Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Το Κάλεσμα των Αζράη


1

Κάθε βράδυ, όταν το κεχριμπαρένιο φως των δίδυμων ήλιων που φωτίζουν τους ουρανούς της Αλκυόνης δίνει τη θέση του στην ασημένια αστροφεγγιά, διασχίζω τους φωταγωγημένους δρόμους της Αλκαμένης, τους δροσερούς κήπους και τις σκιερές πλατείες της και κοντοστέκομαι μπροστά στις πύλες του πέτρινου τείχους που την περιβάλλει σαν χορταριασμένος και ετοιμόρροπος δακτύλιος. Περνώ κάτω απ’ τις περίτεχνες αψίδες του, τις στολισμένες με σκαλισμένα όστρακα και αγκαθωτές πανοπλίες αρχαίων αστακών και βυθίζομαι στο μελωδικό δάσος που απλώνεται γύρω απ’ την πόλη και τη διαποτίζει μέρα και νύχτα με την ανάσα των αρχαίων δέντρων και των ανθισμένων λουλουδιών του.
Πυκνές συστάδες οξύκορφων δέντρων και πλατύφυλλων θάμνων υψώνονται γύρω μου. Οι ασημόχρωμοι κορμοί και τα βελονοειδή φυλλώματα τους ζωντανεύουν, αναδεύονται στο άγγιγμα μιας απαλής αύρας που γλιστρά ανάμεσά τους ψιθυρίζοντας συνωμοτικά και αρχίζουν να τρέμουν και να τραγουδούν σαν ασημένιες καμπανούλες. Μυριάδες νυχτοπεταλούδες με φωτεινά και πολύχρωμα φτερά πετούν εδώ κι εκεί, αθόρυβες και εύθραυστες σαν παιδικά όνειρα που διαγράφουν φωσφορίζοντα τόξα στον αέρα.
Η νύχτα σκεπάζει την Αλκυόνη. Ο ουρανός που μόλις πριν από λίγο έλαμπε κατακλυσμένος απ’ τα ρόδινα πέπλα ενός ανέφελου δειλινού τυλίγεται με τον λουλακί χιτώνα της νύχτας. Ανάμεσα στα κλαδιά που απλώνονται ακτινωτά πάνω απ’ το κεφάλι μου αρχίζουν να φεγγοβολούν αναρίθμητοι αστερισμοί, ίδιοι με κρυστάλλινες δροσοσταλίδες που κάποιος έχει σκορπίσει σ’ ένα σεντόνι από μετάξι.
Καθώς συνεχίζω να περπατώ μόνη, συντροφιά με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου, ο αέρας πλημμυρίζει όλο και περισσότερο με το διάχυτο στεναγμό της θάλασσας και το βελούδινο άρωμα των κοραλλόμορφων λουλουδιών που φυτρώνουν στις άκρες του μονοπατιού που ακολουθώ. Πέρα απ’ το δάσος, αργοκίνητα ζωόφυτα που βόσκουν σε πολύχρωμα λιβάδια και χρυσαφένιους κάμπους μαζεύονται κάτω από μυκητοειδή κυστόδεντρα που έχουν πάρει με τα χρόνια το σχήμα τεράστιων μανιταριών. Γύρω απ’ τους απόκρημνους πρόποδες των κατάφυτων βουνών που στεφανώνουν το νησί μας, ξεπροβάλλουν πολυάριθμα σμήνη ιπτάμενων γαστερόποδων. Φουσκώνουν τις σφαιρικές μεμβράνες τους με ζεστό αέρα και σχηματίζουν πυκνά σύννεφα που κερδίζουν ύψος χρησιμοποιώντας τ’ ανοδικά ρεύματα της νυχτερινής ατμόσφαιρας.
Αυτή είναι η Αλκυόνη. Ο μητρικός μου πλανήτης. Η πατρίδα μου, που την αγαπώ παράφορα. Μια όαση ζωής και ομορφιάς μέσα στη ψυχρή απεραντοσύνη ενός αδιάφορου σύμπαντος.
Κάποια στιγμή βγαίνω απ’ το δάσος και αντικρίζω μια παραλία, μια πλατιά έκταση κατάλευκης άμμου που κατηφορίζει απαλά και βυθίζεται στον κοιμισμένο ωκεανό. Μπροστά μου υψώνεται ένα κολοσσιαίο άγαλμα από ρόδινο γρανίτη. Στημένο στο μαρμάρινο βάθρο του που ξεπροβάλλει μέσα απ’ τα πλατιά κύματα της θάλασσας σαν ογκώδης οβελίσκος, μοιάζει με παράξενο φάρο που επιτηρεί τον ωκεανό. Αναπαριστά έναν ψιλόλιγνο άνδρα με μακριά ρούχα και μαλλιά που σκύβει προς τα εμπρός και ατενίζει τον υδάτινο ορίζοντα με μάτια άδεια και απλανή. Η στάση του σώματός του, καθώς και η έκφραση που ζωντανεύει τις βαθιές ρυτίδες του προσώπου του αποπνέουν μια αίσθηση έντονης προσμονής. Το δεξί του χέρι απλώνεται προς τα εμπρός, με τα δάχτυλα τεντωμένα, σαν να πασχίζει ν’ αγγίξει κάτι που μόνο αυτός μπορεί να νιώσει ενώ το αριστερό του χέρι σφίγγει ένα κομμάτι τσαλακωμένης περγαμηνής.
Αυτός είναι ο Άλβιν. Ο αγγελιοφόρος. Ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να επικοινωνήσει με τους Αζράη. Μου κάνει παρέα καθώς στέκομαι δίπλα του και ατενίζω τ’ άστρα……Ακριβώς όπως και τότε, τη βραδιά που νεαρή κοπέλα ακόμα, στα πρόθυρα της ενηλικίωσης, έκανα τη βόλτα μου στην ίδια εκείνη παραλία, απολαμβάνοντας το γλυκό ψίθυρο του νερού πάνω στην άμμο. Κάποια στιγμή, παρακινημένη από ένα παράξενο προαίσθημα, είχα σηκώσει το κεφάλι μου και είχα ψάξει με το βλέμμα μου τον ουρανό. Και τότε αντίκρισα για πρώτη φορά τον «Προμηθέα», το τεράστιο διαστημόπλοιο που αναδύθηκε μέσα απ’ το υπέρ-διάστημα σπινθηροβολώντας σαν καινοφανής αστέρας.
Θυμάμαι πολύ καθαρά την όψη της θάλασσας τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή: Ήταν ασυνήθιστα σκοτεινή, σιωπηλή και άχρωμη, σαν μια θρυμματισμένη μάζα από καπνισμένο γυαλί που αναδευόταν αθόρυβα.
Λες και περίμενε κάτι.



2


Νωρίς το πρωί της επόμενη ημέρας, ο διευθυντής του εκπαιδευτικού κέντρου όπου φοιτούσα μας είχε μαζέψει όλους-δασκάλους και μαθητές-στο προαύλιο και μας είχε πληροφορήσει ότι όπως και τα υπόλοιπα δημόσια κτίρια της πόλης, τα σχολεία της Αλκαμένης θα παρέμεναν κλειστά.
Μας εξήγησε ότι το διαστημόπλοιο που είχε εμφανιστεί στον ουρανό μετέφερε έναν απεσταλμένο απ’ την Διαπλανητική Εταιρία Εκμετάλλευσης Εξω-Ηλιακών Συστημάτων και Κόσμων ο οποίος είχε έρθει μέχρι εδώ για ν’ αξιολογήσει τη χρησιμότητα και το μελλοντικό δυναμικό της αποικίας μας. Η προσγείωσή του στο παλιό κοσμοδρόμιο της Αλκαμένης ήταν ζήτημα ωρών.
Μας είπε επίσης ότι η συμμετοχή μας στη συγκέντρωση που είχε διοργανώσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Πόλης για την υποδοχή του υψηλόβαθμου επισκέπτη ήταν υποχρεωτική και ότι θα έπρεπε να μεταβούμε αμέσως, με απόλυτη τάξη και ευπρέπεια, στο κοσμοδρόμιο.
Μόλις άκουσα αυτά τα λόγια, έριξα μια πονηρή ματιά στους φίλους μου που στέκονταν στα δεξιά και στ’ αριστερά μου στοιχισμένοι σαν υπάκουα στρατιωτάκια. Διαπίστωσα με ικανοποίηση ότι η σκέψη που είχε περάσει απ’ το μυαλό μου είχε αστράψει και μέσα στα δικά τους κεφάλια. Σιγά μην στηνόμασταν σαν τα κορόιδα με τις ώρες για να περιμένουμε τον κύριο Επιθεωρητή!
Την ώρα λοιπόν που το πλήθος των συμμαθητών και των δασκάλων μας άρχισε να εγκαταλείπει το προαύλιο για να ενωθεί με τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης που τραβούσαν για το κοσμοδρόμιο, εμείς καταφέραμε να ξεγλιστρήσουμε απ’ τη μάζα των κινούμενων ανθρώπων και να το βάλουμε στα πόδια, προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση.
Αποφασίσαμε να κρυφτούμε στην παραλία, ο Νικοπόλ, η Νόρνα, ο Αντρέ και εγώ. Η αγαπημένη μου παλιοπαρέα. Πήραμε τους άδειους δρόμους της πόλης κοιτάζοντας επιφυλακτικά πάνω απ’ τους ώμους μας και προσπεράσαμε κλειστά καταστήματα και σιωπηλά κτίρια που είχαν αδειάσει απ’ τους ενοίκους τους. Εκείνη τη στιγμή, δεν κατάφερα να μην ρίξω και μια ανήσυχη ματιά στον ουρανό όπου, φωτισμένος απ’ τις κεχριμπαρένιες ακτίνες των δίδυμων ήλιων που σκαρφάλωναν γοργά προς το ζενίθ, άστραφτε ο «Προμηθέας», ίδιος με τεχνητό φεγγάρι από γυαλιστερό αλουμίνιο.
Αφήσαμε πίσω μας το τείχος και το δάσος που το περικύκλωνε και διασχίσαμε σιωπηλούς αγρούς και έρημα χωράφια όπου βαρυφορτωμένα αρτόδεντρα ορθώνονταν το ένα πίσω από το άλλο σχηματίζοντας πανομοιότυπες σειρές. Τα φιλήσυχα ζωόφυτα και τα περιφερόμενα θαμνοειδή με τους πεντανόστιμους μελοχυμούς που έβοσκαν στα λιβάδια και στις σκιερές ρεματιές του νησιού, μηρύκαζαν την τροφή τους εντελώς αδιάφορα για τα συγκλονιστικά γεγονότα που μας είχαν αναστατώσει.
Κάποια στιγμή, ανεβήκαμε στην κορφή του λόφου που υψωνόταν ανάμεσα στην Αλκαμένη και στο κοσμοδρόμιο. Κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα απ’ τους χοντρούς κορμούς των δέντρων που την κάλυπταν, αντικρίσαμε το πυκνό πλήθος των συμπολιτών μας που περίμεναν με ανυπομονησία την άφιξη του Επιθεωρητή.
Και πραγματικά, έπειτα από λίγη ώρα, ένα παράξενο αερόπλοιο έκανε την εμφάνισή του. Μετεωρίστηκε σαν ασημένιο πουλί πάνω απ’ την πόλη και προσγειώθηκε στο κέντρο του κοσμοδρομίου, αθόρυβα και απαλά, λες και ήταν φτιαγμένο από ανάλαφρες χιονονιφάδες.
Ένα σκοτεινό κύμα άγριου θυμού φούσκωσε τότε μέσα μου:
Δεν είχα την παραμικρή επιθυμία να δω από κοντά τον Επιθεωρητή. Η επίσκεψή του μόνο κακά μπορούσε να μας φέρει. Οι πρώτες δυσάρεστες αλλαγές είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Απ’ τη στιγμή που η τεράστια σιλουέτα του «Προμηθέα» είχε εμφανιστεί στον ουρανό, η θάλασσα είχε μετατραπεί σε μια σιωπηλή και άδεια έκταση, λες και δεν φιλοξενούσε πια καμία μορφή ζωής. Οι Αζράη είχαν γίνει άφαντοι.
Σκίασα τα μάτια μου και περιεργάστηκα από μακριά τα πρόσωπα των ανθρώπων που γέμιζαν το κοσμοδρόμιο. Κάποιοι από αυτούς ήταν γείτονές μου, κάποιοι άλλοι έμοιαζαν με τους γονείς πολλών από τους συμμαθητές μου στο σχολείο. Αλλά για πρώτη φορά από τότε που μπορούσα να θυμηθώ, τα πρόσωπα τους διαγράφονταν συννεφιασμένα, αλλοιωμένα από μορφασμούς αβεβαιότητας και ανησυχίας. Κανείς δεν χαμογελούσε πια και όλοι προσπαθούσαν να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλο ανταλλάσοντας βεβιασμένα νεύματα και καθησυχαστικά σχόλια. Ήταν τόσο στενάχωρα όλα αυτά, τόσο παράξενα και απειλητικά!
Όταν ήμουν πολύ μικρή, είχαμε πάει με το σχολείο στον Οίκο των Προγόνων, στο κτίριο όπου φυλάσσονται τα ιστορικά αρχεία της πόλης. Μας είχαν μαζέψει σε μια μεγάλη αίθουσα προβολών και μας είχαν δείξει ολογραφικές ταινίες απ’ τη Γη, το μητρικό μας πλανήτη.
Είχα μείνει άναυδη καθώς μπροστά μου είχαν ξεδιπλωθεί οι εικόνες ενός κόσμου όπου τεράστιες πόλεις αγκάλιαζαν ολόκληρες ηπείρους. Είδα μια θάλασσα από πελώρια κτίρια που τρυπούσαν τα σύννεφα και έλαμπαν σαν πυρακτωμένα βουνά μέσα σ’ ένα βροχερό σκοτάδι, έναν στριμωγμένο, βρώμικο και σπάταλο πλανήτη όπου τριάντα δισεκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο σαν τους τερμίτες. Ένας αριθμός ασύλληπτος για μένα που είχα γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ ένα νησί ο συνολικός πληθυσμός του οποίου έφτανε δεν έφτανε τις δέκα χιλιάδες ψυχές. Για να επιζήσει, η Γη έπρεπε ν’ απομυζά τους φυσικούς πόρους εκατοντάδων αποικισμένων πλανητών. Και τώρα η Εταιρία είχε στείλει έναν Επιθεωρητή, έναν ψυχρό τεχνοκράτη που το μόνο πράγμα που καταλάβαινε ήταν οι αριθμοί και το μόνο πράγμα που τον ενδιέφερε ήταν τα πλεονασματικά οικονομικά μεγέθη!
Ο ανεπιθύμητος αυτός παρείσακτος θα περιφερόταν με το έτσι θέλω στο νησί μας, θα έχωνε τη μύτη του παντού και τελικά θ’ αποφάσιζε χωρίς πολύ σκέψη ότι η Αλκυόνη θα έπρεπε να μετατραπεί σ’ ένα τεράστιο θερμοκήπιο, σ’ ένα ορυχείο ή σε ότι άλλο θα θεωρούσε αυτός κατάλληλο, για να ταΐσει τις ορδές των κακομαθημένων συμπατριωτών του που ποτέ δεν ξεμύτιζαν πέρα απ’ την τροχιά του φεγγαριού τους!
Στο πλευρό του αερόπλοιου εμφανίστηκε το περίγραμμα μιας πόρτας ενώ μια μικρή σκάλα γεφύρωσε την απόσταση που το χώριζε απ’ το επίπεδο του εδάφους. Η πόρτα άνοιξε προς τα έξω και ο Επιθεωρητής έκανε την εμφάνισή του ξεσηκώνοντας ένα κύμα μουρμουρητών και πνιχτών επιφωνημάτων.
Κι όμως, απ’ όσο μπορούσα να δω, η μορφή του δεν είχε τίποτα το εντυπωσιακό. Ήταν ένας λεπτός ευθυτενής και ψηλός άνδρας με κόκκινα μαλλιά, χλωμή επιδερμίδα και μάλλον ανοιχτόχρωμα μάτια.
Έκανα ένα θυμωμένο νεύμα στην παρέα μου και τραβήξαμε όλοι μαζί για την ακροθαλασσιά, γυρνώντας περιφρονητικά τις πλάτες μας στον διακεκριμένο επισκέπτη. Αναζητήσαμε καταφύγιο στη δροσερή σκιά των δέντρων, εκεί όπου το τραγούδι του ωκεανού μπλεκόταν με το θρόισμα των μελωδικών τους φυλλωσιών και γέμιζε τον αέρα με ασημένιες συγχορδίες. Περάσαμε τη μέρα μας κολυμπώντας και καταβρέχοντας ο ένας τον άλλο, συλλέγοντας άδεια κοχύλια και χρωματιστές πετρούλες, πλέξαμε καλάθια και καπέλα από ξερά φύκια, ατενίσαμε με τις ώρες το γαλάζιο τόξο του ορίζοντα, συζητήσαμε για το νόημα της ζωής και κάναμε ευφάνταστα σχέδια για το μέλλον. Όμως κάποια στιγμή νύσταξα, απομακρύνθηκα απ’ τους άλλους και έκατσα κάτω από ένα πλατύφυλλο δέντρο. Ξάπλωσα ανάμεσα στις διχτυωτές του ρίζες και αποκοιμήθηκα.
Όταν ξύπνησα, ανακάλυψα ότι είχε νυχτώσει. Ήμουν μόνη. Οι φίλοι μου με είχαν αφήσει να ροχαλίζω ανενόχλητη κάτω από τ’ άστρα που τώρα πλημμύριζαν τον ουρανό.
Μια σκοτεινή φιγούρα έσκυβε από πάνω μου. Ανασηκώθηκα, στηρίχτηκα στους αγκώνες μου και κοίταξα κατάματα τον άγνωστο άνδρα που με παρατηρούσε αμίλητος μέσα στο νυχτερινό σκοτάδι.
Κατάλαβα αμέσως ποιος ήταν. Τα κόκκινα μαλλιά του, ατίθασα και φουντωτά σαν μικρές φλόγες, με οδήγησαν σ’ ένα αλάνθαστο συμπέρασμα.
Ήταν ο Επιθεωρητής.




3


Αλληλοκοιταχτήκαμε σιωπηλοί. Δεν ένιωσα φόβο, απλή περιέργεια μόνο. Εκείνος συνέχιζε να με κοιτάζει χωρίς να βγάζει τσιμουδιά. Η διάχυτη φωταύγεια της ξάστερης νυχτιάς στάθηκε αρκετή για να δω ότι τα μάτια του ήταν σοβαρά και κάπως θλιμμένα και ότι τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν πάνω απ’ το μέτωπο. Το χλωμό δέρμα και οι μικρές ρυτίδες που σημάδευαν τις άκρες του στόματός του πρόσθεταν μια νότα αυστηρότητας στο όλο του παρουσιαστικό.
-«Ποιος είσαι;» τον ρώτησα κοφτά, ενοχλημένη από το γεγονός ότι με παρατηρούσε, ποιος ξέρει για πόση ώρα, να κοιμάμαι του καλού καιρού.
-«Ονομάζομαι Νόρμαν,» μου απάντησε εκείνος με ευγενική φωνή, «Άνγκους Νόρμαν.»
Του συστήθηκα με τη σειρά μου.
-«Τι κάνεις εδώ πέρα, έτσι ολομόναχη;» με ρώτησε στη συνέχεια. Η φωνή του ηχούσε βαριά και είχε μια παράξενη προφορά.
-«Κοιμάμαι.» του απάντησα μονολεκτικά, «Η μάλλον κοιμόμουν μέχρι που με ξύπνησες!»
-«Έχει νυχτώσει εδώ και αρκετή ώρα,» σχολίασε εκείνος «δεν νομίζεις ότι είναι λιγάκι αργά για να βρίσκεσαι τόσο μακριά από το σπίτι σου;»
-«Όχι απαραίτητα,» του απάντησα με αδιάφορο ύφος, «Οι δικοί μου έχουν συνηθίσει τις απουσίες μου.»
-«Δηλαδή δεν φοβάσαι να τριγυρίζεις μόνη μέσα στη νύχτα;»
-«Τι να φοβηθώ;» «Δεν ξέρω πως είναι τα πράγματα στη Γη, αλλά στην Αλκυόνη δεν υπάρχουν μορφές ζωής που να είναι εχθρικές προς τους ανθρώπους! Εξάλλου, οι ξυλοδαρμοί, οι κλοπές, οι βιασμοί και οι δολοφονίες απουσιάζουν εντελώς από την καθημερινότητά μας!» συμπλήρωσα ρίχνοντάς του ένα βλέμμα που προσπάθησα να κάνω όσο το δυνατόν περισσότερο δηκτικό.
-«Σωστά,» μου απάντησε εκείνος μετά από ένα μικρό διάστημα σκεφτικής σιωπής. «Θα μπορούσα να καθίσω και εγώ κάτω από το δέντρο σου;»
Αιφνιδιασμένη από την ασυνήθιστη εκείνη παράκληση, του έκανα χώρο χωρίς να μιλήσω. Εκείνος με ευχαρίστησε με ένα κοφτό και τυπικό νεύμα και βολεύτηκε δίπλα μου. Στήριξε την πλάτη του στον κορμό του δέντρου που γυάλιζε στο σκοτάδι σαν ασημένιος κίονας και τέντωσε τα πόδια του πάνω στην κρυσταλλική άμμο της παραλίας.
-«Με κούρασε το περπάτημα. Όλοι αυτοί οι μήνες στη κρύο-στάση πρέπει να επηρέασαν τις αντοχές μου!»
Του έριξα ένα εξεταστικό βλέμμα. Κατά βάθος δεν ταίριαζε καθόλου με την εικόνα του αυστηρού γραφειοκράτη που είχα σχηματίσει με την φαντασία μου. Έμοιαζε μ’ έναν μάλλον καταπονημένο άνθρωπο που είχε αποφασίσει να κάνει μια βόλτα στην εξοχή για να ηρεμήσει και να ξεχάσει την κούραση μιας δύσκολης ημέρας.
-«Κρύο-στάση;» επανέλαβα για να σπάσω τη σιωπή που είχε κρεμαστεί ανάμεσά μας.
-«Είναι μια κατάσταση τεχνητής νάρκωσης στην οποία υποβάλλονται οι επιβάτες των αστρόπλοιων που ταξιδεύουν πέρα από το γήινο ηλιακό σύστημα. Με αυτό τον τρόπο εξοικονομούνται μεγάλες ποσότητες τροφής ενέργειας και αέρα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.» μου εξήγησε.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
-«Η Αλκυόνη παρουσιάζει κι άλλα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά, πέρα από την απουσία κάθε είδους εγκληματικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της κοινωνίας της,» σχολίασε αμέσως μετά, καθώς στύλωνε τα μάτια του στη σκοτεινή επιφάνεια της θάλασσας.
-«Αυτός είναι ο λόγος που ήρθες εδώ, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησα.
Εκείνος γύρισε και με κοίταξε. Τον είδα να χαμογελάει στο σκοτάδι.
-«Δεν είσαι πολύ νέα για να σ’ ενδιαφέρουν τέτοιες βαρετές λεπτομέρειες;» Η φωνή του χρωματίστηκε από μια συγκαταβατική νότα που κατάφερε να με εκνευρίσει.
-«Όχι, δεν είμαι,» του απάντησα απότομα, «Οτιδήποτε αφορά την Αλκυόνη, αφορά και μένα προσωπικά. Είναι η πατρίδα μου. Την αγαπώ και την πονάω!»
-«Σωστά,» μουρμούρισε για δεύτερη φορά εκείνος, «Εξάλλου, αργά ή γρήγορα θα μάθεις την αλήθεια, απ’ τους γονείς ή τους καθηγητές σου. Που λες, δεν διέσχισα το μισό γνωστό σύμπαν μόνο και μόνο για ν’ αποφασίσω κατά πόσο η Αλκυόνη θα πρέπει να γεμίσει μ’ εργοστάσια ή ξενοδοχεία πολυτελείας, όπως ίσως υποψιάζεσαι!»
-«Μπα; Και τότε γιατί μας κουβαλήθηκες εδώ πέρα;»
Εκείνος με κοίταξε χωρίς ν’ απαντήσει και εγώ σκέφτηκα, με κάποια μικρή καθυστέρηση ομολογουμένως, ότι μόλις είχα ξεπεράσει τα όρια που χωρίζουν την πολιτισμένη συμπεριφορά από την άξεστη αγένεια.
-«Πραγματικά σου είμαι ανεπιθύμητος, έτσι;»
Ένιωσα τα μάγουλά μου να φλογίζονται, αλλά αποφάσισα να μην απολογηθώ για το εχθρικό μου ύφος.
-«Όσο δεν φαντάζεσαι,» του απάντησα, «και αν θες να ξέρεις, πιστεύω ότι εκπροσωπείς έναν θανάσιμο κίνδυνο, για όλους μας. Έτσι σε βλέπω!»
-«Κοίτα» άρχισε να μου λέει, «Άδικα ανησυχείς. Προς το παρόν τουλάχιστον, η Αλκυόνη δεν παρουσιάζει οικονομικό ενδιαφέρον για τη Γη. Είναι ένας μικρός πλανήτης-ωκεανός όπου κάποια νησιά σχηματίζουν ένα ασήμαντο αρχιπέλαγος. Το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε μαζί σας είναι να σας μετατρέψουμε σε τουριστικό προορισμό με πολύ μικρά περιθώρια κέρδους. Το υπέδαφός σας δεν έχει μεταλλεύματα ή πολύτιμους λίθους και οι πηγές ενέργειας που διαθέτετε είναι ανάξιες του ενδιαφέροντος μας. Δεν έχω έρθει για να σας αξιολογήσω με τέτοια κριτήρια.»
Θα πρέπει να διάβασε τη βουβή ερώτηση που χαράχτηκε στο πρόσωπό μου γιατί βιάστηκε να προσθέσει:
-«Ισχύει μάλλον το αντίθετο. Στόχος μου είναι η μελέτη της κοινωνίας σας, του ιδιόμορφού πολιτισμού που έχετε αναπτύξει. Θέλω να μάθω πως καταφέρατε να μην διαπράξετε τα σφάλματα που έχουν κάνει όλες οι άλλες αποικίες της Εταιρίας, σε όλους τους πλανήτες που έχουν κατοικηθεί από τον άνθρωπο.»
-«Για ποια λάθη μιλάς; Τι συμβαίνει με τις άλλες αποικίες;»



4



-«Θα σου εξηγήσω,» μου απάντησε ο Άνγκους. «Αλλά ας περπατήσουμε και λιγάκι, αν δεν έχεις αντίρρηση!».
Σηκωθήκαμε όρθιοι, αφήσαμε το δέντρο στην ησυχία του και αρχίσαμε να βαδίζουμε με το πάσο μας κατά μήκος της παραλίας, προς το πανύψηλο άγαλμα του Άλβιν που διαγραφόταν μπροστά μας αγέρωχο, σαν πετρωμένος γίγαντας. Τα κύματα της θάλασσας μουρμούριζαν απαλά καθώς έγλυφαν την άμμο ενώ τ’ άστρα που γέμιζαν τον ουρανό ύφαιναν ένα ασημένιο μούχρωμα που αν και ήταν πολύ μουντό για να διαγράφει σκιές, αρκούσε για να ξεχωρίζω τη μορφή του συνομιλητή μου με πολύ μεγάλη ευκολία.
-«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν κάπου διακόσιες πενήντα αυτόνομες αποικίες» άρχισε να μου λέει. «Αποτελούν όλες τους ιδιοκτησία της Διαπλανητικής Εταιρίας.».
-«Το ξέρω αυτό,» του απάντησα για να του δείξω ότι δεν ήμουν εντελώς άσχετη με την επικαιρότητα, «Στο τελευταίο ενημερωτικό δελτίο που μας έστειλε το υπερδίκτυο, υπήρχε και μια λίστα που τις περιελάμβανε όλες, μια προς μία.»
-«Αυτό που σίγουρα δεν έλεγε το δελτίο,» μου επισήμανε ο Άνγκους, «είναι ότι όλες αυτές οι αποικίες αναπτύσσονται με τον ίδιο λίγο-πολύ προβληματικό τρόπο.»
-«Και ποιος είναι αυτός;»
-«Παρουσιάζουν μια εκθετική αύξηση του πληθυσμού τους η οποία προκαλεί μια εντεινόμενη και πάντα καταστροφική πίεση στο τοπικό οικοσύστημα. Η αυξανόμενη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του εκάστοτε πλανήτη, παρά τα σχετικά μέτρα που λαμβάνονται, καταλήγει πάντοτε σε περιβαλλοντικές διαταραχές. Ήδη πέντε αποικίες αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα οικολογικής υποβάθμισης που περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αποδοτικότητά τους. Επιπρόσθετα, τα αναπτυξιακά μας μοντέλα προβλέπουν ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, η επιβίωσή τους θα καταστεί προβληματική. Και να σκεφτεί κανείς ότι καμία τους δεν υπερβαίνει σε ιστορία τα διακόσια γήινα χρόνια!»
-«Η Αλκυόνη αποικήθηκε για πρώτη φορά πριν από εκατόν είκοσι τρία χρόνια ακριβώς,» σχολίασα, περήφανη που γνώριζα τόσο καλά την ιστορία της πατρίδας μου.
-«Όντως,» μου απάντησε εκείνος ρίχνοντάς μου ένα πλάγιο βλέμμα, «εκτός όμως απ’ το χαρακτηριστικό που μόλις σου ανέφερα, οι αποικίες παρουσιάζουν και άλλα μακροχρόνια προβλήματα για τα οποία δεν έχει βρεθεί μέχρι τώρα καμία ικανοποιητική μέθοδος αντιμετώπισης.»
-«Δηλαδή;»
-«Αναπτύσσουν αυστηρά ταξικές κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από τεράστιες ανισότητες όσον αφορά τον καταμερισμό του πλούτου και της μόρφωσης και από μια αυξανόμενη έξαρση της βίας καθώς και της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς.»
-«Δεν είχα ιδέα για όλα αυτά.….» μουρμούρισα κοιτάζοντάς τον με δέος. Τα ενημερωτικά δελτία που έρχονταν με το υπερδίκτυο δεν μιλούσαν για τέτοια πράγματα. Συνήθως περιορίζονταν σε μια παράθεση των επιτευγμάτων των αποικιών και σε αισιόδοξες προβλέψεις που συνοδευόταν από θριαμβευτικές μουσικές συγχορδίες.
-«Εν ολίγοις,» ολοκλήρωσε το συλλογισμό του ο Άνγκους, «επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά τα λάθη που κάναμε στη Γη,». Τον είδα να σκύβει το κεφάλι του και να κοιτάζει το σημείο όπου τα κύματα της θάλασσας έλιωναν πάνω στην άμμο.
Μια έκφραση θλίψης απλώθηκε στο πρόσωπό του:
-«Είναι φαίνεται κάποιου είδους γενετικού ελαττώματος που κρύβεται στα γονίδιά μας,» μουρμούρισε, «είμαστε ανίκανοι να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τη νοημοσύνη και τη δύναμη που μας χάρισε το σύμπαν. «Και έτσι καταλήγουμε, κάθε φορά, να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας και το περιβάλλον μας.»
-«Εσύ όμως κατάφερες να ξεφύγεις απ’ αυτό το πεπρωμένο, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησα για να του φτιάξω τη διάθεση.
Εκείνος γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένος.
-«Τι θες να πεις;»
-«Για να έχεις το προνόμιο να ταξιδεύεις από κόσμο σε κόσμο, θα πει ότι είσαι ένας πολύ επιτυχημένος άνθρωπος! Δεν ανήκεις στην τάξη των μη-προνομιούχων, επομένως δεν υφίστασαι αυτές τις ανισότητες για τις οποίες μου μιλάς!»
Το βλέμμα που μου έριξε περιείχε μια πικρία που μ’ έκανε να σωπάσω. Ένα λυπημένο χαμόγελο διαγράφτηκε στο πρόσωπό του. Ήταν λιγάκι παράξενο να βλέπει κανείς μια τέτοια έκφραση στο πρόσωπο ενός ανθρώπου που είχα ταυτίσει στο μυαλό μου με τις έννοιες της δύναμης και της εξουσίας.
-«Αναγκάστηκα να δουλέψω πολύ σκληρά για ν’ ανέβω στην ιεραρχία της Εταιρίας,» μου εξήγησε, «Έχω ζήσει και κάνει πράγματα που στα μάτια σου θα φαίνονταν εντελώς κατακριτέα. Εσύ όμως ζεις σ’ ένα παραδεισένιο νησί, στην αγκαλιά ενός πανέμορφου κόσμου, προστατευμένη από μια ειρηνική και στοργική κοινωνία. Ποτέ σου δεν ένιωσες μόνη, ποτέ δεν σε βασάνισε η απώλεια και ο φόβος και ποτέ δεν χρειάστηκε να κάνεις επώδυνες επιλογές!»
Αυτή η αναπάντεχη εκμυστήρευση με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Κατάλαβα ότι μέσα στην αφέλεια και την αδεξιότητά μου είχα αγγίξει κάποια ευαίσθητη χορδή. Προσπάθησα να τα μπαλώσω:
-«Θέλεις να μου πεις κάτι περισσότερο για τη ιδιαιτερότητα της Αλκυόνης; Ίσως, αν καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό που σε ενδιαφέρει, να μπορέσω να σε βοηθήσω για να το βρεις!»
Η πρόταση μου φάνηκε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, ξανακοίταξε τη θάλασσα και μου απάντησε ως εξής:
-«Είναι απλό. Η Αλκυόνη είναι η μοναδική απ’ όλες τις αποικίες που κατάφερε να διαφοροποιηθεί από το μοτίβο της καταστροφικής εξέλιξης που σου περιέγραψα προηγουμένως. Εσείς καταφέρατε, για κάποιο λόγο, ν’ αποφύγετε τις παγίδες της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης, της ρύπανσης, της βίας και της ανισότητας που διαβρώνουν την καθημερινότητα των υπόλοιπων κατοικημένων πλανητών. Έχετε δημιουργήσει έναν σταθερό και υγιή πολιτισμό που επιβαρύνει σε μηδενικό βαθμό το οικοσύστημα που τον συντηρεί. Η κοινωνία σας χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό αλληλεγγύης και ισονομίας και διάγετε μια αρμονική και γαλήνια ζωή. Εν ολίγοις, παρουσιάζετε ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά ευτυχίας. Θέλω ν’ ανακαλύψω πως τα καταφέρατε όλα αυτά. Θέλω να αποκρυπτογραφήσω το μεγάλο σας μυστικό!»
Τώρα στεκόμασταν δίπλα στο άγαλμα του Άλβιν. Καθώς κοιτούσα το πρόσωπό του συνομιλητή μου, είδα με την άκρη του ματιού μου μια αχνή ρόδινη λάμψη. Προερχόταν απ’ τη θάλασσα, από μια απόσταση διακοσίων περίπου μέτρων απ’ το σημείο όπου βρισκόμασταν. Είχε κυκλικό σχήμα και αυξομειωνόταν ρυθμικά. Ήταν ένας Αζράη. Κατάλαβα ότι μου έγνεφε.
Έσκυψα και βύθισα τα χέρια μου στο νερό, τάχα για να τα ξεπλύνω. Τα απαλά ρεύματα του ηλεκτρισμού που διέχεε στη θάλασσα ο Αζράη γαργάλησαν τις άκρες των δαχτύλων μου σαν μια σειρά από ανάλαφρα φιλιά.
Ήταν φιλικός, ως συνήθως. Ήθελε να μου μιλήσει. Έκλεισα τα μάτια μου και ανοίχτηκα προς το μέρος του. Μια λαμπερή ροή πληροφοριών διέτρεξε το νευρικό μου σύστημα.
Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα τον Επιθεωρητή που με παρακολουθούσε σιωπηλός, ελαφρά παραξενεμένος από τη συμπεριφορά μου.
-«Έχω να σου προτείνω κάτι,» του είπα. «Θα ‘θελες να κάνουμε μια βόλτα με τη βάρκα μου;»
-«Δεν είναι και άσχημη ιδέα,» συμφώνησε ο Άνγκους ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό.
-«Υπάρχει ένα λιμανάκι εδώ κοντά, πίσω από εκείνο εκεί το ακρωτήριο,» τον πληροφόρησα δείχνοντας με το δάχτυλό μου μια μικρή χερσόνησο που απλωνόταν στα δεξιά μας, «έχω δέσει τη βάρκα μου εκεί. Πάμε;»
-«Πάμε!»



5




Το ακρωτήριο ήταν χαμηλό και ευκολοδιάβατο, μια γλώσσα από άμμο στην ουσία που εισέβαλε στη θάλασσα. Πίσω του ξεδιπλωνόταν ένας μικρός κόλπος, παρόμοιος σε διαστάσεις μ’ εκείνον που μόλις είχαμε εγκαταλείψει. Κατά μήκος μιας προκυμαίας από χοντρούς κορμούς δέντρων έπλεαν πιρόγες από σκαλισμένο ξύλο και ανάλαφρα καταμαράν. Επιβιβαστήκαμε στη δική μου πιρόγα, δώρο του πατέρα μου για τα δέκατα έκτα γενέθλιά μου, η οποία είχε και το όνομά μου χαραγμένο φαρδύ-πλατύ στο πλευρό της και μόλις βεβαιώθηκα ότι ο Άνγκους είχε βολευτεί στο κάθισμά του και ότι δεν θα έτρωγε καμία τούμπα, άρχισα να κωπηλατώ προς τα βαθιά, πράγμα καθόλου δύσκολο καθώς η θάλασσα ήταν λεία σαν το γυαλί και τα μυριάδες άστρα που γέμιζαν τον ουρανό σχημάτιζαν μια φωτεινή πάχνη που μετρίαζε τη σκοτεινιά της νύχτας.
Ο νυχτερινός ουρανός της Αλκυόνης είναι καταπληκτικός. Μπορεί να μην στολίζεται με φεγγάρια ή δακτυλίους όπως συμβαίνει σε άλλους πλανήτες, κατακλύζεται όμως από αναρίθμητα αστέρια που μοιάζουν με πολύχρωμα φαναράκια που λάμπουν εκτυφλωτικά. Εδώ κι εκεί απλώνονται πράσινα και χρυσωπά νεφελώματα που σκορπίζουν μιαν απαλή ακτινοβολία ενώ ο λευκός στρόβιλος του γαλαξία αγκαλιάζει τον ορίζοντα και αστράφτει σαν ένας χείμαρρος από τριμμένο μαργαριτάρι.
Ο Άνγκους έγειρε το κεφάλι του προς τα προς τα πίσω και ατένισε με θαυμασμό τον ουρανό.
-«Να και κάτι που δεν βλέπει κανείς ποτέ στη Γη,» μουρμούρισε.
-«Δεν έχει αστέρια ο δικός σας ουρανός;» τον ρώτησα εξακολουθώντας να κωπηλατώ με βιάση.
-«Η φώτο-ρύπανση που προκαλούν οι μέγα-πόλεις μας είναι τόσο εκτεταμένη που το μόνο που μπορεί να δει κανείς είναι το φεγγάρι. Και αυτό μόνο όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Ο ουρανός της Γης έχει ένα διάχυτο πορτοκαλί χρώμα. Τίποτα περισσότερο.»
Εκείνη τη στιγμή σταμάτησα να κωπηλατώ. Η πιρόγα μου έμεινε ακίνητη στο νερό που αντανακλούσε τ’ αστέρια σαν απέραντος καθρέφτης. Ήταν σαν να αιωρούμασταν στο κενό, στην καρδιά ενός εκθαμβωτικού και απειράριθμου σμήνους από πολύχρωμους σπινθήρες.
Και τότε, κάτω ακριβώς απ’ την καρίνα της βάρκας μου, έλαμψε ένα απαλό φως. Ήταν ρόδινο και χρυσαφένιο και άλλαζε συνεχώς σχήμα και ένταση λες και αποτελούταν από κάποια φωσφορική πρωτοπλασμική μάζα.
Ο Άνγκους έσκυψε πάνω απ’ την κουπαστή και βύθισε το βλέμμα του στην κρυσταλλένια θάλασσα.
-«Τι είναι αυτό το πράγμα;» με ρώτησε.
-«Τίποτα κακό,» του απάντησα, «Είναι ένας φίλος»
Εκείνος μου έριξε ένα έκπληκτο βλέμμα:
-«Ένας φίλος;» επανέλαβε.
-«Ένας Αζράη,» του εξήγησα.
-«Ένας τι;»
-«Ένας απ’ τους αυτόχθονες κατοίκους της Αλκυόνης.»
Το σώμα του τεντώθηκε και μια έκφραση κατάπληξης ανάμεικτης με φόβο απλώθηκε στο χλωμό του πρόσωπό.
-«Δεν σε καταλαβαίνω,» μου είπε ξανακοιτάζοντας σαν μαγεμένος το φως που άλλαζε σχήμα και ένταση κάτω απ’ τη πιρόγα, «μιλάς για κάποια μορφή ζωής; Για κάποιο εξωγήινο ζώο;»
-«Οι Άζράη δεν είναι ζώα,» τον διόρθωσα, «είναι μια πολύ αρχαία, σοφή και αθάνατη φυλή.»
Ο Άνγκους ανασηκώθηκε και με κοίταξε με δέος.
-«Αν κατάλαβα καλά, αναφέρεσαι σε κάποια εξω-ανθρώπινη μορφή νοημοσύνης;»
-«Ναι,» του απάντησα, «οι Αζράη είναι το κλειδί για το αίνιγμα που σε βασανίζει. Μας δίδαξαν πώς να ζούμε ειρηνικά και σε αρμονία μεταξύ μας και με το περιβάλλον μας. Και να σου πω και κάτι; Μας αγαπούν απεριόριστα και μας προστατεύουν. Και εμείς είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα γι’ αυτούς!»
Ένας απίστευτός μορφασμός κατάπληξης, δυσπιστίας και δέους παραμόρφωσε τα χαρακτηριστικά του Άνγκους. Τον είδα να ριγεί σύγκορμος, λες και τον έψηνε κάποιος πυρετός. Τα χέρια του σφίχτηκαν στην κουπαστή της πιρόγας και τα μάτια του με κοίταξαν γουρλωμένα.
-«Καταλαβαίνεις τι μου λες τώρα;» με ρώτησε με φωνή που έτρεμε σαν το φύλλο, «Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν έχει ξανασυμβεί, σε καμία από τις αποικίες μας, από τότε που ξεκίνησε η κατάκτηση του διαστήματος! Μέχρι τώρα νομίζαμε ότι είμαστε μόνοι στο σύμπαν! Και τώρα μαθαίνω ότι, εδώ και ποιος ξέρει πόσα χρόνια, έχετε πάρε- δώσε με υποβρύχιους εξωγήινους!» Μιλούσε μπερδεμένα και η φωνή του πάλλονταν από έναν απίστευτο ενθουσιασμό που άγγιζε τα όρια της υστερίας.
–«Εδώ και εκατόν είκοσι χρόνια ακριβώς,» του εξήγησα με περηφάνια, «Από τότε που ο Άλβιν, ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί τους, μας έφερε τα χαρμόσυνα νέα!»
-«Αλλά για ένα λεπτό,» με διέκοψε ενώ μια βαθιά έκφραση καχυποψίας πλημμύριζε το βλέμμα του, «γιατί δεν έχει ενημερωθεί η Εταιρία γι’ αυτό το γεγονός; Γιατί το κρατάτε μυστικό; Τι συμβαίνει εδώ πέρα;»
Στο μεταξύ, ολόκληρη η θάλασσα γύρω απ’ τη πιρόγα είχε αρχίσει να φωτίζεται. Εκατοντάδες κηλίδες ρόδινου και χρυσού φωτός πλησίαζαν στην επιφάνειά της. Μια ολόκληρη στρατιά από Αζράη που σχημάτισε γύρω μας ένα φωσφορικό στεφάνι. Η θάλασσα μεταμορφώθηκε σ’ ένα φωτεινό νεφέλωμα που πλημμύριζε απ’ τις πιο γλυκές και όμορφες αποχρώσεις που μπορούσε κανείς να φανταστεί.
Βύθισα τα χέρια μου για δεύτερη φορά στο χλιαρό νερό και ατένισα τα φωτισμένα βάθη του.
-«Υπάρχει ένα βιβλίο,» άρχισα να λέω στον συνεπιβάτη μου χωρίς να τον κοιτάζω, «Το έγραψε ο ίδιος ο Άλβιν. Περιγράφει την πρώτη φορά που του μίλησαν οι Αζράη, τα συναισθήματα που ένιωσε και τις σκέψεις που ξύπνησαν μέσα του.»
Τα ηλεκτρικά ρεύματα που γέμιζαν τη θάλασσα με πλημμύριζαν με υπέροχα κύματα αγάπης και ζεστασιάς.
Έριξα ένα πλάγιο βλέμμα στον Άνγκους. Εκείνος άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι αλλά μετά το ξανάκλεισε, προτιμώντας να μην με διακόψει.
-«Ο Άλβιν ήταν τυφλός. Είχε γεννηθεί έτσι. Όμως οι υπόλοιπες αισθήσεις του ήταν πολύ πιο ανεπτυγμένες από των άλλων ανθρώπων. Του άρεσε να κολυμπάει μόνος στη θάλασσα. Μια μέρα κολύμπησε πολύ βαθιά και χάθηκε. Συνέχισε να κολυμπάει όλο και βαθύτερα στον ωκεανό έως ότου οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Παραλίγο να πνιγεί. Τότε ήταν που αποφάσισαν να επικοινωνήσουν μαζί του οι Αζράη. Του μίλησαν και τον οδήγησαν πίσω στη στεριά.»
-«Πως γίνεται αυτό;» με ρώτησε εκείνος με ξέπνοη και αδύναμη φωνή.
-«Με τον ίδιο τρόπο που επικοινωνούν και μεταξύ τους. Οι Αζράη αποτελούνται βασικά από συμπυκνωμένο νερό. Στέλνουν ηλεκτρικά ρεύματα ο ένας στον άλλο. Τ’ ανθρώπινα σώματα, όπως και οι εγκέφαλοι μας, εκπέμπουν επίσης ηλεκτρικά πεδία που μεταδίδονται στο νερό. Όλο αυτό τον καιρό που η πρώτη γενιά των αποίκων, οι πρόγονοί μας δηλαδή, κολυμπούσαν στον ωκεανό της Αλκυόνης, εντελώς ανυποψίαστοι για το μυστικό που κρυβόταν στα βάθη του, οι Αζράη μας μελετούσαν, μάθαιναν πως λειτουργούν τα σώματά και τα μυαλά μας και πώς να διαβάζουν τις σκέψεις που περνούν απ’ τα μυαλά μας. Θα μπορούσαν να μας έχουν εξοντώσει. Θα μπορούσαν για παράδειγμα, να ηλεκτρίσουν τη θάλασσα, ν’ αλλοιώσουν την πολικότητα της ατμόσφαιρας και να προκαλέσουν μια υπέρ-καταιγίδα που θα μας έπνιγε όλους. Προτίμησαν ωστόσο να μας αφήσουν να ζήσουμε και να μας μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Από τότε ζούμε μαζί. Αυτός είναι ο λόγος που στην κοινωνία μας δεν υπάρχει μίσος και αδικία. Γιατί δεν είμαστε πια μόνοι.».
Μέχρι να ολοκληρώσω την τελευταία εκείνη πρόταση, η θάλασσα είχε αλλάξει. Είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα άυλο σύννεφο από φως.
-«Οι άνθρωποι της Γης δεν πρέπει να μάθουν ποτέ γι’ αυτό που συμβαίνει εδώ πέρα,» πρόσθεσα. «Γιατί τότε δεν θα μπορέσουμε να τους προστατεύουμε απ’ τις ορδές των επιστημόνων, των στρατηγών, των εταιριών και των περίεργων που θα κατακλύσουν την Αλκυόνη σαν αρρώστια!»
Εκείνη τη στιγμή και για πρώτη φορά, η έκφραση του Άνγκους άλλαξε. Φάνηκε να φοβάται. Αλλά ήταν πλέον αργά. Η βάρκα κλυδωνίστηκε, έγειρε και αναποδογύρισε και εμείς πέσαμε στο νερό που έβριθε απ’ τις φωτιές των Αζράη.


6



Η χλιαρή θάλασσα μας κάλυψε σαν υγρό σάβανο. Βυθιστήκαμε μέσα της, τυλιγμένοι σ’ ένα στρόβιλο φυσαλίδων που περιστρέφονταν γύρω μας κοχλακιστά, αστράφτοντας στο φωτεινό νερό. Ο Άνγκους άρχισε να κολυμπάει με μια σειρά από δυνατές απλωτές αλλά ένα δυνατό ρεύμα νερού που μπήκε ανάμεσά μας, τον έσπρωξε προς τα κάτω. Εμένα αντίθετα με τύλιξε κάτι σαν πανίσχυρο χέρι που με οδήγησε στην επιφάνεια της θάλασσας. Κοίταξα προς τα κάτω και είδα τη μορφή του να περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο βαθιά, τυλιγμένη από πολύχρωμες κορδέλες ατόφιου φωτός. Οι Αζράη το έπαιρναν μαζί τους. Το μυστικό τους έπρεπε να μείνει ασφαλές.
Αναδύθηκα δίπλα στην πιρόγα μου αναπνέοντας σπασμωδικά. Πιάστηκα από την κουπαστή της και ανακάλυψα ότι χοντρά δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου, αλμυρά και χλιαρά, σαν το νερό του ωκεανού.
Ένιωθα φριχτά. Μια παράξενη παγωμάρα έσφιγγε τα φυλλοκάρδια μου. Είχα βοηθήσει στη δολοφονία ενός ανθρώπου. Αλλά τι άλλο μπορούσα να κάνω; Οι Άζράη είχαν δίκιο, αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να προστατευτούμε, εμείς και αυτοί, απ’ τον τρομερό κίνδυνο που μας απειλούσε.
Σκαρφάλωσα στη βάρκα μου και κοίταξα τον ουρανό. Τα εκθαμβωτικά άστρα και τα νεφελώματα που τον γέμιζαν μου φάνηκαν ξένα ξαφνικά, μακρινά και αδιάφορα.
Μόλις είχα σκοτώσει έναν άνθρωπο και τώρα θα έπρεπε να ζήσω με αυτό το γεγονός για μια ολόκληρη ζωή.
Η βάρκα άρχισε να κινείται. Σπρωγμένη απ’ τα ρεύματα που δημιουργούσαν οι Αζράη, κινούταν προς την ακτή. Για μια στιγμή σκέφτηκα να ξανά-βυθίσω τα χέρια μου στο νερό και ν’ αναζητήσω παρηγοριά στην ανεξάντλητη καλοσύνη τους. Μετά όμως άλλαξα γνώμη. Ήμασταν συνένοχοι σε αυτό που μόλις είχε συμβεί αλλά από δω και πέρα θα ήμουν μόνη, για πάντα. Μαζί με τις τύψεις και τη μοναξιά μου.
Η βάρκα έξυσε την άμμο της ακτής.
Και τότε άκουσα κάτι παράξενο, το θρόισμα που έκαναν χιλιάδες ανθρώπινα πέλματα καθώς βυθίζονταν στην αμμουδιά που έτριζε ρυθμικά κάτω από το βάρος τους.
Ανακάθισα, σκούπισα τα μάτια μου και ανακάλυψα ότι ολόκληρος ο πληθυσμός της Αλκαμένης είχε μαζευτεί στην ακτή και ότι ένας-ένας έμπαιναν όλοι στο νερό, άντρες γυναίκες και παιδιά. Η θάλασσα έλαμπε εκθαμβωτικά, πλημμυρισμένη από χρυσαφένιες ρόδινες και γαλάζιες αποχρώσεις.
Όλοι χαμογελούσαν ευτυχισμένοι, κολυμπούσαν ξέγνοιαστα προς τ’ ανοιχτά, σαν παιδιά που απολάμβαναν την πρώτη μέρα των καλοκαιρινών τους διακοπών.
Οι Αζράη γλιστρούσαν ανάμεσά τους, τους καλούσαν να παίξουν μαζί τους, τους τύλιγαν με τις φωτεινές κορδέλες τους και με όλη την τρυφερότητα και την καλοσύνη που εξέπεμπαν τα ηλεκτρικά τους πεδία. Τους έλεγαν πόσο πολύ τους αγαπούσαν και τους μιλούσαν για τη μάχη που μόλις είχε κερδηθεί.
Βγήκα απ’ τη βάρκα παραπατώντας, με μάτια που είχαν θολώσει απ’ τα δάκρυα. Γονάτισα καταγής και ορκίστηκα να μη κολυμπήσω ποτέ ξανά στη ζωή μου. Από δω και εμπρός η ξηρά θα ήταν η παντοτινή μου κατοικία.
Οι Άζράη. Τα ξωτικά της θάλασσας. Έτσι τους είχε ονομάσει ο τυφλός Άλβιν. Είχε ανασύρει εκείνο τ’ όνομα από κάποιο παλιό βιβλίο που είχαν φέρει οι πρόγονοί μας από τη Γη.
Εκείνη τη στιγμή, ένα χέρι που ήταν ζεστό και στιβαρό, άγγιξε τον ώμο μου.
Σήκωσα το κεφάλι μου και αντίκρισα τον Άνγκους. Τον κοίταξα εμβρόντητη, δέσμια μιας παραλυτικής κατάπληξης. Εκείνος μου ανταπέδωσε το βλέμμα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ενώ μια καταλυτική έκφραση απόλυτης μακαριότητας και βαθιάς χαράς απλωνόταν στο πρόσωπό του. Το δέρμα του γυάλιζε υγρό και φωτεινό, αντανακλώντας τις χρυσές και ρόδινες λάμψεις που γέμιζαν τη θάλασσα.
-«Όχι μόνο με άφησαν να ζήσω,» μου είπε έχοντας διαβάσει την έκφραση των έκπληκτων ματιών μου, «αλλά μου έδειξαν και πράγματα απίστευτα! Κολύμπησα πάνω από τις πόλεις τους! Τις είδα να λάμπουν σαν υποβρύχιοι γαλαξίες στο σκοτάδι! Μου μίλησαν για τις υπέροχες γνώσεις που έχουν συσσωρεύσει! Μου έδειξαν εικόνες ασύλληπτες! Είναι πανάρχαιοι, αθάνατοι και απίστευτα εξελιγμένοι! Ακριβώς όπως μου είχες πει! Και δεν σκόπευαν ποτέ να με σκοτώσουν! Ήθελαν απλώς να μου παρουσιάσουν τη δική τους άποψη! Αυτό είναι όλο!»
Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά, εγώ βυθισμένη σ’ έναν ασυγκράτητο χείμαρρο λυτρωτικής ανακούφισης, εκείνος συνεπαρμένος απ’ τις συγκλονιστικές αλήθειες που μόλις είχε ανακαλύψει και που τον είχαν μεταμορφώσει σ’ έναν από εμάς.




7



Έπρεπε να φύγει φυσικά. Για να προστατεύσει το μυστικό της Αλκυόνης χρειάστηκε να μας αφήσει, να ξαναγυρίσει στη Γη και να πείσει τους ανωτέρους του ότι ο μικρός υποανάπτυκτος και ασήμαντος πλανήτης μας δεν παρουσιάζει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για την Εταιρία και τα συμφέροντά της. Θα τους έλεγε ότι οι ιδιαιτερότητες του πολιτισμού μας οφείλονται στην έλλειψη φιλοδοξίας και στη μαλθακότητα που μας χαρακτηρίζει ως λαό, ότι η βαρετή και αντιπαραγωγική μας συμπεριφορά αποτελεί μια αναπόφευκτη αλλά ακίνδυνη παρενέργεια ενός οικο-περιβάλλοντος όπου τα πάντα είναι προβλέψιμα, ανιαρά και ακίνδυνα.
Η Αλκυόνη θα παραμείνει ασφαλής, μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον όταν, ύστερα από πολλά-πολλά χρόνια όπως θέλω να ελπίζω, η Εταιρία θ’ αποφασίσει να μας στείλει κάποιον άλλο, πιο φιλύποπτο ίσως, Επιθεωρητή.
Ο αποχαιρετισμός μας υπήρξε σύντομος και θλιβερός. Με παρηγορεί το γεγονός ότι ήταν αναγκαίος. Ο Άνγκους εξάλλου, μου υποσχέθηκε ότι κάποια μέρα θα βρει ένα τρόπο να επιστρέψει, ότι θα εφεύρει μια δικαιολογία που δεν θα κινήσει τις υποψίες κανενός.
Από τότε περνάω τις νύχτες μου στην παραλία. Στήνω το τηλεσκόπιό μου κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, κουλουριάζομαι πίσω απ’ το λεπτό του σωλήνα και κοιτάζω τ’ άστρα με αμείωτη προσοχή, σαν κυνηγόσκυλο που παραφυλά τη λεία του. Νιώθω σίγουρη ότι αργά ή γρήγορα κάποιο καινούργιο αστρόπλοιο θα εισβάλλει στο αστρικό σύστημα της Αλκυόνης. Αγναντεύω τα τεράστια μεταγωγικά σκάφη της Εταιρίας να διασχίζουν το κοσμικό κενό σαν λαμπεροί κομήτες και κατασκοπεύω γεμάτη καχυποψία τους αστρικούς στόλους τους που στολίζουν με φωτεινά σμήνη το στερέωμα.
Και πότε-πότε, καθώς οι ώρες κυλούν αργά στην έρημη και άδεια παραλία, μου αρέσει να φαντάζομαι ότι σε κάποιο απ’ αυτά τα μεγαλόπρεπα διαστημόπλοια που αστράφτουν σαν φωτιές μέσα στη νύχτα ίσως βρίσκεται ο Άνγκους, ότι στέκεται πίσω από ένα στρογγυλό φινιστρίνι και παρατηρεί την Αλκυόνη να τρεμοσβήνει μπροστά του πανέμορφη και απλησίαστη, ένα λαμπερό αστέρι που φεγγοβολά σαν κόσμημα πάνω σ’ ένα σκοτεινό τίποτα, ένας κρυφός θησαυρός που περιβάλλεται απ’ το άμυαλο και παγωμένο χάος.

Ερρίκος Σμυρναίος,
Copyright 2009

11 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπερα dream-angel...καταρχην προσδιορησε που απευθυνονται τα σχολια..σε εμενα που εχω το blog ή στον φιλο μου τον Ερρικο που εγραψε αυτο το υπεροχο διηγημα? Κατατοπισε με σε ποιον θες να στειλεις σχολια ωστε να σου δωσω ενα e-mail να τα στειλεις..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλησπερα..δεν παρεξηγουμε απο κατι..απλα δεν προλαβα το μυνημα σου, δεν ηρθε κατι στο e-mail μου, και προσπαθω να καταλαβω σε ποιον απευθυνεσε (σε εμενα ή στον συγγραφεα του αρθρου) ωστε να σου δωσω το καταλληλο e-mail για να στηλεις στο σχολιο σου.Εμπας περιπτωση εαν θελεις μπορεις να στειλεις σε e-mail το σχολιο σου στο students_nyc@yahoo.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. οκ απλά έγραψα ότι είναι πολύ μεγάλη η ανάρτηση και με κούρασε μέχρι να τη διαβάσω.Το ίδιο συμβαίνει και με τις δικές μου αναρτήσεις φυσικά!!!Γι αυτό πρότεινα αν θες να βάζεις περισσότερες αναρτήσεις με λιγότερα κεφάλαια (παραγράφους τέλος πάντων)Αυτό είπα αλλά δεν ήθελα να φανεί εδώ γιατί είναι μόνο η δική μου γνώμη και μπορεί να παρεξηγηθείς διαβάζοντας την!!!Αυτά χωρίς να θέλω να προσβάλλω κανέναν!Οταν τη διαβάσεις θα τη διαγράψω ή διάγραψε τες όλες εσύ και τελειώνει εδώ το θέμα αυτό!Ουφ κουράστηκα!Φιλιά πολλά και συγνώμη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Καλησπερα dream-angel, καταρχην δεν υπαρχει λογος να διαγραφει το ποστ γιατι ειμαι καθετος και απολυτος οτι ολες οι αποψεις ειναι σεβαστες και πρεπει να ακουγονται. Δευτερον, εχεις δικιο οτι ειναι κουραστικο να ειναι τοσο μεγαλα τα κειμενα, αλλα δεν μπορω να τα κοσμο σε διαφορετικες αναρτησεις καθως θα ανεβενει 1 κειμενο ανα αναρτηση..αυτο που θα προσπαθησω ομως να κανω ειναι απο το επομενω κειμενο να φτιαξω καλυτερα τις αναρτησεις. Σε ευχαριστω για το σχολιο σου και θα σου ζητουσα να μην το διαγραψεις εαν εχεις την καλοσυνη. Σε ευχαριστω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Εντάξει καλέ μου σκέφτηκα ότι ίσως δεν είναι σωστό να το δούν κι άλλοι και γι αυτό στο είπα!Αν δεν σε πειράζει δεν έχω πρόβλημα!Διέγραψε όμως (μόνο εσύ πορείς)ξανά αυτά που έχω βγάλει εγώ παραπάνω για να μην φαίνεται άσχημο!Ειλικρινά νόμιζα ότι παρεξηγήθηκες γιατί ο γραπτός λόγος γμτ δυσκολεύει την επικοινωνία!Ομως δεν είχα κακή πρόθεση!!!Τα φιλιά μου και πάλι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Πραγματικά.... ονειρεμένη πορεία... διαδρομή.... Μπράβο... Φεύγει.. ο νούς... σε άλλα ταξίδια, εντελώς μα εντελώς άγνωστα, απροσδόκητα, απρόβλεπτα... μα και σε συνεπαίρνουν....!!... **Πολύ ωραίος, γραπτός λόγος...!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή