένο το κεφάλι η κόρη του η οποία, τραβώντας το χέρι της απ’ το δικό μου, τον πλησίασε και στάθηκε δίπλα του. «Αλλά κάπως πρέπει να περνάω και εγώ την ώρα μου! Όλες αυτές οι επισκέψεις είναι αφόρητα πληκτικές! Μια ζωή τα ίδια και τα ίδια!»
Μου έστειλε στη συνέχεια ένα ένοχο χαμόγελο και μου είπε: «Ωραία περάσαμε πάντως, έτσι; Τώρα όμως πρέπει να φύγω. Σ’ ευχαριστώ πολύ για την παρέα σου! Να είσαι καλά και να προσέχεις!» Και αφού έστειλε ένα φιλικό νεύμα σε όλους τους παρευρισκόμενους, μπήκε στην ιπτάμενη βάρκα και χάθηκε.
Έμεινα να κοιτάζω το κενό εμβρόντητος. Στο μεταξύ τα μάτια όλων καρφώθηκαν πάνω μου, των επισκεπτών σοβαρά και στοχαστικά αλλά χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα μάτια όμως των συμπατριωτών μου έμοιαζαν με μεγεθυντικούς φακούς που μ’ έκαιγαν και έκαναν όλο το αίμα ν’ ανέβει στο κεφάλι μου. Στα βλέμματά τους φούντωνε η ειρωνεία και ο σαρκασμός και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως από δω και εμπρός θα γελούσαν με το πάθημά μου μέχρι το τέλος του κόσμου. Στην κλειστή και μικρή κοινωνία του υποστατικού, όπου όλοι διψούσαν για συμβάντα που θα έσπαγαν τη μονοτονία της καθημερινότητας, αυτό που είχε συμβεί ήταν ένα πραγματικό δώρο απ’ τους θεούς. Μόνο στο πρόσωπό της Λάπτρας υπήρχε κάτι άλλο, κάτι περισσότερο ανθρώπινο. Με κοιτούσε βουρκωμένη. Όταν όμως της ανταπέδωσα το βλέμμα αναζητώντας λίγη παρηγοριά, μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε τρέχοντας στην αυλή.
Έμεινα μόνος, αντιμέτωπος με τον σαρκαστικό όχλο. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν σαν καλάμια και εκείνη τη στιγμή ένιωσα εντελώς απροστάτευτος, το μοναχικό ορφανό που τώρα, μέσα στη βλακεία του, είχε υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Από’ δω και πέρα, κάθε μέρα θα ήταν ένα μαρτύριο, μια ατελείωτη αλληλουχία εξευτελισμών και κοροϊδίας. Σίγουρα θα μου κολλούσαν και κάποιο παρατσούκλι που θα με κυνηγούσε για μια ζωή. Το έβαλα στα πόδια. Αναζήτησα καταφύγιο στην ερημιά, στο στοιχειωμένο γκρεμό και τη σπηλιά μου όπου κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει, μέσα στον καταραμένο βράχο που κρεμόταν πάνω απ’ τη θάλασσα, εκεί απ’ όπου είχε πηδήξει η Φαία κρατώντας σφίγγοντας το πτώμα του μοναδικού της παιδιού.



8





Έμεινα κρυμμένος στη σπηλιά μέχρι τον ερχομό της νύχτας, κουλουριασμένος σε μια υγρή γωνιά, μακριά απ’ το φως και τη ζωή. Κανείς δεν ήρθε να με βρει, κανείς δεν μ’ αναζήτησε.
Όταν έπεσε το σκοτάδι, ένα μακρινό μπουμπουνητό με ξύπνησε απ’ το λήθαργο. Έξω είχε σηκωθεί ένας αέρας που σφύριζε αγριωπά γύρω απ’ τα γυαλιστερά πλευρά του βράχου. Ήταν ένας ήχος περιπαιχτικός, μια κοροϊδευτική πρόκληση, σαν να μου ψιθύριζε «και τώρα τι θα κάνεις;»
Και ξαφνικά ήξερα. Βγήκα απ’ τη σπηλιά παραπατώντας σαν μεθυσμένος. Το κεφάλι μου κολυμπούσε απ’ την πείνα και τη δίψα και τα πόδια μου έτρεμαν αδύναμα. Στο τελευταίο φως του δειλινού που απλωνόταν γύρω μου γκρίζο και παγωμένο σαν χιονισμένο ατσάλι, αντίκρισα έναν κόσμο ξένο και εχθρικό. Ο ουρανός είχε καλυφθεί με μαύρα σύννεφα που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα. Ο άνεμος φυσούσε λυσσαλέος και μ’ έσπρωχνε στον γκρεμό. Το σκοτάδι απλώθηκε γύρω μου πηχτό ενώ διαπεραστικά σφυρίγματα και εκκωφαντικοί κεραυνοί γέμισαν τη νύχτα. Αστραπές έλαμψαν σαν απαίσια πυροτεχνήματα.
Ο βράχος και ο γκρεμός φάνηκαν να ξυπνούν ξαφνικά, ν’ αναδεύονται απειλητικά. Ήταν μια νύχτα παρόμοια μ’ εκείνη που είχε σπρώξει τη Φαία να βάλει τέλος στη ζωή της. Την ένιωθα τώρα δίπλα μου, να ουρλιάζει μέσα στο βουερό σκοτάδι, μια ψυχή σακατεμένη απ’ τον πόνο και τη θλίψη, μια καρδιά που βασανιζόταν από ένα αναπάντητο «γιατί;» Με καλούσε. Και δεν υπήρχε ούτε μίσος ούτε εκδικητικότητα στο κάλεσμά της.
Στάθηκα στο χείλος του γκρεμού, στην άκρη του βράχου, και ατένισα την θάλασσα που απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μου αόρατη αλλά βουερή, που έβραζε βγάζοντας υπόκωφα και τιτάνια μουγκρητά. Πέρα μακριά, στην άκρη του ορίζοντα, σπινθηροβολούσαν οι πύργοι του νησιού, σαν φάροι που έστελναν σινιάλα σωτηρίας. Αλλά το κάλεσμά τους δεν ήταν για μένα. Οι πύλες του παραδείσου είχαν κλείσει για πάντα, στην πραγματικότητα δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Οι ελπίδες μου, η χαρά που είχα νιώσει τη σύντομη εκείνη νύχτα, η ομορφιά της Λοραλίνας, ήταν ένα ψέμα, ένα απατηλό όραμα, σαν κι αυτά που βλέπουν εκείνοι που πεθαίνουν απ’ τη δίψα στη μέση της ερήμου.
Ήμουν μόνος, για πάντα, και δεν είχα να πάω πουθενά.
Και τότε μια ακόμα πιο δυνατή ριπή ανέμου μ’ έσπρωξε προς τα μπρος. Το σώμα μου έγειρε και τα χέρια μου ανέμισαν άγρια. Έκλεισα τα μάτια μου και αποφάσισα να παραδοθώ στην αγκαλιά του χάους, στη φριχτή πτώση που θα τελείωνε στην αφρισμένη επιφάνεια της θάλασσας και στους κοφτερούς βράχους που καραδοκούσαν μέσα της.
Αλλά ένα χέρι μ’ άρπαξε και μ’ έσπρωξε προς τα πίσω. Σωριάστηκα καταγής, πάνω στη βρεγμένη γη. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα το πρόσωπό της Λάπτρας, το στρογγυλό εκείνο πρόσωπο με τις φακίδες και τα φωτεινά γκρίζα μάτια. Τα μαλλιά της ήταν για μια και μοναδική φορά ξεσκέπαστα και κρέμονταν από πάνω μου σαν ανεμοδαρμένα φύκια.
Είχε αψηφήσει την απέχθεια και το φόβο που ένιωθε για το γκρεμό της Φαίας και είχε έρθει να με βρει. Μέσα στο σκοτάδια και την καταιγίδα, με τους τρομερούς κεραυνούς και τις αστραπές, είχε εισβάλλει στην καρδιά του άνεμου και του σκοταδιού για να με σώσει. Τα μάτια της μου φάνηκαν τεράστια ξαφνικά, πλημμυρισμένα από ένα παράξενο φως και μια δύναμη πρωτόγνωρη.
Με αγκάλιασε σφιχτά και μετά λιποθύμησα.


9




Ξύπνησα νιώθοντας αλλόκοτα γαλήνιος. Αδύναμος αλλά γιατρεμένος. Βρισκόμουν και πάλι μέσα στη σπηλιά, πάνω σ’ ένα σωρό από κλαδιά και χόρτα.
Απαλά κελαιδήματα έμπαιναν μέσα απ’ το στενό της στόμιο. Είχε ξημερώσει. Λοξές ακτίνες ηλιόφωτου χόρευαν με τη σκόνη που χόρευε στον αέρα, στο υγρό σκοτάδι. Σηκώθηκα όρθιος και σύρθηκα προς το φως. Το γρασίδι απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια μου απαλό και σπινθηροβόλο, στολισμένο με τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς. Ο ουρανός έλαμπε φρεσκοπλυμένος και καταγάλανος, απέραντός μέσα στην αψεγάδιαστη ομορφιά του. Η καταιγίδα είχε περάσει. Κοίταξα τη θάλασσα και ανακάλυψα ότι το νησί είχε φύγει. Ο ορίζοντας που απλωνόταν μπροστά απ’ τον γκρεμό ήταν άδειος και πάλι, αδιάσπαστος σα λυγισμένο τόξο.
Ένα απαλό τραγούδι έφτασε στ’ αυτιά μου. Έφερα βόλτα τον στρογγυλό βράχο και στο πίσω μέρος του, καταμεσής του ανθισμένου λιβαδιού, είδα τη μικροκαμωμένη σιλουέτα της Λάπτρας να μαζεύει χόρτα και να τα βάζει στη μισό-γεμισμένη της ποδιά. Τα μαλλιά της, μακριά και καστανά όπως μπορούσα να δω για πρώτη φορά, γυάλιζαν στον ήλιο.
Γύρισε και με κοίταξε και ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε πάνω στο φωτεινό της πρόσωπο με τις μικρές φακίδες και τα γλυκά μάτια.
-«Μήπως είδες πουθενά το φακιόλι μου;» με ρώτησε γελώντας. Το γέλιο της ήταν υπέροχο, πλούσιο και ζεστό σαν γλυκιά κρέμα.
Βλέποντας την έκφραση της απορίας που απλώθηκε στο δικό μου πρόσωπο, γέλασε ακόμα πιο δυνατά:
-«Θα μου το πήρε ο αέρας χθες το βράδυ,» μου είπε, «αλλά δεν πειράζει. Εξάλλου πάντα το σιχαινόμουν αυτό το παλιόπραμα!»
Και τότε, καθώς το λαμπερό φως του πρωινού έπεφτε πάνω της και την τύλιγε μ’ ένα φωτεινό κουκούλι, την είδα όπως ήταν πραγματικά, όπως θα έπρεπε να την έχω δει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Μια όμορφη και καλή κοπέλα που ακτινοβολούσε τυλιγμένη από ένα παράξενο φως. Αλλά στην πραγματικότητα το φως αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο. Ήταν το φως την αγάπης.




10




Ο παππούς σταμάτησε να μιλάει και μια βαθιά σιωπή απλώθηκε στη σάλα. Το τζάκι τριζοβόλησε θριαμβευτικά. Ο άνεμος συνέχισε να σφυρίζει απ’ έξω και τα παράθυρα έτριξαν με πείσμα, αψηφώντας τις επιθέσεις του.
Ένας βαθύς στεναγμός βγήκε μέσα απ’ τα στήθη των ανδρών και των γυναικών που γέμιζαν τη σάλα. Τα παιδιά κοίταζαν αμίλητα τις φλόγες, με μάτια πελώρια και φωτεινά, πλημμυρισμένα απ’ τις εικόνες που είχαν ζωγραφίσει τα λόγια του παππού.
-«Η Λάπτρα, η μητέρα σας, έγινε γυναίκα μου. Ζήσαμε ευτυχισμένοι για πολλά-πολλά χρόνια. Ήμασταν αχώριστοι. Τα βγάλαμε πέρα με αρρώστιες πολέμους και κακές σοδειές. Κάναμε πολλά παιδιά, όλους εσάς, χαρήκαμε και τα εγγόνια μας. Όταν πέθανε, πήρε μαζί της ένα κομμάτι απ’ την ψυχή μου. Προτού μ’ αφήσει όμως, μου είπε κάτι που κανείς σας δεν πρέπει να ξεχάσει, όσα χρόνια και να ζήσετε: Ότι η αγάπη είναι η μεγαλύτερη δύναμη απ’ όλες και ότι η ομορφιά δεν κρύβεται σ’ αυτό που βλέπουν τα μάτια αλλά σ’ αυτό που νιώθει η ψυχή.»
Έτσι τελείωσε ο παππούς την ιστορία του.
Σηκωθήκαμε απρόθυμα, ένας-ένας, τον καληνυχτίσαμε φιλώντας του το χέρι και τον αφήσαμε μόνο.
Το ίδιο βράδυ πέθανε. Ήρεμα και γαλήνια, όπως του άξιζε.
Αλλά ποτέ δεν ξέχασα την τελευταία εκείνη ιστορία που μας είπε για να μας αποχαιρετήσει.


Ερρίκος Σμυρναίος henriksmirneos@yahoo.gr Copyright 2009

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

ΣΤΟΥΣ ΤΥΜΒΟΥΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ


1


Το μόνο συναίσθημα που ξυπνούσε μέσα μου ο Κλέφτης ήταν ο οίκτος. Καθώς πέθαινε, αργά και βασανιστικά, όπως όλοι εκείνοι που είχαν τρυπώσει στους Τύμβους πριν απ’ αυτόν, έμοιαζε πραγματικά αξιολύπητος, μια αξιοθρήνητη σκιά του κανονικού του εαυτού. Κι όμως θα πρέπει να ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος προτού τον καταπιεί η έρημος και τον φάει η αρρώστια των Τύμβων: Ήταν νέος και τα χαρακτηριστικά του διαβρωμένου του προσώπου συνδύαζαν την εξυπνάδα με τη δύναμη.
Η Στυγέα διεκδικεί ακόμα και τώρα το άνθος των ανθρώπινων φυλών καθώς μονάχα οι πιο τολμηροί υγιείς και γενναίοι ανάμεσά τους τολμούν να εισχωρήσουν στο εσωτερικό της και να κλέψουν το θησαυρό που λέγεται ότι κρύβεται στη μυστική της αγκαλιά.
Έτσι πρέπει.
Πριν από χιλιάδες χρόνια, η απληστία, η άμετρη φιλοδοξία και η περιέργεια οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος του γκρεμού και μαζί μ’ αυτό και κάθε μορφή ζωής που επιβιώνει ακόμα σ’ αυτόν τον πλανήτη. Δεν πρέπει να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η Στυγέα, η αχανής έρημος που απλώνεται έξω απ’ τα τείχη του Μοναστηριού, φροντίζει γι’ αυτό εκτελώντας το θέλημα μιας πανάρχαιας και πάνσοφης νομοτέλειας.
Τώρα, καθώς κάλυπτα το μέτωπό του ετοιμοθάνατου Κλέφτη με κρύες κομπρέσες για να ρίξω τον πυρετό που τον κατάτρωγε και να μιλήσω μαζί του, ένιωθα όχι μόνο οίκτο αλλά και απογοήτευση, μια ψυχική κούραση που πήγαζε απ’ την αδυσώπητη διαπίστωση ότι η ανθρώπινη φυλή αρνείται να εξελιχθεί. Ύστερα από τόσους πολλούς αιώνες, εξακολουθούν να γεννιούνται αυτοί που αναζητούν τον πλούτο και τη δύναμη. Σε αυτή τους την προσπάθεια δεν διστάζουν σε τίποτα, περιφρονούν παμπάλαιες δεισιδαιμονίες και αψηφούν αρχαίες κατάρες που προστατεύουν μνημεία τα οποία χτίστηκαν την εποχή που ο κόσμος ήταν ακόμα νέος.
Και πληρώνουν το τίμημα.
Έξω απ’ το δωμάτιο με τους μολύβδινους τοίχους και τα χοντρά παράθυρα η έρημος τραγουδούσε λυπημένη. Καθώς ο παγερός άνεμος της νύχτας σμίλευε τις κατάξερες αμμοθίνες της, ξεσήκωνε μακρόσυρτους συριγμούς και μακρινά σφυρίγματα που έσχιζαν το σκοτάδι σαν τις σκονισμένες κραυγές αφυδατωμένων πτωμάτων.
Παράξενοι πολιτισμοί άνθισαν και πέθαναν εκεί όπου τώρα απλώνεται η άμμος και η σιωπή. Τεράστιες πόλεις με πανύψηλους πύργους που άγγιζαν τον ουρανό. Πόλεις που το μόνο που άφησαν πίσω τους ήταν παράξενα ερείπια και εξωφρενικούς μύθους για μεγάλα πουλιά από σίδερο και πλοία που χωρούσαν δέκα χιλιάδες ανθρώπους. Άγνωστοι λαοί που γεννήθηκαν μεγαλούργησαν και καταστράφηκαν από παράξενους πολέμους, μας κληροδότησαν θολές αναμνήσεις και υπαινιγμούς ότι κάτι πραγματικά μεγαλειώδες υπήρξε εκεί όπου τώρα καραδοκεί ο θάνατος. Γιατί η έρημος ξεχειλίζει από θάνατο, από ένα αόρατο μίασμα που αργά και αδυσώπητα ρουφάει τη ζωή.
Όμως ο Κλέφτης δεν το πίστεψε αυτό. Ούτε και πτοήθηκε απ’ το γεγονός ότι κανείς απ’ όσους μπήκαν στη Στυγέα δεν γύρισε πίσω για να πει τι κρύβεται εκεί πέρα. Και έτσι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του και να βρει τους αρχαίους τύμβους.
Καθώς σφούγγιζα το πυρακτωμένο του μέτωπο και ανακούφιζα τα ξερά του χείλη με λίγο νερό, μπορούσα να τον φανταστώ να μπέκρο-πίνει σε κάποιο χαμηλοτάβανο καπηλειό των παραμεθόριων οικισμών και να κρυφακούει τις κουβέντες μεθυσμένων εμπόρων. Κάποια στιγμή θα έφτασαν στ’ αυτιά του παράξενες διαδόσεις, σαγηνευτικές ιστορίες που μιλούσαν για την έρημο και για την κρυφή όαση με το θησαυρό που κρύβεται στο κέντρο της.
Αυτά ήταν πράγματα που ήδη γνώριζα. Αλλά δεν ήταν αρκετά. Έπρεπε να μάθω τι ακριβώς είδε εκεί πέρα, με ποιους άλλους εισέβαλε στην καρδιά της Στυγέας και τι πραγματικά συνέβη στους Τύμβους των Αρχαίων Βασιλέων.


2


Ο Κλέφτης άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε ζαλισμένος. Οι κρύες κομπρέσες και το δροσερό νερό που είχα σταλάξει στα χείλη του φάνηκαν να κάνουν τη δουλειά τους. Ξυπνούσε. Το στήθος του ανεβοκατέβηκε πιο ήρεμα και έπαψε να ιδρώνει.
Προσπάθησα να φανταστώ πως θα φαινόμουν στα μάτια του. Ένας καμπουριασμένος άνθρωπος που φορούσε λευκά ρούχα και μια λεπτό-φτιαγμένη μάσκα από αλάβαστρο και σμάλτο που έκρυβε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά της μάσκας είναι διαμορφωμένα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να εμπνέουν εμπιστοσύνη, έχει μάτια μεγάλα και ευγενικά ενώ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο καμπυλώνει τα λεπτά της χείλη.
Ένας γραφέας μπήκε διακριτικά στο δωμάτιο. Κάθισε οκλαδόν σε μια γωνιά και ετοιμάστηκε να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια την αφήγηση του Κλέφτη.
-«Ποιος είσαι;» με ρώτησε ξεψυχισμένα εκείνος.
-«Κάποιος που θέλει να σε βοηθήσει,» του απάντησα καθησυχαστικά. Η μάσκα που φορούσα περιείχε έναν έξυπνο μηχανισμό που τροποποιούσε τον τόνο της φωνής μου και τον καθιστούσε εξαιρετικά ήρεμο και απαλό.
Ο κλέφτης προσπάθησε να στηριχτεί στους αγκώνες του αλλά αποδείχτηκε υπερβολικά αδύναμος για να τα καταφέρει. Ξανάπεσε στο μαξιλάρι του εξουθενωμένος.
-«Άσε με να σε βοηθήσω,» προθυμοποιήθηκα και αφού τον ανασήκωσα, στερέωσα ένα δεύτερο μαξιλάρι κάτω απ’ την πλάτη του. Εκείνος έριξε μια ματιά στο δωμάτιο με τους λευκούς τοίχους και τα όμορφα ψηφιδωτά που απλωνόταν γύρω μας και μετά με ξανακοίταξε:
-«Που βρίσκομαι και γιατί φοράς μάσκα;»
-«Είσαι ασφαλής εδώ,» του εξήγησα, «αποστολή μου είναι να σε κάνω καλά. Φοράω μάσκα γιατί ο οργανισμός σου έχει αδυνατίσει πολύ και πρέπει να σε προστατεύσω από τίποτα αρρώστιες που ενδεχομένως μεταφέρω.»
Η απάντησή μου φάνηκε να τον ηρεμεί. Πάντα έτσι γίνεται. Οι απαντήσεις που δίνουμε σε όσους ανακαλύπτουμε στην έρημο είναι στερεότυπες, το αποτέλεσμα εξάσκησης αιώνων.
-«Σε βρήκαμε έξω απ’ το μοναστήρι μας,» πρόσθεσα, προλαβαίνοντας την επόμενη ερώτηση που ετοιμαζόταν να μου κάνει. Έπρεπε να βιαστώ λιγάκι γιατί από την όψη του καταλάβαινα ότι δεν είχα πολύ ώρα στη διάθεσή μου. «Ήσουν μισοπεθαμένος και ψηνόσουν απ’ τον πυρετό. Για να καταφέρω όμως να σε βοηθήσω πιο αποτελεσματικά, πρέπει να μου πεις τι ακριβώς σου συνέβη. Και μην ανησυχείς, οτιδήποτε συζητηθεί μεταξύ μας θα παραμείνει ανάμεσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Δεσμεύομαι από ιερό όρκο σιωπής!»
Αυτή η κατηγορηματική δήλωση φάνηκε να τον ηρεμεί ακόμα περισσότερο.
-«Εντάξει,» μου είπε, «θα σου τα πω όλα, απ’ την αρχή. Θα σου περιγράψω τι βρήκαμε και από ποιόν εφιάλτη κατάφερα να βγω ζωντανός!»



3



-«Ήμασταν πέντε όλοι κι όλοι. Τυχοδιώκτες. Συχνάζαμε στα ίδια καταγώγια με αποτέλεσμα να συναντηθούμε κάποια στιγμή και ν’ ανακαλύψουμε ότι μας άρεσαν τα ίδια πράγματα, ο κίνδυνος, η περιπέτεια και το χρυσάφι!»
-«Ποια ήταν τα ονόματα των τεσσάρων συντρόφων σου;»
-«Ο Σάλεκ, ένας βάρβαρος απ΄ το Βορρά. Ο Νικτότρης που είχε γεννηθεί στις εύφορες πεδιάδες της Μέσο-γαίας. Ο Αηφέλ που είχε κατέβει απ’ τις απόκρημνες κορφές των Πυρανναίων και ο Αζού που η σκούφια του κρατούσε απ’ τις ζούγκλες που απλώνονται πέρα απ’ τους καταρράκτες των μεγάλων ποταμών. Αυτά ήταν όλα κι όλα που γνώριζα γι’ αυτούς και αυτά ήταν όλα όσα ήθελα να ξέρω. Από τα βλέμματα που έριχναν ο ένας στον άλλο, μπορούσα να καταλάβω ότι είχαν σκοτώσει στο παρελθόν και ότι δεν θα δίσταζαν να κάνουν το ίδιο με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά αυτό ήταν και το στοιχείο που μας έδενε μαζί. Ήμασταν πέντε ξένοι, πέντε απόβλητοι που κυνηγούσαν την τύχη τους στις εσχατιές του κόσμου.»
-«Και τι σας έκανε να εισβάλετε στην έρημο;»
-«Οι φήμες που ακούγαμε ξανά και ξανά για το θησαυρό της Στυγέας. Στα βάθη της, μας έλεγαν, υπάρχουν οι τύμβοι κάποιων παράξενων βασιλιάδων που έζησαν και πέθαναν πριν από πάρα πολλά χρόνια. Στον μεγαλύτερο τύμβο κρύβεται μια μυστική κάμαρα όπου στέκεται ακόμα το άγαλμα του ισχυρότερου βασιλιά. Αυτός ήταν τόσο δυνατός που μέχρι και ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας, του είχε χαρίσει πολλά στολίδια και κοσμήματα για να τα έχει καλά μαζί του. Υποτίθεται ότι το άγαλμά του στολίζεται ακόμα και σήμερα απ’ αυτά τα κοσμήματα που σκορπίζουν ένα παράξενο φως μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Καταλάβαμε πως αν βάζαμε χέρι σ’ αυτούς τους θησαυρούς, θα γινόμασταν οι πλουσιότεροι άνθρωποι σ’ ολόκληρο τον κόσμο!»
-«Και έτσι ξεκινήσατε το ταξίδι σας.»
-«Ναι,» μου απάντησε εκείνος αφού ήπιε μια γουλιά νερό, «Η αλήθεια είναι ότι απ’ την αρχή δεν υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ μας. Λοξοκοιτούσαμε ο ένας τον άλλο και κάναμε κρυφές σκέψεις ότι μόλις κλέβαμε τα κοσμήματα, ο ένας θα σκότωνε τον άλλο για να τα πάρει όλα μαζί του. Οι ατελείωτες πεζοπορίες μας, όπου κάθε βράδυ ακολουθούσαμε τον πολικό αστέρα ενώ την ημέρα, για να γλιτώσουμε απ’ τα ανελέητα δαγκώματα του ήλιου, καθόμασταν κάτω από τέντες και αντίσκηνα, δεν μαλάκωσαν τις καρδιές μας. Ακόμα και όταν αφήσαμε πίσω μας κάθε ίχνος ζωής και μπήκαμε στην καρδιά της ερήμου, εκεί όπου γύρω μας δεν υπήρχαν παρά ατελείωτοι λόφοι από λευκή άμμο κάτω από έναν ουρανό που γυάλιζε σαν ξασπρισμένο κόκαλο, παραμείναμε σιωπηλοί, κλεισμένος ο καθένας στις δικές του άσχημες σκέψεις. Η σιωπή που γέμιζε τον ακίνητο αέρα δεν μας έκανε να αλλάξουμε γνώμη. Μας χώριζε η καχυποψία και ο φόβος. Τα βράδια, καθώς τα πόδια μας βυθίζονταν στη λευκή άμμο μέχρι τα γόνατα και ο αέρας γέμιζε από παράξενα βουητά και θρήνους, σκεφτόμασταν όλοι το ίδιο πράγμα, ότι ήταν οι νεκροί που έκλαιγαν έτσι και ήθελαν να μας αποτρέψουν ή να μας παραπλανήσουν. Αλλά και πάλι μέναμε σιωπηλοί σαν αγάλματα. Και κάποια στιγμή, την ώρα που το φεγγάρι έλαμπε στον κυματιστό ορίζοντα σαν ένας δίσκος από γυαλιστερό ελεφαντόδοντο, φτάσαμε στον κρατήρα.»
-«Μίλησε μου γι’ αυτό, αλλά ξεκουράσου πρώτα.» τον παρότρυνα μαλακά καθώς έβλεπα ότι η προσπάθεια που έκανε είχε αρχίσει να τον καταβάλει. Γέμισα το φλιτζάνι του με λίγο ακόμα απ’ το νερό και είδα με χαρά ότι είχε αποτέλεσμα.
Ο Κλέφτης, έγειρε στα μαξιλάρια του και ξανάρχισε να μιλάει, ατενίζοντας το ψηφιδωτό ταβάνι, χαμένος στις παράξενες αναμνήσεις του.
-«Ήταν ένα πολύ παράξενο θέαμα που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί,» μου είπε, «μια τεράστια και εντελώς κυκλική κοιλάδα, σαν ένα πελώριο πιάτο που ανοιγόταν καταμεσής της ερήμου. Εδώ κι εκεί μπορούσα να δω κολοσσιαία ερείπια που σχημάτιζαν τεράστια τετράγωνα και γραμμές, ενώ πέρα μακριά, εκεί όπου βρισκόταν το κέντρο του κρατήρα, υπήρχε ένας μικρός λόφος που περιβάλλονταν από κάτι που έμοιαζε με σκοτεινό δάσος.»
-«Αλλά το πιο τρομακτικό απ’ όλα ήταν οι ήχοι,» πρόσθεσε μετά από λίγο, «οι μακρόσυρτοι θρήνοι που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τον κρατήρα. Έμοιαζε με φυλακή όπου βασανίζονταν κολασμένες ψυχές. Η σκέψη ότι έπρεπε να τον διασχίσουμε για να φτάσουμε στο λόφο μ’ έκανε να ανατριχιάσω. Αλλά και πάλι δεν τόλμησα να μιλήσω. Μακάρι να το είχα κάνει, μακάρι να είχαμε γυρίσει πίσω εκείνη τη στιγμή. ‘Ίσως και να ήμασταν ζωντανοί τώρα!»
Δεν του απάντησα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να του πω ότι είχαν υπογράψει τη θανατική τους καταδίκη απ’ τη πρώτη στιγμή που είχαν εισχωρήσει στην έρημο.
-«Αρχίσατε να κατεβαίνετε τα χείλη του κρατήρα λοιπόν, έτσι;»
-«Ναι,» μου είπε εκείνος, «ήταν η πιο εφιαλτική πεζοπορία που έκανα ποτέ στη ζωή μου. Εκεί μέσα το σκοτάδι ήταν σχεδόν απόλυτο. Μια στενή λωρίδα από φεγγαρόφωτο που λαμπύριζε αχνά πάνω απ’ τα κεφάλια μας ήταν το μοναδικό φωτεινό σημάδι που μπορούσαμε να δούμε. Και μας περικύκλωναν συνέχεια τα ουρλιαχτά και τα κλάματα. Η διαπίστωση ότι προέρχονταν από την τριβή του ανέμου με τις πλαγιές του κρατήρα που είχαν μια παράξενη υαλώδη όψη και ήταν γεμάτες με μικρές τρύπες δεν μας ανακούφισε καθόλου. Αλλά ο φόβος που νιώθαμε μεταμορφώθηκε σε τρόμο όταν αρχίσαμε να αρρωσταίνουμε, ο ένας μετά τον άλλο.»



4


-«Τι πάθατε ακριβώς;»
-«Συνέβη ξαφνικά. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης νύχτας της καθόδου μας. Στην αρχή είχαμε πονοκεφάλους. Μετά αδυναμία. Μετά διάρροια και τάση για εμετό. Μέχρι να φτάσουμε στον πυθμένα του κρατήρα ήμασταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Κι όμως, μόλις αντικρίσαμε τα ερείπια από κοντά, νιώσαμε ακόμα μεγαλύτερη την επιθυμία ν’ ανακαλύψουμε το μυστικό που κρυβόταν στο κέντρο τους.»
-«Αναφέρεσαι στα ερείπια που απλώνονται γύρω απ’ τους τύμβους έτσι;»
-«Ναι, ήταν απέραντα,» ξανάρχισε να μου λέει αφού ήπιε μια ακόμα γουλιά νερό,
«Απλώνονταν μέχρι εκεί όπου μπορούσαμε να δούμε, λουσμένα στο κρύο φως του φεγγαριού που είχε σκαρφαλώσει στον ουρανό. Τα περισσότερα έστεκαν μισό-λιωμένα ενώ κάποια άλλα ήταν μαυρισμένα σαν να τα είχε καψαλίσει κάποια τρομερή φωτιά.»
«Τότε ήταν που ο Αζού άρχισε να τρελαίνεται.»
-«Δηλαδή;»
-«Άρχισε να ξεφωνίζει ότι αόρατα μάτια τον παρακολουθούσαν μέσα στη νύχτα, ότι άκουγε πνιχτές ανάσες και κακόβουλα χάχανα που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τα ερείπια. Μας έλεγε ότι υπήρχαν καταχθόνιοι δαίμονες που μας κρυφοκοίταζαν μέσα από κρυφά σπήλαια, μέσα από κρυμμένες τρύπες που έχασκαν ανάμεσα στους λιωμένους ογκόλιθους. Όταν ο Σάλεκ προσπάθησε να τον ηρεμήσει, ο Αζού όρμησε πάνω του, άρπαξε το χαντζάρι του και του έκοψε το κεφάλι!»
-«Και εσείς τι κάνατε;»
-«Ο Αζού ήταν ο πιο μεγαλόσωμος και θηριώδης ανάμεσά μας και ο καλύτερος πολεμιστής. Καταλάβαμε ότι δεν είχαμε καμία πιθανότητα εναντίον του οπότε το βάλαμε στα πόδια, ο καθένας προς διαφορετική κατεύθυνση. Άρχισα να τρέχω ανάμεσα στα ερείπια σαν παλαβός, προσπαθώντας να φτάσω στο μακρινό δάσος που πίστευα ότι θα μου πρόσφερε τροφή νερό και καταφύγιο. Το μόνο πράγμα που πρόλαβα να πάρω μαζί μου ήταν το φλασκί, το σακίδιο και το σπαθί μου. Σκέφτηκα με τρόμο την ανατολή του ήλιου που αργά ή γρήγορα θα φώτιζε την έρημο και έβαλα φτερά στα πόδια μου, αποφασισμένος να φτάσω στο δάσος προτού ξημερώσει. Οι μακρινές κραυγές και τα ουρλιαχτά που με κυνήγησαν μέσα στο κρύο φως της αυγής μου έδωσαν να καταλάβω ότι ο Αζού είχε προλάβει και σκότωνε όλους τους άλλους, πιστεύοντας μέσα στην τρέλα του ότι συνεργάζονταν με τους δαίμονες που υποτίθεται ότι μας παρακολουθούσαν.»
«Ήταν ένα τρομακτικό κυνηγητό. Έτρεχα ασταμάτητα έως ότου τα πνευμόνια μου άρχισαν να καίνε και το στόμα μου ξεράθηκε. Αλλά και πάλι δεν τόλμησα να σταματήσω παρά μόνο όταν άφησα πίσω μου τα ερείπια και βρέθηκα στη σκιά των πρώτων δέντρων του δάσους. Αλλά εκεί με περίμενε μια τρομερή έκπληξη:»
-«Τι είδες εκεί;»
-«Εκείνα τα δέντρα ήταν τεράστια αλλά νεκρά. Τα κλαδιά τους που σχημάτιζαν ένα πυκνοδεμένο θόλο πάνω απ’ το κεφάλι μου ήταν γκρίζα και απογυμνωμένα, κοκαλιάρικα και γαμψά σαν τα χέρια πεθαμένων. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Ο ήλιος ανέτειλε εκείνη τη στιγμή και το φως του πέρασε μέσα απ’ τα εκατομμύρια των νεκρών κλαδιών σχηματίζοντας ένα αραχνοΰφαντο ψηφιδωτό από φως και σκιά πάνω στην άμμο που κάλυπτε το έδαφος. Έμοιαζε με απέραντο δίχτυ που ετοιμαζόταν να με καταπιεί. Άρχισα να τρέχω και πάλι, ανάμεσα απ’ τα πεθαμένα δέντρα προς τους τύμβους που τώρα τους έβλεπα να ορθώνονται μπροστά μου σαν μια συστάδα από ημισφαιρικούς γήλοφους.»
«Αλλά μόνο όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι τα πάντα είχαν τελειώσει!»
Ο Κλέφτης σταμάτησε να μιλάει. Τα μάτια του έπαψαν να με κοιτούν και καρφώθηκαν για μια ακόμα φορά στο ψηφιδωτό που στόλιζε το ταβάνι. Έμοιαζε αποκαμωμένος. Το μέτωπό του αυλακώθηκε από έναν μορφασμό αγωνίας και πόνου. Υπέφερε αλλά ήταν αποφασισμένος να μου μιλήσει, να βγάλει από μέσα του όλη εκείνη τη φρίκη που είχε ζήσει στη δηλητηριασμένη αγκαλιά της Στυγέας.
-«Πες μου κάτι. Μπήκες τελικά μέσα στους τύμβους;» τον ρώτησα όσο πιο μαλακά μπορούσα.
-«Ναι,» μου απάντησε με υπόκωφη φωνή. «Ήταν πολύ εύκολο γιατί κάποιοι τον είχαν ήδη κάνει αυτό, πολύ πριν από μένα. Στο πλευρό του μεγαλύτερου απ’ τους Τύμβους έχασκε ένα αψιδωτό άνοιγμα που ήταν μαύρο σαν την νύχτα. Χώθηκα εκεί μέσα σαν τυφλοπόντικας γιατί φοβόμουν μήπως ο Αζού ακολουθήσει τα χνάρια που είχα αφήσει στην άμμο και με προλάβει. Εξάλλου οι ακτίνες του ήλιου που περνούσαν μέσα απ’ τ’ αναρίθμητα κλαδιά των δέντρων με κέντριζαν σαν τσιμπήματα από σφήκες.»
«Κοντοστάθηκα θυμάμαι στην είσοδο της σήραγγας και ένιωσα τη χαρακτηριστική εκείνη ψύχρα που κρύβεται μέσα στα σπήλαια όλου του κόσμου. Αλλά εδώ πέρα υπήρχε και κάτι άλλο, μια ολοκληρωτική απουσία υγρασίας. Ήταν μια ψύχρα ξηρή και αρχαία, παράξενη σαν την εκπνοή μιας αφυδατωμένης μούμιας. Άναψα την ίσκα που μου είχα μαζί μου και τύλιξα το κουρελιασμένο πουκάμισό μου γύρω από κάποιο ξερόκλαδο φτιάχνοντας έτσι έναν πρωτόγονο πυρσό. Στο ασταθές φως του άρχισα να περπατώ κατά μήκος της σήραγγας, στα ενδότερα του τύμβου.»
-«Είδες τίποτα εκεί;»
-«Στην αρχή τίποτα. Μετά, ανακάλυψα ότι η σήραγγα κατηφόριζε απαλά ενώ στα καμπυλωτά της τοιχώματα, που ήταν φτιαγμένα από μια παράξενη γκρίζα πέτρα, απλώνονταν αλλόκοτες εικόνες.»
-«Μπορείς να μου τις περιγράψεις;»
-«Απεικόνιζαν ανθρώπους, σκλάβους μάλλον, να δουλεύουν πυρετωδώς μεταφέροντας πέτρες με σκοινιά. Όσο έμπαινα πιο βαθιά στη σήραγγα, οι ζωγραφιές έμοιαζαν παλιότερες, και οι σκλάβοι πιο αδύνατοι και άρρωστοι, πιο καταβεβλημένοι. Και τελικά έφτασα στο τέλος της, σε μια θολωτή αίθουσα που φωτίζονταν από μια φωσφορική λάμψη, από ένα ύπουλο γαλαζωπό φως που έβγαινε απ’ τα κοσμήματα του θεού.»
-«Ώστε είδες τα κοσμήματα;» τον ρώτησα, συγκρατώντας με δυσκολία την ανυπομονησία μου.
Εκείνος δεν μου απάντησε αμέσως. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, έβηξε σπασμωδικά, έναν άσχημο και άγριο βήχα που γέμισε το στόμα του με μαύρο πύο ενώ μια μεμβράνη από δύσοσμο ιδρώτα κάλυπτε το κορμί του. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχαμε πολύ ώρα μπροστά μας.
Τον βοήθησα να γείρει στο πλευρό του και να κάνει εμετό. Μετά περίμενα υπομονετικά να ξαναβρεί την αναπνοή του.
-«Υπήρχαν αναρίθμητοι σκελετοί,» μου είπε με σπασμένη φωνή, «μια εφιαλτική λεγεώνα από σκέλεθρα που κάλυπταν το δάπεδο της αίθουσας και σχημάτιζαν μακάβριους σωρούς και λοφίσκους. Παραμορφωμένες νεκροκεφαλές με κοιτούσαν χαμογελώντας σαρδόνια, άσαρκα χέρια που είχαν περισσότερα δάχτυλα απ’ όσα έπρεπε απλώνονταν προς το μέρος μου, οστέινες λεκάνες και μηροί σχημάτιζαν τρομακτικές πυραμίδες. Και στο κέντρο όλων αυτών είδα το άγαλμα του αρχαίου βασιλιά. Ήταν τεράστιο. Έμοιαζε με το θεό του Κάτω Κόσμου, τον Πλούτωνα. Και όλα αυτά φωτίζονταν απ’ το τρομερό γαλάζιο φως που έβγαζαν τα κοσμήματα που στόλιζαν το κεφάλι, το στήθος τα χέρια και τα πόδια του!»
-«Είσαι σίγουρος ότι ήταν αυτός;» τον ρώτησα με αγωνία.
-«Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;» μου απάντησε εκείνος αναπνέοντας σπασμωδικά, «το πρόσωπό του ήταν τόσο φριχτά ατάραχο, τόσο αλλόκοτα φωτισμένο απ΄τα γαλαζωπά πετράδια που το στεφάνωναν! Και στο στήθος του υπήρχε ένα παράξενο σύμβολο, σαν ήλιος με τρεις χοντρές ακτίνες! Ο ήλιος του Κάτω κόσμου!»
-«Και τι έκανες μετά;» τον ρώτησα αφού τον άφησα να ηρεμήσει για λίγο ακόμα.
-«Για τελευταία φορά, κυριεύτηκα από ένα τρομερό κύμα απληστίας. Σκαρφάλωσα πάνω στα αρχαία οστά που θρυμματίζονταν κάτω απ’ τα πόδια μου και μετατρέπονταν σε πυκνά σύννεφα κατάξερης σκόνης και πλησίασα το άγαλμα. Ήμουν ένας ανόσιος τυμβωρύχους, ένας παραφρονημένος βέβηλος που ακόμα και τότε το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν το πλιάτσικο!»
«Ανέβηκα στο βάθρο του αγάλματος και άρπαξα ένα απ’ τα κοσμήματα που στόλιζαν τον αστράγαλο του βασιλιά. Το έχωσα στο σακίδιό μου και το έβαλα στα πόδια. Μέχρι να ξαναβγώ στο φως του ήλιου, με είχε κυριεύσει ένα τρομερό κύμα ναυτίας αλλά δεν έδωσα σημασία. Στην είσοδο της σήραγγας βρήκα τον Αζού, αιμόφυρτο, σε φριχτή κατάσταση, να πεθαίνει κυριευμένος από τρομερούς σπασμούς. Φαίνεται ότι κάποιος απ’ τους υπόλοιπους της ομάδας τον είχε τραυματίσει με κάποιο δηλητηριασμένο όπλο γιατί πράσινοι αφροί έβγαιναν απ’ το στόμα του ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει τόσο πολύ που έμοιαζαν έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους. Κατάλαβα ότι είχα απομείνει μόνος γιατί γύρω από τη ζώνη του είχε δέσει απ’ τα μαλλιά σαν τρόπαια τα κεφάλια του Σάλεκ, του Νικτότρη, και του Αηφέλ. Δεν έκατσα να δω τη συνέχεια. Τον προσπέρασα, αφού πρώτα έκλεψα το φλασκί με το νερό του και άρχισα να τρέχω μακριά από τον καταραμένο εκείνο τόπο.»
-«Δηλαδή διέσχισες τον κρατήρα και την έρημο μόνος σου;»
-«Ναι,» μου είπε εκείνος, «Για πολλές μέρες και νύχτες. Αλλά δεν θυμάμαι το πώς. Ξέρω μόνο ότι από κάποια στιγμή και μετά άρχισε να με ψήνει ένας παράξενος πυρετός. Μετά, τα μαλλιά μου έπεσαν, ύστερα έχασα τα δόντια και τα νύχια μου και το σώμα μου γέμισε πληγές. Είχα ξεχάσει ότι κουβαλούσα μαζί μου το τρομερό κόσμημα. Το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω μακριά από εκείνον τον τόπο του θανάτου, απ’ τη σκιά των νεκρών δέντρων, απ’ τα καμένα ερείπια και τον θρηνητικό κρατήρα. Αυτό είναι όλο. Αλλά θυμάμαι και κάτι ακόμα, κάτι που συνέβη λίγο πριν με βρείτε.»
-«Σε ακούω.»
-«Έτρεχα μέρα και νύχτα αφήνοντας πίσω μου κομμάτια του εαυτού μου, μαλλιά νύχια δέρμα και δόντια, και κάποια στιγμή σωριάστηκα καταγής στη ζεστή άμμο. Ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από έναν κυματιστό ορίζοντα που είχε πάρει το άλικο χρώμα του φρέσκου αίματος και τα τραγούδια της ερήμου ταξίδευαν άσπλαχνα μέσα στο λυκόφως. Και τότε το σακίδιό μου άνοιξε και το κόσμημα κύλησε στην άμμο, σκορπίζοντας το αλλόκοτο γαλαζωπό φως του. Το πετράδι που έλαμπε στο κέντρο του έμοιαζε να με κοροϊδεύει, να με κοιτάζει σαν δαιμονικό μάτι που έκρυβε μέσα τους τις φωτιές της κόλασης. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι αυτό ήταν που με σκότωνε. Με δηλητηρίαζε αργά και μεθοδικά, όπως είχε δηλητηριάσει και όλους εκείνους τους δυστυχισμένους που είχαν χτίσει τους τύμβους, που είχαν σκαλίσει το άγαλμα του βασιλιά και είχαν κάνει το λάθος ν’ αγγίξουν τα στολίδια του πριν από μένα. Ήταν τα δικά τους σκέλεθρα που είχα αντικρίσει στην τρομερή αίθουσα. Τα κατάλαβα όλα αυτά ξαφνικά, λες και μια αστραπή είχε φωτίσει τα σκοτάδια του μυαλού μου.
Σήκωσα το χέρι μου για να το χώσω μέσα στην άμμο, για να μην το ξαναβρεί ποτέ κανείς άλλος, αλλά ανακάλυψα ότι δεν είχα τη δύναμη να κάνω ούτε καν αυτό. Μετά, λιποθύμησα.»
Ο Κλέφτης φάνηκε να ηρεμεί μόλις ολοκλήρωσε τη μεγάλη εκείνη εξομολόγηση. Έγειρε πίσω στο κρεβάτι του και έκλεισε τα μάτια του αποκαμωμένος. Έκανα νόημα στον γραφέα να φύγει καθώς δεν είχε τίποτε άλλο να μου πει.
Και πραγματικά, ο Κλέφτης πέθανε το ίδιο εκείνο βράδυ Ήρεμα και ειρηνικά, χάρη στις δικές μου περιποιήσεις.
Λίγο αργότερα μια ομάδα Μοναχών έκλεισε το κόσμημα σε μια χοντρή κασετίνα από μόλυβδο και, φορώντας προστατευτικά ρούχα, ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι της επιστροφής του στον αρχαίο Τύμβο. Ο Κλέφτης θάφτηκε μακριά απ’ το Μοναστήρι, σε κάποιο σημείο όπου το δηλητήριο που είχε μπει στο σώμα του δεν θ’ απειλούσε τον κήπο και το πηγάδι που μας κρατάνε ζωντανούς.
Και μετά η ζωή μας ξανάρχισε να κυλάει κανονικά.



5



Τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι, ανεβαίνω στις επάλξεις του Μοναστηριού, κουλουριάζομαι πίσω από τις ανεμοδαρμένες πολεμίστρες τους και ατενίζω την έρημο. Κάτι τέτοιες ώρες μοιάζει με σκοτεινή θάλασσα που ψιθυρίζει αρχαίες ιστορίες σε μια γλώσσα ξεχασμένη. Κυματίζει αργά κάτω απ’ τον ασημένιο ποταμό του Γαλαξία και θυμάται μέρες περασμένες, τις εποχές όπου ο κόσμος ήταν νέος και γεμάτος με όνειρα. Έπειτα κοιτάζω ψηλά, αφήνω το βλέμμα μου να βυθιστεί στην άβυσσο των άστρων και σκέφτομαι ότι εκεί πέρα ο χρόνος κυλάει διαφορετικά, ότι τα ίδια εκείνα αστέρια που φώτιζαν τη νύχτα που οι πρώτοι άνθρωποι όρθωναν το ανάστημά τους πάνω στη Γη, θα φωτίζουν και τη νύχτα όπου ο τελευταίος απ’ αυτούς θα πεθάνει για πάντα.
Αυτοί όμως δεν θ’ αλλάξουν. Ξανά και ξανά, γοητευμένοι απ’ τις φήμες που έντεχνα διαδίδουμε στους παραμεθόριους οικισμούς, προσπαθούν να μπουν στην έρημο και να βεβηλώσουν τους Τύμβους των Αρχαίων βασιλέων. Αψηφούν τις προειδοποιήσεις για την αρρώστια και τον θάνατο που παραμονεύουν εκεί πέρα, ακολουθούν την απληστία τους και έτσι πεθαίνουν. Η έρημος βλέπετε, καθώς και το θανάσιμο μυστικό που κρύβεται στα σωθικά της, λειτουργεί ως Εξαγνιστής. Προσελκύει τους πιο αδίστακτους και θρασείς και τους σκοτώνει, απαλλάσσοντας έτσι τον κόσμο απ’ την επικίνδυνη παρουσία τους. Όλοι εμείς, οι Μοναχοί που επανδρώνουμε τα μοναστήρια που οι μακρινοί μας πρόγονοι έχτισαν γύρω απ΄ τη Στυγέα, περιπλανιόμαστε μέρα και νύχτα στην έρημο που αγκαλιάζει τον κρατήρα και συλλέγουμε τους ετοιμοθάνατους εκείνους τολμηρούς, καταγράφουμε τις ιστορίες τους και μ’ αυτό τον τρόπο περιφρουρούμε τον θανατηφόρο τόπο όπου μια φορά και έναν καιρό κάποιοι, τυφλωμένοι απ’ τη δίψα τους για τον πλούτο και τη δύναμη, έφτιαξαν τη μηχανή που απελευθέρωσε την υπέρτατη φωτιά που κρύβεται μέσα στην ύλη.
Ήταν αυτό που τους κατέστρεψε γιατί μαζί με τη δύναμη αυτή απελευθέρωσαν και κάτι άλλο, κάτι που δεν πεθαίνει ούτε κοιμάται ποτέ, τη δύναμη που ενσωματώθηκε με την έρημο και τη μεταμόρφωσε σ’ ένα τόπο που σκοτώνει. Είναι η ίδια εκείνη έρημος που μας διεκδίκησε, μας άλλαξε, μας εξάγνισε και μας μετέτρεψε σε δικά της παιδιά. Αυτός είναι ο λόγος που όποτε περιθάλπουμε κάποιον άρρωστο τυχοδιώκτη ή κυκλοφορούμε στις πόλεις των ανθρώπων πρέπει να φοράμε μακριά ρούχα και μάσκες που κρύβουν την εμφάνισή μας. Γιατί είναι αδαείς και φοβισμένοι και αν έβλεπαν το πραγματικό μας πρόσωπο θα μας σκότωναν καθώς στα μάτια τους μοιάζουμε φριχτοί και παραμορφωμένοι. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν το δώρο που μας έχει κάνει η έρημος και η δύναμη που ζει μέσα της, το τι σημαίνει για μας να ζούμε απαλλαγμένοι απ’ την απληστία και το φθόνο και να τους φροντίζουμε, ν’ ακούμε τις εξομολογήσεις τους και να τους βοηθάμε να ζήσουν τις τελευταίες τους στιγμές με γαλήνη και αξιοπρέπεια και την ίδια στιγμή να διασφαλίζουμε την επιβίωση της φυλής τους.
Ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν το δώρο που μας έκανε η ιερή Ραδιενέργεια.


Ερρίκος Σμυρναίος henriksmirneos@yahoo.gr Copyright 2009