Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009


ΌΤΑΝ ΗΡΘΕ ΤΟ ΝΗΣΙ

1


Ήταν μια παγωμένη και άγρια νύχτα του χειμώνα. Ο άνεμος σφύριζε γύρω απ’ τα παράθυρα και τις πόρτες του σπιτιού και ούρλιαζε πάνω απ’ την καμινάδα του σαν οργισμένο στοιχειό. Ένα παχύ στρώμα χιονιού που είχε κρουσταλλιάσει απ’ το κρύο και είχε γίνει σκληρό σαν πέτρα, σκέπαζε τη γη. Τα δέντρα έμοιαζαν με άσαρκους σκελετούς που άπλωναν τα χέρια τους σ’ ένα μαύρο ουρανό ενώ το μουγκρητό της θάλασσας αντηχούσε βροντερό και τιτάνιο, λες και τεράστια λιθάρια συντρίβονταν στην αφρισμένη της αγκαλιά.
Εμείς όμως είχαμε προετοιμαστεί καλά και ο ερχομός του χειμώνα, με τα χιόνια και τις καταιγίδες του, δεν μας φόβιζε καθόλου. Οι σιταποθήκες μας ήταν γεμισμένες με κριθάρι βρώμη και καλαμπόκι και τα ζωντανά μας βρίσκονταν προφυλαγμένα στους στάβλους. Οι αποθήκες του σπιτιού ξεχείλιζαν απ’ τα παστά κρέατα, τα τυριά και τα ξεραμένα φρούτα ενώ τεράστια βαρέλια με ξανθή μπύρα και μαύρο κρασί ωρίμαζαν στα υπόγεια κελάρια του. Κανείς δεν θα πεινούσε φέτος. Τώρα, είχαμε μαζευτεί γύρω απ’ το τζάκι της μεγάλης σάλας, όλη η οικογένεια, ο παππούς, οι γιοι και οι θυγατέρες του, οι άντρες και οι γυναίκες τους και εμείς, τα δικά τους παιδιά. Καθόμασταν πάνω σε ζεστές φλοκάτες, κεντητές μαξιλάρες και ξύλινα σκαμνάκια, ντυμένοι ζεστά και περιμένοντας με ανυπομονησία ν’ ακούσουμε την ιστορία που θα μας έλεγε ο παππούς.
Ήταν μια στιγμή ιερή. Οι τεράστιες φλόγες που τριζοβολούσαν στο πετρόχτιστο τζάκι σκόρπιζαν το φως και τη ζεστασιά τους σ’ ολόκληρη τη σάλα. Τα χοντρά δοκάρια που στήριζαν την οροφή της φεγγοβολούσαν σαν να ήταν σκεπασμένα με χάλκινες πλάκες ενώ το ξύλινο πάτωμα που είχε τριφτεί και γυαλιστεί με κερί και λάδι, έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μας σκεπασμένο με φλοκάτες και χαλιά. Στους ασβεστωμένους τοίχους όπου κρέμονταν πολύχρωμα υφαντά και γεωργικά εργαλεία, το φως της φωτιάς χόρευε σαν να ‘πεφτε πάνω σε τρεχούμενο νερό.
Τα μεγαλύτερα απ’ τα παιδιά της οικογένειας είχαν ξεφύγει απ’ την αγκαλιά της Νέδας, της πιστής μας παραμάνας, και τώρα κάθονταν δίπλα στα πόδια του παππού, ενώ το μικρότερο απ’ αυτά χόρευε στην αγκαλιά της και ακουμπούσε το κατσαρομάλλικο κεφάλι του πάνω στο φαρδύ της στήθος.
Ακόμα και οι υπηρέτες είχαν παρατήσει τις δουλειές τους και μαζεμένοι και αυτοί μέσα στη σάλα, περίμεναν με ανυπομονησία ν’ ακούσουν την ιστορία που σε λίγο θα ξεκινούσε.
Ο παππούς χαιρόταν πολύ αυτές τις ώρες, όταν ολόκληρη η οικογένεια μαζευόταν γύρω του, ιδιαίτερα από τότε που είχε τυφλωθεί, αν και το αργασμένο απ’ τους ανέμους και τον ήλιο ενός αιώνα και βάλε πρόσωπό του, με τα μάτια που είχαν γίνει λευκά σαν βότσαλα, δύσκολα πρόδιδε τα συναισθήματά του.
Ο παππούς ήταν ένα πρόσωπό που το σέβονταν όλοι πάρα πολύ. Ακόμα και απ’ τα πιο μακρινά αγροκτήματα ερχόταν κόσμος για να ζητήσει τη συμβουλή του, για το πώς να νικήσουν κάποια αρρώστια που σκότωνε τα κοπάδια ή τα σπαρτά τους, για το πώς να λύσουν κάποια οικογενειακή διαφορά ή να μοιράσουν δίκαια τα χωράφια τους ή ακόμα για να μάθουν τα μελλούμενα καθώς ο παππούς, εκτός απ’ όλα τα άλλα είχε και τη φήμη ότι ήξερε να προφητεύει.
Αν και στα νιάτα του δεν ήταν παρά ο φτωχός παραγιός ενός αρχοντόσπιτου που δεν υπάρχει πια, είχε καταφέρει να φτιάξει το δικό του σπιτικό, να σπείρει γερά παιδιά και να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους τότε που έπεσε η Μεγάλη Πείνα και όλοι πέθαιναν στα χωράφια σαν τις μύγες. Ήταν ένας ζωντανός θρύλος. Τώρα λοιπόν, στα γεράματα, τις κρύες και ατελείωτες νύχτες του χειμώνα, του άρεσε να μας μαζεύει γύρω του και να μας αφηγείται ιστορίες απ’ τα παλιά. Λάτρευα εκείνες τις βραδιές, τόσο πολύ όσο λάτρευα και τον ίδιο τον παππού. Ήξερε να μιλάει πολύ ωραία, πιο ζωντανά και απ’ τους βάρδους που την άνοιξη και το καλοκαίρι πήγαιναν από χωριό σε χωριό και έπαιζαν μουσική ή έλεγαν παραμύθια για ένα πιάτο φαγητό, μια κανάτα μπύρα και μια γωνιά σε κάποιον αχυρώνα. Οι δικές του ιστορίες ήταν όμως πολύ καλύτερες γιατί εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, ήταν και αληθινές.
Ο παππούς φούσκωσε το στήθος του και η μαγική στιγμή έφτασε. Η ώρα που θ’ άνοιγαν οι μαγικές πόρτες για το χθες. Με βάρκα τα σοφά του λόγια, ετοιμαστήκαμε να σαλπάραμε μακριά, σ’ έναν κόσμο που δεν υπήρχε πια.
Μια βαριά σιωπή κρεμάστηκε στη σάλα. Μου φάνηκε πως ακόμα και οι φλόγες που χόρευαν στο τζάκι έπαψαν να τριζοβολούν. Ο άνεμος κόπασε για μια στιγμή. Ο παππούς σήκωσε το άσπρο κεφάλι του με τα πλούσια μαλλιά και τη μακριά γενειάδα και μας κοίταξε έναν-έναν, με τα λευκά του μάτια που έμοιαζαν να μας διαπερνούν μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής μας.
-«Απόψε θα σας πω μια ιστορία διαφορετική,» μας είπε με την βαριά φωνή του, «θα σας μιλήσω για τη μέρα που ήρθε το νησί.»



2


-«Ήταν καλοκαίρι θυμάμαι, προχωρημένο απόγευμα. Καθόμουν στην άκρη του γκρεμού της Φαίας, πάνω σ’ ένα βράχο που κρεμόταν πάνω απ’ τη θάλασσα και κοίταζα την κοιμισμένη της επιφάνεια που απλωνόταν γαλήνια και απέραντη μέχρι τον ορίζοντα.»
«Στα ριζά του βράχου υπήρχε μια μικρή σπηλιά, μια τρύπα που είχε σκάψει ο αέρας και η βροχή. Είχα φτιάξει εκεί ένα μικρό κρησφύγετο. Ήταν μια ιδανική κρυψώνα για κάποιον σαν κι εμένα που αποζητούσε τη μοναξιά γιατί όλοι απέφευγαν να πλησιάσουν, ιδιαίτερα όταν ερχόταν το σκοτάδι. Έλεγαν ότι ο βράχος ήταν καταραμένος γιατί πριν από πολλά-πολλά χρόνια, κάποια γυναίκα που είχε τρελαθεί μετά το θάνατο του άντρα της και του παιδιού της, είχε γκρεμιστεί στη θάλασσα από εκείνο ακριβώς το σημείο. Ίσως μάλιστα και να είχε κουρνιάσει στη σπηλιά μου προτού αποφασίσει να πεθάνει. Πολλοί έλεγαν ότι τα βράδια που φυσούσε δυνατά, την άκουγαν να θρηνεί και υπήρχαν και κάποιοι που ορκίζονταν ότι την είχαν δει να στέκεται στην άκρη του γκρεμού, μια λευκοντυμένη γυναίκα που έσφιγγε στην αγκαλιά της το άψυχο πτώμα του μονάκριβου παιδιού της. Και αλίμονο σ’ όποιον έπεφτε στα χέρια της! Θα τον άρπαζε και θα τον παρέσερνε στο χάος!
Εμένα πάντως μ’ άρεσε ν’ ανεβαίνω εκεί πάνω, κάθε φορά που μ’ έστελναν να βοσκήσω τα ζωντανά του υποστατικού στο λιβάδι που απλωνόταν κοντά στη θάλασσα. Συνήθιζα να χώνομαι στη σπηλιά και να φωλιάζω στο δροσερό σκοτάδι της σαν θαλασσοπούλι που κουρνιάζει πάνω απ’ τα σκοτεινά νερά του ωκεανού.
Εκείνη τη στιγμή όλα ήταν γαλήνια και όμορφα.
Ο ήλιος που είχε βουτήξει πίσω απ’ τις κορφές των βουνών, ζωγράφιζε τη θάλασσα με βυσσινί, μπλε και ρόδινα χρώματα. Ο ουρανός έλαμπε πεντακάθαρος, βαθύς μπλε στην ανατολή, γαλάζιος στην κορφή του και ροδαλός προς τη μεριά της δύσης. Η θάλασσα έμοιαζε με γυάλινο καθρέφτη. Δεν φυσούσε καθόλου και ο αέρας μοσχομύριζε φορτωμένος με το άρωμα του θυμαριού, του μελισσόχορτου και του χαμομηλιού. Τα πρόβατα του υποστατικού έβοσκαν ήρεμα εδώ και εκεί και τα δύο τσοπανόσκυλα που τα κρατούσαν μαζεμένα, είχαν ξαπλώσει κάτω από μια ελιά και χουζούρευαν αμέριμνα. Σε λίγο θα νύχτωνε και θα φανερωνόταν ο αποσπερίτης. Τότε θα έπρεπε να σηκωθώ και να επιστρέψω το κοπάδι στη στάνη του υποστατικού.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε το νησί.
Από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς καμία λάμψη θόρυβο ή καπνό, στο σημείο όπου η θάλασσα ενωνόταν με τον ουρανό. Έμοιαζε με μεγάλο πιάτο, ένα στρογγυλό πράγμα που ξεπήδησε απ’ το πουθενά. Ένα νησί κανονικότατο, με δέντρα, κήπους και πράσινα λιβάδια. Στο ψηλότερο σημείο του φώλιαζε ένα μπουκέτο από αστραφτερούς πύργους και πανύψηλα καμπαναριά.
Η θάλασσα ανατρίχιασε. Μεγάλα κύματα διέτρεξαν στην επιφάνειά της, σαν κι αυτά που σηκώνονται σε μια λίμνη όταν ρίξει κάποιος ένα βότσαλο. Ένας ξαφνικός άνεμος μαστίγωσε το γρασίδι. Τα κλαδιά των δέντρα χόρεψαν και σφύριξαν και τα θυμάρια θρόισαν τρομαγμένα. Τα μαλλιά μου ανακατεύτηκαν και παραλίγο να πέσω καταγής. Τα σκυλιά αλύχτησαν ενώ τα πρόβατα άρχισαν να βελάζουν.
Έμεινα να κοιτάζω το νησί σα χαζός. Οι πύργοι του έλαμπαν σαν ασημένιοι στο ρόδινο φως του δειλινού ενώ τα δάση και τα πάρκα του έμοιαζαν με ζωγραφιές. Μου φάνηκε πως άκουσα μια συγχορδία από κρυστάλλινα σήμαντρα λες και τα λεπτά καμπαναριά του χαιρετούσαν τον ερχομό της νύχτας.
Πετάχτηκα όρθιος και παρατώντας τα όλα, τα πρόβατα, τα σκυλιά και τη βοσκή τους, άρχισα να τρέχω προς το υποστατικό, για να τους ειδοποιήσω όλους γι’ αυτό που μόλις είχε συμβεί.



3




Τα νέα μου προκάλεσαν μεγάλο σαματά. Ο άρχοντας του υποστατικού, αφού μ’ άκουσε με μεγάλη προσοχή, με ανέβασε σ’ ένα σκαμνί και μου ζήτησε να ξαναπώ τα πάντα απ’ την αρχή, με το νι και με το σίγμα, σε όλους όσους είχαν μαζευτεί γύρω μας και με κοίταζαν μ’ ανοιχτό το στόμα.
Έτσι λοιπόν, αφού μ’ έστησαν στη μέση της κεντρικής αυλής με το αρχαίο πλακόστρωτο που είχε φαγωθεί απ’ τα χρόνια, αφηγήθηκα για άλλη μια φορά το πώς εμφανίστηκε το νησί, το πως έλαμπαν οι πύργοι του στο λυκόφως και πως άρχισαν ν’ αντηχούν τα σήμαντρα που κρέμονταν απ’ τ’ αέρινα καμπαναριά του.
Στη συνέχεια όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να μιλάνε μεταξύ τους σαν παλαβωμένοι και μετά μου έκαναν ερωτήσεις, τόσες πολλές που ολόκληρη η νύχτα δεν θα μας έφτανε για να τους απαντήσω.
Ευτυχώς όμως, κάποιοι γέροντες που ξεπρόβαλλαν απ’ το φοβισμένο πλήθος, έβαλαν γρήγορα τα πράγματα στη θέση τους. Μας εξήγησαν ότι η εμφάνιση του παράξενου νησιού δεν ήταν κάτι το πρωτάκουστο. Μας διαβεβαίωσαν ότι εμφανιζόταν μια φορά κάθε εκατό χρόνια και ότι οι κάτοικοί του ήταν άνθρωποι φιλήσυχοι και καλοσυνάτοι. Αυτό που ήθελαν από μας ήταν ν’ αγοράσουν μέλι και λάδι με αντάλλαγμα κάποια δικά τους πράγματα, όμορφα κοσμήματα που φεγγοβολούσαν στο σκοτάδι για παράδειγμα, υφάσματα που δεν χαλούσαν ποτέ, πέτρες που τραγουδούσαν και σιρόπια που θεράπευαν ένα σωρό ασθένειες.
Οι νησιώτες. Έτσι τους έλεγαν. Ένας παράξενος λαός που ταξίδευε με το μαγικό νησί του από τόπο σε τόπο. Μας είπαν ότι ήταν πανέμορφοι και πανύψηλοι, άντρες και γυναίκες και ότι μιλούσαν με απαλές και γλυκές φωνές. Ποτέ δεν είχαν πειράξει άνθρωπο ή ζωντανό.
Αυτά τα λόγια ξεσήκωσαν ένα κύμα ενθουσιασμού και όλοι ξανάρχισαν να φλυαρούν και να ξεφωνίζουν, χαρούμενα αυτή τη φορά. Η μόνη παραφωνία στη γενική χαρά ήταν η φίλη μου η Λάπτρα. Την είδα με την άκρη του ματιού μου να στέκεται όρθια δίπλα σ’ ένα κάρο που ήταν φορτωμένο με άχυρο. Το δεξί της χέρι έσφιγγε νευρικά μια από τις ακτίνες της ρόδας του και το πρόσωπό της, πλαισιωμένο απ’ το γαλάζιο φακιόλι που έπρεπε να φοράει σαν υπηρέτρια που ήταν, με κοίταζε σφιγμένο. Τα μάτια της, μεγάλα και γκρίζα, είχαν στυλωθεί πάνω μου σοβαρά, κάπως λυπημένα. Λες και προαισθανόταν κάτι.
Η Λάπτρα ήταν η μοναδική φίλη που είχα στο υποστατικό. Δούλευε στην κουζίνα και επειδή ήταν πάντα καλόβολη και προκομμένη, τα πήγαινε καλά με όλους. Μου έδειχνε πάντα ιδιαίτερη συμπάθεια, ίσως γιατί ήταν και αυτή ορφανή, σαν κι εμένα. Όποτε ερχόμουν στην κουζίνα για να δώσω το γάλα ή να κάνω κάποια χοντροδουλειά, δεν παρέλειπε να μου γεμίζει τις τσέπες με κάποιο μήλο ή ένα κομμάτι πίτα που είχε περισσέψει απ’ το τραπέζι του άρχοντα ενώ τα πρωινά, όταν συναντιόμασταν στην αυλή ή στα χωράφια του υποστατικού, μου χαμογελούσε και με καλημέριζε, κάτι που κανείς άλλος δεν καταδεχόταν να κάνει.
Εκείνη τη στιγμή όμως, συνεπαρμένος καθώς ήμουν απ’ το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι κρέμονταν απ’ τα χείλη μου, μου φάνηκε αστεία, σχεδόν χαζή, η πάντα σοβαρή μαζεμένη και ανήσυχη Λάπτρα.
Η βραδιά εξελίχθηκε χαρούμενα. Η πιο όμορφη βραδιά της ζωής μου. Ήμουν το επίκεντρο της προσοχής. Όλοι έδειχναν να με συμπαθούν και να με κοιτάζουν λες και είχα κάνει κάτι το ηρωικό. Μου έδωσαν να πιω κρασί και μου ζητούσαν ξανά και ξανά να ξαναπώ την ιστορία μου και εγώ πρόσθετα κάθε φορά και από λίγη σάλτσα, μια ακόμα λεπτομέρεια κάτι που θα έκανε την περιπέτειά μου πιο εντυπωσιακή και αξιομνημόνευτη, μέχρι που κάποια στιγμή ξημέρωσε και όλοι πήγαμε για ύπνο.
Κι όμως, όπως αποδείχτηκε πολύ γρήγορα, η Λάπτρα έκανε πολύ καλά που ανησυχούσε.




4




Οι νησιώτες έφτασαν με τις πρώτες σκιές του δειλινού. Προηγήθηκε μια ατελείωτη μέρα όπου το νησί καθόταν στον ορίζοντα σαν όραμα, με τους πύργους του να λάμπουν στο φως και τα πάρκα του, τα γεμάτα με φροντισμένα σύδεντρα και πολύχρωμα λουλούδια, ν’ απλώνονται στη λιακάδα σαν ένα κομμάτι γης που είχε πέσει απ’ τον Παράδεισο.
Οι κωδωνοκρουσίες του χόρευαν απαλές και απόμακρες με το καλοκαιριάτικο αεράκι ενώ οι μεθυστικές μυρωδιές που πήγαζαν απ’ τις ακτές του, ταξίδευαν πάνω απ’ τον αφρό της θάλασσας σαν αόρατα δίχτυα που με παγίδευαν και με προκαλούσαν να το πλησιάσω.
Μια και κανείς δεν μου έδινε σημασία, απασχολημένοι καθώς ήταν με τις προετοιμασίες της υποδοχής των νεοφερμένων, πέρασα τη μέρα μου στην άκρη του γκρεμού, παρατηρώντας το νησί. Και όταν ο ήλιος έγειρε στη δύση του πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Έξω απ’ τη μεγάλη και τοξωτή πόρτα της αυλής με περίμενε η Λάπτρα. Στεκόταν σοβαρή όπως πάντα και μαζεμένη, με τα μαλλιά της δεμένα σε κότσο κάτω απ’ το γαλάζιο φακιόλι και την ποδιά της πεντακάθαρη και σιδερωμένη.
-«Που ήσουν;» με ρώτησε, «Όλοι τρέχουν πάνω κάτω σαν τρελοί και εσύ χασομεράς στις ερημιές;»
-«Ήμουν στο γκρεμό της Φαίας» της εξήγησα.
-«Πάλι;» Η δυσαρέσκεια που χρωμάτισε τη φωνή της μ’ έκανε να γελάσω. Η Λάπτρα σιχαινόταν τον γκρεμό, τον φοβόταν σχεδόν παθολογικά. Έλεγε πως της μύριζε θάνατο. Ο βράχος και η σπηλιά μου ήταν το τελευταίο μέρος σ’ ολόκληρο τον κόσμο που θα πλησίαζε αν μπορούσε να το αποφύγει.
-«Γιατί, με ζήτησε κανείς;» τη ρώτησα.
-«Όχι, αλλά το αφεντικό είπε να είμαστε όλοι στην αυλή όταν φανούν οι νησιώτες και αυτό σημαίνει και εσένα,»
Κοίταξα πάνω απ’ τον ώμο της την πλακόστρωτη αυλή. Ήταν μια μακρόστενη έκταση που την περιέβαλλε η πρόσοψη του τριώροφου σπιτικού του άρχοντα, οι πτέρυγες των υπηρετών που απλωνόταν στα δεξιά και στα αριστερά του, οι στάβλοι, οι κουζίνες και οι αποθήκες όπου φυλάγαμε τις σοδειές όταν ερχόταν ο βαρύς χειμώνας.
Τώρα είχε γεμίσει με τραπέζια που ήταν στρωμένα με λινά τραπεζομάντιλα και φρεσκοκομμένα λουλούδια. Σε μια γωνιά, πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα, μια μικρή ορχήστρα κούρδιζε τα μουσικά της όργανα. Πυρσοί δάδες και χάλκινες λάμπες σκόρπιζαν ένα γλυκό φως ενώ ο αέρας ήταν γεμάτος απ’ τη βαριά οσμή του κρέατος και των μπαχαρικών που μαγειρεύονταν στις κουζίνες.
Χώθηκα στην αυλή και γλίστρησα μέχρι το δωμάτιό μου όπου φύλαγα τα καλά μου ρούχα σε μια ξύλινη κασέλα.
Εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν περίεργο θόρυβο, κάτι σαν το βουητό που κάνουν τα νερά ενός μεγάλου καταρράκτη όταν πέφτουν από μεγάλο ύψος.
Έβγαλα το κεφάλι μου απ’ το μικρό παράθυρο του δωματίου και έριξα μια ματιά στον ουρανό, στο σημείο απ’ όπου έμοιαζε να προέρχεται ο θόρυβος και είδα κάτι που μ’ έκανε να απομείνω με το στόμα ανοιχτό:
Εκεί ψηλά πετούσε κάτι που έμοιαζε με μεγάλη βάρκα. Ήταν ένα ιπτάμενο πράγμα με φτερά που στο κάτω μέρος τους έβγαζαν γαλάζιες φλόγες. Άστραφτε σαν ασημένιο και το ρύγχος του είχε ένα παράθυρο απ’ όπου έλαμπε ένα γαλάζιο φως.
Το πράγμα αιωρήθηκε πάνω απ’ το υποστατικό και μετά προσγειώθηκε έξω ακριβώς από την πόρτα της αυλής, καψαλίζοντας το χορτάρι και ξεσηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης που ευτυχώς κατακάθισε γρήγορα.
Φόρεσα την καλή μου φορεσιά όσο πιο γρήγορα μπορούσα και βγήκα τρέχοντας απ’ το δωμάτιό μου, σαν να με κυνηγούσαν χίλιοι διάβολοι. Αλλά μέχρι να κατέβω στην αυλή, το αστραφτερό πλευρό της ιπτάμενης βάρκας είχε ανοίξει και μια ομάδα ανθρώπων είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους.
Άνθρωποι; Δεν ένιωσα καθόλου σίγουρος γι’ αυτό. Πως θα μπορούσαν να είναι άνθρωποι αυτά τα υπέροχα πλάσματα με τις ψιλόκορμες και κομψές σιλουέτες, τα φωτεινά μάτια, τ’ αστραφτερά και πλούσια μαλλιά και την επιδερμίδα που ήταν καθαρή και άσπιλη σαν το εσωτερικό ενός κοχυλιού;
Τα ρούχα τους ήταν πανέμορφα, φτιαγμένα από υφάσματα που όμοιά τους δεν είχα ξαναδεί. Έλαμπαν σαν ασημένια και έπεφταν πάνω τους ανάλαφρα σαν σύννεφα. Τα δάχτυλά τους ήταν μακριά και όμορφα, εντελώς απαλλαγμένα απ’ τους κάλους, τις ουλές και τις κηλίδες που αφήνουν στα δικά μας οι δουλειές στα χωράφια και στους αγρούς.
Περπάτησαν προς το υποστατικό όμορφα και ωραία, χαμογελώντας, κοιτάζοντας γύρω τους με ευχαρίστηση, σαν να συμμετείχαν σε μια ενδιαφέρουσα εκδρομή. Ο αρχηγός τους, που περπατούσε πρώτος-πρώτος και είχε έναν αέρα εξουσίας, χαιρέτησε τον άρχοντα του υποστατικού που στεκόταν στην είσοδο της αυλής και μετά, ανταποκρινόμενος στις υποκλίσεις του, του επέτρεψε να τον συνοδεύσει στο εσωτερικό της. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν και η εμφάνισή τους προκάλεσε ένα κύμα πνιχτών επιφωνημάτων θαυμασμού και δέους. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει έναν χαρούμενο σκοπό και η γιορτή ξεκίνησε.
Έκανα να πλησιάσω σε κάποια άδεια θέση αλλά με σταμάτησε ένα τριχωτό και ηλιοκαμένο χέρι. Ήταν του Βάρσου, του επιστάτη των στάβλων ο οποίος με κοίταξε αγριωπά και μου είπε:
-«Για που το’ βαλες εσύ;»
-«Είπα να καθίσω,» του απάντησα κοιτάζοντάς τον κατάματα, χωρίς να δείχνω ότι τον φοβόμουν. Ο Bάρσος ήταν κακός άνθρωπος. Ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να με φορτώσει με κάποια χαμαλοδουλειά και όταν ήμουν μικρός και θύμωνε πολύ, του άρεσε να με χτυπάει. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε τολμήσει να ξανακάνει από τότε που τον είχα απειλήσει μ’ ένα δικράνι, αλλά το μίσος που μας χώριζε δεν επρόκειτο να σβήσει ποτέ.
-«Δεν μου λες, θυμήθηκες να ποτίσεις τ’ άλογα και να καθαρίσεις τις κοπριές τους;»
Παραδέχτηκα πως όχι. Το είχα ξεχάσει εντελώς, παρασυρμένος απ’ τη γενικότερη αναταραχή που είχε προκαλέσει η εμφάνιση του νησιού. Τα μάτια του Βάρσου άστραψαν με ικανοποίηση και εγώ έσκυψα το κεφάλι μου γιατί κατάλαβα ότι με περίμενε, για άλλη μια φορά, κάποια σκληρή τιμωρία.
-«Μπορείς όμως να το κάνεις τώρα,» μου είπε, «και όταν τελειώσεις, μπορείς να έρθεις πίσω στη γιορτή!»
Τον κοίταξα κατάπληκτος:
-«Να καθαρίσω τις κοπριές νυχτιάτικα;»
-«Αυτό που σου είπα. Και όταν τελειώσεις, να ‘ρθεις να μου το πεις!»
Ένιωσα το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Αν καθάριζα τις κοπριές τα ρούχα μου, η καλή μου φορεσιά, θα λερωνόταν και θα μύριζε απαίσια. Ο Βάρσος ήταν κακός μαζί μου και άδικος. Όπως πάντα δηλαδή.
Έσκυψα το κεφάλι, βγήκα από την αυλή και άρχισα να περπατάω προς τους στάβλους.



5



Ήταν σκοτεινά εκεί μέσα και στον αέρα πλανιόταν η διαπεραστική μυρωδιά της καβαλίνας. Με περίμενε πολύ και σκληρή δουλειά. Πότισα καταρχήν τ’ άλογα νιώθοντας τύψεις που τα είχα παραμελήσει γιατί άσχετα με το πόσο πολύ με κούραζε η φροντίδα τους, τ’ αγαπούσα και τα ένιωθα σαν δικούς μου φίλους. Εκείνα ανταποκρίθηκαν στην παρουσία μου ρουθουνίζοντας φιλικά και μετά άρχισαν να πίνουν λαίμαργα το νερό τους. Τα χάιδεψα στοργικά στην πλάτη και προσπάθησα να καταπνίξω την οργή και τη θλίψη που μου προκαλούσε η σκέψη ότι θα έχανα την ευκαιρία να χαζέψω τους ξένους, για πάντα, αφού η επόμενη επίσκεψή τους θα γινόταν ύστερα από εκατό χρόνια. Ένιωσα ένα βαθύ μίσος για τη ζωή μου, για το γεγονός ότι ήμουν καταδικασμένος να υπηρετώ τους άλλους, να κάνω όλες τις δύσκολες και ταπεινωτικές δουλειές, μόνο και μόνο επειδή ήμουν φτωχός και ορφανός από μητέρα και πατέρα. Η χαρούμενη μουσική και τα γέλια που ακουγόταν στην αυλή με τρέλαιναν καθώς μου θύμιζαν ξανά και ξανά, όλα αυτά που έχανα.
Θολωμένος καθώς ήμουν απ’ τις άσχημες εκείνες σκέψεις δεν κατάλαβα ότι κάποιος άλλος βρισκόταν στο στάβλο και με κοιτούσε μέσα απ’ το σκοτάδι.
-«Με συγχωρείς…..» άκουσα μια λεπτή και ευγενική φωνή. Τινάχτηκα ξαφνιασμένος και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου. Το αποτέλεσμα ήταν να εισπράξω ένα πειραχτικό γελάκι.
-«Είσαι καλά;» με ρώτησε, «Δεν ήθελα να σε τρομάξω…»
Αυτή τη φορά κατάλαβα ότι η φωνή ανήκε σε κάποια νεαρή γυναίκα. Καθόταν στην πέρα άκρη του στάβλου, δίπλα στο χώρισμα με τα πρόβατα. Η προφορά της ήταν ασυνήθιστα μελωδική και γλυκιά. Έμοιαζε με απαλό κελάρυσμα..
Την πλησίασα. Ήταν μια από εκείνους. Ένα πρωτόγνωρο άρωμα άγγιξε τα ρουθούνια μου, κάτι σαν την αύρα ενός ολόδροσου κήπου. Πραγματικά ήταν μια από τους επισκέπτες, μια λεπτοκαμωμένη κοπελίτσα, ψηλή και λυγερή σαν ιτιά, με μακριά και ξανθά μαλλιά που έπεφταν σαν δίδυμες κουρτίνες πάνω στους ώμους της. Είχε ένα πανέμορφο πρόσωπό απ’ όπου με κοιτούσε ένα ζευγάρι μάτια που ήταν αμυγδαλωτά στο σχήμα και καταπράσινα.
-«Γιατί δεν είσαι στη γιορτή με τους άλλους;» με ρώτησε ρίχνοντάς μου ένα σκεπτικό βλέμμα.
-«Το ίδιο θα σε ρωτούσα και εγώ» της είπα.
-«Ναι, αλλά εγώ σε ρώτησα πρώτη.» μου απάντησε εκείνη.
Έμεινα σιωπηλός για λίγο.
-«Πέρασα όλη την ημέρα στο γκρεμό της Φαίας, παρακολουθώντας το νησί σας και ξέχασα να ποτίσω τ’ άλογα και να καθαρίσω το στάβλο. Για τιμωρία, ο Βάρσος, ο επιστάτης των στάβλων, μ’ έστειλε να τους καθαρίσω τώρα! Εσύ;»
-«Ήθελα να δω τ’ άλογα. Να τ’ αγγίξω και να τα μυρίσω! Να δω πως είναι!»
-«Δεν έχετε άλογα στο νησί σας;» έκανα παραξενεμένος απ’ τον παιδιάστικο ενθουσιασμό της.
-«Όχι,» μου απάντησε, «δεν έχουμε κανένα απ’ τα ζώα που έχετε εσείς εδώ. Πως σε λένε;» με ρώτησε στη συνέχεια.
Της είπα.
-« Εσένα;»
-«Λοραλίνα.» Τ’ όνομά της μ’ άρεσε πολύ. Έμοιαζε με τον θρόισμα που κάνει ο άνεμος όταν περνάει μέσα απ’ τις πευκοβελόνες ενός πυκνού δάσους.




6




Η ομορφιά της με είχε θαμπώσει. Έμοιαζε να φεγγοβολάει στο σκοτάδι σαν πεφταστέρι.
Άφησα τη δουλειά για αργότερα.. Βγήκαμε απ’ το στάβλο και περπατήσαμε μακριά απ’ το υποστατικό, κάτω απ’ τα καλοκαιριάτικα αστέρια που φεγγοβολούσαν σαν πετράδια στο βελούδο τ’ ουρανού. Ήταν μια νύχτα ζεστή και φωτεινή, ο αέρας έρεε γύρω μας σαν χλιαρό μετάξι και το άρωμα των νυχτολούλουδων που άνοιγαν τα μπουμπούκια τους στους σκοτεινούς αγρούς πλημμύριζε το σκοτάδι με παράξενες υποσχέσεις. Πήραμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο γκρεμό της Φαίας. Φωσφόριζε μπροστά μας κατάλευκο, σαν να ήταν φτιαγμένο απ’ τη λαμπερή αστερόσκονη του γαλαξία. Η νυχτερινή σιωπή διακόπτονταν απ’ το μακρινό σκούξιμο κάποιου μοναχικού πουλιού και το ασταμάτητο τραγούδι των τριζονιών που καλούσαν το ταίρι τους. Καθώς πλησιάζαμε στο γκρεμό, ο ρυθμικός στεναγμός της θάλασσας γινόταν όλο και πιο δυνατός και η υγρή ανάσα της, χλιαρή και αλμυρή σαν ένα σύννεφο από δάκρυα, γέμιζε τον αέρα.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στο γκρεμό και κάτσαμε στο στοιχειωμένο βράχο, το βράχο μου, εκεί όπου κατέφευγα κάθε φορά που ήθελα να ξεφύγω απ’ τη σκληρή ζωή του υποστατικού. Μπροστά μας απλώθηκε ο ξάστερος ουρανός, η θάλασσα που στέναζε ρυθμικά σαν κοιμισμένος γίγαντας και το μακρινό νησί με τους πύργους και τα καμπαναριά που έφεγγαν στο σκοτάδι.
-«Έρχεσαι συχνά εδώ;» με ρώτησε η Λοραλίνα.
-«Ναι,» της απάντησα, «είναι ένα μέρος που όλοι το φοβούνται.»
-«Γιατί όμως; Αφού όλα είναι τόσο όμορφα από’ δω πάνω!»
-«Μια γυναίκα αυτοκτόνησε σ’ αυτό το γκρεμό πριν από πολλά χρόνια. Γκρεμίστηκε στη θάλασσα. Από τότε λένε ότι το μέρος έχει στοιχειώσει. Εδώ βρίσκει κανείς την ησυχία του. Ήμουν εδώ όταν είδα το νησί σας. Είμαι ο πρώτος που το αντίκρισε σ’ ολόκληρη την περιοχή.» πρόσθεσα με μια νότα υπερηφάνειας.
-«Το ξέρω,» μου απάντησε εκείνη, «σε είδα ν’ ατενίζεις το πέλαγος μόνος και σκεπτικός. Μου έκανε εντύπωση η έκφραση που είχε απλωθεί στο πρόσωπό σου.»
-«Μπορείς και βλέπεις τόσο μακριά;» τη ρώτησα κατάπληκτος.
-«Με τη βοήθεια ειδικών μηχανών,» μου εξήγησε εκείνη. «Μου άρεσες όπως στεκόσουν έτσι μόνος με τα μαλλιά σου ν’ αστράφτουν στον ήλιο. ‘Έμοιαζες με νεαρό θεό της θάλασσας.»
Καθώς ήταν καθισμένη δίπλα μου έγειρε προς τα πίσω. Τα μαλλιά της χόρευαν στον άνεμο και παγίδευαν το φως των άστρων. Τα μάτια της με κοιτούσαν υγρά και λαμπερά, σαν καλογυαλισμένα πετράδια. Έμοιαζε με νεράιδα, με το γέννημα ενός κόσμου καλύτερου απ’ αυτόν. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ξέφρενα. Έγειρα από πάνω της και ένωσα τα χείλη μου με τα δικά της.
Εκείνη, αντί να σκιρτήσει ξαφνιασμένη και να μου αντισταθεί, έλιωσε στην αγκαλιά μου, τέντωσε την πλάτη της προς τα πίσω και με τύλιξε με τα λεπτά της χέρια.
Κάπου μακριά, πολύ μακριά πια, τραγουδούσαν τα τριζόνια και έσκουζαν τα νυχτοπούλια. Οι στεναγμοί μας γρήγορα ενώθηκαν με τον αχό της θάλασσας και γίναμε ένα με τ’ αστέρια, τον άνεμο και το μακρινό νησί.
Ώρες αργότερα, ύστερα από αιώνες ευτυχίας, ξαπλώσαμε πλάι-πλάι πάνω στο ζεστό γρασίδι και ατενίσαμε τον ουρανό.
Γύρισα στο πλάι και ρούφηξα την ομορφιά της με τα μάτια μου, τα υπέροχα ξανθά της μαλλιά που απλώνονταν πάνω στο γρασίδι σαν χρυσή ομίχλη, το λευκό της μέτωπο με τα τοξωτά φρύδια, τη λεπτή μύτη και τα δροσερά χείλη. Ολόκληρο το κορμί της που έφεγγε σαν αστραφτερό φίλντισι στο φως των άστρων ήταν υπέροχο. Ήταν μια ζωντανή μελωδία, έμοιαζε μ’ εκείνα τα πανέμορφα αγάλματα που βλέπει κανείς στις ζεστές χώρες του Νότου.
-«Σ’ αγαπώ,»’ της είπα, «θέλω να ζήσω μαζί σου για πάντα.»
Εκείνη δε φάνηκε να με ακούει. Το βλέμμα της παρέμεινε βυθισμένο στο κενό. Πίσω απ’ τα μάτια της, απ’ αυτά τα υγρά και ομιχλώδη πετράδια που άστραφταν σαν ανοιξιάτικοι ουρανοί, περνούσαν σκέψεις άγνωστες, ξένες.
-«Μίλησέ μου για τη ζωή σου,» μου είπε, «θέλω να μάθω τα πάντα για σένα, θέλω να γνωρίσω το μοναχικό βιγλάτορα που ατενίζει τη θάλασσα από ένα στοιχειωμένο γκρεμό.»
Και εγώ της τα είπα όλα, της μίλησα για την παιδική μου ηλικία, την ορφάνια μου και τη δύσκολη ζωή μου στο υποστατικό. Μόνο για τη Λάπτρα δεν της μίλησα, γιατί το θεώρησα περιττό. Εξάλλου, απ’ τη στιγμή που την είχα συναντήσει, δεν υπήρχε άλλη γυναίκα για μένα. Μόνο αυτή.
-«Ζεις σ’ ένα παράξενο κόσμο,» μουρμούρισε όταν σταμάτησα να μιλάω, «σ’ ένα κόσμο μοναξιάς αρρώστιας και θανάτου. Αλλά μέσα σου καίει μια φλόγα που δεν υπάρχει στο νησί.» Μ’ αυτά τα λόγια μ’ αγκάλιασε και πάλι και για μια ακόμα φορά τα σώματα και οι ψυχές μας ενώθηκαν, στην άκρη του χάους, κάτω απ’ τ’ αστέρια, βουτηγμένα στο θρηνητικό τραγούδι του ωκεανού.



7



Κρατώντας την από το χέρι κατηφορίσαμε το μονοπάτι που κατέληγε στο υποστατικό και καθώς ο άνεμος σφύριζε στ’ αυτιά μου και ο ουρανός βαφόταν γκρίζος απ’ το πρώτο άγγιγμα της χαραυγής, ένιωθα πλημμυρισμένος από μια αλλόκοτη δύναμη, ικανός να γκρεμίσω κάστρα ολόκληρα.
Στο υποστατικό επικρατούσε μεγάλη κινητικότητα. Ο κόσμος είχε μαζευτεί έξω απ’ την αυλή, μπροστά απ’ την ιπτάμενη βάρκα με τα φτερά ενώ οι σύντροφοι της Λοραλίνας τη φόρτωναν με ξύλινα κιβώτια. Η γιορτή είχε τελειώσει και τώρα έφτανε η ώρα του αποχαιρετισμού.
Πλησιάσαμε τους υπόλοιπους και σταθήκαμε μπροστά τους. Όλοι σταμάτησαν να κινούνται και μας κοίταξαν αμίλητοι. Στα πρόσωπα τους απλώθηκε μια έκφραση απορίας.
-«Λοραλίνα,» τη ρώτησε ο αρχηγός της ομάδας των νησιωτών, «τι σημαίνει αυτό; Τι κάνεις μ’ αυτό το παιδί;»
Φούσκωσα στο στήθος μου με αποφασιστικότητα και του απάντησα με μια φωνή που ήχησε τόσο βαθιά και σταθερή που ξαφνιάστηκα και εγώ ο ίδιος:
-«Θέλω να κάνω τη Λοραλίνα γυναίκα μου. Να ζήσουμε μαζί για πάντα!»
Ένα κύμα επιφωνημάτων έκπληξης και κάποια αμήχανα γελάκια διέτρεξαν την ομήγυρη. Οι συμπατριώτες της Λοραλίνας αλληλοκοιτάχτηκαν και μετά κάρφωσαν τα βλέμματά του πάνω μου, χωρίς οργή ή θυμό όπως περίμενα, ούτε καν περιπαιχτικά ή έκπληκτα, αλλά μάλλον συμπονετικά.
-«Λοραλίνα, τι έχουμε συμφωνήσει; Δεν μου υποσχέθηκες ότι δεν θα παίζεις με τους ντόπιους;» τη ρώτησε ο αρχηγός τους αγνοώντας εντελώς την παρουσία μου.
-«Έχεις δίκιο μπαμπά, αλλά είναι τόσο χαριτωμένος!» του απάντησε ναζιάρικα εκείνη. Γύρισα και την κοίταξα. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν η γοητευτική και αλλόκοτη κόρη της θάλασσας που μου είχε χαρίσει το κορμί και την αγάπη της στο γκρεμό, αλλά ένα κοριτσάκι, ένα κακομαθημένο και απαιτητικό πλάσμα.
-«Γνωρίζεις ότι τα ήθη και οι συνήθειές τους είναι διαφορετικές απ’ τις δικές μας. Ωστόσο εξακολουθείς να τους ξελογιάζεις και να τους δίνεις ψεύτικες υποσχέσεις. Αυτό δείχνει μεγάλη ανωριμότητα εκ μέρους σου!»
-«Έχεις δίκιο μπαμπά,» του απάντησε μουτρωμένα και με σκυμμένο το κεφάλι η κόρη του η οποία, τραβώντας το χέρι της απ’ το δικό μου, τον πλησίασε και στάθηκε δίπλα του. «Αλλά κάπως πρέπει να περνάω και εγώ την ώρα μου! Όλες αυτές οι επισκέψεις είναι αφόρητα πληκτικές! Μια ζωή τα ίδια και τα ίδια!»
Μου έστειλε στη συνέχεια ένα ένοχο χαμόγελο και μου είπε: «Ωραία περάσαμε πάντως, έτσι; Τώρα όμως πρέπει να φύγω. Σ’ ευχαριστώ πολύ για την παρέα σου! Να είσαι καλά και να προσέχεις!» Και αφού έστειλε ένα φιλικό νεύμα σε όλους τους παρευρισκόμενους, μπήκε στην ιπτάμενη βάρκα και χάθηκε.
Έμεινα να κοιτάζω το κενό εμβρόντητος. Στο μεταξύ τα μάτια όλων καρφώθηκαν πάνω μου, των επισκεπτών σοβαρά και στοχαστικά αλλά χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα μάτια όμως των συμπατριωτών μου έμοιαζαν με μεγεθυντικούς φακούς που μ’ έκαιγαν και έκαναν όλο το αίμα ν’ ανέβει στο κεφάλι μου. Στα βλέμματά τους φούντωνε η ειρωνεία και ο σαρκασμός και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως από δω και εμπρός θα γελούσαν με το πάθημά μου μέχρι το τέλος του κόσμου. Στην κλειστή και μικρή κοινωνία του υποστατικού, όπου όλοι διψούσαν για συμβάντα που θα έσπαγαν τη μονοτονία της καθημερινότητας, αυτό που είχε συμβεί ήταν ένα πραγματικό δώρο απ’ τους θεούς. Μόνο στο πρόσωπό της Λάπτρας υπήρχε κάτι άλλο, κάτι περισσότερο ανθρώπινο. Με κοιτούσε βουρκωμένη. Όταν όμως της ανταπέδωσα το βλέμμα αναζητώντας λίγη παρηγοριά, μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε τρέχοντας στην αυλή.
Έμεινα μόνος, αντιμέτωπος με τον σαρκαστικό όχλο. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν σαν καλάμια και εκείνη τη στιγμή ένιωσα εντελώς απροστάτευτος, το μοναχικό ορφανό που τώρα, μέσα στη βλακεία του, είχε υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Από’ δω και πέρα, κάθε μέρα θα ήταν ένα μαρτύριο, μια ατελείωτη αλληλουχία εξευτελισμών και κοροϊδίας. Σίγουρα θα μου κολλούσαν και κάποιο παρατσούκλι που θα με κυνηγούσε για μια ζωή. Το έβαλα στα πόδια. Αναζήτησα καταφύγιο στην ερημιά, στο στοιχειωμένο γκρεμό και τη σπηλιά μου όπου κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει, μέσα στον καταραμένο βράχο που κρεμόταν πάνω απ’ τη θάλασσα, εκεί απ’ όπου είχε πηδήξει η Φαία κρατώντας σφίγγοντας το πτώμα του μοναδικού της παιδιού.



8





Έμεινα κρυμμένος στη σπηλιά μέχρι τον ερχομό της νύχτας, κουλουριασμένος σε μια υγρή γωνιά, μακριά απ’ το φως και τη ζωή. Κανείς δεν ήρθε να με βρει, κανείς δεν μ’ αναζήτησε.
Όταν έπεσε το σκοτάδι, ένα μακρινό μπουμπουνητό με ξύπνησε απ’ το λήθαργο. Έξω είχε σηκωθεί ένας αέρας που σφύριζε αγριωπά γύρω απ’ τα γυαλιστερά πλευρά του βράχου. Ήταν ένας ήχος περιπαιχτικός, μια κοροϊδευτική πρόκληση, σαν να μου ψιθύριζε «και τώρα τι θα κάνεις;»
Και ξαφνικά ήξερα. Βγήκα απ’ τη σπηλιά παραπατώντας σαν μεθυσμένος. Το κεφάλι μου κολυμπούσε απ’ την πείνα και τη δίψα και τα πόδια μου έτρεμαν αδύναμα. Στο τελευταίο φως του δειλινού που απλωνόταν γύρω μου γκρίζο και παγωμένο σαν χιονισμένο ατσάλι, αντίκρισα έναν κόσμο ξένο και εχθρικό. Ο ουρανός είχε καλυφθεί με μαύρα σύννεφα που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα. Ο άνεμος φυσούσε λυσσαλέος και μ’ έσπρωχνε στον γκρεμό. Το σκοτάδι απλώθηκε γύρω μου πηχτό ενώ διαπεραστικά σφυρίγματα και εκκωφαντικοί κεραυνοί γέμισαν τη νύχτα. Αστραπές έλαμψαν σαν απαίσια πυροτεχνήματα.
Ο βράχος και ο γκρεμός φάνηκαν να ξυπνούν ξαφνικά, ν’ αναδεύονται απειλητικά. Ήταν μια νύχτα παρόμοια μ’ εκείνη που είχε σπρώξει τη Φαία να βάλει τέλος στη ζωή της. Την ένιωθα τώρα δίπλα μου, να ουρλιάζει μέσα στο βουερό σκοτάδι, μια ψυχή σακατεμένη απ’ τον πόνο και τη θλίψη, μια καρδιά που βασανιζόταν από ένα αναπάντητο «γιατί;» Με καλούσε. Και δεν υπήρχε ούτε μίσος ούτε εκδικητικότητα στο κάλεσμά της.
Στάθηκα στο χείλος του γκρεμού, στην άκρη του βράχου, και ατένισα την θάλασσα που απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μου αόρατη αλλά βουερή, που έβραζε βγάζοντας υπόκωφα και τιτάνια μουγκρητά. Πέρα μακριά, στην άκρη του ορίζοντα, σπινθηροβολούσαν οι πύργοι του νησιού, σαν φάροι που έστελναν σινιάλα σωτηρίας. Αλλά το κάλεσμά τους δεν ήταν για μένα. Οι πύλες του παραδείσου είχαν κλείσει για πάντα, στην πραγματικότητα δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Οι ελπίδες μου, η χαρά που είχα νιώσει τη σύντομη εκείνη νύχτα, η ομορφιά της Λοραλίνας, ήταν ένα ψέμα, ένα απατηλό όραμα, σαν κι αυτά που βλέπουν εκείνοι που πεθαίνουν απ’ τη δίψα στη μέση της ερήμου.
Ήμουν μόνος, για πάντα, και δεν είχα να πάω πουθενά.
Και τότε μια ακόμα πιο δυνατή ριπή ανέμου μ’ έσπρωξε προς τα μπρος. Το σώμα μου έγειρε και τα χέρια μου ανέμισαν άγρια. Έκλεισα τα μάτια μου και αποφάσισα να παραδοθώ στην αγκαλιά του χάους, στη φριχτή πτώση που θα τελείωνε στην αφρισμένη επιφάνεια της θάλασσας και στους κοφτερούς βράχους που καραδοκούσαν μέσα της.
Αλλά ένα χέρι μ’ άρπαξε και μ’ έσπρωξε προς τα πίσω. Σωριάστηκα καταγής, πάνω στη βρεγμένη γη. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα το πρόσωπό της Λάπτρας, το στρογγυλό εκείνο πρόσωπο με τις φακίδες και τα φωτεινά γκρίζα μάτια. Τα μαλλιά της ήταν για μια και μοναδική φορά ξεσκέπαστα και κρέμονταν από πάνω μου σαν ανεμοδαρμένα φύκια.
Είχε αψηφήσει την απέχθεια και το φόβο που ένιωθε για το γκρεμό της Φαίας και είχε έρθει να με βρει. Μέσα στο σκοτάδια και την καταιγίδα, με τους τρομερούς κεραυνούς και τις αστραπές, είχε εισβάλλει στην καρδιά του άνεμου και του σκοταδιού για να με σώσει. Τα μάτια της μου φάνηκαν τεράστια ξαφνικά, πλημμυρισμένα από ένα παράξενο φως και μια δύναμη πρωτόγνωρη.
Με αγκάλιασε σφιχτά και μετά λιποθύμησα.


9




Ξύπνησα νιώθοντας αλλόκοτα γαλήνιος. Αδύναμος αλλά γιατρεμένος. Βρισκόμουν και πάλι μέσα στη σπηλιά, πάνω σ’ ένα σωρό από κλαδιά και χόρτα.
Απαλά κελαιδήματα έμπαιναν μέσα απ’ το στενό της στόμιο. Είχε ξημερώσει. Λοξές ακτίνες ηλιόφωτου χόρευαν με τη σκόνη που χόρευε στον αέρα, στο υγρό σκοτάδι. Σηκώθηκα όρθιος και σύρθηκα προς το φως. Το γρασίδι απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια μου απαλό και σπινθηροβόλο, στολισμένο με τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς. Ο ουρανός έλαμπε φρεσκοπλυμένος και καταγάλανος, απέραντός μέσα στην αψεγάδιαστη ομορφιά του. Η καταιγίδα είχε περάσει. Κοίταξα τη θάλασσα και ανακάλυψα ότι το νησί είχε φύγει. Ο ορίζοντας που απλωνόταν μπροστά απ’ τον γκρεμό ήταν άδειος και πάλι, αδιάσπαστος σα λυγισμένο τόξο.
Ένα απαλό τραγούδι έφτασε στ’ αυτιά μου. Έφερα βόλτα τον στρογγυλό βράχο και στο πίσω μέρος του, καταμεσής του ανθισμένου λιβαδιού, είδα τη μικροκαμωμένη σιλουέτα της Λάπτρας να μαζεύει χόρτα και να τα βάζει στη μισό-γεμισμένη της ποδιά. Τα μαλλιά της, μακριά και καστανά όπως μπορούσα να δω για πρώτη φορά, γυάλιζαν στον ήλιο.
Γύρισε και με κοίταξε και ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε πάνω στο φωτεινό της πρόσωπο με τις μικρές φακίδες και τα γλυκά μάτια.
-«Μήπως είδες πουθενά το φακιόλι μου;» με ρώτησε γελώντας. Το γέλιο της ήταν υπέροχο, πλούσιο και ζεστό σαν γλυκιά κρέμα.
Βλέποντας την έκφραση της απορίας που απλώθηκε στο δικό μου πρόσωπο, γέλασε ακόμα πιο δυνατά:
-«Θα μου το πήρε ο αέρας χθες το βράδυ,» μου είπε, «αλλά δεν πειράζει. Εξάλλου πάντα το σιχαινόμουν αυτό το παλιόπραμα!»
Και τότε, καθώς το λαμπερό φως του πρωινού έπεφτε πάνω της και την τύλιγε μ’ ένα φωτεινό κουκούλι, την είδα όπως ήταν πραγματικά, όπως θα έπρεπε να την έχω δει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Μια όμορφη και καλή κοπέλα που ακτινοβολούσε τυλιγμένη από ένα παράξενο φως. Αλλά στην πραγματικότητα το φως αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο. Ήταν το φως την αγάπης.




10




Ο παππούς σταμάτησε να μιλάει και μια βαθιά σιωπή απλώθηκε στη σάλα. Το τζάκι τριζοβόλησε θριαμβευτικά. Ο άνεμος συνέχισε να σφυρίζει απ’ έξω και τα παράθυρα έτριξαν με πείσμα, αψηφώντας τις επιθέσεις του.
Ένας βαθύς στεναγμός βγήκε μέσα απ’ τα στήθη των ανδρών και των γυναικών που γέμιζαν τη σάλα. Τα παιδιά κοίταζαν αμίλητα τις φλόγες, με μάτια πελώρια και φωτεινά, πλημμυρισμένα απ’ τις εικόνες που είχαν ζωγραφίσει τα λόγια του παππού.
-«Η Λάπτρα, η μητέρα σας, έγινε γυναίκα μου. Ζήσαμε ευτυχισμένοι για πολλά-πολλά χρόνια. Ήμασταν αχώριστοι. Τα βγάλαμε πέρα με αρρώστιες πολέμους και κακές σοδειές. Κάναμε πολλά παιδιά, όλους εσάς, χαρήκαμε και τα εγγόνια μας. Όταν πέθανε, πήρε μαζί της ένα κομμάτι απ’ την ψυχή μου. Προτού μ’ αφήσει όμως, μου είπε κάτι που κανείς σας δεν πρέπει να ξεχάσει, όσα χρόνια και να ζήσετε: Ότι η αγάπη είναι η μεγαλύτερη δύναμη απ’ όλες και ότι η ομορφιά δεν κρύβεται σ’ αυτό που βλέπουν τα μάτια αλλά σ’ αυτό που νιώθει η ψυχή.»
Έτσι τελείωσε ο παππούς την ιστορία του.
Σηκωθήκαμε απρόθυμα, ένας-ένας, τον καληνυχτίσαμε φιλώντας του το χέρι και τον αφήσαμε μόνο.
Το ίδιο βράδυ πέθανε. Ήρεμα και γαλήνια, όπως του άξιζε.
Αλλά ποτέ δεν ξέχασα την τελευταία εκείνη ιστορία που μας είπε για να μας αποχαιρετήσει.


Ερρίκος Σμυρναίος henriksmirneos@yahoo.gr Copyright 2009

17 σχόλια:

  1. Φιλε Ερρικο..Σε ευχαριστω για το υπεροχο διηγημα που μου αφιερωσες. Χαίρομαι που εμπνευτικες απο εμενα για το καταπληκτικο, ταξιδιαρικο και απο αλλη εποχη ιστορια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καταπληκτική ιστορία. Ξεχάστηκα διαβάζοντας την. Να σε καλώς ορίσω και στον χώρο και στον κήπο μου. Θα περάσω να διαβάσω το υπόλοιπα. Να είσαι καλά και καλή εβδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Theo Ευχαριστιες για την ιστορια στον Ερρικο Σμυρναιο. Εγω απλα φιλοξενω τις ιστοριες του. Καλωσηρθες και εσυ στις Απατητες Διαδρομες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πώπω πράγμα που βρήκα εδώ!!! Υπέροχη ιστορία, ταξιδιάρικη! Είδα πως έχει κι άλλες, κάτι που σημαίνει ότι θα ασχοληθώ αρκετά με το συγκεκριμένο ιστολόγιο! Πέρνα μια βόλτα από το silenceinshadows.blogspot.com αν θες, γράφω κι εκεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Φιλε μου περα απο οτι βρισκεις εδω, σε αυτο το blog ειναι καλοδεχουμενες ιστοριες απο τον καθενα. Ο Ερρικος εκανε την αρχη..οποιος αλλος θελει..ειναι ευπροσδεκτος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣΗΡΘΕΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ.ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ.ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Σας ευχαριστώ πολύ όλους σας για τα ευγενικά σας σχόλια

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. πολυ καλος .....θεωρω οτι εχεις φροντισει για τα πνευματικα σου δικαιωματα διοτι θα ηταν κριμα να γινει κατι

    οταν η φαντασια οργιαζει ο κοσμος περναει υπεροχα τελικα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Υπέροχο....
    Η φαντασία πραγματικά οργιάζει..
    Καλώς με βρήκες...και σε βρήκα...
    Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αγαπητο skouliki..

    Φυσικα και κατοχυρωνουν πνευματικα δικαιωματα οσοι θελουν να τους φιλοξενο στο blog αυτο. Εγω παλι ποτε....γιατι oτιδήποτε μπορει να γραψω κατα καιρους δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μικρά κομμάτια της ψυχικής διαθέσεις μου που είναι βασισμένα ή επηρεασμένα από ανθρώπους...καταστάσεις..εμπειρίες...οποτε η τιμή τους θα ειναι είναι άπλα να διαβαστούν...γιατί μόνο αυτό έχει άξια...οτιδήποτε ΔΙΚΟ ΜΟΥ μπορεί να αντιγραφή...να ανατυπωθεί...γιατί οι ιδέες κατοχυρώνονται μόνο ελεύθερα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Πολύ όμορφη ιστορία ,απ' αυτές που τα παρατάς όλα,τη ρουφάς και σε ρουφάει μέσα της .
    Συγχαρητήρια στον συγγραφέα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Διάβασα και εντυπωσιάστηκα με το γράψιμό σου.

    Τόχεις...

    Όμως, μια ανάγνωση δεν φτάνει...

    Θα τα λέμε.

    Κώστας
    vloutis.wordpress.com
    vloutis.blogspot.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Φυσικά και είναι κατοχυρωμένα. Όλα τα κείμενα που στέλνω σε αυτό το blog. Δράττωμαι λοιπόν της ευκαιρίας να δηλώσω ότι σε περίπτωση που ανακαλύψω ότι κάποιος διαπράττει λογοκλοπή εις βάρος μου ή ότι προσπαθεί να παρουσιάσει δικά μου έργα ώς δικά του, δεν θα διστάσω καθόλου να τον σύρω στα δικαστήρια και ότι ήθελε προκύψει!


    Να είστε όλοι καλά,

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Τι να πουμε τωρα! Πραγματικά πολύ ωραίο! Το τέλος του ήταν πολύ δυνατό και συγκινητικό(σνιφ)

    Μπράβο και στον δημιουργό και στον οικοδεσπότη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Συγχαρητήρια, πολύ καλό το κείμενο.. Σου εύχομαι να μας ταξιδεύεις έτσι συχνά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Πραγματικά, θα το ήθελα και σε βιβλίο το γραψιμό σου, διότι το αξίζει η πένα σου...

    Αν και με ενοχλεί το σκοτεινό φόντο, κάθησα να το διαβάσω και να "ταξιδέψω"...

    Την πολύ καλημέρα μου.

    Κώστας
    vloutis.wordpress.com
    vloutis.blogspot.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Σ`ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΟΜΟΡΦΟ ΤΑΞΙΔΙ.ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΕΤΕΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή