Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

TO ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ




1



Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο νεανικό της πρόσωπο. Ένιωσε ευτυχισμένη ξαφνικά, ελεύθερη. Ρούφηξε με απληστία το άρωμα της μέντας και του δυόσμου που γέμισε τα παλλόμενα ρουθούνια της και αναρίγησε στο χάδι μιας απαλής πνοής που δρόσισε τα ξαναμμένα μάγουλα της. Ο διάχυτος ψίθυρος ενός απέραντου δάσους απλώθηκε γύρω της σαν μυστική επίκληση ενώ κάποιες σταγόνες πρωινής δροσιάς άγγιξαν το δέρμα της χλιαρές και βελούδινες σαν υγρά και τρυφερά φιλιά. Αντιστάθηκε στην αδημονία που άρχισε να την κυριεύει και κράτησε τα μάτια της κλειστά, αποφασισμένη ν’ απολαύσει για λίγο ακόμα τα καταπληκτικά εκείνα μηνύματα που της έστελναν οι αισθήσεις της. Τελικά όμως, ενδίδοντας στην περιέργειά της, τ’ άνοιξε διάπλατα και ατένισε με δέος το χρυσοπράσινο πανόραμα των αμέτρητων φύλλων που έπλεκαν έναν καλειδοσκοπικό θόλο ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι της. Ανάμεσά τους, διέκρινε τα θραύσματα ενός βαθυγάλανου ουρανού.

Ανακάθισε με μια ρευστή κίνηση, άκοπα και ανώδυνα λες και το σώμα της είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα ρεύμα κρυστάλλινου νερού και αναστέναξε βαθιά, πλημμυρισμένη από ένα γλυκύτατο κύμα ατόφιας ευδαιμονίας. Σάρωσε με το βλέμμα της τους κορμούς των πανύψηλων δέντρων που υψώνονταν ολόγυρα της σαν τους κίονες κάποιου ακατάλυτου ναού και χάιδεψε το κυματιστό χορτάρι που έτρεμε κάτω απ’ το άγγιγμα της χλιαρής εκείνης αύρας που την είχε ξυπνήσει. Είδε ότι ήταν στολισμένο με λευκά και γαλάζια λουλούδια που σχημάτιζαν ένα αρωματισμένο κέντημα από λεπτεπίλεπτα αστέρια και άηχες καμπανούλες. Φωτεινές ακτίνες γλιστρούσαν μέσα απ’ τ’ ανοίγματα των φυλλωσιών σαν χρυσαφένιες κλωστές που γέμιζαν τον αέρα με διαγώνιες δέσμες λαμπερής χρυσόσκονης. Έμοιαζαν να χορεύουν στο ρυθμό του δάσους και ν’ απλώνουν τρεμάμενες κηλίδες απαλού φωτός πάνω στο σώμα και τα ξέπλεκα μαλλιά της.

Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να περπατάει προς τη μεριά απ’ όπου φυσούσε ο απαλός άνεμος, νιώθοντας απόλυτα ευτυχισμένη και ασφαλής, βουτηγμένη στο πρασινωπό μισόφωτο του δάσους. Ο αέρας έκανε το φόρεμα της να κολλάει πάνω στο λυγερό της σώμα ενώ τα μαλλιά της κυμάτισαν απαλά γύρω απ’ τους ώμους και το λευκό της μέτωπο, σαν μακριά φύκια που τα παρασέρνει κάποιο ωκεάνιο ρεύμα. Τα γυμνά της πόδια μουσκεύτηκαν απ’ τις ιριδίζουσες στάλες της δροσιάς που έπλεκαν κρυστάλλινες δαντέλες πάνω στο απαλό χορτάρι και στόλιζαν μικροσκοπικούς αραχνοιστούς με σπινθηροβόλους αστερισμούς υγροποιημένου ηλιόφωτου. Κάποια στιγμή έμεινε ακίνητη καθώς μια καινούργια μελωδία άγγιξε τ΄ αυτιά της: Ήταν το απαλό μουρμουρητό μιας μικρής νεροσυρμής. Κράτησε την ανάσα της μαγεμένη, συνεπαρμένη απ’ το καινούργιο εκείνο τραγούδι που στροβιλιζόταν γύρω της σαν κελαρυστή ψαλμωδία. Έψαξε με το βλέμμα της το πράσινο χαλί που κυμάτιζε γύρω απ’ τις ρίζες των αρχαίων δέντρων και διέκρινε ένα κρυστάλλινο ρυάκι που κυλούσε ανάμεσα σε στρογγυλεμένα βότσαλα και λεία βραχάκια.

Το περιέβαλλαν τριφύλλια με βελούδινα φυλλαράκια και κομψές φτέρες που ζωγράφιζαν απαλές φωτοσκιάσεις πάνω στην λαμπερή του επιφάνεια. Εδώ κι εκεί έπεφτε σε μικρούς καταρράκτες που άφριζαν χαρωπά και στεφανωνόταν από μικρά ουράνια τόξα και συννεφάκια μαργαριταρένιας υγρασίας.


Αποφάσισε να ανακαλύψει την πηγή του και άρχισε να ακολουθεί τη φιδογυριστή του κοίτη. Ύστερα από λίγο το λουλουδιασμένο έδαφος έγινε ανηφορικό και οι ροζιασμένες ρίζες των αρχαίων δέντρων με τους λείους κορμούς που καλύπτονταν από βελούδινα βρύα έγιναν πιο λεπτές μέχρι που ξαφνικά, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, την τύφλωσε ένα ξαφνικό φως. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη και ανακάλυψε ένα καινούργιο θαύμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά της σαν το σκηνικό κάποιου παράξενου θεάτρου: Ένα μεγάλο ξέφωτο που ήταν πλημμυρισμένο από φως και κατακλυσμένο από μια πανδαισία πολύχρωμων λουλουδιών. Έλαμπε περικυκλωμένο απ’ τις πρασινωπές σκιές του δάσους.

Απέναντι της, στην άλλη του άκρη, υψωνόταν το κάθετο πρόσωπο ενός γκριζωπού γκρεμού που έμοιαζε με το αγέρωχο πρόσωπο κάποιου οχυρωματικού τείχους. Είδε ότι το ρυάκι που διαπερνούσε το ηλιόλουστο ξέφωτο σαν μια κυματιστή ρωγμή από λαμπερό υδράργυρο, ξεπηδούσε μέσα απ’ το σκοτεινό εσωτερικό μιας αψιδωτής σπηλιάς που διαγραφόταν σαν ημικυκλική κηλίδα από μελάνι στο πρόσωπο του γκρεμού, μια παραφωνία στο φωτεινό και πολύχρωμο μικρόκοσμο του λουλουδιασμένου ξέφωτου.


Πλησίασε την αψιδωτή σπηλιά περπατώντας στις μύτες των ποδιών της και καθώς ο ήλιος κάλυψε σαν ζεστό σεντόνι το πρόσωπο και τους ώμους της, εκείνη εισέπνευσε με απόλαυση τα καινούργια αρώματα που διαπότιζαν την ζεστή ατμόσφαιρα, την ευωδιά του χαμομηλιού, του γερανιού και του άγριου τριαντάφυλλου.

Οι κάλυκες των υπέροχων αγριολούλουδων με τα εύθραυστα πέταλα που σχημάτιζαν μικρές αποικίες μέσα στο ξέφωτο, άπλωσαν γύρω της λαμπερές κηλίδες από κόκκινο, βιολετί, κίτρινο και λευκό που ήταν τόσο έντονες που τη ζάλισαν και την έκαναν να νιώσει αδύναμη, ναρκωμένη απ’ την αβάσταχτη ομορφιά τους. Αποφάσισε λοιπόν να αναζητήσει καταφύγιο στις σκιές και πλησίασε ακόμα περισσότερο το στόμιο του σκοτεινού σπηλαίου. Είδε τότε ότι κοντά του φύτρωνε ένα ολάνθιστο αγιόκλημα που ανέδιδε ένα μεθυστικό άρωμα και σχημάτιζε μια θολωτή γωνιά, κάτι σαν φιλική εσοχή που την καλούσε να ξαποστάσει στη δροσερή της αγκαλιά.


Αφού ξάπλωσε εκεί πέρα και ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στη βολική ρίζα ενός δέντρου, έκλεισε τα μάτια της νανουρισμένη απ’ το μελωδικό κελάρυσμα του νερού, το μεθυστικό άρωμα του αγιοκλήματος και το ανεξάντλητο τραγούδι των πουλιών. Όλα ήταν τέλεια, όμορφα, ειρηνικά και φιλικά. Αναστέναξε βαθιά και αφέθηκε σ’ έναν γλυκό ύπνο.



2



Κάτι άλλαξε ξαφνικά, κάτι που την έκανε να αναδυθεί μέσα απ’ το γλυκό μανδύα του ύπνου που την αγκάλιαζε σαν μεταξένια φυσαλίδα και να κοιτάξει γύρω της παραξενεμένη. Της φάνηκε ότι το ξέφωτο και το δάσος τρεμούλιασαν ανεπαίσθητα, λες και είχαν μεταμορφωθεί σε κινούμενο νερό ενώ το φως του ήλιου που φιλτράρονταν μέσα απ’ τα φύλλα του αγιοκλήματος θάμπωσε, σαν να το είχε σκιάσει κάποιο σύννεφο. Μια μυρωδιά καμένου απλώθηκε για μια στιγμή πάνω απ’ το ξέφωτο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και διαπίστωσε ότι ο ουρανός είχε γεμίσει με μπαμπακένια σύννεφα που είχαν πάρει ένα παράξενο χρώμα, κίτρινο και καστανό, λες και ήταν φτιαγμένα από σκόνη. Ο ήλιος είχε γείρει και κρεμόταν κατακόκκινος πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων που άπλωναν μακριές σκιές πάνω στο ξέφωτο. Ένιωσε ανήσυχη, μπερδεμένη απ’ αυτές τις αλλαγές και στηρίχτηκε στους αγκώνες της, κοιτάζοντας γύρω της ερευνητικά.


Εκείνη τη στιγμή ανακάλυψε ότι δεν ήταν πλέον μόνη. Στο εσωτερικό της σπηλιάς καθόταν ανακούρκουδα ένας άνθρωπος που την παρακολουθούσε σιωπηλός και ακίνητος σαν άγαλμα, μισό-κρυμμένος απ’ τις σκιές που απλώνονταν γύρω του σαν σκοτεινός μανδύας. Ανακάθισε ξαφνιασμένη και μισόκλεισε τα μάτια της για να τον δει πιο καθαρά. Αυτή τη φορά κατάφερε να διακρίνει έναν νεαρό άνδρα με λευκό πρόσωπο και μακριά μαύρα μαλλιά που φορούσε σκούρα ρούχα και την κοιτούσε σιωπηλός.


-«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε νιώθοντας φοβισμένη απ’ την ξαφνική του εμφάνιση.
-«Σε τρόμαξα;» τη ρώτησε και εκείνος με τη σειρά του. Η φωνή του ακούστηκε βαθιά και απαλή ταυτόχρονα, αντηχώντας ευχάριστα μέσα στη σιωπή που είχε απλωθεί στο ξέφωτο. Εκλεπτυσμένη και ευγενική. Αυτός ήταν ο χαρακτηρισμός που της ταίριαζε.

-«Ναι,» ήταν η δική της απάντηση, μισό-απολογητική και μισό-αμήχανη, «δεν περίμενα να συναντήσω κάποιον εδώ!» πρόσθεσε ύστερα από έναν στιγμιαίο δισταγμό.

-«Να με συγχωρείς αν σε φόβισα,» της είπε ο άγνωστος νέος, «δεν ήθελα να σε ξυπνήσω.»

-«Με κοιτάζεις για πολύ ώρα;» θέλησε να μάθει εκείνη.

-«Ναι,» ήταν η δική του απάντηση, «Φαινόσουν πολύ όμορφη έτσι όπως κοιμόσουν στην άκρη του δάσους». «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω!» ξανάπε, πιο εμφατικά αυτή τη φορά.

Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά τους, είχε μια χροιά αβεβαιότητας. Ο νεαρός σηκώθηκε όρθιος, δρασκέλισε το κατώφλι της σπηλιάς και κάθισε πιο κοντά της, στην άκρη της σκιάς που άπλωνε το αγιόκλημα.

-«Εδώ μένεις;» τον ρώτησε.

-«Ναι,» της απάντησε εκείνος.

-«Στη σπηλιά;»

-«Εκεί όπου οδηγεί η σπηλιά» ήταν η δική του μάλλον αινιγματική διευκρίνιση.

-«Δεν μπορώ να σε δω καθαρά,» δήλωσε εκείνη, «ο ήλιος κοντεύει να δύσει και το δάσος έχει γεμίσει με σκιές.»

-«Οι σκιές δεν μπορούν να σε βλάψουν,» της εξήγησε καθησυχαστικά ο νεαρός, «ούτε και όλα αυτά που θα μπορούσαν να κρύβονται μέσα τους.»

-«Αλήθεια;,» ρώτησε εκείνη, «και εσύ πως το ξέρεις αυτό;»

-«Γιατί δεν πρόκειται να αφήσω τίποτα και κανέναν να σε βλάψει.»

«-Θα ήθελες να σε πλησιάσω λίγο περισσότερο;» της πρότεινε στη συνέχεια.

-«Στο επιτρέπω,» του απάντησε, νιώθοντας ανεξήγητα καθησυχασμένη απ’ την προηγούμενη απάντησή του.

Ο νεαρός άνδρας υπάκουσε στο κάλεσμα της, ξανασηκώθηκε όρθιος και στάθηκε δίπλα της. Οι κινήσεις του ήταν ήρεμες και απαλές, σαν να κατέβαλε μια συνειδητή προσπάθεια να μην την τρομάξει. Εκείνη τον κοίταζε αμίλητη, νιώθοντας ένα δυνατό καρδιοχτύπι που δεν της ήταν καθόλου δυσάρεστο. Στο μεταξύ αυτός ξανακάθισε και της έστειλε ένα δισταχτικό χαμόγελο. Μέσα στο βυσσινί μισοσκόταδο που είχε σκεπάσει πλέον το ξέφωτο, είδε ότι το πρόσωπό του ήταν πολύ όμορφο, με δυνατά και ευγενικά χαρακτηριστικά και πλαισιωμένο από μακριά και πλούσια μαλλιά που είχαν την απόχρωση του γυαλιστερού εβένου. Αλλά το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του ήταν τα μάτια του.

Είχαν ένα εκπληκτικό βιολετί χρώμα που θύμιζε τις αποχρώσεις που αποκτά ο καλοκαιρινός ουρανός όταν έρχεται το σούρουπο και ο ήλιος έχει δύσει. Φωτεινά και απαλά, έδεναν πολύ όμορφα με το λευκό του δέρμα και το χλωμό του στόμα που το καμπύλωνε ένα γλυκό χαμόγελο. Ένιωσε να μαγνητίζεται απ’ την παράξενη ομορφιά του.

-«Πως σε λένε;» τον ρώτησε.

-«Πως θα ήθελες να με λένε;» ήταν η δική του γελαστή απάντηση.

Εκείνη τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Η σκοτεινή του γοητεία, αυτός ο συνδυασμός του βελούδινου βιολετί, των εβένινων μαλλιών και του κατάλευκου δέρματος, της έφερε αυθόρμητα ένα συγκεκριμένο όνομα στα χείλη.

-«Πλούτωνα,» του απάντησε με σιγουριά λες και είχε βιώσει κάποια αναπάντεχη φώτιση, «θα σε λέω Πλούτωνα,».

-«Πλούτωνας λοιπόν» συμφώνησε και εκείνος, «Για σένα θα είμαι ο Πλούτωνας.»

Γέλασαν αυθόρμητα, και οι δυο μαζί. Το γέλιο του της άρεσε πολύ, ήταν βαθύ και καλόκαρδο, χωρίς να κρύβει κακία μέσα του. Ένιωσε να χαλαρώνει και να ξυπνάει κάτι καινούργιο μέσα της, ένα νέο είδος χαράς που σάλευε και τρεφόταν απ’ τη δική του παρουσία.

-«Μίλησε μου για τον εαυτό σου,» τον παρακάλεσε ξαπλώνοντας και πάλι στο χορτάρι, «ζεις μόνος σου εκεί όπου βγάζει η σπηλιά;»

-«Ναι,» της εξήγησε. «Κυβερνάω ένα απέραντο βασίλειο σκιών και σιωπής.» «Εσύ όμως, πως βρέθηκες μέσα στο δάσος μόνη, μια τόσο όμορφη κοπέλα;»

Η παρατήρησή του την ευχαρίστησε τόσο πολύ που τον άφησε να χαϊδέψει τα μακριά μαλλιά της. Ένιωθε απόλυτα ασφαλής κοντά του, το βαθύσκιωτο σούρουπο δεν την φόβιζε καθόλου, ούτε και η σιωπή που είχε έρθει με τον ερχομό της νύχτας.

-«Αποζητούσα λίγη γαλήνη,» του είπε, «μακριά απ’ την οχλαγωγία των ανθρώπων και τη βρωμιά των πόλεών τους.»

-«Βρήκες τη γαλήνη που ζητάς;» ήταν η επόμενη ερώτησή που της έκανε καθώς συνέχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Η φωνή του ήχησε τόσο απαλή και τρυφερή που ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει εντελώς και να γίνεται ένα με το βελούδινο χορτάρι.

-«Ναι, τη βρήκα,» του απάντησε μουρμουριστά, κλείνοντας τα μάτια της, «Με νανούρισε ο ήχος του νερού, το κελάηδισμα των πουλιών και το άρωμα των λουλουδιών».

-«εδώ δεν υπάρχει κακό για να σε απειλήσει.» τη διαβεβαίωσε εκείνος.

-«Το ξέρω,» του απάντησε «Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που σε είδα»

-«Αλήθεια;» τη ρώτησε με τη βαθιά και γλυκιά φωνή του.

-«Ναι,» επέμεινε εκείνη, «νιώθω ότι εδώ υπάρχει μόνο ειρήνη και γαλήνη.»

Ο τρόπος που πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της έκανε την καρδιά της να γοργοχτυπήσει για μια ακόμα φορά. Το τελευταίο φως του δειλινού έσβησε και για μια στιγμή της φάνηκε ότι δεν έβλεπε τίποτα πια και ότι ο κόσμος μεταβλήθηκε σε μια στροβιλιζόμενη δίνη από πολύχρωμες κουκίδες. Αλλά μετά τη φίλησε και το φιλί του ήταν θερμό και τρυφερό, βελούδινο, σαν το άγγιγμα ενός τριαντάφυλλου πάνω στα γυμνά της χείλη.

Ξανάνοιξε τα μάτια της και ανακάλυψε ότι το βλέμμα του έμοιαζε με σκοτεινή θάλασσα που μόλις έχεις δεχτεί στην αγκαλιά της το φως ενός κατακόκκινου ήλιου.

-«Σε έχουν ξαναφιλήσει ποτέ έτσι;» τη ρώτησε με σιγανή φωνή.

Μια μισό-σχηματισμένη σκέψη πάλεψε να αναδυθεί στο μνημονικό της χωρίς επιτυχία.
-«Δεν ξέρω,» του απάντησε σμίγοντας τα φρύδια της. Απομάκρυνε το πρόσωπό της από το δικό του και τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια. «Δεν μπορώ να θυμηθώ,» πρόσθεσε.

Ένα παράξενο αεράκι που ήταν ζεστό και ξηρό και μύριζε παράξενα διέτρεξε το σκοτεινιασμένο ξέφωτο και έκανε τους μίσχους των λουλουδιών του να λυγίσουν και να τρεμουλιάσουν.

-«Αυτή η μυρωδιά…κάτι μου θυμίζει,» μουρμούρισε εκείνη.

-«Ποια μυρωδιά;,» τη ρώτησε ο Πλούτωνας, «δεν μου μυρίζει τίποτα!» Το καθησυχαστικό του χαμόγελο δεν κατάφερε να την ηρεμήσει.

-«Λες να βρέξει;» τον ξαναρώτησε νιώθοντας ανεξήγητα φοβισμένη από εκείνη την πιθανότητα.

-«Και αν βρέξει, τι σημασία έχει;» τη ρώτησε αυτός, «το πολύ-πολύ, αν δούμε ότι οι στάλες της βροχής διαπερνούν τα φυλλώματα που μας σκεπάζουν, θα μπούμε στη σπηλιά όπου θα είμαστε ασφαλείς!»

Την ξαναφίλησε στο στόμα, πιο παθιασμένα αυτή τη φορά και εκείνη αφέθηκε στο αγκάλιασμά του. Ο ξηρός και απότομος ήχος ενός κεραυνού που έπεσε κάπου εκεί κοντά δεν την τρόμαξε καθόλου. Ούτε και τίποτε άλλο πλέον. Καθώς ένιωθε τον εαυτό της να χάνεται στο φιλί του, το σώμα της βάρυνε ξαφνικά, οι σκέψεις άρχισαν να μπερδεύονται στο μυαλό της και μετά τα πάντα, ο σκοτεινός ουρανός, το λουλουδιασμένο ξέφωτο, ο ήχος του κεραυνού που αντιλαλούσε ορμητικά και παρατεταμένα, χάθηκαν μέσα σε μια γλυκιά σιωπή και ένα βελούδινο σκοτάδι.


3


Ο τεχνικός παραιτήθηκε. Έπαψε να παλεύει με τα πλήκτρα του πίνακα ελέγχου και κοίταξε τον ιδιοκτήτη της μηχανής που προσπαθούσε να σπάσει μ’ ένα σφυρί το μεταλλικό καπάκι της. Η μακρόστενη καλύπτρα που σκέπαζε το ακίνητο σώμα της πελάτισσας του είχε γίνει άσπρη και θαμπή καθώς το εσωτερικό της πλημμύριζε από ένα σύννεφο πυκνού καπνού.
-«Τι στο διάβολο έπαθε αυτό το μαραφέτι, μου λες;» τον ρώτησε καταϊδρωμένος από την ασυνήθιστη προσπάθεια που κατέβαλε. Ο τεχνικός είδε ότι έτρεμε λες και του είχαν κάνει ηλεκτροσόκ.

-«Βραχυκύκλωμα νομίζω,» του απάντησε σκουπίζοντας το πρόσωπο του με μια νευρική κίνηση, «Η τάση του ρεύματος ανεβοκατέβηκε ξαφνικά και οι πυκνωτές πήραν φωτιά». «Ολόκληρο το σύστημα κατέρρευσε μονομιάς!»

Ο ιδιοκτήτης τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Ήξερε πολύ καλά ότι με τις διακοπές του ρεύματος που γίνονταν όλο και συχνότερες καθώς το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας ανέβαινε καθημερινά, όφειλε να έχει αντικαταστήσει τις ασφάλειες του συστήματος τροφοδοσίας με καινούργια αναβαθμισμένα κυκλώματα τα οποία ήταν όμως πανάκριβα. Έτσι λοιπόν είχε επιλέξει την εύκολη λύση: Μ’ ένα καλό φιλοδώρημα είχε εξαγοράσει τη σιωπή των υπαλλήλων του δικτύου παροχής και είχε ανανεώσει το συμβόλαιο του και έτσι η επικερδής του επιχείρηση είχε συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά, αν και παράνομα. Αλλά και τι δεν ήταν παράνομο στις μέρες μας; Ολόκληρος ο κόσμος έτσι δούλευε πια, με λαδώματα και δωροδοκίες καθώς οι φυσικοί πόροι του πλανήτη εξαντλούνταν με γοργούς ρυθμούς, ο κοινωνικός ιστός κατέρρεε και το κυρίαρχο σύνθημα που καθόριζε τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων ήταν το «Ο καθένας για τον εαυτό του.»

Τώρα όμως είχε στα χέρια του ένα πτώμα και έτσι και τον έπαιρνε μυρωδιά η αστυνομία, όλα τα φιλοδωρήματα του κόσμου δεν θα τον βοηθούσαν στο παραμικρό.

-«Κάτι πρέπει να κάνουμε,» είπε στον τεχνικό, «πρέπει να τα μπαλώσουμε, και γρήγορα.»
Ο τεχνικός κοίταξε το πρόσωπο της μεσήλικης γυναίκας που έμοιαζε να κοιμάται ειρηνικά μέσα στο στενό θαλαμίσκο, βουτηγμένη σ’ ένα σύννεφο λευκών καπνών που είχαν αρχίσει να διαλύονται σιγά-σιγά.

-«Τι ξέρουμε γι’ αυτήν;» είπε τελικά.

-«Τίποτα σπουδαίο. Είναι χήρα, χωρίς παιδιά ,γιατί το εισόδημά της δεν καλύπτει τα κριτήρια τεκνοποιίας και εργάζεται ως αναερήτισσα.»

-«Αναερή…τι;» τον ρώτησε μπερδεμένος ο τεχνικός.

-«Ξέρεις μωρέ, είναι αυτοί οι κακομοίρηδες που κρέμονται ολημερίς απ’ το θόλο της πόλης και βουλώνουν τις τρύπες που ανοίγει η όξινη βροχή. Παλιοδουλειά. Τη συγκεκριμένη πάντως δεν θα την αναζητήσει κανείς. Μπήκα στη βάση δεδομένων του ληξιαρχείου και κατέβασα το προφίλ της. Ήταν πολύ μοναχικός τύπος και ξόδευε όλο το μισθό της εδώ. Ερχόταν μια φορά το μήνα και περνούσε ένα τρίωρο στην ονειρομηχανή.»

-«Μπα;» ήταν η όλο περιέργεια ερώτηση του τεχνικού, «και τι είδους προγράμματα επέλεγε; Τίποτα τσόντες;»

-«Ρομάντζα εμπνευσμένα απ’ την ελληνική μυθολογία. Είχε κόλλημα με αυτά. Αυτό που είχε νοικιάσει για απόψε, είχε να κάνει με την απαγωγή της Περσεφόνης απ’ το θεό του Κάτω Κόσμου, τον Πλούτωνα.»

-«Οκ,» του απάντησε με αδιαφορία ο τεχνικός. «Το θέμα είναι ότι η γριά μόλις τα κακάρωσε. Πέθανε από ασφυξία. Αλλά δεν πειράζει. Μπορώ να σου ξαναφτιάξω τη μηχανή. Αλλά εσύ πρέπει να ξεφορτωθείς το πτώμα.» πρόσθεσε.

-«Και πως θα το κάνω αυτό;» τον ρώτησε ο ιδιοκτήτης της ονειρομηχανής.

-«Εύκολο,» του εξήγησε ο τεχνικός, «ξέρω μια κλινική που ψάχνει για μοσχεύματα. Και μπορώ να σβήσω και το προφίλ της απ’ το ληξιαρχείο. Αν μου σκάσεις ένα καλό χαρτζιλίκι φυσικά.».

-«Είμαστε σύμφωνοι,» του απάντησε ο συνομιλητής του.

Στη συνέχεια ξανακοίταξαν το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας που τώρα το γλύκαινε ένα απαλό χαμόγελο.

-«Τουλάχιστον πέθανε ευτυχισμένη», μουρμούρισε με φιλοσοφικό ύφος ο τεχνικός, «δεν κατάλαβε το παραμικρό. Έφυγε χαμένη στο μικρό της παραμύθι!»

«Και που΄σαι,» φώναξε στον ιδιοκτήτη της ονειρομηχανής, «κάνε και κάτι γιαυτές τις κώλο-ασφάλειες! Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σε ξελασπώσω τόσο εύκολα την επόμενη φορά!»

Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

ΕΞΩ




Πρέπει να βιαστώ. Ν’ αποφασίσω προτού να είναι πολύ αργά. Να διαλέξω ανάμεσα στους δυο δρόμους που απλώνονται μπροστά μου. Ή θα υπακούσω στις προσταγές του τρόμου που με κάνει να τρέμω σαν το ψάρι ή θ’ ακολουθήσω την ελπίδα που ξετυλίγεται μπροστά μου με τη μορφή ενός ανεξερεύνητου τοπίου. Μέση λύση δεν υπάρχει. Γιατί βρίσκομαι στο μυστικό δωμάτιο με τους σκουριασμένους τοίχους και το αεροστεγές παράθυρο. Το γυαλί του, αν και λεκιασμένο απ’ τις βροχές και τη σκόνη πολλών δεκαετιών, παραμένει διάφανο, αρκετά τουλάχιστον ώστε να μου επιτρέπει να διακρίνω το θαύμα που ξεδιπλώνεται πίσω του.


Αλλά οι πολιτοφύλακες μ’ έχουν εντοπίσει και πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Κάθε φορά που ακουμπάω τ’ αυτί μου πάνω στο χοντρό καπάκι της στρογγυλής καταπακτής που διαγράφεται σαν σφαλισμένο μάτι πάνω στο σκονισμένο δάπεδο, μπορώ και ακούω τη ρυθμική κλαγγή των ποδιών τους. Με ψάχνουν. Τρέχουν σαν τρελοί στους ατελείωτους διαδρόμους των χαμηλότερων επιπέδων, ανεβαίνουν μια-μια τις κάθετες σκαλωσιές που οδηγούν στην επιφάνεια και προσπαθούν να εντοπίσουν εκείνη που καταλήγει στο μυστικό δωμάτιο. Κάποια στιγμή θα φτάσουν μέχρι εδώ. Όταν τα καταφέρουν, θ’ ανατινάξουν την καταπακτή, θα ξεχυθούν σαν πεινασμένοι αρουραίοι και θα με συλλάβουν. Και τότε, όλα θα έχουν πάει χαμένα.


---------


Καθώς η καρδιά μου χτυπάει όλο και πιο ξέφρενα και κρύος ιδρώτας αναβλύζει από το μέτωπό μου, κάτι πολύ παράξενο αρχίζει να συμβαίνει: Κατακλύζομαι από ένα ασυγκράτητο κύμα αναμνήσεων. Ξαναζώ τη σειρά των γεγονότων που με οδήγησαν σ’ αυτό το μικρό δωμάτιο, το γεμάτο με σκόνη ιστορία και μοναξιά. Καθισμένη ανακούρκουδα μπροστά απ’ το ορθογώνιο παράθυρο με το χοντρό γυαλί που αστράφτει σαν αποκρυσταλλωμένος καταρράκτης κάτω απ’ το φως ενός βροχερού απομεσήμερου, χάνω την επαφή με το περιβάλλον και βυθίζομαι στο παρελθόν. Ίσως να έχω αρχίσει ν’ αρρωσταίνω. Ίσως τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να καταστρέφονται κάτω απ’ το άγγιγμα κάποιας αόρατης ακτινοβολίας, αλλά αυτό είναι κάτι που ελάχιστα μ’ απασχολεί πλέον. Νιώθω ότι έχω κάψει όλες τις γέφυρες που μ’ ενώνουν με την προηγούμενη ζωή μου και το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι μια τυφλή βουτιά σ’ ένα άγνωστο κενό.


-----------


-«Δανάη, τι σου συμβαίνει; Είσαι καλά;»


Στο άκουσμα της γνώριμης εκείνης φωνής, έπαψα να κοιτάζω τον άνοστο χυλό που γέμιζε το σιδερένιο πιάτο μου, κοίταξα προς τα πάνω και αντίκρισα το ανήσυχο βλέμμα του Ηλία που με παρακολουθούσε όρθιος, απ’ την απέναντι πλευρά ενός σημαδεμένου τραπεζιού.


-«Καλά είμαι,» του απάντησα ανόρεχτα, «γιατί ρωτάς;»


-«Γιατί δεν έχεις βάλει ούτε μπουκιά στο στόμα σου και κοιτάς το πιάτο λες και ονειρεύεσαι με μάτια ανοιχτά!»


-«Ίσως και να συμβαίνει ακριβώς αυτό,» μουρμούρισα μουτρωμένα, αδιαφορώντας για το κατά πόσο μπορούσε να μ’ ακούσει μέσα στο θορυβώδες περιβάλλον του κυλικείου, «απαγορεύεται λες;»


-«Αν περάσει ο επόπτης και σε δει να κοιτάζεις το κενό σαν χαζή, μπορεί να σε στείλει για εξετάσεις,» μου εξήγησε εκείνος με δυσοίωνο ύφος, «και δεν θες να πέσεις στα χέρια των γιατρών, έτσι δεν είναι;»


Είχε δίκιο. Κανείς δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των γιατρών. Κάθε φορά που υποψιάζονταν ότι κάποιος από μας, τους εργάτες του τρίτου επιπέδου, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα υγείας, μας έβαζαν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: Έθεταν ολόκληρους τομείς σε καραντίνα, μας έκλειναν στους κοιτώνες μας και μας απαγόρευαν την έξοδο για μέρες ολόκληρες, για βδομάδες αν το έκριναν αναγκαίο, μέχρι να φτιάξουν ένα καινούργιο εμβόλιο ή να βεβαιωθούν ότι δεν κουβαλούσαμε κάποια παράξενη αρρώστια. Είχαν και μια πολύ καλή δικαιολογία για όλα αυτά:


Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλούσε τον πληθυσμό του Καταφυγίου ήταν η εξάπλωση κάποιας θανατηφόρας επιδημίας. Δεν υπήρχε τίποτα που να μην άξιζε να θυσιαστεί προκειμένου να αποκλειστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πόσο μάλλον οι ζωές μας.

Ο Ηλίας ερμήνευσε την σκεπτική σιωπή μου ως ένδειξη στεναχώριας και ενοχής. Μου χάιδεψε το χέρι φευγαλέα και μουρμούρισε:


-«Έλα, έλα τώρα, προσπάθησε να συνέλθεις. Φάε λίγο απ’ το φαγητό σου γιατί θα χρειαστείς όλες σου τις δυνάμεις για να τα βγάλεις πέρα με την αποψινή βάρδια».


Είχε δίκιο και σε αυτό. Ρίγησα άθελά μου καθώς σκέφτηκα τη δοκιμασία που με περίμενε…Καθισμένη μπροστά σ’ έναν αργοκίνητο ιμάντα παραγωγής θα τύλιγα μονωτικές ταινίες γύρω από χάλκινα καλώδια για δεκαέξι ολόκληρες ώρες. Ήταν μια δουλειά πολύ σημαντική, έτσι μας είχαν πει οι επόπτες. Η μόνωση των καλωδίων ήταν απαραίτητη για την αξιοποίηση των καινούργιών τούνελ που έσκαβαν οι εργάτες του τέταρτου επιπέδου προκειμένου να στεγαστεί ο διαρκώς αυξανόμενος πληθυσμός του Καταφυγίου. Αλλά εγώ γνώριζα πολύ καλά ότι στο τέλος της βάρδιας οι ώμοι και ο αυχένας μου θα πονούσαν αφόρητα απ’ τις ασταμάτητες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις που έπρεπε να κάνω.


Το διαρκές σκύψιμο πάνω απ’ τον ιμάντα ήταν εξουθενωτικό και δεν ήταν λίγες οι φορές που τις ώρες της ανάπαυσης, κουλουριασμένη στην κουκέτα μου, στον κοινοτικό κοιτώνα, έσφιγγα τα δόντια μου με μανία, για να μην ουρλιάξω απ’ τους πόνους που με τρέλαιναν και καταλήξω σε κάποια κλινική.


Έκανα μια προσπάθεια να συγκεντρωθώ και κατάφερα τελικά να καταπιώ μερικές μπουκιές απ’ τον παχύρρευστο χυλό μου.


Κι όμως δεν ήταν ούτε οι πόνοι ούτε η σκέψη της βάρδιας που μ’ έκανε να νιώθω σαν χαμένη εκείνο το «πρωινό». (Γιατί ήταν «πρωί» σύμφωνα με τις ενδείξεις του ψηφιακού ρολογιού που κρεμόταν πάνω απ’ την πόρτα του κυλικείου σαν σκονισμένο τρόπαιο.) Ήταν το θέαμα που είχα παρακολουθήσει το προηγούμενο «βράδυ», σε μια κοσμοπλημμυρισμένη αίθουσα συνάθροισης. Η εκτέλεση ενός παραβάτη. Καθισμένη σε μια πλαστική καρέκλα, βυθισμένη στο σκοτάδι, είχα αρχίσει να πνίγομαι ξαφνικά, σαν να μην υπήρχε αρκετός αέρας ν’ αναπνεύσω. Ήταν πολύ παράξενο γιατί από τότε που είχα μπει στο Καταφύγιο είχα παρακολουθήσει εκατοντάδες παρόμοιες εκτελέσεις, χωρίς να νιώσω την παραμικρή ενόχληση. Αλλά υποθέτω ότι για όλα τα πράγματα υπάρχει η πρώτη φορά:

---------------


Η απαλή μουσική που έβγαινε μέσα απ’ τα ηχεία της αίθουσας είχε διακόπηκε από τρία διαπεραστικά καμπανίσματα. Τα ξυρισμένα κεφάλια των λιπόσαρκων συμπολιτών μου, ανδρών γυναικών και παιδιών, ανάβλεψαν με προσδοκία και μόνο ο περιστασιακός βήχας εκείνων που έπασχαν από χρόνια αναπνευστικά προβλήματα ράγισε την ξαφνική σιωπή που απλώθηκε παντού. Η τεράστια οθόνη που κάλυπτε τον απέναντι τοίχο της αίθουσας πλημμύρισε από μια έγχρωμη εικόνα, απ’ το φωτεινό εσωτερικό ενός κυκλικού θαλάμου αποτέφρωσης: Κυρτά τοιχώματα από μαυρισμένο μπετόν και μια μεταλλική σκάρα που κάλυπτε ένα στρογγυλό δάπεδο.


Στο κέντρο του θαλάμου στεκόταν ένας άνθρωπος, ένας αδύνατος άνδρας τριάντα περίπου ετών που φορούσε τα σπαρτιάτικα ρούχα από γκρίζες ίνες επαναχρησιμοποιημένου χαρτοπολτού που ήταν κοινά για όλους εμάς, τους εργάτες του Καταφυγίου. Το γυμνό του κεφάλι ήταν σκυμμένο ενώ τα χέρια του σφιγγόταν νευρικά το ένα γύρω απ’ το άλλο, σαν να προσπαθούσαν ν’ αναζητήσουν παρηγοριά και να κρυφτούν απ’ την τιμωρία που πλησίαζε.


Μια βαριά φωνή που αντιλάλησε σαν βρυχηθμός μέσα απ’ τα ηχεία της αίθουσας, μας πληροφόρησε ότι ο εργάτης που βλέπαμε επρόκειτο να υποστεί την ποινή του θανάτου επειδή είχε διαπράξει το μέγιστο έγκλημα της δολιοφθοράς: Κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων στον τομέα των υδροπονικών καλλιεργειών του τέταρτου επιπέδου, είχε αποπειραθεί να κρατήσει για τον εαυτό του μεγαλύτερη ποσότητα τροφής απ’ αυτή που του αναλογούσε με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την οικολογική ισορροπία ολόκληρου του Καταφυγίου.


Μια ολιγόλεπτη σιωπή διαδέχτηκε εκείνα τα λόγια, έτσι ώστε να μπορέσουμε ν’ αναλογιστούμε τις ολέθριες συνέπειες της πράξης που παραλίγο να διαπράξει ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος και να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους του άξιζε ο θάνατος.


Ακολούθησε μια βαρετή παράθεση των ατελείωτων διατάξεων και των υποπαραγράφων του ποινικού κώδικα βάση του οποίου θα εκτελούνταν ο καταδικασμένος δολιοφθορέας. Όταν και αυτή η διαδικασία έφτασε στο τέλος της, η κάμερα που κατέγραφε το γεγονός εστιάστηκε στο σκυμμένο πρόσωπό του. Εκείνος, λες και μπορούσε να νιώσει τα εκατοντάδες βλέμματα που είχαν καρφωθεί επάνω του, σήκωσε το κεφάλι του και μας κοίταξε κατάματα.


Μια πολύ παράξενη έκφραση απλωνόταν πάνω στα χαρακτηριστικά του, που ήταν σκαμμένα απ’ τις σκληρές συνθήκες της ζωής του τέταρτου επιπέδου: Έμοιαζε γαλήνιος, σχεδόν ευτυχισμένος. Τα μάτια του, περικυκλωμένα από ένα λεπτό δίχτυ λεπτών γραμμών, έλαμπαν μ’ ένα παράξενο φως ενώ οι βαθιές ρυτίδες που κάλυπταν τα βουλιαγμένα μάγουλα και το μέτωπο του σχημάτιζαν ένα αλλόκοτο χαμόγελο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι σαν ανεξήγητο σπασμό μέσα στο στήθος μου λες και κάτι που κοιμόταν εκεί μέσα για χρόνια ολόκληρα να είχε ξαφνικά ξυπνήσει. Κυριευμένη από μια μυστηριώδη αγωνία, πάλεψα να καταλάβω τι μου θύμιζε εκείνο το βλέμμα και πότε ήταν η τελευταία φορά που το είχα αντικρίσει. Αλλά δεν κατάφερα να θυμηθώ τίποτα.


Ο μελλοθάνατος εργάτης έκλεισε τα μάτια του και καθώς η κάμερα έδειχνε για μια ακόμα φορά ένα συνολικό πλάνο του θαλάμου αποτέφρωσης, τον είδαμε ν’ ανοίγει τα χέρια του, να τ’ απλώνει σε οριζόντια θέση, στο ύψος των βουλιαγμένων του ώμων, και να σχηματίζει την πανάρχαια εικόνα ενός εσταυρωμένου.


Ύστερα, η βαριά φωνή που είχε απαγγείλει την καταδίκη του, δήλωσε:


Η φωτιά που εξάγνισε τον κόσμο της επιφάνειας ας εξαγνίσει και σένα. Ας απανθρακώσει το μίασμα που φωλιάζει μέσα σου και ας απελευθερώσει την ψυχή σου απ’ τους σκοτεινούς δαίμονες που την έχουν κυριεύσει».


-«Αμήν» ψιθύρισε το πλήθος που γέμιζε την αίθουσα συναθροίσεων.


Στη συνέχεια ήχησε ένα θριαμβευτικό σάλπισμα. Μέσα απ’ το δάπεδο του θαλάμου ξεπήδησε ένα εκτυφλωτικό ποτάμι από κάτασπρες φλόγες που τύλιξαν τον καταδικασμένο εργάτη σαν πύρινος μανδύας. Τα ρούχα του άρπαξαν φωτιά, το κεφάλι του άρχισε να καίγεται, να μαυρίζει και να λειώνει σαν να ήταν φτιαγμένο από κερί. Εκείνος μάζεψε τα χέρια γύρω απ’ το πυρπολημένο σώμα του και έπεσε καταγής, κουλουριασμένος σαν έμβρυο, παγιδευμένος στη δίνη μιας αφάνταστης αγωνίας.


Μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό η εκτέλεση είχε ολοκληρωθεί. Ο θάλαμος αποτέφρωσης γέμισε με πυκνό μαύρο καπνό. Ο απανθρακωμένος άνθρωπος έμεινε ακίνητος έχοντας μεταμορφωθεί σ’ ένα φλεγόμενο απομεινάρι που μετατρεπόταν με μεγάλη ταχύτητα σε μια άμορφη μάζα από στάχτες, μαυρισμένα κόκαλα και αποκαΐδια.


-------------


-«Θα ‘θελες να με συναντήσεις απόψε στο παρεκκλήσι;» με ρώτησε ο Ηλίας, επαναφέροντάς με απότομα στο θορυβώδες περιβάλλον του κυλικείου.


Τον κοίταξα κατάπληκτη:


-«Απόψε;» τον ρώτησα, «δεν θα πας με την παρέα σου στον κόκκινο τομέα; Αφού αύριο είναι η μέρα ανάπαυσης για την πτέρυγα σου.»


-«Θα προτιμούσα να δω εσένα,» μου απάντησε εκείνος.


Το υγρό και τρυφερό του βλέμμα δεν κατάφερε να με συγκινήσει. Αντίθετα, μ’ έκανε να μαζευτώ ακόμα περισσότερο. Είχα καταφέρει να επιζήσω στο Καταφύγιο γιατί είχα μάθει από πολύ νωρίς να κλειδώνω αναμνήσεις σκέψεις και συναισθήματα σ’ ένα μυστικό σεντούκι που δεν σκόπευα ν’ ανοίξω ποτέ. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να επιτρέψω στον Ηλία να με κάνει ν’ αλλάξω τακτική.


-«Σε παρακαλώ, μόνο για απόψε;» με παρακάλεσε εκείνος.


-«Εντάξει,» του απάντησα κοιτάζοντας τον ψυχρά, «μόνο για απόψε.»


Ο Ηλίας μου έστειλε ένα πλατύ χαμόγελο. Αλλά το δικό μου πρόσωπο παρέμεινε ακίνητο και παγωμένο, σαν ξύλινη μάσκα.


----------


Εκείνη η βάρδια κύλησε σαν όνειρο. Δεν κατάφερνα με τίποτα να συγκεντρωθώ. Το μυαλό μου έτρεχε από’ δω και από εκεί και για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό ένιωθα ευγνώμων για το γεγονός ότι η δουλειά που έπρεπε να κάνω ήταν τόσο μηχανική, βαρετή και μονότονη. Έπρεπε απλώς να σκύβω πάνω απ’ τον ιμάντα που βούιζε ασταμάτητα, να πιάνω κάποιο απ’ τα καλώδια που απλώνονταν επάνω του σαν πεθαμένα φίδια, να το στρίβω και να τυλίγω γύρω του την μονωτική ταινία. Ξανά και ξανά, μέχρι να ηχήσει το ηλεκτρικό σήμαντρο του διαλείμματος.


Όταν η βάρδια έφτασε στο τέλος της, σηκώθηκα όρθια και περπάτησα κουρασμένα μέχρι την έξοδο του τμήματος παραγωγής, αφήνοντας το μετακινούμενο πλήθος των εξουθενωμένων εργατών να με παρασύρει μέχρι τους κοινοτικούς κοιτώνες, εκεί όπου θα περνούσα μια ακόμα νύχτα παλεύοντας να αγνοήσω την οσμή της απλυσιάς που σερνόταν γύρω μου σαν μίασμα, τις σουβλιές της πονεμένης μου πλάτης και το βήχα και τα βογκητά όλων εκείνων που ένιωθαν πιο άρρωστοι από μένα. Αλλά εκείνη τη στιγμή κάτι σαν σπίθα άστραψε μέσα στο μυαλό μου. Ένα κέντρισμα οργής. Όχι, απόψε θ’ άλλαζα τα πράγματα. Θα έκανα αυτό που ήθελα εγώ. Θα συναντούσα τον Ηλία.


-----------


Το παρεκκλήσι με τον πελώριο σταυρό από σκουριασμένο μέταλλο και τις σειρές των παμπάλαιων βαρελιών που χρησίμευαν ως καθίσματα, ήταν άδειο. Οι γκριζωποί του τοίχοι με τις άτεχνες ζωγραφιές και τα χαραγμένα ονόματα πεθαμένων εργατών μόλις και διακρίνονταν στο αμυδρό φως των λίγων καντηλιών που κρέμονταν εδώ και εκεί από λεπτά σύρματα και ξεφλουδισμένα καλώδια. Έκατσα σε κάποιο απ’ τα βαρέλια κοιτάζοντας γύρω μου επιφυλακτικά. Είχα πολύ καιρό να πάω σ’ εκείνο το μέρος γιατί όπως και οι περισσότεροι εργάτες του Καταφυγίου, είχα γίνει αρκετά κυνική ώστε να μην πιστεύω πια σε κάποιον πανάγαθο θεό.


Κάποια στιγμή άκουσα γοργά βήματα να με πλησιάζουν. Άνοιξα τα μάτια μου που είχαν αρχίσει να κλείνουν απ’ την κούραση και αντίκρισα το πρόσωπο του Ηλία που μου χαμογελούσε τρισευτυχισμένος:


-«Ήρθες λοιπόν,» ψιθύρισε όλο χαρά.


-«Όπως βλέπεις,» του απάντησα με μεγαλύτερη εγκαρδιότητα απ’ ότι είχα σκοπό να του δείξω.


Πρόσεξα ότι είχε κάνει κάποιες προσπάθειες να περιποιηθεί τον εαυτό του. Είχε χρησιμοποιήσει το εβδομαδιαίο κουπόνι του για τα κοινοτικά λουτρά, με αποτέλεσμα ν’ αστράφτει από καθαριότητα, σε αντίθεση με μένα που μύριζα απαίσια, ενώ το πρόσωπό του άστραφτε φρεσκοξυρισμένο.


-«Είσαι έτοιμος για τον Κόκκινο τομέα, έτσι;» τον ρώτησα με ειρωνικό ύφος. Η φωνή μου ήχησε σκληρή και μεταλλική μέσα στη σιωπή του παρεκκλησιού. Ένα ξαφνικό συναίσθημα ντροπής μ’ έκανε να κοκκινίσω. Εκείνος κάθισε δίπλα μου χωρίς να δείξει ενοχλημένος απ’ την κακεντρεχή εκείνη παρατήρηση. Με κοίταξε κατάματα και ψιθύρισε:


-«Θα πρέπει να είσαι πολύ δυστυχισμένη. Σε παρακολουθώ εδώ και πολύ καιρό. Οι σκιές στο πρόσωπό σου έχουν βαθύνει.»


-«Να μην σε νοιάζει,» του απάντησα με θυμό, κρατώντας ωστόσο τη φωνή μου σε χαμηλά επίπεδα, «στο απαγορεύω. Στο έχω ξαναπεί, δεν μ’ ενδιαφέρει τι μου λες, ούτε αν μ’ αγαπάς. Θέλω να με αφήσεις στην ησυχία μου.»


-«Νομίζω ότι έχεις αρχίσει και χάνεις την ελπίδα σου,» ψιθύρισε εκείνος, «νιώθεις δυστυχισμένη. Το καταφύγιο σε σκοτώνει σιγά-σιγά»


Έκανα να σηκωθώ όρθια, αλλά εκείνος με συγκράτησε.


-«Αν δεν σου λέω την αλήθεια, γιατί ήρθες εδώ πέρα;»


Η ερώτησή του κατάφερε να μ’ αιφνιδιάσει:


-«Γιατί δεν είχα να πάω κάπου αλλού,» του απάντησα με ειλικρίνεια, «δεν ήθελα να πάω στον κοιτώνα.»


Ο Ηλίας με κοίταξε αμίλητος, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει το πρόσωπό μου μέσα στο ημίφως του παρεκκλησιού. Σαν να με ζύγιζε. Τελικά, σαν να κατέληξε σε κάποια πολύ σημαντική απόφαση, μου είπε:


-«Κυκλοφορεί μια πολύ παράξενη φήμη σχετικά με τον εργάτη που εκτελέστηκε χτες.»


-«Και λοιπόν;» τον ρώτησα ξαφνιασμένη, «τι σημασία έχει αυτό το πράγμα;»


Ο Ηλίας, χωρίς να πτοηθεί απ’ τον εχθρικό τόνο της φωνής μου, πρόσθεσε αργά και προσεκτικά, λες και προσπαθούσε να με κάνει να καταλάβω κάτι που είχε τεράστια σημασία:


-«Λέγεται ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο τον εκτέλεσαν δεν ήταν ότι έκλεβε τροφή!»


Τον κοίταξα πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, ξεχνώντας τις σουβλιές που ήδη είχαν αρχίσει να διαπερνούν τους ώμους και την πλάτη μου:


-«Τι θες να πεις; Γιατί τον εκτέλεσαν αφού δεν έκλεβε τροφή;»


-«Λένε ότι ο πραγματικός λόγος που θανατώθηκε ήταν γιατί έπρεπε να παραδειγματιστούν κάποιοι άλλοι.»


-«Κάποιοι άλλοι;» επανέλαβα χωρίς να καταλαβαίνω.


Ο Ηλίας με κοίταξε γύρω του λιγάκι τρομαγμένος, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί ότι δεν μας άκουγε κανείς, κάτι το εντελώς παράλογο, εφόσον ήμασταν μόνοι στο παρεκκλήσι. Η αλλόκοτη συμπεριφορά του μ’ έκανε να ακούσω τα επόμενα λόγια του με ακόμα περισσότερη προσοχή:


-«Λέγεται ότι κάποιοι εργάτες έχουν βρει τρόπο να βγαίνουν στην επιφάνεια. Ότι υπάρχει δρόμος για εκεί. Ένας αεραγωγός που ξεκινάει απ’ το τέταρτο επίπεδο. Στο χωνευτήρι. Εκεί που καταλήγουν τα πτώματα!»


-«Και λοιπόν;» τον ξαναρώτησα χωρίς να καταλαβαίνω, «Και εσύ το πίστεψες; Αφού ξέρεις ότι ο κόσμος της επιφάνειας είναι δηλητηριώδης. Καταστράφηκε εντελώς όταν άρχισε ο πόλεμος!»


-«Κι αν είναι ψέματα αυτά που μας λένε; » με ρώτησε ο Ηλίας που έμοιαζε πραγματικά τρομαγμένος τώρα, «Κι αν μας το λένε για να παραμένουμε εδώ κάτω και να δουλεύουμε χωρίς παράπονα; Το σκέφτηκες ποτέ σου αυτό;»


Ξανακοίταξε γύρω του κλεφτά και πρόσθεσε: «Σκέψου το σε παρακαλώ, εντάξει;»


Προτού προλάβω να του απαντήσω, έχωσε κάτι στην τσέπη του πουκαμίσου μου, σηκώθηκε όρθιος και απομακρύνθηκε από κοντά μου με βιασύνη. Ένα τετράγωνο φακελάκι που περιείχε κάποιο μικρό αντικείμενο. Έκανα μια κίνηση να σηκωθώ και εγώ και να τον προλάβω αλλά εκείνος είχε ήδη βγει απ’ το παρεκκλήσι.


Εκείνη τη στιγμή άκουσα από μακριά την μακρόσυρτη σειρήνα του τομέα παραγωγής που σήμαινε την έναρξη της νυχτερινής βάρδιας. Ο ήχος της αντιλάλησε μέσα στους τσιμεντένιους διαδρόμους του Καταφυγίου απίστευτα θρηνητικά, έμοιαζε με το ουρλιαχτό κάποιου ετοιμοθάνατου θηρίού. Αναστέναξα βαθιά, βγήκα με κουρασμένα βήματα απ’ το παρεκκλήσι και άρχισα να περπατώ προς τους κοιτώνες, με την ελπίδα να καταφέρω να κοιμηθώ για λίγες ώρες έστω, προτού ξεκινήσει και η δική μου εξουθενωτική βάρδια.


------------


Τα λόγια του Ηλία στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό μου σαν θυμωμένες μύγες. Η περιέργεια πάλευε με την αμφιβολία και μια παράξενη χαρά ξυπνούσε μέσα μου κάθε λίγο και λιγάκι. Μπλεγμένη σ’ έναν τρελό εσωτερικό μονόλογο, προσπαθούσα με χίλια-δυο επιχειρήματα να διαψεύσω αυτά που μου είχε πει. Πως ήταν δυνατόν ο κόσμος της επιφάνειας να είναι ακόμα ζωντανός; Ήρθε όμως η στιγμή που δεν άντεξα άλλο. Ανακάθισα στη στενή μου κουκέτα και ψηλάφισα το κουτάκι που είχε χώσει στην τσέπη μου. Το σκοτάδι του πελώριου κοιτώνα που πλημμύριζε απ’ τα βαριά ροχαλητά δεκάδων ανδρών και γυναικών, με κάλυπτε σαν παχιά κουβέρτα.


Για καλό και για κακό ωστόσο, τράβηξα και το κουρελιασμένο σεντόνι που με απομόνωνε απ’ τους διπλανούς μου σαν παραβάν και μετά, με αργές και προσεκτικές κινήσεις, έβγαλα το κουτάκι απ’ το φάκελό του και το ψηλάφισα επιφυλακτικά. Υπήρχε μια μικρή κλειδωνιά που εξείχε στην πάνω πλευρά του. Την πίεσα προσεκτικά και το κουτάκι άνοιξε μεμιάς. Έψαξα το εσωτερικό του με δάχτυλα που έτρεμαν από περιέργεια και ένιωσα κάτι εύθραυστο και μαλακό, μια διπλωμένη μάζα που θα μπορούσε να είναι και χαρτί. Και τότε τα ρουθούνια μου πλημμύρισαν από ένα υπέροχο άρωμα ενώ η αίσθηση εκείνων των απαλών φύλλων ανάμεσα στις ρώγες των δαχτύλων μου μ’ έκανε να ανασάνω σπασμωδικά.


Μια συγκλονιστική αίσθηση αναγνώρισης μ’ έκανε να κοκαλώσω. Δεν υπήρχε αμφιβολία, τ’ ακροδάχτυλά μου άγγιζαν τα πέταλα κάποιων ανοιξιάτικων λουλουδιών. Το λεπτό τους άρωμα, θείο, υπέροχο και μεθυστικό, με τύλιξε σαν ιερό θυμίαμα και τότε το μυαλό μου εξερράγη και ένας πίδακας ολοζώντανων αναμνήσεων ανάβλυσε μέσα μου σαν ηφαιστειακή έκρηξη. Έχω ακούσει ότι η όσφρηση είναι η αρχαιότερη αίσθηση του ανθρώπου. Σίγουρα πάντως είναι η πιο ισχυρή.


Μέσα σε μια απειροελάχιστη στιγμή, ξανάγινα τεσσάρων ετών. Ξαναβρέθηκα καθισμένη σ ΄ένα χρωματιστό τραπεζομάντιλο, περιτριγυρισμένη απ’ τα παιχνίδια μου, λουσμένη στο φως ενός ανοιξιάτικου πρωινού, τότε που ο κόσμος καταστράφηκε.


-------------


Ο κήπος που απλωνόταν στο πίσω μέρος του εξοχικού σπιτιού μας μοσχομύριζε ολάνθιστος. Τα πέταλα των πολύχρωμων λουλουδιών που φύτρωναν σε γλάστρες και όμορφες πρασιές γυάλιζαν υγρά ακόμα απ’ τις στάλες της πρωινής δροσιάς ενώ τα φύλλα τους άστραφταν στο φως, το καθένας τους μια μικρή έκρηξη λεπτεπίλεπτης ομορφιάς. Η μητέρα μου έπλενε πιάτα στο νεροχύτη της κουζίνας και με παρακολουθούσε άγρυπνα πίσω απ’ τη τζαμένια πόρτα της.


Το δροσερό αεράκι που ερχόταν απ’ τα μακρινά βουνά άγγιζε το πρόσωπό μου σαν το χάδι ενός αόρατου προστάτη και ο λαμπερός ουρανός άστραφτε βαθυγάλανος και ανέφελος ανάμεσα απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων. Θυμήθηκα το κελάηδισμα των πουλιών που φτερούγιζαν από κλαδί σε κλαδί και το απαλό βουητό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων που διέσχιζαν κάποια μακρινή λεωφόρο. Το εξοχικό μας βρισκόταν μακριά απ’ την πόλη, στην άκρη μιας μικρή κωμόπολης, στο εσωτερικό μιας μικρής κοιλάδας, στους πρόποδες μιας δασωμένης οροσειράς. Νομίζω ότι αυτό ήταν που μας έσωσε.


Ξαφνικά ένιωσα μια αίσθηση απειλής. Η φλυαρία των τηλεοράσεων που δραπέτευε μέσα από τ΄ ανοιχτά παράθυρα των γύρω σπιτιών, από σαλόνια και κομψά καθιστικά, έδωσε τη θέση της σ’ ένα μακρόσυρτο ηχητικό σήμα. Έριξα μια ματιά στη μητέρα μου και την είδα να παρακολουθεί την οθόνη της μικρής τηλεόρασης που βρισκόταν στην κουζίνα, ακίνητη σαν απολιθωμένη. Αν και η απόσταση που μας χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη, το φως του ήλιου που έπεφτε στο πρόσωπό της μου αποκάλυψε με κάθε λεπτομέρεια την έκφρασή του η οποία είχε γίνει πολύ παράξενη ξαφνικά, σαν να πάγωνε όλο και περισσότερο από τη μια στιγμή στην άλλη…


Στη συνέχεια οι τηλεοράσεις ξανάρχισαν να μιλάνε και αυτή τη φορά έλεγαν όλες το ίδιο πράγμα, κάτι για μια «έκτακτη επικαιρότητα» και για «βαλλιστικούς πυραύλους που είχαν χτυπήσει τις πρωτεύουσες της κεντρικής Ευρώπης». Οι φωνές που έβγαιναν από μέσα τους ακούγονταν παράξενες, σχεδόν στριγκές. Τρομοκρατημένες. Έλεγαν ότι έπρεπε όλοι να κρυφτούμε στα υπόγεια των σπιτιών μας, να κλείσουμε πόρτες και παράθυρα και να αποθηκεύσουμε όσο περισσότερο νερό και τροφή μπορούσαμε. Η μητέρα μου πετάχτηκε όρθια σαν να την είχε τσιμπήσει σκορπιός. Όρμησε στον κήπο και μ’ άρπαξε στην αγκαλιά της. Αδιαφορώντας για τις φωναχτές μου διαμαρτυρίες, με κατέβασε στο υπόγειο του σπιτιού, εκεί όπου φυλάγαμε τα κρασιά μας, κάτι παλιά έπιπλα, τον κατασκηνωτικό εξοπλισμό του πατέρα μου που του άρεσε το κάμπινγκ και οτιδήποτε άλλο περίσσευε απ’ το νοικοκυριό μας.


Μ’ έβαλε να καθίσω σ’ ένα καναπέ, πάνω σε μια κουβέρτα και μου έδωσε εντολή να μην το κουνήσω ρούπι. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι απ’ τον έξω κόσμο είναι τα χρώματα του κήπου να κλυδωνίζονται γύρω μου σαν τρελά, τον γαλάζιο ουρανό και στο δρόμο που περνούσε έξω απ΄ τον κήπο μας ένα αδέσποτο σκυλάκι να με κοιτάζει ξαφνιασμένο. Η εικόνα αυτή ποτέ δεν έπαψε να μου σφίγγει την ψυχή για πολύ καιρό. Στη συνέχεια ο αέρας γέμισε απ’ τον απόκοσμο και ανατριχιαστικό ήχο κάτι μακρινών σειρήνων. Ήταν ένας ήχος που δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά, αλλά μου φάνηκε τόσο απειλητικός που σκέπασα το κεφάλι μου με τα χέρια μου, κουλουριάστηκα μέσα στην κουβέρτα και ευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη να ήταν μαζί μας και ο μπαμπάς. Αλλά αυτός ήταν στην Αθήνα για δουλειές. Θυμήθηκα το φιλί που μου είχε δώσει πριν μας αφήσει, καθώς καθόμασταν όλοι στο πρωινό τραπέζι και κάπου βαθιά μέσα μου ένιωσα ότι δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ.


Στο μεταξύ η μητέρα μου είχε αρχίσει να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα σαν τρελή και να κατεβάζει στο υπόγειο κονσέρβες, σακούλες με τρόφιμα και μπουκάλια μ’ εμφιαλωμένο νερό. Η βιασύνη της μ’ έκανε να φοβηθώ ακόμα περισσότερο. Έμεινα ακίνητη, έσφιξα στην αγκαλιά μου την πλαστική μου κούκλα μου και περίμενα. Κάποια στιγμή οι σειρήνες έπαψαν να ηχούνε και μια αφύσικη σιγή απλώθηκε παντού, πάνω απ’ ολόκληρο τον κόσμο θα ‘λεγε κανείς. Όλα έσβησαν, τα φώτα, ο ήχος των μακρινών αυτοκινήτων. Οι τηλεοράσεις έπαψαν να ουρλιάζουν. Η μητέρα μου κατέβηκε πέντε-πέντε τα σκαλοπάτια του υπογείου, κλείδωσε πίσω της την πόρτα και έσπρωξε πίσω της ένα μεγάλο έπιπλο, σαν να προσπαθούσε να την σφραγίσει. Κάθισε δίπλα μου, μέσα στο σκοτάδι, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της και με τύλιξε σφιχτά με την κουβέρτα. Ήταν κάθιδρη και μύριζε παράξενα.


Δεν το ήξερα τότε, αλλά ήταν η μυρωδιά του φόβου. Την άκουσα να ψιθυρίζει μια παιδική προσευχή. Μετά, μέσα απ’ τις χαραμάδες της πόρτας, άστραψε ένα εκτυφλωτικό φως, κάτι σαν άσχημη λευκή λάμψη. Ταυτόχρονα άκουσα μια τρομακτική βροντή λες και χίλιοι κεραυνοί έπεφταν στη γη μονομιάς. Το σπίτι άρχισε να τρέμει. Τα τζάμια του έσπασαν και ένας φοβερός άνεμος άρχισε να το δέρνει με μανία. Άκουσα τα έπιπλα στο σαλόνι και στα δωμάτιά του να πετάγονται εδώ και εκεί, τα δέντρα του κήπου να βογκάνε και από κάπου μακριά, τόσο μα τόσο μακριά, ουρλιαχτά τρόμου.


Ύστερα μας ξανακάλυψε η σιωπή, μια σιωπή που ήταν τρομακτική και απαίσια. Τα ρουθούνια μου γέμισαν από μια μυρωδιά καμένου μέχρι που η μητέρα μου άναψε ένα κερί και έφραξε τις χαραμάδες της πόρτας με παλιές κουβέρτες και σεντόνια.


Την κοίταξα κατάπληκτη, καθισμένη πάνω στην κουβέρτα μου, χωρίς να τολμώ να αρθρώσω λέξη. Τελικά όμως τη ρώτησα:


-«Μαμά, που λες να βρίσκεται ο μπαμπάς;»


Αμέσως μετάνιωσα για τα λόγια που είχα ξεστομίσει. Κάτω απ’ το ασταθές και αδύναμο φως του κεριού, μου φάνηκε ότι το πρόσωπό της έλιωσε ξαφνικά και μεταμορφώθηκε σε μια βασανισμένη μάσκα αλλά αμέσως μετά, σαν να έκανε μια υπεράνθρωπη εσωτερική προσπάθεια, ξαναβρήκε τα κανονικά του χαρακτηριστικά. Κάθισε δίπλα μου, πάνω στο σκονισμένο καναπέ, με αγκάλιασε και μου είπε:


-«Αγαπούλα μου θα τον περιμένουμε. Πρέπει να μείνουμε εδώ μέσα γιατί έξω έγινε κάτι πολύ κακό και ο κόσμος θα γεμίσει δηλητήρια. Θα τον περιμένουμε όσο πιο πολύ μπορούμε και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε έτσι;»


Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Η ζωή μας μεταμορφώθηκε σ’ ένα ατελείωτο σκοτάδι που μόλις κ’ έσπαγε απ’ το φως των κεριών. Μείναμε δυο, τρεις, πέντε, δέκα μέρες, ποτέ δεν ανακάλυψα πόσες, μέσα στο υπόγειο. Πίναμε το εμφιαλωμένο νερό, τρώγαμε τις κονσέρβες που ζεσταίναμε σ’ ένα μικρό γκαζάκι, κοιμόμασταν αγκαλιά πάνω στον παλιό καναπέ. Η μητέρα μου, για να με διασκεδάσει μου έλεγε παραμύθια, μου τραγουδούσε μέχρι που η φωνή της ράγιζε, έπαιζε μαζί μου με τις κούκλες μου. Αλλά κάποια στιγμή αναγκαστήκαμε να βγούμε έξω.


Οι κουβάδες που χρησιμοποιούσαμε για τις ανάγκες μας μύριζαν απαίσια, ακόμα και όταν τους καλύπταμε με πανιά και εφημερίδες ενώ οι κονσέρβες και το νερό άρχισαν να τελειώνουν. Ήρθε η στιγμή που η μητέρα μου με φίλησε και μου είπε:


-«Θα σε αφήσω για λίγο. Θα πάω να ζητήσω βοήθεια και να βρω λίγο νερό και φαγητό. Εσύ όμως θέλω να μου υποσχεθείς ότι δεν θα το κουνήσεις από εδώ μέσα, έτσι;»


Της το υποσχέθηκα. Την είδα ν’ ανεβαίνει σιγά-σιγά τα σκαλιά του υπογείου, και ν’ ανοίγει την πόρτα του προσεκτικά. Το γκρίζο φως που γλίστρησε για μια στιγμή μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο μου φάνηκε εκτυφλωτικό. Κάλυψα τα μάτια μου με τα χέρια μου και όταν τα ξανάνοιξα είχε φύγει.


Την περίμενα για πολλές-πολλές ώρες, μέσα στο πηχτό σκοτάδι, κουλουριασμένη σε μια κουβέρτα, σαν έμβρυο. Μέρες ολόκληρες μου φάνηκε. Κάποια στιγμή όμως άκουσα βήματα να κατεβαίνουν τη σκάλα, είδα την πόρτα ν’ ανοίγει και τη μορφή της να διαγράφεται σ’ ένα σκοτεινό φόντο. Τρόμαξα να τη γνωρίσω. Τα ρούχα της είχαν βρωμίσει και ήταν σκισμένα ενώ το πρόσωπό της είχε μαυρίσει. Αλλά το πιο τρομακτικό από όλα ήταν τα μάτια της που είχαν γεμίσει από μια παράξενη σκοτεινιά. Κρατούσε στα χέρια της ένα κλειστό μπουκάλι με νερό.


-«Αυτό κατάφερα να βρω,» μου είπε, «το νερό θα μας φτάσει για μια μέρα. Φαγητό έχουμε ακόμα. Αύριο θα ξαναπροσπαθήσω.» Η φωνή της έμοιαζε με τη φωνή μιας ξένης, κουρασμένη και παράξενη. Με αγκάλιασε σφιχτά, ήπιαμε λίγο απ’ το νερό και μετά με πήρε ο ύπνος. Κάποια στιγμή ξύπνησα, μέσα στο σκοτάδι, και την άκουσα να ψιθυρίζει αχνά: «Τέτοια καταστροφή θεέ μου, τόσος θάνατος!»


Ύστερα από εκείνη την πρώτη φορά, άρχισε να ξαναβγαίνει κάθε μια ή δύο μέρες το πολύ και πάντα γύριζε με κάτι, με μια στραπατσαρισμένη κονσέρβα, με κάποιο μπουκάλι με νερό, μ’ ένα κομμάτι κρέας που έπρεπε να ψήσουμε στο γκαζάκι και όταν αυτό έπαψε να δουλεύει, σε μια φωτιά που ανάψαμε σ’ ένα άδειο βαρέλι που βάλαμε σε μια γωνιά του. Πολύ γρήγορα άρχισε ν’ αλλάζει, αδυνάτισε και τα μάτια της βούλιαξαν. Τα χείλη της μάτωναν και όλη την ώρα έκανε εμετό.


Τα μαλλιά της έπεσαν και το σώμα της γέμισε με πληγές. Αλλά κάθε μέρα εξακολούθησε να βγαίνει έξω και να επιστρέφει με κάτι, ακόμα και αν αυτό ήταν μια ψόφια γάτα που έπρεπε να γδάρουμε, να κόψουμε σε κομμάτια και να την ψήσουμε στη φωτιά του βαρελιού. Παράξενες μελανιές κάλυψαν το σώμα και στο πρόσωπό της. Όλο αυτό τον καιρό δεν με άφησε ποτέ να βγω απ’ το υπόγειο. Κάποιες φορές άκουγα στριγκές κραυγές και χάχανα στο δρόμο αλλά μου φαινόταν τόσο εχθρικές και αλλόκοτες που κρυβόμουν κάθε φορά πίσω απ’ τα έπιπλα.


Μια μέρα μπήκε φουριόζα στο υπόγειο, με πήρε στα αδυνατισμένα και πληγιασμένα της χέρια, κάλυψε το πρόσωπό μου μ’ ένα μαντήλι και μου ψιθύρισε:


-«Σε λίγο θα περάσουν από δω κάτι άνθρωποι. Είναι στρατιώτες. Μαζεύουν τα παιδιά που είναι γερά, σαν κι εσένα. Θέλω να πας μαζί τους και μετά θα έρθω να σε βρω εντάξει; Μόνο έτσι θα είσαι ασφαλής!»


Καθώς μου τα έλεγε αυτά, ανέβαινε αγκομαχόντας τη σκάλα, μέχρι που βγήκαμε στο φως της ημέρας. Αν και το μαντήλι μου σκέπαζε τα μάτια, εκείνα άρχισαν να πονάνε. Τ’ άνοιξα διάπλατα ωστόσο και μέσα απ’ το λεπτό ύφασμα του μαντηλιού, αντίκρισα ένα τρομακτικό θέαμα: Το σπίτι μας είχε μετατραπεί σ’ ένα μαυρισμένο ερείπιο που δεν είχε ούτε στέγη, ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα. Αλλά και ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος είχε αλλάξει με τον ίδιο τρόπο: Όλα ήταν σιωπηλά. Τα δέντρα που σκίαζαν το δρόμο έξω απ’ το σπίτι μας είχαν μεταμορφωθεί σε καψαλισμένα κούτσουρα.


Τ’ αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα μπροστά απ’ τα πεζοδρόμια έμοιαζαν με καρβουνιασμένα κουτιά. Τα γύρω σπίτια είχαν επίσης καταστραφεί και παντού απλωνόταν ένα στρώμα από στάχτες και καψαλισμένα σκουπίδια. Ο ουρανός είχε ένα άσχημο γκρίζο χρώμα και έκανε πολύ κρύο. Το πιο τρομακτικό απ’ όλα όμως ήταν τα πτώματα που γέμιζαν τις καρβουνιασμένες αυλές και τα πεζοδρόμια. Πτώματα μαυρισμένα και τουμπανισμένα, γεμάτα με σκουλήκια, γυμνά κρανία και κίτρινα κόκαλα που ξεπρόβαλαν μέσα από φουσκαλιασμένες σάρκες.


Ακόμα πιο απαίσια ήταν όσα ήταν ακόμα ζωντανά: Γιατί αυτό μου φάνηκε ότι ήταν, ζωντανοί-νεκροί που περιφέρονταν με συρτά βήματα εδώ και εκεί, ντυμένα με κουρέλια και σκελετωμένα, χωρίς μαλλιά, με ανοιχτές πληγές που παραμόρφωναν τα πρόσωπά τους. Ένας απ’ αυτούς έκανε να μας πλησιάσει αλλά εγώ σφίχτηκα πάνω στην μάνα μου και απομακρυνθήκαμε από κοντά του όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε.


Η αφύσικη σιγή που κάλυπτε τον εφιαλτικό δρόμο γέμισε απ’ το μουγκρητό των κινητήρων μιας φάλαγγας από αυτοκίνητα. Οι ζωντανοί-νεκροί έκαναν στην άκρη και μια σειρά από στρατιωτικά καμιόνια έκαναν την εμφάνισή τους.


Η μητέρα μου πλησίασε το πρώτο απ’ αυτά. Είδα ότι ήταν γεμάτο με οπλισμένους στρατιώτες που φορούσαν κάτι παράξενες μάσκες. Έμοιαζαν με όρθια γουρούνια.


-«Κοιτάξτε την κόρη μου,» τους είπε, τραβώντας το μαντήλι που με σκέπαζε, «είναι υγιής και καθαρή. Έμαθα ότι μαζεύετε τα γερά παιδιά για να τα βάλετε σε καταφύγια. Πάρτε και αυτή σας παρακαλώ!»


Ένας στρατιώτης έσκυψε από πάνω μου. Τα μάτια του εστιάστηκαν στο πρόσωπό μου σκληρά και άψυχα σαν βότσαλα. Υπερβολικά τρομαγμένη για να καταλαβαίνω τι ακριβώς συνέβαινε, τον άφησα να μου σηκώσει το πηγούνι και να μου ανοίξει το στόμα με τα γαντοφορεμένα δάχτυλα του. Κοίταξε τα δόντια μου.


-«Πάρτε την,» είπε με βαριά φωνή.


Αρπάχτηκα απ’ τη μάνα μου και άρχισα να ουρλιάζω. Είχε γίνει πολύ λεπτή, όλο δέρμα και κόκαλα. Εκείνη ξέμπλεξε τα χέρια μου από πάνω της, με φίλησε και μου ψιθύρισε:


-«Πρέπει να πας μαζί τους καρδούλα μου. Αν μείνεις εδώ θα πεθάνεις, όπως όλοι μας.»


Συνέχισα να χτυπιέμαι να ουρλιάζω καθώς ο στρατιώτης με σήκωσε ψηλά και με έβαλε στο πίσω μέρος του καμιονιού. Ήταν φορτωμένο με αδύνατα και βρώμικα παιδάκια που με κοιτούσαν με μάτια πελώρια.


Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από εκείνη είναι η σκελετωμένη της μορφή να με κοιτάζει ακίνητη σαν άγαλμα καταμεσής του ερειπωμένου δρόμου, περιτριγυρισμένη από τους ζωντανούς-νεκρούς που περπατούσαν γύρω της σαν φαντάσματα. Και τότε κατάλαβα ότι θα πέθαινε και εκείνη και ότι με είχε διώξει από κοντά της για να ζήσω.


--------------------




Από εκείνη την ημέρα έγινα ένας πολίτης του τρίτου επιπέδου. Ένα μέλος του εργατικού δυναμικού του καταφυγίου που εργαζόταν για τη συντήρηση και την επέκτασή του. Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα. Θα μπορούσα να είχα καταλήξει στο τέταρτο επίπεδο όπου ζούσαν αυτοί που έκαναν τις πραγματικά βαριές δουλειές, που έσκαβαν τα τούνελ, που επεξεργάζονταν τα οργανικά απόβλητα ή που δούλευαν βουτηγμένοι στο σκοτάδι, σε παγωμένα υπόγεια και πνιγηρά εργοτάξια.


-------------


Επέστρεψα στο παρόν. Χάιδεψα τα μικρά εκείνα πέταλα για μια τελευταία φορά και ανακάλυψα ότι το πρόσωπό μου είχε μουσκέψει από ζεστά δάκρυα που έκαιγαν σαν οξύ. Έπνιξα τους λυγμούς που απειλούσαν να με πνίξουν γιατί δεν ήθελα να μ’ ακούσει κανείς μέσα στον στριμωγμένο κοιτώνα. Δεν έπρεπε. Και μετά, μια τρομερή σκέψη σχηματίστηκε στο μυαλό μου. Ένα φριχτό συμπέρασμα:


Εκείνα τα πέταλα ήταν φρέσκα. Ο Ηλίας είχε δίκιο. Υπήρχε ζωή πάνω στη γη, δέντρα, λουλούδια και φωτεινοί ουρανοί. Ο κόσμος ξαναζούσε. Και υπήρχαν κάποιοι ανάμεσά μας που το ήξεραν αυτό, που είχαν ανέβει στην επιφάνεια και είχαν φέρει μαζί τους αυτή την ατράνταχτη απόδειξη. Αλλά αν έτσι ήταν τα πράγματα, γιατί μας άφηναν να μαραζώνουμε μέσα στα υπόγεια;


Για να μην χάσουν την εξουσία που ασκούν πάνω μας, γιαυτό,» ψιθύρισε μια άηχη φωνούλα μέσα στο κεφάλι μου. «Γιατί αν το ξέραμε και εμείς, θα παύαμε να δουλεύουμε και να πεθαίνουμε εδώ μέσα σαν τα μερμήγκια.»


Ο κατάδικος το ήξερε αυτό. Γι’ αυτό και τον είχαν εκτελέσει. Και το φως που έλαμπε στο πρόσωπό του πριν γίνει παρανάλωμα του πυρός ήταν η ανάμνηση αυτού του παραδείσου που απλωνόταν έξω απ’ τις απαίσιες σπηλιές μας.


------------


Όταν έφτασε η ώρα του πρωινού γεύματος, προσπάθησα με κάθε τρόπο να εντοπίσω τον Ηλία. Ήθελα να του δείξω πόσο πολύ χαιρόμουν που είχε μοιραστεί μαζί μου το καταπληκτικό εκείνο μυστικό. Ένιωθα αλλαγμένη, μέσα μου έλαμπε η φλόγα μιας πρωτόγνωρης χαράς. Αλλά όσο και να κοίταζα κλεφτά γύρω μου, το βλέμμα μου έπεφτε σε αδιάφορα πρόσωπα, σε βαρύθυμους εργάτες και εργάτριες με ξυρισμένα κεφάλια και κουρασμένα πρόσωπα. Αυτοί που μου ανταπέδιδαν το βλέμμα με κοιτούσαν ψυχρά, κάποιοι θυμωμένα και άλλοι με φόβο.


Κάποιοι στιγμή όμως, ύστερα από πολλές άκαρπες προσπάθειες, τον εντόπισα στην άλλη άκρη του κυλικείου, να κάθεται με σκυμμένο το κεφάλι πάνω απ’ το μεταλλικό του πιάτο. Αν και η απόσταση που μας χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη, κάτι στη στάση του σώματός του και στον τρόπο που κρατούσε το κουτάλι στα σφιγμένα του δάχτυλα, μ’ έκανε να καταλάβω ότι ήταν τρομοκρατημένος. Οι προσπάθειές μου να τραβήξω την προσοχή του με το να τον κοιτάζω έντονα, έπεσαν στο κενό…Ίσως να είχε μετανιώσει που μου είχε μιλήσει και μου είχε δώσει το κουτί, ίσως να μην με θεωρούσε άξια να μοιραστώ το μυστικό του.


Εκείνη τη στιγμή, μια παράξενη σιγή απλώθηκε μέσα στο κοσμοπλημμυρισμένο κυλικείο. Αντί να σηκωθούμε όλοι μαζί και να κατευθυνθούμε σαν υπάκουα πρόβατα προς την έξοδο του κυλικείου, μείναμε ακίνητοι, να κοιτάζουμε τα πιάτα μας με παγωμένα βλέμματα. Γιατί στην έξοδο του κυλικείου εμφανίστηκε ένας λόχος από οπλισμένους πολιτοφύλακες που άρχισαν να κινούνται ανάμεσα απ’ τα τραπέζια προς το μέρος μου. Μαζεύτηκα ενστικτωδώς.


Οι πολιτοφύλακες, οι οποίοι διατηρούσαν με σιδερένια πυγμή την τάξη μέσα στο τρίτο επίπεδο, δεν είχαν κανέναν απολύτως ενδοιασμό στο να χτυπήσουν οποιονδήποτε με τα ηλεκτρικά τους ραβδιά, να τον σπάσουν στο ξύλο και να τον πάρουν στα κρατητήρια. Οι συλληφθέντες σχεδόν ποτέ δεν επέστρεφαν στο τρίτο επίπεδο. Και κάποιοι απ’ αυτούς κατέληγαν στο θάλαμο αποτέφρωσης. Καθώς πλησίαζαν προς το μέρος μου, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τόσο πολύ που νόμιζα ότι θα σπάσει. Αν έβρισκαν πάνω μου το κουτί, ήμουν χαμένη. Πάλεψα να ελέγξω τον πανικό μου ενώ με το δεξί μου χέρι, το έχωνα πιο βαθιά στην τσέπη του παντελονιού μου. Εκείνοι με προσπέρασαν ωστόσο και συνέχισαν να κινούνται μέχρι την άλλη άκρη του κυλικείου. Εκεί πέρα σταμάτησαν, στάθηκαν δίπλα στον Ηλία, τον σήκωσαν όρθιο και του πέρασαν ένα ζευγάρι χειροπέδες στους καρπούς.


Το βλέμμα που μου έριξε, απελπισμένο και ικετευτικό ταυτόχρονα μ’ έκανε να σταθώ ακίνητη. Ακόμα και εκείνη την τρομερή στιγμή, προσπαθούσε να με προστατεύσει. Οι πολιτοφύλακες τον έβαλαν να σταθεί όρθιο μεταξύ τους και μετά άρχισαν να ξαναδιασχίζουν το κυλικείο. Εκείνος, μόλις πέρασε από μπροστά μου, με ξανακοίταξε και αυτή τη φορά ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στο ιδωμένο πρόσωπό του. Δάγκωσα τη γλώσσα μου για να μην ουρλιάξω και ένιωσα ένα καυτό κύμα αίματος να μου γεμίζει το στόμα. Αλλά ακόμα και αυτός ο πόνος ήταν προτιμότερος απ’ το θέαμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου. Παρέμεινα ακίνητη, έσκυψα και πάλι το κεφάλι και με τα χείλη σφιγμένα τον ένιωσα ν’ απομακρύνεται από κοντά μου και να με αφήνει μόνη, ένα μικρό ναυάγιο που χαροπάλευε με την απελπισία μέσα σ’ ένα απέραντο και αδιάφορο πλήθος.


------------


Πέρασα τη μέρα μου τυλίγοντας τα απαίσια καλώδια σαν υπνωτισμένη, με το μυαλό μου παγωμένο και τις σκέψεις μου απολιθωμένες. Πότε-πότε έσφιγγα κρυφά το κουτάκι με τα πολύτιμα ροδοπέταλα στον κόρφο μου, μόνο και μόνο για να σιγουρευτώ ότι υπήρχε στα αλήθεια. Ένιωθα ακρωτηριασμένη, σαν νεκρή. Ο μοναδικός άνθρωπος που μου είχε δείξει κάποια καλοσύνη ήταν φυλακισμένος, ίσως και να βασανίζονταν εκείνη τη στιγμή, το σίγουρο πάντως ήταν ότι επρόκειτο να πεθάνει. Ήμουν ένοχη.


Ο Ηλίας με αγαπούσε αλλά εγώ είχα φανεί ανίκανη να εκτιμήσω τα συναισθήματά του γιατί ήμουν υπερβολικά φοβισμένη, κλεισμένη στο εαυτό μου και κυνική. Και τώρα πέθαινε για να με προστατεύσει. Αυτή η σκέψη σάλευε σαν ζωντανό σκοτάδι μέσα στην ψυχή μου, ένας στρόβιλος πόνου που απειλούσε να με διαμελίσει. Ένιωθα το ίδιο συναίσθημα της συντριπτικής θλίψης και του τρόμου που με είχε τσακίσει τότε που είχα αποχαιρετήσει τη μάνα μου για τελευταία φορά.


Κάποια στιγμή η βάρδιά μου τελείωσε και ετοιμάστηκα να ακολουθήσω όλους τους άλλους στους κοιτώνες προσωπικού, όπως κάθε άλλη φορά, όπως κάθε μέρα, μέχρι τη στιγμή που θα πέθαινα. Η πελώρια αίθουσα με τους ιμάντες και τα τεράστια μηχανήματα μου φάνηκε πνιγηρή ξαφνικά, μια φυλακή.


-«Τι σου συμβαίνει; Νιώθεις καλά;»


Το βλέμμα του επόπτη που στεκόταν μπροστά μου και με κοίταζε προσεκτικά, μου φάνηκε προβληματισμένο, ανήσυχο απ’ την προοπτική να χάσει μια εργάτρια.


-Νιώθω λιγάκι παράξενα» του απάντησα, «σαν ζαλισμένη». «Θα ήθελα να σας ζητήσω μια χάρη,» πρόσθεσα στη συνέχεια.


-«Χάρη; Τι χάρη;» με ρώτησε αυτός γεμάτος καχυποψία.


-«Θα ήθελα να περάσω απ’ το ιατρείο να με κοιτάξουν. Θα μου το επιτρέψετε;»


- «Εντάξει,» μου απάντησε ο επόπτης, εξακολουθώντας να με κοιτάζει με το ίδιο παράξενο ύφος, «αν το θέλεις τόσο πολύ, μπορώ να επικοινωνήσω με τα ιατρεία και αυτοί θα σε περιμένουν.»


Απομακρύνθηκα από κοντά του νιώθοντας το βλέμμα του να καρφώνεται στην πλάτη μου σαν ένα ζευγάρι καυτών μεγεθυντικών φακών.



----------------



Στα χρόνια της ζωής μου στο καταφύγιο είχα μάθει αρκετά καλά τη δομή του γιατί εκτός απ’ το εργοστάσιο με τα καλώδια, είχα δουλέψει στον τομέα υγειονομικού ελέγχου, στον τομέα των αποθήκευσης υλικού και στο τμήμα αποκομιδής πτωμάτων που παρά τα μέτρα που λαμβάνονταν για τον περιορισμό των επιδημιών, εξακολουθούσε να έχει αρκετή δουλειά.


Στο δρόμο μου για τα ιατρεία λοιπόν, μέσα απ’ το λαβύρινθο των τσιμεντένιων διαδρόμων και των καλωδίων που διέσχιζαν ολόκληρο το καταφύγιο, ήξερα ακριβώς σε ποιο σημείο έπρεπε να στρίψω και ποια πόρτα ν’ ανοίξω για ν’ αποφύγω την πτέρυγα των γιατρών και να βρεθώ στις ιατρικές αποθήκες, στα σιωπηλά δωμάτια με τα ξεχαρβαλωμένα φορεία και τα ράφια με τα νυστέρια και τις αστραφτερές λαβίδες.


‘Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και την κλείδωσα δυο και τρεις φορές. Ανάμεσα στα φορεία υπήρχαν μακρόστενοι σάκοι από μαύρο νάιλον που σχημάτιζαν ολόκληρα βουνά. Τότε που είχα δουλέψει στην αποκομιδή, την εποχή που είχε ξεσπάσει μια επιδημία πνευμονίας, έπρεπε να βάζουμε τα πτώματα σ’ αυτούς τους σάκους και να τ’ αδειάζουμε σε μια κατηφορική καταπακτή που μας είχαν πει ότι κατέληγε στο χωνευτήρι, εκεί όπου τα πτώματα έλιωναν και κατέληγαν ως λίπασμα στο τέταρτο επίπεδο με τις καλλιέργειες. Όποτε ανοίγαμε την καταπακτή για να πετάξουμε κάποιο πτώμα, η μυρωδιά που γέμιζε το δωμάτιο ήταν απαίσια, γι’ αυτό και μας είχαν φορέσει χειρουργικές μάσκες για να μην κάνουμε εμετό. Ήταν κάτι που πάντα μου προκαλούσε τρόμο, η ιδέα του τι μπορούσε να κρύβεται εκεί κάτω. Κι όμως τώρα, έπρεπε να το ανακαλύψω μόνη μου.


Πλησίασα την καταπακτή, την άνοιξα και αντίκρισα κάτι σαν κατηφορικό πέρασμα με γυαλιστερά τοιχώματα από μέταλλο που χανόταν στο σκοτάδι, σε άγνωστο βάθος. Εκείνη τη στιγμή άκουσα πίσω μου τον ήχο βημάτων και φωνών που πλησίαζαν το δωμάτιο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή αλλά ήξερα ότι από τη στιγμή που δεν είχα εμφανιστεί στα ιατρεία, η μοίρα μου ήταν σφραγισμένη. Αλλά για κάποιο λόγο είχα πάψει να φοβάμαι. Το άρωμα εκείνων των λουλουδιών είχε ξυπνήσει κάτι παράξενο μέσα μου, μια αφύσικη αποφασιστικότητα. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και ένιωσα τους πνεύμονες μου να γεμίζουν απ’ την καυστική μυρωδιά κάποιου διαπεραστικού απολυμαντικού. Στη συνέχεια, χώθηκα μέσα στο άνοιγμα, έκλεισα πίσω μου την καταπακτή και αφέθηκα να γλιστρήσω μέσα στο πηχτό σκοτάδι.


----------


Η πτώση μου δεν κράτησε πολύ. Ένιωσα τα μεταλλικά τοιχώματα να γλιστρούν γύρω μου με αυξανόμενη ταχύτητα και μετά να αιωρούμαι για ένα δευτερόλεπτο σ’ ένα απροσδιόριστο κενό. Στη συνέχεια έπεσα κάπου μαλακά, σε μια ακανόνιστη μάζα που συνθλίφτηκε κάτω από το βάρος μου και σταμάτησε την πτώση μου χωρίς να με πληγώσει.


Άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα στο εσωτερικό μιας σπηλιάς με πετρώδη τοιχώματα. Υπήρχε φως εκεί πέρα, η ακανόνιστη λάμψη από τις φλόγες μιας δυνατής φωτιάς που έκαιγε κάπου μακριά. Βρισκόμουν στην κορφή ενός τεράστιού σωρού από κοκαλωμένα πτώματα. Τα περισσότερα απ’ αυτά ήταν τυλιγμένα μέσα σε μαύρους σάκους από νάιλον αλλά υπήρχαν και πολλά άλλα που κείτονταν εντελώς γυμνά, σωροί από πόδια χέρια και ξυρισμένα κεφάλια, με κλειστά μάτια και ανοιγμένα στόματα. Η μυρωδιά του απολυμαντικού ήταν πολύ δυνατή.


Ανακάθισα πάνω σ’ εκείνη τη μάζα που είχε ανακόψει την πτώση μου και αντίκρισα μια ομάδα ανθρώπων να πλησιάζει με βήματα αργά και σταθερά. Κρατούσαν στα χέρια τους κάτι συσκευές που έμοιαζαν με φιάλες οξυγόνου και ψέκαζαν τα πτώματα μ’ ένα άσπρο υγρό που μύριζε σαν αμμωνία. Στο κιτρινωπό και ακανόνιστο φως της φωτιάς που έκαιγε στην απέναντι άκρη της σπηλιάς, η όψη τους ήταν εντελώς τρομακτική: Φορούσαν κουρέλια και μάσκες οξυγόνου και τα σώματα τους ήταν γεμάτα από τις ουλές επουλωμένων εγκαυμάτων. Γελούσαν δυνατά σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, κοιτούσαν τα πτώματα που γέμιζαν τη σπηλιά, έβαζαν κάποια απ’ αυτά σ’ ένα καρότσι και μετά τα παρέδιδαν σε κάποιους άλλους. Εκείνοι τα μετάφεραν κοντά στις φωτιές και εκεί πέρα τα ξάπλωναν πάνω σε κάτι σκισμένα στρώματα. Αυτά που βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση, τα τεμάχιζαν και έριχναν τα κομμάτια τους σ’ ένα μεγάλο καζάνι.


Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου, κυριευμένη από μια κατακλυσμική αίσθηση φρίκης. Πιο πέρα, χωμένο στις σκιές, είδα έναν απ’ αυτούς να έχει ξαπλώσει το πτώμα μιας γυναίκας καταγής και να εκτονώνει πάνω του τις σεξουαλικές του ορέξεις. Δάγκωσα τα χείλη μου για να μην ουρλιάξω. Ώστε εδώ κατέληγαν όλοι αυτοί που πέθαιναν στο καταφύγιο; Αυτή ήταν η τελική μας μοίρα;


Άρχισα να μπουσουλάω σαν τρελή πάνω στο σωρό με τους σάκους, μακριά απ’ την ομάδα των κανίβαλων που όλο και πλησίαζε. Τα δάχτυλά μου σφίγγονταν γύρω από κοκαλωμένα χέρια, πόδια και κεφάλια, μέχρι που έφτασα στην πίσω μεριά του σωρού και κατρακύλησα μέχρι το υγρό και παγωμένο δάπεδο της σπηλιάς. Αντίκρισα τότε ένα σκοτεινό άνοιγμα που διαγραφόταν σαν στρογγυλό στόμα στο πέτρινο τοίχωμα της σπηλιάς. Έμοιαζε τεχνητό, τμήμα μιας σωληνωτής κατασκευής που υψωνόταν μέχρι την πέτρινή οροφή. Σηκώθηκα όρθια και βάζοντας φτερά στα πόδια μου, διέσχισα την απόσταση που με χώριζε από εκεί και αδιαφορώντας για τις διαπεραστικές κραυγές εκείνων που με είχαν εντοπίσει, χώθηκα εκεί μέσα σαν πανικόβλητο ποντίκι.


Τα χέρια μου συγκρούστηκαν μ’ έναν λείο τοίχο. Άδραξα το παγερό σκοτάδι και ανακάλυψα μια σειρά από μεταλλικές δοκούς που ανέβαιναν προς τα πάνω. Μ’ έναν λυγμό απέραντης ανακούφισης, κατάλαβα ότι ενάντια σε κάθε λογική πιθανότητα είχα ανακαλύψει τον αεραγωγό που έβγαζε στην επιφάνεια, όπως ακριβώς μου είχε πει ο Ηλίας. Άρχισα να σκαρφαλώνω με όλες μου τις δυνάμεις ενώ το στενό και κάθετο εκείνο πηγάδι πλημμύριζε από τις μανιασμένες κραυγές αυτών που δεν είχαν καταφέρει να με πιάσουν. Συνέχισα ν’ ανεβαίνω με κομμένη την ανάσα, μέσα στο σκοτάδι και δεν σταμάτησα ακόμα και όταν η αναπνοή μου άρχισε να σώνεται, τα χέρια και τα πόδια μου να πονάνε και το κεφάλι μου να βουίζει. Θα πρέπει να διέσχισα διάφορα επίπεδα γιατί τ’ αυτιά μου πλημμύρισαν απ’ το βαθύ μουγκρητό τεράστιων μηχανημάτων που δεν μπορούσα να διακρίνω, απ’ το θόρυβο αμέτρητων ανθρώπινων φωνών και μετά από μια χαρωπή μουσική. Κάποια στιγμή τα χέρια μου συνάντησαν μια επίπεδη επιφάνεια, ένα λείο και ψυχρό φράγμα που στη μέση του υπήρχε ένα χερούλι.


Το έσπρωξα με όλη τη δύναμη που μου είχε απομείνει και τα μάτια μου πλημμύρισαν από το εκτυφλωτικό και ολόχρυσο φως της ημέρας.


---------------


Πρέπει λοιπόν ν’ αποφασίσω. Εδώ και πολύ ώρα έχω κολλήσει το πρόσωπό μου στο βρώμικο παράθυρο και παρακολουθώ ένα γεράκι που ζυγιάζεται στον αέρα με ορθάνοιχτα φτερά. Μοιάζει σαν ψεύτικο καθώς αιωρείται πάνω απ’ τις πράσινες κορφές μιας συστάδας από βρεγμένα κυπαρίσσια που υψώνονται μπροστά μου σαν πράσινες λόγχες, ανενόχλητα εδώ και τόσα πολλά χρόνια απ’ το αδηφάγο χέρι του ανθρώπου. Μέσα απ’ το θαμπό γυαλί που γυαλίζει διάστικτο απ’ τις αναρίθμητες σταγόνες της βροχής που μόλις σταμάτησε να πέφτει, μοιάζει να κολυμπάει στο χλωμό φως ενός υγρού απομεσήμερου.


Ο ήλιος το κρυφοκοιτάζει ανάμεσα απ’ τα βαριά σύννεφα που περπατούν στον ουρανό και το χρωματίζει με τις χρυσαφένιες πινελιές άυλων αχτίνων. Καθώς ψάχνει τη λεία του κινείται πότε προς τα δεξιά και πότε προς τ’ αριστερά, μέχρι που τελικά αλλάζει γνώμη, διαγράφει ένα μεγάλο ημικύκλιο και απομακρύνεται, πετάει μακριά μου, προς τα απόμακρα βουνά που σχηματίζουν μια τεθλασμένη γραμμή από χιονισμένο σμάλτο κάτω από τον βαθυγάλανο ουρανό όπου γκριζωπά σύννεφα βροχής στροβιλίζονται αργά, ενώνονται και σχηματίζουν άμορφες μάζες υγρής σκοτεινιάς.


Στη μια πλευρά του παράθυρου υπάρχει ένα κυκλικό μάνταλο. Θα πρέπει να είναι φτιαγμένο από κάποιο ανοξείδωτο υλικό γιατί αντίθετα από το υπόλοιπο δωμάτιο δεν έχει σκουριάσει καθόλου. Το πιάνω και το γυρίζω. Προσπαθώ τόσο πολύ που τα χέρια μου πονάνε αλλά με ανταμείβει ένα διαπεραστικό τρίξιμο. Το παράθυρο ανοίγει και χοντρά κομμάτια σκουριάς πέφτουν πάνω στο κεφάλι μου σαν καφέ χιονονιφάδες. Με αγγίζει ένα απίστευτα δροσερό κύμα αέρα. Μοιάζει με ολόφρεσκη εκπνοή που με χαϊδεύει στο πρόσωπο σαν τα τρυφερά δάχτυλα μιας στοργικής μητέρας. Μαζί του ακούω το υπέροχο κελάηδισμα των πουλιών, μυρίζω τ’ αρώματα των αγριολούλουδων που ανθίζουν στο λιβάδι έξω από το παράθυρο. Τα μάτια μου δακρύζουν, κλαίω για τον Ηλία που πέθανε για να μου χαρίσει λίγη ελπίδα και για όλους αυτούς που θα σβήσουν μέσα στην υπόγεια φυλακή μας και δεν θα μάθουν ποτέ για τον παράδεισο που ξαναγεννήθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους.


Και κλαίω και για σας, τους κατοίκους του δεύτερου και του πρώτου επιπέδου, εσάς που μας κυβερνάτε. Γιατί φοβάστε. Γιατί ενώ ξέρετε την αλήθεια, συνηθίσατε τόσο πολύ τη ζωή σας στις σπηλιές που δεν τολμάτε ν’ αντικρίσετε το φως του ήλιου. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Διαφορετικά, γιατί ο κόσμος πέρα απ’ το παράθυρο είναι τόσο ανέγγιχτος από την παρουσία σας; Γιατί αντικρίζω τα σκουριασμένα υπολείμματα μηχανών και κτιρίων που τα καταπίνει η βλάστηση; Το ξέρω ότι με ακούτε αυτή τη στιγμή. Όλη αυτή την ώρα που κάθομαι μπροστά στο παράθυρο σκέφτηκα πολύ. Έχετε βάλει μικρόφωνα σε κάθε σημείο του Καταφυγίου, έτσι δεν είναι; Πως αλλιώς θα μπορούσατε να γνωρίζετε για τη συζήτησή μου με τον Ηλία στο παρεκκλήσι; Ίσως να είμαι παρανοϊκή, αλλά νιώθω ότι επίτηδες με αφήσατε να δραπετεύσω για να βεβαιωθείτε ότι όντως υπάρχει δρόμος για την επιφάνεια. Σκοπεύετε να τον σφραγίσετε για πάντα, έτσι δεν είναι;


Λοιπόν, σας έχω μια έκπληξη: Όλη αυτή την ώρα που κάθομαι στο δωμάτιο και κοιτάζω τον έξω κόσμο, εκτός απ’ τον ουρανό, τα μακρινά βουνά, τη βροχή τα δέντρα και τα λουλούδια, είδα και κάτι άλλο:


Είδα Ανθρώπους. Ανθρώπους με ηλιοκαμένα και καθαρά πρόσωπα, ντυμένους με ρούχα όμορφα και πολύχρωμα, που χαμογελάνε. Δεν θα είμαι μόνη εδώ πάνω. Θα πάω να τους βρω και θα τους μιλήσω, θα μάθουν όλοι για τη φρίκη που κρύβεται μέσα στη γη. Και έτσι, είτε το θέλετε, είτε όχι, θα βγούμε όλοι έξω.


Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010