Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ ΜΑΘΗΤΗ










1


Η ενοχή είναι ένα συναίσθημα που δεν έχει καμία πρακτική αξία. Είναι κάτι το ανώφελο, μια μαζοχιστική κατάσταση του μυαλού που αναδύεται  καθυστερημένα, όταν η ζημιά έχει γίνει πια και είναι ανεπανόρθωτη. Μοιάζει με ανικανοποίητη ερινύα  που αποζητά μια ανέφικτη ικανοποίηση. Σε τι ωφελεί στ’ αλήθεια να ντρέπεται κανείς για πράγματα που έκανε πριν από  πολλά χρόνια, όταν ήταν πολύ νέος για να καταλαβαίνει τις συνέπειες των πράξεών του; Τι έχει να κερδίσει από κάτι τέτοιο; 

Κι όμως, όταν τον είδα σ’ εκείνο το συνεδριακό κέντρο, καλοντυμένο και ευθυτενή, περιτριγυρισμένο από ανερχόμενα στελέχη επιχειρήσεων που προσπαθούσαν να μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον του, ένιωσα  τις τύψεις να ξυπνάνε μέσα μου σαν άγρια θηρία, ίδιες με φίδια που αργοσάλευαν στο πρώτο άγγιγμα ενός καυτερού ήλιου. 

Κοντοστάθηκα αμήχανα πίσω απ’ τον παραφορτωμένο μπουφέ της πολυτελούς αίθουσας δεξιώσεων και έπαιξα με τη σκέψη να εγκαταλείψω το πόστο μου, να τον πλησιάσω και να του συστηθώ σαν φίλος απ’ τα παλιά. Αλλά μετά με συγκράτησε ένα παγερό ρεύμα δισταγμού και μαζί του ένα φορτίο ασήκωτης ντροπής. Τι θα μπορούσα να του πω στ’ αλήθεια; Εκείνη τη στιγμή, τη γεμάτη από αμηχανία και τύψεις,  με παρέσυρε ένα κύμα αναμνήσεων. Μπροστά μου ξετυλίχτηκε ολόκληρη η σειρά των γεγονότων που λίγο έλειψαν να με οδηγήσουν στο θάνατο και που νόμιζα ότι είχα καταφέρει να ξεχάσω,  λες και κάποια μπομπίνα που κρυβόταν μέσα στο κεφάλι μου να είχε αρχίσει να γυρίζει ξαφνικά, όλο και πιο γρήγορα, και να ξετυλίγει μια κινηματογραφική ταινία που κυλούσε με αστραπιαία ταχύτητα μέχρι το αναπόφευκτο τέλος της.     

          
2



-«Ελάτε να δείτε ρε μαλάκες! Αυτή τη φορά δεν το γλιτώνει το βρομόξυλο ο Κορνήλιος!»

Ο Νίκος κόντευε να σκάσει απ’ τη χαρά του.  Είχε ιδρώσει, το πρόσωπό του ήταν κόκκινο σαν φρεσκοκομμένη φράουλα και τα μάτια του άστραφταν όλο χαρά. Επειδή ήταν τύπος που του άρεσαν οι φασαρίες, κάθε φορά που ξέσπαγαν καυγάδες στο προαύλιο του Γυμνάσιου ένιωθε τρισευτυχισμένος. Βασικά του άρεσε να παρακολουθεί το θέαμα και να βάζει στοιχήματα για το ποιος θα έβγαινε νικητής.
Σβήσαμε τα τσιγάρα που καπνίζαμε κρυφά και ξετρυπώσαμε ένας-ένας πίσω απ’ τη στενή κρυψώνα μας, μέσα από μια μακρόστενη εσοχή που σχημάτιζε ο βρώμικος τοίχος της καντίνας απ’ όπου αγοράζαμε μπαγιάτικες τυρόπιτες και αναψυκτικά  και η τσιμεντένια περίφραξη του σχολείου που ήταν καλυμμένη με πολύχρωμα γκράφιτι και βρισιές ζωγραφισμένες με μαύρο σπρέι. Τα παπούτσια μας πατούσαν πάνω σε λιωμένα αποτσίγαρα και σπασμένες σύριγγες ενώ δεν έλειπαν και τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά που κάποιοι εξωσχολικοί είχαν χρησιμοποιήσει τις μικρές  ώρες της νύχτας. 

Πρώτος βγήκε ο Παύλος δεύτερος εγώ και τελευταίος ο Νίκος. Όπως πάντα, προσέχαμε πολύ να μην μας πάρει μάτι κανείς καθηγητής αν και κάτι τέτοιο φαινόταν μάλλον απίθανο: Την ώρα του διαλείμματος οι δάσκαλοί μας προτιμούσαν να μαζεύονται στο γραφείο του Γυμνασιάρχη για να φλυαρήσουν και να καπνίσουν με την ησυχία τους. Και βόμβα να έσκαγε στο προαύλιο, αμφιβάλω αν θα έμπαιναν στον κόπο να βγουν έξω για να δουν τι τρέχει. 


Στρίψαμε γύρω απ’ τις χοντρές κολώνες με την ξεφλουδισμένη μπογιά που στήριζαν τον πρώτο όροφο του σχολείου και αντικρίσαμε το προαύλιο. Το θυμάμαι ακόμα, σαν να ήταν  μόλις χθες η τελευταία φορά που το είχα αντικρίσει στη ζωή μου:  Ένα άσχημο και γυμνό παραλληλόγραμμο στρωμένο με γκρίζα άσφαλτο και περικυκλωμένο από τσιμεντένιους τοίχους. Στη μια του πλευρά, δίπλα σε μια χοντρή καγκελόπορτα που έβγαζε σ’ ένα δρόμο διπλής κυκλοφορίας με στενά πεζοδρόμια και διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, στεκόταν μια ραγισμένη μπασκέτα. 

Απ’ την άλλη ξεκινούσαν οι φαρδιές σκάλες που έβγαζαν στις σχολικές αίθουσες του πρώτου ορόφου. Απέναντί μας ακριβώς, δίπλα στις σκάλες, είχε μαζευτεί μια παρέα από μεγαλόσωμους μαθητές της τελευταίας τάξης. Ανάμεσά τους στεκόταν ο Κορνήλιος. Εκείνοι τον είχαν περικυκλώσει και τον έβριζαν κατάμουτρα. Αυτός τους κοιτούσε αμίλητος και ακίνητος και η μόνη ένδειξη της οργής αλλά και του φόβου που θα έπρεπε να ένιωθε ήταν τα δάχτυλα των χεριών του που σφίγγονταν σε γροθιές, τόσο πολύ που οι αρθρώσεις τους είχαν ασπρίσει. 


Ο σχολικός μικρόκοσμος είναι μια ζούγκλα, μια σκληρή μικρό-κοινωνία με αμείλικτους νόμους και κανόνες που απομονώνει αμέσως όποιον αδυνατεί να ταιριάξει στα γρανάζια της. Είναι ένα σύμπαν όπου συνήθως επιβάλλεται ο νόμος του ισχυρότερου, ιδιαίτερα όταν εκείνοι που θα έπρεπε να διατηρούν κάποιο στοιχειώδη έλεγχο, οι δάσκαλοι δηλαδή, βαριούνται να δώσουν σημασία. Όταν λοιπόν συμβαίνει κάτι τέτοιο, υπάρχει πάντα ένα παιδί που γίνεται στόχος, που λειτουργεί σαν εξιλαστήριο θύμα. Είναι ο μικρός εκείνος άτυχος που υφίσταται τον ασύδοτο κατατρεγμό και τις λοιδορίες των συμμαθητών του οι οποίοι, σπρωγμένοι απ’ την ορμονική καταιγίδα της εφηβείας, δεν θα διστάσουν να φτάσουν στ’ άκρα, ιδιαίτερα όταν πάρουν χαμπάρι ότι τα κορίτσια της τάξης παρακολουθούν το θέαμα με νωχελικό ενδιαφέρον. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί με τρομακτική αποτελεσματικότητα, κάτι σαν φυσικός νόμος που απαιτεί την ισοπέδωση του ενός προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι υπόλοιποι.  Στο δικό μας σχολείο αυτό συνέβαινε κατά κόρον.  Ίσως όμως, αν οι δάσκαλοί μας είχαν δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μας, αν δεν είχαν περιχαρακωθεί πίσω από μια δημόσιο-υπαλληλίστικη νοοτροπία του στυλ «εγώ θα κάνω τη δουλίτσα μου και άσε τα κωλόπαιδα να βγάλουν τα μάτια τους» να μην είχαν συμβεί όλα εκείνα που τα θυμάμαι ακόμα και ανατριχιάζω.


Στο δικό μας σχολείο, εκείνος που του έλαχε να σηκώσει αυτό το σταυρό ήταν ο Κορνήλιος. Το όνομά του και μόνο έφτανε για να γίνει στόχος κοροϊδιών με το  που πάτησε το πόδι του στην τάξη μας. Καθυστερημένα κιόλας, καθώς οι δικοί του αποφάσισαν να έρθουν στην Αθήνα στη μέση της σχολικής χρονιάς. Το ασυνήθιστο όνομά του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν ένα μικροκαμωμένο και αδύνατο παιδάκι, σχεδόν ασθενικό, με λεπτά και κάπως ξενικά χαρακτηριστικά και με ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά, λειτούργησε σαν κόκκινο πανί για τους πιο επιθετικούς ανάμεσά μας. Ακόμα χειρότερα, είχε την επιπρόσθετη ατυχία να έχει μια ασυνήθιστα ένρινη φωνή.  Ήταν ντροπαλός, μαζεμένος και πολύ καλός μαθητής. Ένα κλασσικό «φυτό» δηλαδή. Όλες εκείνες οι ιδιαιτερότητές του, στάθηκαν αρκετές για να μετατραπεί η ζωή του σε μια ατελείωτη δοκιμασία. Οι πιο θρασείς ανάμεσα μας άρχισαν να βγάζουν πάνω του όλη την καταπιεσμένη τους οργή, την ανασφάλεια και τα σεξουαλικά εν μέρει απωθημένα τους. 

Δεν περνούσε μέρα που να μην τον κορόιδευαν με τσιριχτή και θηλυπρεπή φωνή. Το παράξενο ήταν ότι κανείς δεν είχε τολμήσει ακόμα να τον χτυπήσει, ίσως γιατί ο Κορνήλιος, κάθε φορά που τα πράγματα κόντευαν να βγουν εκτός ελέγχου,  είχε ένα τρόπο να κοιτάζει τους βασανιστές του στα μάτια, ακίνητος και αγέλαστος σαν άγαλμα, και να τους αποθαρρύνει γιατί το βλέμμα του είχε μια καθαρότητα που τους έκανε να νιώθουν άβολα. Παρέμενε ωστόσο απαθής, λες και υπάκουγε σε κάποιον προσωπικό ηθικό κώδικα που του απαγόρευε την οποιαδήποτε αντίδραση. Και οι  προσβολές συνεχίζονταν σε καθημερινή βάση. Εκείνος μάλλον δεν είχε πει τίποτα στους γονείς του για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε γιατί κανείς τους δεν είχε έρθει ποτέ στο σχολείο να μιλήσει με τους καθηγητές. Απλά, στο τέλος του κάθε τριμήνου, όταν έβγαιναν οι βαθμοί, εμφανιζόταν η μητέρα του, μια καλοβαλμένη και ευγενική κυρία, η οποία άκουγε τα εγκωμιαστικά σχόλια τους για τις καλές του επιδόσεις και έφευγε ευχαριστημένη και εντελώς ανήξερη για τη δύσκολη ζωή που περνούσε το παιδί της μέσα στο μικρό εκείνο κολαστήριο.  


3


Εκείνη την ημέρα το κακό είχε παραγίνει. Οι ξαναμμένοι συμμαθητές μας που είχαν μαζευτεί γύρω του, χοροπηδούσαν πάνω-κάτω σαν δαιμονισμένοι και τον έβριζαν τραγουδώντας σαρκαστικά: «Όλοι μαζί με μια φωνή, ο Κορνήλιος είναι αδελφή!» Αυτός στεκόταν ανάμεσά τους με το πρόσωπό του κάτασπρο, αμίλητος, σαν παγωμένος. Και οι καθηγητές μας, κλεισμένοι στο γραφείο του Γυμνασιάρχη, ως συνήθως αδιαφορούσαν. Υποψιάζομαι μάλιστα ότι ένιωθαν και ευχαριστημένοι με το γεγονός ότι οι μαθητές τους είχαν βρει κάποιο άλλο θύμα για να ξεσπάνε εκτός απ’ αυτούς τους ίδιους.  


Ξαφνικά κάποιος τον έσπρωξε και εκείνος έπεσε καταγής, στα γόνατα, ανάμεσα στα πόδια των βασανιστών του. Ο Νίκος που στεκόταν στο πλευρό μου με σκούντηξε ευχαριστημένος ενώ ο Παύλος άρχισε να χειροκροτεί μ’ ενθουσιασμό.


-«Για να δούμε τι θα κάνει τώρα το βλαμμένο!» φώναξε με όλη του τη δύναμη. 


Καθώς παρακολουθούσα αυτό το θέαμα άρχισα να νιώθω πολύ άσχημα. Οι δικαιολογίες που λέγαμε μεταξύ μας ότι καλά του έκαναν γιατί ήταν φυτό, δειλός, βουτυρόπαιδο και παλιό-αδερφή μου φάνηκαν πολύ ψεύτικες ξαφνικά. ‘Ένιωσα μια άσχημη γεύση στο στόμα και κάτι σαν παγωνιά στο στήθος και εκείνη τη στιγμή, μέσα από την απόσταση που μας χώριζε, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που διάβασε σε μένα αλλά ξαφνικά, το πρόσωπό του, για πρώτη φορά, τσαλακώθηκε ενώ τα χείλη του τρεμούλιασαν σαν φύλλα . Εγώ απέστρεψα γρήγορα τα μάτια μου γιατί το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να νομίσει κανείς ότι ήμασταν φίλοι και να γίνω και εγώ στόχος των άλλων. Είχα ήδη μάθει ότι ο καλύτερος τρόπος για να τη βγάζει κάποιος χαλαρά σ’ αυτή τη ζωή είναι να περνάει απαρατήρητος, ή να τα έχει καλά με τους δυνατούς.  Και εγώ είχα πάσχιζα να πετύχω και τα δυο.


Η αλλαγή στην όψη του Κορνηλίου ξεσήκωσε μια θύελλα κοροϊδιών. Όλοι άρχισαν να ψευτοκλαίνε και να τον βρίζουν ακόμα χειρότερα και μετά, κάποιος του έδωσε μια κλωτσιά στο κεφάλι. Ο Κορνήλιος έπεσε κατάχαμα και μετά έπαθε κάτι που μου φάνηκε πολύ τρομαχτικό. Άρχισε να τρέμει ολόκληρος και να βγάζει αφρούς. Δεν ήμουν όμως ο μόνος που φοβήθηκε: Μια σοκαρισμένη σιωπή απλώθηκε στο πνιγηρό προαύλιο και το μόνο που ακουγόταν ήταν κάτι παράξενοι συριστικοί ήχοι που είχαν αρχίσει να βγαίνουν απ’ το στόμα του Κορνηλίου. Κάποιος απ’ τους καθηγητές μας, ο δάσκαλος της γυμναστικής νομίζω, βγήκε επιτέλους απ’ το γραφείο του Γυμνασιάρχη για να δει τι συμβαίνει. Πλησίασε τρέχοντας τον Κορνήλιο, γονάτισε στο πλευρό του, έβγαλε τη ζώνη του και την έχωσε στο στόμα του. Μετά χτύπησε το κουδούνι  και εμείς αποχωρήσαμε απρόθυμα και μπήκαμε στις τάξεις μας για να παρακολουθήσουμε μια ακόμα ώρα ανιαρού μαθήματος. 


Καθισμένος στο θρανίο μου βρισκόταν πίσω-πίσω στην τάξη, δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε στο προαύλιο, είδα ένα ασθενοφόρο. Η καγκελόπορτα του προαυλίου άνοιξε διάπλατα προς τα μέσα. Το ασθενοφόρο εισέβαλε στο χώρο του σχολείου, οι πίσω πόρτες του άνοιξαν και κάτι βιαστικοί νοσηλευτές έδεσαν τον Κορνήλιο σ’ ένα φορείο και  τον έχωσαν στο εσωτερικό του με βιαστικές και έμπειρες κινήσεις.  Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδα τον Κορνήλιο. Εξαφανίστηκε απ’ το σκληρό τοπίο της μαθητικής μου καθημερινότητας το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί. Αυτό όμως που δεν θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ήταν ο τρόμος που θα άφηνε πίσω του, η παράξενη φρίκη που θα εισέβαλε στις ζωές μας για να μας στοιχειώσει . 


4


Το ίδιο εκείνο βράδυ έζησα τον πρώτο εφιάλτη. Και λέω έζησα γιατί ήταν το πιο ζωντανό όνειρο που είχα δει ποτέ στη ζωή μου, μέχρι τότε τουλάχιστον: 


Βρέθηκα στο ηλιόλουστο προαύλιο του σχολείου την ώρα του διαλείμματος. Όπως και κάθε άλλη φορά ήταν πλημμυρισμένο απ’ τους θορυβώδεις συμμαθητές μου. Όλα έμοιαζαν πολύ συνηθισμένα: Κάποιοι προσπαθούσαν να βάλουν καλάθι στη μπασκέτα της γωνίας, άλλοι έτρεχαν εδώ κι εκεί ή έπαιζαν με τα walk-man τους (εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα) ενώ κάποιοι άλλοι, πιο τολμηροί και ξεπεταγμένοι, έκαναν καμάκι σ’ ένα τσούρμο από μαθήτριες που μασούσαν τσίχλα και έκαναν τις ακατάδεχτες.    


Εντελώς ξαφνικά ένιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά: Μια αίσθηση κακόβουλης παραξενιάς άρχισε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα, κάτι σαν αόρατη απειλή που απλώθηκε σαν δίχτυ πάνω απ’ το προαύλιο. Ήταν μια εντύπωση που σταδιακά έγινε τόσο έντονη που ένιωσα το δέρμα μου να ζαρώνει και ν’ ανατριχιάζει από μόνο του, σαν να έπεφτε πάνω μου ένας καταρράκτης παγωμένου νερού. Μετά το φως του ήλιου άλλαξε: Έγινε κόκκινο λες και κάποιο ματωμένο σύννεφο είχε σταθεί πάνω απ’ το σχολείο. Στη συνέχεια, τα πάντα άρχισαν να κινούνται όλο και πιο αργά, τα γέλια των παιδιών, οι φωνές και οι κινήσεις τους, όλα εξελίσσονταν σε ολοένα και  πιο αργή κίνηση. Κι όμως, μέσα σ’ όλη εκείνη τη δυσοίωνη παραξενιά, ένιωθα μιαν ανεξήγητη αίσθηση οικειότητας. Και ξαφνικά κατάλαβα τι μου συνέβαινε: 

Ξαναζούσα τη στιγμή που ο Κορνήλιος είχε πέσει θύμα των συμμαθητών του. Το βλέμμα μου εστιάστηκε στο απέναντι άκρο του προαυλίου. Όπως το ίδιο εκείνο πρωινό, στεκόταν ανάμεσά τους και μετά έπεσε στα γόνατα, σαν δέντρο που κάποιος το είχε κόψει απ’ τις ρίζες του. Προσπαθούσε να συγκρατήσει ένα κύμα λυγμών που είχαν αρχίσει να τον συνταράσσουν. Μετά τον είδα να σηκώνει το κεφάλι του τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Αυτή τη φορά όμως δεν κατάφερα να αποστρέψω τα μάτια μου απ’ το τσακισμένο πρόσωπό του γιατί αντίκρισα κάτι το πολύ παράξενο, κάτι  το πραγματικά απίστευτο: Μου φάνηκε ότι τα δικά του μάτια είχαν γίνει κατάμαυρα, τόσο πολύ που έμοιαζαν με σκοτεινά πηγάδια. Ένιωσα το αίμα να παγώνει μέσα στις φλέβες μου και τις τρίχες να σηκώνονται όρθιες στο σβέρκο μου, μια-μια, λες και με διαπερνούσε κάποιο κακόβολο ρεύμα ηλεκτρισμού. 


Τα παιδιά που γέμιζαν το προαύλιο, και που είχαν ακινητοποιηθεί εντελώς πια, έλιωσαν στον αέρα, εξατμίστηκαν μπροστά στα μάτια μου σαν πρωινές πάχνες.  Το προαύλιο έμεινε άδειο. Απλώθηκε μπροστά μου παράξενα φωτισμένο απ’ το κόκκινο φως του ήλιου και  σιωπηλό σαν νεκροταφείο. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που έβλεπα μπροστά μου ήταν ο Κορνήλιος και το παιδί που τον είχε κλωτσήσει στο κεφάλι και τον είχε κάνει να πάθει εκείνη την παράξενη κρίση με τους σπασμούς και τους αφρούς στο στόμα. Θωμά, έτσι το έλεγαν. Το όνομά του αναδύθηκε στο μνημονικό μου αθόρυβα, μια μικρή φυσαλίδα από μελάνι. Είδα τον Κορνήλιο να σηκώνεται όρθιος, να στέκεται δίπλα στο Θωμά και να  τον παίρνει απ’ το χέρι, λες και ήταν  δύο καλοί φίλοι. Αν και η απόσταση που με χώριζε απ’ το παράξενο εκείνο δίδυμο ήταν αρκετά μεγάλη και το πένθιμο φως του ήλιου άπλωνε γύρω μου ματωμένες σκιές, είδα την ίδια άσχημη μεταμόρφωση που είχε αλλάξει το πρόσωπο του Κορνηλίου, ν’ απλώνεται και στο πρόσωπό του Θωμά: Τα μάτια του είχαν γίνει κατάμαυρα και αυτά, σαν στρογγυλές τρύπες που έβγαζαν σ’ έναν κόσμο βαθιάς σκοτεινιάς. 


Οι δυο τους αλληλοκοιτάχτηκαν και μετά άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τη φαρδιά σκάλα από σκυρόδεμα που έβγαζε στον πάνω όροφο του σχολείου μας. Περπατούσαν αργά, με το πάσο τους, μέσα σε μια πηχτή σιωπή. Ανέβαιναν ένα-ένα τα σκαλοπάτια και πλησίαζαν την τετράγωνη είσοδο του πρώτου ορόφου που είχε μετατραπεί σε μια ορθογώνια λίμνη από σκοτάδι. Ένιωσα ότι κάτι το πραγματικά απαίσιο τους περίμενε εκεί πέρα, μέσα στη μαυρίλα, κάτι που αδημονούσε να τους αγγίξει. Ύστερα οι σιλουέτες τους βυθίστηκαν στο σκοτάδι και εγώ ξύπνησα κάθιδρος, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, βαριανασαίνοντας σαν να είχα ανέβει την απότομη πλαγιά κάποιου θεόρατου βουνού. Κοίταξα τις φωτεινές ενδείξεις του ρολογιού που στόλιζε το κομοδίνο μου και είδα ότι η ώρα ήταν τρεις και μισή τα ξημερώματα.


Το επόμενο πρωί υπήρχαν δύο άδεια καθίσματα στην τάξη μας. Το ένα ανήκε στον Κορνήλιο, και το άλλο στο Θωμά. Την ώρα των Νέων Ελληνικών, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για το διάλειμμα, μπήκε στην τάξη ο Γυμνασιάρχης. Με ύφος σοκαρισμένο και ανήσυχο, μας είπε ότι δεν θα ξαναβλέπαμε τον Κορνήλιο για το υπόλοιπο της εβδομάδας τουλάχιστον. Ήταν άρρωστος και νοσηλευόταν σε κάποιο νοσοκομείο. Μας είπε επίσης ότι την επόμενη μέρα το σχολείο θα έμενε κλειστό γιατί κάτι άλλο, ακόμα πιο τραγικό είχε συμβεί. Ο Θωμάς δεν θα ξανάρχονταν ποτέ για μάθημα. Το ίδιο εκείνο πρωινό, οι γονείς του τον είχαν βρει στο κρεβάτι του, πεθαμένο.  

                                                                       
5


-«Είσαι καλά Δημήτρη;»


Σήκωσα το βλέμμα μου και αντίκρισα το πρόσωπο της  Χριστίνας, της καθηγήτριας των Αρχαίων Ελληνικών. Με κοίταζε ανήσυχη, σχεδόν τρομαγμένη. Οι συμμαθητές μου έβγαιναν ο ένας μετά τον άλλο, ανόρεχτα μέσα απ’ τη σχολική αίθουσα.  Η μέρα είχε κυλήσει πολύ παράξενα καθώς η είδηση του θανάτου του Θωμά και της αρρώστιας του Κορνηλίου μας είχε επηρεάσει όλους πολύ βαθιά. Πόσο μάλλον εμένα που ένιωθα ακόμα τα παράξενα πλοκάμια του χθεσινοβραδινού εφιάλτη ν’ αναδεύονται μέσα στο κεφάλι μου. Η αίσθηση του ονειρικού εκείνου τρόμου δεν με είχε εγκαταλείψει εντελώς και κάτι σαν διάφανο πέπλο έξω-πραγματικότητας  χρωμάτιζε τις σκέψεις μου. 


Η Χριστίνα ήταν η νεότερη σε ηλικία δασκάλα στο σχολείο. Ήταν επίσης και η πιο αγαπητή από μας. Προσπαθούσε να μας αντιμετωπίζει σαν φίλους περισσότερο παρά σαν μαθητές. Επέμενε για παράδειγμα να την αποκαλούμε με το μικρό της όνομα και να της μιλάμε στον ενικό. Το είχε πληρώσει ακριβά βέβαια γιατί κάποιοι απ’ τους πιο επιθετικούς ανάμεσά μας το είχαν δει σαν ευκαιρία για να της κάνουν τη ζωή δύσκολη ενώ οι υπόλοιποι καθηγητές της έκαναν μούτρα γιατί τους χάλαγε τη πιάτσα. Εκείνη πάντως δεν το έβαζε κάτω.


-«Μια χαρά, καλά είμαι,» της απάντησα βεβιασμένα, προσπαθώντας ν’ αποφύγω το βλέμμα της. Τι άλλο θα μπορούσα να της πω άλλωστε; Να της μιλήσω για τον  εφιάλτη; Άσε που έτσι και μ’ άκουγε κανένας απ’  τους ηλίθιους της τάξης θα μου κολλούσε η ρετσινιά ότι ήμουν αλαφροΐσκιωτος ή υπερβολικά ευαίσθητος.


Εκείνη πάντως δεν φάνηκε να πείθεται απ’ την προσπάθεια μου να την καθησυχάσω:


-«Φέρεσαι σα χαμένος σήμερα,» δήλωσε, «και είσαι κατάχλομος. Αύριο που δεν θα έχουμε σχολείο προσπάθησε να ξεκουραστείς και έχε υπόψη σου ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να έρθεις στην κηδεία του Θωμά αν δεν το θέλεις, είμαστε σύμφωνοι;»


Άφησα το βλέμμα μου να βυθιστεί μέσα στα μεγάλα και γεμάτα ενδιαφέρον μάτια της  και ένευσα καταφατικά χωρίς να της απαντήσω. Ένιωσα ένα παράξενο κόμπο στο λαιμό, Μουρμούρισα ένα πνιχτό «καληνύχτα» και ακολούθησα τους συμμαθητές μου που είχαν  βγει σχεδόν όλοι απ’ την τάξη. 


6


Εκείνο το βράδυ, άργησα πολύ να κοιμηθώ. Όταν όμως έκλεισα κάποια στιγμή τα μάτια μου ξανάδα τον ίδιο απαίσιο εφιάλτη. Το όλο σκηνικό επαναλήφθηκε με απαρέγκλιτη ακρίβεια, με τα παιδιά να κινούνται όλο και πιο αργά μέσα στο προαύλιο, κάτω από έναν ήλιο που είχε μεταμορφωθεί σε πελώρια σταγόνα από αίμα. Και ύστερα ήρθε η σιωπή, η πηχτή εκείνη ησυχία που προμήνυε κάτι το απαίσιο. Και μετά, όπως και την προηγούμενη φορά, τα παιδιά μεταμορφώθηκαν σε στήλες καπνού που είχε το χρώμα της στάχτης και έλιωσαν μέσα στο κοκκινωπό μισόφωτο. Αυτή τη φορά όμως το παιδί που στεκόταν δίπλα στον Κορνήλιο δεν ήταν ο Θωμάς αλλά ο Αλέξης, ένας άλλος απ’  αυτούς που τον είχαν χτυπήσει. Όπως και πριν, άρχισαν να ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον πάνω όροφο του σχολείου. Ήταν σαν να ανέβαιναν τα σκαλιά ενός εξιλαστήριου ναού όπου επρόκειτο να λάβει χώρα κάποια φρικαλέα ανθρωποθυσία. Η φαρδιά σκάλα με τα τσιμεντένια σκαλοπάτια μου θύμισε εκείνες τις κλιμακωτές πυραμίδες των Ατζέκων, που στην κορφή τους φώλιαζε ένας κυβικός ναός όπου σφαγιάζονταν αβοήθητοι αιχμάλωτοι πολέμου. 


Τώρα όμως ήξερα τι επρόκειτο να συμβεί. Κατάλαβα ότι έτσι και έμπαινε ο Αλέξης  στο κάθετο σκοτάδι θα πέθαινε, όχι μόνο στο σύμπαν του εφιάλτη αλλά και στον πραγματικό κόσμο. Πάλεψα μ’ όλη μου τη δύναμη ενάντια στο ξόρκι του τρόμου που με κρατούσε βιδωμένο στην άσφαλτο του προαυλίου και κατάφερα να κάνω ένα βήμα προς τα εμπρός και ύστερα άλλα δύο. Σιγά-σιγά, βάζοντας τα δυνατά μου, κατάφερα να περπατήσω μέχρι τη βάση της σκάλας. Ένιωθα σαν να πάλευα ενάντια σε κάποιο παχύρρευστο υγρό που εμπόδιζε την κάθε μου κίνηση.  Κι όμως κατάφερα ν’ ανέβω τη σκάλα, βάζοντας το ένα μου πόδι μπροστά και μετά το άλλο, και να φτάσω στη κορυφή της, κρατώντας το βλέμμα μου στυλωμένο στην τετράγωνη είσοδο του σχολείου που έμοιαζε να μου ανταποδίδει το βλέμμα σαν πελώριο μάτι. Και τότε, τη στιγμή που κόντευα να δρασκελίσω και το τελευταίο σκαλοπάτι, κάτι σαν μιαρό σύννεφο ατόφιας κακίας ανάβλυσε από εκεί μέσα και με σκέπασε ολόκληρο. Ούρλιαξα άθελά μου και μετά ξύπνησα για άλλη μια φορά στο κρεβάτι μου κάθιδρος, βαριανασαίνοντας, σαν κάτι να είχε προσπαθήσει να μου κλέψει την αναπνοή. Οι κόκκινες ενδείξεις του ρολογιού τράβηξαν το βλέμμα μου σαν μαγνήτες. Η ώρα ήταν και πάλι τρεις και μισή το πρωί.  


7


Το ίδιο απόγευμα αποφάσισα να αγνοήσω τη συμβουλή της Χριστίνας  και να πάω στην κηδεία του Θωμά. Αντίκρισα σχεδόν ολόκληρο το σχολείο εκεί πέρα, στο νεκροταφείο με τα σκιερά κυπαρίσσια, μαθητές και καθηγητές. Η καρδιά μου πάγωσε όταν ανακάλυψα ότι έλειπε ο Αλέξης. Η μέρα ήταν βροχερή θυμάμαι, βουτηγμένη μέσα σε βαριά σύννεφα που είχαν το χρώμα της κρύας στάχτης. Το ψυχρό ψιλοβρόχι που έπεφτε απ’ το πρωί, πότε κόπαζε και πότε πύκνωνε και μούσκευε τα πάντα, τις μαρμάρινες επιφάνειες των τάφων, τις μαύρες ομπρέλες που κρατούσαμε στα χέρια μας και την  ανοιγμένη γη που θα δεχόταν στην αγκαλιά της το κουφάρι του Θωμά. Οι γονείς του, όρθιοι και ακίνητοι σαν αγάλματα,  στεκόταν μπροστά στον μακρόστενο τάφο σαν φιγούρες βγαλμένες από κάποια αρχαία τραγωδία καθώς πάλευαν να αντέξουν το κακό που είχε συντρίψει τις ζωές τους. Ο πατέρας του έσφιγγε τα γυναίκα του στην αγκαλιά του και έμοιαζε κατάχλομος, σαν να ήταν φτιαγμένος από λευκό χαρτί. Η μάνα του έτρεμε ολόκληρη και έμοιαζε έτοιμη να πεθάνει και αυτή. 


Όταν ο παπάς ολοκλήρωσε τις ψαλμωδίες του, μια βαθιά σιωπή απλώθηκε γύρω μας και εγώ ανατρίχιασα καθώς θυμήθηκα τη σιγή του αλλόκοτου εφιάλτη μου. Τη στιγμή όμως που το φέρετρο άρχισε να κατεβαίνει μέσα στην τρύπα του τάφου συνέβη κάτι το απαίσιο: Ένα απ’ τα σκοινιά που το κρατούσαν σε οριζόντια θέση ταλαντεύτηκε και βγήκε απ’ τη θέση του, το φέρετρο χτύπησε στο τοίχωμα της μουσκεμένης τρύπας και έγειρε στο πλάι και το καπάκι που το σκέπαζε μετακινήθηκε. Το πρόσωπο του Θωμά λούστηκε στο γκρίζο φως της ημέρας και πνιχτά επιφωνήματα τρόμου ξέφυγαν μέσα απ’ τα στόματα όσων τ’ αντίκρισαν. Γιατί ήταν ένα πρόσωπό φριχτό, γεμάτο με σπασμένα αγγεία που σχημάτιζαν μαύρες μελανιές, με μάτια ορθάνοιχτα και χαρακτηριστικά παραμορφωμένα από έναν απίστευτο μορφασμό τρόμου.  Μου φάνηκε ότι το έδαφος σάλεψε κάτω απ’ τα πόδια μου και από κάπου πολύ μακριά άκουσα μια γυναικεία κραυγή που κάποια παράδοξα αποστασιοποιημένη γωνία του μυαλού μου με πληροφόρησε ότι είχε βγει απ’ το στόμα της μητέρας του Θωμά. Και στη συνέχεια με τύλιξε ένα σπλαχνικό σκοτάδι. 




8



…και βρέθηκα για άλλη μια φορά στον εφιαλτικό κόσμο του αλλόκοτου εφιάλτη. Αλλά αυτή τη φορά δεν στεκόμουν στο προαύλιο, ούτε μ’ έλουζε το μουντό φως του ματωμένου ήλιου. Τώρα βρισκόμουν στην αρχή ενός γυμνού διαδρόμου με πανομοιότυπες  πόρτες που διαγράφονταν η μια δίπλα στην άλλη και στις δύο του πλευρές. Μ’ έλουζε μια πράσινη ανταύγεια, ένα δηλητηριασμένο ημίφως που για κάποιο λόγο μου έφερε στο νου το περιβάλλον ενός νεκροτομείου. Πήγαζε απ’ τις βρώμικες λάμπες φθορίου που κρέμονταν απ’ την οροφή του διαδρόμου και κλυδωνίζονταν παράξενα, σαν μόλις να είχε γίνει σεισμός. Αχνές σκιές χόρευαν πάνω στους γυμνούς τοίχους και το δάπεδο και μια καταπιεστική αίσθηση απειλής πλανιόταν στον ακίνητο αέρα, κάτι σαν τη βαθιά σιγή που λέγεται ότι προηγείται μιας έκρηξης.



Αυτή τη φορά βρισκόμουν μέσα στο σχολείο. Στεκόμουν στη σκοτεινή είσοδο του πρώτου ορόφου που βρισκόταν στην  κορφή της τσιμεντένιας σκάλας. Είχα υπερβεί το όριο των προηγούμενων ονείρων και έβλεπα τι υπήρχε στην άλλη πλευρά του σκοταδιού. Ο παράξενα φωτισμένος διάδρομος έμοιαζε πολύ με το διάδρομο που υπήρχε και στον πραγματικό κόσμο, στο πραγματικό σχολείο, με μια ουσιαστική διαφορά: Στο τέλος του, στη θέση του τυφλού τοίχου από τσιμέντο που έβλεπα κάθε φορά που έβγαινα απ’ την τάξη μου, διαγραφόταν μια ξύλινη πόρτα, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο από σκουρόχρωμες σανίδες που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί. Ξαφνικά, η βαθιά σιωπή κομματιάστηκε από έναν διαπεραστικό κρότο που μ’ έκανε να αναπηδήσω. Θα’ λέγε κανείς πως κάποιος είχε κλωτσήσει με δύναμη από μέσα μια απ’ τις πόρτες που ορθώνονταν μπροστά μου. Προτού προλάβω να κάνω κάτι παραπάνω, μια δεύτερη πόρτα τραντάχτηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και μετά μια τρίτη. Από τη μια στιγμή στην άλλη όλες οι κλειστές πόρτες άρχισαν να ηχούν σαν εκκωφαντικά κρόταλα που κάποιος τα χτυπούσε φρενιασμένα. Ήταν ένας θόρυβος καταιγιστικός και φορτωμένος με μια πρωτόφαντη οργή που μ’ έκανε να βουλώσω τ’ αυτιά μου με τα δυο χέρια, σε μια απόπειρα να προστατευτώ  απ’ την αφόρητη εκείνη κακοφωνία.  Και μετά η σιωπή απλώθηκε γύρω μου για άλλη μια φορά, βαθιά όπως και πριν αλλά και κατά κάποιο τρόπο διαφορετική, σαν σαρδόνιο και αμείλικτο χαμόγελο. 

Η άγνωστη πόρτα στο τέλος του διαδρόμου έτριξε δυνατά, το στρογγυλό της πόμολο από οξειδωμένο μπρούτζο άρχισε να γυρίζει με βασανιστική βραδύτητα. Ένιωσα το σφυγμό μου να χορεύει στη βάση του λαιμού μου σαν τρομαγμένο ζώο που πάσχιζε να δραπετεύσει απ’ τα δόκανα κάποιας ατσάλινης παγίδας. Η καρδιά μου βροντοχτύπησε στα πλευρά μου, σπρωγμένη από ένα ασυγκράτητο κύμα φρίκης. Ένιωθα με όλη μου την ψυχή ότι πίσω από εκείνη την πόρτα που είχε αρχίσει τώρα ν’ ανοίγει σιγά-σιγά, καραδοκούσε κάτι απόλυτα απαίσιο, κάτι που με παρακολουθούσε μέσα απ’ την κλειδαρότρυπα όλη αυτή την ώρα με μάτια ματωμένα και χαμογελούσε σαρκαστικά.


Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω αλλά ανακάλυψα ότι το βλέμμα μου είχε παγιδευτεί απ’ το στενό άνοιγμα της πόρτας που όλο και φάρδαινε. Και τότε εκείνη άνοιξε και ένα παγερό κύμα αέρα γέμισε το διάδρομο, κάτι σαν κρύα ανάσα που έφερε μαζί της το σκοτάδι. Τα  φώτα της οροφής τρεμόπαιξαν και έσβησαν σαν ανεμοδαρμένα κεριά. Όχι όμως προτού καταφέρω να διακρίνω τη μικρόσωμη σκιά ενός κρεμασμένου παιδιού που διαγραφόταν πάνω σ΄ ένα λεκιασμένο τοίχο. Ταλαντευόταν πέρα – δώθε σαν εκκρεμές, σπρωγμένο απ’ τον υπερφυσικό εκείνο άνεμο. Δίπλα του, ακίνητος σαν άγαλμα, με τις γροθιές του σφιγμένες και το πρόσωπό του στραμμένο προς το μέρος μου, στεκόταν ο Κορνήλιος. Τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα από ένα αδιαπέραστο σκοτάδι. Με κοίταζε και στο πρόσωπό του διαγραφόταν το ίδιο εκείνο παράπονο που είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του στο σχολικό προαύλιο, τότε που οι σαδιστικοί βασανιστές του τον είχαν ρίξει κατάχαμα και τον είχαν κλωτσήσει στο κεφάλι.


9


Άνοιξα τα  μάτια μου και βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ ένα κύκλο τρομαγμένων προσώπων. Έσκυβαν από πάνω μου κάτω απ΄ τον γκρίζο ουρανό απ’ όπου έπεφτε ακόμα το παγερό ψιλοβρόχι. Βρισκόμουν ξανά πίσω στο νεκροταφείο. Ένιωσα στιβαρά  μπράτσα να με σηκώνουν στον αέρα και να με μεταφέρουν μέσα από ένα πλήθος μαυροντυμένων ανθρώπων. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τους συμμαθητές και τους δασκάλους  μου που με κοιτούσαν ξαφνιασμένοι. Έτρεμα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να μιλήσω, αλλά όταν  είδα με την άκρη του ματιού μου τη Χριστίνα, άπλωσα τα χέρια μου και άδραξα το παλτό της. Εκείνη έσκυψε προς το μέρος μου. Πλησίασα τα χείλη μου στ’ αυτί της και ψιθύρισα:


-«Ο Κορνήλιος τα κάνει όλα αυτά! Μας σκοτώνει έναν-έναν μαζί με τον κρεμασμένο μαθητή που βρίσκεται στην αίθουσα στο τέλος του διαδρόμου!» Η Χριστίνα με κοίταξε κατάπληκτη αλλά εγώ κατάλαβα ότι το παράξενο ένστικτο που με είχε κάνει να της μιλήσω δεν είχε λαθέψει. Ξανάκλεισα τα μάτια μου και άφησα τον ύπνο να με κυριεύει, για δεύτερη φορά.


Πέρασαν τρεις μέρες κατά τη διάρκεια των οποίων έμεινα σπίτι. Κοιμόμουν στο κρεβάτι μου σχεδόν όλη την ώρα, βυθισμένος σε μια νάρκη δίχως όνειρα. Ένιωθα μια πολύ παράξενη εξάντληση, σωματική και ψυχολογική. 


Ένα απόγευμα που μόλις είχα ξυπνήσει, αντίκρισα τη μητέρα μου. Είχε μπει στο δωμάτιο και με κοιτούσε με ύφος αναποφάσιστο. 


-«Έχεις έναν επισκέπτη», μου είπε


-«Τι επισκέπτη;» τη ρώτησα χωρίς να καταλαβαίνω.


-«Η δασκάλα σου των Αρχαίων ελληνικών. Πέρασε για να μάθει τι κάνεις. Θέλεις να της μιλήσεις ή να της πω ότι δεν νιώθεις καλά;» 


Την  κοίταξα αμίλητος για λίγο, ενώ χίλιες σκέψεις στριφογυρνούσαν στο μυαλό μου,  και τελικά  της είπα:


-«Θα ήθελα να δω την κυρία Χριστίνα αν γίνεται»


Η μητέρα μου βγήκε απ’ το δωμάτιο και ύστερα από λίγο η πόρτα άνοιξε και πάλι. Εγώ  είχα  στο μεταξύ τακτοποιήσει τα μαξιλάρια μου έτσι ώστε να έχω μια όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπή εμφάνιση.
Η μητέρα μου μας άφησε μόνους. Η Χριστίνα έκατσε δίπλα στο κρεβάτι και χωρίς προλόγους και εισαγωγές, με ρώτησε:


-«Τι ήταν αυτό που μου είπες στην κηδεία;»


Έμεινα σιωπηλός για λίγο, διστακτικός, προσπαθώντας να σκεφτώ πως θα ξεκινήσω. Τελικά, διάλεξα τον εύκολο δρόμο. Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μια βαθιά αναπνοή και άφησα τις λέξεις να ξεχυθούν από μέσα μου ελεύθερα. Και έτσι της τα είπα όλα, τους εφιάλτες, τη σχέση που πίστευα ότι είχαν με τους θανάτους των συμμαθητών μου, το συναίσθημα της κακίας και της παγωνιάς που καραδοκούσε σ’ εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο που κρυβόταν πίσω απ’ την ανύπαρκτη πόρτα στο τέλος του διαδρόμου.


Η Χριστίνα με άκουσε χωρίς να με διακόψει καθόλου, με μεγάλη προσοχή, κοιτάζοντάς με κατάματα όλη την ώρα που μιλούσα. Απλά κούνησε το κεφάλι της πάνω-κάτω κάνα δύο φορές, λες και κάτι από αυτά που της έλεγα επιβεβαίωναν πράγματα που γνώριζε από πριν. Όταν σταμάτησα να μιλώ, μου είπε τα εξής:


-«Λοιπόν, αυτές τις μέρες που κοιμόσουν, είχαμε εξελίξεις. Δύο ακόμα μαθητές έχουν πεθάνει, ο ένας από ανακοπή την ώρα που κοιμόταν και ο άλλος γιατί πήδηξε από το μπαλκόνι του σπιτιού του σε κατάσταση υπνοβασίας. Από τον έκτο όροφο. Είναι ολοφάνερο πως κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει στο σχολείο αλλά κάθε φορά που προσπαθώ να το συζητήσω με το γυμνασιάρχη αυτός με αποφεύγει σαν το διάολο το λιβάνι!  Νομίζει ότι με το να κρύβει τα προβλήματα κάτω από το χαλί όλα θα πάνε καλά. Το όνειρο της ζωής του βλέπεις, είναι να πάρει προαγωγή και να γίνει σχολικός σύμβουλος. Για να το πετύχει αυτό πιστεύει ότι πρέπει να έχει άψογο επαγγελματικό μητρώο!» Στη συνέχεια σταμάτησε να μιλάει, σκούπισε το μέτωπό της και με κοίταξε  αφηρημένα, σαν να είχε χαθεί για λίγο σ’ ένα λαβύρινθο σκοτεινών συλλογισμών.  


-«Από αυτά που μόλις μου είπες,» πρόσθεσε εντέλει, «μου φαίνεται ότι είσαι μπλεγμένος σ’ αυτή την ιστορία για τα καλά και με τρόπο διαφορετικό από τους άλλους. Αυτό και μόνο σου δίνει το δικαίωμα να μάθεις μερικά πράγματα που όμως πρέπει να μου υποσχεθείς στο λόγω της τιμής σου ότι δεν θα τα πεις ποτέ σε κανέναν, είμαστε σύμφωνοι;»


Το βλέμμα  και η φωνή της ήταν τόσο σοβαρά που κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, πολύ τρομαγμένος για να μπορώ να μιλήσω. Ένιωθα πολύ έντονα ότι κάτι απ’ τη φρίκη των κακών ονείρων που με βασάνιζαν, είχε αρχίσει να χύνεται στον κόσμο της  αντικειμενικής πραγματικότητας.


-«Καταρχήν, η πόρτα που είδες στον ύπνο σου, το τέλος του διαδρόμου, υπάρχει στ’ αλήθεια!»

Αναπήδησα σαν να με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. 

-«Τι εννοείτε;»

-«Πριν από πολλά χρόνια, στη δεκαετία του 60, όταν η μητέρα μου δούλευε ως καθηγήτρια στο ίδιο εκείνο σχολείο, ο τότε διευθυντής της είχε πει ότι πίσω απ’ τον τοίχο υπήρχε μια χτισμένη πόρτα και μια σχολική αίθουσα που είχε σφραγιστεί  για πάντα.»

-«Γιατί έχτισαν την πόρτα;» τη ρώτησα αδύναμα. Ο σφυγμός μου είχε επιταχυνθεί ξαφνικά και ένιωθα πολύ παράξενα, σαν να παράπαια στις άκρες κάποιου πελώριου χάσματος.

-«Γιατί κάποτε, ένας μαθητής αυτοκτόνησε εκεί μέσα. Τον έλεγαν Περικλή. Ήταν πολύ φτωχός και μιλούσε παράξενα τα ελληνικά γιατί οι γονείς του ήταν πρόσφυγες απ’ την  Κωνσταντινούπολη. Έτσι λοιπόν, όλοι τον κορόιδευαν. Μια Παρασκευή, αργά τη νύχτα , μπήκε κρυφά στο σχολείο κρατώντας στα χέρια του ένα σκοινί. Το έδεσε στο καλώδιο της λάμπας που κρεμόταν απ’ το ταβάνι της αίθουσας, και έκανε μια θηλιά. Ανέβηκε σ’ ένα θρανίο,  πέρασε τη θηλιά στο λαιμό του και πήδηξε στο κενό. Τη Δευτέρα το πρωί τον βρήκαν κρεμασμένο. Όπως σου είπα ήδη, η νύχτα που πέθανε ήταν Παρασκευή. Τρεις και  μισή τα ξημερώματα υποψιάζομαι! Είχε μείνει εκεί μέσα για ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο, να κρέμεται ανάμεσα στα θρανία των συμμαθητών του που του έκαναν τη ζωή αφόρητη.»

Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά μας ήταν τόσο βαριά που ένιωθα να με πνίγει. 

-«Ο Κορνήλιος είναι ακόμα στο νοσοκομείο, έτσι;» ρώτησα τη Χριστίνα με σβησμένη φωνή.

-«Ναι,» μου απάντησε εκείνη, «έχει πέσει σε κώμα. Ρώτησα τους γονείς του και μου είπαν ότι υποφέρει από βαριά διάσειση. Κανείς δεν ξέρει πότε θα το ξεπεράσει.»

-«Υπάρχει κάτι που θέλω να σας ρωτήσω,» της είπα διστακτικά.

-«Σε ακούω,» με παρότρυνε εκείνη.

-«Γιατί οι γονείς του Κορνηλίου δεν ήρθαν ποτέ στο σχολείο να μιλήσουν με τους καθηγητές για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε; Καθόλου δεν τους ένοιαζε που κακοπερνούσε το παιδί τους;»

Ένα λυπημένο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της Χριστίνας. Ένα μείγμα αποθάρρυνσης και ενοχής. 

-«Ο ίδιος ο Κορνήλιος με έχει παρακαλέσει να μην τους μιλήσω ποτέ γι’ αυτό το ζήτημα. Ο πατέρας του πάσχει απ’ την καρδιά του και εκείνος δεν θέλει να τον στεναχωρεί για τίποτα.  Φυσικά, έκανα μεγάλο λάθος που τον άκουσα. Το μεγαλύτερο λάθος που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Αλλά φαινόταν τόσο ώριμος και σίγουρος για τον εαυτό του! Πίστευε ότι με λίγη υπομονή, όλα θα πήγαιναν καλά!»

Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν έτοιμη να κλάψει. Άπλωσα τα χέρια μου και τα έσφιξα γύρω απ’ τα δικά της.

-«Και τώρα τι θα κάνουμε;» τη ρώτησα κοιτάζοντας την κατάματα.

-«Θα πρέπει να βρούμε κάποιο τρόπο να σταματήσουμε αυτό το κακό. Είμαστε μόνοι μας, εσύ και εγώ γιατί κανείς δεν μας πιστεύει. Ότι και να γίνει, θα πρέπει να δουλέψουμε μαζί. Είμαστε σύμφωνοι;»
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, χωρίς να μιλήσω.



10



Όταν έφυγε η Χριστίνα ένιωσα πολύ κουρασμένος. Νύχτωσε. Χίλιες-μύριες σκέψεις άρχισαν να στριφογυρίζουν στο μυαλό μου, πρωτόγνωροι συλλογισμοί που μ’ έκαναν να βλέπω τα πράγματα κάτω από ένα καινούργιο φως. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση του Κορνηλίου, να πηγαίνω καθημερινά σ’ ένα σχολείο όπου όλοι με κορόιδευαν και με θεωρούσαν άχρηστο δειλό και γελοίο. Να γυρίζω στη συνέχεια στο σπίτι μου και να υποκρίνομαι ότι όλα πήγαιναν καλά στη ζωή μου, γιατί είχα έναν άρρωστο πατέρα που κινδύνευε η ζωή του. Και το μαρτύριο αυτό να συνεχίζεται καθημερινά, χωρίς ορατό τέλος. Αλήθεια, γιατί του το κάναμε αυτό το πράγμα; Σε τι μας είχε φταίξει; Ποτέ του δεν είχε πειράξει κανένα, ούτε είχε πει ποτέ κακή κουβέντα και το μόνο του λάθος ήταν ότι τα πήγαινε πολύ καλά στα μαθήματα και ότι έμοιαζε κάπως διαφορετικός. Του άξιζε στ’ αλήθεια όλος αυτός ο κατατρεγμός; 


Στριφογύριζα στο κρεβάτι μου όλο και πιο ανήσυχος, καθώς αυτές οι σκέψεις με έκαναν να  νιώθω στενάχωρα. Είχα κλείσει το φως και τα φώτα του δρόμου που έκαιγαν στο ίδιο ύψος με τα κάγκελα του μπαλκονιού που βρισκόταν έξω απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου, ζωγράφιζαν ένα πορτοκαλί τετράγωνο στον απέναντι τοίχο. Μια βαθιά σιωπή απλωνόταν γύρω μου, μια σιγαλιά που έμοιαζε να κυματίζει απαλά  καθώς το περιστασιακό βουητό κάποιου αυτοκινήτου που έτρεχε στους δρόμους ηχούσε απόμακρο και πνιγμένο. Κάποια στιγμή έκλεισα τα μάτια μου και ένιωσα τον εαυτό μου να βυθίζεται σ’ ένα βαρύ ύπνο, το σώμα μου να παραλύει, την αναπνοή να βγαίνει όλο και πιο αργά και ρυθμικά μέσα απ’ το στόμα μου όταν ξαφνικά, ένας καινούργιος ήχος μ’ έκανε να αναπηδήσω:  Το ρυθμικό τρίξιμο κάποιου τεντωμένου σκοινιού απ’ όπου κρεμόταν κάποιο βαρύ αντικείμενο. 


11



Άνοιξα τα μάτια μου και έβγαλα μια πνιχτή κραυγή. Οι τοίχοι της κρεβατοκάμαράς μου είχαν γίνει άφαντοι. Το ίδιο και η βιβλιοθήκη, το μικρό μου γραφείο και το κάθισμα του με την περιστρεφόμενη βάση. Τώρα το κρεβάτι μου βρισκόταν καταμεσής μιας μακρόστενης αίθουσας με βρώμικους τοίχους από λεκιασμένη μπογιά. Ένα μουντό πράσινο φως που δεν είχε ορατή πηγή γέμιζε τον άδειο εκείνο χώρο. Η μια του πλευρά καταλαμβανόταν από ένα βουνό από διαλυμένα θρανία και καρέκλες που έφτανε μέχρι το ταβάνι. 


Ακριβώς από πάνω μου, ταλαντευόταν το άτονο και λιγνό σώμα ενός απαγχονισμένου παιδιού. Φορούσε παλιομοδίτικα ρούχα, κοντό παντελόνι, κάλτσες με χοντρά παπούτσια και κάτι σαν τριμμένο πουκάμισο. Το βλέμμα μου κόλλησε στο πρόσωπό του. Ήταν πρησμένο και κατάλευκο, γερμένο στο πλάι απ’ το σκοινί που έσφιγγε το λεπτό λαιμό του,. Έμοιαζε με παραμορφωμένη μάσκα. Μέσα απ’ το μισάνοιχτο στόμα του με τα μαύρα χείλια ξεπρόβαλλε μια γλώσσα που είχε ένα άσχημο βυσσινί χρώμα. Σκούροι κύκλοι περιέβαλλαν τα κλειστά του μάτια και τα μάγουλά του ήταν τόσο πολύ ρουφηγμένα που τα ζυγωματικά του έμοιαζαν έτοιμα να διαπεράσουν το λεπτό του δέρμα. Ένιωσα τα μαλλιά της κεφαλής μου να σηκώνονται όρθια. Ένα παγερό κύμα τρόμου κατρακύλησε κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης. Αλλά το σώμα μου είχε γίνει ασήκωτο σαν μολυβένιο και μου ήταν αδύνατον να κάνω την παραμικρή κίνηση.


Ένα κρύο χέρι άγγιξε τον ώμο μου και αν δεν με είχε κυριεύσει τόσο πολύ το παραλυτικό εκείνο ξόρκι της ακινησίας θα είχα πεταχτεί όρθιος ουρλιάζοντας με όλη μου τη δύναμη. Έστρεψα το βλέμμα μου προς το μέρος του χεριού και αντίκρισα τον Κορνήλιο, ο οποίος έσκυβε από πάνω μου και με κοιτούσε χαμογελώντας. Ήταν ένα απαίσιο χαμόγελο, ένας αλλόκοτος μορφασμός που δεν τον ζέσταινε κανένα συναίσθημα γιατί τα μάτια του που με κοιτούσαν ακίνητα, ίδια με πλαστικές χάντρες, ήταν κατάμαυρα, δυο δίδυμες λιμνούλες απύθμενου σκοταδιού.


-«Ήρθες και εσύ,» μου είπε. Η φωνή του αντήχησε ψιλή και ένρινη μέσα στην άδεια και μισοσκότεινη αίθουσα. Αστεία, όπως πάντα. «Δεν ξέρω πως τα κατάφερες και μπήκες μόνος εδώ μέσα, αλλά ήρθες!»


Προσπάθησα να κουνήσω τα χείλια μου και ανακάλυψα ότι αν και τα ένιωθα κρύα και άψυχα σαν κομμάτια από λάστιχο, μπορούσε ακόμα να μιλήσω ψιθυριστά.


-«Γιατί το κάνεις αυτό;» τον ρώτησα.


Η ερώτησή μου έκανε το μέτωπό του να συνοφρυωθεί. Μια μικρή ρυτίδα σάλεψε ανάμεσα στα λεπτά του φρύδια.


-«Γιατί με σκοτώνετε, κάθε μέρα, όλο και πιο πολύ.» Η φωνή του ακούστηκε απαλή μέσα στην άδεια αίθουσα. Εκείνος έκατσε στα πόδια του κρεβατιού μου, κάτω ακριβώς από το απαγχονισμένο παιδί  που κρέμονταν πάνω απ’ το κεφάλι του σαν το κουφάρι μιας νεκρής αράχνης. 


-«Εγώ δεν σε πείραξα ποτέ,» του απάντησα.


-«Γελάς μαζί μου, μαζί με τους άλλους. Ακόμα και την τελευταία φορά, τότε που με πέταξαν κατάχαμα, δεν καταδέχτηκες καν να με κοιτάξεις.»


-«Σε κοίταξα»


-«Ναι, αλλά μετά γύρισες αλλού τα μάτια σου. Αντί να με βοηθήσεις, προτίμησες να κρυφτείς. Και έτσι με χτυπήσανε στο κεφάλι γιατί οι κοροϊδίες και οι βρισιές δεν τους ήταν αρκετές. Με ρίξανε μέσα στο σκοτάδι αλλά μετά έγινε κάτι που σίγουρα κανείς από εσάς δεν το περίμενε.»


Τον κοίταξα σιωπηλός αυτή τη φορά αλλά εκείνος διάβασε ολοκάθαρα το βουβό ερώτημα που σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου.


-«Με βρήκε ο Περικλής. Τον τράβηξε κοντά μου ο θυμός και η πίκρα που με γέμιζε, η απόγνωση που εσύ δεν θα καταλάβεις ποτέ. Επέζησε βλέπεις, αν και κρεμάστηκε μέσα σ’ αυτή την αίθουσα. Ο πόνος και η οργή που ένιωθε, το άδικο που τον έπνιγε, πότισε αυτούς τους τοίχους για πάντα, το ίδιο και η επιθυμία του για εκδίκηση. Έτσι λοιπόν συντονίστηκε μαζί μου, ο δικός μου πόνος άγγιξε το δικό του και έγιναν το ίδιο πράγμα. Μου έκανε το καλύτερο δώρο. Μου έδωσε την ευκαιρία να πάρω το αίμα μου πίσω! Και μαζί και το δικό του! Αλήθεια, σκέφτηκες ποτέ ότι οι βασανιστές του μπορεί να ήταν  δικοί σου άνθρωποι, ο παππούς σου για παράδειγμα που ίσως πήγαινε και αυτός σ’ αυτό το σχολείο; Που ξέρεις, μπορεί να είναι κληρονομική συνήθεια για σας να βασανίζετε κάποιον, από γενιά σε γενιά, έτσι για πλάκα!» Ένας μορφασμός οργής απλώθηκε στο πρόσωπό του. Μια τρομερή έκφραση που περικύκλωσε την απύθμενη μαυρίλα των ματιών του σαν σύννεφο καταιγίδας.


-«Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά;» πρόσθεσε, «Βρίσκεσαι εδώ, και τώρα θα πληρώσεις και εσύ για το κακό που μου έκανες!»


Με το που είπε αυτά τα λόγια, ο Κορνήλιος σηκώθηκε όρθιος, και στάθηκε δίπλα στο κρεμάμενο σώμα του Περικλή του οποίου το πρόσωπο που ήταν στραμμένο προς το μέρος μου, συσπάστηκε ξαφνικά και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.


11


Ήταν τεράστια και κατάμαυρα, χωμένα σε βουλιαγμένες κόγχες, χωρίς ασπράδι αλλά φορτισμένα με μια τρομερή μανία. Δεν υπήρχε τίποτα το ανθρώπινο μέσα τους, μονάχα μια δαιμονική χαρά. Και προσμονή.


Τα κοκαλιασμένα του χέρια απλώθηκαν προς το μέρος μου, αδέξια σαν να κρέμονταν από τις κλωστές κάποιου αρχάριου μαριονετίστα. Η  πρησμένη γλώσσα σάλεψε και έγλειψε τα μαυρισμένα χείλια με μια αποκρουστική βραδύτητα. Και τότε ξεκίνησε μια φριχτή αλλαγή πάνω του: Η γλώσσα του άρχισε να μακραίνει, να κρέμεται και να γλιστράει μέσα απ’ το στόμα του σαν ευλύγιστο φίδι που προσπαθούσε να κατέβει από τα κλαδιά κάποιου δέντρου. Προσπάθησα να σαλέψω, να πεταχτώ έξω από το κρεβάτι, μακριά απ’ το φριχτό εκείνο πράγμα, αλλά ένιωθα το σώμα μου παγιδευμένο, βαρύ και ασήκωτο, ξένο. 

Κοίταξα με φρίκη την τρομερή γλώσσα που έμοιαζε τώρα με το μακρύτατο πλοκάμι κάποιου χταποδιού και την είδα ν’ ακουμπάει τα σεντόνια του κρεβατιού και να έρπει φιδογυρίζοντας προς τα πόδια μου. Πίσω της άφηνε ένα ίχνος από παχύρρευστα σάλια που λέκιαζαν τα σεντόνια και  απλωνόταν αργά προς όλες τις κατευθύνσεις σαν μολυσματική κηλίδα.  Άνοιξα το στόμα μου για να κλάψω, να παρακαλέσω τον Κορνήλιο να με λυπηθεί έστω και εκείνη την ύστατη στιγμή, όταν ξαφνικά, η πόρτα της αίθουσας που βρισκόταν μακριά πίσω από το κεφάλι μου άνοιξε με δύναμη και ένα δυνατό ρεύμα αέρα έκανε τις λάμπες της οροφής να κλυδωνιστούν βίαια, τα τσακισμένα θρανία να τρίξουν και το κρεμασμένο σώμα του Περικλή να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές. Η γλώσσα του σταμάτησε ξαφνιασμένη την εξερεύνησή της και τα δαιμονικά του μάτια άφησαν το πρόσωπο μου και στράφηκαν προς το κατώφλι της ανοιγμένης πόρτας.


-«Σταμάτα!» ακούστηκε μια διαπεραστική φωνή. Αντιλάλησε μέσα στην άδεια αίθουσα  σαν σήμαντρο. Αναγνώρισα τη φωνή της Χριστίνας. Προσπάθησα να κουνήσω το κεφάλι μου προς το μέρος της αλλά δεν τα κατάφερα. Την άκουσα ωστόσο να περπατάει προς το μέρος μου και να πλησιάζει το κρεβάτι με αργά αλλά σίγουρα βήματα. Μπήκε στο οπτικό μου πεδίο σαν παρήγορη οπτασία, μια φιγούρα ψηλόλιγνη και ατρόμητη, ντυμένη με μια σκούρα  μπλε φόρμα γυμναστικής. Σταμάτησε να κινείται μπροστά στον Κορνήλιο ο οποίος στεκόταν ακόμα δίπλα στο κρεμασμένο φάντασμα σαν πιστός φρουρός.


-«Πως μπήκες εδώ μέσα;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος.


-«Πρέπει να το σταματήσεις αυτό,» του είπε εκείνη. Το κρεμασμένο πτώμα είχε σταματήσει να κινείται. Η εξωφρενικά μακριά του γλώσσα κρέμονταν άτονα απ’ το στόμα του σαν κομμένο  σκοινί και τα φριχτά του μάτια είχαν κλείσει και πάλι.


-«Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε ο Κορνήλιος με ψυχρή φωνή. Το πρόσωπό του έμοιαζε ατάραχο όπως και πριν, αλλά κάποια απ’ την παγερή σιγουριά και την  στυγνή αυτοκυριαρχία που το χαρακτήριζε είχε χαθεί.


-«Γιατί είναι μια ανώφελη και κακιά πράξη,» του απάντησε η Χριστίνα εξίσου ψυχρά και αποφασιστικά. «Και δεν θα καταλήξει πουθενά. Απλά θα σκοτώσεις και άλλους συμμαθητές σου και όσο το κάνεις αυτό, το μίσος και το σκοτάδι που έχει φωλιάσει μέσα σου θα μεγαλώνει μέχρι που θα σε καταπιεί ολόκληρο!».


Μια οργισμένη λάμψη φώτισε τα μάτια του Κορνηλίου:


-«Δεν είμαι εγώ αυτός που ξεκίνησε αυτό το μίσος,» της φώναξε σφίγγοντας τις γροθιές του, «εκείνοι φύτεψαν αυτό το πράγμα μέσα μου. Και έχω καταλάβει πολύ καλά ότι αν υποχωρήσω και αυτή τη φορά, θα με σκοτώσουν στο τέλος όπως σκότωσαν και τον Περικλή που τώρα ζητάει την εκδίκηση που του αξίζει!»


-«Μα δεν καταλάβαιναν τι έκαναν!» του είπε ή Χριστίνα, «και δεν τους αξίζει κάτι τέτοιο!»


-«Ούτε του Περικλή του άξιζε, αλλά κοίτα που τον οδήγησαν με την κακία τους!»  

-«Αυτό το πράγμα που κρέμεται εκεί πέρα, δεν είναι ο πραγματικός Περικλής,» προσπάθησε να τον μεταπείσει εκείνη, «είναι ένα ψυχικό αποτύπωμα. Είναι η οργή και το παράπονο του Περικλή που διαπότισαν αυτή την τάξη και θα τη βρωμίζουν για πάντα, όπως αυτές οι κηλίδες της μούχλας που βλέπεις στους τοίχους. Ο πραγματικός Περικλής έχει εγκαταλείψει εδώ και πολλά-πολλά χρόνια αυτό τον κόσμο. Θέλεις πραγματικά να αφήσεις και εσύ κάτι τέτοιο πίσω σου;»


Ο Κορνήλιος την κοίταξε αμίλητος. Ένας φευγαλέος μορφασμός αγωνίας γέμισε το πρόσωπό του με μικρές ρυτίδες που ήταν εντελώς αταίριαστες με την ηλικία του.


-«Δεν έχω άλλη επιλογή,» της απάντησε τελικά, «μπορεί να έχεις δίκιο σε όλα αυτά που λες αλλά αν γυρίσω πίσω, αργά ή γρήγορα θα ξαναπέσω στα χέρια παρόμοιων ανθρώπων. Ποτέ δεν θα γλιτώσω απ’ αυτή την κατάρα, ακόμα και αν αλλάξω σχολείο για άλλη μια φορά. Υπάρχει κάτι πάνω μου που κάνει όλους τους ανθρώπους να με μισούν! Είμαι φαίνεται πολύ γελοίος για να με δεχτούν οι άλλοι!» 

Τον είδα να σκύβει το κεφάλι του και να κοιτάζει τα πόδια του. 


Η Χριστίνα άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε σφιχτά.

-«Αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα,» του ψιθύρισε καθώς το πρόσωπό της έσκυβε πάνω απ’ τα ξανθά του μαλλιά. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά που μου έφερε δάκρυα στα μάτια. «Δεν έχεις κάνει τίποτα κακό για να σου αξίζει κάτι τέτοιο. Αν είναι κάποιος που φταίει για όλα αυτά, είμαι εγώ και οι υπόλοιποι συνάδελφοι μου που δείξαμε αδιαφορία για τόσο πολύ καιρό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό έστω και τώρα!».


Ο Κορνήλιος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε, και μου φάνηκε ότι το σκοτάδι που γέμιζε τα μάτια του σάλευε παράξενα, σαν υγρό που χάνει ξαφνικά την σταθερότητά του.

-«Είναι πολύ αργά,» της είπε, «το μίσος του Περικλή έχει ενωθεί με το δικό μου. Δεν μπορώ να φύγω από εδώ μέσα. Θα είμαστε για πάντα μαζί μέσα σε αυτή την έρημη τάξη, θα μπαίνω μέσα στα όνειρα των συμμαθητών μου και θα τους φέρνω εδώ μέσα για να πεθάνουν.»

-«Ποτέ δεν είναι αργά για τίποτα,» του απάντησε η Χριστίνα, «μπορείς να σπάσεις το ξόρκι. Είναι απλό. Μπορείς να βγεις από εδώ μέσα όπως μπήκα εγώ στα όνειρά σου.»

-«Και πως γίνεται αυτό;» τη ρώτησε εκείνος.

-«Πρέπει να μάθεις να συγχωρείς και να αγαπάς. Όπως η συμπόνια που ένιωσε ο Ανδρέας,» πρόσθεσε ρίχνοντάς μου μια πλάγια ματιά, «τον έδεσε μαζί σου και άρχισε να σε επισκέπτεται στα όνειρά σου χωρίς να τον έχεις καλέσει, έτσι και εσύ μπορείς να ξαναγυρίσεις στον πραγματικό κόσμο αν ξεφύγεις για λίγο από το μίσος που σε παγιδεύει εδώ μέσα.»

Ο Κορνήλιος την κοίταξε για πολύ ώρα χωρίς να της μιλήσει. Στη συνέχεια μου έριξε μια παρατεταμένη ματιά και μετά έκλεισε τα μάτια του σφιχτά. Ξαφνικά το σκοινί που κρατούσε το πτώμα του Περικλή κρεμασμένο από πάνω μου έσπασε και το άτονο σώμα του έπεσε πάνω μου σαν σακί.
Και εγώ ξύπνησα ουρλιάζοντας, στην κρεβατοκάμαρά μου. Ήμουν ακόμα ζωντανός.


                                                                                 12


Ύστερα από εκείνη την εφιαλτική βραδιά δεν ξανάδα τον Κορνήλιο. Ούτε στον ύπνο, ούτε στον κόσμο της καθημερινής πραγματικότητας.  Έμαθα όμως ότι συνήλθε κάποια στιγμή και βγήκε απ’ το νοσοκομείο. Οι γονείς του τον μετέφεραν σε κάποιο άλλο σχολείο, ένα ακριβό ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου θα  μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές του ασφαλής και μακριά από όλους εμάς, σ’ ‘ένα πιο πολιτισμένο περιβάλλον. Με τη Χριστίνα δεν μιλήσαμε ποτέ για εκείνο το βράδυ αλλά όποτε διασταυρώνονταν τα μάτια μας, ένα συνωμοτικό ρεύμα περνούσε ανάμεσά μας σαν αόρατο υγρό. 


Ξαναγύρισα απότομα στο παρόν, στην όμορφη αίθουσα με τα καλοντυμένα στελέχη και τον Κορνήλιο που ήταν το επίκεντρο της προσοχής τους. Συνέχισα να τον παρατηρώ μισοκρυμμένος πίσω απ’ τον μπουφέ μου, αγνώριστος μέσα στη στολή του σερβιτόρου του που φορούσα. Τα χρόνια που είχαν περάσει, τον είχαν αλλάξει εντελώς. Είχε γίνει ένας εμφανίσιμος, καλόγουστα ντυμένος και πολύ επιτυχημένος άνδρας. Η ζωή έμοιαζε να του έχει χαμογελάσει επιτέλους. 


Κάποια στιγμή τον είδα να πλησιάζει τον μπουφέ και να γεμίζει ένα κρυστάλλινο ποτήρι με νερό από μια καράφα. Βιάστηκα να τον εξυπηρετήσω και οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Δεν φάνηκε να με αναγνωρίζει αλλά κάπου στα γαλανά βάθη των ματιών του αντίκρισα μια παγωνιά, κάτι σαν σκοτεινιά, ένα αχνό αποτύπωμα της μαυρίλας που τα είχε πλημμυρίσει εκείνη τη νύχτα στην αίθουσα του κρεμασμένου μαθητή και που τελικά  φαίνεται ότι ποτέ δεν εγκαταλείψει τελείως την ψυχή του. 

Ένιωσα άσχημα ξαφνικά, ένα παγερό κόμπο στο στομάχι που μεγάλωσε και απείλησε να με πνίξει. Χαμήλωσα τα μάτια μου και δεν του συστήθηκα. Έπαιξα απλώς το ρόλο του υπάκουου και επαγγελματία  σερβιτόρου. Γιατί κατάλαβα ότι τελικά ποτέ δεν θα ξέφευγε απ’ το σκοτάδι με το οποίο όλοι εμείς, οι ηλίθιοι συμμαθητές του, είχαμε γεμίσει την ψυχή του. Μπορεί να μας είχε συγχωρέσει αλλά θα κουβαλούσε τις αναμνήσεις του και τα σημάδια από εκείνες τις πληγές για πάντα.  Του  το είχαμε κάνει εμείς αυτό, όλοι μας, και αυτό ήταν μια αμαρτία που θα μας βάραινε για πάντα. 


Έσφιξα λοιπόν τα δόντια μου και άρχισα να σκουπίζω με πείσμα τα  ποτήρια του μπουφέ.



Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010




4 σχόλια:

  1. Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Με το συγκεκριμένο κείμενο προσπάθησα να θίξω ένα φαινόμενο της σχολικής ζωής που συνήθως περνάει απαρατήρητο, και αυτό δεν είναι άλλο βέβαια από τον συστηματικό κατατρεγμό κάποιων-πιο αδύναμων ή απλά διαφορετικών-μαθητών, από τους συμμαθητές τους.

    Ευχαριστώ και πάλι,

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με στοίχειωσε η ιστορία σου! Πολύ καλό. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Narfita σε ευχαριστώ για το ευγενικό σου σχόλιο.

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή