Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

ΕΝΑ ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ


1


Ήταν ένα τρομερά ρεαλιστικό όνειρο:

Βρισκόμουν στο σαλόνι του σπιτιού μας. Το πατζούρι της μπαλκονόπορτας που έβλεπε προς τη λεωφόρο ήταν μισοτραβηγμένο. Ήταν προχωρημένο απόγευμα. Μια λεπτή δέσμη πορτοκαλί φωτός διαπερνούσε τις κουρτίνες που κυμάτιζαν ανάλαφρα και έσχιζε τον αέρα λοξά, σαν το φως ενός προβολέα. Ήταν γεμάτη με χρυσούς κόκκους σκόνης που χόρευαν στο κενό και έπεφτε πάνω στο μικρό τραπεζάκι που έστεκε στο κέντρο του σαλονιού, μπροστά απ’ το έπιπλο με τα ράφια όπου φώλιαζαν η τηλεόραση, το dvd player και το στερεοφωνικό συγκρότημα. Το συνεχές βουητό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, διανθισμένο με αραιά κορναρίσματα και με κομμάτια μουσικής που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τα κατεβασμένα τους παράθυρα, εισχωρούσε στο μισοσκότεινο σαλόνι κατά κύματα, σαν τον ρυθμικό αχό μιας φουρτουνιασμένης θάλασσας.

Το μισοσκότεινο σαλόνι δεν ήταν άδειο. Στον σκούρο-κόκκινο καναπέ του κάθονταν δύο Άγγελοι. Φορούσαν καλοραμμένα κοστούμια από γκρίζο ύφασμα και λευκά πουκάμισα. Τα μαλλιά τους που ήταν μακριά και λαμπερά, έπεφταν στους ώμους τους σαν χρυσαφένιοι καταρράκτες. Τα πρόσωπά τους ήταν φωτεινά, με τέλεια χαρακτηριστικά, σχεδόν ανδρόγυνα, και εξέπεμπαν ένα είδος άχρονης νεανικότητας. Κατά κάποιο τρόπο ωστόσο, ο ένας απ’ αυτούς, αυτός που καθόταν στο δεξί μέρος του καναπέ, έμοιαζε μεγαλύτερος σε ηλικία, κάπως πιο ώριμος. Καθώς κάθονταν στραμμένοι ο ένας προς τον άλλο, τα διπλωμένα φτερά τους που εκτείνονταν πίσω απ’ τις πλάτες τους και έφταναν μέχρι το ταβάνι, διαγράφονταν ολόλευκα και άσπιλα μέσα στο μισοσκόταδο, όμορφα σαν το βελούδινο φτέρωμα ενός αυτοκρατορικού κύκνου.

-«Έχω κάτι να σου πω,» μουρμούρισε ο δεξιός άγγελος κοιτάζοντας σκεφτικά τον σύντροφό του.

-«Σε ακούω,» του απάντησε εκείνος. Ήταν εντελώς ακίνητοι, και οι δυο τους. Τα πρόσωπά τους εξέπεμπαν μια υπερφυσική γαλήνη και μόνο τα φτερά τους έτρεμαν ανεπαίσθητα, σαν να αποτελούσαν το μοναδικό μέσο της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων τους.

-«Πολύ γρήγορα θα απαλλαχτείς από τα καθήκοντά σου.»

-«Θα συμβεί κάποια αλλαγή;» τον ρώτησε ο φίλος του.

-«Ναι, είναι σίγουρο πλέον. Η Δήμητρα θα περάσει στην άλλη πλευρά. Αύριο κιόλας.»

-«Πως θα συμβεί αυτό;» Για πρώτη φορά ένας απαλός μορφασμός χαράχτηκε στο πρόσωπο του αριστερού αγγέλου. Μια λεπτή ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του.

-«Θα είναι γρήγορο και αρκετά ανώδυνο. Καθώς θα διασχίζει ένα δρόμο για να πάει στη δουλειά της, θα τη χτυπήσει ένα αυτοκίνητο που δεν θα σταματήσει εγκαίρως γιατί ή προσοχή του οδηγού του θα είναι αποσπασμένη. Ο τραυματισμός που θα υποστεί θα είναι πολύ σοβαρός. Θα πεθάνει από ακατάσχετη εγκεφαλική αιμορραγία μέσα σε μισή ώρα.»

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων η καρδιά μου άρχισε να βροντοχτυπάει. Ένα κύμα παγωμένου ιδρώτα με κάλυψε ολόκληρο και άνοιξα το στόμα μου για να τους μιλήσω αλλά προτού καν προλάβω ν’ ανασάνω, το μισοσκότεινο σαλόνι με τους αγγέλους έσβησε και βρέθηκα ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου να κοιτάζω έντρομος το σκοτεινό ταβάνι.



2


Γύρισα ενστικτωδώς προς το πλάι και μ’ ένα τεράστιο κύμα ανακούφισης που μου έφερε δάκρυα στα μάτια αντίκρισα το προφίλ της Δήμητρας που κοιμόταν ειρηνικά στο πλευρό μου, μια απλή σκιά που διαγραφόταν σαν απαλή κορυφογραμμή μπροστά στην αχνή ανταύγεια απ’ τα φώτα του δρόμου που απλωνόταν πάνω στην κουρτίνα της κρεβατοκάμαράς μας. Ανέπνεε αργά και ρυθμικά, ήρεμα όπως πάντα, κολυμπώντας στη μυστική θάλασσα των όμορφων ονείρων της. Έκανα να τη φιλήσω αλλά άλλαξα γνώμη την τελευταία στιγμή γιατί δεν θέλησα να την ξυπνήσω. Γύρισα απ’ την άλλη, με ήρεμες και προσεκτικές κινήσεις, και εστίασα τα μάτια μου στις ψηφιακές ενδείξεις του ρολογιού που έλαμπαν πάνω στο κομοδίνο. Έδειχνε τρεις και μισή το πρωί.

Τι παράξενο όνειρο και αυτό! Πόσο αλλόκοτα ρεαλιστικό! Τέντωσα και στη συνέχεια μάζεψα τα δάχτυλα των ποδιών μου προσπαθώντας έτσι να ηρεμήσω. Είχα διαβάσει κάπου ότι αυτή η τεχνική βοηθάει όλους όσους ταξιδεύουν με αεροπλάνο και φοβούνται το ύψος να καταπολεμήσουν τις κρίσεις πανικού που τους βασανίζουν. Ίσως να είχε αποτέλεσμα και σε μένα.

Αλλά εκείνη τη στιγμή μια παλαιότερη ανάμνηση αναδύθηκε στο μυαλό μου, μια μικρή φυσαλίδα που έσκασε στην επιφάνεια του μνημονικού μου λες και είχε ξεπηδήσει απ’ τον πυθμένα ενός αρχαίου πηγαδιού.

Είχα ξαναδεί ένα τέτοιο όνειρο, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, όταν ήμουν έξι ετών. Εκείνη την εποχή ο παππούς μου είχε αρρωστήσει απ’ την καρδιά του και νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Ένα βράδυ λοιπόν, τον είδα στον ύπνο μου ξαπλωμένο στο νοσοκομειακό κρεβάτι, σε κάποια μονάδα εντατικής θεραπείας, περιτριγυρισμένο από μηχανήματα και λεπτούς σωλήνες που έμπαιναν στα χέρια του. Μια πλαστική μάσκα οξυγόνου σκέπαζε το πρόσωπό του και δίπλα του, μέσα στο σκοτάδι που μόλις απαλύνονταν από τις φωτεινές ενδείξεις των μηχανών και του φωτός που έλαμπε αχνά πάνω απ’ το κεφάλι του κρεβατιού, στεκόταν ένας άγγελος, ίδιος μ’ αυτούς που μόλις είχα δει και ακούσει να συζητάνε για το θάνατο της γυναίκας μου στο σαλόνι του σπιτιού μας. Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο, κρατούσε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του και το βλέμμα του έμενε καρφωμένο πάνω στο ισχνό πρόσωπό του παππού μου, σαν κάτι να περίμενε. Μπορούσα να ακούσω τον απαλό βόμβο των μηχανημάτων που κρατούσαν τον παππού μου ζωντανό, την ρηχή και ελαφρά συριστική του ανάσα που έβγαινε με κόπο απ’ το σκελετωμένο στήθος του και τ’ απόμακρα βήματα μιας νοσοκόμας που περπατούσε σε κάποιον έρημο διάδρομο. Μετά ξύπνησα, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα το καντράν του παλιομοδίτικου ξυπνητηριού που έστεκε κοντά στο προσκεφάλι μου. Η ώρα ήταν τρεις και μισή.

Η ζωντάνια του ονείρου μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, αλλά αυτό που το έκανε να χαραχτεί για πάντα στο μνημονικό μου ήταν το γεγονός ότι το ίδιο κιόλας πρωινό βρήκα τη μητέρα μου κλαμένη. Και έμαθα ότι ο παππούς μου, ο πατέρας της, είχε πεθάνει το ίδιο εκείνο βράδυ από ανακοπή.


3


Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε μαρτυρικά. Οι σκέψεις που διαδέχονταν η μια την άλλη μέσα στο κεφάλι μου ήταν απαίσιες, η μια χειρότερη από την άλλη. Και αν αυτό δεν ήταν ένα απλό προμήνυμα αλλά κάτι προφητικό; Και αν ήταν γραφτό η Δήμητρα να πεθάνει; Τι νόημα θα είχε η ζωή μετά από κάτι τέτοιο;

Περίμενα το ξημέρωμα ξαπλωμένος δίπλα της, στο πλευρό της, παρατηρώντας τη μορφή της μέσα στο σκοτάδι που γκριζάριζε σιγά-σιγά με τον ερχομό της αυγής. Εκείνη κοιμόταν ατάραχη, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος της, τα καστανά μαλλιά της απλωμένα σαν φωτοστέφανο πάνω στο μαξιλάρι της. Έμοιαζε υπερφυσικά ήρεμη, γαλήνια σαν τις μορφές των αγαλμάτων που στολίζουν τα καπάκια αρχαίων σαρκοφάγων. Ήταν λες και είχε ήδη αποδεχτεί το θάνατο που τη πλησίαζε και παραδινόταν στα χέρια του με εμπιστοσύνη.

Ρίγησα άθελά μου. Την αγαπούσα τη γυναίκα μου. Ήταν το φως της ζωής μου. Είχαμε γνωριστεί εντελώς τυχαία, ένα καλοκαίρι, σε κάποια παραλία ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού, τη μαγική ώρα του δειλινού. Ο ήλιος είχε βυθιστεί πίσω από την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα και ο ουρανός, διάφανος και απαλλαγμένος από σύννεφα, είχε αποκτήσει μια βιολετί απόχρωση που ήταν απαλή σαν το μετάξι. Τα πρώτα αστέρια τρεμόφεγγαν στον ουρανό και η θάλασσα αναδεύονταν ήρεμη, σκουρογάλανη και σιωπηλή, γεμάτη με λουλακί και ρόδινες αποχρώσεις.

Είχα αφήσει την παρέα μου να διασκεδάζει σε κάποιο κοντινό μπαράκι έχοντας κουραστεί από τα ρηχά αστεία που ανταλλάσσαμε, τρεις άνδρες μόνοι και ψιλό-απελπισμένοι που έπαιζαν το ρόλο των κυνηγών-εραστών και προσπαθούσαν να σκοτώσουν την ώρα τους κοιτάζοντας σαν ηλίθιοι όποια γυναίκα περνούσε από μπροστά τους καθώς μιλούσαν ακατάσχετα για αυτοκίνητα, ποδόσφαιρο, σεξ και πολιτική. Η βεβαιότητα πως οι συγκεκριμένες διακοπές εξελίσσονταν σ’ ένα απόλυτο φιάσκο, γινόταν όλο και πιο συμπαγής με το κάθε λεπτό που περνούσε.

Και ξαφνικά, εκεί που καθόμουν δίπλα στο νερό και παρακολουθούσα τα κύματα να λιώνουν στην άμμο, ένιωσα κάποιον να σκύβει από πάνω μου και μια λεπτή φωνή να με ρωτάει ευγενικά, αν ήξερα τι ώρα είναι. Σήκωσα το κεφάλι μου και το βλέμμα μου βυθίστηκε για πρώτη φορά μέσα στα βελούδινα μάτια μιας όμορφης κοπέλας που με κοίταζε χαμογελώντας ντροπαλά ενώ εκείνη τη στιγμή, κάποιο παράξενο ένστικτο, κάτι που κοιμόταν όλα αυτά τα χρόνια, με πληροφόρησε ότι είχα βρει αυτό που χρειαζόμουν.

Όλα όσα ακολούθησαν έμοιαζαν με τα βήματα ενός όμορφου χορού που ξεδιπλώνονταν αβίαστα μεταξύ μας, βήμα με βήμα, σαν τις προσεκτικά μελετημένες φιγούρες μιας λεπτεπίλεπτης χορογραφίας.

Η πρώτη μου ενστικτώδης εντύπωση ότι η Δήμητρα ήταν ένα άτομο εξαιρετικό και ότι ήμασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, αποδείχτηκε απόλυτα σωστή. Δεν έμοιαζε με καμία άλλη γυναίκα που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Καταρχήν δεν υπήρχε ίχνος υστεροβουλίας ή δόλου μέσα της και η συμπεριφορά της ήταν πάντα απλή και ειλικρινής. Ήταν και έξυπνη, το μυαλό της έμοιαζε με μια λευκή φλόγα που έλαμπε ζωηρά μέσα στο σκοτάδι αλλά το πιο εκπληκτικό απ’ όλα της τα χαρίσματα ήταν μια αύρα ζεστασιάς και καλοσύνης που την περιέβαλλε σαν φωτεινό σύννεφο. Ήταν κάτι καταπληκτικό, έμοιαζε ν’ αγαπάει το κάθε τι απλά και αβίαστα, χωρίς ανασφάλειες άγχη και υποκρισίες και οι άνθρωποι ανταποκρίνονταν ενστικτωδώς σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα της ενδόμυχης χαράς που εξέπεμπε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φορά που περιμέναμε στην ουρά για να μπούμε σε κάποιο κινηματογράφο και μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας είχε αρχίσει να συζητάει με μια άγνωστη κυρία που στέκονταν μπροστά μας σαν να ήταν φιλενάδες από χρόνια. Τέτοια ήταν η επίδραση που ασκούσε στους γύρω της. Εκείνο το δειλινό για παράδειγμα, όταν γνωριστήκαμε για πρώτη φορά, με είχε πλησιάσει στην άδεια παραλία γιατί της είχα δώσει την εντύπωση ότι ένιωθα δυστυχισμένος. Μ’ έκανε να υποψιάζομαι ότι ήταν μόνιμα συντονισμένη στις συχνότητες ενός άλλου κόσμου, ενός σύμπαντος περισσότερο φωτεινού και όμορφου απ’ το δικό μας και πως μέσα από εκείνη, λίγο απ’ το φως του άγγιζε και τις δικές μας γκρίζες και άχαρες ζωές.


4

Εκείνο το πρωί λοιπόν, καθώς την έβλεπα να τρώει το πρωινό της με γοργές και αβίαστες κινήσεις, χίλιες σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό μου, αμέτρητες αλληλοσυγκρουόμενες παρορμήσεις και συναισθήματα. Κι αν το όνειρο που είχα δει είχε κάποια προφητική σημασία; Κι αν αυτό ήταν το τελευταίο πρωινό που μοιραζόμασταν μαζί;

Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και με κοίταξε, τον αξύριστο σύζυγό της που την κοιτούσε με βλέμμα απλανές και με μια φρυγανιά στο δεξί του χέρι, ακίνητος σαν υπνωτισμένος.

Το χέρι της άγγιξε το μάγουλό μου.,

-«Τι έχεις καλέ μου;» με ρώτησε ανήσυχη, «δεν έχεις βγάλει λέξη όλο το πρωί. Μήπως είσαι άρρωστος;»

Εκείνη τη στιγμή παραλίγο να πεταχτώ όρθιος και να βάλω τις φωνές. Αλλά τι αποτέλεσμα θα είχε κάτι τέτοιο;

-«Πρέπει και σήμερα να πας στη δουλειά;» τη ρώτησα προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή, «δεν μπορείς να πεις ότι είσαι άρρωστη και να μείνεις εδώ; Μόνο για σήμερα!»

Η έκπληκτη έκφραση που χαράχτηκε στο πρόσωπό της ήταν σχεδόν παιδιάστικη.

-«Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;»

-«Να….»τραύλισα αμήχανα, «έλεγα να πάρω και εγώ μια μέρα άδεια και να πάμε κάπου οι δυο μας, μακριά απ’ όλα αυτά!» Μέσα μου όμως μια άλλη φωνή, κάτι σαν πανικόβλητος ολολυγμός, προσπαθούσε να της πει κάτι εντελώς διαφορετικό: «Μην πάς στη δουλειά σου σήμερα γιατί κινδυνεύεις, αν βγεις από αυτό το σπίτι θα πεθάνεις και η ζωή μου θα σκοτεινιάσει για πάντα!!»

Μπα σε καλό σου,» γέλασε εκείνη, «Αφού ξέρεις ότι δεν γίνεται να λείψω ειδικά σήμερα γιατί κάνουμε απογραφή στις αποθήκες και πρέπει να βρίσκομαι εκεί. Εξάλλου η αντικαταστάτριά μου λείπει με άδεια τοκετού, οπότε δεν γίνεται να φύγω έτσι κι αλλιώς. Αν θέλεις όμως, την επόμενη βδομάδα που θα έχουμε τελειώσει, μπορούμε να κανονίσουμε κάτι!»

-«Κι αν σου έλεγα ότι ειδικά σήμερα, αν βγεις απ’ το σπίτι, μπορεί να σου συμβεί κάποιο ατύχημα και να πεθάνεις;»

Η Δήμητρα ζάρωσε τα φρύδια της αιφνιδιασμένη απ’ τον τόνο της απελπισίας που είχε χρωματίσει τη φωνή μου.

-«Από πού σου ήρθε πάλι αυτό;»

-«Είδα ένα κακό όνειρο χθες το βράδυ,» της είπα, νιώθοντας τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν από ένα κύμα αμηχανίας, «και τώρα νιώθω πολύ παράξενα! Είδα δυο αγγέλους καθισμένους στον καναπέ του σαλονιού μας να μιλούν για το θάνατό σου!»

Η Δήμητρα γέλασε ξέγνοιαστα, ενθουσιασμένη από τον παραλογισμό της όλης ιστορίας και στη συνέχεια με φίλησε, με διαβεβαίωσε ότι όλα θα πάνε καλά και χώθηκε στο μπάνιο για να πλύνει τα δόντια της. Καθώς άκουγα τον ήχο της οδοντόβουρτσας της και του τρεχούμενου νερού, ένιωθα έτοιμος ν’ αρχίσω να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Πως θα κατάφερνα να την μεταπείσω; Αλλά και πάλι, είχα το δικαίωμα να τη φέρω αντιμέτωπη με την οργή των προϊσταμένων της μόνο και μόνο επειδή είχα δει έναν παράξενο εφιάλτη; Τι μπορούσα να κάνω στ’ αλήθεια; Μήπως είχα αρχίσει να τρελαίνομαι;

Έμεινα καθισμένος μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας με το κεφάλι μου θαμμένο στα χέρια μου καθώς την άκουγα να κλείνει την πόρτα και να εγκαταλείπει το διαμέρισμά μας, για τελευταία ίσως φορά, νιώθοντας εντελώς ηττημένος, νικημένος απ’ τις αμφιβολίες που μ’ εμπόδιζαν να δράσω όπως έπρεπε και από μια αίσθηση μοιρολατρίας, από το βάρος μιας αλλόκοτης παραίτησης που δεν μπορούσα ν’ αποτινάξω από πάνω μου.



5


Η μέρα κύλησε εφιαλτικά, φορτωμένη με μια αβάσταχτη βραδύτητα που δεν κατάφερνα να ξεπεράσω. Προσπάθησα να ξεχαστώ με τις υποθέσεις του γραφείου μου, αλλά ξανά και ξανά, ανάμεσα στις σελίδες των δικογραφιών και των συμβολαιογραφικών πράξεων που πάσχιζα να διαβάσω, το παράξενο όνειρο ανασχηματιζόταν ασταμάτητα, ξεπρόβαλε μπροστά μου με μια δύναμη στοιχειωτική, σαν μια λαμπυρίζουσα διαφάνεια που δεν μ’ άφηνε να συγκεντρωθώ. Σκέφτηκα πολλές φορές να πάρω τη Δήμητρα στο κινητό, έτσι, για να βεβαιωθώ ότι είναι καλά, αλλά υπήρχε κάτι που με απέτρεπε, η σκέψη ότι έτσι θ’ άφηνα τις παρανοϊκές μου εμμονές να αναλάβουν τον έλεγχο των πράξεών μου, καθώς και το ότι η Δήμητρα με είχε παρακαλέσει να μην την παίρνω τηλέφωνο την ώρα της δουλειάς εκτός και αν μου συνέβαινε κάτι πραγματικά σοβαρό γιατί έχανε την αυτοσυγκέντρωσή της και επιπλέον θα είχε να αντιμετωπίσει και τον εκνευρισμό της δύστροπης προϊστάμενης της.

Οπότε έμεινα να βράζω στο ζουμί μου. Κατά τις δύο η ώρα υποδέχτηκα κάποιον πελάτη με τον οποίο βγήκα στη συνέχεια για φαγητό με αποτέλεσμα, με τη βοήθεια της ακατάσχετης φλυαρίας του, να ξεχαστώ για λίγο και να συμπεριφερθώ σαν φυσιολογικός άνθρωπος.

Καθώς πλησίαζε το απόγευμα και η μέρα έφτανε στο τέλος της, άρχισα να νιώθω όλο και καλύτερα. Λες και κάποιο ασήκωτο βάρος είχε σηκωθεί από το στήθος μου, άρχισα να αναπνέω πιο εύκολα και η τρομερή εκείνη αγωνία άρχισε να μ’ εγκαταλείπει-ευτυχώς. Τη θέση της πήρε μια διογκούμενη ανυπομονησία που με κάθε λεπτό που περνούσε γινόταν όλο και πιο αβάσταχτη. Τώρα βιαζόμουν να κλείσω το γραφείο και να επιστρέψω τρέχοντας στο σπίτι, να βρω τη Δήμητρα ζωντανή και υγιέστατη να με υποδέχεται μ’ ένα γλυκό χαμόγελο και ένα ακόμα γλυκύτερο φιλί και ν’ αποδείξω στον εαυτό μου ότι ήταν όλα ψέματα και ότι είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να τρομοκρατηθεί από ένα ανόητο όνειρο.

Όπερ και εγένετο. Άφησα το αυτοκίνητο έξω απ’ το σπίτι, ξεκλείδωσα την είσοδο της πολυκατοικίας μας και μπήκα στο ασανσέρ σαν σε όνειρο.

Όταν άνοιξα όμως την πόρτα του διαμερίσματός μας, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια βαθιά σιωπή και μ’ ένα βαθύ σκοτάδι. Η Δήμητρα δεν ήταν εκεί και το σπιτικό μας ήταν εντελώς σιωπηλό με όλα τα φώτα του κλειστά.

Εκείνη τη στιγμή, καθώς στεκόμουν όρθιος στο κατώφλι της εξώπορτας, με το δεξί μου χέρι να σφίγγει το χερούλι της δερμάτινης τσάντας μου και το αριστερό να κρατάει το σακάκι μου, ένιωσα όλο τον τρόμο και την αγωνία εκείνης της ατελείωτης μέρας ν’ αναδεύεται και να ξανασηκώνεται μπροστά μου σαν τσουνάμι και να με κατακλύζει ορμητικά. Πρώτη φορά συνέβαινε αυτό το πράγμα, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια έγγαμου βίου έβρισκα το σπίτι άδειο και σκοτεινό, τη Δήμητρα να μην με περιμένει. Ίσως το όνειρο να είχε βγει αληθινό τελικά. Ίσως η Δήμητρα να ήταν νεκρή, συνθλιμμένη κάτω απ’ τους τροχούς κάποιου ανεγκέφαλου οδηγού .

Έκανα μερικά βήματα μέσα στο κατασκότεινο σαλόνι και μετά τα δάχτυλα μου άρχισαν να ψηλαφούν τον ηλεκτρικό διακόπτη. Τον πάτησα κοφτά και το λευκό φως του ηλεκτρισμού με τύφλωσε σαν τη λάμψη μιας πυρηνικής έκρηξης.

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου πολλές φορές για να τα καθαρίσω απ’ τα δάκρυα και τελικά, καθώς το σαλόνι μας έπαψε να κολυμπάει μπροστά μου, αντίκρισα ένα θέαμα που μ’ έκανε να πέσω στα γόνατα και να καταπνίξω έναν τεράστιο λυγμό.

Στον καναπέ, εκεί όπου είχα ονειρευτεί τους δυο αγγέλους να μιλούν, ξάπλωνε η Δήμητρα, σκεπασμένη με μια καρό κουβέρτα. Κοιμόταν ειρηνικά, εξερευνούσε τους φωτεινούς κόσμους της ψυχής της για μια ακόμα φορά, εντελώς ανυποψίαστη για την λυτρωτική καταιγίδα της εκρηκτικής ανακούφισης που είχε ξεσπάσει μέσα μου.


6

Αναδεύτηκε πάνω στον καναπέ, ενοχλημένη προφανώς απ’ τους πνιχτούς ήχους της δικής μου αναπνοής. Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε κατάπληκτη:

-«Τι έχεις;» φώναξε τρομαγμένη και στη συνέχεια, γλυκιά και γρήγορη όπως πάντα, πέταξε την κουβέρτα από πάνω της, έπεσε στα γόνατα μπροστά μου και με αγκάλιασε σφιχτά. Το υπέροχο άρωμα του δέρματος και των μαλλιών της με τύλιξε σαν ευωδιαστό θυμίαμα.

Οι απαραίτητες εξηγήσεις δόθηκαν ώρες αργότερα, μέσα σ’ ένα παραλήρημα χαράς. Της αφηγήθηκα το όνειρο με όλες τις λεπτομέρειες που μπορούσα να θυμηθώ και εκείνη, φωλιασμένη στην αγκαλιά μου με κοίταζε κατάπληκτη, με τα εξαίσια μάτια της πελώρια, γεμάτα από ένα καθηλωτικό δέος:

-«Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις,» μου είπε ψιθυριστά, λες και καθόμασταν στα στασίδια κάποιας εκκλησίας, «αλλά σήμερα πραγματικά παραλίγο να χάσω τη ζωή μου!»

-«Δηλαδή;» τη ρώτησα σφίγγοντάς την πιο σφιχτά πάνω στο στήθος μου.

-«Καθώς πήγαινα στη δουλειά, την ώρα που στεκόμουν δίπλα στο φανάρι και περίμενα ν’ αλλάξει, είδα δίπλα μου μια γριούλα, μια απ’ αυτές τις μαυροφορεμένες ηλικιωμένες με το τσεμπέρι που έχουν παραμορφωθεί από τα αρθριτικά. Ήταν τόσο καμπουριασμένη που τη λυπήθηκα και αν και είχα αργήσει πολύ να πάω στη δουλειά, της πρότεινα να τη βοηθήσω να περάσει το δρόμο γιατί έμοιαζε να δυσκολεύεται και να περπατήσει εκτός των άλλων. Τέλος πάντων, την πήρα από το χέρι και μόλις το φανάρι έγινε κόκκινο διασχίσαμε σιγά-σιγά το δρόμο. Το παράξενο είναι ότι με το που κάναμε το πρώτο βήμα πέρασε μπροστά μας ένα τεράστιο τζιπ που ο οδηγός του φώναζε σαν μανιακός στο κινητό του και μάλλον δεν είχε προσέξει ότι το φανάρι είχε αλλάξει χρώμα. Μισό μέτρο πιο μέσα στο δρόμο να βρισκόμασταν, θα μας είχε σκοτώσει και τις δυο!»


7


Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα τρισευτυχισμένος, για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό, ψιθυρίζοντας στον εαυτό μου ότι ευτυχώς, ακόμα και οι Άγγελοι μπορεί να κάνουν λάθη.

Το ίδιο εκείνο βράδυ ωστόσο τους είδα και πάλι, μέσα στο μισοφωτισμένο σαλόνι, με το φως του ήλιου να μπαίνει λοξό από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα, τις κουρτίνες ν’ ανεμίζουν και τους κόκκους της σκόνης να χορεύουν στον αέρα.

Κάθονταν στον καναπέ μας και αυτή τη φορά, ο ένας απέναντι από τον άλλο. Τα μαξιλάρια του βούλιαζαν απ’ το βάρος των σωμάτων τους. Τα φτερά τους διύλιζαν το φως σαν κρυστάλλινα παραπετάσματα και οι φωνές τους ακουγόταν γαλήνιες και απαλές μέσα στη σιωπή, όμορφες σαν ασημένιες κωδωνοκρουσίες. Συζητούσαν για μια ακόμα φορά.

-«Μου είχες πει ότι η Δήμητρα θα πέθαινε απόψε,» είπε ο Άγγελος που καθόταν στα αριστερά. Η φωνή του χρωματίζονταν από μια αχνή πινελιά απορίας.

-«Έτσι ήταν κανονισμένο. Σύμφωνα πάντα με τις δυνάμεις που καθορίζουν το πεπρωμένο της.»

-«Ναι αλλά δεν πέθανε τελικά! Τι άλλαξε αυτές τις δυνάμεις;»

-«Η ίδια της άλλαξε. Όταν αποφάσισε να βοηθήσει την ανήμπορη γερόντισσα να διασχίσει το δρόμο αν και γνώριζε πολύ καλά ότι με αυτήν της την απόφαση θα καθυστερούσε στη δουλειά της και μάλιστα σε μια πολύ δύσκολη μέρα, της φέρθηκε με αγάπη και με μεγάλη καλοσύνη γιατί νοιάστηκε για την τύχη ενός άλλου ανθρώπου περισσότερο από ότι για το δικό της συμφέρον. Αυτή η πράξη της στάθηκε αρκετή για να αλλάξουν τα πάντα. Γιατί βλέπεις, η αγάπη είναι η μεγαλύτερη δύναμη σε ολόκληρο το σύμπαν. Και η καλοσύνη της Δήμητρας αποδείχτηκε ισχυρότερη από τις τυφλές δυνάμεις του πεπρωμένου που καθορίζουν τη ζωή της!»


Eρρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009

13 σχόλια:

  1. Ειλικρινά με συνεπήρε!Έχω βιώσει και εγώ κάτι παρόμοιο...και εγώ με τον παππού μου...
    Είναι νομίζω απερίγραπτα τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσεις...
    Αλλά στο τελός (όταν όλα πάνε καλά...που πάνε...γιατί όπως είπαμε η αγάπη νικάει!)
    καταλαβαίνεις πόσα σημαίνουν αυτοί οι άνθρωποι για εσένα και μέχρι που θα έφτανες για αυτούς!

    Καλώς σε βρήκα...! =)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑΟ ΟΠΩΣ ΑΡΚΕΤΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ.ΤΕΛΙΚΑ Η ΑΓΑΠΗ ΕΧΕΙ ΑΦΑΝΤΑΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ.ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Joanna Καλως ορισες και επισημα στην παρεα μας :) Θα χαρουμε να σε βλεπουμε εδω τριγυρω :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σας ευχαριστώ πολύ, όπως και κάθε άλλη φορά, για τα πολύ ευγενικά σας σχόλια. Αν σας πω ότι το διήγημα έχει κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία, θα με πιστέψετε;

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αλλα βγαζω την ουρα μου απεξω μιας και σουλατσαρω αρκετα με την μουρλαμαρα σου παρεα :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Με συγκίνησε τόσο πολύ το διήγημα σου Ερρίκο!
    Για άλλη μια φορά...μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. πολυ πολυ καλο.ελπιζω ενα απο τα αυτοβιογραφικα στοιχεια να ειναι .η αγαπη που βιωνε ο πρωταγωνιστης.καλο καλοκαιρι ευχομαι γεματο ομορφες εμπειριες που θα πλουτισουν υην ψυχη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ενα βραβειο-στοπ-
    παραλαβη απο το μπλογκ μου -στοπ-
    αν 8ελετε φυσικα-στοπ-
    συνεχιστε ιστοριες χωρις ΣΤΟΠ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. 100% φανταστικό διήγημα.Ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα.Ακόμη και τα συναισθήματα που γεννώνται στους αναγνώστες είναι παραμύθιασμα της φύσης μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αν και δεν συνηθίζω να απαντάω σε ανώνυμα σχόλια, θα σου επισημάνω ότι σε ένα προηγούμενο ΔΙΚΟ μου σχόλιο, αναφέρω ότι το συγκεκριμένο διήγημα έχει κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία. Τώρα, το ποιά ακριβώς είναι αυτά, είναι κάτι αυστηρά προσωπικό, πάντως "100% φανταστικό διήγημα" δεν είναι! Τώρα, το αν τα συναισθήματα που γεννώνται στους αναγνώστες είναι "παραμύθιασμα της φύσης μας" θα αφήσω τους ίδιους τους αναγνώστες του να το κρίνουν!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή