Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Θραύσματα Πραγματικότητας



Ίσως αν δεν ήταν οι καπνοί από το όπιο να θολώνουν το δωμάτιο, οι σκιές που χόρευαν στους τοίχους δεν θα ήταν τόσο ανήσυχες. Ίσως ο καθισμένος, στο γεμάτο ανακατεμένα χαρτιά γραφείο, άντρας δεν τις έβλεπε να τον καλούν κοντά τους.

Μπορεί και να μην έφταιγε μόνο το όπιο. Από μικρός ήταν ιδιόρρυθμος. Αισθανόταν πράγματα που άλλοι ένιωθαν μόνο στις ονειρικές περιπλανήσεις τους. Ήταν σαν να περπατούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους: Τον ανθρώπινο, μέσα στην μουντή και γκρίζα στειρότητα του, και έναν άλλο, πιο σκοτεινό, αλλά απρόβλεπτο: Εκεί καθετί είχε δικιά του νόηση. Πάρα πολλές φορές είχε νιώσει να τον προσκαλούν σε εκείνο το δεύτερο κόσμο, αλλά τις περισσότερες φορές κάτι τον κρατούσε καθηλωμένο στην πραγματικότητα.

Παρόλα αυτά, εμπιστευόταν τις ψυχικές αντοχές του, και έτσι επέτρεπε στον εαυτό του ολιγόλεπτα ταξίδια (αν και ο χρόνος εκεί δεν έμοιαζε να λειτουργεί σωστά – αν η έννοια του χρόνου υφίστατο) στην «άλλη μεριά». Είχε δει πράγματα αλλόκοτα, που θα έκαναν ένα φυσιολογικό, καθημερινό άνθρωπο να «απαγκιστρωθεί» από το δίχτυ της πραγματικότητας, και να βουτήξει στον ωκεανό της… τρέλας.

Όμως ο ίδιος δεν ήταν φυσιολογικός άνθρωπος.

Είχε κάνει συμφωνία με τους κατοίκους της άλλης μεριάς: Αυτοί θα τον άφηναν να χορταίνει με θραύσματα από την ολότητα του κόσμου τους, και αυτός, όντας ποιητής, θα δανειζόταν λίγη από τη «μαγεία» τους, και θα τη διοχέτευε στα γραπτά του. Έτσι, οι αναγνώστες, έστω και υποσυνείδητα, θα γίνονταν μάρτυρες του διαφορετικού.

Η ψυχή του μόλις γύρισε από ένα τέτοιο ταξίδι, και περνώντας μέσα απο τους καπνούς του οπίου κάνοντας τους να στροβιλιστούν άκεφα, επέστρεψε στο σώμα της.

Ο άντρας τινάχτηκε απότομα πάνω, και κατόπιν ξαναέκατσε στην καρέκλα, κρατώντας το στέρνο του. Το να ξαποστέλνει την ψυχή του κάπου πέρα από την υλική διάσταση ήταν επίπονη διαδικασία, και τον αποδυνάμωνε τόσο ψυχικά όσο και σωματικά.

Ένα κρώξιμο τον έκανε να αναπηδήσει άλλη μια φορά. Κοίταξε πίσω του, με μάτια μισόκλειστα ώστε να διακρίνει μέσα από τον καπνό.

Ένα κατάμαυρο πουλί στεκόταν στην γωνιά του δωματίου, και τον κοίταζε με κεχριμπαρένια μάτια.

Ένα κοράκι.

Πρωτού προλάβει να παρατηρήσει περισσότερες λεπτομέρειες, αυτό φτερούγισε προς το μέρος του.

Ένα πέπλο φόβου τον κάλυψε, καθώς το κοράκι έσχιζε τον αέρα και τον πλησίαζε ορμητικά. Έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή και πισωπάτησε, καθώς οι καπνοί διαλύονταν. Έπεσε με την πλάτη στο ξύλινο πάτωμα, και για μερικά δευτερόλεπτα τα πάντα ήταν μαύρα.

Έμεινε εκεί για κάμποσο, κουλουριασμένος, απροστάτευτος. Δάκρυα, που κάποτε ίσως συγκρατούσε, μόνο και μόνο για χάρη της αξιοπρέπειας (που ακούστηκε άλλωστε ένας ενήλικας να αντιμετωπίζει έτσι μια κατάσταση;!), έτρεχαν αβίαστα.

Όταν συνήλθε κάπως, ανασηκώθηκε. Το κοράκι δεν φαινόταν πουθενά, εκτός από ένα μαύρο πούπουλο, που έπεσε δίπλα στο μελανοδοχείο. Αντικρίζοντας το, ο φόβος εξανεμίστηκε μονομιάς. Αντίθετα, είχε γεμίσει από ένα είδος ενέργειας που ποθούσε να ελευθερωθεί.

Δεν θα την αφήσω παραπονεμένη, σκέφτηκε, και προσπάθησε να χαμογελάσει.

Δεν τα κατάφερε.

Κάθισε στο γραφείο του, τράβηξε ένα καθαρό φύλλο χαρτί, βούτηξε την πένα στο μελανοδοχείο, με αργές, σχεδόν τελετουργικές, κινήσεις. Άφησε να στάξουν δυο-τρεις σταγόνες μελάνι στην πάνω αριστερή γωνία του χαρτιού. Ήταν ένα είδος συνήθειας, αλλά και μέρος του “τελετουργικού”, να κάνει αυτή την κίνηση. Ένιωθε σαν το μελάνι να “εξαγνιζόταν” έτσι, και να συνέβαλλε με τον τρόπο του στο γράψιμο.

Ένιωσε την ενέργεια στα ακροδάχτυλα του, ανυπόμονη, να ετοιμάζεται να ξεχυθεί. Βούτηξε το χέρι του στη σκοτεινή λίμνη του μυαλού του, και αφού ψαχούλεψε για λίγο στα σκοτεινά νερά της, το έβγαλε, κρατώντας στη χούφτα του πούπουλα. Μαύρα πούπουλα.

Το χέρι, σαν καβαλιέρος, αγκάλιασε την ντάμα του, την πένα, και άρχισαν να χορεύουν πάνω στο χαρτί, αφήνοντας τα σημάδια τους απ' όπου περνούσαν.

Και σε ένα μέρος ,όχι και τόσο μακρυά από εκεί, ένα κοράκι έκραζε προς το χλωμό φεγγάρι.


***


Δεν σταμάτησε να γράφει προτού το ποίημα τελειώσει. Δεν έκανε διάλειμμα ούτε μια φορά, προτού ολοκληρώσει το έργο του. Ήταν, με όλες του το είναι, αφοσιωμένος στο στραπατσαρισμένο κομμάτι χαρτί, στα καλλιγραφικά γράμματα, στις διάσπαρτες σταγόνες μελάνι. Η ίδια η ψυχή του τριγυρνούσε ανάμεσα στα σκοτεινά αυλάκια που χάραζε η πένα, και φαίνεται πως τα γράμματα αποφάσισαν να κρατήσουν λίγη.

Ένιωσε τα πόδια του να λύνονται, και, μην μπορώντας να κρατηθεί όρθιος, σωριάστηκε μισολιπόθυμος στην καρέκλα.

Όμως το έργο του δεν είχε τελειώσει.

Γιατί το ποίημα αυτό δεν ήταν μόνο λέξεις. Είχε την ουσία της ψυχής του μέσα, και λίγη απ’ τη μαγεία της «άλλης μεριάς». Είχε αυτά τα συστατικά που θα έκαναν τους αναγνώστες να ανατριχιάζουν, σαν κάποιο παράθυρο να είχε μείνει ανοιχτό, και ο αέρας να έμπαινε κλεφτά και να τους τύλιγε με παγωνιά, που θα άφηνε τη ματιά τους να περιπλανιέται ανάμεσα σε στροφές και στίχους, χαμένη. Που, για κάμποσα λεπτά, θα τους έκλεβε τη σκέψη.

Δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα.

Κάτι έλλειπε...

Κάτι λείπει.

Με κόπο τέντωσε το χέρι του, και έπιασε το κορακίσιο πούπουλο. Η φλόγες των κεριών παιχνίδισαν, κάνοντας τις σκιές να πάρουν ζωή. Ανάμεσα τους είδε και μερικές γνωστές, που είχε συναντήσει στα ταξίδια του. Τους έγνεψε με κουρασμένο ύφος.

Στράφηκαν και τον κοίταξαν, όχι με αποστασιοποιημένο ενδιαφέρον, όπως πριν, αλλά με πραγματική περιέργεια. Αναρωτιόνταν πως κατάφερε αυτός, ένας θνητός, να τις βλέπει στον τοίχο του και να τις αναγνωρίζει. Του χαμογέλασαν, λίγο νευρικά είναι η αλήθεια, ως απάντηση, και ύστερα γλίστρησαν και έκαναν να φύγουν.

Αυτός άφησε το πούπουλο να αιωρηθεί για λίγο πάνω απο το χαρτί, προτού ο ίδιος κλείσει τα μάτια του, και η ψυχή του ακολουθήσει τις σκιές.

Οριστικά.


***


Το κοράκι επέστρεψε σε εκείνο το δωμάτιο, πιο περίεργο από ποτέ. Είχε χάσει ένα από τα πούπουλα του, και ήταν αποφασισμένο να το βρει.

Το είδε να αιωρείται πάνω από το τραπέζι. Πέταξε όσο πιο γρήγορα του επέτρεπαν οι δυνάμεις του για να το αρπάξει. Δεν μπόρεσε.

Το πούπουλο έπεσε σε ένα κομμάτι χαρτί, και λίγο προτού ακουμπήσει την επιφάνεια του, όπου έγραφε κάτι (ένα ποίημα, το δίχως άλλο), έπεσε σε μια τυχαία στροφή, και, ύστερα, εξαφανίστηκε.



«Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,  
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,  
"Though thy crest be shorn and shaven thou," I said, "art sure no craven,  
Ghastly, grim, and ancient raven, wandering from the nightly shore.
Tell me what the lordly name is on the Night's Plutonian shore."  
Quoth the raven,
"Nevermore."

Το κοράκι χαμογέλασε πικρά (όπως θα μπορούσε να χαμογελάσει ένα τέτοιο περίεργο πτηνό), και, ύστερα, πέταξε μακρυά.

Αργότερα, θα αναρωτιόταν πως κατάφερε ένας θνητός να το κάνει να κλάψει. Και δεν θα ήξερε ότι τα δάκρυα του, μετά από τόσα χρόνια, δεν στέγνωσαν, πάρα έμειναν σαν μαργαριτάρια να κοσμούν το χαρτί, και να ποτίζουν κι’ αυτα το ποίημα με τη μαγεία τους.


Ξωτικό-νεραιδόπαρμένος Φαντασιόπληκτος Με Οργιώδης Φαντασία Συγγραφέας, Copyright 2005

17 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφο. Μια πρώτη κριτική. Θα επανέλθω αργότερα με "τεχνικές" λεπτομέρειες για να μην χαλάσω την μαγεία. Μπράβο.

    Αλεξάνδρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πoλύ καλό Stef!!! Η συγκεκριμένη φράση μου άρεσε όμως πάρα πολύ: "Το χέρι, σαν καβαλιέρος, αγκάλιασε την ντάμα του, την πένα, και άρχισαν να χορεύουν πάνω στο χαρτί, αφήνοντας τα σημάδια τους από όπου περνούσαν"...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πολυ ομορφο...με μεστες εκφρασεις που σε ταξιδευουν..Σαγηνευτικο και το μυστηριακο κλιμα που καλλιεργειται πετυχημενα καθως και τα κρυμμενα νοηματα που υποβοσκουν..καλη συνεχεια!


    Neda....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Neda,

    Καλησπερα, Σε ευχαριστω για τα καλα σου λογια.

    Χαιρομαι που εσυ βρηκες τι κατασταση περιγραφω. Οντως ειναι η κατασταση που σου απαντησα στο prive μηνυμα οτι ισχυει..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν ξερω γιατι αλλα ενιωσα οτι διαβαζω κατι προσωπικο, σχεδον σα να κρυφοκοιταζω...
    Συνηθισμενες πραξεις με ποιητικη αποδοση οπως ο χορος του χεριου με την πενα αλλαζουν ξαφνικα εικονα.
    Εχω και αδυναμια στα μαυρα κορακια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. πολύ καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό. Μου θύμισε κάποιους σκοτεινούς πίνακες του Γκόγια!
    πολλά συγχαρητήρια!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Θελω να ειμαι σύντομος στο να σου πω το ποσο ομορφα χώρεσες σε λιγες γραμμες αυτα που δεν χωρουν σε διηγησεις μιας ολοκληρης νυχτας μετα απο κραιπαλη (η οτι θες πες το) μεταξυ ανθρώπων που βλεπουν τον κόσμο με τον ιδιο τροπο! Μα δεν μπορω να ειμαι συντομος Gil... Δε θα πω πιο πολλα μονο οτι αυτη η πέννα απ όποιο πουπουλο κ αν ειναι δεν πρεπει να σταματησει να γραφει. Γι αυτο ειμαι τοσο σιγουρος όσο για το οτι το ποιημα σου παντα θα ειναι ατελες. Μα χαιρομαι που τολμας να προσπαθεις να φυλακισεις το απειρο του μυαλου σου. Και να το προσφερεις σε ολους μας. Great job man...

    Chlomo Prosopo

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Συντομο και ομως βαθυ.
    Μελανχολικο και ομως ευχαριστο.
    Μυστηριακο και ομως τοσο οικειο.
    Απλες λεξεις που χρησιμοπιουμε ολοι καθε μερα,που σκορπιες μεσα σε εναν συνηθησμενο διαλογο φανταζουν ασημαντες,μα πλεγμενες ετσι μεταξυ τους σε ενα κειμενο σαν αυτο...ξαφνικα απελευθερωνουν μια δυναμη,μαγικη,ικανη να σε ταξιδεψει σε οποιον κοσμο τολμας να επισκευτεις...
    Σε ευχαριστουμε λοιπον...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Θάλεια σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια..θα φροντίσω να έχω περισσότερα κοράκια σε μελλοντικά διηγήματα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αγαπημένε μου φίλε,

    Μονο ένα ευχαριστώ τολμάω να πω στα λόγια σου, γνωρίζοντας πόσο απαιτητικός είσαι ώστε να θεωρήσεις κάτι καλό. Σε ευχαριστώ από καρδιάς φίλε μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. ΠΕΡΑΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΥΧΗΘΩ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ.ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΕΤΣΙ ΟΜΟΡΦΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ένιωσε την ενέργεια στα ακροδάχτυλα του, ανυπόμονη, να ετοιμάζεται να ξεχυθεί. Βούτηξε το χέρι του στη σκοτεινή λίμνη του μυαλού του, και αφού ψαχούλεψε για λίγο στα σκοτεινά νερά της, το έβγαλε, κρατώντας στη χούφτα του πούπουλα. Μαύρα πούπουλα.
    ..................................
    ομορφο..................

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή