Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

ΣΤΗ ΣΙΩΠΗΛΗ ΖΩΝΗ


18/08/2019-16h.45min.13,2500000000000sec.

Θα πρέπει ν’ αποκοιμήθηκα γιατί με ξύπνησε ένα επώδυνο τσίμπημα στο δεξί μπράτσο. Άνοιξα τα μάτια μου, ανακάθισα πάνω στην πτυσσόμενη ξαπλώστρα, έτριψα το χέρι μου που είχε κοκκινίσει και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά:
Μια αφύσικη ησυχία είχε απλωθεί στην παραλία. Η πολύχρωμη ομπρέλα που με σκίαζε δεν πλατάγιζε πια στον άνεμο και η χαρούμενη οχλαγωγία των παραθεριστών που λιάζονταν στην άμμο είχε κάνει φτερά.
Το στομάχι μου σφίχτηκε. Ένα κύμα κατάπληξης με διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Τα πάντα είχαν γίνει ασάλευτα και βουβά. Οι δυο κοπέλες που ξάπλωναν λίγα μέτρα μακριά μου, πάνω στις ψάθες και τις πετσέτες τους, έμοιαζαν με κέρινα ομοιώματα που ίδρωναν στον ήλιο, έτοιμα να λιώσουν . Η μια τους, αυτή που ξάπλωνε ανάσκελα, κρατούσε στο ανασηκωμένο χέρι της ένα ολογραφικό τηλέφωνο ενώ το πρόσωπο της άλλης, που κρυβόταν πίσω από ένα ζευγάρι ασημένιων γυαλιών ηλίου, ήταν στραμμένο προς τη φίλη της, ελαφρά συνοφρυωμένο απ’ την προσπάθεια που έκανε να καταπολεμήσει την αποχαυνωτική επήρεια του καλοκαιρινού ήλιου και να της μιλήσει. Πιο πέρα ένας κύριος που καθόταν σε μια αναδιπλούμενη καρέκλα και διάβαζε την εφημερίδα του και μια οικογένεια που έτρωγε το κολατσιό της, είχαν επίσης ακινητοποιηθεί. Ακόμα πιο μακριά μπορούσα να δω ομάδες παραθεριστών να κάνουν ηλιοθεραπεία, να στέκονται όρθιοι ή να κάθονται πάνω στις οργανικές ψάθες και τις βιοδιασπώμενες πετσέτες τους σαν πετρωμένοι, σαν να είχαν μεταμορφωθεί σε συνθετικά αντίγραφα των πραγματικών εαυτών τους. Το ίδιο συνέβαινε και με την ομάδα των νεαρών που έπαιζαν βόλεϊ στο απέναντι άκρο της παραλίας, κοντά σ’ έναν μακρύ κυματοθραύστη από χοντροκομμένους ογκόλιθους.
Η επιφάνεια της θάλασσας είχε μετατραπεί σε μια απέραντη έκταση από κυματιστό γυαλί. Τα κεφάλια των κολυμβητών που πριν από λίγο ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά ανάμεσα στ’ ασπρογάλαζα κύματα της έμοιαζαν τώρα με αμετάβλητες κουκκίδες από σινική μελάνη. Το φως του ήλιου είχε επίσης αλλάξει. Είχε χάσει τη λαμπρότητά του και έπεφτε πάνω στο σιωπηλό εκείνο πανόραμα κάπως ψεύτικο, θολό και πορτοκαλί, σαν να ήταν βαμμένο.
Μια παράξενη παγωνιά απλωνόταν παντού, κάτι σαν πρώιμο φθινόπωρο που μ’ έκανε να ριγήσω. Έτριψα το μπράτσο μου που ακόμα με πονούσε και σηκώθηκα όρθιος. Όταν όμως προσπάθησα να φορέσω το μπλουζάκι που είχα φέρει μαζί μου εκείνο σχίστηκε στα δυο λες και ήταν φτιαγμένο από υγρό χαρτί. Τα κορδόνια των παπουτσιών μου διαλύθηκαν επίσης, σαν να ήταν ιστοί αράχνης.
Τα πάντα είχαν γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη υπερβολικά εύθραυστα και ντελικάτα. Μ’ έλουσε ένα κύμα κρύου ιδρώτα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να παραμείνω ψύχραιμος. Κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε εδώ πέρα αλλά ο πανικός δεν θα βοηθούσε σε τίποτα. Έπιασα λοιπόν την πετσέτα μου με πολύ αργές και απαλές κινήσεις και σιγά-σιγά, όσο πιο μαλακά γινόταν, την τράβηξα προς τα πάνω. Εκείνη εγκατέλειψε απρόθυμα την ξαπλώστρα-λες και κάτι την κρατούσε κολλημένη πάνω της-και κρεμάστηκε στα χέρια μου σαν μολυβένια κουρτίνα. Κατάφερα ωστόσο να την περάσω γύρω απ’ τους ώμους μου σαν στρατιωτική χλαίνη, χωρίς να μετατραπεί σ’ ένα σωρό από άμορφα κουρέλια.
Νοιώθοντας ικανοποίηση απ’ τη μικρή εκείνη νίκη, πήρα μια δεύτερη αναπνοή, το ίδιο βαθιά με την προηγούμενη, και άρχισα να περιφέρομαι ανάμεσα στους ακινητοποιημένους λουόμενους. Πόσο παράξενα είχαν γίνει όλα, πόσο πραγματικά αλλόκοτα! Πόσο τρομαχτικά ήταν τα μάτια τους καθώς ατένιζαν το κενό γυαλιστερά και αμετάβλητα σαν γυάλινες χάντρες! Απολιθωμένοι μορφασμοί απλώνονταν στα ηλιοκαμένα πρόσωπά τους που γυάλιζαν σαν βρεγμένα ψάρια απ’ τον ιδρώτα και τις αντηλιακές κρέμες. Τα στόματα κάποιων είχαν απομείνει μισάνοιχτα, άλλα ήταν ερμητικά κλειστά και λεπτά σαν γραμμές ενώ κάποιοι άλλοι είχαν σταματήσει να κινούνται τη στιγμή που άλλαζαν πλευρό, σηκώνονταν όρθιοι ή έτρωγαν.
Ακόμα και ο αέρας που ανέπνεα είχε αποκτήσει μιαν ασυνήθιστη υφή.
Έμοιαζε να παραμερίζει απρόθυμα μπροστά μου λες και περπατούσα στον πυθμένα κάποιας τεράστιας λίμνης από διάφανο νερό που έσπρωχνε τα μαλλιά μου προς τα πίσω και έκανε το σορτσάκι που φορούσα να κολλάει πάνω στα πόδια μου.
Κάποια στιγμή πλησίασα στο σημείο όπου τα κύματα της θάλασσας έγλειφαν την άμμο της παραλίας. Έμοιαζαν με δαντέλες από γαλακτώδες γυαλί που παγίδευαν το διάχυτο φως του ήλιου ενώ παντού απλωνόταν εκείνη η αλλόκοτη σιγή, αυτή η παράξενη ησυχία.
Σταδιακά, προτού περάσει πολύ ώρα, καθώς συνήθιζα το παράξενο εκείνο περιβάλλον, ανακάλυψα ότι στα όρια της ακοής μου παλλόταν κάτι σαν αμετάβλητο και αδιάσπαστο βουητό, λες και κάπου πολύ μακριά κάποιος είχε στήσει ένα τεράστιο ηχείο που βούιζε γεμάτο με παράσιτα στατικού ηλεκτρισμού.
Κοπάδια γλάρων αιωρούνταν ψηλά στον ουρανό, σαν να ήταν κρεμασμένα από αόρατες πετονιές. Η μεταλλική σιλουέτα ενός επιβατικού αεροπλάνου έμοιαζε καρφωμένη στο ζενίθ, ανάμεσα σε μια ομάδα λευκών σύννεφων που διαγράφονταν αχνό-κίτρινα στον ουράνιο θόλο.
Η ομάδα των παικτών του βόλεϊ σχημάτιζε ένα ιπτάμενο σύνολο καθώς το παράξενο ξόρκι της ολοκληρωτικής ακινησίας τους είχε πιάσει τη στιγμή που τινάζονταν όλοι μαζί στον αέρα για να πιάσουν μια μπάλα. Την είδα να αιωρείται πάνω απ’ το κεφάλι ενός απ’ αυτούς σαν μικροσκοπικό φεγγάρι.
Άφησα τη σιωπηλή παραλία και άρχισα να εξερευνώ την πόλη. Τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα που γέμιζαν τους δρόμους έμοιαζαν ακινητοποιημένα από κάποια ξαφνική καταστροφή. Οι οδηγοί και οι επιβάτες τους κάθονταν ασάλευτοι στο εσωτερικό τους, με μάτια ορθάνοιχτα και χέρια περασμένα στο τιμόνι.
Όπου και να κοιτούσα, το βλέμμα μου έπεφτε πάνω σε ανθρώπους που φορούσαν καλοκαιρινά ρούχα και στέκονταν ασάλευτοι μπροστά από παραφορτωμένα περίπτερα και εισόδους καταστημάτων, σε πεζοδρόμια και πλατείες. Άλλοι ήταν αραχτοί σε καφετέριες μ’ ένα φραπέ στο χέρι, κοιτάζοντας οθόνες πλάσματος που έδειχναν αμετάβλητες εικόνες, κάποιοι κάθονταν στα μπαλκόνια τους ή περίμεναν δίπλα σε φανάρια κυκλοφορίας που δεν άλλαζαν ποτέ.
Κάποια στιγμή, (δεν μπορούσα να ξέρω πόση ώρα είχε περάσει από τη στιγμή που είχα ξυπνήσει στην παραλία γιατί οι δείκτες του ρολογιού μου είχαν πάψει να κινούνται και το τηλέφωνο-περικάρπιο που φορούσα έδειχνε την ίδια πάντα ψηφιακή ένδειξη) βρέθηκα μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, εκεί όπου βρισκόταν το διαμέρισμά μου.
Έβαλα το κλειδί μου στην κλειδαριά της εξώπορτας. Στη συνέχεια έκανα να το γυρίσω αλλά το κλειδί κόπηκε στα δυο λες και είχε γίνει εύθρυπτο σαν παγοκρύσταλλος.
Και τότε με κυρίευσε ένα σκοτεινό κύμα βαθιάς απόγνωσης που όμοια της δεν είχα ξανανιώσει. Λες και αυτή η τελευταία αναποδιά ήταν κάτι σαν καταλύτης που είχε προκαλέσει μέσα μου μια εσωτερική έκρηξη. Έκανα μερικά ζαλισμένα βήματα προς τα πίσω και έκατσα στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείου. Έθαψα το κεφάλι μου ανάμεσα απ’ τα χέρια μου και ευχήθηκα να ξυπνούσα εδώ και τώρα κάτω απ’ την πολύχρωμη ομπρέλα, μέσα στη φασαρία της κοσμοπλημμυρισμένης παραλίας, πίσω στην καθημερινή πραγματικότητα, εκεί όπου τα μεσημέρια σκάει ο τζίτζικας και η πόλη βράζει και ασφυκτιά απ’ τη ζέστη και το καυσαέριο. Και τότε, για πρώτη φορά απ’ τη στιγμή που είχα ξυπνήσει στο σιωπηλό εκείνο κόσμο, άκουσα έναν γνώριμο θόρυβο:
Τον ρυθμικό ήχο ανθρώπινων ποδιών που έτρεχαν βιαστικά πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο. Ανασήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα προς την κατεύθυνση του γοργού εκείνου ποδοκροτήματος.
Μια κοπέλα που φορούσε τζιν παντελόνι και ένα ορειβατικό τζάκετ που την προστάτευε από την διάχυτη ψύχρα της ακίνητης ατμόσφαιρας πλησίαζε προς το μέρος μου. Είχε μακριά και λαμπερά μαλλιά που ανέμιζαν στον ήλιο ενώ στο λεπτοκαμωμένο της πρόσωπο ήταν απλωμένη μια έκφραση έντασης και αποφασιστικότητας, λες και αντιμετώπιζε έναν τρομερό κίνδυνο τον οποίο ήταν όμως αποφασισμένη να ξεπεράσει. Εξαιτίας της δυσκίνητης ατμόσφαιρας έμοιαζε να κινείται σε αργή κίνηση. Έκανε μια σειρά από μεγάλα άλματα, σαν αστροναύτης που περπατάει στην επιφάνεια της Σελήνης.
Εκείνη τη στιγμή γύρω μας αντιλάλησε ο μακρινός και αργόσυρτος ήχος μιας αθέατης σάλπιγγας.
Η κοπέλα κοντοστάθηκε μπροστά μου:
-«To άκουσες αυτό;» με ρώτησε.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά καθώς το κύμα της έκπληξης που με είχε κατακλύσει ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσω να κάνω κάτι περισσότερο.
-«Αυτός ήταν ο Βιγλάτορας,» μου είπε, «Παρακολουθεί απ’ τον πύργο του τον ουρανό και μόλις εντοπίσει κάποια αερό-μέδουσα, σαλπίζει με όλη του τη δύναμη. Όποτε ακούς αυτό τον ήχο να ξέρεις ότι έχεις δύο επιλογές. Η αναζητάς καταφύγιο μέσα σε κάποιο κτίριο ή ξαπλώνεις κατάχαμα και μένεις εντελώς ακίνητος, με κατάλαβες;»
Το βλέμμα που της έριξα θα πρέπει να ήταν αρκετά εύγλωττο.
-«Τέλος πάντων,» συνέχισε εκείνη, «Λογικό είναι να νιώθεις εντελώς μπερδεμένος. Δεν πειράζει! Υποσχέσου μου μόνο ότι θα έρθεις μαζί μου και θα κάνεις ότι σου πω! Διαφορετικά δεν σε βλέπω να παραμένεις ζωντανός για πολύ ακόμα! Και κυρίως μην ακουμπήσεις κανέναν Ακίνητο και μη βγάλεις άχνα! Κάνε ότι σου πω και όλα θα πάνε καλά!»
Έμοιαζε να ξέρει τι της γίνεται και η φωνή της είχε μια έντονα επιτακτική χροιά. Υπάκουσα στη προσταγή της σπρωγμένος από κάποιο παράξενο ένστικτο αυτοσυντήρησης. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να την ακολουθώ, προσπαθώντας να μιμηθώ όσο καλύτερα μπορούσα τον ασυνήθιστο τρόπο που κινούταν, πράγμα όχι και τόσο εύκολο καθώς ο δυσκίνητος και κρύος αέρας εμπόδιζε τις κινήσεις μου ενώ η προσπάθεια που έκανα να μένω μακριά απ’ τους «Ακίνητους» τους πετρωμένους ανθρώπους που στέκονταν στο πεζοδρόμιο δηλαδή, απορροφούσε σχεδόν ολοκληρωτικά την προσοχή μου.
Και τότε πρόσεξα μια παράξενη αλλαγή. Το φως του ήλιου αδυνάτισε ξαφνικά και γύρω μας απλώθηκε μια κιτρινωπή μουντάδα, παρόμοια μ’ αυτή που σκεπάζει τη γη όταν ο ουρανός γεμίζει απ’ τα πυκνά σύννεφα μιας πυρκαγιάς.
Σταμάτησα να τρέχω, έστρεψα το βλέμμα μου προς τον ουρανό και αντίκρισα μια δισκοειδή μάζα που έμοιαζε με γκρίζο σύννεφο να ταξιδεύει αργά πάνω απ’ την πόλη. Απ’ το κάτω μέρος του κρέμονταν αναρίθμητα νημάτια που κυμάτιζαν ανάλαφρα πέρα δώθε, λες και τα χάιδευε κάποιο ανεπαίσθητο αεράκι. Ήταν μακριά και λεπτεπίλεπτα σαν ιστοί αράχνης και δημιουργούσαν ένα σκουρόχρωμο παραπέτασμα, παρόμοιο με τα κρόσσια που σχηματίζουν οι απειράριθμες σταγόνες της βροχής που κρέμονται απ’ τα νέφη μιας τροπικής καταιγίδας.
Τα παράξενα εκείνα νημάτια άγγιξαν το δρόμο που ξετυλιγόταν δίπλα μας και χάιδεψαν την ασφάλτινη επιφάνειά του σαν αθόρυβες χιονονιφάδες.
Μας πλησίαζαν με ανησυχητική ταχύτητα. Ξανάρχισα να τρέχω πίσω απ’ την κοπέλα η οποία εξακολουθούσε να κινείται με μεγάλα και ανάλαφρα βήματα και ν’ αποφεύγει τους ακίνητους ανθρώπους στρίβοντας μια δεξιά και μια αριστερά. Αναρωτήθηκα ποιος να ήταν ο λόγος που την υποχρέωνε να συμπεριφέρεται έτσι.
Εκείνη, λες και ήταν σε θέση να διαβάζει τις σκέψεις που περνούσαν απ’ το μυαλό μου, μου φώναξε:
-«Πρόσεξε μην αγγίξεις κανέναν από δαύτους. Είναι σαν εμπρηστικές βόμβες. Αν τους αγγίξεις θα μετατραπείτε και οι δυο σε στάχτες!»
Κάποια στιγμή φτάσαμε σ’ ένα σημείο όπου ο δρόμος που διασχίζαμε διασταυρωνόταν με μια πάροδο διπλής κυκλοφορίας.
Ένα δεύτερο σύννεφο πετούσε πάνω από εκείνο το λιγότερο πολυσύχναστο σημείο. Δίπλα σ’ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο στεκόταν ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που σπαρταρούσε ακινητοποιημένος από αναρίθμητα γκριζωπά νημάτια. Είχαν μαζευτεί γύρω του σαν μια μάζα από κολλώδεις ίνες και έμπλεκαν ένα ασφυκτικό κουκούλι απ’ το οποίο μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει.
Έχασα την ισορροπία μου και σωριάστηκα κατάχαμα, πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο. Έμεινα ακίνητος, να παρακολουθώ το τρομερό θέαμα τρέμοντας σύγκορμος.
Ο άνθρωπος πέθαινε. Είχε σωριαστεί κατάχαμα και καθώς όλο και περισσότερα νημάτια κολλούσαν πάνω του, τραβηγμένα λες από κάποιο πανίσχυρο μαγνητικό πεδίο, μετατρεπόταν σ’ ένα άμορφο κουβάρι από κλωστές που όλο και μεγάλωνε.
Αμέσως μετά, το πρόσωπο τα χέρια και τα πόδια μου, τα κομμάτια του σώματός μου που ήταν εκτεθειμένα δηλαδή, αγγίχτηκαν από κάτι που έμοιαζε με αναρίθμητους και γλοιώδεις ιστούς αράχνης.
Το βλέμμα της κοπέλας που είχε απομείνει ακίνητη και αυτή, καθισμένη ανακούρκουδα, καρφώθηκε πάνω μου και μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν έπρεπε να κάνω την παραμικρή κίνηση. Έκλεισα το στόμα μου και κατέπνιξα όσο καλύτερα μπορούσα τα ρίγη που με κατέκλυζαν.
Κάποια στιγμή το πελώριο σύννεφο μας προσπέρασε πετώντας πάνω απ’ το δρόμο σαν σιωπηλό αερόστατο και τα νημάτια του έπαψαν να μας ψαχουλεύουν.
-«Τώρα μπορούμε να φύγουμε,» μου είπε η άγνωστη κοπέλα.
-«Και που να πάμε;» τη ρώτησα ξέπνοα.
-«Εκεί που μένουμε όλοι εμείς, οι κάτοικοι της Σιωπηλής Ζώνης. Στο Καταφύγιο.» μου απάντησε, «Εκεί θα είμαστε ασφαλείς.»
Ξαναρχίσαμε να περπατάμε στους σιωπηλούς δρόμους αλλά τώρα κινούμασταν με λιγότερη βιασύνη, πράγμα που σήμαινε ότι ο κίνδυνος που μας απειλούσε είχε επιτέλους απομακρυνθεί.
Τα λαμπερά μαλλιά της νεαρής περιέβαλλαν το κεφάλι της σαν φωτεινή άλω. Ήταν πολύ όμορφη. Είχε πρόσωπο καλοσχηματισμένο και δυνατό, με πράσινα μάτια και σαρκώδη χείλη. Η επιδερμίδα της ήταν λευκή και απαλή, σαν μεταξένια. Ένιωσα τον σφυγμό μου να επιταχύνεται και πάλι αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους αυτή τη φορά.
Εκείνη με κοίταξε και ένα φωτεινό χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπό της. Η όψη της μεταμορφώθηκε ακαριαία. Ενώ προηγουμένως έμοιαζε με ατρόμητη Αμαζόνα που ετοιμάζεται να συντρίψει τους εχθρούς της, τώρα είχε γίνει γλυκιά και φωτεινή, σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης.
-«Μπορείς να μου πεις τι ακριβώς συμβαίνει;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να ελέγξω τα ζωηρά συναισθήματα που ξυπνούσε μέσα μου η εκτυφλωτική της ομορφιά, «Και καταρχήν ποια είσαι εσύ;»
-«Με λένε Δήμητρα,» μου απάντησε εκείνη, «Και είμαι μια συλλέκτρια!»
-«Μια τι;» Σταμάτησα να περπατάω και την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω. Θα πρέπει να έμοιαζα με τα ζωντανά αγάλματα που μας περιτριγύριζαν.
-«Συλλέκτρια,» επανέλαβε η Δήμητρα προφέροντας αυτή τη φορά τη λέξη περισσότερο εμφατικά και μακρόσυρτα, σαν να προσπαθούσε να με βοηθήσει να την απομνημονεύσω, «Αποστολή μου είναι να κυκλοφορώ στην πόλη και να ψάχνω για χρήσιμα αντικείμενα. Δεν είναι και πολύ εύκολη δουλειά ξέρεις, αφ’ ενός γιατί πρέπει να προσέχω να μην αγγίξω κάποιον απ’ τους Ακίνητους και αφ’ ετέρου γιατί οφείλω να προκαλώ όσο το δυνατόν λιγότερες φθορές στο περιβάλλον μας. Αυτό προστάζει ο Κώδικας!»
-«Και τι ακριβώς είναι ο Κώδικας;»
Εκείνη με πήρε απ’ το χέρι και τάχυνε το βηματισμό της. Το σφίξιμό της ήταν σταθερό, το άγγιγμά της όμως μου φάνηκε κρύο και ιδρωμένο.
-«Ο Κώδικας,» άρχισε να μου λέει, «είναι ένα σύνολο οδηγιών που καθορίζουν τη συμπεριφορά όσων ζουν στη Σιωπηλή Ζώνη.»
-«Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα απ’ όλα αυτά που μου λες,» της είπα. Σταμάτησα να περπατάω για δεύτερη φορά και της έριξα ένα πεισματάρικο βλέμμα. «Και καταρχήν τι είναι η Σιωπηλή Ζώνη;»
Εκείνη αναστέναξε στωικά.
-«Δεν πειράζει,» μου είπε, «Όταν φτάσουμε στο Καταφύγιο, θα λυθούν όλες σου οι απορίες. Εντάξει;»
Κοίταξα γύρω μου τους ακινητοποιημένους ανθρώπους και τη σιωπηλή πόλη και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
Αποφάσισα να μην της κάνω καμία επιπλέον ερώτηση.





16h.45min.13,2500000000001sec.



Το Καταφύγιο ήταν ένα ογκώδες κατασκεύασμα από γυαλί και μέταλλο με άκρως φουτουριστική εμφάνιση και πολύ εκκεντρικό σχήμα. Ανήκε σε κάποια πολυεθνική εταιρία κινέζικων συμφερόντων που δραστηριοποιούνταν στον τομέα των μικρο-ηλεκτρονικών γκάτζετς. Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει γεμίσει από τέτοια αρχιτεκτονικά τερατουργήματα καθώς οι Κινέζοι έχουν επιλέξει την Ελλάδα ως προγεφύρωμα για τις Βαλκανικές τους επιχειρήσεις μια και προς το παρόν τουλάχιστον, ήμαστε η μοναδική χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που δεν έχει εμπλακεί σε κάποιας μορφής ένοπλης διένεξης με τους γείτονές της. Έλαμπε τις νύχτες σαν τεράστιο κόσμημα καθώς ολόκληρη η πρόσοψή του ήταν καλυμμένη από λαμπάκια LED που άλλαζαν χρώμα συνεχώς ενώ την ημέρα άστραφτε εκτυφλωτικά, σαν αγκαθωτό παγόβουνο που μόλις είχε καταφτάσει από κάποιο φεγγάρι του πλανήτη Κρόνου.
Η Δήμητρα με οδήγησε στο πλάι του αστραφτερού κτιρίου. Εκεί, σ’ έναν τοίχο που έμοιαζε φτιαγμένος από λευκή πορσελάνη, διαγραφόταν μια μεταλλική πόρτα. Η Δήμητρα τη χτύπησε συνθηματικά δύο φορές και εκείνη άνοιξε αθόρυβα. Δρασκελίσαμε το κατώφλι της βιαστικά μια και πάνω απ’ τα γύρω κτίρια είχε ξανακάνει την εμφάνισή του το δισκοειδές σύννεφο με τα νημάτια και πλησίαζε αργά και σταθερά προς το μέρος μας.
Η πόρτα έκλεισε πίσω μας ερμητικά.
Και τότε βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ έναν γενειοφόρο άνδρα. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τα μάτια του ήταν μαύρα και διαπεραστικά.
-«Ποιος είσαι εσύ;» με ρώτησε μ’ ένα επιτακτικό και μάλλον εχθρικό ύφος.
-«Δεν θα το πιστέψεις αλλά μόλις ετοιμαζόμουν να σου κάνω την ίδια ερώτηση,» του απάντησα με τη σειρά μου αρνούμενος να πτοηθώ απ’ τον επιθετικό τόνο της φωνής του.
-«Είναι ο καινούργιος ρε Κώστα, δεν το βλέπεις;» μπήκε στη μέση η Δήμητρα.
-«Ο Καινούργιος ε;» τη ρώτησε αυτός κοιτάζοντάς με από πάνω μέχρι κάτω λες και περιεργαζόταν κάποιο άγνωστο είδος ανθρωποειδούς, «Ώστε αυτός είναι ο καινούργιος!»
Η φωνή του έσταζε επιφυλακτικότητα και δυσπιστία. Μου προκάλεσε ένα αυθόρμητο κύμα αντιπάθειας το οποίο δεν προσπάθησα καθόλου να καταπνίξω.
-«Λείπεις απ’ το Καταφύγιο για εβδομήντα τρεις ώρες και μας κουβάλησες τελικά αυτόν εδώ;» πρόσθεσε ο Κώστας με χαιρέκακο ύφος, «Πως λες να φανεί αυτό στα μάτια της Κοινότητας;»
-«Καλύτερα να το κρίνει αυτό η ίδια η Κοινότητα, δεν συμφωνείς και εσύ;» ήταν η αρκετά παγερή απάντηση που του έδωσε η Δήμητρα.
Εκείνος έβγαλε ένα καταφατικό και μάλλον απρόθυμο γρύλισμα και έκανε στο πλάι για να περάσουμε.
-«Συζητάνε αυτή τη στιγμή που μιλάμε,» σχολίασε, «Δεν ξέρω όμως αν θα χαρούν και πολύ με το δωράκι που τους έφερες!»
Η Δήμητρα ούτε καν καταδέχτηκε να του απαντήσει.
Με ξαναπήρε απ’ το χέρι και αυτή τη φορά το άγγιγμά της ήταν ζεστό και απαλό σαν χάδι.
Αρχίσαμε ν’ ανεβαίνουμε μια σκάλα που έμοιαζε με έξοδο κινδύνου. Ο Κώστας έμεινε πίσω, στο ισόγειο, να κρατάει σκοπιά πίσω απ’ την πόρτα. Καθώς ανεβαίναμε έναν-έναν τους ορόφους του κτιρίου, αντίκρισα ατελείωτες σειρές από γλάστρες και ζαρντινιέρες όπου φύτρωναν λαχανικά και οπωροφόρα δέντρα και συστοιχίες από πέργκολες απ’ όπου κρέμονταν αναρριχητικά φυτά. Το εσωτερικό του πολυώροφου κτίσματος είχε μετατραπεί σ’ ένα πελώριο θερμοκήπιο.
Όταν φτάσαμε στον τελευταίο όροφο ανοίξαμε μια δεύτερη πόρτα.
Βρεθήκαμε σ’ έναν ενιαίο χώρο που έμοιαζε με αχανή αίθουσα ψυχαγωγίας, απ’ αυτές που παρέχουν οι πολυεθνικές στα στελέχη τους για ν’ ανακουφίζονται απ’ το εργασιακό στρες.
Ο χώρος εκείνος φωτίζονταν άπλετα από φωτιστικά σώματα χαμηλής κατανάλωσης και εκκεντρικού ντιζάιν που κρέμονταν από ένα κυματιστό ταβάνι. Ήταν γεμάτος από έπιπλα που σχημάτιζαν ένα λειτουργικό σύνολο ικανό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας αρκετά μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Τραπέζια και καρέκλες είχαν τοποθετηθεί σε μια διάταξη που θύμιζε κοινοβιακή τραπεζαρία, κρεβάτια στέκονταν το ένα δίπλα στο άλλο σαν σε στρατιωτικό κοιτώνα ενώ ντουλάπες και κομοδίνα καταλάμβαναν την απέναντι πλευρά της αίθουσας. Διαχωριστικά παραβάν που μια φορά και έναν καιρό ήταν τοποθετημένα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να οριοθετούν γραφεία, είχαν αλλάξει θέση και σχημάτιζαν μικρά και μεγάλα δωμάτια.
Από τεντωμένα σκοινιά κρέμονταν ρούχα σεντόνια και πετσέτες ενώ σε μια γωνιά ένας σωρός από μαξιλάρια γέμιζε έναν περιφραγμένο χώρο μέσα στον οποίο έπαιζαν όλο χαρά μια ντουζίνα πιτσιρικάδες.
Ανάμεσα στα κρεβάτια, στα τραπέζια, στις καρέκλες, στους καναπέδες και τις ντουλάπες στέκονταν μερικοί «Ακίνητοι» που κοιτούσαν το γύρω χώρο με μάτια απλανή και αμετακίνητα. Κρατούσαν στα χέρια τους note-books και ντοσιέ. Άλλοι καθόταν σε καθίσματα γραφείου με τα χέρια τους μισό-απλωμένα και τα δάχτυλα τους τεντωμένα, λες και πατούσαν τα πλήκτρα ανύπαρκτων πληκτρολόγιων. Γύρω απ’ τις ακίνητες μορφές όλων αυτών είχαν τοποθετηθεί κάγκελα και κόκκινες ταινίες.
Η Δήμητρα, που συνέχισε να με κρατά από το χέρι, διέσχισε την αίθουσα και πλησίασε μια σειρά από πόρτες που έβγαζαν σε μια οβάλ αίθουσα συνεδριάσεων πέρα απ’ τους φιμέ τοίχους της οποίας απλωνόταν μια εντυπωσιακή θέα της Αθήνας.
-«Μαζευόμαστε εδώ πέρα μια φορά την εβδομάδα, για ν’ ανταλλάξουμε απόψεις πάνω στα ζητήματα που μας απασχολούν!» μου εξήγησε.
-«Αυτή είναι η συζήτηση που μας έλεγε αυτός ο ανοιχτόκαρδος φίλος σου ο Κώστας;» τη ρώτησα με ειρωνικό ύφος.
Η Δήμητρα χαχάνισε. Το γέλιο της ήταν πολύ όμορφο, πλούσιο και αισθησιακό.
-«Ναι, αυτό ακριβώς,» μου απάντησε. Και γέλασε για δεύτερη φορά.
Η αίθουσα συνεδριάσεων ήταν κατάμεστη από κόσμο, από ανθρώπους που κάθονταν σε μεταλλικές καρέκλες και τραπέζια τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε ημικυκλική διάταξη γύρω από ένα κεντρικό σημείο όπου στεκόταν μια λευκή πολυθρόνα. Το μόνο που δεν είχε μετακινηθεί εκεί μέσα ήταν ένα γωνιακό γραφειάκι όπου κάποια Ακίνητη δακτυλογράφος έσκυβε πάνω από ένα πληκτρολόγιο, εντελώς ανυποψίαστη για τα όσα διαδραματίζονταν γύρω της.
Η εμφάνισή μας ή μάλλον η δική μου παρουσία, ξεσήκωσε ένα κύμα έκπληκτων επιφωνημάτων. Το πλήθος που βρισκόταν μέσα στην αίθουσα, εκατό περίπου άνθρωποι που φορούσαν ζεστά ρούχα και γάντια, με κοίταξαν αποσβολωμένοι, λες και μόλις είχα ξεμυτίσει μέσα από έναν ιπτάμενο δίσκο.
-«Όλα καλά Δήμητρα;» τη ρώτησε ένας άνδρας με άσπρα μαλλιά και πλούσια γένια. Ο αέρας της σιγουριάς και της ψυχραιμίας που τον περιέβαλλε μ’ έκανε να καταλάβω ότι κρατούσε ένα ηγετικό πόστο εκεί μέσα.
-«Καταρχήν σας φέρνω κάποια άσχημα νέα,» του απάντησε εκείνη με σταθερή φωνή, «χάσαμε τον Νικόλα. Τον άρπαξε μια αερό-μέδουσα μπροστά στα μάτια μου. Αλλά σας έφερα και αυτόν εδώ,» πρόσθεσε, «τον ανακάλυψα κοντά στην παραλία!»
Η δήλωσή της αυτή ξεσήκωσε ένα καινούργιο κύμα επιφωνημάτων. Αυτή τη φορά ήταν ένα μείγμα θλίψης, οργής και φόβου.
Κοίταξα αυτούς τους ανθρώπους πιο προσεκτικά. Έμοιαζαν γεροί όλοι τους και υγιείς. Οι περισσότεροι ήταν μάλιστα αρκετά μικρότεροί από μένα σε ηλικία.
-«Αυτό είναι πολύ λυπηρό, αλλά τουλάχιστον κατάφερες να εκτελέσεις την αποστολή σου με απόλυτη επιτυχία,» δήλωσε ένας δεύτερος τύπος που φορούσε γυαλιά. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και μας πλησίασε χαμογελώντας στοργικά.
-«Όλα εντάξει μπαμπά;» τον ρώτησε η Δήμητρα ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο.
-«Όλα εντάξει,» της απάντησε εκείνος. Στη συνέχεια στράφηκε προς το μέρος μου:
-«Πες μας σε παρακαλώ, πως ονομάζεσαι και ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θυμάσαι απ’ τη στιγμή που βρέθηκες στην κατάσταση της χρονικής επιτάχυνσης; Με την ησυχία σου!»
-«Μα καλά, έχετε τρελαθεί όλοι εντελώς;» φώναξε μια γυναίκα που είχε μείνει σιωπηλή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα σ’ ένα σφιχτό κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν όμορφα και εκλεπτυσμένα. Έμοιαζε με αρχετυπική καθηγήτρια, με μια έξυπνη, εγκεφαλική και καλοπροαίρετη δασκάλα.
-«Δεν βλέπετε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει ξυλιάσει απ’ το κρύο;» πρόσθεσε θυμωμένη, «Κυκλοφορεί δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα σχεδόν μισόγυμνος! Στάθη, θα μπορούσες να κάνεις υπομονή για λίγο;» Παραμέρισε τους γύρω της με αποφασιστικές κινήσεις και με πλησίασε κρατώντας στα χέρια της μια φανέλα, ένα πουκάμισο και ένα πεζοπορικό μπουφάν. Δέχτηκα τα δώρα της με ευγνωμοσύνη. Είχε απόλυτο δίκιο. Είχα μουδιάσει απ’ την παγωνιά που απλωνόταν ακόμα και εκεί μέσα και το μόνο που εμπόδιζε τα δόντια μου από το ν’ αρχίσουν να χτυπάνε σαν καστανιέτες ήταν οι αλλεπάλληλες εκπλήξεις που κρατούσαν το στόμα μου ανοιχτό.
-«Μάρθα, Λουκία, φέρτε του ένα παντελόνι και προσπαθήστε να ζεστάνετε και λίγο τσάι!»
Δύο άλλες γυναίκες άρχισαν να τρέχουν πέρα δώθε εκτελώντας τις εντολές της.
-«Εσύ κάθισε στην πολυθρόνα και πες μας τα όλα με την ησυχία σου. Εντάξει;» ολοκλήρωσε τις προσταγές της η συμπαθέστατη εκείνη κυρία.
-«Μαμά, πάλι καλά που είσαι και εσύ εδώ για να βάζεις τα πράγματα σε μια σειρά!» «Τι θα κάναμε χωρίς εσένα;» της είπε η Δήμητρα στοργικά. Στη συνέχεια τη φίλησε στο μάγουλο.
Προσπάθησα να φορέσω τα ρούχα που μου είχε δώσει, αργά και προσεκτικά, ώστε να μην διαλυθούν σαν το μπλουζάκι μου στην παραλία. Στο μεταξύ, γύρω μου μαζεύτηκαν άντρες γυναίκες και παιδιά που με κοιτούσαν με μάτια ορθάνοιχτα και ολοστρόγγυλα σαν κουμπιά.
-«Θα μπορούσε κάποιος από σας να μου εξηγήσει ποιοι είσαστε όλοι εσείς και τι ακριβώς κάνετε εδώ πέρα;» τους ρώτησα, «Και όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη σαφήνεια σας παρακαλώ!»,
-«Θα σου εξηγήσω εγώ,» πήρε το λόγο ο γενειοφόρος άνδρας.
-«Με το μαλακό Θανάση έτσι;» τον προειδοποίησε η μητέρα της Δήμητρας που με κοιτούσε με ανήσυχο ύφος.
Ο Θανάσης περιορίστηκε στο να της κάνει ένα καθησυχαστικό νεύμα. Στη συνέχεια έσκυψε από πάνω μου και ακούμπησε τα δάχτυλά του πάνω στα μπράτσα της λευκής πολυθρόνας.
Την ίδια στιγμή το χέρι της Δήμητρας με άγγιξε ενθαρρυντικά στον ώμο.
Όλες αυτές οι κινήσεις είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που επιδίωκε το πλήθος εκείνων των ανθρώπων που είχαν μαζευτεί γύρω μου και με κοιτούσαν χαρούμενοι. Πανικοβλήθηκα. Κατάφερα ωστόσο να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, να παραμείνω καθισμένος στην πολυθρόνα μου και να σφίξω τα δόντια, περιμένοντας να ακούσω τα δυσάρεστα νέα.
-«Βρίσκεσαι στην ίδια πόλη που βρισκόσουν και προηγουμένως, στην Αθήνα.» με διαβεβαίωσε ο Θανάσης.
-«Το έχω ήδη καταλάβει αυτό,» του απάντησα με προσποιητή ψυχραιμία.
-«Με μια μικρή διαφορά,» μπήκε στη μέση ο Στάθης, ο πατέρας της Δήμητρας, «έχεις περάσει σε διαφορετική Χρονική Ζώνη!»
Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
-«Σε τι;»
-«Χρονική Ζώνη,» επανέλαβε ο Στάθης αυτή τη φορά. «Έχεις περιέλθει σε μια κατάσταση όπου ο χρόνος έχει επιταχυνθεί αφύσικα. Ένα δευτερόλεπτο του κανονικού χρόνου μέσα στον οποίο ζούσες προτού η συχνότητα των ατόμων του σώματός σου αλλάξει, ισοδυναμεί με εκατό χιλιάδες χρόνια της τωρινής σου κατάστασης.»
-«Μα πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;» τον ρώτησα, «πως έγινε αυτό;»
-«Είναι κάτι που συνέβη στους προπάτορές μας τα τελευταία μικρό-δευτερόλεπτα του κανονικού χρόνου. Από τη μια στιγμή στην άλλη, άλλαξαν χρονική συχνότητα και βρέθηκαν σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο ο οποίος, όπως θα έχεις ήδη προσέξει, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, κάνει κρύο επειδή η ενέργεια και επομένως και η θερμότητα μεταδίδονται πολύ πιο αργά ενώ το μακρινό βουητό που ακούς όλη την ώρα αποτελεί το ξεψυχισμένο αμάλγαμα όλων των ήχων του φυσιολογικού περιβάλλοντος».
-«Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω απολύτως τίποτα,» μουρμούρισα τρίβοντας τα πόδια μου για να τα ζεστάνω. Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η Μάρθα και η Λουκία έσκασαν μύτη κρατώντας η μια ένα παντελόνι και η άλλη ένα μεγάλο φλιτζάνι με αχνιστό τσάι. Πρόσεξα ότι οι ατμοί που έβγαιναν από το χείλος του αιωρούνταν ακίνητοι σαν συρμάτινα συννεφάκια.
-«Αν συμβαίνει αυτό, πως καταφέρατε να ζεστάνετε το τσάι τόσο γρήγορα;» τον ρώτησα.
Εκείνος χαμογέλασε επιδοκιμαστικά:
-«Είσαι έξυπνος βλέπω,» σχολίασε. «Ευτυχώς, όταν έγινε η μετάβαση, ήμασταν τυχεροί. Στα εργαστήρια αυτού του κτιρίου που αποκαλούμε Καταφύγιο υπάρχουν κάποιοι πομποί μικροκυμάτων που βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση λειτουργίας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να βάζουμε την τροφή μας μέσα τους και να περιμένουμε λίγα λεπτά της ώρας. Της δικής μας ώρας δηλαδή. Περιέργως η μέθοδος αποδίδει.»
-«Μου φαίνονται εντελώς απίστευτα όλα αυτά,» ψέλλισα κοιτάζοντάς τον με γουρλωμένα μάτια.
-«Κοίταξε να δεις,» προσπάθησε για τρίτη και τελευταία φορά να μου εξηγήσει ο Θανάσης, «Για σένα, ο φυσιολογικός κόσμος έχει μπει σε μια τρομερά αργή κίνηση. Από τότε που συνέβη αυτό, για μας έχουν περάσει διακόσια ολόκληρα έτη αλλά για τον φυσιολογικό κόσμο δεν έχει περάσει ούτε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. Οι πρόγονοί μας, η πρώτη γενιά που πέρασε σ’ αυτή τη χρονική διάσταση, χρησιμοποίησαν ως κατάλυμα αυτό το κτίριο και το διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Μέχρι να καταλάβουν οι άνθρωποι του φυσιολογικού χρόνου ότι το περιβάλλον τους έχει αλλάξει, για μας θα έχουν μεγαλώσει και πεθάνει πολλές γενεές. Το πρόβλημα μας ωστόσο είναι ότι δεν είμαστε μόνοι εδώ πέρα.»
-«Μιλάς για το ανθρωποφάγο σύννεφο ε;»
-«Ναι, σωστά,» μου απάντησε κουνώντας το κεφάλι του με ικανοποίηση, «Μιλάω για τις αερό-μέδουσες. Πρόκειται για οντότητες που κατοικούν σ’ αυτή τη χρονική ζώνη, εντελώς αόρατες και εφήμερες για τον φυσιολογικό χρόνο, οι οποίες δείχνουν όμως ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς.»
-«Σας κυνηγάνε;»
-«Ναι, ασταμάτητα.» «Τις πρώτες μέρες, οι προπάτορές μας δεν ήξεραν τι αντιμετώπιζαν. Εκείνοι που τυλίχτηκαν απ’ τα νημάτιά τους, πέθαναν,» πρόσθεσε με παγερή φωνή, «Ευτυχώς δεν έχουν καταφέρει να εισχωρήσουν εδώ μέσα. Έλκονται από οτιδήποτε κινείται οπότε αν πέσεις στο δρόμο τους, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σταθείς εντελώς ακίνητος.»
-«Μα τι εννοείς όμως όταν μιλάς για χρονικές ζώνες;»
Αυτός αναστέναξε και μου είπε:
-«Ο χρόνος, όπως και ο χώρος, είναι πολυδιάστατος. Αποτελείται από διάφορες ζώνες. Σε κάποιες απ’ αυτές κινείται πιο γρήγορα, σε κάποιες πιο αργά. Όλοι εμείς, όπως και εσύ, βρισκόμαστε σε μια πιο γρήγορη ζώνη. Αυτό είναι όλο.»
-«Μας πως συνέβη κάτι τέτοιο;»
-«Έχω αναπτύξει μια σχετική θεωρία». Με μια απότομη κίνηση εμπόδισε τη γυναίκα του από το να τον διακόψει. «Αλλά προτού στην παρουσιάσω, θα ήθελα να μου κάνεις μια χάρη.»
-«’Ότι θες,» τον παρότρυνα επιφυλακτικά. Από τη στιγμή που είχα φορέσει πιο ζεστά ρούχα ένιωθα πολύ καλύτερα και είχα ανακτήσει ένα μεγάλο μέρος της αυτοκυριαρχίας μου. Το ζεστό τσάι που έπινα γουλιά-γουλιά, αν και κυλούσε στο λαιμό μου πηχτό σαν σιρόπι, ήταν πολύ ανακουφιστικό.
-«Προσπάθησε να θυμηθείς, ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που σου συνέβη προτού περάσεις στη Σιωπηλή Ζώνη;» με ρώτησε ο πατέρας της Δήμητρας.
-«Σιωπηλή Ζώνη;» τον ρώτησα.
-«Ναι, έτσι αποκαλούμε αυτόν τον κόσμο!»
Έμεινα σιωπηλός, προσπαθώντας να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά.
-«Είχα πάει για μπάνιο στη θάλασσα,» άρχισα να του λέω, «Και κάποια στιγμή, αφού έκανα τη βουτιά μου, άραξα σε μια ξαπλώστρα..»
-«Και μετά;» με παρότρυνε ο Στάθης.
-«Μετά νομίζω ότι λαγοκοιμήθηκα. Αλλά όχι για πολύ. Κάτι με τσίμπησε στο χέρι. Κάτι σαν έντομο. Πόνεσε πολύ.»
-«Και μετά;» με ξαναρώτησε ο Στάθης.
-«Μετά ξύπνησα σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να σας πω. Εκτός από ένα πράγμα.»
-«Για λέγε…»
-«Μου είναι δύσκολο να το περιγράψω,» άρχισα να του λέω αργά και διστακτικά λες και προσπαθούσα να βρω το δρόμο μου μέσα από ένα δύσβατο δάσος, «αλλά καθώς βρισκόμουν σ’ εκείνη την κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, και άκουγα τον ήχο των κυμάτων που έσπαγαν στην παραλία, την ομπρέλα που πλατάγιζε στον άνεμο και το ρυθμό της αναπνοής μου, τη στιγμή που άρχισε να πονάει το χέρι μου, μου φάνηκε πως όλοι αυτοί οι ήχοι συντονίστηκαν, πως άρχισαν να ακολουθούν έναν κοινό ρυθμό. Και για μια στιγμή ήταν σαν ολόκληρο το σύμπαν να παλλόταν στο ίδιο σταθερό τέμπο. Και μετά ξύπνησα σ’ αυτή την κατάσταση, σ’ αυτή τη χρονική ζώνη, αυτό που είπατε εσείς τέλος πάντων!»
Ο πατέρας της Δήμητρας έκανε μια επιτόπια στροφή και κοίταξε τους άλλους θριαμβευτικά.
-«Βλέπετε;» αναφώνησε, «Είναι όπως σας το είπα. Του συνέβη αυτό που έπαθαν οι προπάτορες! Συντονίστηκε στον κοσμικό παλμό με αποτέλεσμα η ενεργειακή του συχνότητα να επιταχυνθεί κατακόρυφα. Και έτσι πέρασε στη Σιωπηλή Ζώνη!»
-«Δηλαδή εξακολουθείς να πιστεύεις ότι υπάρχει ελπίδα για μας;» τον ρώτησε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο και μάλλον κουρασμένο πρόσωπο.
-«Η άφιξη αυτού του ανθρώπου επιβεβαιώνει τη θεωρία μου!» επέμεινε εκείνος, «το μόνο που έχουμε να κάνουμε, είναι να ξαναμπούμε στη φάση του αρχικού συντονισμού και έτσι ν’ αντιστρέψουμε την όλη διαδικασία!»
-«Μα πως θα το πετύχετε αυτό;»
Μια βαθιά σιωπή απλώθηκε γύρω μου. Μια διστακτική σιγή που χρωματιζόταν από μια υπαινικτική απροθυμία.
-«Λοιπόν;» τους ξαναρώτησα, περισσότερο επιτακτικά αυτή τη φορά. Στο κάτω-κάτω, εγώ τους είχα αφηγηθεί με κάθε ειλικρίνεια την ιστορία μου. Τώρα είχε έρθει η δική τους σειρά. Αυτός που ανέλαβε τελικά να μου απαντήσει ήταν ένας τρίτος άνδρας, ένας τύπος με καράφλα και γυαλιά. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά του έδιναν μια αρχαϊκή εμφάνιση που όμως δεν μετρίαζε καθόλου τη δύναμη του βλέμματός του. Τα μάτια του ήταν λαμπερά και κοφτερά σαν χειρουργικά εργαλεία.
-«Οι προπάτορές μας έλαβαν μέρος σ’ ένα πείραμα χρονοστρέβλωσης.» μου είπε.
-«Τι πράγμα;»
-«Άκουσε με και θα καταλάβεις,» συνέχισε αυτός, «Η πρώτη γενιά των ανθρώπων που πέρασαν στη Σιωπηλή Ζώνη, οι προπάτορες όπως τους αποκαλούμε εμείς, ήταν μια ομάδα από εθελοντές-πειραματόζωα. Η εταιρία που τους απασχολούσε χρηματοδοτούσε μια έρευνα πάνω στους μηχανισμούς λειτουργίας του φαινομένου της αντίληψης. Σύμφωνα με τα αρχεία που μας κληροδότησαν, συμμετείχαν στην ανάπτυξη μιας μεθόδου ταχύτερης επεξεργασίας δεδομένων απ’ τον ανθρώπινο εγκέφαλο με απώτερο σκοπό την αποτελεσματικότερη αλληλεπίδραση ανθρώπου και μηχανών . Έτσι νόμιζαν δηλαδή.»
-«Δηλαδή;»
-«Αργότερα, μετά τον εγκλωβισμό τους στη Σιωπηλή Ζώνη, τα έγγραφα που ανακάλυψαν στα διαβαθμισμένα αρχεία της Εταιρίας τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο πραγματικός χρηματοδότης του προγράμματος ήταν το Κινέζικο Υπουργείο Άμυνας και ότι οι ίδιοι είχαν χρησιμοποιηθεί ως πειραματόζωα στην εκτέλεση ενός εγχειρήματος με καθαρά στρατιωτικές εφαρμογές.»
-«Δεν νομίζω ότι σας καταλαβαίνω!»
-«Φαντάσου έναν στρατό που ν’ αποτελείται από ανθρώπους σαν κι εμάς,» μπήκε στη μέση η Δήμητρα μ’ έναν τόνο ανυπομονησίας στη φωνή της, «πόσο πανίσχυρος και ασύλληπτος θα ήταν κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης! Οι εχθροί του θα ήταν εντελώς αβοήθητοι, εγκλωβισμένοι σ’ ένα χώρο-χρονικό συνεχές μέσα στο οποίο θα χρειάζονταν ολόκληρους γεωλογικούς αιώνες για να αντιδράσουν σε μια επίθεση!»
-«Και πως σκόπευαν να κατορθώσουν κάτι τέτοιο οι Κινέζοι;» τους ρώτησα κοιτάζοντάς τους έναν-έναν με απορία. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια ατελείωτη ακολουθία από πρόσωπα που είχαν αποκτήσει μια απόμακρη και ονειροπόλα έκφραση.
-«Παρασκεύασαν ένα νάνο-υλικό, έναν ορρό που λειτουργούσε ως ατομικός επιταχυντής. Μια ουσία που επιταχύνει τη συχνότητα των ατόμων με τα οποία έρχεται σ’ επαφή.» μου εξήγησε ο καραφλός άνδρας με τα γυαλιά.
-«Αυτό τον ορρό χρησιμοποίησαν οι πρόγονοί σας λοιπόν;»
-«Ακριβώς. Αλλά κανείς δεν περίμενε ότι η επιτάχυνση που προέκυψε θα ήταν τόσο μεγάλη. Και κυρίως, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει, στην αρχή τουλάχιστον, ότι δεν είχε κατασκευαστεί κάποιο αντίδοτο για την επιστροφή τους στη φυσιολογική χρονική ζώνη. Όλα πήγαν στραβά. Και ξαφνικά οι προπάτορες μας βρέθηκαν μόνοι, παγιδευμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι μέχρι να καταφέρουν οι «Ακίνητοι» να καταλάβουν τι τους είχε συμβεί, θα περνούσαν ολόκληρες χιλιετίες.»
-«Το κακό τους βρήκε εντελώς απροετοίμαστους,» πρόσθεσε ένας άλλος άνδρας με ανακατεμένα μαλλιά και βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο.
-«Κάποιοι απ’ αυτούς αρρώστησαν και πέθαναν απ’ το σοκ. Ένας τρελάθηκε και πήδηξε από την ταράτσα αυτού εδώ του κτιρίου. Άλλοι απανθρακώθηκαν ακαριαία μόλις έκαναν το λάθος ν’ αγγίξουν έναν από τους Ακίνητους. Αλλά οι περισσότεροι επέζησαν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τις επιπλέον ποσότητες του ορρού που ανακάλυψαν στα εργαστήρια της εταιρίας έτσι ώστε να εμβολιάσουν σπόρους φυτών, να τους καλλιεργήσουν κα να εξασφαλίσουν έτσι τη διατροφή τους.»
-«Γιατί όμως;» άρπαξα την ευκαιρία να τον ρωτήσω.
-«Γιατί όμως τι πράγμα;» επανέλαβε το ερώτημά μου ο γκριζομάλλης άνδρας.
-«Γιατί απανθρακώθηκαν όταν άγγιξαν τους Ακίνητους;»
-«Όταν κάποιος από μας αγγίξει έναν Ακίνητο, είναι σαν να τον αγγίζει με μια ταχύτητα που προσεγγίζει εκείνη του φωτός. Η ενεργειακή ανταλλαγή ανάμεσα στα μόρια του Ακίνητου και τα δικά μας είναι καταστροφική. Και για τους δύο. Όποτε συνέβη αυτό, και οι δύο μετατράπηκαν σ’ ένα σωρό από στάχτες.»
-«Λυπάμαι πολύ για όλα αυτά,» του απάντησα, «αλλά όλα αυτά που μου λέτε δεν μας εξηγούν καθόλου για ποιο λόγο πέρασα και εγώ σ’ αυτή τη χρονική Ζώνη! Στο κάτω-κάτω, εγώ δεν συμμετείχα στο πείραμα και σίγουρα, ποτέ δεν χρησιμοποίησα το συγκεκριμένο ορρό. Άρα κάποιος άλλος λόγος θα πρέπει να υπάρχει!»



18/08/2019-16h.45min.13,2500000000002sec.



-«Δεν υπάρχει λόγος να λυπάσαι,» επενέβη στη συζήτηση ο Κώστας, ο αντιπαθητικός τύπος που είχα συναντήσει στο ισόγειο του κτιρίου. Είχε μπει και αυτός στην αίθουσα συνεδριάσεων και με κοιτούσε περιπαιχτικά, «αφού έτσι κι αλλιώς θα κάνεις αυτό για το οποίο σε φέραμε εδώ πέρα, και που ξέρεις, ίσως φανείς πιο τυχερός απ’ τους προπάτορες!»
-«Τι λέει αυτός εδώ;» ρώτησα την ομήγυρη δίχως να καταλαβαίνω. Κανείς δεν μου απάντησε. Ένιωσα το χέρι της Δήμητρας να σφίγγεται στον ώμο μου προστατευτικά.
-«Τι λέει αυτός εδώ;» ξαναρώτησα τον Θανάση και τον Στάθη, «τι εννοεί όταν λέει ότι με φέρατε εδώ πέρα; Πως το καταφέρατε αυτό; Και για ποιο λόγο;»
Ήταν ο αρχηγός τους, ο Θανάσης, που ανέλαβε να μου απαντήσει:
-«Όπως σου είπε και προηγουμένως ο Στάθης οι Προπάτορες παγιδεύτηκαν στη Σιωπηλή Ζώνη αφού χρησιμοποίησαν έναν ειδικό ορρό που άλλαξε την ατομική τους συχνότητα. Λοιπόν, ύστερα από διακόσια χρόνια μελετών στα εργαστήρια της Εταιρίας, πιστεύουμε ότι καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα δεύτερο ορρό που αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία. Αλλά φυσικά προκειμένου να επαληθεύσουμε αυτή την πιθανότητα χρειαζόμαστε κάποιον εθελοντή και εφόσον κανείς από μας δεν είναι διατεθειμένος να υποστεί αυτή τη δοκιμασία, αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιον καινούργιο.»
Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει γύρω απ’ το κεφάλι μου.
-«Δηλαδή εσείς με φέρατε εδώ; Για να με χρησιμοποιήσετε ως πειραματόζωο;» τον ρώτησα.
-«Ακριβώς,» μου απάντησε ο Κώστας μ’ ένα ύφος απόλυτης αταραξίας, «Ήταν η Δήμητρα που σε διάλεξε καθώς έψαχνε για κάποιο κατάλληλο υποκείμενο στην παραλία. Το τσίμπημα που ένιωσες ήταν απ’ τη βελόνα μιας σύριγγας που περιείχε τον ορρό. Τώρα, αν όλα πάνε καλά, θα ξαναγυρίσεις στη χρονική ζώνη όπου ανήκεις και θα παγώσεις στα μάτια μας σαν τους άλλους!»
Σήκωσα το κεφάλι μου και έριξα ένα τρομαγμένο βλέμμα στη Δήμητρα αλλά εκείνη απέφυγε να με κοιτάξει. Στο πρόσωπό της είχε απλωθεί ένας μορφασμός θλίψης, σαν να είχε μετανιώσει γι’ αυτό που μου είχε κάνει.
-«Για ένα λεπτό,» τον έκοψα, «δεν μου είπατε όμως, τι κίνδυνοι υπάρχουν! Πόσο ακίνδυνο είναι το συγκεκριμένο αυτό παρασκεύασμα;»
-«Υπάρχει μια πιθανότητα να προκληθεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η ιδιο-συχνότητά σου και να εισβάλεις σε μια ακόμα πιο γρήγορα κινούμενη χρονική διάσταση.»
-«Και τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα συμφωνήσω να κάνω κάτι τέτοιο;»
-«Γιατί δεν έχεις και μεγάλα περιθώρια επιλογής,» ήταν η απάντηση που μου έδωσε.
Έκανα να πεταχτώ όρθιος αλλά δέκα χέρια έπεσαν πάνω μου βαριά σαν τσιμεντόλιθοι. Τα μέλη της αλλόκοτης εκείνης κοινότητας με είχαν περικυκλώσει, είχαν μαζευτεί γύρω απ’ την πολυθρόνα μου σαν μύγες. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τη Δήμητρα αλλά εκείνη είχε καταφύγει στην απέναντι άκρη της αίθουσας και κοιτούσε το τοπίο που ξεδιπλωνόταν πέρα από τη φιμέ τζαμαρία της με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος μας.
Μάτια γεμάτα προσδοκία και αποφασιστικότητα καρφώθηκαν πάνω μου. Και γιατί όχι άλλωστε; Στο κάτω-κάτω ήμουν ένας άγνωστος γι’ αυτούς και ακόμα και αν όλα πήγαιναν στραβά και πέθαινα ή εξαφανιζόμουν, δεν θα τους έλειπα καθόλου.
Έκανα μια δεύτερη προσπάθεια να σηκωθώ όρθιος από την πολυθρόνα μου και αμέσως μια ντουζίνα χέρια με ακινητοποίησαν για δεύτερη φορά.
Προσπάθησα να καταπνίξω το τρέμουλο της φωνής μου:
-«Νιώθω πολύ κουρασμένος,» ψέλλισα, «Θα μπορούσαμε ν’ αναβάλουμε το πείραμα για λίγες έστω ώρες; Θα ήθελα να κοιμηθώ για λίγο. Θα μπορούσατε να μου κάνετε αυτή τη χάρη;»
Κάτι σαν μακρόσυρτος αναστεναγμός ανυπομονησίας διέτρεξε το πλήθος που με είχε περικυκλώσει.
–«Σίγουρα,» μου απάντησε ο Θανάσης. «Εξάλλου, οι πιθανότητες για την επιτυχία του πειράματος θ’ αυξηθούν αν είσαι σε καλή ψυχοσωματική κατάσταση. Θ’ αναβάλουμε την εκτέλεσή του για έξι ώρες ακριβώς!»
Αναστέναξα με ανακούφιση. Είχα κερδίσει τουλάχιστον λίγο χρόνο. Έστω και έξι ώρες.


18/08/2019-16h.45min.13,2500000000003sec


Με κλείδωσαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο που έμοιαζε με αποθήκη. Μια άσπρη λάμπα φθορισμού κρεμόταν απ’ το ταβάνι ενώ τη μια του πλευρά καταλάμβανε ένα κρεβάτι που καλύπτονταν από ένα πολύχρωμο πάπλωμα. Κάθισα εκεί πέρα και τυλίχτηκα με το πάπλωμα προσπαθώντας να ζεσταθώ.
Πως είχα καταφέρει να μπλέξω έτσι; Πως είχα αφήσει τον εαυτό μου να πέσει σ’ αυτή την παγίδα με τόση ευκολία;
Και τότε η πόρτα της φυλακής μου άνοιξε και εμφανίστηκε η Δήμητρα. Κρατούσε έναν πλαστικό δίσκο απ’ αυτούς που βρίσκει κανείς στα φασφουντάδικα. Πάνω στο δίσκο υπήρχε μια κανάτα με νερό και ένα σάντουιτς.
-«Μην προσπαθήσεις να κάνεις καμιά βλακεία,» μου είπε,» «Απ’ έξω υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να επέμβουν αν χρειαστεί!»
-«Δεν σκοπεύω να κάνω τίποτα τέτοιο,» της είπα κάτω απ’ το πάπλωμα μου. Η φωνή μου θα πρέπει να πρόδιδε μια τόσο βαθιά πικρία και απογοήτευση που εκείνη, αφού έκλεισε πίσω της την πόρτα, με πλησίασε, άφησε τον δίσκο στην άκρη του κρεβατιού, έκατσε στα πόδια του και με κοίταξε εξεταστικά:
-«Πρέπει να μιλήσουμε,» μου είπε. Χωρίς να περιμένει την απάντηση μου πρόσθεσε: «Προτού βιαστείς να μας καταδικάσεις, πρέπει να καταλάβεις σε τι κατάσταση βρισκόμαστε εδώ πέρα. Δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να τα βγάλουμε πέρα. Είμαστε μια ολιγάριθμη κοινότητα που για να επιβιώσει καλλιεργεί τη δική της τροφή, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Για να βρούμε φάρμακα λεηλατούμε φαρμακαποθήκες και νοσοκομεία. Και μετά είναι και οι αερο-μέδουσες. Περιφέρονται γύρω απ’ το Καταφύγιο όλο και πιο συχνά. Κάποια στιγμή ίσως βρουν τον τρόπο να εισβάλλουν στο εσωτερικό του και τότε θα πεθάνουμε όλοι!»
-«Είσαστε απελπισμένοι δηλαδή, έτσι;» τη ρώτησα.
-«Ναι,» μου απάντησε. «Εντελώς!»
-«Και ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.» πρόσθεσα πικρόχολα.
Η Δήμητρα έμεινε σιωπηλή, σαν να έδινε κάποια εσωτερική πάλη. Στη συνέχεια έκανε κάτι που με βρήκε εντελώς απροετοίμαστο. Έγειρε πάνω μου, παραμέρισε το πάπλωμα που με σκέπαζε και με φίλησε στο στόμα.
Το φιλί της ήταν υπέροχο, ζεστό υγρό και τρυφερό. Την κοίταξα κατάπληκτος.
-«Δεν συμφωνώ μ’ αυτό που αναγκάστηκα να κάνω,» μου είπε ψιθυριστά, «αλλά το έκανα έτσι κι αλλιώς»
-«Και τι περιμένεις δηλαδή, να σε συγχωρέσω;»
-«Όχι, αλλά πρέπει να σου πω και κάτι ακόμα που έχει πολύ μεγάλη σημασία.» Βύθισε το βλέμμα της στο δικό μου και πήρε μια βαθιά αναπνοή: «Έχω διαβάσει πολλά απ’ τα βιβλία που έχουμε συγκεντρώσει στο Καταφύγιο. Βιβλία ιστορίας κυρίως. Το συμπέρασμα που έβγαλα είναι ότι μόλις ανακαλυφθεί κάποιο καινούργιο όπλο, πάντα βρίσκεται κάποιος πρόθυμος να το χρησιμοποιήσει, ακόμα και όταν είναι τόσο καταστροφικό όσο μια ατομική βόμβα!»
-«Και λοιπόν;»
-«Και λοιπόν, έτσι και καταφέρουμε να επιστρέψουμε στην Χρονική ζώνη Άλφα όπως την αποκαλούμε, στον κανονικό κόσμο δηλαδή, θα αποδείξουμε σε όλους ότι ο ορρός της επιτάχυνσης λειτουργεί και ότι είναι δυνατόν να επιβιώσει κάποιος μετά τη χρήση του. Θα φέρουμε μαζί μας τη γνώση της παρασκευής του ορρού επιτάχυνσης. Καθώς και το αντίδοτο του. Μπορείς να φανταστείς πόσο επικίνδυνο μπορεί ν’ αποδειχτεί κάτι τέτοιο; Κανείς δεν θα είναι πια ασφαλής!»
-«Σωστό,» συμφώνησα μαζί της.
-«Ωραία,» μου απάντησε. «Γι’ αυτό και αποφάσισα να κάνω κάτι που μάλλον θα το μετανιώσω. Θα σου αποκαλύψω έναν τρόπο να το σταματήσεις αυτό. Αν το θελήσεις. Η επιλογή θα είναι δική σου.»
-«Τι προσπαθείς να μου πεις;»
-«Οι προπάτορες μας άφησαν μια σειρά από ημερολόγια που περιγράφουν την ιστορία του καθενός που πέρασε πρώτος στη χρονική ζώνη. Είχαν την ελπίδα πως ίσως κάποια ασήμαντη λεπτομέρεια που ανέφεραν εκεί μέσα, κάποιο δεδομένο που γι’ αυτούς έμοιαζε ασήμαντο, μπορούσε να δείξει σ’ εμάς, τους απογόνους τους, το δρόμο της επιστροφής. Έτσι λοιπόν μας άφησαν λεπτομερέστατες περιγραφές της εμπειρίας του περάσματος. Οι εμπειρίες τους είχαν κάποια κοινά στοιχεία».
-«Δηλαδή;»
-«Όλοι βίωσαν αυτή την αίσθηση του κοσμικού παλμού που περιέγραψες και εσύ αλλά επίσης, στην αρχή, προτού περάσουν στην ίδιο-συχνότητα της επιτάχυνσης, πέρασαν από μια φάση ακριβώς αντίθετη, από μια βραχύβια χρονική κατάσταση όπου αυτοί ήταν οι «Ακίνητοι» σε σύγκριση με τον φυσιολογικό χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι όταν έρθει η ώρα να δοκιμάσεις τον ορρό της επιστροφής, υπάρχει η πιθανότητα να περάσεις για λίγο ή και μόνιμα, σε μια ακόμα πιο γρήγορη χρονική ζώνη. Τότε θα είσαι σε θέση να κάνεις κάτι πολύ σημαντικό.»
-«Τι εννοείς;»
-«Τότε θα μπορέσεις να εισβάλλεις ανενόχλητος στο εργαστήριο του Καταφύγιου και να καταστρέψεις όλες τις ποσότητες του ορρού επιτάχυνσης καθώς και του ορρού αντιστροφής που έχουμε παρασκευάσει, καθώς και κάθε σχετικό στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει κάποιον στη δημιουργία τους. Και έτσι θα εμποδίσεις μια για πάντα όλους εμάς να επιστρέψουμε στον κανονικό χρόνο και να διαδώσουμε την τρομερή γνώση που έχουμε στα χέρια μας.»
Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από τους ώμους μου και το βλέμμα της απέκτησε μια ατσάλινη σκληράδα.
-«Το εργαστήριο βρίσκεται στο τρίτο υπόγειο του κτιρίου, δίπλα στις μικρό-γεννήτριες σύντηξης,» μου είπε «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ ακολουθήσεις τα κίτρινα βέλη στους τοίχους.» Στη συνέχεια σηκώθηκε όρθια, με τέτοια ορμή που σχεδόν με κόλλησε στον τοίχο, και βγήκε τρέχοντας απ’ το γυμνό δωμάτιο.



18/08/2019-16h.45min.13,2500000000004sec



Η στιγμή του πειράματος έφτασε.
Μ’ έδεσαν σ’ ένα κάθισμα, στο κέντρο της αίθουσας συνεδριάσεων. Χοντρά καλώδια τυλίχτηκαν γύρω απ’ τη μέση, τα χέρια και τα πόδια μου και στο στόμα μου μπήκε ένας ελαστικός ιμάντας που θα μ’ εμπόδιζε από το να δαγκώσω τη γλώσσα μου έτσι και πάθαινα τίποτα σπασμούς.
Γύρω μου μαζεύτηκαν όλα τα μέλη της κοινότητας των κατοίκων της Σιωπηλής Ζώνης, άντρες γυναίκες και παιδιά. Έκατσαν στις καρέκλες τους και με κοίταξαν γεμάτοι προσδοκία.
Ένιωσα σαν κατάδικος που πρόκειται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Όπως και εκεί έτσι και εδώ είχε μαζευτεί ένα κοινό που περίμενε ανυπόμονα τη στιγμή που ίσως να έχανα τη ζωή μου.
Κι όμως ήμουν ανίκανος να τους μισήσω. Καταλάβαινα στα μάτια τους ήμουν μια σανίδα σωτηρίας. Βαθιά μέσα τους εύχονταν ολόψυχα να πήγαιναν όλα καλά.
Και μετά ο πατέρας της Δήμητρας με πλησίασε κρατώντας στα χέρια του μια σύριγγα που περιείχε ένα γαλαζωπό υγρό που λαμπύριζε ελαφρά.
Με μια κίνηση που ήταν κοφτή και επιδέξια, βύθισε τη μακριά βελόνα της στο μπράτσο μου και αμέσως μια παγερή αίσθηση αγκάλιασε ολόκληρο το κορμί μου καθώς το περιεχόμενο της σύριγγας εξαπλωνόταν στο κυκλοφοριακό μου σύστημα.
Και μετά, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώθηκε σε κάτι ξένο και αποκρουστικό.
Στην αρχή με ξεκούφανε ένα τρομερό βουητό, σαν να κατρακυλούσα μέσα στ’ αφρισμένα νερά ενός τεράστιου καταρράκτη. Στη συνέχεια τα χρώματα του περιβάλλοντος ξεθώριασαν και μεταβλήθηκαν σε μια γκριζωπή ομοιομορφία λες και κάποιο διαβρωτικό υγρό είχε καταστρέψει για πάντα τα χρώματα ολόκληρου του σύμπαντος.
Και μετά με αγκάλιασε ένα κύμα αβάσταχτου ψύχους. Βρισκόμουν στην ακόμα πιο γρήγορη χρονική ζώνη που μου είχε αναφέρει η Δήμητρα. Κοίταξα τα καλώδια που τύλιγαν τα χέρια και τα πόδια μου και μου ήρθε μια παράξενη ιδέα. Εφόσον όλα διαλύονταν με το παραμικρό στη Σιωπηλή Ζώνη πως θα συμπεριφέρονταν τώρα;
Έτριψα τους καρπούς μου πάνω στα καλώδια και αυτά μετατράπηκαν σε σκόνη, σαν να ήταν φτιαγμένα από στάχτη. Έσπασα τα δεσμά που αγκάλιαζαν τα πόδια μου, έβγαλα τον ιμάντα που έκλεινε το στόμα μου και σηκώθηκα όρθιος.
Ήμουν ελεύθερος!
Ένα φριχτό ημίφως απλωνόταν μέσα στην αίθουσα, ένα γκρι μούχρωμα που έμοιαζε με το τελευταίο φως ενός ετοιμοθάνατου άστρου. Μέσα σ’ αυτό το απαίσιο μισόφωτο περιεργάστηκα τα πρόσωπα των ανθρώπων που κοιτούσαν το κενό, το σημείο όπου βρισκόμουν πριν από λίγο. Τώρα έμοιαζαν εκείνοι με παγωμένα αγάλματα, αμετάβλητοι και ακινητοποιημένοι, εντελώς άχρωμοι, δέσμιοι μιας άλλης χρονικής ζώνης. Τα πρόσωπά τους φάνταζαν παραμορφωμένα από μια απαίσια ευδαιμονία.
Πήρα την απόφαση μου και εγκατέλειψα τρέχοντας την κατάμεστη αίθουσα. Ο αρκτικός αέρας ήταν δυσκίνητος και βαρύς σαν μολυβένιος αλλά εξακολούθησα να κινούμαι πεισματικά, σαν σε εφιάλτη, σαν ένας κάτοικος της αβύσσου που περιφέρεται στα σκοτάδια ενός υποθαλάσσιου βαράθρου. Ανακάλυψα τη σκάλα που έβγαζε στο ισόγειο του κτιρίου και κατέβηκα δυο-δυο τα σκαλοπάτια της παρακαλώντας να κρατήσει αρκετά η επήρεια του ορρού ώστε να ολοκληρώσω το καταστροφικό μου έργο με επιτυχία.
Έψαξα με αγωνιά το ισόγειο έως ότου ανακάλυψα μια καινούργια σειρά από σκάλες που έβγαζαν στα υπόγεια επίπεδα. Ακολούθησα τις οδηγίες της Δήμητρας και σύντομα βρέθηκα μπροστά στη θωρακισμένη πόρτα του εργαστηρίου.
Συντρίφτηκε μ’ ένα και μόνο χτύπημα σαν να ήταν φτιαγμένη από χαρτί. Δρασκέλισα τα κουρελιασμένα της απομεινάρια και μπήκα στο εργαστήριο όπου συστηματικά, και με μια οργή που δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να κρύβω μέσα μου, σύνθλιψα τα πάντα, δοκιμαστικούς σωλήνες που ένα απλό άγγιγμα αρκούσε για να μετατραπούν σε σύννεφα κρυσταλλικής σκόνης, ντοσιέ και τετράδια γεμάτα με δυσνόητες σημειώσεις, μνημονικούς δίσκους, προσωπικούς υπολογιστές, μεταλλικά ράφια και φιάλες που περιείχαν υγρό άζωτο και υδρογόνο.
Όταν βγήκα απ’ το εργαστήριο άφησα πίσω μου ένα σύννεφο από θραύσματα μηχανημάτων χαρτιού και γυαλικών που αναδευόταν και έβραζε αργά στον αέρα.
Αλλά δεν έκατσα να παρακολουθήσω την ολοκλήρωση της καταστροφής. Ανέβηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τις σκάλες, βρέθηκα στο ισόγειο και βγήκα στο προαύλιο του κτιρίου. Πάνω στην ώρα. Τ’ οργισμένο βουητό που με ξεκούφαινε απ’ τη στιγμή που η βελόνα με τον ορρό είχε βυθιστεί στο μπράτσο μου, είχε αρχίσει να καταλαγιάζει. Το φως του ήλιου ξανάγινε πορτοκαλί, ο κόσμος βάφτηκε και πάλι με τα συνηθισμένα του χρώματα και το κρύο μαλάκωσε. Ξανάμπαινα στη Σιωπηλή Ζώνη.
Καταμεσής του προαυλίου, στητή σαν Καρυάτιδα, στεκόταν η Δήμητρα. Είχε απομακρυνθεί απ’ τους άλλους και ατένιζε την σιωπηλή πόλη. Χοντρά δάκρυα άστραφταν στα μάγουλά της, ακίνητα σαν κρυστάλλινες χάντρες. Κατάλαβα ότι έκλαιγε για μένα. Την πλησίασα προσεκτικά και πλησίασα τα χείλη μου στα δικά της. Αλλά δεν τόλμησα να την ακουμπήσω. Στάθηκα όμως μπροστά της και την κοίταξα κατάματα για μια τελευταία φορά. Βύθισα το βλέμμα μου στα μάτια της που με κοιτούσαν χωρίς να μπορούν να με δουν, υγρά και διάφανα σαν δίδυμες λίμνες από φως.
Και τότε έγινε κάτι υπέροχο:
Τα δάκρυα άρχισαν να κινούνται πάνω στο λευκό της πρόσωπο, τα μάτια της ανοιγόκλεισαν ξαφνιασμένα, οι κόρες τους μεγάλωσαν από χαρά και μετά, καθώς έβγαινα απ’ τη Σιωπηλή Ζώνη και έμπαινα στο δικό μου χρόνο, η Δήμητρα χάθηκε από μπροστά μου, έλιωσε στο κενό σαν οπτασία και έμεινα μόνος, στο προαύλιο του κτιρίου, να ιδρώνω στη ζέστη του Αυγουστιάτικου απομεσήμερου, ντυμένος με τα βαριά ρούχα ενός χειμερινού πεζοπόρου.


24/08/2019-21h.15mm



Το ίδιο εκείνο βράδυ, όταν επέστρεψα στο διαμέρισμά μου, ανακάλυψα ένα κομμάτι χαρτί που κάποιος είχε γλιστρήσει κάτω απ’ την εξώπορτα.
Μ’ ένα καθαρό και ευανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα είχε γραμμένα πάνω του τα εξής:

Δεν σου κράτησε κανείς κακία. Αν και έγινε μεγάλος σαματάς όταν είδαμε τι έκανες στο εργαστήριο. Ίσως και να έκανες το σωστό. Η κοινότητα έκρινε πάντως ότι μια πράξη εκδίκησης εναντίον σου θα ήταν εντελώς μάταιη.
Ίσως επίσης και να νιώσεις καλύτερα όταν μάθεις ότι αν και αναγκάστηκα να ομολογήσω ενώπιον όλης της ομάδας την αλήθεια, ότι εγώ σου αποκάλυψα τον τρόπο να καταστρέψεις το εργαστήριο και το μυστικό της παρασκευής του ορρού, κανείς δεν θέλησε να με τιμωρήσει για τη βοήθεια που σου πρόσφερα. Η μόνη ποινή που μου επιβλήθηκε είναι η εξορία.
Πρέπει να εγκαταλείψω την πόλη μαζί με όλους όσους πήραν το μέρος μου στη συζήτηση που ακολούθησε της καταστροφής.
Θα ψάξουμε για άλλους ανθρώπους που ενδεχομένως, με κάποιο τρόπο, έχουν παγιδευτεί και εκείνοι στη Σιωπηλή Ζώνη.
Μην με ξεχάσεις. Εγώ θα σε θυμάμαι για πάντα.
Να προσέχεις τον εαυτό σου,
Δήμητρα.



Ερρίκος Σμυρναίος
Copyright 2009

9 σχόλια:

  1. Εντυπωσιακό και εμπνευσμένο ταυτόχρονα...Αν και μεγάλο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα συμφωνήσω με τον trello
    Ομως με κράτησε μέχρι το τέλος!
    Συγχαρητήρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πολύ μεγάλη φαντασία...
    μεγάλο ταλέντο διακρίνω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ παράξενο! Αν και τα φανταστικά δε με τραβάνε τόσο, αυτό μου άρεσε. Μπράβο σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σας ευχαριστώ όλους πολύ. Θα συμφωνήσω με τον φίλο TRELLO ότι ως διήγημα είναι κάπως μακροσκελές. Το μόνο επιχείρημα που μπορώ να παρουσιάσω ως δικαιολογία είναι ότι έδωσα μεγάλο βάρος στη δημιουργία της ατμόσφαιρας την οποία προσπάθησα να κάνω πειστική αλλά και πολύ παράξενη ταυτόχρονα!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. po po fantasia adelfaki mou ....me trelanes omorfa panta omos ...kai nomizo oti eimai kai argi sto diavasma giati dakrisan ta matia mou mexri na ftaso sto telos....poli poli omorfo keimeno bravo sou ...
    filia gia omorfo vradi na eisai kala

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ!!!! Μπράβο Μπράβο Μπράβο! Μην σταματήσεις για τίποτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. καλως σε βρηκα. ειμαι σιγουρη ότι ειναι υπέροχο αν κρίνω απο τα σχόλια. Ομως δεν μπορω να διαβάσω τοοοοοσο μεγάλα κείμενα.
    δεν εχω την υπομονη.
    νασαι καλα . φιλιά καρυστινά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. πάρα πολύ καλό!!!!!! δεν το χορταίνω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή