Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

RE-PLAY


1

Η χειρότερη παρενέργεια της κιναισθητικής αναβάθμισης είναι η ακούσια και ανεξέλεγκτη ανάκληση καταγεγραμμένων αναμνήσεων. Ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη επέμβαση έχει γίνει ερασιτεχνικά, με παράνομα νάνο-τεχνολογικά πρόσθετα, όπως συμβαίνει  στη δική μου περίπτωση. Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι ακριβώς αυτό, όπως μου δόθηκε η χαρά ν’  ανακαλύψω από πρώτο χέρι, αλλά το γεγονός ότι η ανάκληση μπορεί να γίνει αυθόρμητα και ανεξέλεγκτα, να ενεργοποιηθεί από έναν ήχο, μια οσμή ή ένα χρώμα και να διαλύσει το αντιληπτικό σύστημα του θύματος σαν ατομική βόμβα που εξαερώνει κάποιον αστικό πυρήνα.

Ακριβώς αυτό έπαθα το καυτό εκείνο πρωινό, μπροστά σ’ ένα συνοικιακό σούπερ μάρκετ της Αθήνας. Μόλις είχα διασχίσει ένα πολυσύχναστο οδόστρωμα από ξεθωριασμένη άσφαλτο και πλησίαζα τις αλεξίσφαιρες βιτρίνες του από λεκιασμένα υαλονήματα όταν συνέβη. Το διαφημιστικό σποτάκι που έτρεχε στις μοριακές γίγα-οθόνες ενός γειτονικού κτιρίου αντικαταστάθηκε απ’ το τρέιλερ μιας εικονικής σαπουνόπερας που έσπαγε ρεκόρ επισκεψιμότητας στο διαδίκτυο. Η συγκεκριμένη σειρά διαδραματιζόταν στα πολυτελή εμπορικά κέντρα και τα ξενοδοχεία του Ντουμπάι. Περιέγραφε τον καταδικασμένο έρωτα ενός αδίστακτου τυχοδιώκτη από την Ελλάδα και μιας υψηλόβαθμης υπαλλήλου κάποιας πολυεθνικής εταιρίας που είχε ταξιδέψει μέχρι εκεί για δουλειές.

Το βρώμικο πεζοδρόμιο που ξεχείλιζε από σκουπίδια τοξικομανείς και εξαθλιωμένους άστεγους, χάθηκε κάτω απ’ τα πόδια μου. Οι ουρές των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων που έλαμπαν σαν πολύχρωμες φούσκες στο σκληρό φως του πρωινού ήλιου εξαφανίστηκαν. Το ίδιο συνέβη και με τις συνθετικές μυρωδιές των υποκατάστατων κρέατος και λαχανικών από τροποποιημένη σόγια που εκλύονταν απ’ τους πτυσσόμενους πάγκους μιας λαϊκής αγοράς που είχε στηθεί σ’ ένα παράπλευρο σοκάκι. Βυθίστηκα σ’ ένα απροσδιόριστο σκοτάδι που θύμιζε την ξαφνική μαυρίλα που απλώνεται σε μια τηλεοπτική οθόνη όταν κόβεται το ρεύμα. Στη συνέχεια ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και ανακάλυψα ότι ήμουν δεμένος με σταυρωτές ζώνες ασφαλείας σ’ ένα ανατομικό κάθισμα από αφρώδες πολυμερές, τρεις μήνες πίσω στο χρόνο, τη στιγμή που το υπερηχητικό τζετ που κάλυπτε τη διαδρομή Αθήνας-Ντουμπάι, ετοιμαζόταν να προσγειωθεί στο διαστημοδρόμιο του  Ρας Αλ-Καϊμά. Η τοπική ώρα ήταν δύο τα ξημερώματα.  

Τρεις μήνες πίσω. Γεμάτος με άλλα όνειρα και άλλες προσδοκίες. Έριξα μια ματιά στον έξω κόσμο, μέσα απ’ τα οβάλ παράθυρα του μακρόστενου θαλάμου των επιβατών  και αντίκρισα μια πολύχρωμη πεδιάδα από φως που έφτανε μέχρι τον ορίζοντα. Το Ντουμπάι απλώθηκε κάτω απ’ το αεροσκάφος σαν μια πολύχρωμη πυρκαγιά που ανάλωνε τεράστιες ποσότητες υγρών καυσίμων, ηλεκτρισμού και πληροφορίας. Έμοιαζε ν’ αποτελείται από δισεκατομμύρια ηλεκτρικούς σπινθήρες που σχημάτιζαν λαβυρινθώδη αραβουργήματα, έναν κυκεώνα επιδεικτικής σπατάλης, επιχειρηματικού πυρετού και κερδοσκοπικής φρενίτιδας.  Εδώ μπορούσε κανείς ν’ αγοράσει και να πουλήσει τα πάντα, ακόμα και το ίδιο του το σώμα. Ότι ακριβώς σκόπευα να κάνω δηλαδή.

Το τζετ καταδύθηκε διαγώνια μέσα απ’ τα παγερά στρώματα της ανώτερης στρατόσφαιρας και τα λαμπερά οικοδομικά εκτάρια χίμηξαν προς τα πάνω, σπρωγμένα λες από κάποια κοσμική πλημμύρα. Έγιναν τρισδιάστατα, μεταμορφώθηκαν σε μια χαοτική υπερδομή από εντυπωσιακούς ουρανοξύστες με διάφανες προσόψεις, γεωδαιτικούς θόλους και βιοκλιματικούς πύργους που άστραφταν σαν φωταγωγημένα παιχνίδια κάτω από έναν πορτοκαλί ουρανό. Σύννεφα λεπτής άμμου που έρχονταν απ’ τα βάθη της αραβικής ερήμου αρμένιζαν σαν ατμώδη κήτη πάνω από αναρίθμητους οβελίσκους από ατσάλι και γυαλί. Ήταν κίτρινα και μακρόστενα και κινούνταν αργά, αντανακλώντας την τεχνητή φωτοπλημμύρα της πόλης, σπρωγμένα απ’ τους ανέμους που γεννούσαν γιγάντια φαράγγια από κρύσταλλο. Το Ντουμπάι έμοιαζε να μην κοιμάται ποτέ. Ακόμα και τώρα, στις μικρές ώρες της νύχτας, οι αυτοκινητόδρομοι και οι γέφυρες που το αγκάλιαζαν σαν ένα πυκνοδομημένο δίκτυο από τριχοειδή αγγεία, έσφυζαν από κίνηση, ξεχείλιζαν από μυριάδες ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και τρίκυκλα ταξί που μετέφεραν ξενυχτισμένους τουρίστες και φιλόδοξα στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και έγειρα πίσω στο κάθισμά μου νιώθοντας πλημμυρισμένος από ένα γλυκό κύμα αισιοδοξίας. Είχα πολύ καιρό να νιώσω ένα τόσο ευχάριστο συναίσθημα. Τα φτηνά αγχολυτικά που αγόραζα απ’ τα σιδερόφραχτα περίπτερα της Αθήνας δεν μπορούσαν σε τίποτα να συγκριθούν μ’ αυτή την υπέροχη αίσθηση.  Τώρα ένιωθα πραγματική ευδαιμονία. Ο σφυγμός μου επιταχύνθηκε και ένα υπέροχο κύμα χαράς πλημμύρισε το κυκλοφοριακό μου σύστημα σαν μια υπερχείλιση ατόφιου φωτός. Διάβασα το αποχαιρετιστήριο κείμενο με τ’ αποσπάσματα απ’ το Κοράνι που είχε αρχίσει να διατρέχει την εύκαμπτη οθόνη της πλάτης του μπροστινού καθίσματος και σταύρωσα τα δάχτυλά μου όλο χαρά. Όλα θα πήγαιναν καλά, το ένιωθα, κάθε μόριο του σώματός μου το πίστευε αυτό.




2



Μόλις ξεπέρασα τον αναχρονιστικό και χρονοβόρο σκόπελο του check out και του ελέγχου των λιγοστών αποσκευών που κουβαλούσα, αντίκρισα τον άνθρωπο που είχε στείλει η «Εδέμ Α.Ε» για να με υποδεχτεί. Με περίμενε στην αχανή αίθουσα αναμονής του διαστημοδρόμιου ακίνητος σαν άγαλμα πάνω στα αραμπέσκ μωσαϊκά του από σπάνιο Ιταλικό μάρμαρο. Ντυμένος μ’ ένα κομψό κοστούμι από μαύρο πραγματικό μετάξι, έμοιαζε με απειλητικό οβελίσκο.  Ήταν ένας λιγομίλητος πακιστανός τεραστίων διαστάσεων με ξυρισμένο κεφάλι και νεοζηλανδέζικα τατουάζ που κρατούσε στα χέρια του ένα ψηφιακό πλακάτ που έγραφε τ’ όνομά μου με πράσινα φωτάκια led. Τον πλησίασα με σταθερά βήματα και του έτεινα το χέρι, αυτό που δεν κρατούσε την ταλαιπωρημένη βαλίτσα που είχα αγοράσει από ένα κατάστημα με μεταχειρισμένα είδη ειδικά για το ταξίδι, και εκείνος μου ανταπέδωσε την χειραψία μ’ επαγγελματική ευγένεια. 

Η σωματική του διάπλαση και η ρευστότητα των κινήσεών του με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ήταν ένας επαγγελματίας σωματοφύλακας, γεμάτος με ενδομυϊκά μοσχεύματα και  νευροτονωτικά νάνο-πρόσθετα που φώλιαζαν στον εγκέφαλό του και τον διατηρούσαν σε κατάσταση συνεχούς και αναβαθμισμένης εγρήγορσης. Σήκωσε τη βαλίτσα μου χωρίς να καταβάλει καμία ορατή προσπάθεια και με οδήγησε στο αυτοκίνητο που μας περίμενε σ’ ένα απ’ τα πολυόροφα γκαράζ του διαστημοδρόμιου. Ήταν μια ηχομονωμένη λιμουζίνα έξι θέσεων που δούλευε με υγρό υδρογόνο, ένα πολυτελές τροχοφόρο εξοπλισμένο με αρωματικό κλιματισμό, οn-line σύνδεση με το διαδίκτυο και άθραυστα παράθυρα μιας όψεως από συνθετικό διαμαντοκονίαμα. Ο σωματοφύλακας κάθισε απέναντί μου, πήρε στα χέρια του ένα επίχρυσο μικρόφωνο και έδωσε εντολή στον οδηγό, σ’ έναν πραγματικό οδηγό, να ξεκινήσει. Αυτό και μόνο, ότι το αυτοκίνητο το οδηγούσε ένας αληθινός άνθρωπος και όχι κάποια τεχνητή νοημοσύνη μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω για μια ακόμα φορά πόσο σημαντικό απόκτημα ήμουν για την «Εδέμ.» Ένιωσα δέος. Η έκφραση που απλώθηκε στο πρόσωπό μου πρέπει να ήταν αρκετά προδοτική γιατί μου φάνηκε ότι ένας παράξενος μορφασμός αλλοίωσε για μια στιγμή τα σκουρόχρωμα χαρακτηριστικά του σωματοφύλακα. Κάτι σαν υποβόσκουσα θυμηδία. Αποφάσισα ωστόσο να μην του δώσω σημασία: Άρχισα να κοιτάζω μέσα απ’ το παράθυρο το ανεξάντλητο  πανόραμα των φωτεινών λεωφόρων και των ολογραφικών προβολών που κάλυπταν τις προσόψεις των αμέτρητων πύργων και των εμπορικών κέντρων του Ντουμπάι και του γύρισα την πλάτη επιδεικτικά.    


3


Το ξενοδοχείο ήταν πολύ εντυπωσιακό. Νοτζούν, έτσι το έλεγαν. Ένα μοντέρνο κατασκεύασμα αλληλοσυνδεόμενων θόλων που σχημάτιζαν ένα σχέδιο που θύμιζε το άνθος του λωτού. Βρισκόταν σε κάποιο απ’ τα καινούργια προάστια που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια γύρω απ’ τον κεντρικό πυρήνα της πόλης, σε μια περιοχή που λεγόταν Σάρζα και που μια φορά και έναν καιρό φιλοξενούσε εργατικές πολυκατοικίες. 

Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου επικρατούσε το λευκογάλαζο χρώμα του πάγου καθώς και μια ολοκληρωτική απουσία οποιασδήποτε γωνίας. Έμοιαζε να είναι φτιαγμένη από μαλακές καμπύλες και άσπιλες επιφάνειες από γυαλιστερό μεταξωτό που διέχεαν το φως και καταργούσαν τις σκιές. Ο αμίλητος σωματοφύλακάς παρέδωσε τις βαλίτσες μου σ’ έναν εξίσου αμίλητο αχθοφόρο ενώ μια υπάλληλος που έμοιαζε με πορσελάνινο γυναικοειδές από το Τόκιο, με οδήγησε σε μια σουίτα, στο δέκατο-τέταρτο όροφο ενός εξωτερικού εξώστη που έβλεπε προς το κέντρο της πόλης. Η λέξη σουίτα ήταν βέβαια υποτιμητική. Ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ένα ευρύχωρο διαμέρισμα με μινιμαλιστική διακόσμηση όπου επικρατούσε το γυαλί και το λευκό μάρμαρο. Η υπάλληλος με άφησε μόνο με μια ευγενική υπόκλιση, έκλεισε πίσω της την πόρτα και αμέσως μια βαθιά σιωπή απλώθηκε γύρω μου, μια βελούδινη απεραντοσύνη ολοκληρωτικής ησυχίας. 

Έκανα μερικά βήματα πάνω στο παστέλ χαλί που κάλυπτε το δάπεδο του αχανούς καθιστικού και το ρυθμικό θρόισμα των φτηνών μου παπουτσιών από οργανική ρητίνη ακούστηκε σαν βέβηλη κακοφωνία.  Η ευγενική φωνή ενός προγράμματος υποδοχής που ενεργοποιήθηκε αυτόματα, με καλωσόρισε σε συμβατικά αγγλικά και άρχισε να προβάλλει όμορφες εικόνες της πόλης πάνω στις μοριακές οθόνες των τοίχων. Ένιωσα παρείσακτος ξαφνικά, σαν κλέφτης που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Πήρα μια βαθιά ανάσα και εισέπνευσα το δροσερό αεράκι του αθόρυβου κλιματιστικού που ήταν εμπλουτισμένο με αναζωογονητικά ιόντα. Έβγαλα τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και άρχισα να εξερευνώ συστηματικά το διαμέρισμα, την κουζίνα με το τεράστιο ψυγείο που ξεχείλιζε από βιολογικά προϊόντα, την κρεβατοκάμαρα με το πελώριο κρεβάτι και τα μεταξωτά σεντόνια, το μπάνιο με το τζακούζι και τους όμορφους καθρέφτες που διέχεαν το φως. Το πρόγραμμα με ακολουθούσε παντού. Με την φλεγματική και ευγενική φωνή ενός βρετανού μπάτλερ με ενημέρωσε ότι τα βιολογικής προέλευσης περιεχόμενα του ψυγείου ανανεώνονταν αυτόματα και σε τακτά χρονικά διαστήματα, ότι το κρεβάτι διέθετε και υδατόστρωμα, ότι το λουτρό ήταν ήδη έτοιμο και ότι μπορούσε να εκτελέσει έξι προγράμματα υδρομασάζ με οξυγονωμένο νερό και μάλιστα, με άρωμα της επιλογής μου. Γέλασα δυνατά. Όλα αυτά έμοιαζαν σαν παραμύθι, πολύ όμορφα για να είναι αληθινά. 

-«Η πρώτη μέρα της καινούργια σου ζωής!» φώναξα στον εαυτό μου, «απόλαυσέ την! Είναι όλη δική σου!»


4


Και πράγματι , έτσι ακριβώς ήταν. Το παραμύθι εννοώ. Ξέφτισε γρήγορα. Απ’ το επόμενο κιόλας πρωινό, όταν μπήκα στο ασανσέρ και ανέβηκα μέχρι το εστιατόριο. Βρισκόταν μπροστά σ’ ένα αεροστεγές Ρουφ-Γκάρντεν και είχε θέα τους μακρινούς ουρανοξύστες του Ντουμπάι. Ο ουρανός που κρεμόταν από πάνω τους είχε ένα μουντό κίτρινο χρώμα εξαιτίας κάποιας περαστικής αμμοθύελλας.  

Εκεί με περίμενε ένας δεύτερος άνθρωπος από την «Εδέμ.» Στεκόταν όρθιος, δίπλα στον παραφορτωμένο μπουφέ. Ψηλός και ευθυτενής, είχε υπερβολικά αρμονικά χαρακτηριστικά που αν δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιας μικρό-χειρουργικής επέμβασης, σήμαιναν ότι καταγόταν από κάποια χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας. Το υπόλευκο κοστούμι που φορούσε, φτιαγμένο από ειδικές «έξυπνες» ίνες που δεν τσαλάκωναν ποτέ, ταίριαζε πάρα πολύ με το αστραφτερό και αποστειρωμένο περιβάλλον του εστιατορίου. Το ίδιο και το δέρμα του προσώπου του που ήταν πεντακάθαρο και αρυτίδωτο σαν τσιτωμένο ριζόχαρτο. Στο πέτο του καλοραμμένου σακακιού του άστραφτε το λογότυπο της Εταιρίας, ένας διπλός έλικας που προσομοίαζε στο ανθρώπινο DNA, στη μέση ένας μικρός ήλιος με εφτά ακτίνες που έμοιαζαν με μικροσκοπικά ακόντια και μέσα στον ήλιο οι λέξεις «Εδέμ Α.Ε». Η μεγαλύτερη εταιρία σύνθεσης αναβαθμισμένων γονιδίων ολόκληρου του πλανήτη, νέο-χριστιανικών συμφερόντων με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η Επιστροφή στην γενετική τελειότητα των πρωτόπλαστων ανθρώπων και η διαγραφή όλων των ελαττωμάτων που επέφερε το προπατορικό αμάρτημα ήταν οι φράσεις κλειδιά που δήλωναν τις προθέσεις της, συνοδευόμενες από ψηφιακές απεικονίσεις ειδυλλιακών παραδείσων και υπέροχων ανδρών και γυναικών.  

Αποφάσισα να τον αγνοήσω. Ας ερχόταν αυτός να μου μιλήσει. Διάλεξα ένα γωνιακό τραπέζι, άπλωσα στα πόδια μου μια αρωματισμένη πετσέτα από οργανικό λινό και έριξα μια ματιά στον υπόλοιπο χώρο του εστιατορίου. Οι σερβιτόροι που περιφέρονταν ανάμεσα στα άδεια τραπέζια ήταν πανομοιότυποι σε εμφάνιση, λες και είχαν βγει απ’ το ίδιο ακριβώς καλούπι. Τίποτα το ασυνήθιστο σ’ αυτό, σκέφτηκα,  ήταν απλά τροποποιημένοι χειρουργικά, εμφανισιακά εξομοιωμένοι με την τρισδιάστατη εικόνα που είχε σχηματίσει κάποιος μάνατζερ στον πολυώροφο ουρανοξύστη κάποιας άλλης ηπείρου, στην οθόνη κάποιου μοριακού υπολογιστή. Οι υπόλοιποι πελάτες ήταν ελάχιστοι. Μια οικογένεια με τρία παιδιά απ’ την Ινδία, μπαμπάς, μαμά και μελαμψά κουτσούβελα, ένας παχουλός κύριος απ’ τη Σαουδική Αραβία που έπαιζε με κάποιο πανάκριβο γκάτζετ που πρόβαλε πολύχρωμα ολογράμματα γύρω απ’ το κεφάλι του και μια γυναίκα που καθόταν σε κάποια άκρη και με κοιτούσε με έκδηλο ενδιαφέρον. Της ανταπόδωσα το βλέμμα εξίσου επίμονα αλλά το μόνο που κατάφερα να δω ήταν ότι ήταν ψηλή, με καλοφτιαγμένο σώμα και ότι φορούσε όμορφα ρούχα. Εντυπωσιάστηκα από το κομψό καφτάνι που σκέπαζε το κεφάλι της και που έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από ένα μπλε μεταξωτό που ιρίδιζε απαλά καθώς και από τα οβάλ γυαλιά-οθόνες που έκρυβαν τα μάτια της, πίσω απ’ τα οποία διαγραφόταν ένα πολύ περιποιημένο πρόσωπο.

Τη στιγμή που γέμιζα ένα φλιτζάνι με γαλλικό καφέ ο άνθρωπος της «Εδέμ» με πλησίασε και μου συστήθηκε ως εκπρόσωπος του τμήματος δημοσίων σχέσεων της Εταιρείας. Το χαμόγελό του ήταν άψογο, τα δόντια του κατάλευκα, συμμετρικά και ολοφάνερα ψεύτικα-οργανικά εμφυτεύματα τελευταίας τεχνολογίας.

Μου ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση και με πληροφόρησε πως βρισκόταν εκεί για να με ενημερώσει πάνω σε κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες που αφορούσαν στη συνεργασία μου με την «Εδέμ.»   

Ένευσα καταφατικά. Τα μάτια του μου φάνηκαν πολύ παράξενα: Δεν τρεμόπαιζαν ούτε χαρακτηρίζονταν απ’ την ανεπαίσθητη αστάθεια που παρατηρεί κανείς στα μάτια των φυσιολογικών ανθρώπων. Ίσως να ήταν και αυτά τεχνητά.  

Εκείνος έκατσε απέναντι μου και άνοιξε με κοφτές και έμπειρες κινήσεις ένα πτυσσόμενο χαρτοφύλακα. Εκείνη η τελετουργική διαδικασία μου φάνηκε εντελώς περιττή. Έμοιαζε με το πολιτιστικό υπόλειμμα κάποιου περασμένου αιώνα που εκτελούσε μια καθαρά συμβολική λειτουργία, κάτι σαν τις δαντελωτές κουρτίνες που βλέπει κανείς στα παράθυρα των πλούσιων σπιτιών ή τα περίτεχνα κάγκελα που περικλείουν τις φυλασσόμενες εκτάσεις των δημόσιων πάρκων που στολίζουν ακόμα τις Ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Ένας απλός υπολογιστής σε μέγεθος καρφίτσας θα ήταν αρκετός. Το άνοιγμα του χαρτοφύλακα προσέδιδε ωστόσο μια επισημότητα στην όλη διαδικασία.

-«Ελπίζω να καταφέρατε να κοιμηθείτε χθες,» σχολίασε με τυπική ευγένεια σε συμβατικά αγγλικά, «Η πτήση σας έφτασε στο Ντουμπάι με μισή ώρα καθυστέρηση εξαιτίας των ηλιακών κηλίδων που αναστάτωσαν τις δορυφορικές επικοινωνίες.» «Υποθέτω πως  θα πρέπει να νιώθετε κουρασμένος αυτή τη στιγμή οπότε θα προσπαθήσω να μην σας ταλαιπωρήσω πολύ.»
Η φωνή του ήταν ακούστηκε υπερβολικά καλλιεργημένη και απαλή, χρωματισμένη όμως από ένα ανεπαίσθητο ίχνος προφοράς που πρόδιδε την ασιατική καταγωγή του. Ώστε ήταν πραγματικά Ασιάτης, συμπέρανα με κακεντρέχεια. Άραγε στα πλαίσια της εκπαίδευσής του από την εταιρεία συμπεριλαμβάνονταν και μαθήματα ορθοφωνίας; 

Τους μισούσα τους Ασιάτες. Ειδικά αυτούς που είχαν γεννηθεί στο πλημμυρισμένο Μπαγκλαντές. Η Αθήνα κόντευε να ξεχειλίσει από δαύτους.   

-«Ευτυχώς κατάφερα να κοιμηθώ λιγάκι,» του απάντησα με τον ίδιο ευγενικό τόνο φωνής. Έλεγα ψέματα φυσικά. Έπαιζα μέχρι το ξημέρωμα με τα κανάλια της διαδικτυακής τηλεόρασης μέχρι που είχα καταλήξει στο αγαπημένο μου σόου: Ένα δορυφορικό πρόγραμμα όπου οι διαγωνιζόμενοι υποβάλλονταν οικειοθελώς σε βασανιστήρια που επέλεγε το κοινό με τελικό βραβείο, για όποιον άντεχε μέχρι την ολοκλήρωση των δοκιμασιών, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό σε κοσμοδολλάρια. Το επεισόδιο που είχα παρακολουθήσει ήταν πολύ συγκινητικό. Ένας απ’ τους νεαρούς συμμετέχοντες αποχαιρετούσε τη γυναίκα και το παιδί του και τους υπόσχονταν με δάκρυα στα μάτια ότι θα έβαζε τα δυνατά του για να νικήσει και να αλλάξει τη ζωή τους προς το καλύτερο.

-«Χαίρομαι πολύ που το ακούω αυτό,» μου απάντησε ο συνομιλητής μου που δεν είχα ιδέα για τις κακές σκέψεις που έκανα,  «Θα ήθελα τώρα να σας ενημερώσω πάνω σε κάποιους από τους όρους του συμβολαίου που έχετε υπογράψει και που σας δεσμεύει με την Εταιρία μας.»

-«Τι εννοείτε;» τον ρώτησα νιώθοντας υποψιασμένος από αυτή τη δήλωση.

-«Τίποτε το ανησυχητικό, σας διαβεβαιώνω,» μου εξήγησε εκείνος, «απλά, για τη δική σας ασφάλεια, θα πρέπει να συνεργαστείτε μαζί μας όσον αφορά μερικά ζητήματα που αφορούν τις μετακινήσεις σας.»

Έριξε μια ματιά στην οθόνη του χαρτοφύλακά του που είχε ήδη ανάψει και μετά άρχισε να μου λέει:

-«Το συμβόλαιο που υπογράψατε προβλέπει την δεκαήμερη παραμονή σας στο Ντουμπάι, σε ξενοδοχείο της δικής μας επιλογής και την απόλυτη συνεργασία σας μαζί μας σε ζητήματα γονιδιακών και άλλης φύσης ιατρικών εξετάσεων. Η ασφάλεια σας κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της Εταιρίας μας.»

-«Δεν θα διαφωνήσω,» του απάντησα. Τα σχιστά μάτια του που είχαν το χρώμα του οψιδιανού, έμοιαζαν με δίδυμα κοσμήματα που δεν πρόδιδαν κανένα συναίσθημα.

-«Θα πρέπει να έχετε καταλάβει μέχρι τώρα ότι η εκμετάλλευση γενετικών χαρακτηριστικών και η συνεργασία με φυσικά πρόσωπα που επιθυμούν να πουλήσουν τον γενετικό τους κώδικα στην Εταιρία μας είναι ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα το οποίο εγκυμονεί  σοβαρούς κινδύνους.»

-«Τι είδους κινδύνους;» 

Ο υπάλληλος έγειρε προς τα εμπρός, σχεδόν απειλητικά αυτή τη φορά, και βύθισε το βλέμμα του μέσα στο δικό μου. Ξαφνικά ένιωσα φόβο. 

-«Αναφέρομαι στον κίνδυνο της υποκλοπής πολύτιμων δεδομένων μέσω της εφαρμογής τεχνικών βιοτεχνολογικής κατασκοπίας,» μου απάντησε εξίσου ήρεμα όπως και πριν.  «Η αποκλειστική εκμετάλλευση σπάνιων και ξεχωριστών γενετικών χαρακτηριστικών είναι μια πολύ κερδοφόρα επιχείρηση. Υπάρχουν πολλές ανταγωνιστικές εταιρίες και οργανισμοί που δεν θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν παράνομα μέσα προκειμένου ν’ αποκτήσουν τα πολύτιμα γονίδια με τα οποία σας προίκισε η φύση. Για να αποφύγουμε λοιπόν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα πρέπει να λάβουμε κάποια μέτρα.»

-«Όπως;»

-«Κατά τη διάρκεια της παραμονής σας στο Ντουμπάι, και μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και η καλλιέργεια των γονιδίων σας, θα πρέπει να παραμείνετε μέσα σε αυτό το ξενοδοχείο και να μην το εγκαταλείψετε ποτέ χωρίς την άδειά μας. Επίσης, απαγορεύονται ρητά επισκέψεις από άτομα μη εγκεκριμένα από την εταιρεία μας καθώς και η λήψη τροφής και νερού άγνωστης προέλευσης.»

Τον κοίταξα κατάπληκτος.

-«Δηλαδή, έχετε την απαίτηση να παραμείνω φυλακισμένος εδώ μέσα για όσο καιρό εσείς επιθυμείτε;» τον ρώτησα.

-«Δέστε το ως μια ευκαιρία για λίγη χαλάρωση σ’ ένα πολιτισμένο περιβάλλον. Εκμεταλλευτείτε την και απολαύστε όλες τις υπηρεσίες που σας προσφέρουμε. Στο κάτω-κάτω, θα είναι μια ευχάριστη αλλαγή απ’ τον μέχρι τώρα στερημένο τρόπο ζωής σας.» Ο μορφασμός που αλλοίωσε φευγαλέα τα άψογα χαρακτηριστικά του μου θύμισε την έκφραση που είχε απλωθεί στο πρόσωπο του χθεσινού σωματοφύλακα μέσα στη λιμουζίνα. Ένας συγκαταβατικός συνδυασμός θυμηδίας και οίκτου.

Τον κοίταξα αμίλητος και ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει σιγά-σιγά. Εκείνος ο άνθρωπος γνώριζε τα πάντα για μένα. Η εταιρία του με είχε φακελώσει κανονικά, είχε μαζέψει κάθε δυνατό στοιχείο που αφορούσε το πρόσωπό μου μέσα απ’ το ηλεκτρονικό σύμπαν του διαδικτύου. Ήξερε για την ήμι-άθλια πολυκατοικία όπου στεγαζόταν το μικρό μου διαμέρισμα, για τον πενιχρό μισθό που έπαιρνα ως υπάλληλος σε μια μικρομεσαία εταιρία σεκιούριτι, για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζα, για τη μίζερη καθημερινότητά μου. Και  κυρίως, ήξερε πολύ καλά για πιο λόγο είχα αποφασίσει να προσεγγίσω την «Εδέμ» και να της πουλήσω τα γονίδια μου. Ίσως και να είχε μελετήσει κάποιο φάκελο που περιέγραφε με τεχνικούς όρους όλες τις προσδοκίες και τα όνειρά μου. Και κατά πάσα πιθανότητα γελούσε μαζί τους.

-«Σας ευχαριστώ πολύ για την ενημέρωση,» κατάφερα να του απαντήσω. Εκείνος, έκλεισε το χαρτοφύλακά του, μου έσφιξε το χέρι και με άφησε μόνο μου στο εστιατόριο, να ολοκληρώσω το πρωινό μου που είχε χάσει πλέον κάθε νοστιμάδα.



5


Έμεινα μόνος, καθισμένος μπροστά στο στρογγυλό τραπέζι, λουσμένος στις νότες της απαλής μουσικής δωματίου που πλημμύριζε το εστιατόριο. Ένιωθα όλο και χειρότερα, σαν να βούλιαζα σ’ έναν βούρκο διαβρωτικής οργής.   

Και τότε πρόσεξα για δεύτερη φορά την όμορφη γυναίκα με τα φαρδιά γυαλιά που καθόταν μόνη. Εξακολουθούσε να με παρατηρεί απ’ τη γωνιά της και μόλις τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν, μου έστειλε ένα διακριτικό χαμόγελο. 

Της ανταπέδωσα το βλέμμα, μακρόσυρτα και εξεταστικά αυτή τη φορά και κατέγραψα επιδοκιμαστικά το αισθησιακό και καλογυμνασμένο σώμα της, τα ψηλά μήλα του προσώπου της που διαγραφόταν άψογο και νεανικό μέσα στο διάχυτο και ομοιόμορφο φως του εστιατορίου, καθώς και τα καλόγουστα ρούχα που φορούσε τα οποία συνδύαζαν πολύ καλόγουστα την Δυτική με την Ισλαμική αισθητική.

Τα δόντια της ήταν κατάλευκα και αστραφτερά. Τεχνητά ή όχι, τόνιζαν ακόμα περισσότερο την γοητευτική της παρουσία.

Εκείνη τη στιγμή, σπρωγμένος απ’ το θυμό που είχε ξεσηκώσει μέσα μου η συγκαταβατική συμπεριφορά του λακέ της Εταιρίας, έκανα κάτι που κάτω από πιο φυσιολογικές συνθήκες δεν θα τολμούσα να κάνω ποτέ, πόσο μάλλον σε μια πόλη σαν το Ντουμπάι όπου οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών διέπονταν ακόμα από την αυστηρότητα του Ισλαμικού νόμου: Σηκώθηκα όρθιος, την πλησίασα και έκατσα απέναντί της χωρίς καν να της ζητήσω την άδεια. Εκείνη δεν φάνηκε ούτε να ταράζεται ούτε και να ενοχλείται απ’ την απότομη προσέγγισή μου.

-«Καλημέρα» της είπα κοιτάζοντάς την στα μάτια.

Η γυναίκα έβγαλε τα γυαλιά και το καφτάνι που φορούσε και μου ανταπέδωσε το βλέμμα χαμογελώντας μου πιο ζεστά αυτή τη φορά. Ένιωσα το σφυγμό μου να χάνει ένα χτύπο. Είχε τα πιο καταπληκτικά μάτια που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Αμυγδαλωτά και τεράστια, ήταν  προικισμένα μ’ ένα βαθύ βιολετί χρώμα που μου θύμισε τη διάφανη και λαμπερή απόχρωση που παίρνει ο ουρανός στις τροπικές χώρες, όταν ο ήλιος έχει δύσει. Μου έφεραν στο νου τα μαγνητοσκοπημένα δειλινά που προβάλλονται στους τεχνητούς ουρανούς των διαστημικών σταθμών αναψυχής όπου πάνε οι πολύ πλούσιοι για να ξεκουραστούν και να ακολουθήσουν αγωγές αναζωογόνησης. Έλαμπαν  κυριολεκτικά και ήταν σαν να με καλούσαν να χαθώ  μέσα τους, σ’ έναν απύθμενο ωκεανό από βιολετί κύματα.  

Κατά τα άλλα, τα μαλλιά της ήταν σκούρα και καλοχτενισμένα και άστραφταν πασπαλισμένα με ασημόσκονη, σύμφωνα με τις επιταγές κάποιας εξεζητημένης μόδας ενώ το λευκό δέρμα του προσώπου της έμοιαζε να έχει μια κρεμώδη και άσπιλη απαλότητα. Εν ολίγοις, ήταν πάρα πολύ όμορφη. Ανταποκρινόταν σχεδόν απόλυτα στην εικόνα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου για το πώς θα έπρεπε να είναι η ιδανική γυναίκα: Κομψή, μελαχρινή και γεμάτη αυτοπεποίθηση.  

Το χαμόγελο που ζέσταινε το πρόσωπό της έγινε πιο πλατύ. Δυο πανέμορφα λακκάκια σχηματίστηκαν στα μάγουλά της. Τα χείλη της ήταν τέλεια, καλοσχεδιασμένα και βαθυκόκκινα. Έμοιαζαν απαλά σαν ροδοπέταλα. 

-«Καλημέρα και σε σένα,» μου απάντησε σε άπταιστα ελληνικά. Η φωνή της ήταν βαθιά και αρμονική.  Ένα θεσπέσιο άρωμα άγγιξε τα ρουθούνια μου. Ένα από τα ακριβά αρώματα που φοριούνται στο Ντουμπάι και που έχουν ως βάση σπάνια αιθέρια έλαια. Για κάποιο λόγο μου έφερε στο νου εικόνες από φεγγαρόλουστες βραδιές. Είδα το δίσκο της σελήνης να πλέει πάνω απ’ το πολύχρωμο πανόραμα αχανών μεγαλουπόλεων και τα φώτα των κινέζικων Αποικιών που γεμίζουν τους κρατήρες και τις άνυδρες θάλασσες της να σπινθηροβολούν σαν κατάλευκα κοσμήματα σ’ ένα μεταμεσονύχτιο σκοτάδι. 

-«Συμπατριώτισσα;» τη ρώτησα στέλνοντας της και ένα χαμόγελο που έλπιζα πως ήταν γοητευτικό.

Εκείνη ένευσε καταφατικά: «Από τη Θεσσαλονίκη,» πρόσθεσε.

-«Πρόσεξα ότι με κοιτούσες πριν,» της είπα. Ένιωθα πολύ παράξενα, λες και ήμουν μεθυσμένος. 

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.

-«Δεν το αρνούμαι,» παραδέχτηκε χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της ή να δείξει ενοχλημένη, «ο τύπος που σου μιλούσε προηγουμένως κατάφερε να σε τσιτώσει πολύ, έτσι;»

-«Δεν το αρνούμαι ούτε και εγώ,» της απάντησα καταφέρνοντας να την κάνω να χαμογελάσει και πάλι. Ένιωσα ένα ξαφνικό κύμα περηφάνιας να φουσκώνει μέσα στο στήθος μου. Σαν να είχα καταφέρει κάτι πολύ σπουδαίο. 

Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι χωρίς να μιλήσει και μετά έφερε στα χείλη της ένα φλιτζάνι με αρωματικό καφέ.

-«Πότε ήρθες στο Ντουμπάι; Δεν σε έχω ξαναδεί στο ξενοδοχείο. Είσαι καινούργιος πελάτης της Εταιρίας, ε;» θέλησε να μάθει. 

-«Είμαι.» Ήταν η δική μου, κάπως κοφτή απάντηση. Μετάνιωσα αμέσως για το απότομο ύφος μου και προσπάθησα να τα μπαλώσω: «Τα σαΐνια τους συμφώνησαν να αγοράσουν τα γονίδιά μου. Μιλάμε για πολλά λεφτά.» 

-«Ήρθαμε για την ίδια δουλειά λοιπόν,» σχολίασε η γοητευτική άγνωστη, «να πουλήσω τα γονίδιά μου θέλω και εγώ.» «Παρεμπιπτόντως, ονομάζομαι Ηλέκτρα. Εσένα πως σε λένε;»

Μου άρεσε ο τρόπος που μιλούσε. Έμοιαζε ντόμπρα και περπατημένη, χωρίς να γίνεται χυδαία. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις κακομαθημένες πριγκηπέσες που κατακλύζουν το Ντουμπάι για να ψωνίσουν και να κάνουν πλαστικές εγχειρήσεις. Της συστήθηκα λοιπόν, όνομα και επίθετο.

-«Θέλουν να αγοράσουν τα μάτια μου,» μου εξήγησε ύστερα από μια στιγμιαία παύση, «τους αρέσει το χρώμα τους καθώς και το γεγονός ότι έχω τέλεια όραση, 20/20.» Ολοκλήρωσε την πρότασή της με αδιάφορο και πρακτικό ύφος, χωρίς ίχνος υπερηφάνειας ή ματαιοδοξίας. Θαύμασα την ειλικρίνεια καθώς και την καθαρότητα της σκέψη της. Στο κάτω-κάτω κανείς δεν έχει λόγους να πουλάει μούρη για τα γονίδιά που έχει κληρονομήσει. Είναι ένα εντελώς τυχαίο γεγονός. 

-«Από σένα τι θέλουν ακριβώς;» με ρώτησε με τη σειρά της.

-«Τα βλαστοκύτταρα μου,» της απάντησα, «το κυκλοφοριακό μου σύστημα είναι γεμάτο από δαύτα. Μπορώ και επιβιώνω από βαρύτατους τραυματισμούς, και μάλιστα χωρίς να μου μένει το παραμικρό σημάδι. Τρελάθηκαν απ’ τη χαρά τους μόλις με πήρανε χαμπάρι.»

Τα μάτια της φάνηκαν να διαστέλλονται από ένα αθέλητο ρεύμα θαυμασμού:

-«Και πως ανακάλυψες ότι έχεις αυτό το χάρισμα;» με ρώτησε.


6


Το ανακάλυψα όταν έσκασε η βόμβα. Αυτή που ισοπέδωσε τους έξι δήμους της παλιάς Αθήνας που δεν είχαν ήδη μετατραπεί σε πολυώροφα εμπορικά κέντρα και αυτόνομα οικιστικά συγκροτήματα για τους πλούσιους Αθηναίους που εδώ και χρόνια διεκδικούν την πόλη για τον εαυτό τους.

Ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε ποιος έβαλε τη βόμβα. Τρεις τρομοκρατικές οργανώσεις ανέλαβαν της ευθύνη με ισάριθμες αναρτήσεις στο διαδίκτυο: Κάποιοι ακτιβιστές οίκο-τρομοκράτες που δεν είχε ξανακούσει κανείς, μια ακραία παραθρησκευτική οργάνωση ελλήνων δωδεκαθειστών και κάποια σέκτα  προώθησης αστυμαγικών δραστηριοτήτων. Και οι τρεις τους προσπάθησαν να οικειοποιηθούν τον αντίκτυπο που προκάλεσε το γεγονός  στη σοκαρισμένη κοινή γνώμη και να μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον της αλλά από τη στιγμή που δεν υπήρξαν αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν κάποια από τις τρεις εκείνες εκδοχές, η προσπάθειά τους έπεσε στο κενό.     

Πλησίαζαν μεσάνυχτα όταν συνέβη. Εκείνη την ώρα έκανα την περιπολία μου γύρω από ένα πυκνοκατοικημένο οικοδομικό τετράγωνο παμπάλαιων πολυκατοικιών. Οι τρομοκρατημένες οικογένειες που τις κατοικούσαν, είχαν προχωρήσει σε συμφωνία με την εταιρία σεκιούριτι όπου δούλευα, προκειμένου να προστατευτούν απ’ τις συμμορίες που κάθε βράδυ σχεδόν έμπαιναν στα διαμερίσματά τους, τα λεηλατούσαν και μετά κατέστρεφαν ότι δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. 

Αν και βρισκόμασταν στα μέσα του Οκτωβρίου η θερμοκρασία δεν έλεγε να πέσει κάτω από τους τριάντα-πέντε βαθμούς κελσίου ενώ η υγρασία άγγιζε το ενενήντα πέντε τις εκατό. Ο αέρας είχε μια πνιγηρή και λασπωμένη αίσθηση που βρώμιζε ρουθούνια και πνευμόνια σαν γκρίζα γλίτσα. Το μικροκλίμα της Αθήνας είχε αλλάξει εδώ και αρκετά χρόνια αλλά η αναπόφευκτή προσαρμογή του πληθυσμού της στις νέες συνθήκες αποδεικνυόταν πολύ δύσκολη. Οι κακοφωτισμένοι δρόμοι με τα ηλιακά φώτα και τα διπλό-παρκαρισμένα αυτοκίνητα έσταζαν λες και κάποιος τα είχε καταβρέξει. Το βουητό των απαρχαιωμένων κλιματιστικών μηχανημάτων που πάλευαν με την υγρή ζέστη αντηχούσε παντού σαν στοιχειωτική ψαλμωδία ενώ οι στενές λωρίδες του σκοτεινού ουρανού που κρέμονταν ανάμεσα στις ξεφλουδισμένες προσόψεις των γύρω πολυκατοικιών, έμοιαζαν με βαριές κουβέρτες που κάποιος είχε βουτήξει σε δύσοσμα και στάσιμα υγρά.   
     
Είχα ολοκληρώσει τη βόλτα μου και ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο βαν της εταιρίας  όπου με περίμενε μια παγωμένη κόκα-κόλα και ένα σάντουιτς με συνθετική γαλοπούλα, όταν είδα με την άκρη του ματιού μου μια λευκή λάμψη. Απλώθηκε γύρω μου ακαριαία, σαν φωτεινό σεντόνι που το φουσκώνει κάποιος τροπικός τυφώνας και μετά άκουσα ένα εκκωφαντικό βουητό. Έμοιαζε με το μουγκρητό κάποιου πελώριου τέρατος που είχε ξυπνήσει κακοδιάθετο. Ήταν τόσο δυνατό που ένιωσα τα τύμπανα των αυτιών μου να σπάνε. Μετά είδα ολόκληρο το δρόμο και τις πολυκατοικίες που τον πλαισίωναν ν’ αναδιπλώνεται και να σηκώνεται στον αέρα, λες και κάποιο τιτάνιο τσουνάμι που είχε ξυπνήσει ξαφνικά βαθιά μέσα στο υπέδαφος να πάλευε ν’ αγγίξει τον μαύρο ουρανό. Τα φώτα του δρόμου έσβησαν και μέσα στο σκοτάδι που με τύλιξε άρχισε να βρέχει αντικείμενα, αυτοκίνητα που έπεφταν γύρω μου σαν πελώριοι μετεωρίτες, ογκόλιθοι και σιδερικά, μια καταιγίδα θρυμματισμένου γυαλιού και ένα πυκνό σύννεφο σκόνης. Εκσφενδονίστηκα προς τα πίσω, χτυπημένος από ένα πανίσχυρο ωστικό κύμα που ήταν καυτό σαν φούρνος και που μετέτρεψε τον αέρα που ανέπνεα σ’ ένα συμπαγές και πυρακτωμένο σφυρί. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι απ’ την έκρηξη. 

Ξύπνησα στο σιωπηλό δωμάτιο κάποιου νοσοκομείου, περικυκλωμένος από ογκώδη μηχανήματα που στάλαζαν διάφορα υγρά στο σώμα μου μέσα από εύκαμπτα σωληνάκια και διάφανους ορούς. Ήμουν κλεισμένος μέσα σε σ’ ένα κουκούλι από λεπτό νάιλον. Πίσω απ’ την τεντωμένη μεμβράνη του αντίκρισα μια ομάδα λευκοντυμένων γιατρών που φορούσαν χειρουργικά σκουφάκια και γάντια από λατέξ και με κοιτούσαν χαμογελώντας καθησυχαστικά.

-«Μας έχετε πραγματικά καταπλήξει,» μου είπε κάποιος από αυτούς που μάντεψα ότι ήταν ο επικεφαλής τους, «θα έπρεπε να έχετε πεθάνει ξανά και ξανά ύστερα από τους πολλαπλούς τραυματισμούς που υπέστη ο οργανισμός σας. Εσείς αντίθετα επιβιώσατε, έστω και με τη δική μας βοήθεια. Και όχι μόνο επιβιώσατε αλλά αναρρώνετε με καταπληκτική ταχύτητα, και μάλιστα χωρίς καν να σχηματίζονται ουλές στα σημεία όπου το δέρμα σας εξαερώθηκε απ’ τη θερμότητα της έκρηξης.»   



7


 -«Η ιστορία σου είναι καταπληκτική,» δήλωσε με θαυμασμό η Ηλέκτρα όταν ολοκλήρωσα την αφήγησή μου. «Και μετά τι έγινε;»

-«Τα γνωστά,» της απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους μου με αδιαφορία, «κάποια στιγμή, όταν δεν χρειαζόμουν πια προστασία από τα μικρόβια, με βγάλανε απ’ την κουκούλα αρνητικής πίεσης και το ίδιο κιόλας βράδυ ήρθε ένας άνθρωπος από την «Εδέμ» και μου πρότεινε να του πουλήσω τα γονίδιά μου για περισσότερα λεφτά απ’ αυτά που θα έβγαζα αν δούλευα για δέκα ζωές. Μου εξήγησε ότι ο οργανισμός μου είχε μια παράξενη ιδιομορφία, ότι παρήγαγε τον αριθμό των βλαστοκυττάρων που κανονικά θα έβρισκε κανείς στο σύστημα ενός εμβρύου. Γι’ αυτό και γιατρευόμουν τόσο καλά από τα τραύματά μου. Εννοείται ότι  συμφώνησα αμέσως. Δεν θα έχανα μια τέτοια ευκαιρία για τίποτα στον κόσμο!»

-«Τι σκοπεύεις να κάνεις με τα λεφτά που θα σου δώσουν;» με ρώτησε η πανέμορφη εκείνη γυναίκα. Ήταν όντως πανέμορφη. Το διαπίστωνα όλο και περισσότερο με το κάθε λεπτό που περνούσε. Η φωνή της, οι εκφράσεις του προσώπου της, τα υπέροχα εκείνα μάτια, ήταν σκέτη μαγεία.

-«Ένα μέρος απ’ αυτά θα τα δώσω για μια κιναισθητική αναβάθμιση.» «Είναι μια επέμβαση στο κεντρικό νευρικό σύστημα,» της εξήγησα μόλις είδα την απορημένη έκφραση που απλώθηκε στο πρόσωπό της, «θα φυτέψουν στον εγκέφαλο μου κάτι νανομηχανήματα που θα επιταχύνουν την δραστηριότητα των νευρικών μου συνάψεων. Αυτό θα επιταχύνει πάρα πολύ τα αντανακλαστικά μου. Στη συνέχεια, με τα υπόλοιπα λεφτά, θα στήσω τη δική μου εταιρία σεκιούριτι που θα προσφέρει προστασία σε υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων. Είναι μια δουλειά με μεγάλες προοπτικές. Τώρα τελευταία ο εταιρικός ανταγωνισμός έχει αγριέψει τόσο πολύ που αλληλοσκοτώνονται σαν τα σκυλιά!»    

-«Η δική μου ιστορία είναι πολύ πιο βαρετή,» άρχισε να μου λέει η Ηλέκτρα μ’ ένα απολογητικό χαμόγελο. «Καμία σχέση με τη δική σου.» «Απλά, όταν πήγα για το εξαμηνιαίο ιατρικό τεστ που με υποχρεώνει να κάνω το ασφαλιστικό μου συμβόλαιο, μ’ εξέτασε ένας οφθαλμίατρος και τρεις μέρες μετά μου ήρθε ένα e-mail απ’ την «Εδέμ.» Τα υπόλοιπα μπορείς να τα φανταστείς και μόνος σου!»

Το χέρι της ακινητοποιήθηκε γύρω απ’ το φλιτζάνι με τον καφέ. Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει και το χαμόγελο που απλωνόταν πάνω  στο λευκό της πρόσωπο έγινε παράξενο, απέκτησε μια σκανδαλιάρικη ποιότητα.

-«Με κρατάνε μαντρωμένη εδώ μέσα εδώ και δέκα μέρες,» ψιθύρισε με συνωμοτικό ύφος. «Αλλά εγώ έχω βρει τρόπο να βγαίνω χωρίς να με παίρνουν μυρωδιά. Τι λες, θέλεις να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη απόψε το βραδάκι;»

-«Και το ρωτάς;» ήταν η δική μου, εξίσου χαμογελαστή, ερώτηση. Ήταν μια υπέροχη ιδέα. Η καλύτερη δυνατή εκδίκηση ενάντια στην αλαζονεία των λακέδων της «Εδέμ».


8


Το τέχνασμα της Ηλέκτρας ήταν πολύ απλό, λιγάκι παλιομοδίτικο ίσως, αλλά ιδιοφυές: Το σύστημα ασφάλειας του ξενοδοχείου χρησιμοποιούσε κάμερες υψηλής ευκρίνειας και κάθε λογής αισθητήρες που ελέγχονταν από μια τεχνητή νοημοσύνη η οποία κάθε έξι ώρες έστελνε τα δεδομένα που συνέλεγε στο κεντρικό δίκτυο της «Εδέμ Α.Ε». Η Ηλέκτρα είχε βρει ένα τρόπο να ξεγελάει το σύστημα και να το κάνει να αναπαράγει την εξάωρη εκείνη εγγραφή δύο φορές. Και πως το είχε καταφέρει αυτό; Ήταν πολύ απλό, όπως μου εξήγησε. Η δουλειά της στη Θεσσαλονίκη είχε να κάνει με την ταυτοποίηση ηλεκτρονικών ιών που εξαπέλυαν διάφοροι επίδοξοι χάκερς στα λειτουργικά συστήματα τραπεζών, προκειμένου να τα διαβρώσουν και να υποκλέψουν πιστωτικούς λογαριασμούς. 

Έτσι λοιπόν είχε εμπλουτίσει το προσωπικό της αρχείο με μια εντυπωσιακή συλλογή από προγράμματα-δολιοφθορείς. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επιλέξει τον κατάλληλο ιό, να τον περάσει στο δίκτυο του ξενοδοχείου και έτσι να αποκτήσει ένα χρονικό παράθυρο έξι ωρών που ξεκινούσε απ’ τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας. Κατά τη διάρκεια της χρονικής εκείνης περιόδου, μπορούσε να μπαινοβγαίνει από το ξενοδοχείο όποτε ήθελε. Ήταν ακόμα πιο εύκολο να ξεγελάσει το προσωπικό στη ρεσεψιόν. Απλά φορούσε την παραδοσιακή αμφίεση των γυναικών του Ντουμπάι, μια «Αμπάγια» δηλαδή, η οποία κάλυπτε σχεδόν ολοκληρωτικά το σώμα και το πρόσωπό της και την έκανε αγνώριστη.  

Κανονίσαμε να συναντηθούμε στη ρεσεψιόν τα μεσάνυχτα. Περίμενα με ανυπομονησία εκείνη τη στιγμή, κυριευμένος από ένα παιδιάστικο ενθουσιασμό. Θα ζούσα μια περιπέτεια με μια πανέμορφη γυναίκα που έβρισκε την παρουσία μου ευχάριστη και το γεγονός ότι θα ξεγελούσαμε τους ανθρώπους της «Εδέμ» μ’ έκανε να χοροπηδάω απ’ τη χαρά μου. Από τις έντεκα κιόλας το βράδυ ήμουν έτοιμος. Φόρεσα μια όμορφη κελεμπία που ανακάλυψα ανάμεσα στα περιεχόμενα της ντουλάπας μου και μια μάσκα προστασίας από τη σκόνη της ερήμου, ένα αξεσουάρ που είχε γίνει  απαραίτητο για όλους τους κατοίκους της Μέσης Ανατολής από τότε που το ΝΑΤΟ είχε βομβαρδίσει με πυρηνικά όπλα την Τεχεράνη, στα τέλη της περασμένης δεκαετίας. Μια σύντομη ματιά στους ολόσωμους καθρέφτες που κάλυπταν τους τοίχους του τεράστιου μπάνιου της σουίτας μου με άφησε απόλυτα ικανοποιημένο. Το γεγονός ότι είμαι εκ φύσεως μελαχρινός μ’ έκανε να μοιάζω ακόμα περισσότερο με αυθεντικό Άραβα. 

Μόλις η ώρα πλησίασε δώδεκα κατέβηκα στη ρεσεψιόν που εκείνη την ώρα ήταν άδεια και σιωπηλή. Έκανα ένα καταδεχτικό νεύμα προς τον βαριεστημένο υπάλληλο που κοίταζε μια οθόνη πίσω απ’ το καμπυλωτό γκισέ της και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Δίπλα στα περιστρεφόμενα πτερύγιά της από άθραυστο γυαλί στεκόταν μια μοναχική φιγούρα, μια ψιλόλιγνη γυναίκα που φορούσε μια χρυσοποίκιλτη «Αμπάγια». Ήταν φτιαγμένη από ένα πολυτελέστατο ύφασμα που θύμιζε σκουρόχρωμο μεταξωτό με μανίκια που στολίζονταν από ημιπολύτιμους λίθους.

Την πλησίασα προσεκτικά και κάτω από το μακρύ καφτάνι που κάλυπτε το κεφάλι της, διέκρινα τα σπινθηροβόλα μάτια της Ηλέκτρας που έμοιαζαν με βιολετί φλόγες. 

Εκτελώντας το σενάριο που είχαμε συμφωνήσει από πριν, πλησίασα τις περιστρεφόμενες πόρτες και διαγράφοντας ένα μικρό ημικύκλιο, βγήκα  στον έξω κόσμο χωρίς να με σταματήσει κανείς. 

Ήμουν ελεύθερος.

Η ζεστή υγρασία της αραβικής νύχτας με αγκάλιασε σαν μια χοντρή κουβέρτα που τυλίχτηκε γύρω μου σφιχτά, διαποτισμένη με χλιαρό νερό. Η θερμοκρασία κυμαίνονταν στους σαράντα βαθμούς κελσίου, κάτι συνηθισμένο για αυτή την εποχή του χρόνου. Πολύχρωμα φώτα που ακτινοβολούσαν γύρω μου σκόρπιζαν μια ομοιόμορφη φωταύγεια που καταργούσε τις σκιές. Σχημάτιζαν κάθετες στήλες από λαμπερό νέον που κάλυπταν τις προσόψεις πελώριων πύργων από γυαλί και μέταλλο. Το μεταλλικό βουητό των υδρογονοκίνητων αυτοκινήτων που έτρεχαν πάνω-κάτω, σ’ ένα δρόμο διπλής κυκλοφορίας, μου φάνηκε μελωδικότατο. Έμεινα ακίνητος παρακολουθώντας μ’ εκστατικό ενδιαφέρον τους ανθρώπους που περπατούσαν αμέριμνοι πάνω σε φαρδιά πεζοδρόμια, μπροστά απ’ τις εντυπωσιακές προσόψεις των γύρω κτιρίων: Άντρες και γυναίκες που φορούσαν δυτικά ή αραβικά ρούχα και μύριζαν υπέροχα. 

-«Αρκετά με το χαζολόγημα.» άκουσα τη φωνή της Ηλέκτρας να λέει κοντά στ’ αυτί μου, «Λίγο ακόμα να κάτσουμε εδώ πέρα, θα λιώσουμε από τη ζέστη! Εξάλλου, μας μένουν έξι ώρες όλες κι όλες για να εξερευνήσουμε την πόλη!»


9


Περπατήσαμε βιαστικά μέχρι τον κοντινότερο σταθμό του μετρό. Μπήκαμε σ’ ένα από τα κλιματιζόμενα βαγόνια του με τα έντονα χρώματα και την απαλή μουσική και κατεβήκαμε στο Παλμ Τζουμέιρα, την παλιά περιοχή της πόλης. Εκεί πέρα υψώνονταν φωταγωγημένοι ουρανοξύστες, ο ένας δίπλα στον άλλο, σχηματίζοντας τα τοιχώματα ενός πελώριου φαραγγιού. Έμοιαζαν με τιτάνιους οβελίσκους που κάποια πανάρχαια φυλή γιγάντων είχε στήσει στα δεξιά και στ’  αριστερά ενός μεταποιημένου  αυτοκινητόδρομου με δέκα λωρίδες κυκλοφορίας.  Τα θεόρατα κτίρια με τα ασυνήθιστα σχήματα και τις φωταγωγημένες προσόψεις φιλοξενούσαν κάποτε γραφεία πολυεθνικών εταιριών και ξενοδοχεία. Τώρα όμως είχαν μετατραπεί σε υπερμοντέρνα σουκ, σε πολυώροφες αγορές απ’ όπου μπορούσε ν’ αγοράσει κανείς ότι τραβούσε η όρεξή του και ότι σήκωνε το πορτοφόλι του. Το καινούργιο κέντρο της πόλης είχε μετακομίσει στο Ντουμπάιλαντ, σε μια απέραντη περιοχή που καταλάμβανε την ενδοχώρα της ερήμου σαν πελώριος μύκητας από ύλη και ενέργεια όπου θεματικά πάρκα και τεράστια εμπορικά κέντρα δημιουργούσαν μια πόλη μέσα στην πόλη, μια σύγχρονη ακρόπολη όπου χτυπούσε η καρδιά της πιο σπάταλης γωνιάς του κόσμου.

Αφήσαμε πίσω μας τον υπέργειο σταθμό του μετρό που είχε το σχήμα μεταλλικής οβίδας και μπήκαμε στον κοντινότερο ουρανοξύστη. Ήξερα ότι όλα τα κτίρια της Τζουμέιρα  συνδέονταν μεταξύ τους με υπόγειες διαβάσεις και εναέριες γέφυρες που τα μεταμόρφωναν σ’ έναν ενιαίο λαβύρινθο από απέραντα καταστήματα και πολυτελή εστιατόρια αλλά τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει για το θέαμα που απλώθηκε μπροστά μου μόλις διέσχισα τις περιστρεφόμενες πόρτες του.  

Το εσωτερικό του ήταν ενιαίο  και σχημάτιζε ένα πολυώροφο βάραθρο με τοιχώματα από γυαλί και μέταλλο που περιβαλλόταν από αλλεπάλληλους εξώστες. Μακρόστενες γιγαντοθόνες από λαμπερό πλάσμα γεφύρωναν την απόσταση ανάμεσα στην διάφανη οροφή και το φανταχτερό δάπεδο του ισογείου απ’ όπου ανάβλυζαν πολύχρωμα σιντριβάνια και εκατοντάδες ολογράμματα από παλλόμενο φως. Ο αέρας που άγγιξε το ξαναμμένο πρόσωπο μου ήταν δροσερός και αρωματισμένος, φιλτραρισμένος από αχανή συστήματα κλιματισμού.  Δεκάδες γαλαρίες ξεκινούσαν ακτινωτά  προς κάθε κατεύθυνση, κυλιόμενες σκάλες και κρυστάλλινοι ανελκυστήρες ανεβοκατέβαιναν από όροφο σε όροφο φορτωμένοι με ανθρώπους που κρατούσαν πολύχρωμες τσάντες από ανακυκλώσιμο χαρτί και βιοδιασπώμενη κυτταρίνη. Οι λογότυποι των μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιριών του πλανήτη άστραφταν τεράστιοι πάνω απ’ το αργά κινούμενο πλήθος των ανέμελων καταναλωτών, σαν εμβληματικά σύμβολα παντοδύναμων θρησκευτικών δογμάτων.

Πρόσωπα που ήταν άψογα μακιγιαρισμένα και ντυμένα με την τελευταία λέξη της μόδας διαγράφονταν τεράστια πάνω σε τοίχους και διάφανες επιφάνειες. Διαφήμιζαν ηλιακά αυτοκίνητα, δορυφορικά βιντεοτηλέφωνα και κβαντικούς μικρουπολογιστές με απεριόριστες δυνατότητες. Έκανα μερικά διστακτικά βήματα ακολουθώντας την Ηλέκτρα, ζαλισμένος απ’ αυτό το δαιδαλώδες πανόραμα. Εκείνη φαινόταν τέλεια προσαρμοσμένη σ’ αυτό τον κραυγαλέο λαβύρινθο των χρωμάτων και της μουσικής, μια κομψή υπήκοος του Ντουμπάι που ετοιμαζόταν να λεηλατήσει τα καλύτερα καταστήματα του αχανούς κτιρίου χρησιμοποιώντας την χρυσή πιστωτική κάρτα του πάμπλουτου συζύγου της που υποτίθεται ότι ήμουν εγώ. Δίπλα μας πέρασε μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών που χαζογελούσαν ευτυχισμένα, ποτισμένα με νόμιμα παυσίλυπα της μόδας. Ήταν ντυμένα μ’ ένα cyber-goth στυλ, κολλητά δερμάτινα ρούχα, σκισμένα καλσόν και βαρύ μέηκ-απ. Τα μαύρα κραγιόν, οι  σκιές και τα κόκκινα μαλλιά τους μου έφεραν στο νου τα Γιαπωνέζικα anime που ξεφύτρωναν κάθε μέρα στις ιστοσελίδες των χωρών της Άπω Ανατολής σαν εικονικά μανιτάρια, μόνο και μόνο για να αντικατασταθούν μέσα σε έξι μήνες το αργότερο από καινούργιες εικαστικές δημιουργίες φιλόδοξων καλλιτεχνών.


Στη συνέχεια περάσαμε μπροστά από τη βιτρίνα ενός στενόμακρου καταστήματος που πουλούσε νεύρο-μυικά νάνο-εμφυτεύματα. Ένας μικρόσωμος υπάλληλος από την Ταϋλάνδη που φορούσε οδοντιατρική ποδιά και αντισηπτική προσωπίδα, φύτευε στο μπράτσο μιας μεσήλικης κυρίας με τσιτωμένο πρόσωπο και πορτοκαλί μαλλιά έναν πομποδέκτη που είχε μέγεθος κόκκου ρυζιού. Σύμφωνα με το τιρκουάζ κείμενο που διέτρεχε μια τεράστια μωβ οθόνη πίσω απ’ την πλάτη του, θα της επέτρεπε να ελέγχει εξ’ αποστάσεως και τηλεπαθητικά την τεχνητή νοημοσύνη του διαμερίσματος της το οποίο στεγαζόταν κατά πάσα πιθανότητα σε κάποιο απ’ τα πολυώροφα condos που σκέπαζαν τα τεχνητά νησιά που ξεφύτρωναν το ένα μετά το άλλο κατά μήκος της ακτογραμμής του Ντουμπάι. 

Τα μάτια μου άρχισαν να τσούζουν ξαφνικά. Ο καταιγισμός των εκτυφλωτικών χρωμάτων και της ασταμάτητης δραστηριότητας αποδεικνυόταν υπερβολικά επιθετικός για το νευρικό μου σύστημα.
Η Ηλέκτρα, λες και είχε καταλάβει τη δυσφορία που είχε αρχίσει να με καταβάλει,  με τράβηξε απ’ το μανίκι.

-«Έλα,» μου είπε, «Ας μη χασομεράμε! Στον τελευταίο όροφο υπάρχει ένα πολύ ωραίο πριβέ μπαράκι με ήρεμο περιβάλλον και σούπερ θέα που βλέπει σ’ ολόκληρη την πόλη. Θα πάμε εκεί για ένα ποτό και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε!»

Χωθήκαμε σ’ ένα διάφανο ασανσέρ και διασχίσαμε αναρίθμητους ορόφους που έμοιαζαν με ιζηματογενή γεωλογικά στρώματα τα οποία φιλοξενούσαν Βιετναμέζικα εστιατόρια, μαγαζιά που πουλούσαν διαδραστικά βιντεοπαιχνίδια και φανταχτερά ρούχα, προγράμματα περιήγησης σε εικονικές πραγματικότητες και φωσφορικά μπόντυ-πήρσιγκ από υποαλλεργικά μέταλλα. Κάποια στιγμή φτάσαμε στον τελευταίο όροφο όπου μια συρόμενη πόρτα από αδιαφανές γυαλί που είχε ένα παράξενο πορτοκαλί χρώμα και σχήμα κυκλικό, άνοιξε στα δύο σαν συνθετικό βλέφαρο και αποσύρθηκε σ’ ένα καμπυλωτό τοίχο από ιμιτασιόν μάρμαρο. Η Ηλέκτρα κοντοστάθηκε, άγγιξε ένα απ’ τα στολίδια της «Αμπάγια» της και αμέσως εκείνη άλλαξε σχήμα και μορφή: Το καφτάνι της μαζεύτηκε από μόνο του και μετατράπηκε σ’ ένα λεπτό φουλάρι ενώ ή υπόλοιπη φορεσιά έγινε πιο αποκαλυπτική αφήνοντας τους ώμους και τις γάμπες της εκτεθειμένες. Ταυτόχρονα καλύφθηκε από κάθετες πτυχώσεις  που της έδωσαν έναν πιο δυτικότροπο χαρακτήρα. «Ένα απ’ τα θαύματα της σύγχρονης νανο-τεχνολογίας», σκέφτηκα, εντυπωσιασμένος απ’ το όλο θέαμα. «Μεταβαλλόμενες ίνες από έξυπνα υφάσματα! Για φαντάσου!».


10


Η θέα που ξεδιπλωνόταν πέρα απ’ τις πελώριες τζαμαρίες του μπαρ ήταν όντως καταπληκτική, ακριβώς όπως με είχε διαβεβαιώσει η Ηλέκτρα: Η σειρά των φωταγωγημένων πύργων που υψωνόταν εκατέρωθεν της λεωφόρου έκαναν τη νύχτα μέρα ενώ πιο μακριά διαγράφονταν ο εμβληματικός όγκος του Χαλίφα αλ Αράμπ, του κτιρίου των 800 μέτρων που μια φορά και έναν καιρό είχε αποτελέσει ορόσημο της πρώτης φάσης της οικοδόμησης της πόλης. Τώρα βέβαια έμοιαζε με νάνο μπροστά στους καινούργιους γίγαντες που υψώνονταν στο νέο πολεοδομικό κέντρο του Ντουμπάι. Πέρα απ’ τη θάλασσα των εξεζητημένων κτιρίων που υψώνονταν γύρω μας σαν πελώριες τερμιτοφωλιές, διαγράφονταν οι φασματικές σιλουέτες ψιλόλιγνων πύργων ύψους δύο χιλιάδων μέτρων που τυλιγμένοι μέσα στις τεχνητές αστροφεγγιές των αναρίθμητων φωτισμένων παράθυρων τους, άγγιζαν τον ουρανό. Είχα ακούσει ότι κάτω απ’ τις αστραφτερές κορφές τους μαζεύονταν σύννεφα υδρατμών που μετατρέπονταν σ’ ένα συνεχές ψιλόβροχο το οποίο πότιζε κάθετους κήπους και τροπικά οικοσυστήματα που ανανέωναν την εσωτερική τους ατμόσφαιρα και τα απομόνωναν εντελώς απ’ τον έξω κόσμο.

Στο κέντρο του μπαρ υπήρχε ένα κυλινδρικό ενυδρείο το νερό του οποίου είχε  τεράστια πίεση, τέτοια ώστε να μπορεί να φιλοξενεί φωσφορικά ψάρια της αβύσσου και μεταλλαγμένες μέδουσες που έλαμπαν με υπέροχες αποχρώσεις του ροζ και του γαλάζιου και κολυμπούσαν νωθρά μέσα σ’ ένα αρχέγονο σκοτάδι. Γύρω τους, σε ψηλά καθίσματα από στριφτό αλουμίνιο και δίπλα από μεταλλικά τραπέζια που είχαν μη-ευκλείδια ελλειπτικά σχήματα, κάθονταν οι θαμώνες του μπαρ, στελέχη επιχειρήσεων, ανοιχτοχέρηδες τουρίστες και γόνοι πλουσίων οικογενειών από το γειτονικό Άμπου Ντάμπι. Αυτούς τους τελευταίους ειδικά τους γυρόφερναν πόρνες υψηλού επιπέδου που φορούσαν εφαρμοστά ρούχα από γυαλιστερό βινύλιο και περίτεχνα κοσμήματα. Έπιναν νωχελικά πολύχρωμα ποτά μέσα από εξεζητημένα ποτήρια και έμοιαζαν με λιπόσαρκα αγάλματα που λούζονταν στους χαλαρούς ρυθμούς μιας tribal-electro-lounge μουσικής.

Η Ηλέκτρα, διατηρώντας την αρραγή της αυτοπεποίθηση, διέσχισε το μισοφωτισμένο εμβαδό του μπαρ και κατευθύνθηκε προς την απέναντι άκρη του, σ’ ένα σημείο όπου ένας δερμάτινος καναπές τεραστίων διαστάσεων υψωνόταν σαν αφράτος βωμός δίπλα σε κάποια απ’ τις διάφανες τζαμαρίες. 

-«Εδώ είμαστε,» μου είπε, κοιτάζοντάς με στα μάτια και χαμογελώντας όλο γλύκα.

Δέχτηκα ένα ποτό από μια μικρόσωμη σερβιτόρα με μαλλιά που είχαν το λευκό χρώμα του ασβέστη και της απάντησα με τον ίδιο τόνο φωνής:

-«Αυτή είναι η αγαπημένη σου γωνιά, έτσι;»

-«Μα φυσικά,» μου εξήγησε εκείνη καθώς βυθιζόταν με μια ρευστή κίνηση στην αγκαλιά του καναπέ. «Και μάλιστα δεν χρειάστηκα να δώσω ούτε ένα κόσμο-δολλάριο για να κερδίσω αυτό το προνόμιο. Οι όμορφες γυναίκες πάντα απολαμβάνουν την περιποίηση μεταχείριση που τους αξίζει εδώ μέσα!»

-«Όσο γι’ αυτό, δεν αμφιβάλλω καθόλου,» της απάντησα ενώ καθόμουν δίπλα της. Εκείνη άρχισε να γελάει χωρίς να δείχνει πειραγμένη από το γεμάτο με υπονοούμενα σχόλιό μου. 

Και μετά αρχίσαμε να μιλάμε. Χαλαρά και όμορφα. Συζητήσαμε για ένα σωρό πράγματα, για τις ζωές μας και τα όνειρά μας για το μέλλον, για τους φόβους και τις προσδοκίες μας. Ήταν μια κεφάτη κουβεντούλα. Εκείνη γελούσε με τα αστεία μου και τον έξυπνο όπως ήθελα να πιστεύω αυτοσαρκασμό μου ενώ μέσα στα καταπληκτικά βάθη των ματιών της κολυμπούσε ένας γαλαξίας από συναρπαστικά συναισθήματα, προσδοκία, χαρά, αδημονία και μια φευγαλέα τρυφερότητα που τα φώτιζε πότε-πότε σαν τη μακρινή αναλαμπή ενός ανεμοδαρμένου φάρου. Έμοιαζε να διασκεδάζει πολύ με την παρέα μου και αυτό μ’ έκανε να νιώθω διπλά ευτυχισμένος. Καταλάβαινα ότι την ερωτευόμουνα σιγά-σιγά, ότι μέσα μου είχε αρχίσει να ξετυλίγεται μια αλληλουχία αισθημάτων που νόμιζα ότι μπορούσαν να φωλιάσουν μόνο στις καρδιές των άλλων ανθρώπων. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει γύρω μας χωρίς να μας αγγίζει, λες και μας περιέβαλλε μια λαμπερή σφαίρα από ατόφια ευτυχία που μας προστάτευε ολοκληρωτικά απ’ την διαβρωτική του επίδραση.    

-«Έχεις φτιάξει ολόκληρο πρόγραμμα για απόψε, έτσι;» τη ρώτησα κάποια στιγμή όταν μου πρότεινε να τελειώσουμε με τα ποτά που κρατούσαμε στα χέρια μας και να πάμε κάπου για χορό. 

-«Ίσως.» μου απάντησε εκείνη πειραχτικά, «Αλλά δυστυχώς προέκυψε ένα μικρό πρόβλημα.»

-«Τι πρόβλημα;» τη ρώτησα παραξενεμένος.

-«Κάποιος μας παρακολουθεί απ’ τη στιγμή που μπήκαμε στο κτίριο,» μου απάντησε παραμένοντας ψύχραιμη και χαμογελαστή, « Δεν ήμουν σίγουρη αρχικά, αλλά τώρα είμαι. Μόλις μπήκε στο μπαρ και κάθεται απέναντί μας,» «Μπορεί να είναι κάποιος από την «Εδέμ,» μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι κάποιος πράκτορας από κάποια αντίπαλη εταιρία. Όπως και να’ χει πάντως, πρέπει να τον ξεγελάσουμε!» Τα μάτια της άλλαξαν ξαφνικά. Έγιναν σκληρά, σαν μεταλλικά ημισφαίρια.


11


Έκανα να κοιτάξω γύρω μου αλλά το χέρι της που έσφιξε τον αγκώνα μου, με συγκράτησε. 

-«Προσπάθησε να φερθείς διακριτικά,» μου είπε, «αλλιώς, θα καταλάβει ότι τον έχουμε πάρει χαμπάρι και τότε δεν θα του ξεφύγουμε ποτέ!»

-«Δηλαδή, έχεις σκεφτεί ένα τρόπο να την κάνουμε;»  

Εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι της και γέλασε χαρούμενα. Το γέλιο της ακούστηκε αιχμηρό, σαν ένας σωρός από γυάλινα στολίδια που ξαφνικά θρυμματίζονται σε μυριάδες μικρά κομματάκια.
-«Φυσικά,» μου είπε, «τα έχω σκεφτεί όλα». «Εξάλλου, έχω εσένα μαζί μου, έναν εκπαιδευμένο σωματοφύλακα. Γιατί ν’ ανησυχώ;»

Ήταν μια πολύ καθησυχαστική απάντηση. Μ’ έκανε να νιώσω πολύ όμορφα . Σαν τον ήρωα κάποιας εικονικής περιπέτειας, απ’ αυτές που κάνουν θραύση στο διαδίκτυο. Ίσως να έφταιγε η μαγνητική  παρουσία της Ηλέκτρας, ίσως το όμορφο περιβάλλον του μπαρ ή η προοπτική της αναμέτρησης με τους ανθρώπους της «Εδέμ» που μας έβλεπαν σαν τριτοκοσμικά σκουπίδια που είχαν έρθει στο Ντουμπάι από την φτωχότερη επαρχία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, για να παζαρέψουν τα γονίδιά τους. Ένιωσα ατρόμητος, έτοιμος να τα βάλω με ολόκληρο το σύμπαν.  

-«Κάνε ότι σου πω, και όλα θα πάνε καλά,» με διαβεβαίωσε η Ηλέκτρα.

-«Οκ, πες μου!» 

Εκείνη έγειρε πάνω μου και κόλλησε τα χείλη της πάνω στα δικά μου. Το φιλί της ήταν καταπληκτικό. Ένιωσα το στόμα μου να πλημμυρίζει από μια γλυκιά γεύση που όμοιά της δεν είχα ξανανιώσει. Εκείνη συνέχισε να με φιλάει, στα μάγουλα αρχικά και μετά στο πηγούνι και ύστερα έκανε το κεφάλι μου να στραφεί στο πλάι.

-«Κάθεται ακόμα στο ίδιο σημείο, τον βλέπεις;»

μουρμούρισε στ’ αυτί μου. Ήμουν τόσο ζαλισμένος απ’ τα φιλιά της που χρειάστηκα κάποια δευτερόλεπτα προτού καταλάβω τι εννοούσε. Έριξα μια διακριτική ματιά πάνω απ’ το γυμνό της ώμο και αντίκρισα έναν λιπόσαρκο τύπο που φορούσε ένα ρετρό κοστούμι από ασπρόμαυρο λινό και κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα λεπτό ποτήρι σαμπάνιας. 

-«Τον βλέπω,» μουρμούρισα, «Τι θα κάνουμε τώρα;»

-«Τώρα θα φύγουμε!»

Με αυτές τις λέξεις σηκώθηκε όρθια και με πήρε από το χέρι με μια ρευστή και αποπλανητική κίνηση. Στα μάτια κάθε καλόπιστου θεατή εκείνης της σκηνής μοιάζαμε μ’ ένα ερωτευμένο ζευγαράκι που είχε αποφασίσει να συνεχίσει τις περιπτύξεις του σε κάποιο πιο διακριτικό περιβάλλον. 

Διασχίσαμε το μπαρ πιασμένοι αγκαζέ, εγώ μ’ ένα χαζό χαμόγελο απλωμένο στο πρόσωπό μου, κάτι που δεν χρειάστηκε και μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους μου. Η οβάλ πόρτα του μπαρ γλίστρησε στο πλάι και αντικρίσαμε τον απρόσωπο διάδρομο που τελείωνε στο ασανσέρ.

-«Θα μας ακολουθήσει τώρα;» ρώτησα την Ηλέκτρα, «πως θα του ξεφύγουμε;»

Εκείνη δεν φάνηκε να συμμερίζεται την ανησυχία μου:

-«Θα πάμε κάπου που δεν το περιμένει,» μου είπε,

-«Δηλαδή;»

-«Θ’ ανεβούμε στην ταράτσα του κτιρίου!»

Πίσω από μια πόρτα που δεν ξεχώριζε σχεδόν καθόλου απ’ τον κιτρινωπό και λείο τοίχο που την πλαισίωνε, ξεκινούσε μια φαρδιά σκάλα υπηρεσίας που προοριζόταν για το προσωπικό συντήρησης του κτιρίου.

Η Ηλέκτρα, κρατώντας με πάντα από το χέρι, με υποχρέωσε να την ανέβουμε μαζί και να ανοίξουμε μετά μια μεταλλική πόρτα που μας έβγαλε σε μια επίπεδη και τεράστια οροφή.  

Ένα ζεστό ρεύμα αέρα μας χτύπησε καταπρόσωπο και έκανε τα μαλλιά της να αναδευτούν. Μου θύμισε λιγάκι το ωστικό κύμα της έκρηξης που με είχε χτυπήσει τότε, στην Αθήνα, σε πιο ήπια όμως μορφή. Αρχίσαμε να περπατάμε βιαστικά δίπλα από κυβικές εγκαταστάσεις κλιματιστικών μηχανημάτων και κεραίες τηλεπικοινωνιών που υψωνόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας σαν περίτεχνα κατάρτια. Το αστικό τοπίο του Ντουμπάι που απλωνόταν πέρα απ’ τα όρια της ταράτσας έμοιαζε με μια ανεξερεύνητη θάλασσα από φλογερούς σταλακτίτες. Έβαφε τον ουρανό πορτοκαλί και έκανε τις κοιλιές των σύννεφων της άμμου που πετούσαν πάνω απ’ τα ψηλότερα κτίρια του να εκπέμπουν μια φωσφορική λάμψη στο χρώμα του χαλκού. Στην ανατολή όμως, πέρα απ’ τους πιο μακρινούς ουρανοξύστες, κατάφερα να διακρίνω  μια γκριζωπή φωταύγεια. Ήταν η χαραυγή. Πλησίαζε το ξημέρωμα.

-«Πρέπει να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο μας,» είπα στην Ηλέκτρα, «Όπου να΄ναι ξημερώνει!»

Η Ηλέκτρα σταμάτησε να περπατάει και γύρισε και με κοίταξε κατάματα. Μια παράξενη έκφραση είχε απλωθεί πάνω στο όμορφο πρόσωπό της, κάτι σαν πονεμένος μορφασμός. Είχαμε φτάσει στην άκρη της ταράτσας. Μπροστά μας, απλωνόταν η απέραντη πόλη. Ένα υπόκωφο βουητό ανέβαινε μέσα απ’ τα φωταγωγημένα βάθη της, ο μακρινός αχός που γεννούσαν οι κινητήρες των αμέτρητων αυτοκινήτων της. Η Ηλέκτρα κοίταξε το φωταγωγημένο πανόραμα των πανύψηλων κτιρίων και μια έκφραση οργής παραμόρφωσε τα χαρακτηριστικά της.  Στη συνέχεια με τράβηξε πάνω της και με αγκάλιασε σφιχτά.

-«Θέλω να μου πεις κάτι,» μουρμούρισε γέρνοντας πάνω μου. Την έσφιξα με προσμονή. Η αίσθηση του σφιχτού της σώματος πάνω στο δικό μου με γέμισε με ηλεκτρικές εκκενώσεις που με διέτρεξαν ολόκληρο.

-«Μ΄αγαπάς; Πες μου πως μ’ αγαπάς!» Το τρέμουλα της αγωνίας που χρωμάτιζε τη φωνή της, έκανε το σφυγμό μου να χοροπηδήσει.

-«Ναι,» της απάντησα, «Σ’ αγαπώ, με όλη μου την ψυχή!»

Το κορμί της σφίχτηκε ξαφνικά και έγινε σαν πέτρινο. Ξαναστάθηκε στα πόδια της και μου έδωσε ένα σπρώξιμο που ήταν αρκετά δυνατό για να με κάνει να πισωπατήσω μακριά της. Την κοίταξα αιφνιδιασμένος. Η έκφραση του προσώπου της είχε γίνει ψυχρή ξαφνικά, επαγγελματική.

-«Εντάξει παιδιά,» φώναξε δυνατά σε κάποιους αόρατους παρευρισκόμενους, τελειώσαμε εδώ πέρα! Έχω το υλικό που χρειάζομαι!»

Την ίδια στιγμή αναδύθηκε μπροστά μας ένα ελικόπτερο που στα πλευρά του έλαμπε ο λογότυπος της «Εδέμ ΑΕ». Ο άνεμος που σήκωναν οι δίδυμες τουρμπίνες του από τιτάνιο ήταν πανίσχυρος. Το φαρδύ φόρεμα της Ηλέκτρας ανέμισε γύρω της άγρια, σαν το ετοιμόγεννο σύννεφο κάποιας τροπικής καταιγίδας.  Το σκληρό φως ενός προβολέα έπεσε πάνω μας άσπρο και ανελέητο. Ζωγράφισε γωνιώδεις σκιές από μελάνι που χόρεψαν σπασμωδικά πάνω στο σκονισμένο σκυρόδεμα της ταράτσας. Ο ήχος των κινητήρων του ελικοπτέρου ήταν εκκωφαντικός. Το ίδιο και οι χτύπο της καρδιάς μου που έμοιαζε να θέλει ξαφνικά να δραπετεύσει από το στήθος μου. 

-«Τι συμβαίνει;» ψέλλισα αδύναμα, «Τι γίνεται εδώ πέρα;» 

Η Ηλέκτρα ούτε καν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει. Μου γύρισε την πλάτη και άρχισε να περπατάει αγέρωχα μακριά μου, σαν φλεγματική ιέρεια που μόλις είχε εκτελέσει μια αναγκαία ανθρωποθυσία. Με άφησε μόνο, να στέκομαι εκτεθειμένος πάνω στην ταράτσα, λουσμένος στον εκτυφλωτικό καταρράκτη του προβολέα που κρεμόταν από το ελικόπτερο. Έκανα μια κίνηση  να την ακολουθήσω όταν άκουσα ξαφνικά ένα κοφτό σφύριγμα και ένιωσα ένα μικρό κάψιμο στην πλάτη. Αναγνώρισα τον ήχο που κάνει ένα αναισθητικό βελάκι όταν βρίσκει το στόχο του. Στη συνέχεια, τα πόδια μου έπαψαν να με κρατάνε και σωριάστηκα κατάχαμα, πάνω στο ζεστό τσιμέντο της ταράτσας. Και μετά βυθίστηκα σ’ ένα πυκνό σκοτάδι.


12


Ξύπνησα μόνος, στο υπνοδωμάτιο της σουίτας του Νοτζούν. Φορούσα ακόμα την άσπρη κελεμπία μου και ξάπλωνα πάνω στα αρωματισμένα σεντόνια του πελώριου κρεβατιού της. Το πρόγραμμα της σουίτας δεν μου μίλησε αυτή τη φορά και οι μοριακές οθόνες των τοίχων παρέμειναν γκρίζες και άδειες. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου καθώς ένιωθα ότι δεν λειτουργούσαν απόλυτα σωστά. Κινούνταν με δυσκολία και έμοιαζαν να δυσκολεύονται να εστιάσουν στα γύρω αντικείμενα. 

Έξω από την πελώρια μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου, τα πολυώροφα κτίρια του Ντουμπάι βάφονταν κίτρινα στο φως του πρωινού ήλιου που κρεμόταν σαν φωτεινός δίσκος πάνω απ’ την πόλη. Το ειδικό γυαλί της μπαλκονόπορτας φιλτράριζε το πρωινό φως, το διέχεε ομοιόμορφα μέσα στο δωμάτιο και το μετέτρεπε σε μια ακίνδυνη ανταύγεια.  

Είχε ξημερώσει εδώ και πολύ ώρα και η μακρόσυρτη και μελωδική προσευχή ενός μουεζίνη, ενισχυμένη από στερεοφωνικά μεγάφωνα, διαλαλούσε την αθάνατη δόξα του Αλλάχ.    

Ανακάθισα πάνω στο κρεβάτι και κοίταξα γύρω μου χωρίς να καταλαβαίνω πως είχα βρεθεί εκεί. Τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας άστραψαν μπροστά μου σαν μαγνητοσκοπημένη τηλεοπτική εκπομπή σε επιτάχυνση. 

-«Έχετε έναν επισκέπτη,» δήλωσε το πρόγραμμα, «Να περάσει;»

Η συνθετική φωνή του με ξάφνιασε τόσο πολύ που τινάχτηκα λες και με είχε τσιμπήσει σκορπιός. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά και προσπάθησα να ηρεμήσω.

-«Να περάσει,» απάντησα τελικά.

Η πόρτα της σουίτας άνοιξε, μια σειρά από βήματα διέσχισαν το χολ και  έπειτα μια ανθρώπινη μορφή εμφανίστηκε στην τοξωτή είσοδο της ευρύχωρης κρεβατοκάμαρας. Μισόκλεισα τα μάτια μου που με θάμπωναν ακόμα και αναγνώρισα την ψιλόλιγνη και ευθυτενή σιλουέτα του εκπροσώπου της «Εδέμ’ που με είχε συναντήσει το προηγούμενο πρωί στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Τα ασιατικά χαρακτηριστικά του σμιλεμένου προσώπου του εξέπεμπαν μια υπερφυσική γαλήνη όση ώρα τα μάτια του με μελετούσαν με αταραξία.

-«Καλημέρα,» του είπα για να σπάσω το ξόρκι της αμήχανης σιωπής που είχε κρεμαστεί γύρω μου σαν δίχτυ. 

-«Καλή σας μέρα,» μου απάντησε εκείνος με την καλλιεργημένη και ήρεμη φωνή του, «πολύ φοβάμαι πως πρέπει να μιλήσουμε.»

-«Προφανώς» μουρμούρισα κακόκεφα. Κάθισα οκλαδόν πάνω στο φαρδύ κρεβάτι περιμένοντας τη συνέχεια. Εκείνος βυθίστηκε σε μια μεγάλη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, χωρίς να μου ζητήσει την άδεια.  

Σταύρωσε τα πόδια του και μου έστειλε ένα χαμόγελο που είχε τη ζεστασιά ενός αρκτικού παγόβουνου.

-«Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, η χθεσινή σας περιπέτεια, έξω απ’ το ξενοδοχείο, άλλαξε ριζικά τη μεταξύ μας σχέση.»

Η επιτηδευμένη του συμπεριφορά κατάφερε να με εκνευρίσει.

-«Άκου να σου πω,» γρύλισα θυμωμένος, «δεν χρειάζεται να χασομεράμε με γελοίες εισαγωγές!   Το ξέρω ότι τα έχω κάνει θάλασσα. Απλά πες μου αυτό που σ’ έστειλαν να μου πεις για να ξεμπερδεύουμε!»

-«Πολύ καλά,» μου είπε ο άνθρωπος της εταιρίας χωρίς να δείξει αιφνιδιασμένος από το ξέσπασμά μου. «Η κατάσταση είναι απλή. Παραβιάσατε τους όρους του μεταξύ μας συμβολαίου βάση του οποίου θα παραμένατε στο ξενοδοχείο μέχρι να ολοκληρωθούν οι ιατρικές σας εξετάσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν δεσμευόμαστε πλέον απ’ τους όρους του. Η μεταξύ μας συναλλαγή δεν ισχύει πια.»

-«Πως δεν ισχύει; Αφού έχετε ήδη αποκτήσει τα γονίδιά μου. Οφείλετε λοιπόν να μου δώσετε την αμοιβή που δικαιούμαι!» 

-«Όχι πια!  Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία των διεθνών δικαστηρίων, το συμβόλαιό μας ακυρώθηκε εξαιτίας των πράξεων σας που έθεσαν σε κίνδυνο την ασφάλεια της όλης επιχείρησης. Επομένως η «Εδέμ Α.Ε» απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση απέναντί στο πρόσωπό σας και διατηρεί το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί τα γονίδια που ήδη απέσπασε από εσάς, με τη δική σας συγκατάθεση, όπως η ίδια επιθυμεί.»

Τον κοίταζα χωρίς να βγάζω λέξη. Με είχε κυριεύσει η αλλόκοτη εντύπωση ότι ο κόσμος γκρεμίζονταν γύρω μου. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος και ένα κύμα κρύου ιδρώτα ανάβλυσε στο μέτωπό μου. 

Ο άνθρωπος της Εδέμ έβγαλε έναν λευκό φάκελο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και τον ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι:

-«Ως πράξη καλής θέλησης και για να σας ευχαριστήσουμε για τη μέχρι χθες άψογη συνεργασία μας, σας κλείσαμε μια θέση στην τροχιακή πτήση Ντουμπάι-Αθήνας που αποχωρεί απόψε στις 8 το βράδυ. Επίσης, θα σας παραχωρήσουμε τη χρήση του ξενοδοχείου μας μέχρι τις έξι απόψε το απόγευμα.»

Χωρίς να πει τίποτα περισσότερο, σηκώθηκε όρθιος και έκανε να βγει από το υπνοδωμάτιο. Αλλά δεν θα τον άφηνα να φύγει έτσι απλά. Τον άρπαξα από το χέρι και του είπα:

-«Τι ρόλο έπαιξε η Ηλέκτρα σε όλα αυτά; Ήταν όλα ένα κόλπο για να με παγιδεύσετε έτσι δεν είναι; Για να γλυτώσετε τα λεφτά της αμοιβής!»

Εκείνος αποδέσμευσε το χέρι του με ήρεμες κινήσεις.

-«Σας παρακαλώ,» έκανε με ειρωνικό ύφος, «Τι θέλετε να πείτε; Ακόμα και αν έτσι έχουν τα πράγματα, πως θα καταφέρετε να αποδείξετε κάτι τέτοιο; Σε ποιο δικαστήριο και με τι είδους στοιχεία; Ισχυρίζεστε δηλαδή ότι η εταιρία μας σας εξαπάτησε χρησιμοποιώντας μια επαγγελματία που εμφανισιακά ενσαρκώνει αυτό που θεωρείτε ιδανική γυναικεία ομορφιά σύμφωνα με τα γονίδιά σας; Ότι φορούσε ένα άρωμα ειδικά σχεδιασμένο για να την κάνει ακαταμάχητη στις ανυπεράσπιστες αισθήσεις σας; Ότι δεν είχατε καμία πιθανότητα να αντισταθείτε στην ακαταμάχητη γοητεία της;»  

«Αντίθετα,» πρόσθεσε, «θα έπρεπε να νιώθετε ευγνώμων που η Εταιρία μας δεν προτίθεται να σας μηνύσει για την παραβίαση του μεταξύ μας συμβολαίου. Το ποσό της αποζημίωσης που θα έπρεπε να καταβάλετε σε αυτή την περίπτωση θα ήταν δυσβάστακτο για σας!»

Ύστερα απ’ αυτά  τα τελευταία λόγια με άφησε μόνο στη σιωπηλή σουίτα. Ξανά έκατσα στο κρεβάτι και κοίταξα τα χέρια μου που σφίγγονταν ανώφελα σε γροθιές.  Ανακάλυψα ότι ένιωθα μια πικρή γεύση στο στόμα, σαν να είχα καταπιεί ένα πιάτο από κρύες στάχτες.

Το ίδιο εκείνο απόγευμα, μόλις παρέδωσα τη μαγνητική κάρτα της σουίτας και έκανα να φύγω, σέρνοντας την φθαρμένη βαλίτσα μου, ο υπεύθυνος υπάλληλος με σταμάτησε. Έψαξε το γκισέ του, βρήκε ένα φάκελο και μου τον παρέδωσε. Απέξω έγραφε το όνομα «Ηλέκτρα».

Βρήκα το κουράγιο να τον ανοίξω μόνο όταν βρισκόμουν μέσα στο τροχιακό τζετ και πετούσα πάνω από το Λιβυκό πέλαγος. Ψηλάφησα το φάκελο με χέρια που έτρεμαν και διάβασα τα εξής:
«Σε ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά που μου χάρισες στο Ντουμπάι. Ήταν πραγματικά συναρπαστική! Σου εσωκλείω μια επιταγή το ποσό της οποίας θα καλύψει πιστεύω τα έξοδα της κιναισθητικής αναβάθμισης που τόσο πολύ επιθυμείς. Παρακαλώ δέξου το ως την αμοιβή που σου αναλογεί για το πολύ ενδιαφέρον υλικό που κατάφερα να συγκεντρώσω χάρη στη δική σου συνεισφορά. Επίσης, σου εύχομαι κάθε επιτυχία σε όλα τα μελλοντικά εγχειρήματά σου.»

Κάτω από εκείνο το αινιγματικό κείμενο υπήρχε ο λογότυπος μιας εταιρίας παραγωγής διαδικτυακών προγραμμάτων εικονικής πραγματικότητας. Το κοίταξα απορημένος, χωρίς να καταλαβαίνω το παραμικρό. Αλλά σταδιακά, μια παράξενη  υποψία άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου. Μια τελευταία μικρή αποκάλυψη.



13


Επιστροφή στο παρόν. Άνοιξα τα μάτια μου πάνω στην ώρα. Όση ώρα ήμουν ξαπλωμένος πάνω στο βρώμικο πεζοδρόμιο, έξω απ’ το σουπερ μάρκετ, ένα μικρό πλήθος άστεγων ζητιάνων και τοξικομανών που είχαν μαζευτεί γύρω μου, ετοιμάζονταν να με απαλλάξουν από οτιδήποτε θα μπορούσαν να πουλήσουν ή να ανταλλάξουν με κάτι περισσότερο χρήσιμο. 

Τινάχτηκα όρθιος, απομάκρυνα τ’ άπλυτα χέρια τους που ήδη ψαχούλευαν τα ρούχα μου και χώθηκα στο σούπερ μάρκετ εισπράττοντας φιλύποπτες ματιές από τις σκυθρωπές του πωλήτριες. Ανέμισα την πιστωτική μου κάρτα επιδεικτικά για να με αφήσουν ήσυχο. Στη συνέχεια, έγειρα πάνω σ’ ένα φορτωμένο ράφι προσπαθώντας να ξανάρθω στα συγκαλά μου. Ξανακοίταξα την μοριακή οθόνη του απέναντι κτιρίου που έδειχνε ακόμα το διαφημιστικό της εικονικής σαπουνόπερας και οι σκέψεις μου σύρθηκαν για μια ακόμα φορά γύρω απ’ την Ηλέκτρα.   

Είχε πουλήσει τις εμπειρίες της μοιραίας αυτής νύχτας σ’ εκείνο το κανάλι εικονικής πραγματικότητας. Τα πάντα, όλες τις αισθητήριες εντυπώσεις της. Και το κανάλι είχε χρησιμοποιήσει αυτό το σπάνιο υλικό για να στήσει μια σαπουνόπερα όπου εκατομμύρια βαριεστημένες νοικοκυρές σε ολόκληρο τον κόσμο καλωδιώνονταν και ζούσαν ένα συναρπαστικό όνειρο, μια πνευματώδη συζήτηση στο εστιατόριου κάποιου ακριβού ξενοδοχείου, ένα αισθησιακό φιλί σε κάποιο διακριτικό μπαρ της Παλμ Τζουμέιρα, έναν σπαρακτικό αποχωρισμό στην οροφή ενός ουρανοξύστη. Θα πρέπει να πληρώθηκε πολύ καλά, ίσως και να παίρνει και ποσοστά επί των συνολικών εισπράξεων. Θα πρέπει να φέρθηκε σαν σωστός επαγγελματίας. Όπως φέρθηκα και εγώ. Έκανα την κιναισθητική μου αναβάθμιση, άνοιξα μια εταιρία προστασίας εταιρικών στελεχών που πάει πολύ καλά και συνέχισα τη ζωή μου προστατεύοντας διεφθαρμένους πολιτικούς και πολυάσχολους αντιπροσώπους πολυεθνικών επιχειρήσεων. 

Υπάρχουν στιγμές ωστόσο, αργά μέσα στη νύχτα, καθώς ξενυχτάω μπροστά σε οθόνες νυχτερινής όρασης και επιτηρώ τις τεράστιες βίλες των πάμπλουτων πελατών μου, που αναπολώ εκείνη τη νύχτα και οι σκέψεις μου ακολουθούν παράξενα μονοπάτια. Αρχίζω να υποψιάζομαι ότι για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έστω, τη στιγμή που η Ηλέκτρα έπεσε στην αγκαλιά μου και μου ζήτησε να της πω ότι την αγαπάω ή όταν κοίταξε με οργή το ελικόπτερο που πλησίαζε, ίσως και να θέλησε να νιώσει τη γεύση μιας πραγματικής περιπέτειας. Ίσως να ευχήθηκε να ήταν αληθινός ο ξαφνικός έρωτας που  ζούσαμε. Ίσως να ένιωσε αποστροφή για τη σκηνοθετημένη εκείνη παράσταση όπου έπαιζα το ρόλο του ανύποπτου πρωταγωνιστή και ίσως να ευχήθηκε να τελείωνε η περιπέτειά μας διαφορετικά, να είχε μια πιο ευτυχισμένη κατάληξη, όπως θα συνέβαινε σ’ έναν παράλληλο κόσμο όπου η αγάπη είναι πραγματική και δεν γεννιέται μέσα σε αποστειρωμένα εργαστήρια πολυεθνικών εταιριών ούτε και βασίζεται σε καλλιέργειες γονιδίων και συνθετικά αρώματα προορισμένα να παραλύουν το μυαλό και τις αισθήσεις.



Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010

1 σχόλιο: