Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



Εκείνο το βράδυ αποφάσισα να περάσω τη νύχτα στο γραφείο μου και να δουλέψω απερίσπαστος μέχρι τα ξημερώματα. 

Ήταν μια καλή ιδέα, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε τότε. 
Καταρχήν ο όγκος των εκκρεμοτήτων που είχε συσσωρευτεί ήταν πολύ μεγάλος, οι προθεσμίες έτρεχαν και οι πελάτες μου δεν ήταν διατεθειμένοι να περιμένουν ούτε λεπτό περισσότερο.
Πέρα απ’ αυτό, έτρεφα την ελπίδα ότι κάνοντας κάτι που θ’ απαιτούσε ολόκληρη την προσοχή μου, θα κατάφερνα, για λίγες ώρες τουλάχιστον, να πάψω να σκέφτομαι τη Ρωξάνη και τα λόγια που είχε ξεστομίσει λίγο προτού βγει για πάντα απ’ το διαμέρισμα όπου ζούσαμε μαζί: 
-«Είσαι ένας ξευτίλας,» μου είχε πει, «απορώ πως κατάφερα να σπαταλήσω τρία ολόκληρα χρόνια μ’ έναν εγωπαθή καραγκιόζη σαν κι εσένα! Αλλά δεν πειράζει, ποτέ δεν είναι αργά για να διορθώσω αυτό το λάθος!» 
Είχα απομείνει να κοιτάζω άναυδος το σωρό απ’ τα διαλυμένα CD που απλώνονταν πάνω στο χαλί του καθιστικού, το σπασμένο βίντεο, το θρυμματισμένο στερεοφωνικό συγκρότημα και τον υπολογιστή που έσταζε ακόμα απ’ τα νερά του κουβά που είχε αδειάσει πάνω του η Ρωξάνη. Δεν είχε αφήσει τίποτα όρθιο, το διαμέρισμα ήταν σαν βομβαρδισμένο. Μέσα σε μια ώρα απ’ τη στιγμή που είχε ανακαλύψει ότι διατηρούσα παράλληλο δεσμό με την καλύτερή της φίλη, εξαιτίας της απροσεξίας μου βασικά, (είχα ξεχάσει να διαγράψω ένα αρκετά «θερμό» μήνυμα απ’ τη μνήμη του αυτόματου τηλεφωνητή), και μέχρι να προλάβω να γυρίσω στο διαμέρισμα και να της ξεφουρνίσω τη δικαιολογία ότι αυτή η ιστορία είχε τελειώσει εδώ και πολύ καιρό και ότι δεν είχε καμία ουσιαστική σημασία, η Ρωξάνη είχε προλάβει να εκτονώσει όλη την οργή της πάνω σε ότι είχα αγαπημένο. Όταν αντίκρισα το τοπίο της καταστροφής μου ‘ρθε να την αρπάξω απ’ το μαλλί και να την κάνω μαύρη στο ξύλο αλλά το βλέμμα που μου έριξε, ένα βλέμμα λυσσασμένης γάτας, στάθηκε αρκετό για να ξανασκεφτώ το όλο ζήτημα.
Εκείνη πρέπει να διάβασε τις σκέψεις που περνούσαν απ’ το μυαλό μου γιατί μου έριξε ένα βλέμμα απεριόριστης περιφρόνησης και πρόσθεσε: 
-«Και να σου πω και κάτι; Είσαι ένα θρασύδειλο σκουλήκι που δεν του αξίζει να περπατάει σ’ αυτόν τον κόσμο! Καλύτερα να σερνόσουν! Εύχομαι μια μέρα να πάθεις αυτό που σου αξίζει και να τα χάσεις όλα, καριέρα λεφτά και αυτοκίνητα και να καταντήσεις ένα ζωντανό σκουπίδι! Να σε χρησιμοποιήσουν όπως μια ζωή χρησιμοποιείς όλους τους άλλους!»
Αφού μου έριξε αυτή την αλλόκοτη κατάρα, με μια φωνή που σφύριζε σαν να έβγαινε μέσα απ’ το στόμα κάποιας θυμωμένης έχιδνας, άρπαξε τη βαλίτσα και το παλτό της, βγήκε απ’ το διαμέρισμα περπατώντας με το κεφάλι ψηλά και βρόντηξε πίσω της την εξώπορτα. 

Είχαν περάσει δυο βδομάδες από τότε και οι κρυφές ελπίδες που έτρεφα ότι η Ρωξάνη θα μετάνιωνε για το απαράδεκτο φέρσιμο της και θα μ’ έπαιρνε τηλέφωνο για να ξαναβρεθούμε, είχαν αρχίσει να πεθαίνουν από ασιτία.

--------------


Πήρα μια βαθιά αναπνοή και προσπάθησα να διώξω τις άσχημες εκείνες σκέψεις που με βασάνιζαν σαν πεισματάρικες αλογόμυγες. Έκλεισα τα φώτα, ανέβασα τις περσίδες του παράθυρου για να ρίχνω πότε-πότε και καμιά ματιά στον έξω κόσμο και ήπια μια γουλιά ζεστό καφέ απ’ την κούπα που άχνιζε δίπλα μου, πάνω στο γραφείο. Στη συνέχεια άναψα τον υπολογιστή και στρώθηκα στη δουλειά.
Όταν ξανασήκωσα κεφάλι, ανακάλυψα ότι πλησίαζε τρεις η ώρα το πρωί. Ο δρόμος που ξετυλιγόταν έξω απ’ το παράθυρο, μια πάροδος που έβγαζε στην οδό Ζωοδόχου Πηγής, ήταν έρημος και γεμάτος σκιές καθώς τα κίτρινα φώτα της ΔΕΗ δεν κατάφερναν να διώξουν εντελώς το νυχτερινό σκοτάδι. Περιστοιχισμένος από τσιμεντένια κτίρια που είχαν κατεβασμένα στόρια και σκοτεινά παράθυρα, μουσκεμένος απ’ το ψιλόβροχο που έπεφτε όλη μέρα και χάραζε υγρές γραμμές στο γυαλί του παράθυρου, μου φάνηκε ξαφνικά στενός και κάπως δυσοίωνος, βουτηγμένος σε μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα κρυμμένων μυστικών.  
Εκείνη τη στιγμή, μισό δευτερόλεπτο προτού στραφώ και πάλι στην οθόνη του υπολογιστή, είδα κάτι να κινείται.
Ξανακοίταξα το δρόμο και πρόσεξα ότι στο απέναντι πεζοδρόμιο στεκόταν ένας μικρόσωμος άνθρωπος που είχε στυλώσει το βλέμμα του στο παράθυρό μου. Ένιωσα σίγουρος γι’ αυτό, ότι κοιτούσε το δικό μου παράθυρο δηλαδή, αν και δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό του γιατί φορούσε ένα μακρύ παλτό με κουκούλα που το έκρυβε εντελώς. Έμοιαζε με άστεγο, μ’ αυτούς τους αποκλήρους που τώρα τελευταία έχουν γεμίσει τους δρόμους της Αθήνας. Τα χέρια του κρέμονταν άτονα στα πλευρά του και έμοιαζε να αδιαφορεί εντελώς για το ψιλόβροχο που έπεφτε πάνω του.  
Ένιωσα παράξενα, κάπως φοβισμένος. Θυμήθηκα ότι είχα ξαναδεί αυτόν τον άνθρωπο πριν από μια βδομάδα, καθώς ανέβαινα τις κυλιόμενες σκάλες του μετρό: Στεκόταν πίσω από έναν πράσινο σκουπιδοτενεκέ και με κοίταζε και τότε μέσα απ’ τη βρώμικη κουκούλα του. Και προχθές τον είχα αντιληφθεί ν’ αγκαλιάζει με τα χέρια του ένα φανάρι κυκλοφορίας και να με παρακολουθεί ακίνητος σαν άγαλμα. Και τις δύο φορές, είχε κάνει την εμφάνισή του μετά τον ερχομό της νύχτας. 
Ένιωσα ξαφνικά ότι ο μικροκαμωμένος και βρωμερός αυτός ανθρωπάκος με το μακρύ παλτό και την κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό του, με είχε βάλει στο μάτι, πως οι συναντήσεις μας δεν ήταν τυχαίες.
Αποφάσισα να κατέβω στο δρόμο και να του μιλήσω. Στο κάτω-κάτω σε κανέναν δεν αρέσει να τον παρακολουθούν. Επιπλέον, είχα πολύ χρόνο μπροστά μου. Μέχρι το ξημέρωμα μεσολαβούσαν αρκετές ώρες.


------------


Όταν βγήκα απ’ το κτίριο όπου βρισκόταν το γραφείο μου, ανακάλυψα ότι ο παράξενος άστεγος είχε γίνει άφαντος. Μια υγρή ψύχρα με αγκάλιασε σφιχτά. Το ψιλόβροχο που έπεφτε ακατάπαυστα σαν διάφανο σεντόνι απ’ τον σκοτεινό ουρανό, έκανε την άσφαλτο και τα στενά πεζοδρόμια του δρόμου να γυαλίζουν και έντυνε τα καλώδια της ΔΕΗ και του ΟΤΕ με γυάλινα περιδέραια. Λαμπερά σμήνη από βρόχινες σταγόνες που διέτρεχαν σαν πεφταστέρια το κιτρινωπό μισοσκόταδο, έσκαγαν πάνω στις οροφές και τα καπό κάποιων παρκαρισμένων αυτοκινήτων ενώ πίσω απ’ τις μουσκεμένες προσόψεις των γύρω κτιρίων μπορούσα ν’ ακούσω το θόρυβο της πόλης, ένα διάχυτο και πνιγμένο βόμβο από κινητήρες αυτοκινήτων, μηχανάκια και μουσική που δραπέτευε μέσα από ισόγεια μπαράκια και ημιυπόγειες μπυραρίες. 
Στάθηκα ακίνητος, κοιτάζοντας την απέναντι πλευρά του δρόμου: 
Εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται η γυάλινη πόρτα ενός φαρμακείου, (ήμουν σίγουρος γι’ αυτό γιατί χιλιάδες φορές είχα αντικρύσει τη μικρή του βιτρίνα με τα πολύχρωμα μπουκαλάκια και τα ορθοπεδικά παπούτσια καθώς και τη φωτεινή πινακίδα με τον πράσινο σταυρό που αναβόσβηνε από πάνω της), ξεκινούσε ένα δρομάκι. Ένα δρομάκι που είχε ξεφυτρώσει απ’ το πουθενά, στο σύντομο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τη στιγμή που είχα σηκωθεί απ’ το γραφείο μου μέχρι τη στιγμή που είχα βγει έξω απ’ το κτίριο για να μιλήσω με τον άστεγο.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Έμεινα να το κοιτάζω ακίνητος, με το στόμα μου να χάσκει και τα χέρια μου να πασπατεύουν νευρικά τα πέτα του αδιάβροχου που είχα προνοήσει να φορέσω. Σφύριξα μακρόσυρτα, πιο πολύ από αμηχανία παρά από θαυμασμό. Ο ζεστός αέρας που ξέφυγε ανάμεσα απ’ τα χείλη μου σχημάτισε λευκές τουλίπες που αιωρήθηκαν στον αέρα σαν συμπαγή συννεφάκια από λευκό μπαμπάκι.  
Αφώτιστο, στενό και μυστηριώδες, στρωμένο μ’ ένα ταλαιπωρημένο λιθόστρωτο, το δρομάκι έχασκε σαν στόμα, σαν την είσοδο μιας παράξενης σπηλιάς. Ξετυλιγόταν μπροστά μου ευθύγραμμο σαν χάρακας και τυλιγμένο μ’ ένα πυκνό σκοτάδι, τόσο βαθύ που θα ‘λεγε κανείς πως οι τοίχοι των κτιρίων που το πλαισίωναν είχαν καλυφθεί από ένα στρώμα μαύρης μπογιάς. 
Έκανα μια νοερή προσπάθεια να εκλογικεύσω την όλη κατάσταση: 
Ίσως να είχα πέσει θύμα κάποιας παράξενης παραίσθησης, ίσως το μυαλό μου να μου έπαιζε παιχνίδια. Μπορεί το δρομάκι να υπήρχε ανέκαθεν σ’ εκείνο το σημείο αλλά απόψε, ζαλισμένος απ’ τη δουλειά το ξενύχτι και το στρες που μου είχε προκαλέσει το επεισοδιακό διαζύγιο με τη Ρωξάνη να νόμιζα ότι δεν το είχα ξαναδεί, να υπέφερα δηλαδή από κάποιο μνημονικό βραχυκύκλωμα.
Στο κάτω-κάτω, τα δρομάκια δεν ξεφυτρώνουν στο άψε-σβήσε, είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν!
Αποφάσισα τελικά να διασχίσω το δρόμο και να το κοιτάξω από πιο κοντά. Εγκατέλειψα την προστασία του τσιμεντένιου υπέρθυρου, κούμπωσα το αδιάβροχο, κάλυψα το κεφάλι μου με την πλαστική κουκούλα του και στάθηκα ακριβώς μπροστά απ’ το σημείο όπου το καινοφανές στενό και το πεζοδρόμιο τέμνονταν σ’ ορθή γωνία.  
Ανακάλυψα ότι κατηφόριζε απαλά ενώ στα βάθη του λαμπύριζε ένας μακρινός γαλαξίας από κιτρινωπά φώτα που έμοιαζαν με αστέρια. Ένα ψυχρό αεράκι άγγιξε το μέτωπό μου σαν άσαρκο φιλί.
Πρόσεξα και κάτι άλλο: 
Στο πλάι της πολυκατοικίας που υψωνόταν δίπλα στο δρομάκι, στο ύψος του τρίτου ορόφου, υπήρχε ένα γραφφίτι από μαύρη μπογιά που έγραφε με κεφαλαία τη λέξη «ΦΥΓΕ».
Για μια στιγμή ένιωσα ένα σκοτεινό ρίγος ανησυχίας, μια αίσθηση που πλησίαζε πολύ αυτό που λέμε κακό προαίσθημα. Το γραφφίτι έμοιαζε με αποτρεπτικό σημάδι, μ’ ένα σήμα κινδύνου που λες και προσπαθούσε να με προειδοποιήσει για κάποιον παράξενο όλεθρο που καραδοκούσε στο σκοτάδι. Έπαιξα με την ιδέα να κάνω πίσω, να γυρίσω την πλάτη μου στο παράξενο στενό, να επιστρέψω στο γραφείο μου και να συνεχίσω τη δουλειά μου μέχρι το πρωί ως εργατικός και ευσυνείδητος επαγγελματίας αλλά η προοπτική να ξανακαθίσω μπροστά στον υπολογιστή και να καταπιαστώ με βαρετά δικόγραφα και άνοστες νομολογίες μ’ έκανε να θυμώσω.  
Πείσμωσα. Στο κάτω-κάτω, ποτέ δεν είχα φοβηθεί κάτι στη ζωή μου. Ποτέ δεν είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να ελέγχεται από παράλογα προαισθήματα και ανησυχίες. Επιπλέον, είχα και εγώ το δικαίωμα να ζήσω μια μικρή περιπέτεια και τι στο καλό θα μπορούσα να πάθω αν έκανα μερικά βήματα μέσα σ’ ένα μικρό δρομάκι που βρισκόταν ανέκαθεν απέναντι από το γραφείο μου αλλά που για κάποιο άγνωστο λόγο πίστευα ότι το έβλεπα για πρώτη φορά; 
Πήρα λοιπόν μια βαθιά αναπνοή, έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες του αδιάβροχου και δρασκέλισα το σημείο όπου το φως απ’ τους κίτρινους λαμπτήρες της ΔΕΗ χρωμάτιζε το ξεκίνημα του καινούργιου στενού.
Και μετά με κατάπιε το σκοτάδι. 


-----------


Το δρομάκι ξεδιπλώθηκε μπροστά μου σιωπηλό και κατασκότεινο, βουτηγμένο σε μια παράξενη ατμόσφαιρα ολοκληρωτικής ακινησίας. Ήταν στενό, τόσο πολύ που πίστεψα πως λίγο ακόμα και θα κατάφερνα ν' αγγίξω τους τοίχους των κτιρίων που υψώνονταν εκατέρωθεν του με τ’ ακροδάχτυλα των τεντωμένων μου χεριών. 
Με το που έκανα το πρώτο βήμα, οι θόρυβοι της πόλης πνίγηκαν μέσα σε μια βαθιά σιωπή. Η βροχή σταμάτησε να ψιθυρίζει και ο ίδιος ο χρόνος φάνηκε να σταματάει. Ήταν σαν να είχα διαπεράσει κάποια αόρατη μεμβράνη που λειτουργούσε σαν ηχομονωτικό φράγμα. Καθώς συνέχισα να περπατάω και να βυθίζομαι όλο και περισσότερο μέσα στο σκοτεινό πέρασμα, ο ήχος των παπουτσιών μου που πατούσαν το πλακόστρωτο άρχισε ακούγεται ξερός και διαπεραστικός, σαν τον επαναλαμβανόμενο χτύπο κάποιου ξύλινου σφυριού. Μια αλλόκοτη ψύχρα που έμοιαζε με την αίσθηση που προηγείται του ερχομού κάποιας χειμωνιάτικης ομίχλης απλώθηκε στον αέρα. Ανάλαφρες χιονονιφάδες χόρεψαν στο σκοτάδι, η στενή κορδέλα τ' ουρανού που ξετυλιγόταν ανάμεσα απ’ τα ψηλά κτίρια απέκτησε μια ωχροκίτρινη απόχρωση και οι πλάκες του πολυκαιρισμένου πλακόστρωτου φωσφόρισαν αχνά.  
Τα κτίρια εκείνα ήταν σκοτεινά και απρόσωπα, με πολύ στενές ως ανύπαρκτες βεράντες και σφραγισμένες μπαλκονόπορτες. Έμοιαζαν λίγο με τις πολυκατοικίες της δεκαετίας του ΄50 που ασχημαίνουν ακόμα και σήμερα τις συνοικίες της Αθήνας. Είχαν ύψος τουλάχιστον πέντε ορόφων ενώ όσα απ' τα παράθυρά τους δεν ήταν κλειδαμπαρωμένα έχασκαν άδεια και σκοτεινά, με σπασμένα τζάμια και ξεχαρβαλωμένα πατζούρια.  
Στο μεταξύ, με το κάθε βήμα που έκανα, το κρύο γινόταν όλο και πιο έντονο και διαπεραστικό. Το ίδιο και η σιωπή. 
Αποφάσισα τότε να κάνω ένα τηλεφώνημα, έτσι για να σπάσω το ξόρκι της σιωπής που είχε αρχίσει να μου τεντώνει τα νεύρα. Έβγαλα το κινητό απ’ την τσέπη του παντελονιού μου και ανακάλυψα ότι δεν είχα σήμα. 
Εκείνη τη στιγμή, εντελώς ξαφνικά και πολύ έντονα, ένιωσα να πνίγομαι. Τα σκοτεινά κτίρια με τις κλειδαμπαρωμένες εισόδους και τα σφραγισμένα παράθυρα έμοιαζαν να με περικυκλώνουν απειλητικά. Μου φάνηκε ότι αόρατοι ιστοί αράχνης κρέμονταν ολόγυρα μου, κρυμμένοι στο σκοτάδι.
Ξανά-έχωσα το κινητό στην τσέπη μου, έριξα μια τελευταία ματιά στα μακρινά φώτα που σπινθηροβολούσαν μακριά, στο τέλος του στενού, και αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να επιστρέψω στον γνώριμο κόσμο της πεζής πραγματικότητας. 
Έκανα λοιπόν μεταβολή, γύρισα την πλάτη μου στα φώτα και...........αντίκρισα κάτι που έκανε την καρδιά μου να χάσει ένα χτύπο, τα χέρια μου να τρεμουλιάσουν και τα πόδια μου να μεταμορφωθούν σε δίδυμες στήλες από παγωμένο νερό: 
Το δρομάκι είχε εξαφανιστεί. Ένας συμπαγής τοίχος από γυμνούς τσιμεντόλιθους που είχε το ίδιο ύψος με τις προσόψεις των γύρω κτιρίων μου έκοβε το δρόμο της επιστροφής.

------------------


Έμεινα να κοιτάζω τον τοίχο χάσκοντας σαν ηλίθιος, ακινητοποιημένος από ένα κύμα αναπάντητων ερωτημάτων: 
Πως είχε συμβεί κάτι τέτοιο; Πως μπορούσε να ξεφυτρώσει ένας τοίχος από τη μια στιγμή στην άλλη; Μήπως είχα μπει σε κάποια πάροδο χωρίς να το καταλάβω με αποτέλεσμα να έχω χάσει τον προσανατολισμό μου; 
Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε πως μια λαμπερή κουκκίδα, κάτι που έμοιαζε με φωσφορικό μάτι, με κρυφοκοίταξε φευγαλέα μέσα από κάποιο ισόγειο παράθυρο. Άκουσα ένα ύπουλο σύρσιμο και ένιωσα μια ριπή κρύου αέρα που έμοιαζε με παγωμένο χάδι. Τινάχτηκα τρομαγμένος και καθώς έριχνα μια κλεφτή ματιά πάνω απ’ τον ώμο μου, κόλλησε πάνω του ένα κομμάτι χαρτί, μια κουρελιασμένη σελίδα εφημερίδας που βρωμούσε σαν σάπιο λαχανικό. Το πέταξα καταγής και το τσαλαπάτησα αηδιασμένος αλλά όταν σήκωσα και πάλι το βλέμμα μου αντίκρισα κάτι καινούργιο, κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: 
Μια μικρόσωμη σιλουέτα. 
Με παρακολουθούσε ακίνητη απ’ το βάθος του δρόμου, καθισμένη ανακούρκουδα στην αμπαρωμένη είσοδο μιας έρημης πολυκατοικίας. 
Κρατούσε το πρόσωπό της σκυμμένο, σαν να κοιτούσε με μεγάλο ενδιαφέρον κάτι που βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της. Αναγνώρισα τον άστεγο που με παρακολουθούσε: Φορούσε το ίδιο μακρύ και βρώμικο παλτό ενώ το κεφάλι του παρέμενε κρυμμένο κάτω από μια άμορφη κουκούλα.  
-«Με συγχωρείτε!» του φώναξα, «μπορείτε να μου πείτε πως μπορώ να βγω από’ δω μέσα; Νομίζω ότι έχω χαθεί!» Η φωνή μου ακούστηκε ψεύτικη και τραβηγμένη μέσα στη σιωπή, φορτωμένη με υποκριτική ευγένεια. Αναπήδησε σαν μπαλάκι του πινγκ-πογκ πάνω στους τοίχους και στις ραγισμένες προσόψεις των γύρω κτιρίων και γέμισε το δρομάκι με κοροϊδευτικούς αντίλαλους. 
Εκείνος σήκωσε το σκυμμένο του κεφάλι και με κοίταξε. Η καρδιά μου χτύπησε ξέφρενα. Αν και η απόσταση που μας χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη και το σκοτάδι απλωνόταν πυκνό ανάμεσά μας, ένιωσα βέβαιος ότι το πρόσωπό του ήταν φριχτά παραμορφωμένο, σχεδόν μη ανθρώπινο. Ένα μάτι στυλώθηκε πάνω μου, μια φωτεινή τελεία που έλαμπε σαν αναμμένο κάρβουνο.
-«Μπορείτε να με βοηθήσετε;» τον ξαναρώτησα με φωνή που έτρεμε τώρα, «μήπως ξέρετε που βγάζει αυτός ο δρόμος;»
 Ο παράξενος άνθρωπος έμεινε να με κοιτάζει ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μου μιλήσει και στη συνέχεια έκανε κάτι που μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω σύγκορμος, λες και κάποιος είχε αδειάσει έναν κουβά με παγωμένο νερό πάνω στη σπονδυλική μου στήλη:
Έβγαλε μια μακρόσυρτη και στριγκή κραυγή που ακούστηκε σαν το διαπεραστικό νιαούρισμα μιας θυμωμένης γάτας, γεμάτο μίσος και κακία, τρέλα και οργή. Με χτύπησε κατάμουτρα και μέχρι να συνέλθω απ’ την τρομάρα μου, εκείνος είχε τιναχτεί όρθιος και έτρεχε μακριά μ’ ένα δρασκέλισμα που ήταν αλλόκοτα ακανόνιστο και σπασμωδικό, λες και οι αρθρώσεις των ποδιών του δεν λειτουργούσαν φυσιολογικά. 
Ένας ξαφνικός άνεμος σηκώθηκε μέσα στο δρομάκι. Στροβιλίστηκε ανάμεσα στους μαυρισμένους τοίχους και τα σφαλιστά παράθυρα των γύρω κτιρίων ενώ την ίδια στιγμή ένας μεταλλικός κρότος ξεπηδούσε απ' το εσωτερικό κάποιας έρημης πολυκατοικίας, λες και κάποιος αναποδογύριζε έναν κάδο απορριμμάτων. 
Μου φάνηκε πως τα σκοτεινά κτίρια έγειραν από πάνω μου κακόβουλα. Ένιωσα αόρατα μάτια να με παρακολουθούν μέσα από σπασμένα παράθυρα και αμπαρωμένες μπαλκονόπορτες, πως κάποιος ή κάτι ετοιμαζόταν να μου επιτεθεί.
Το έβαλα στα πόδια. Άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο κατηφορικό δρομάκι και να κυνηγάω τον παράξενο άστεγο που έτρεχε πηδηχτά σαν δαιμονισμένος, μακριά απ' τον εφιαλτικό τοίχο που είχε ξεφυτρώσει απ’ το πουθενά ενώ ο παράξενος άνεμος συνέχισε να σφυρίζει γύρω μου κοροϊδευτικά, να με σπρώχνει με μανία και να μπερδεύει διάφορα παλιόχαρτα γύρω απ’ τα πόδια μου.  

---------


Κάπου σκόνταψα και παραπάτησα και μετά γλίστρησα και σωριάστηκα κατάχαμα. Οι αγκώνες και τα γόνατά μου συγκρούστηκαν επώδυνα πάνω στο σκληρό πλακόστρωτο και στη συνέχεια με τύφλωσε ένα λαμπερό φως. 
Ο άνεμος σφύριξε γύρω μου για τελευταία φορά και ο σωρός απ’ τα σκουπίδια που με κυνηγούσαν στροβιλίστηκε σαν ένα κοπάδι τρομαγμένων αρουραίων.  
Μια παράξενη σιωπή απλώθηκε στον παγωμένο αέρα.
Έμεινα ακίνητος, πεσμένος κατάχαμα, με τα γόνατα και τα χέρια μου να αιμορραγούν και να διαποτίζουν το τζιν παντελόνι και το πουκάμισο που φορούσα με την υγρή θερμότητα του φρέσκου αίματος. Έκανα μια σπασμωδική προσπάθεια ν’ αναπνεύσω και ανακάλυψα ότι ο αέρας που γέμιζε τα πνευμόνια μου ήταν βαρύς και δύσοσμος, φορτωμένος με τη διαβρωτική γεύση του καμένου χαρτιού και της οργανικής αποσύνθεσης.  
Όταν κατάφερα να ξανασταθώ όρθιος, είδα ότι το δρομάκι δεν υπήρχε πια. Είχε δώσει τη θέση του στον τοίχο που υψωνόταν πίσω μου σαν συμπαγές φράγμα από γυμνούς τσιμεντόλιθους. 
Μπροστά μου όμως απλωνόταν κάτι εντελώς διαφορετικό, μια ανοιχτή έκταση που έμοιαζε με μεγάλη πλατεία. Απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω εκείνη τη στιγμή, ήταν τετράγωνη στο σχήμα και φωτισμένη από διάσπαρτες εστίες φωτιάς που γέμιζαν τον αέρα με μαύρους καπνούς και πορφυρές σκιές. 
Σκούπισα τα μάτια μου που είχαν δακρύσει απ’ την τρεχάλα και αντίκρισα σκουριασμένους σωρούς από παμπάλαιους σκουπιδοτενεκέδες. Σχημάτιζαν μικρούς λοφίσκους και έμοιαζαν με αρχαίους τύμβους που κάποιος ανεγκέφαλος βάνδαλος είχε καλύψει με τα σκουπίδια μιας χωματερής. Μέσα στα μαυρισμένα τους σωθικά αναδεύονταν και τριζοβολούσαν λαίμαργες φλόγες που καταβρόχθιζαν σπασμένα ξύλα, πλαστικά μπουκάλια και σαπισμένα παλιόχαρτα.  
Ώστε αυτά ήταν τα φώτα που είχα δει να λαμπυρίζουν από μακριά, όταν είχα αντικρύσει για πρώτη φορά το εφιαλτικό σοκάκι. Καμία πόλη δεν με περίμενε στο τέλος του, καμία φωτισμένη λεωφόρος με καταστήματα και θέατρα, κινηματογράφους και βιαστικά αυτοκίνητα. Υπήρχαν μονάχα αυτές οι φωτιές που γέμιζαν τον αέρα με την αποφορά των καμένων σκουπιδιών. Μια γκρίζα αιθάλη στροβιλιζόταν πάνω απ’ την πλατεία, ένα μολυσματικό σύννεφο που μια πύκνωνε και μια αραίωνε. Ανάμεσα στους φλεγόμενους σκουπιδοτενεκέδες διέκρινα τις σιλουέτες καμένων αυτοκινήτων και λεηλατημένων λεωφορείων που ορθώνονταν ανάμεσα σε τσακισμένα καροτσάκια του σούπερ μάρκετ, ξεκοιλιασμένα παιδικά παιχνίδια, διαλυμένα ποδήλατα με τσαλακωμένες ρόδες και απογυμνωμένες ομπρέλες που έμοιαζαν με τ’ άσαρκα φτερά αρχαίων πτεροδάκτυλων.
Έκανα μερικά ζαλισμένα βήματα προσπαθώντας ν’ αγνοήσω τις σουβλιές που διαπερνούσαν τα γδαρμένα χέρια και τα γόνατά μου και βρέθηκα πιο κοντά στα όρια της πλατείας. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, η συγκεκριμένη λέξη είναι μάλλον αταίριαστη. Η έκταση αυτή έμοιαζε πολύ περισσότερο μ’ εγκαταλειμμένο σκουπιδότοπο.  
Μια σειρά από τετράγωνες πολυκατοικίες υψώνονταν γύρω της. Μου θύμιζαν κάπως τις εργατικές κατοικίες της πρώην ανατολικής Ευρώπης. Ήταν σκυθρωπές, παραμελημένες και άσχημες, με ατελείωτες σειρές από σπασμένα παράθυρα που έχασκαν μαύρα και ορθάνοιχτα σαν τα μάτια ξεθαμμένων κρανίων. Κάπως έτσι θα έμοιαζε και η πόλη του Τσερνομπίλ τρεις μήνες ύστερα από το πυρηνικό ατύχημα που την είχε καταστρέψει, το ίδιο έρημη, σιωπηλή και πεθαμένη.  
Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το τρίξιμο της φωτιάς που κατέτρωγε τα περιεχόμενα των σκουπιδοτενεκέδων. Πορτοκαλί σκιές χόρευαν μέσα στον θολό και βαρύ αέρα. Φώτιζαν θαμπά τα πλευρά των κατεστραμμένων οχημάτων και χρωμάτιζαν τις προσόψεις των σκοτεινών πολυκατοικιών με ματωμένες πινελιές.
Άρχισα να περιπλανιέμαι άσκοπα ενώ οι ψιλές νιφάδες του χιονιού που έπεφτε απ’ τον σκοτεινό ουρανό, στροβιλίζονταν γύρω απ’ τις φλόγες σαν αθόρυβος χαρτοπόλεμος. Οι σόλες των παπουτσιών μου άρχισαν να πατάνε πάνω σ’ ένα λεπτό στρώμα από απανθρακωμένα οστά περιστεριών και καρβουνιασμένα αποκαΐδια που συνθλίβονταν κάτω απ’ το βάρος μου και παρήγαγαν ένα κροταλιστό ήχο, ένα τρίξιμο που έμοιαζε με παξιμάδι που θρυμματίζεται αργά. 
Έκανε κρύο. Τόσο πολύ που άρχισα να τρίβω τα πλευρά μου με ζέση, μπας και ζεσταθώ. Σκέφτηκα να σταθώ κοντά σε κάποιον απ’ τους σκουπιδοτενεκέδες και να απλώσω τα χέρια μου πάνω από κάποια φωτιά, αλλά η βρώμα που έβγαζαν ήταν τόσο απαίσια που φοβήθηκα μήπως κάνω εμετό. 
Έπρεπε να βρω κάποιο δρόμο διαφυγής απ’ τη φριχτή εκείνη πλατεία, κάποιο άνοιγμα, ένα πέρασμα που θα χωνόταν ανάμεσα από τα νεκρά κτίρια και θα με οδηγούσε κάπου αλλού, μακριά απ’ αυτή την ανυπόφορη δυσοσμία και τα κατεστραμμένα οχήματα που έμοιαζαν με σάπια φέρετρα. 
Ξανάρχισα να περπατάω αργά και με δυσκολία και να προσπερνάω καρβουνιασμένους σκελετούς αυτοκινήτων και ξεκοιλιασμένων βυτιοφόρων. 
Κάποια στιγμή έφτασα στην άλλη άκρη του σκουπιδότοπου. Εκεί πέρα, ανάμεσα σε δύο μονοκόμματα κτίρια που έμοιαζαν με διάτρητους μεγάλιθους, αντίκρισα την αρχή ενός δρόμου που ήταν το ίδιο στενός και σκοτεινός με το σοκάκι που με είχε φέρει μέχρι εκεί. 
Αναστέναξα με ανακούφιση και έκανα μια κίνηση να πλησιάσω περισσότερο. Εκείνη τη στιγμή όμως, μια μορφή αναδύθηκε μέσα απ’ το σκοτάδι. Ήταν η καμπουριασμένη σιλουέτα ενός σκελετωμένου ανθρώπου που φορούσε ένα κουρελιασμένο κοστούμι που είχε αποκτήσει το απροσδιόριστο χρώμα της βρωμιάς. Τα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους του ήταν μακριά, γκρίζα και μαδημένα ενώ το δεξί του χέρι ήταν πιο μακρύ απ’ το αριστερό και ταλαντεύονταν παράξενα, απ’ το ύψος του αγκώνα, λες και η άρθρωση του είχε θρυμματιστεί.  
Παρά την απόσταση που μας χώριζε, μου φάνηκε πως διέκρινα κάτω απ’ τα βρώμικα μαλλιά του ένα κομμάτι προσώπου. Ένιωσα να κατακλύζομαι απ’ το ίδιο κύμα του παρανοϊκού τρόμου που με είχε συγκλονίσει και προηγουμένως όταν είχα αντικρύσει τον παράξενο ζητιάνο στο δρομάκι. Και στη δική του περίπτωση, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά με τα χαρακτηριστικά του και η σκέψη ότι θα με πλησίαζε και θα με υποχρέωνε να τον κοιτάξω καλύτερα, μ’ έκανε να παγώσω. Σταμάτησα να περπατώ και μείναμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο ακίνητοι, σαν γραφικοί πιστολέρο που μονομαχούσαν στον κεντρικό δρόμο κάποιας σκονισμένης πολίχνης της Αμερικανικής Άγριας Δύσης.  
Και τότε, ακόμα περισσότερες σιλουέτες έκαναν την εμφάνισή τους μέσα απ’ τα πεθαμένα κτίρια και πίσω απ’ τα κουφάρια των νεκρών αυτοκινήτων. Κι άλλοι κουρελήδες που ήταν παράξενα και φριχτά παραμορφωμένοι, με πρόσωπα που με λοξοκοίταζαν κρυμμένα πίσω από κουκούλες βρώμικα μαντήλια και κουρελιασμένα κασκόλ. Άρχισαν να κινούνται αδέξια προς το μέρος μου, σκυφτοί ή περπατώντας στα τέσσερα σαν τραυματισμένα ζώα. Στο δεξί τους χέρι κρατούσαν οδοντωτά μαχαίρια και λεκιασμένους μπαλτάδες, σκουριασμένους σιδερολοστούς και ξεδοντιασμένα πριόνια ενώ με το αριστερό έσφιγγαν σιδερένια καπάκια που έμοιαζαν με μικρές ασπίδες.
Οι ανάσες τους ηχούσαν τραχιές και σφυριχτές, σαν να ξεπηδούσαν μέσα από τα σκισμένα λαρύγγια και τους αραχνιασμένους πνεύμονες ζωντανεμένων πτωμάτων.
Έκανα πίσω. Εκείνοι, μόλις είδαν την κίνησή μου αυτή, άρχισαν να χτυπούν όλοι μαζί τα φονικά εργαλεία που κρατούσαν πάνω στα καπάκια τους, παράγοντας έναν εκκωφαντικό σαματά που γέμισε την φλεγόμενη πλατεία με αναρίθμητους φριχτούς αντίλαλους.  
Κι άλλοι, ακόμα περισσότεροι, εμφανίστηκαν μέσα από τις σκιές και άρχισαν να κινούνται αργά προς το μέρος μου. Τους γύρισα την πλάτη και άρχισα να τρέχω ανάμεσα απ’ τα φλεγόμενα σκουπίδια και τα καμένα αυτοκίνητα έως ότου βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πολυώροφο κτίριο που έμοιαζε το ίδιο ρημαγμένο με όλα τα υπόλοιπα. Ήταν τόσο τεράστιο που άθελά μου το παρομοίωσα με κάποιο αναστηλωμένο παλάτι της αρχαίας Βαβυλώνας. 
Κοντοστάθηκα λαχανιασμένος, έριξα μια ματιά πίσω απ’ την πλάτη μου και είδα εκατοντάδες απ’ τους διώκτες μου να έχουν σχηματίσει ένα ημικύκλιο που έκλεινε αργά και αδυσώπητα. Κατάλαβα ότι προσπαθούσαν να με υποχρεώσουν να μπω εκεί μέσα και ένιωσα σαν ένα παγιδευμένο ζώο που εξαναγκάζεται να πέσει στα δίχτυα κάποιας ολέθριας παγίδας. 
Και πραγματικά, ακριβώς μπροστά μου, σαν ένα παραλληλόγραμμο από βαθύ σκοτάδι που έμοιαζε σχεδόν χειροπιαστό, ορθώθηκε μια δίφυλλη πόρτα με σιδερένια φύλλα που με περίμενε ορθάνοιχτη, όμοια με ξεδοντιασμένο στόμα.
Τα χτυπήματα των λοστών των μαχαιριών και των πριονιών πάνω στα τσαλακωμένα καπάκια γέμιζαν τη φλογισμένη πλατεία μ’ έναν ανυπόφορο παλμό. Ηχούσαν γύρω μου εκκωφαντικά και με καταδίωκαν σαν ένα κοπάδι ανθρωποφάγων νυχτερίδων, σαν φρικαλέα καμπανίσματα που καλούσαν τους πιστούς μιας σκοτεινής θρησκείας να παρακολουθήσουν την έναρξη κάποιας ανόσιας τελετής. 
Δεν είχα περιθώρια επιλογής. Έπρεπε να μπω μέσα στο πανύψηλο κτίριο.  
Έβηξα πνιχτά. Η βρώμα του καπνού και η δυσωδία των σκουπιδιών που καίγονταν μ’ έκανε να ασφυκτιώ, κατάφερα όμως να καλύψω τρέχοντας την απόσταση που με χώριζε απ’ τη είσοδο με τα σιδερένια φύλλα, να ορμήσω μέσα της και να βυθιστώ σ’ ένα πηχτό σκοτάδι. 
Ο κακόηχος σαματάς σταμάτησε ακαριαία. Βαριά σιωπή απλώθηκε γύρω μου, νεκρή και ακίνητη σαν παγωμένη πίσσα. 
Στάθηκα ακίνητος και τέντωσα τα χέρια μου διστακτικά. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ήταν αν ένα ζεστό χέρι αγκάλιαζε το δικό μου και με καθοδηγούσε με ασφάλεια μέσα απ’ το σκοτάδι. Και μετά ανατρίχιασα και σκέφτηκα ότι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να μου συμβεί εκείνη τη στιγμή ήταν ακριβώς αυτό, να νιώσω ένα ξένο χέρι ν’ αγγίζει το δικό μου. Γιατί, πολύ απλά, αν πάθαινα κάτι τέτοιο θα ξεσπούσα σε ασυγκράτητα ουρλιαχτά. 
Και τότε άκουσα ένα πνιχτό βογγητό. Και άγγιξα κάτι κρύο και υγρό που σάλεψε αδύναμα κάτω απ’ τα δάχτυλά μου.


----------


Πισωπάτησα ενστικτωδώς. Μου φάνηκε ότι η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει. Ένα ασφυκτικό κουκούλι αρκτικού πάγου απλώθηκε γύρω της. Το κύμα του παγωμένου ιδρώτα που κύλησε στο μέτωπό μου έκανε τα μάτια μου να τσούξουν.  
Πήρα μια σειρά από βαθιές αναπνοές και προσπάθησα να σκεφτώ λογικά. Είχα αγγίξει κάτι ζωντανό, κάτι ψυχρό και υγρό μεν, αλλά που είχε κινηθεί.  
Ψαχούλεψα πυρετικά τις τσέπες μου και βρήκα έναν αναπτήρα. Κατάφερα να τον ανάψω, ύστερα από τρεις αξιοθρήνητες προσπάθειες. Η μικρή και τρεμάμενη φλόγα του γέννησε έναν φωτεινό κύκλο μέσα στο πυκνό και δύσοσμο σκοτάδι.  
Μέσα από εκείνο το ετοιμοθάνατο φως αναδύθηκε ένα ασώματο κεφάλι, ένα γκρίζο και παραμορφωμένο πράγμα που με κοιτούσε με μάτια γυάλινα και γκρίζα σαν του ψαριού. Ήταν κάτι νεκρό, κάτι που δεν θα μπορούσε να κινείται. Και όμως, τα μάτια του πετάρισαν, τα χείλη του συσπάστηκαν και μια φριχτή γλώσσα που έμοιαζε με πελώριο γυμνοσάλιαγκα, έγλειψε αργά τις άκρες των χειλιών του.
Μου φάνηκε ότι θα λιποθυμούσα. Ίσως θα έπρεπε να είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να βυθιστεί στο βούρκο κάποιας σπλαχνικής λήθης γιατί τότε δεν θα είχα ακούσει εκείνο το γλοιώδες θρόισμα που βγήκε μέσα απ’ το λαρύγγι του τερατόμορφου πλάσματος:
-«Πλησίασέ με.»
Υπάκουσα σαν υπνωτισμένος, κυριευμένος απ’ το δηλητήριο ενός παραλυτικού τρόμου που κυλούσε στις φλέβες μου σαν θανατηφόρο υδροκυάνιο.
Στο φως του αναπτήρα είδα ένα κατακρεουργημένο κορμί, το μελανιασμένο απομεινάρι ενός ανθρώπου που του έλειπαν τα πόδια και που κρεμόταν από ένα γάντζο που διαπερνούσε τους καρπούς των τεντωμένων του χεριών σαν σφαγμένο αρνί. Είδα το πρόσωπό του να με κοιτάζει με το στόμα ορθάνοιχτο, εγκλωβισμένο σ’ ένα μόνιμο μορφασμό μάταιης ικεσίας, τη γλώσσα του μακριά και μελανιασμένη να κρέμεται από το στόμα του σαν μια μεγάλη κάμπια που σάλευε αργά, τις πληγές στα σπασμένα πλευρά και στα κολοβομένα κάτω άκρα του ραμμένες με χοντρό σπάγκο από κάποιο μοχθηρό χέρι. Κι όμως ζούσε ακόμα, με κοιτούσε και ήθελε να μου μιλήσει. 
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν από μόνα τους λες και τα κυρίευε μια επιληπτική κρίση που εξελισσόταν σε αργή κίνηση. Γύρω απ’ το κρεμασμένο κορμί, στο φως του αναπτήρα που πάλευε να σβήσει, είδα παρόμοια ανθρώπινα σώματα, ανδρικά και γυναικεία, όλα τρομακτικά κατακρεουργημένα και όλα ζωντανά. Είχαν νιώσει την παρουσία μου και ταλαντεύονταν ανήμπορα πάνω στα τσιγκέλια τους. Βογκούσαν πνιγμένα, παράγοντας ήχους που έμοιαζαν με τους επιθανάτιους ρόγχους και τους στεναγμούς ξεβρασμένων δελφινιών που πέθαιναν κάτω απ’ τον ήλιο μιας τροπικής παραλίας. 
Καθώς τα κοιτούσα ψιθυρίζοντας αδύναμα στον εαυτό μου ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβαίνει, ότι είχα μπλεχτεί στα δίχτυα κάποιου αλλόκοτου εφιάλτη, άκουσα ξανά τη φριχτή φωνή να λέει:
-«Η κυρά σε διάλεξε. Απόψε θα γίνεις δικός της.»
-«Η κυρά, ποιά κυρά;» τον ρώτησα κλαίγοντας ανήμπορα.
-«Η κυρά της Πόλης. Η αφέντρα αυτού του τόπου. Η ψυχή των πόλεων όλου του κόσμου. Απόψε θα σ’ αγγίξει και θα σου χαρίσει την αθανασία. Αν την παρακούσεις θα υποφέρεις σαν κι εμάς. Θα πέσεις στα χέρια των πιστών της που περιμένουν απ’ έξω και αυτοί θα σε βασανίσουν, θα σε κόψουν σε κομμάτια αλλά εσύ θα ζεις ακόμα, δεν θα μπορείς να πεθάνεις. Και μετά θα σε κρεμάσουν εδώ πέρα, μαζί με όλους εμάς, για πάντα. Αν όμως υπακούσεις στο θέλημά της, θα περπατάς σ’ όλες τις πόλεις των ανθρώπων αθάνατος και μόνος, προορισμένος να εντοπίζεις αυτούς που έχει επιλέξει και να τους παρασέρνεις στο βασίλειό της. Και κάποια μέρα, όταν ικανοποιηθεί απ’ τις προσφορές σου, θα σ’ αφήσει ελεύθερο να βυθιστείς στην γλυκιά αγκαλιά της ανυπαρξίας.»  
Εκείνη τη στιγμή άκουσα πίσω μου τον ήχο αργών βημάτων που πλησίαζαν αδέξια. 
Και τότε ξανάρχισα να τρέχω. Αδιαφορώντας παντελώς για τα αξιοθρήνητα σώματα που κρέμονταν γύρω μου σαν σάρκινοι πολυέλαιοι, χώθηκα πιο βαθιά μέσα στο τρομερό κτίριο αναζητώντας κάποιο καταφύγιο που θα με προστάτευε από τους κουκουλοφόρους ανθρώπους με τ’ αθέατα πρόσωπα που ήθελαν να με αρπάξουν και να με βασανίσουν
Άρχισα να παραμερίζω κρεμασμένα κορμιά που σπάραζαν αδύναμα κάτω απ’ το άγγιγμά μου, άνοιξα δρόμο ανάμεσα σ’ ένα ανίερο δάσος από πνιγμένες κραυγές και βογγητά έως ότου είδα ν’ αναβοσβήνει ένα κόκκινο φως. Το πλησίασα με λαχτάρα και αντίκρισα την φωτεινή ένδειξη ενός ανελκυστήρα. Πάτησα ένα κουμπί και μια πόρτα γλίστρησε στο πλάι αποκαλύπτοντάς ένα φωτισμένο θαλαμίσκο. Όρμησα μέσα του ενώ την ίδια στιγμή ένιωσα σίγουρος πως τα βήματα που με ακολουθούσαν είχαν πλησιάσει επικίνδυνα και πως μια μακρόσυρτη ανάσα χάιδευε το σβέρκο μου σαν το κοκάλινο χέρι ενός ζωντανεμένου σκελετού.
Η πόρτα όμως έκλεισε και ο ανελκυστήρας άρχισε ν’ ανεβαίνει.



-----------


Σωριάστηκα κατάμαχα. Ένιωσα τη ανάγκη να κλείσω τα μάτια μου σφιχτά και να κουλουριαστώ σαν έμβρυο αλλά δεν τόλμησα να κάνω τίποτα τέτοιο, όχι όσο βρισκόμουν ακόμα σ’ αυτόν τον εφιάλτη που εξελισσόταν αδυσώπητα σαν απαγορευμένη ταινία τρόμου.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για ν’ απομακρύνω τα δάκρυα που απειλούσαν να τα πνίξουν και κατάφερα να ξανασταθώ όρθιος. 
Ο θάλαμος του ανελκυστήρα ήταν μικρός και φωτιζόταν από μια χλωμή λάμπα φθορισμού που αναβόσβηνε σπασμωδικά. Σκόρπιζε ένα κιτρινωπό φως που ήταν άσχημο και θολό λες και έπεφτε πάνω σε λασπωμένο νερό. Στη μια πλευρά του ανελκυστήρα υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης που ήταν ραγισμένος και διάστικτος από ακανόνιστες μαύρες κηλίδες. 
Κοίταξα το είδωλό μου και αντίκρισα ένα άτομο με σκισμένα και λερωμένα ρούχα, και τραβηγμένο πρόσωπο που το χαράκωναν βαθιές ρυτίδες αγωνίας. Τα μάτια που ανταπέδωσαν το βλέμμα μου έμοιαζαν σκοτεινά και τεράστια μέσα στο ασθενικό φως του θαλάμου, τα μαλλιά κολλούσαν στο μέτωπό μου σαν ξεβρασμένα φύκια ενώ μια βρώμικη μεμβράνη από χοντρές στάλες ιδρώτα με κάλυπτε ολόκληρο. 
Πίσω μου κινούταν το τσιμεντένιο τοίχωμα του φρεατίου του ανελκυστήρα. Γλιστρούσε προς τα κάτω σημαδεμένο από σκουρόχρωμες κηλίδες ξεραμένου αίματος ανάμεσά στις οποίες απλωνόταν ένα μωσαϊκό κακογραμμένων λέξεων. Ξεχώρισα ανάμεσά τους την προσταγή «ΦΥΓΕ» που είχα αγνοήσει με τόση αφροσύνη όταν την είχα αντικρύσει για πρώτη φορά, εκκλήσεις για βοήθεια, χαραγμένες ικεσίες απελπισμένων ανθρώπων που είχαν παγιδευτεί εκεί μέσα πριν από μένα.  
Καθώς ο ανελκυστήρας διαπερνούσε ένα-ένα τ’ αναρίθμητα πατώματα του κτιρίου, είδα μέσα από τις γυάλινες πόρτες του ατελείωτες σειρές αποστεωμένων θυμάτων, λεγεώνες ολόκληρες από βασανισμένα σώματα. Κατάλαβα τότε ότι ολόκληρο το κτίριο ήταν κάτι σαν αποθήκη, μια φρικαλέα τράπεζα νεκροζώντανων ανθρώπων που τιμωρούνταν αιώνια για την ανυπακοή τους.
Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά και προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο ρυθμό της αναπνοής μου και στο σφυγμό μου που παλλόταν ξέφρενα. Ήταν τα μοναδικά ερεθίσματα που με διαβεβαίωναν ότι ήμουν ακόμα ζωντανός και ότι το σώμα που έβλεπα στον καθρέφτη ήταν το δικό μου.
Και τότε ο ανελκυστήρας τραντάχτηκε και σταμάτησε να κινείται. Οι πόρτες του άνοιξαν στριγκλίζοντας εκκωφαντικά, σαν σωροί από σκουριασμένες λαμαρίνες που συνθλίβονται κάτω απ’ τα δόκανα κάποιας τεράστιας πρέσας.  
Βγήκα απ’ τον ανελκυστήρα και κοντοστάθηκα ακίνητος, πάνω στην τραχιά επιφάνειά μιας επίπεδης ταράτσας που απλωνόταν μπροστά μου στρωμένη με μικρά κομμάτια απανθρακωμένου χαρτιού. 
Ο αέρας έμοιαζε κάπως πιο καθαρός εδώ πάνω, απαλλαγμένος απ’ την τρομερή δυσοσμία των καμένων σκουπιδιών που γέμιζαν την πλατεία.
Αραιές χιονονιφάδες χόρευαν γύρω μου, κατέβαιναν από έναν ουρανό που έβγαζε μια μουντή κόκκινη ακτινοβολία, όμοια με την ανταύγεια που πηγάζει απ’ τα σωθικά ενός μισοσβησμένου κάρβουνου.
Διέσχισα την ταράτσα, στάθηκα στην άκρη της και μετά κοίταξα προς τα κάτω, την πλατεία που απλωνόταν στα πόδια του κτιρίου σαν τετράγωνη χωματερή. 
Είδα ότι είχε πλημμυρίσει από ένα πυκνό πλήθος ανθρώπων, από τους κουκουλοφόρους ζητιάνους που με είχαν υποχρεώσει να μπω στο κτίριο. Γέμιζαν την πλατεία σαν ένας στρατός από πεινασμένα μυρμήγκια και στέκονταν απόλυτα ακίνητοι, με τα πρόσωπά τους στραμμένα προς τον ουρανό και τα βλέμματά τους, μπορούσα να το νιώσω αυτό, καρφωμένα πάνω μου.
Έπνιξα την υστερική παρόρμηση να βάλω τα γέλια. Έμοιαζα με καρικατούρα πολιτικού έτσι όπως στεκόμουν στην άκρη της οροφής, σαν να έσκυβα πάνω από κάποιο προεκλογικό μπαλκόνι ενώ μπροστά μου, στα πόδια μου, συσσωρεύονταν οι πιστοί μου οπαδοί που περίμεναν με αγωνία να αρχίσω να μοιράζω ψεύτικες υποσχέσεις.
Αποτράβηξα τη ματιά μου απ’ το σιωπηλό πλήθος των κουκουλοφόρων και κοίταξα πιο μακριά, πέρα απ’ την τετράγωνη περιφέρεια της κοσμοπλημμυρισμένης πλατείας. Αντίκρισα έναν αριθμό από ευθύγραμμους και στενούς δρόμους που ξεκινούσαν ακτινωτά απ’ την περίμετρό της και διέσχιζαν μια άμορφη έκταση από σκοτεινές πολυκατοικίες. Είχαν όλες τους το ίδιο ύψος και οι επίπεδες οροφές τους απλωνόταν κάτω απ’ τον κόκκινο ουρανό φορτωμένες με παλιές κεραίες και μαυριδερές σιδεριές που έμοιαζαν με πυκνές συστάδες απανθρακωμένων δέντρων.  
Ο πολεοδομικός εκείνος κυκεώνας άγγιζε έναν ορίζοντα που έλαμπε σαν φωτεινό δαχτυλίδι. Ήταν ένας μακρινός κύκλος από φωταγωγημένα προάστια που αποτελούνταν από πύργους, γέφυρες και ουρανοξύστες και από μυριάδες πολύχρωμα φώτα που σχημάτιζαν μια σπινθηροβόλα θάλασσα φωτός. 
Άνοιξα τα μάτια μου κατάπληκτος καθώς, παρά τη μεγάλη απόσταση που με χώριζε απ’ τα λαμπερά εκείνα κτίρια, κατάφερα να ξεχωρίσω γνώριμες σιλουέτες, διάσημα μνημεία που στολίζουν τις πόλεις ολόκληρου του κόσμου: Είδα τον φωταγωγημένο πύργο του Άιφελ να σημαδεύει τον κόκκινο ουρανό σαν φωτισμένη ακίδα και πιο πέρα τον γαλάζιο και λευκό πύργο του Σηάτλ, το Μπιγκ Μπεν του Λονδίνου και τον τρούλο του Αγίου Πέτρου της Ρώμης, τον Ελληνικό Παρθενώνα και τους πανύψηλους ουρανοξύστες της Μαλαισίας της Σιγκαπούρης και του Ντουμπάι. Θα έλεγε κανείς πως όλες οι πόλεις του κόσμου είχαν σχηματίσει έναν κύκλο που περικύκλωνε απέραντος και αχανής σαν Κρόνιος δακτύλιος τη σκοτεινή επικράτεια των αρχαίων πολυκατοικιών και της φλογισμένης πλατείας.
Ξανακοίταξα την πλατεία και μια παράξενη σκέψη πέρασε ξαφνικά απ’ το μυαλό μου:
Αυτοί εκεί κάτω, οι παραμορφωμένοι κουρελήδες που έμοιαζαν με τους επιζώντες κάποιου παγκόσμιου πολέμου, με κοίταζαν αμίλητοι και ακίνητοι σαν απολιθωμένοι γιατί κάτι περίμεναν. 
Κάτι που επρόκειτο να συμβεί.


---------------


Μια απαλή αύρα με χάιδεψε στην πλάτη και έκανε τον σβέρκο μου να παγώσει. Ένιωσα τις τριχούλες του αυχένα μου να σηκώνονται όρθιες, η μια μετά την άλλη, σαν να τις άγγιζε ένα αόρατο πεδίο στατικού ηλεκτρισμού. 
Και τότε αισθάνθηκα πολύ έντονα πως κάποιος ή κάτι είχε προσγειωθεί πάνω στην ταράτσα και με κοιτούσε. Απτά σχεδόν κύματα μοχθηρίας κατέκλυσαν την ακίνητη ατμόσφαιρα, η αίσθηση μιας παρουσίας που αποτελούταν από οργή που σιγόβραζε και από ένα διάπυρο μίσος που ακτινοβολούσε σαν λάμπα αλογόνου.  
Έκλεισα τα μάτια μου, γύρισα μονοκόμματα και πήρα μια βαθιά αναπνοή. Μετά τ’ άνοιξα και πάλι και αντίκρισα μια μορφή να στέκεται στο κέντρο της ταράτσας, ένα ανθρωπόμορφο αποτύπωμα από μελάνι που διαγραφόταν σαν μισοσβησμένη τοιχογραφία πάνω στο σκοτεινό υπόστρωμα της νύχτας.
Η παρουσία εκείνη άρχισε να κινείται, να με πλησιάζει με βήματα ανάλαφρα και υπολογισμένα. 
Καθώς η μορφή με πλησίασε ακόμα περισσότερο, τα καμένα χαρτιά που γέμιζαν την ταράτσα άρχισαν να αιωρούνται γύρω της αθόρυβα, να παρασύρονται από έναν απαλό άνεμο που την τύλιγε σιωπηλά σαν την τελευταία εκπνοή ενός ετοιμοθάνατου. Τα είδα να ζαρώνουν αγκαλιασμένα από κάποια αόρατη φλόγα και να μετατρέπονται σε καυτές στάχτες που σκόρπιζαν στον ακίνητο αέρα φεγγοβολώντας βαθυκόκκινες.
Η μορφή στάθηκε απέναντί μου, στην απόσταση που καλύπτει ένα τεντωμένο χέρι. Σήκωσε το κεφάλι της και ο καταρράκτης των μαλλιών που το σκέπαζαν, των μαλλιών που ήταν μαύρα σαν τη νύχτα και λαμπερά σαν ένα πέπλο χειμωνιάτικης πάχνης, χωρίστηκε στη μέση.
Και εκείνη με κοίταξε.
Είχε ένα πρόσωπο γυναικείο, λευκό σαν πορσελάνη, με μάτια αμυγδαλωτά που είχαν το μαύρο χρώμα της αβύσσου, ένα μαύρο που ήταν και φωτεινό συνάμα, πλημμυρισμένο απ’ τις αντανακλάσεις μυριάδων ξένων αστεριών. Τα μήλα του προσώπου της έστεκαν ψηλά και τα χείλη της ήταν σαρκώδη και αισθησιακά στο σχήμα αλλά σκουρόχρωμα και πορώδη, σαν φρεσκοστρωμμένη άσφαλτος. 
Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα που άφηνε ελεύθερο το λεπτό λαιμό της. Ένα βαρύ μενταγιόν κρεμόταν στα στήθη της, μια ασημένια καδένα που αποτελούταν από τρεις ομόκεντρους κύκλους οι οποίοι περικύκλωναν έναν τετραγωνισμένο ρόμβο, σαν μια σχηματική αναπαράσταση του κόσμου που απλωνόταν γύρω απ’ την ταράτσα. 
Η γυναίκα μου χαμογέλασε και το χαμόγελο της ήταν τρομερό. Έμοιαζε με το μορφασμό μιας πεινασμένης τίγρης.
-«Καλώς όρισες,» μου είπε.
Η φωνή της ακούστηκε στεγνή και απαλή, σαν το τσαλάκωμα παλιών εφημερίδων, το σφύριγμα του άνεμου που γλιστράει ανάμεσα σε σκουριασμένα καλώδια ηλεκτροδότησης. Τα μάτια της άστραψαν περιπαιχτικά, γέμισαν με τη φευγαλέα λάμψη μιας μακρινής οξυγονοκόλλησης. -«Ποιά είσαι;» τη ρώτησα. Η δική μου φωνή ήχησε ψιλή και τρομαγμένη, σαν να είχα ξαναγίνει οκτώ ετών και να ζητούσα βοήθεια από κάποια ξένη, έχοντας χαθεί καθώς εξερευνούσα κάποια ξένη γειτονιά.
-«Αυτοί που με λατρεύουν, με αποκαλούν Η κυρά της Πόλης» μου είπε, « Είναι μια αρκετά ταιριαστή ονομασία και μου αρέσει.» «Είμαι αθάνατη,» πρόσθεσε.
Έκανε αυτή τη δήλωση απλά και αδιάφορα σαν να ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα του κόσμου. «Είμαι μια θεά, ένα πνεύμα, μια σκεπτομορφή που γεννήθηκε στους μεγαλιθικούς πύργους από ατσάλι και γυαλί που χτίζετε τόσο απερίσκεπτα πάνω στο πρόσωπο του κόσμου, μέσα στις πολυκατοικίες σας που σαν κυψέλες θ’ αγκαλιάσουν κάποια μέρα ολόκληρη τη γη. Με ξύπνησαν οι αναρίθμητες κατάρες σας, μ’ έθρεψε ο θυμός και με πότισε ο ποταμός της απελπισίας που γεννά η φτώχεια, η ασχήμια και η βρωμιά των αστικών σας φυλακών. Είμαι η κόρη της απόγνωσης, η ερωμένη των μεταμεσονύχτιων ονειρώξεων όλων αυτών που θέλουν να πεθάνουν, κλεισμένοι σε φυλακές και τρελάδικα και σε πνιγηρά δωμάτια δημόσιων νοσοκομείων. Είμαι το παιδί της σκοτεινής μαγείας που έχουν υφάνει οι αμέτρητοι νεκροί των τροχαίων ατυχημάτων σας, μια γοργόνα που κολυμπάει μόνη στους τοξικούς ωκεανούς της απόγνωσης και της νοσταλγίας που αναδεύονται στις ψυχές όλων αυτών που κατοικούν στις πόλεις.»  
-«Τι θέλεις όμως από μένα;» 
-«Τα παιδιά μου σ’ έφεραν εδώ για να με λατρέψεις και να γίνεις ένας ακόμα άνθρωπος που θ’ αυξήσει τον στρατό μου. Και θα το κάνεις. Αλλιώς...»
-«Αλλιώς τι;» τη ρώτησα με φωνή που έτρεμε σαν το φύλλο.
-«Είδες τι συμβαίνει σ’ αυτούς που με αρνούνται,» μου απάντησε εκείνη.
Σκέφτηκα τα νεκροζώντανα και κατακρεουργημένα σώματα που γέμιζαν το κτίριο. Τα κατασπαραγμένα εκείνα θύματα που δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
-«Ακριβώς,» μου είπε, «Θα βασανίζεσαι για πάντα, μέχρι να εξαντληθεί το αίμα που θα μπει στις φλέβες σου, η σκοτεινή Ιχώρ που μου χαρίζει την αθανασία. Αυτή θα είναι η τιμωρία σου. Πόνος φριχτός για πάντα και μια αιωνιότητα μέσα στο σκοτάδι.»
Τα πόδια μου δεν με κρατούσαν πια. Έπεσα στα γόνατα, σαν να την προσκυνούσα. Η απάνθρωπη αταραξία της και η αλλοκόσμική της εμφάνιση, κυρίως όμως η σκοτεινή αύρα της υπέρτατης δύναμης που την τύλιγε σαν ένα πανίσχυρο ηλεκτροστατικό πεδίο, μ’ εκμηδένιζαν αργά αλλά σταθερά, σαν ηλεκτρονικός ιός που διαβρώνει τη μνήμη κάποιου υπολογιστή.
-«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» τη ρώτησα κοιτάζοντας την με δακρυσμένα μάτια. Εκείνη χαμογέλασε για δεύτερη φορά και το χαμόγελο της ήταν ακόμα πιο φριχτό απ’ το προηγούμενο. Αν μια κόμπρα μπορούσε να χαμογελάσει, πιστεύω ότι κάπως έτσι θα μόρφαζε. Υπήρχε όμως και μια νότα θλίψης σ’ αυτό το χαμόγελο, και αυτό ήταν κάτι που το έκανε ακόμα πιο ανυπόφορο.
-«Πιστεύεις ότι είμαι κακιά;» με ρώτησε.
Κούνησα το κεφάλι μου ασυναίσθητα. Καταφατικά ή αρνητικά δεν ξέρω.
Εκείνη συνέχισε να με κοιτάζει μ’ εκείνα τ’ απίστευτα μάτια από υλοποιημένο σκοτάδι, μ’ εκείνες τις δίδυμες τρύπες που έβγαζαν σ’ ένα παράλληλο σύμπαν μεταμεσονύχτιας σκοτεινιάς και αρκτικού ψύχους.
-«Ναι, είμαι κακιά,» με βεβαίωσε, «αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαι παρά το ψυχικό δημιούργημα των πόλεων όλου του κόσμου. Τρέφομαι από τα συναισθήματα που με γέννησαν, από το άγχος και το φόβο, τη μοναξιά, την οργή και την απελπισία που βασιλεύουν στις καρδιές των κατοίκων τους. Γι’ αυτό και δημιούργησα αυτή την παγίδα που βλέπεις γύρω σου, το σκοτεινό αυτό δόκανο μέσα στο οποίο αποφάσισες να διεισδύσεις με τη δική σου θέληση, το μυστικό βασίλειο που κρύβεται ανάμεσα στα σκοτεινά στενά και στα σαπισμένα σωθικά των τερατικών πόλεων του αιώνα που ανατέλλει!»
Την κοίταξα αμίλητος, μαγνητισμένος απ’ την απάνθρωπη φωνή της, έρμαιο της ανελέητης δύναμης που την τύλιγε σαν πανοπλία από διάπυρο χαλκό.
-«Σε διάλεξα γιατί ανήκεις στους ανθρώπους που δεν αγαπά κανείς και που κανείς δεν θ’ αναζητήσει αν χαθούν,» πρόσθεσε, «και αποφάσισα να σε μετατρέψω σ’ έναν απ’ τους αθάνατους υπηρέτες μου.»
Έσκυψε από πάνω μου και για πρώτη φορά ένιωσα την τρομερή θερμότητα που την περιέβαλλε, μια καυτή ριπή ανέμου που έμοιαζε με το ανοιχτό στόμιο ενός πυρακτωμένου φούρνου.
-«Υπηρέτης σου, πως;» ψέλλισα καθώς προσπαθούσα να ζαρώσω μακριά της, παγιδευμένος ανάμεσα στην ψηλόκορμη σιλουέτα της και την άκρη της επίπεδης ταράτσας. 
-«Θα νιώσεις το άγγιγμά μου,» μου είπε, «το άγγιγμα που θα σε κάνει δικό μου για πάντα.»
Είδα το χέρι της, το δεξί της χέρι, να σηκώνεται, μια παλάμη που την πλαισίωναν μακριά και λεπτά δάχτυλα να τεντώνεται προς το μέρος μου και να λάμπει σαν ερυθροπυρωμένο μέταλλο και έκανα ακόμα πιο πίσω καθώς κατάλαβα για πρώτη φορά τι ήθελε να μου κάνει, τι είχε ήδη συμβεί σ’ όλους αυτούς του άθλιους που αποκαλούσε υπηρέτες της και που είχαν συναθροιστεί τώρα στη φλεγόμενη πλατεία και με παρακολουθούσαν γεμάτοι προσμονή.
Ήθελε να με σημαδέψει για πάντα με το καυτό της αποτύπωμα και να καταστρέψει το πρόσωπο μου μέσα σ’ ένα ντελίριο πόνου, να με μετατρέψει σε μια μονόφθαλμη τερατωδία, όπως είχε παραμορφώσει και όλους τους άλλους.
Έκανα ακόμα πιο πίσω και τα χέρια μου άγγιξαν το κενό. Εκείνη έσκυψε από πάνω μου ακόμα περισσότερο, σαν ένα σκοτεινό σύννεφο που ετοιμάζεται να κατακλύσει τη γη με το υδάτινο φορτίο του. Χαμογελούσε ασταμάτητα μ’ εκείνα τα πορώδη και γκρίζα χείλη που έμοιαζαν με φιδίσιο δέρμα και ύστερα με άγγιξε. 
Δεν θυμάμαι τίποτα περισσότερο. Μια εκτυφλωτική λάμψη μονάχα, μια διάπυρη λόγχη φωτός που με χτύπησε σαν τ’ ωστικό κύμα μιας βόμβας υδρογόνου που αποτεφρώνει δέρμα, μύες και κόκαλα, και μετά ένα γλίστρημα, μια αίσθηση εφιαλτικής και ατελείωτης πτώσης στο σκοτάδι

 -------------

Άκουσα έναν εκκωφαντικό κρότο σαν πιστολιά, άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα πεσμένος καταγής, στο δρόμο έξω απ’ το γραφείο μου, κάθιδρος μέσα στο παγερό ψιλόβροχο. 
Το δρομάκι είχε εξαφανιστεί και στη θέση του βρισκόταν το μικρό φαρμακείο που έβλεπα κάθε πρωί.
Ήταν ένα όνειρο, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν αλλόκοτο εφιάλτη που είχα ονειρευτεί ξύπνιος.
Κούνησα το κεφάλι μου και ένιωσα ένα τεράστιο κύμα αγνής και απόλυτης ανακούφισης να με σκεπάζει. 
Ένα όνειρο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν αληθινό.
Προσπάθησα να σηκωθώ όρθιος και ξανάπεσα καταγής, διπλωμένος στα δύο από μια αβάσταχτη σουβλιά πόνου. Η πλάτη μου με σκότωνε, λες και κάποιος την είχε χτυπήσει μ’ ένα τεράστιο σφυρί. Ένιωθα σαν να είχα πέσει από μεγάλο ύψος και να είχα ραγίσει τη σπονδυλική μου στήλη. Έμεινα για μια στιγμή ακίνητος, με την ανάσα να βγαίνει σφυριχτή και γοργή ανάμεσα απ’ τα χείλη μου και την καρδιά μου να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμισα ότι πάλευε να ξεφύγει από την οστέινη φυλακή της.
Όταν συνήλθα κάπως από το σοκ του διάπυρου εκείνου πόνου και ανέκτησα κάπως τις δυνάμεις μου, κατάφερα να μισό-σταθώ στα πόδια μου και ν’ αρχίσω να περπατάω με αργά και σερνάμενα βήματα πάνω στο δρόμο, κολλητά με τους τοίχους για να μην χάσω την ισορροπία μου και ξαναπέσω.
Σκέφτηκα πως το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να ψάξω και να βρω κάποιο γιατρό καθώς, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω τουλάχιστον, είχα χτυπήσει την πλάτη μου πάρα πολύ άσχημα.
Όλες αυτές οι σκέψεις έκαναν φτερά τη στιγμή που πέρασα μπροστά απ’ τον καθρέφτη κάποιου καταστήματος και βρέθηκα αντιμέτωπος με το καμπουριασμένο είδωλό μου.
Και τότε πάγωσα. Είδα τη μορφή ενός βρώμικου και κουρελιασμένου ζητιάνου. Το παραμορφωμένο πρόσωπο του με κοίταζε ανέκφραστο σαν μάσκα.  
Ένας πνιχτός λυγμός δραπέτευσε απ’ το λαιμό μου. Κάτω από ένα στρώμα κατεστραμμένων ιστών και καμένου δέρματος κατάλαβα ότι αυτό που κοιτούσα ήταν το δικό μου πρόσωπο.  
Το ένα μου μάτι είχε χαθεί εντελώς, είχε εξαφανιστεί κάτω από τις δίπλες ενός κατεστραμμένου δέρματος και το άλλο καρφωνόταν πάνω μου φορτισμένο με απόγνωση και φρίκη, βαθύ σαν πηγάδι και πλημμυρισμένο από μια φλογισμένη σκοτεινιά, σημαδεμένο για πάντα απ’ το άγγιγμα της Κυράς της Πόλης. 
Σκέφτηκα να πάω σ’ ένα αστυνομικό τμήμα ή να βρω κάποιο γιατρό, να του εξηγήσω τι μου είχε συμβεί και να ζητήσω βοήθεια, αλλά προτού προλάβω καν να ολοκληρώσω αυτή τη σκέψη, ένιωσα αόρατα μάτια να με κοιτούν στο σκοτάδι και ένα κρύο ρεύμα αέρα να χαϊδεύει την πονεμένη πλάτη μου. 
Η Κυρά της Πόλης δεν με είχε ξεχάσει. Αυτή και τα παιδιά της με παρακολουθούσαν άγρυπνα μέσα απ’ τα στενά της πόλης και περίμεναν υπομονετικά τη στιγμή που θα έκανα το παραμικρό παραστράτημα. Και τότε θα έπεφτα στα χέρια τους και θα κατέληγα κρεμασμένος στο τρομερό κτίριο με τα τσιγκέλια. 

--------------


Δεν έχω να πω τίποτα περισσότερο.
Εκείνη τη νύχτα μεταμορφώθηκα σε μια σκιά, σ’ ένα ζωντανό σκουπίδι που σέρνεται σε σκοτεινές γωνίες και βρώμικα σοκάκια. Αναζητώ τα θύματά μου ασταμάτητα, σαν λιμασμένο αρπακτικό. Ψάχνω να βρω ανθρώπους σαν κι εμένα, μοναχικούς και ευάλωτους πολίτες που κανείς δεν πρόκειται ν’ αναζητήσει όταν χαθούν απ’ το πρόσωπο του κόσμου και κανείς δεν θ’ αναρωτηθεί για την τύχη τους, ανθρώπους που στην καλύτερη περίπτωση θα δουν τα πρόσωπά τους, τα παλιά τους πρόσωπα, να εμφανίζονται σαν φωτογραφίες στις εξόδους του μετρό, ανάμεσα σε πρόσωπα χαμένων παιδιών και γερόντων, ανθρώπων δηλαδή που χάθηκαν για πάντα και που κάποιοι απ’ αυτούς, ίσως και να μεταμορφώθηκαν στους απέθαντους υπηρέτες της τρομερής Κυράς της Πόλης. 



                                                                                               Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009


7 σχόλια:

  1. (Άσχετο αλλά η main page του blog σου είναι κατάμαυρη...Πείραξες κάτι? Τσεκάρισέ το μην έχεις τρεξίματα!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπερα φιλε μου, καποιο λαθος θα εκανες στο λινκ και δεν σου ανοιξε γιατι η σελιδα δουλευει κανονικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ...ολοκληρο βιβλιο εγραψες :)

    Καλησπέρα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. μαγικος ο τροπος που διηγεισαι την ιστορια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μπράβο! Καταφέρνεις και κάνεις τον αναγνώστη να νιώσει τον εφιάλτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή