Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

ΣΤΟΥΣ ΤΥΜΒΟΥΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ


1


Το μόνο συναίσθημα που ξυπνούσε μέσα μου ο Κλέφτης ήταν ο οίκτος. Καθώς πέθαινε, αργά και βασανιστικά, όπως όλοι εκείνοι που είχαν τρυπώσει στους Τύμβους πριν απ’ αυτόν, έμοιαζε πραγματικά αξιολύπητος, μια αξιοθρήνητη σκιά του κανονικού του εαυτού. Κι όμως θα πρέπει να ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος προτού τον καταπιεί η έρημος και τον φάει η αρρώστια των Τύμβων: Ήταν νέος και τα χαρακτηριστικά του διαβρωμένου του προσώπου συνδύαζαν την εξυπνάδα με τη δύναμη.
Η Στυγέα διεκδικεί ακόμα και τώρα το άνθος των ανθρώπινων φυλών καθώς μονάχα οι πιο τολμηροί υγιείς και γενναίοι ανάμεσά τους τολμούν να εισχωρήσουν στο εσωτερικό της και να κλέψουν το θησαυρό που λέγεται ότι κρύβεται στη μυστική της αγκαλιά.
Έτσι πρέπει.
Πριν από χιλιάδες χρόνια, η απληστία, η άμετρη φιλοδοξία και η περιέργεια οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος του γκρεμού και μαζί μ’ αυτό και κάθε μορφή ζωής που επιβιώνει ακόμα σ’ αυτόν τον πλανήτη. Δεν πρέπει να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Η Στυγέα, η αχανής έρημος που απλώνεται έξω απ’ τα τείχη του Μοναστηριού, φροντίζει γι’ αυτό εκτελώντας το θέλημα μιας πανάρχαιας και πάνσοφης νομοτέλειας.
Τώρα, καθώς κάλυπτα το μέτωπό του ετοιμοθάνατου Κλέφτη με κρύες κομπρέσες για να ρίξω τον πυρετό που τον κατάτρωγε και να μιλήσω μαζί του, ένιωθα όχι μόνο οίκτο αλλά και απογοήτευση, μια ψυχική κούραση που πήγαζε απ’ την αδυσώπητη διαπίστωση ότι η ανθρώπινη φυλή αρνείται να εξελιχθεί. Ύστερα από τόσους πολλούς αιώνες, εξακολουθούν να γεννιούνται αυτοί που αναζητούν τον πλούτο και τη δύναμη. Σε αυτή τους την προσπάθεια δεν διστάζουν σε τίποτα, περιφρονούν παμπάλαιες δεισιδαιμονίες και αψηφούν αρχαίες κατάρες που προστατεύουν μνημεία τα οποία χτίστηκαν την εποχή που ο κόσμος ήταν ακόμα νέος.
Και πληρώνουν το τίμημα.
Έξω απ’ το δωμάτιο με τους μολύβδινους τοίχους και τα χοντρά παράθυρα η έρημος τραγουδούσε λυπημένη. Καθώς ο παγερός άνεμος της νύχτας σμίλευε τις κατάξερες αμμοθίνες της, ξεσήκωνε μακρόσυρτους συριγμούς και μακρινά σφυρίγματα που έσχιζαν το σκοτάδι σαν τις σκονισμένες κραυγές αφυδατωμένων πτωμάτων.
Παράξενοι πολιτισμοί άνθισαν και πέθαναν εκεί όπου τώρα απλώνεται η άμμος και η σιωπή. Τεράστιες πόλεις με πανύψηλους πύργους που άγγιζαν τον ουρανό. Πόλεις που το μόνο που άφησαν πίσω τους ήταν παράξενα ερείπια και εξωφρενικούς μύθους για μεγάλα πουλιά από σίδερο και πλοία που χωρούσαν δέκα χιλιάδες ανθρώπους. Άγνωστοι λαοί που γεννήθηκαν μεγαλούργησαν και καταστράφηκαν από παράξενους πολέμους, μας κληροδότησαν θολές αναμνήσεις και υπαινιγμούς ότι κάτι πραγματικά μεγαλειώδες υπήρξε εκεί όπου τώρα καραδοκεί ο θάνατος. Γιατί η έρημος ξεχειλίζει από θάνατο, από ένα αόρατο μίασμα που αργά και αδυσώπητα ρουφάει τη ζωή.
Όμως ο Κλέφτης δεν το πίστεψε αυτό. Ούτε και πτοήθηκε απ’ το γεγονός ότι κανείς απ’ όσους μπήκαν στη Στυγέα δεν γύρισε πίσω για να πει τι κρύβεται εκεί πέρα. Και έτσι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του και να βρει τους αρχαίους τύμβους.
Καθώς σφούγγιζα το πυρακτωμένο του μέτωπο και ανακούφιζα τα ξερά του χείλη με λίγο νερό, μπορούσα να τον φανταστώ να μπέκρο-πίνει σε κάποιο χαμηλοτάβανο καπηλειό των παραμεθόριων οικισμών και να κρυφακούει τις κουβέντες μεθυσμένων εμπόρων. Κάποια στιγμή θα έφτασαν στ’ αυτιά του παράξενες διαδόσεις, σαγηνευτικές ιστορίες που μιλούσαν για την έρημο και για την κρυφή όαση με το θησαυρό που κρύβεται στο κέντρο της.
Αυτά ήταν πράγματα που ήδη γνώριζα. Αλλά δεν ήταν αρκετά. Έπρεπε να μάθω τι ακριβώς είδε εκεί πέρα, με ποιους άλλους εισέβαλε στην καρδιά της Στυγέας και τι πραγματικά συνέβη στους Τύμβους των Αρχαίων Βασιλέων.


2


Ο Κλέφτης άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε ζαλισμένος. Οι κρύες κομπρέσες και το δροσερό νερό που είχα σταλάξει στα χείλη του φάνηκαν να κάνουν τη δουλειά τους. Ξυπνούσε. Το στήθος του ανεβοκατέβηκε πιο ήρεμα και έπαψε να ιδρώνει.
Προσπάθησα να φανταστώ πως θα φαινόμουν στα μάτια του. Ένας καμπουριασμένος άνθρωπος που φορούσε λευκά ρούχα και μια λεπτό-φτιαγμένη μάσκα από αλάβαστρο και σμάλτο που έκρυβε το πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά της μάσκας είναι διαμορφωμένα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να εμπνέουν εμπιστοσύνη, έχει μάτια μεγάλα και ευγενικά ενώ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο καμπυλώνει τα λεπτά της χείλη.
Ένας γραφέας μπήκε διακριτικά στο δωμάτιο. Κάθισε οκλαδόν σε μια γωνιά και ετοιμάστηκε να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια την αφήγηση του Κλέφτη.
-«Ποιος είσαι;» με ρώτησε ξεψυχισμένα εκείνος.
-«Κάποιος που θέλει να σε βοηθήσει,» του απάντησα καθησυχαστικά. Η μάσκα που φορούσα περιείχε έναν έξυπνο μηχανισμό που τροποποιούσε τον τόνο της φωνής μου και τον καθιστούσε εξαιρετικά ήρεμο και απαλό.
Ο κλέφτης προσπάθησε να στηριχτεί στους αγκώνες του αλλά αποδείχτηκε υπερβολικά αδύναμος για να τα καταφέρει. Ξανάπεσε στο μαξιλάρι του εξουθενωμένος.
-«Άσε με να σε βοηθήσω,» προθυμοποιήθηκα και αφού τον ανασήκωσα, στερέωσα ένα δεύτερο μαξιλάρι κάτω απ’ την πλάτη του. Εκείνος έριξε μια ματιά στο δωμάτιο με τους λευκούς τοίχους και τα όμορφα ψηφιδωτά που απλωνόταν γύρω μας και μετά με ξανακοίταξε:
-«Που βρίσκομαι και γιατί φοράς μάσκα;»
-«Είσαι ασφαλής εδώ,» του εξήγησα, «αποστολή μου είναι να σε κάνω καλά. Φοράω μάσκα γιατί ο οργανισμός σου έχει αδυνατίσει πολύ και πρέπει να σε προστατεύσω από τίποτα αρρώστιες που ενδεχομένως μεταφέρω.»
Η απάντησή μου φάνηκε να τον ηρεμεί. Πάντα έτσι γίνεται. Οι απαντήσεις που δίνουμε σε όσους ανακαλύπτουμε στην έρημο είναι στερεότυπες, το αποτέλεσμα εξάσκησης αιώνων.
-«Σε βρήκαμε έξω απ’ το μοναστήρι μας,» πρόσθεσα, προλαβαίνοντας την επόμενη ερώτηση που ετοιμαζόταν να μου κάνει. Έπρεπε να βιαστώ λιγάκι γιατί από την όψη του καταλάβαινα ότι δεν είχα πολύ ώρα στη διάθεσή μου. «Ήσουν μισοπεθαμένος και ψηνόσουν απ’ τον πυρετό. Για να καταφέρω όμως να σε βοηθήσω πιο αποτελεσματικά, πρέπει να μου πεις τι ακριβώς σου συνέβη. Και μην ανησυχείς, οτιδήποτε συζητηθεί μεταξύ μας θα παραμείνει ανάμεσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Δεσμεύομαι από ιερό όρκο σιωπής!»
Αυτή η κατηγορηματική δήλωση φάνηκε να τον ηρεμεί ακόμα περισσότερο.
-«Εντάξει,» μου είπε, «θα σου τα πω όλα, απ’ την αρχή. Θα σου περιγράψω τι βρήκαμε και από ποιόν εφιάλτη κατάφερα να βγω ζωντανός!»



3



-«Ήμασταν πέντε όλοι κι όλοι. Τυχοδιώκτες. Συχνάζαμε στα ίδια καταγώγια με αποτέλεσμα να συναντηθούμε κάποια στιγμή και ν’ ανακαλύψουμε ότι μας άρεσαν τα ίδια πράγματα, ο κίνδυνος, η περιπέτεια και το χρυσάφι!»
-«Ποια ήταν τα ονόματα των τεσσάρων συντρόφων σου;»
-«Ο Σάλεκ, ένας βάρβαρος απ΄ το Βορρά. Ο Νικτότρης που είχε γεννηθεί στις εύφορες πεδιάδες της Μέσο-γαίας. Ο Αηφέλ που είχε κατέβει απ’ τις απόκρημνες κορφές των Πυρανναίων και ο Αζού που η σκούφια του κρατούσε απ’ τις ζούγκλες που απλώνονται πέρα απ’ τους καταρράκτες των μεγάλων ποταμών. Αυτά ήταν όλα κι όλα που γνώριζα γι’ αυτούς και αυτά ήταν όλα όσα ήθελα να ξέρω. Από τα βλέμματα που έριχναν ο ένας στον άλλο, μπορούσα να καταλάβω ότι είχαν σκοτώσει στο παρελθόν και ότι δεν θα δίσταζαν να κάνουν το ίδιο με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά αυτό ήταν και το στοιχείο που μας έδενε μαζί. Ήμασταν πέντε ξένοι, πέντε απόβλητοι που κυνηγούσαν την τύχη τους στις εσχατιές του κόσμου.»
-«Και τι σας έκανε να εισβάλετε στην έρημο;»
-«Οι φήμες που ακούγαμε ξανά και ξανά για το θησαυρό της Στυγέας. Στα βάθη της, μας έλεγαν, υπάρχουν οι τύμβοι κάποιων παράξενων βασιλιάδων που έζησαν και πέθαναν πριν από πάρα πολλά χρόνια. Στον μεγαλύτερο τύμβο κρύβεται μια μυστική κάμαρα όπου στέκεται ακόμα το άγαλμα του ισχυρότερου βασιλιά. Αυτός ήταν τόσο δυνατός που μέχρι και ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας, του είχε χαρίσει πολλά στολίδια και κοσμήματα για να τα έχει καλά μαζί του. Υποτίθεται ότι το άγαλμά του στολίζεται ακόμα και σήμερα απ’ αυτά τα κοσμήματα που σκορπίζουν ένα παράξενο φως μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Καταλάβαμε πως αν βάζαμε χέρι σ’ αυτούς τους θησαυρούς, θα γινόμασταν οι πλουσιότεροι άνθρωποι σ’ ολόκληρο τον κόσμο!»
-«Και έτσι ξεκινήσατε το ταξίδι σας.»
-«Ναι,» μου απάντησε εκείνος αφού ήπιε μια γουλιά νερό, «Η αλήθεια είναι ότι απ’ την αρχή δεν υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ μας. Λοξοκοιτούσαμε ο ένας τον άλλο και κάναμε κρυφές σκέψεις ότι μόλις κλέβαμε τα κοσμήματα, ο ένας θα σκότωνε τον άλλο για να τα πάρει όλα μαζί του. Οι ατελείωτες πεζοπορίες μας, όπου κάθε βράδυ ακολουθούσαμε τον πολικό αστέρα ενώ την ημέρα, για να γλιτώσουμε απ’ τα ανελέητα δαγκώματα του ήλιου, καθόμασταν κάτω από τέντες και αντίσκηνα, δεν μαλάκωσαν τις καρδιές μας. Ακόμα και όταν αφήσαμε πίσω μας κάθε ίχνος ζωής και μπήκαμε στην καρδιά της ερήμου, εκεί όπου γύρω μας δεν υπήρχαν παρά ατελείωτοι λόφοι από λευκή άμμο κάτω από έναν ουρανό που γυάλιζε σαν ξασπρισμένο κόκαλο, παραμείναμε σιωπηλοί, κλεισμένος ο καθένας στις δικές του άσχημες σκέψεις. Η σιωπή που γέμιζε τον ακίνητο αέρα δεν μας έκανε να αλλάξουμε γνώμη. Μας χώριζε η καχυποψία και ο φόβος. Τα βράδια, καθώς τα πόδια μας βυθίζονταν στη λευκή άμμο μέχρι τα γόνατα και ο αέρας γέμιζε από παράξενα βουητά και θρήνους, σκεφτόμασταν όλοι το ίδιο πράγμα, ότι ήταν οι νεκροί που έκλαιγαν έτσι και ήθελαν να μας αποτρέψουν ή να μας παραπλανήσουν. Αλλά και πάλι μέναμε σιωπηλοί σαν αγάλματα. Και κάποια στιγμή, την ώρα που το φεγγάρι έλαμπε στον κυματιστό ορίζοντα σαν ένας δίσκος από γυαλιστερό ελεφαντόδοντο, φτάσαμε στον κρατήρα.»
-«Μίλησε μου γι’ αυτό, αλλά ξεκουράσου πρώτα.» τον παρότρυνα μαλακά καθώς έβλεπα ότι η προσπάθεια που έκανε είχε αρχίσει να τον καταβάλει. Γέμισα το φλιτζάνι του με λίγο ακόμα απ’ το νερό και είδα με χαρά ότι είχε αποτέλεσμα.
Ο Κλέφτης, έγειρε στα μαξιλάρια του και ξανάρχισε να μιλάει, ατενίζοντας το ψηφιδωτό ταβάνι, χαμένος στις παράξενες αναμνήσεις του.
-«Ήταν ένα πολύ παράξενο θέαμα που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί,» μου είπε, «μια τεράστια και εντελώς κυκλική κοιλάδα, σαν ένα πελώριο πιάτο που ανοιγόταν καταμεσής της ερήμου. Εδώ κι εκεί μπορούσα να δω κολοσσιαία ερείπια που σχημάτιζαν τεράστια τετράγωνα και γραμμές, ενώ πέρα μακριά, εκεί όπου βρισκόταν το κέντρο του κρατήρα, υπήρχε ένας μικρός λόφος που περιβάλλονταν από κάτι που έμοιαζε με σκοτεινό δάσος.»
-«Αλλά το πιο τρομακτικό απ’ όλα ήταν οι ήχοι,» πρόσθεσε μετά από λίγο, «οι μακρόσυρτοι θρήνοι που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τον κρατήρα. Έμοιαζε με φυλακή όπου βασανίζονταν κολασμένες ψυχές. Η σκέψη ότι έπρεπε να τον διασχίσουμε για να φτάσουμε στο λόφο μ’ έκανε να ανατριχιάσω. Αλλά και πάλι δεν τόλμησα να μιλήσω. Μακάρι να το είχα κάνει, μακάρι να είχαμε γυρίσει πίσω εκείνη τη στιγμή. ‘Ίσως και να ήμασταν ζωντανοί τώρα!»
Δεν του απάντησα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να του πω ότι είχαν υπογράψει τη θανατική τους καταδίκη απ’ τη πρώτη στιγμή που είχαν εισχωρήσει στην έρημο.
-«Αρχίσατε να κατεβαίνετε τα χείλη του κρατήρα λοιπόν, έτσι;»
-«Ναι,» μου είπε εκείνος, «ήταν η πιο εφιαλτική πεζοπορία που έκανα ποτέ στη ζωή μου. Εκεί μέσα το σκοτάδι ήταν σχεδόν απόλυτο. Μια στενή λωρίδα από φεγγαρόφωτο που λαμπύριζε αχνά πάνω απ’ τα κεφάλια μας ήταν το μοναδικό φωτεινό σημάδι που μπορούσαμε να δούμε. Και μας περικύκλωναν συνέχεια τα ουρλιαχτά και τα κλάματα. Η διαπίστωση ότι προέρχονταν από την τριβή του ανέμου με τις πλαγιές του κρατήρα που είχαν μια παράξενη υαλώδη όψη και ήταν γεμάτες με μικρές τρύπες δεν μας ανακούφισε καθόλου. Αλλά ο φόβος που νιώθαμε μεταμορφώθηκε σε τρόμο όταν αρχίσαμε να αρρωσταίνουμε, ο ένας μετά τον άλλο.»



4


-«Τι πάθατε ακριβώς;»
-«Συνέβη ξαφνικά. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης νύχτας της καθόδου μας. Στην αρχή είχαμε πονοκεφάλους. Μετά αδυναμία. Μετά διάρροια και τάση για εμετό. Μέχρι να φτάσουμε στον πυθμένα του κρατήρα ήμασταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Κι όμως, μόλις αντικρίσαμε τα ερείπια από κοντά, νιώσαμε ακόμα μεγαλύτερη την επιθυμία ν’ ανακαλύψουμε το μυστικό που κρυβόταν στο κέντρο τους.»
-«Αναφέρεσαι στα ερείπια που απλώνονται γύρω απ’ τους τύμβους έτσι;»
-«Ναι, ήταν απέραντα,» ξανάρχισε να μου λέει αφού ήπιε μια ακόμα γουλιά νερό,
«Απλώνονταν μέχρι εκεί όπου μπορούσαμε να δούμε, λουσμένα στο κρύο φως του φεγγαριού που είχε σκαρφαλώσει στον ουρανό. Τα περισσότερα έστεκαν μισό-λιωμένα ενώ κάποια άλλα ήταν μαυρισμένα σαν να τα είχε καψαλίσει κάποια τρομερή φωτιά.»
«Τότε ήταν που ο Αζού άρχισε να τρελαίνεται.»
-«Δηλαδή;»
-«Άρχισε να ξεφωνίζει ότι αόρατα μάτια τον παρακολουθούσαν μέσα στη νύχτα, ότι άκουγε πνιχτές ανάσες και κακόβουλα χάχανα που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τα ερείπια. Μας έλεγε ότι υπήρχαν καταχθόνιοι δαίμονες που μας κρυφοκοίταζαν μέσα από κρυφά σπήλαια, μέσα από κρυμμένες τρύπες που έχασκαν ανάμεσα στους λιωμένους ογκόλιθους. Όταν ο Σάλεκ προσπάθησε να τον ηρεμήσει, ο Αζού όρμησε πάνω του, άρπαξε το χαντζάρι του και του έκοψε το κεφάλι!»
-«Και εσείς τι κάνατε;»
-«Ο Αζού ήταν ο πιο μεγαλόσωμος και θηριώδης ανάμεσά μας και ο καλύτερος πολεμιστής. Καταλάβαμε ότι δεν είχαμε καμία πιθανότητα εναντίον του οπότε το βάλαμε στα πόδια, ο καθένας προς διαφορετική κατεύθυνση. Άρχισα να τρέχω ανάμεσα στα ερείπια σαν παλαβός, προσπαθώντας να φτάσω στο μακρινό δάσος που πίστευα ότι θα μου πρόσφερε τροφή νερό και καταφύγιο. Το μόνο πράγμα που πρόλαβα να πάρω μαζί μου ήταν το φλασκί, το σακίδιο και το σπαθί μου. Σκέφτηκα με τρόμο την ανατολή του ήλιου που αργά ή γρήγορα θα φώτιζε την έρημο και έβαλα φτερά στα πόδια μου, αποφασισμένος να φτάσω στο δάσος προτού ξημερώσει. Οι μακρινές κραυγές και τα ουρλιαχτά που με κυνήγησαν μέσα στο κρύο φως της αυγής μου έδωσαν να καταλάβω ότι ο Αζού είχε προλάβει και σκότωνε όλους τους άλλους, πιστεύοντας μέσα στην τρέλα του ότι συνεργάζονταν με τους δαίμονες που υποτίθεται ότι μας παρακολουθούσαν.»
«Ήταν ένα τρομακτικό κυνηγητό. Έτρεχα ασταμάτητα έως ότου τα πνευμόνια μου άρχισαν να καίνε και το στόμα μου ξεράθηκε. Αλλά και πάλι δεν τόλμησα να σταματήσω παρά μόνο όταν άφησα πίσω μου τα ερείπια και βρέθηκα στη σκιά των πρώτων δέντρων του δάσους. Αλλά εκεί με περίμενε μια τρομερή έκπληξη:»
-«Τι είδες εκεί;»
-«Εκείνα τα δέντρα ήταν τεράστια αλλά νεκρά. Τα κλαδιά τους που σχημάτιζαν ένα πυκνοδεμένο θόλο πάνω απ’ το κεφάλι μου ήταν γκρίζα και απογυμνωμένα, κοκαλιάρικα και γαμψά σαν τα χέρια πεθαμένων. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Ο ήλιος ανέτειλε εκείνη τη στιγμή και το φως του πέρασε μέσα απ’ τα εκατομμύρια των νεκρών κλαδιών σχηματίζοντας ένα αραχνοΰφαντο ψηφιδωτό από φως και σκιά πάνω στην άμμο που κάλυπτε το έδαφος. Έμοιαζε με απέραντο δίχτυ που ετοιμαζόταν να με καταπιεί. Άρχισα να τρέχω και πάλι, ανάμεσα απ’ τα πεθαμένα δέντρα προς τους τύμβους που τώρα τους έβλεπα να ορθώνονται μπροστά μου σαν μια συστάδα από ημισφαιρικούς γήλοφους.»
«Αλλά μόνο όταν έφτασα εκεί, κατάλαβα ότι τα πάντα είχαν τελειώσει!»
Ο Κλέφτης σταμάτησε να μιλάει. Τα μάτια του έπαψαν να με κοιτούν και καρφώθηκαν για μια ακόμα φορά στο ψηφιδωτό που στόλιζε το ταβάνι. Έμοιαζε αποκαμωμένος. Το μέτωπό του αυλακώθηκε από έναν μορφασμό αγωνίας και πόνου. Υπέφερε αλλά ήταν αποφασισμένος να μου μιλήσει, να βγάλει από μέσα του όλη εκείνη τη φρίκη που είχε ζήσει στη δηλητηριασμένη αγκαλιά της Στυγέας.
-«Πες μου κάτι. Μπήκες τελικά μέσα στους τύμβους;» τον ρώτησα όσο πιο μαλακά μπορούσα.
-«Ναι,» μου απάντησε με υπόκωφη φωνή. «Ήταν πολύ εύκολο γιατί κάποιοι τον είχαν ήδη κάνει αυτό, πολύ πριν από μένα. Στο πλευρό του μεγαλύτερου απ’ τους Τύμβους έχασκε ένα αψιδωτό άνοιγμα που ήταν μαύρο σαν την νύχτα. Χώθηκα εκεί μέσα σαν τυφλοπόντικας γιατί φοβόμουν μήπως ο Αζού ακολουθήσει τα χνάρια που είχα αφήσει στην άμμο και με προλάβει. Εξάλλου οι ακτίνες του ήλιου που περνούσαν μέσα απ’ τ’ αναρίθμητα κλαδιά των δέντρων με κέντριζαν σαν τσιμπήματα από σφήκες.»
«Κοντοστάθηκα θυμάμαι στην είσοδο της σήραγγας και ένιωσα τη χαρακτηριστική εκείνη ψύχρα που κρύβεται μέσα στα σπήλαια όλου του κόσμου. Αλλά εδώ πέρα υπήρχε και κάτι άλλο, μια ολοκληρωτική απουσία υγρασίας. Ήταν μια ψύχρα ξηρή και αρχαία, παράξενη σαν την εκπνοή μιας αφυδατωμένης μούμιας. Άναψα την ίσκα που μου είχα μαζί μου και τύλιξα το κουρελιασμένο πουκάμισό μου γύρω από κάποιο ξερόκλαδο φτιάχνοντας έτσι έναν πρωτόγονο πυρσό. Στο ασταθές φως του άρχισα να περπατώ κατά μήκος της σήραγγας, στα ενδότερα του τύμβου.»
-«Είδες τίποτα εκεί;»
-«Στην αρχή τίποτα. Μετά, ανακάλυψα ότι η σήραγγα κατηφόριζε απαλά ενώ στα καμπυλωτά της τοιχώματα, που ήταν φτιαγμένα από μια παράξενη γκρίζα πέτρα, απλώνονταν αλλόκοτες εικόνες.»
-«Μπορείς να μου τις περιγράψεις;»
-«Απεικόνιζαν ανθρώπους, σκλάβους μάλλον, να δουλεύουν πυρετωδώς μεταφέροντας πέτρες με σκοινιά. Όσο έμπαινα πιο βαθιά στη σήραγγα, οι ζωγραφιές έμοιαζαν παλιότερες, και οι σκλάβοι πιο αδύνατοι και άρρωστοι, πιο καταβεβλημένοι. Και τελικά έφτασα στο τέλος της, σε μια θολωτή αίθουσα που φωτίζονταν από μια φωσφορική λάμψη, από ένα ύπουλο γαλαζωπό φως που έβγαινε απ’ τα κοσμήματα του θεού.»
-«Ώστε είδες τα κοσμήματα;» τον ρώτησα, συγκρατώντας με δυσκολία την ανυπομονησία μου.
Εκείνος δεν μου απάντησε αμέσως. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, έβηξε σπασμωδικά, έναν άσχημο και άγριο βήχα που γέμισε το στόμα του με μαύρο πύο ενώ μια μεμβράνη από δύσοσμο ιδρώτα κάλυπτε το κορμί του. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχαμε πολύ ώρα μπροστά μας.
Τον βοήθησα να γείρει στο πλευρό του και να κάνει εμετό. Μετά περίμενα υπομονετικά να ξαναβρεί την αναπνοή του.
-«Υπήρχαν αναρίθμητοι σκελετοί,» μου είπε με σπασμένη φωνή, «μια εφιαλτική λεγεώνα από σκέλεθρα που κάλυπταν το δάπεδο της αίθουσας και σχημάτιζαν μακάβριους σωρούς και λοφίσκους. Παραμορφωμένες νεκροκεφαλές με κοιτούσαν χαμογελώντας σαρδόνια, άσαρκα χέρια που είχαν περισσότερα δάχτυλα απ’ όσα έπρεπε απλώνονταν προς το μέρος μου, οστέινες λεκάνες και μηροί σχημάτιζαν τρομακτικές πυραμίδες. Και στο κέντρο όλων αυτών είδα το άγαλμα του αρχαίου βασιλιά. Ήταν τεράστιο. Έμοιαζε με το θεό του Κάτω Κόσμου, τον Πλούτωνα. Και όλα αυτά φωτίζονταν απ’ το τρομερό γαλάζιο φως που έβγαζαν τα κοσμήματα που στόλιζαν το κεφάλι, το στήθος τα χέρια και τα πόδια του!»
-«Είσαι σίγουρος ότι ήταν αυτός;» τον ρώτησα με αγωνία.
-«Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;» μου απάντησε εκείνος αναπνέοντας σπασμωδικά, «το πρόσωπό του ήταν τόσο φριχτά ατάραχο, τόσο αλλόκοτα φωτισμένο απ΄τα γαλαζωπά πετράδια που το στεφάνωναν! Και στο στήθος του υπήρχε ένα παράξενο σύμβολο, σαν ήλιος με τρεις χοντρές ακτίνες! Ο ήλιος του Κάτω κόσμου!»
-«Και τι έκανες μετά;» τον ρώτησα αφού τον άφησα να ηρεμήσει για λίγο ακόμα.
-«Για τελευταία φορά, κυριεύτηκα από ένα τρομερό κύμα απληστίας. Σκαρφάλωσα πάνω στα αρχαία οστά που θρυμματίζονταν κάτω απ’ τα πόδια μου και μετατρέπονταν σε πυκνά σύννεφα κατάξερης σκόνης και πλησίασα το άγαλμα. Ήμουν ένας ανόσιος τυμβωρύχους, ένας παραφρονημένος βέβηλος που ακόμα και τότε το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν το πλιάτσικο!»
«Ανέβηκα στο βάθρο του αγάλματος και άρπαξα ένα απ’ τα κοσμήματα που στόλιζαν τον αστράγαλο του βασιλιά. Το έχωσα στο σακίδιό μου και το έβαλα στα πόδια. Μέχρι να ξαναβγώ στο φως του ήλιου, με είχε κυριεύσει ένα τρομερό κύμα ναυτίας αλλά δεν έδωσα σημασία. Στην είσοδο της σήραγγας βρήκα τον Αζού, αιμόφυρτο, σε φριχτή κατάσταση, να πεθαίνει κυριευμένος από τρομερούς σπασμούς. Φαίνεται ότι κάποιος απ’ τους υπόλοιπους της ομάδας τον είχε τραυματίσει με κάποιο δηλητηριασμένο όπλο γιατί πράσινοι αφροί έβγαιναν απ’ το στόμα του ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει τόσο πολύ που έμοιαζαν έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους. Κατάλαβα ότι είχα απομείνει μόνος γιατί γύρω από τη ζώνη του είχε δέσει απ’ τα μαλλιά σαν τρόπαια τα κεφάλια του Σάλεκ, του Νικτότρη, και του Αηφέλ. Δεν έκατσα να δω τη συνέχεια. Τον προσπέρασα, αφού πρώτα έκλεψα το φλασκί με το νερό του και άρχισα να τρέχω μακριά από τον καταραμένο εκείνο τόπο.»
-«Δηλαδή διέσχισες τον κρατήρα και την έρημο μόνος σου;»
-«Ναι,» μου είπε εκείνος, «Για πολλές μέρες και νύχτες. Αλλά δεν θυμάμαι το πώς. Ξέρω μόνο ότι από κάποια στιγμή και μετά άρχισε να με ψήνει ένας παράξενος πυρετός. Μετά, τα μαλλιά μου έπεσαν, ύστερα έχασα τα δόντια και τα νύχια μου και το σώμα μου γέμισε πληγές. Είχα ξεχάσει ότι κουβαλούσα μαζί μου το τρομερό κόσμημα. Το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω μακριά από εκείνον τον τόπο του θανάτου, απ’ τη σκιά των νεκρών δέντρων, απ’ τα καμένα ερείπια και τον θρηνητικό κρατήρα. Αυτό είναι όλο. Αλλά θυμάμαι και κάτι ακόμα, κάτι που συνέβη λίγο πριν με βρείτε.»
-«Σε ακούω.»
-«Έτρεχα μέρα και νύχτα αφήνοντας πίσω μου κομμάτια του εαυτού μου, μαλλιά νύχια δέρμα και δόντια, και κάποια στιγμή σωριάστηκα καταγής στη ζεστή άμμο. Ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από έναν κυματιστό ορίζοντα που είχε πάρει το άλικο χρώμα του φρέσκου αίματος και τα τραγούδια της ερήμου ταξίδευαν άσπλαχνα μέσα στο λυκόφως. Και τότε το σακίδιό μου άνοιξε και το κόσμημα κύλησε στην άμμο, σκορπίζοντας το αλλόκοτο γαλαζωπό φως του. Το πετράδι που έλαμπε στο κέντρο του έμοιαζε να με κοροϊδεύει, να με κοιτάζει σαν δαιμονικό μάτι που έκρυβε μέσα τους τις φωτιές της κόλασης. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι αυτό ήταν που με σκότωνε. Με δηλητηρίαζε αργά και μεθοδικά, όπως είχε δηλητηριάσει και όλους εκείνους τους δυστυχισμένους που είχαν χτίσει τους τύμβους, που είχαν σκαλίσει το άγαλμα του βασιλιά και είχαν κάνει το λάθος ν’ αγγίξουν τα στολίδια του πριν από μένα. Ήταν τα δικά τους σκέλεθρα που είχα αντικρίσει στην τρομερή αίθουσα. Τα κατάλαβα όλα αυτά ξαφνικά, λες και μια αστραπή είχε φωτίσει τα σκοτάδια του μυαλού μου.
Σήκωσα το χέρι μου για να το χώσω μέσα στην άμμο, για να μην το ξαναβρεί ποτέ κανείς άλλος, αλλά ανακάλυψα ότι δεν είχα τη δύναμη να κάνω ούτε καν αυτό. Μετά, λιποθύμησα.»
Ο Κλέφτης φάνηκε να ηρεμεί μόλις ολοκλήρωσε τη μεγάλη εκείνη εξομολόγηση. Έγειρε πίσω στο κρεβάτι του και έκλεισε τα μάτια του αποκαμωμένος. Έκανα νόημα στον γραφέα να φύγει καθώς δεν είχε τίποτε άλλο να μου πει.
Και πραγματικά, ο Κλέφτης πέθανε το ίδιο εκείνο βράδυ Ήρεμα και ειρηνικά, χάρη στις δικές μου περιποιήσεις.
Λίγο αργότερα μια ομάδα Μοναχών έκλεισε το κόσμημα σε μια χοντρή κασετίνα από μόλυβδο και, φορώντας προστατευτικά ρούχα, ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι της επιστροφής του στον αρχαίο Τύμβο. Ο Κλέφτης θάφτηκε μακριά απ’ το Μοναστήρι, σε κάποιο σημείο όπου το δηλητήριο που είχε μπει στο σώμα του δεν θ’ απειλούσε τον κήπο και το πηγάδι που μας κρατάνε ζωντανούς.
Και μετά η ζωή μας ξανάρχισε να κυλάει κανονικά.



5



Τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι, ανεβαίνω στις επάλξεις του Μοναστηριού, κουλουριάζομαι πίσω από τις ανεμοδαρμένες πολεμίστρες τους και ατενίζω την έρημο. Κάτι τέτοιες ώρες μοιάζει με σκοτεινή θάλασσα που ψιθυρίζει αρχαίες ιστορίες σε μια γλώσσα ξεχασμένη. Κυματίζει αργά κάτω απ’ τον ασημένιο ποταμό του Γαλαξία και θυμάται μέρες περασμένες, τις εποχές όπου ο κόσμος ήταν νέος και γεμάτος με όνειρα. Έπειτα κοιτάζω ψηλά, αφήνω το βλέμμα μου να βυθιστεί στην άβυσσο των άστρων και σκέφτομαι ότι εκεί πέρα ο χρόνος κυλάει διαφορετικά, ότι τα ίδια εκείνα αστέρια που φώτιζαν τη νύχτα που οι πρώτοι άνθρωποι όρθωναν το ανάστημά τους πάνω στη Γη, θα φωτίζουν και τη νύχτα όπου ο τελευταίος απ’ αυτούς θα πεθάνει για πάντα.
Αυτοί όμως δεν θ’ αλλάξουν. Ξανά και ξανά, γοητευμένοι απ’ τις φήμες που έντεχνα διαδίδουμε στους παραμεθόριους οικισμούς, προσπαθούν να μπουν στην έρημο και να βεβηλώσουν τους Τύμβους των Αρχαίων βασιλέων. Αψηφούν τις προειδοποιήσεις για την αρρώστια και τον θάνατο που παραμονεύουν εκεί πέρα, ακολουθούν την απληστία τους και έτσι πεθαίνουν. Η έρημος βλέπετε, καθώς και το θανάσιμο μυστικό που κρύβεται στα σωθικά της, λειτουργεί ως Εξαγνιστής. Προσελκύει τους πιο αδίστακτους και θρασείς και τους σκοτώνει, απαλλάσσοντας έτσι τον κόσμο απ’ την επικίνδυνη παρουσία τους. Όλοι εμείς, οι Μοναχοί που επανδρώνουμε τα μοναστήρια που οι μακρινοί μας πρόγονοι έχτισαν γύρω απ΄ τη Στυγέα, περιπλανιόμαστε μέρα και νύχτα στην έρημο που αγκαλιάζει τον κρατήρα και συλλέγουμε τους ετοιμοθάνατους εκείνους τολμηρούς, καταγράφουμε τις ιστορίες τους και μ’ αυτό τον τρόπο περιφρουρούμε τον θανατηφόρο τόπο όπου μια φορά και έναν καιρό κάποιοι, τυφλωμένοι απ’ τη δίψα τους για τον πλούτο και τη δύναμη, έφτιαξαν τη μηχανή που απελευθέρωσε την υπέρτατη φωτιά που κρύβεται μέσα στην ύλη.
Ήταν αυτό που τους κατέστρεψε γιατί μαζί με τη δύναμη αυτή απελευθέρωσαν και κάτι άλλο, κάτι που δεν πεθαίνει ούτε κοιμάται ποτέ, τη δύναμη που ενσωματώθηκε με την έρημο και τη μεταμόρφωσε σ’ ένα τόπο που σκοτώνει. Είναι η ίδια εκείνη έρημος που μας διεκδίκησε, μας άλλαξε, μας εξάγνισε και μας μετέτρεψε σε δικά της παιδιά. Αυτός είναι ο λόγος που όποτε περιθάλπουμε κάποιον άρρωστο τυχοδιώκτη ή κυκλοφορούμε στις πόλεις των ανθρώπων πρέπει να φοράμε μακριά ρούχα και μάσκες που κρύβουν την εμφάνισή μας. Γιατί είναι αδαείς και φοβισμένοι και αν έβλεπαν το πραγματικό μας πρόσωπο θα μας σκότωναν καθώς στα μάτια τους μοιάζουμε φριχτοί και παραμορφωμένοι. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν το δώρο που μας έχει κάνει η έρημος και η δύναμη που ζει μέσα της, το τι σημαίνει για μας να ζούμε απαλλαγμένοι απ’ την απληστία και το φθόνο και να τους φροντίζουμε, ν’ ακούμε τις εξομολογήσεις τους και να τους βοηθάμε να ζήσουν τις τελευταίες τους στιγμές με γαλήνη και αξιοπρέπεια και την ίδια στιγμή να διασφαλίζουμε την επιβίωση της φυλής τους.
Ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν το δώρο που μας έκανε η ιερή Ραδιενέργεια.


Ερρίκος Σμυρναίος henriksmirneos@yahoo.gr Copyright 2009

1 σχόλιο: