Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Θεωντόρ



«Είμαι ο Θεωντόρ ο τελευταίος γιος του Μάνφιτ. Γεννήθηκα ένα βράδυ του δέκατου φεγγαριού, μια νύχτα ξάστερη και σιωπηλή. Η μάνα μου με μεγάλωσε αγωνιστή και ο πατέρας μου με προίκισε την τέχνη του πολέμου. Το κυνήγι, την επιβίωση, σμίλεψε στα ατσαλένια μου μπράτσα και με έμαθε να επιζώ κάτω από όλες τις συνθήκες, στο κρύο, στην ζέστη, στο χιόνι, και στην πείνα.

Δεκαοχτώ επί δώδεκα κύκλους του φεγγαριού μέτρησε ο μάγος Τσάου για να μου χαράξει στο στήθος με καυτό σίδερο και μαύρη μπογιά το σημάδι της ενηλικίωσης. Ήμουνα πλέον έτοιμος να πάω το μεγάλο ταξίδι. Έπρεπε να ταξιδέψω δώδεκα γεμάτα φεγγάρια μέχρι το τέλος της γης και να γυρίσω ζωντανός. Και το έκανα!

Τώρα που θα μπω στον καταυλισμό, ο πατέρας θα με χρίσει αρχηγό της φυλής και η φυλή μου θα με αγκαλιάσει ζεστά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συναίσθημα από αυτό..»



**


Ένα άλογο κουρασμένο με τα γκέμια πεσμένα και βαρύ βηματισμό, μπήκε στον έρημο δρόμο του καταυλισμού. Ο καπνός ακόμα ήταν ζεστός πάνω από τις φωτιές και τα παιδιά τρέχανε από τη μία σκηνή στην άλλη σαν παλαβά. Μια εικόνα αλλοπρόσαλλη παρουσιάστηκε μπροστά του. Τα άλογα ήταν σφαγιασμένα και παντού πτώματα πολεμιστών, γυναίκες με σκισμένα ρούχα, φωτιά, καπνός και κλάμα γεμίζανε τα αυτιά του. Το σώμα του Θεωντόρ ήταν κατάκοπο από το μεγάλο ταξίδι, αλλά τα μάτια του σαν είδαν την καταστροφή πετάχτηκαν από τις κόγχες έκπληκτα. Σταμάτησε ένα πιτσιρίκι και το πίεσε να μάθει, που είναι οι υπόλοιποι, τι έγιναν οι γυναίκες, που είναι ο πατέρας του, ποιος έκανε αυτή την καταστροφή .. και οι απαντήσεις τον λύγισαν τον έριξαν στα γόνατα, κάτω να ουρλιάζει..


Ο αιμοσταγής βασιλιάς Φιόρ με τα στρατεύματα του, κατέστρεψαν την βλάστηση, ρίξανε φαρμάκια στους ποταμούς, γδάρανε τα ζωντανά, κλέψανε το σιτάρι. Και σαν η μάχη έγινε, από τα σκληροτράχηλα κορμιά τα ιδρωμένα, πετάχτηκαν από μέσα τους όλα τα σωθικά τους. Ο πατέρας του έφτασε σχεδόν μέχρι το κάστρο, μα είκοσι βέλη στην σειρά, το έκαναν να πέσει από το άλογο του. Το κεφάλι του έγινε λάβαρο στα χέρια του εχθρού του.. Οι γυναίκες βιάστηκαν και σφαγιάστηκαν να μην γεννήσουν ποτέ πια σπόρο…


Κοίταξε τον ουρανό, αυτό που έγινε δεν υπήρχε στις προφητείες, ο άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Μια απελπισία, μια κραυγή του γέμισε τα σωθικά, γέμισε τον καταυλισμό και αγκάλιασε τα δέντρα. Οι σκίουροι κρύφτηκαν, τα πουλιά πέταξαν μακριά..


Έζωσε στο άλογο ένα κάρο που ήταν εκεί παρατημένο, το γέμισε με ότι όπλα βρήκε, σπαθιά, φαρέτρες, ακόντια και τόξα και καβάλησε να φύγει. Ανακατεμένος, με το κεφάλι σκυφτό βγήκε από τον καταυλισμό ξεκίνησε για το βουνό. Το είχε αποφασίσει, η οδύνη δεν μπορούσε να τον βρει ξαπλωμένο κάτω από τα αστέρια να κλαίει, δεν μπορούσε να τον βρει ο ήλιος θλιμμένο. Η συνέχεια είχε γραφτεί στους ουρανούς με ατσαλένια γράμματα. Θα πήγαινε να βρει την ψυχή του πατέρα του, ακόμα και ήταν αναγκασμένος να επιτεθεί μόνος του στο κάστρο. Η δίψα για εκδίκηση τον έκανε δυνατό, απάνθρωπα κενό από σκέψεις, η ζωή του υπήρχε πλέον μέχρι να πολεμήσει αυτούς που κάνανε το κακό.


Το ίδιο απόγευμα έφτασε σε ένα ξέφωτο και ο μόνος ήχος που ακουγότανε ήταν από ένα ρυάκι εκεί δίπλα που στάλαζε γάργαρα τα νερά του. Ξάπλωσε στο έδαφος και έβλεπε τον μενεξεδένιο ήλιο να μαζεύεται στον δίσκο του, ώσπου εξαφανίστηκε. Η κούραση του ταξιδιού, νίκησε τις σκέψεις του και αφέθηκε στο ύπνο με σκέπαστρο τον έναστρο ουρανό.


Σαν ο ήλιος ακούμπησε σταθερά τα πόδια του στον ουρανό βρήκε τον Θεωντόρ να ετοιμάζεται να ξεκινήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Το άλογο κατηφόρισε αργά το βουνό σέρνοντας το ξύλινο κάρο πίσω του, αγόγγυστα. Δεν άργησε να φτάσει στους πρόποδες όταν είδε ένα γέρο τυλιγμένο σε μια πλεχτή κουβέρτα να κάθεται πάνω σε ένα μικρό βράχο. Τα μάτια του ήταν κλειστά και στο ένα χέρι κράταγε σφιχτά ένα ραβδί από ελιά.


- Τι κάνεις εδώ γέρο, τον ρώτησε ο Θεωντόρ.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, παρατήρησε τον νέο πάνω στο άλογο, κοίταξε προσεκτικά τα όπλα που κουβαλούσε στο κάρο.


- Εγώ ξέρω τι κάνω εδώ! Εσύ ξέρεις που πηγαίνεις;

- Πως δεν ξέρω! Απάντησε θαρρετά ο Θεωντόρ και πρόσθεσε : Φαίνετε ότι δεν ξέρεις τι συνέβη στον καταυλισμό μου, δεν ξέρεις για τον Βασιλιά Φιόρ..

- Ξέρω, απάντησε απαλά ο γέρος, ξέρω .. και αυτά που ξέρω είναι αρκετά για να σου πω ότι είσαι ένας ανόητος.

Ο Θεωντόρ πειράχτηκε, τινάζοντας το σώμα του απάντησε θυμωμένα.


- Τι λες γέρο! Σκοτώσανε τον πατέρα μου, βιάσανε τις αδελφές μου! Τι μεγαλύτερες αδικίες μπορεί να κάνει άνθρωπος στην γη και να μην του αξίζει η τιμωρία; Σαν τιμωρός πηγαίνω στο κάστρο!

- Τι χειρότερο σε αυτήν την γη, από έναν ανόητο που νομίζει ότι ο πόλεμος βγάζει κάπου!. απάντησε ο γέρος και έκλεισε πάλι τα μάτια του.

- Έχεις χάσει τα λογικά σου γέρο .. ένα σαρκαστικό γέλιο πλημύρισε το πρόσωπο του Θεοντώρ.

- Εγώ έχω χάσει τα λογικά μου ή εσύ που πας να πολεμήσεις χιλιάδες στρατιώτες κρατώντας πόσα; Δύο σπαθιά και ένα τόξο; ένας εναντίον ολόκληρου κάστρου; Ποιος από τους δυο μας είναι ο παράλογος ;

- Αυτή είναι η μοίρα μου!

- Αυτή είναι η ανοησία σου, η μοίρα σου είναι να γίνεις σπουδαίος όπως το κάθε τι σε αυτή την γη.

- Και δεν είναι σπουδαίο να εκδικηθώ, να νιώσει ευχαριστημένος ο πατέρας μου από εκεί που είναι ;

- Σπουδαίο είναι να δει ο πατέρας τον γιο του ολόκληρο όχι κομμάτια στις τρεις γωνιές της γης! Αλήθεια πιστεύεις ότι θα καταφέρεις κάτι μόνος σου ;

- Και τι να κάνω; Έχεις κάποια ιδέα πώς να τους νικήσω ; πως θα ξεπλύνω την ντροπή ;

- Ναι έχω, αλλά αυτό που έχω δεν θα ξεπλύνει την ντροπή σου, θα επαναφέρει την τάξη στον κόσμο, θα αποτρέψει άλλες αιματοχυσίες και ο κόσμος θα γίνει μονιασμένος και αγαπημένος. Αλλά εσύ δεν έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου. Προχώρα ανόητε και σαν πεθάνεις και εσύ από τα βέλη, όπως ο πατέρας σου, κανείς δεν σε θυμάται, κανείς δεν θα έχει να πει μια καλή κουβέντα για σένα, θα απορροφηθείς από το μελάνι της ιστορίας και η λήθη θα καταπιεί την ύπαρξη σου.


Ο θεοντώρ έμεινε σκεπτικός για λίγο. Και τι προτείνεις ; τον ρώτησε και τα μάτια του στένεψαν από απορία.


- Πέταξε όλα τα όπλα από το κάρο και γέμισε το με λουλούδια, μαργαρίτες, τριαντάφυλλα και ήλιους. Διάλεξε λουλούδια με ζωντανά χρώματα, μην πάρεις αγριόχορτα ή τσουκνίδες και πήγαινε εκεί. Αν κάνεις αυτό, οι θεοί θα είναι μαζί σου.

- Είσαι τρελός γέρο το ξέρεις ; ένα γέλιο δυνατό γέμισε την πλάση..

- Είμαι. Απάντησε σοβαρά ο γέρος. Αλλά και όχι πιο τρελός από εσένα που πηγαίνεις να τα βάλεις με ένα στρατό. Κανένα ξίφος, καμία ασπίδα δεν σε γλυτώνει. Μόλις εμφανιστείς στον ορίζοντα, έφυγες, έγινες καπνός και εσύ και η εκδίκηση σου. Η βία με βία δεν νικιέται, ο φόβος δεν νικιέται με το φόβο αλλά με την αγάπη, αυτό σίγουρα δεν στο έχουν διδάξει ..


Τα τελευταία λόγια του γέρου έσβησαν από τον θόρυβο του κάρου που κυλούσε πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο. Ένα χλιμίντρισμα ακόμα και ο γέρος έμεινε πίσω στον βράχο σαν την ανάμνηση .. Δεν είχε νόημα να κάτσει να τον ακούσει, ήταν φανερό ότι για τον νου του Θεοντώρ ο γέρος είχε χάσει τα λογικά του.

Δυο μέρες μετά έφτασε έξω από το κάστρο του Βασιλιά Φιόρ. Καθόταν σε ένα σημείο, κάτω από ένα πεύκο από όπου δεν μπορούσαν να τον δούνε από τις πολεμίστρες οι στρατιώτες και όπου εκείνος μπορούσε να δει καθαρά το θηρίο που θα πολεμούσε.

Το κάστρο ήταν τεράστιο, μεγάλες πλίθινες πέτρες και μάρμαρα ασήκωτα στεριώνανε την κατασκευή του. Από ένα υπολογισμό, μέσα θα είχε πάνω από σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, άλογα, όπλα και βαρύ οπλισμό όπως καταπέλτες και άλλα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε βλέποντας το μέγεθος του εχθρού. Δεν πρέπει να φοβάμαι σκέφτηκε αλλά η σκέψη αυτή ήταν τόσο μικρή όσο ένας κόκκος σκόνης. Κάθισε κάτω και κοίταξε τα όπλα του. Φάνταζαν τόσο λίγα. Έφερε την μορφή του πατέρα στο νου. Αλλά ούτε και αυτό τον έκανε να ξεχάσει τον φόβο του. Μια εσώτερη αηδία τον γέμισε, αηδία για τον ανθρώπινο φόβο για τις σκέψεις εκείνης της ώρας. Σκέφτηκε τα λόγια του γέρου. Ακόμα και αν πάρ΄ ελπίδα νικούσε σε αυτήν την μάχη, αν και απίθανο, τι θα γινόταν από εκείνη την στιγμή και μετά; Τον ίδιο φόβο δεν θα μετέδιδε και εκείνος με την σειρά του παρακάτω; Ποιος θα τον πλησίαζε ; μήπως ο φόβος και ο τρόμος είναι σαν την ασθένεια; Την μεταδίδεις ή την νιώθεις από κάποιον που έχει καταβληθεί από φόβο;. Ναι είναι άσχημο αυτό το συναίσθημα και τελειωμό δεν έχει.

Γεννήθηκα πολεμιστής, φώναξε και σηκώθηκε ορθός, μα σαν το αγέρι φύσηξε πιο δυνατά, η σκέψη, το κορμί του ξεφούσκωσε. Και ανόητος, πρόσθεσε και έκατσε κάτω. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του, τα ακούμπησε με τα χέρια του, τα έφερε στο φως. Γιατί ένας πολεμιστής να κλαίει; Άμα ήμουνα πραγματικός πολεμιστής, δεν θα έπρεπε να έχει το σώμα μου μέσα δάκρυα, μόνο δύναμη.. άρα δεν είμαι τόσο πολεμιστής όσο νομίζω. Και φοβάμαι και κλαίω, δεν διαφέρω από ένα ανόητο παιδί που πιστεύει ότι του λένε ..

Σηκώθηκε όρθιος με μια σκέψη τελευταία στον νου. Ίσως έτσι γίνω δυνατός.. και σπουδαίος.. σκέφτηκε και άρχισε να κόβει λουλούδια από γύρω του. Σαν μάζεψε αρκετά, τα έφερε κοντά στο κάρο, το άδειασε από όπλα, πέταξε το σπαθί του μακριά και γέμισε την καρότσα με λουλούδια. Μάζεψε ακόμα λίγα να γίνει σαν στρώμα παχύ, πέρασε στον λαιμό του αλόγου ένα στεφάνι από κίτρινες μαργαρίτες και στα μαλλιά του έβαλε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν την φωτιά. Σαν τελείωσε ιδρωμένος, μια ανεξήγητη ευφορία τον κατέλαβε, ο φόβος είχε γίνει στάχτη πλέον. Χαμογέλασε.

Καβάλησε το άλογο και το πρόσταξε να ξεκινήσει. Κανείς δεν ξέρει αν τα άλογα καταλαβαίνουνε, αλλά αυτό το άλογο από εκείνη την στιγμή χλιμιντρούσε περήφανα και περπατούσε αρχοντικά, σαν να έσερνε κάτι πολύτιμο ..

**


Η θέα ενός ανθρώπου πάνω σε άλογο, σέρνοντας ένα κάρο γεμάτο λουλούδια, μόνο γέλια έφερε στους στρατιώτες από ψηλά. Στην αρχή τράβηξαν τα τόξα, μα σαν είδαν καλύτερα ένα γέλιο τους αγκάλιασε όλους. Για να πολεμήσει ήρθε τούτος ! φωνάξανε και πέσανε κάτω από τα γέλια. Να ενημερώσουμε τον Βασιλιά! Φώναξε ένας άλλος. Και έτσι έγινε.


Μέσα στον χρυσό-καλούπωτο θρόνο, ζωσμένος με πανάκριβα ρούχα και πίνοντας με τον ένα χέρι ένα ποτήρι από μια σπάνια γεύση κρασιού, ο Βασιλιάς Φιόρ άκουσε με προσοχή την αναφορά του Λοχαγού για τον περίεργο εισβολέα, όπως και τα γέλια που προκάλεσε στους στρατιώτες. Κάλεσε αμέσως σοβαρός, τον στρατηγό, τον διευθυντή επιχειρήσεων και τους συμβούλους του.
Σαν μαζευτήκαν όλοι τους είπε με ύφος σοβαρό.

- Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Θεοντώρ γιος του Μάνφιτ που σκοτώσαμε πρόσφατα σε μάχη. Σύμφωνα με τον κώδικα τιμής της φυλής του έπρεπε να μας πολεμήσει, αλλά αυτός ήρθε εδώ σέρνοντας ένα κάρο .. λουλούδια! Τι σας λέει αυτό ;

Γέλια γεμίσανε την αίθουσα συνεδριάσεων, μα σύντομα κοπάσανε σαν είδανε το σοβαρό πρόσωπο του Βασιλιά.


- Ανόητοι! Τους φώναξε. Δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται εδώ;

- Όχι! Ψέλλισε ο στρατάρχης, γιατί πρέπει να το πάρουμε σοβαρά το ζήτημα ;

- Αν οι Θεοί θέλανε να μας μεταφέρουν ένα μήνυμα τι θα στέλνανε : στρατό να μας πολεμήσει ή έναν λουλούδο-φορεμένο σαν και τούτον ;

- Θέλετε να πείτε ότι είναι απεσταλμένος των θεών; Ρώτησε ο Στρατηγός με απορία

- Είναι φανερό! Τι άλλο μπορεί να είναι ; παρά ένα μήνυμα από τους Θεούς. Με παραλήπτη εμάς! Τους ανίκητους. Είναι φανερό ότι οι Θεοί δεν θέλουνε να πολεμάμε άλλο. Η αποστολή μας ήταν μέχρι εδώ! Και αν οι Θεοί αυτό θέλουν, εγώ δεν θα τους πάω ανάποδα, δεν θα προκαλέσω την οργή τους!
Ένα σούσουρο γέμισε την αίθουσα. Ώσπου πετάχτηκε ο σύμβουλος ο πονηρός και πλησίασε τον Βασιλιά.

- Ω Βασιλιά, είναι σοφό αυτό που σκέφτηκες, μα τα χίλια φεγγάρια δεν πήγε το μυαλό μας εκεί, αλλά μήπως δείξουμε αδυναμία αφήνοντας αυτόν τον άοπλο να ζήσει ; μήπως εκμεταλλευτούν οι εχθροί μας, αυτήν την διορατικότητα σας ;

- Αν τον σκοτώσουμε, η οργή των Θεών θα πέσει πάνω μας! Αυτός θα γίνει μάρτυρας, θα γίνει σύμβολο και θα οδηγήσει σε επανάσταση. Αν τον αφήσουμε να ζήσει, το θέμα ξεχνιέται και ταυτόχρονα δείχνουμε ένα καλό πρόσωπο σε αυτούς μας κατηγορούνε για βαρβαρότητα. Τα πάντα είναι πολιτική, μην το ξεχνάς. Μπορεί να σκοτώσουμε χιλιάδες ένοπλους, κανείς δεν θα πει ότι είναι παράλογο, αλλά άμα σκοτώσεις έναν άοπλο που κρατάει λουλούδια, αργά ή γρήγορα η εξουσία μου θα χαθεί.. σκέψου το..

-Είσαι σοφός Βασιλιά μου και το μυαλό σου είναι το πιο φωτεινό όλων μας. Απάντησε ο σύμβουλος και λούφαξε στην γωνιά του.

-Και τι θα κάνουμε τότε; Ρώτησε ο Στρατηγός ενοχλημένος που δεν θα σκοτώσουνε τον Θεοντώρ.

-Βάλτε τον μέσα, πετάξτε όλα τα όπλα από το κάστρο έξω σαν κίνηση καλής θέλησης, και φερθείτε του σαν Θεό επί της γης! .. και φέρτε τον να του μιλήσω..


Ο Θεοντώρ, πλέον δεν ένιωθε φόβο ακόμα και αν τον σημαδεύανε χιλιάδες τόξα από μέσα από το κάστρο. Μπορούσε να δει τα πρόσωπα των στρατιωτών από τις πολεμίστρες καθαρά από εκεί που ήταν, αλλά και πάλι δεν φοβόταν τίποτα, αντιθέτως μια παράξενη ευφορία τον είχε πλημυρίσει από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ξάφνου είδε το εξής παράδοξο:

Από κάθε γωνιά του κάστρου, ο κάθε στρατιώτης πετούσε τα όπλα του από ψηλά στο έδαφος! Άνοιξε η ξύλινη πύλη και μια συνοδεία από στρατιώτες άοπλοι τον κύκλωσαν και τον συνοδέψανε μέσα στο κάστρο. Του έδωσαν φαγητό, χωρίς να του μιλάνε και μετά τον οδηγήσανε στην αυτοκρατορική αίθουσα να δει τον Βασιλιά. Προτού βγει ο βασιλιάς από τα ιδιαίτερα του, όλοι ανεξαιρέτως αποσύρθηκαν από την αίθουσα έτσι ώστε να μείνουνε μόνοι ο Βασιλιάς και ο Θεοντώρ, όπως τους είχε προστάξει.

Ο ήλιος έπαιζε τις ακτίνες του μέσα από τα μικρά παράθυρα, χαϊδεύοντας μια τα αγάλματα που υπήρχαν στον χώρο, μία το πανάκριβο μαρμάρινο μωσαϊκό. Μια πόρτα ξύλινη με χρυσαφί ζωγραφιές άνοιξε διάπλατα και βγήκε ο Βασιλιάς από μέσα, περπατώντας με αργά βήματα.

Ο Θεοντώρ έμεινε ξέπνοος σαν τον είδε!

Ήταν ο γέρος που είχε δει στον βράχο, μόνο που αυτή την φορά ήταν ντυμένος πιο πλούσια και στο κεφάλι φορούσε ένα στέμμα διακοσμημένο με πανάκριβα ρουμπίνια και διαμάντια .. Ο γέρο Βασιλιάς Φιόρ σαν είδε την αντίδραση του σαστισμένου Θεοντώρ γέλασε δυνατά και μετα απο λίγο είπε με ύφος ωριμασμένης σοφίας :

Κάποιες φορές η μοίρα είναι ένα παιχνίδι στα χέρια του ήλιου!

Ελπίζω ότι αυτό που θα σου μείνει από την μικρή σου περιπέτεια
είναι ότι η πίστη στον εαυτό σου κάνει θαύματα.

Και σε παρακαλώ ξέχνα ότι η πίστη είναι
μια κάλπικη λίρα που σου βάζουν στην τσέπη.

Σκέψου ότι είσαι αρκετά δυνατός για να έχεις τσέπη, αυτό σκέψου!
 
 
Ν. Καρακασης, Copyright 2008

3 σχόλια:

  1. Νικο,

    Ενα ωραιο παραμυθι, ενα παραμυθι που συναντα κανεις την μοιρα, την πλεκτανη..την ζωη..αλλωστε μην ξεχναμε οτι τα παραμυθια και οι μυθοι καπου στηριχτηκαν...στην ζωη..

    Πραγματικα μου αρεσε :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πράγματι ένα πολύ ωραίο παραμύθι που σίγουρα μιλάει για τη διαδρομή μας στη ζωή και το τι μπορεί να συναντήσουμε και τον τρόπο που θα το χειριστούμε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συμφωνώ απόλυτα με όλα τα παραπάνω. Επίσης, πιστεύω ότι είναι ένα πολύ εντυπωσιακό κείμενο, με ωραίο τρόπο γραφής και όμορφες, ολοζώντανες εικόνες.

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή