Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

TO ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ




1



Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο νεανικό της πρόσωπο. Ένιωσε ευτυχισμένη ξαφνικά, ελεύθερη. Ρούφηξε με απληστία το άρωμα της μέντας και του δυόσμου που γέμισε τα παλλόμενα ρουθούνια της και αναρίγησε στο χάδι μιας απαλής πνοής που δρόσισε τα ξαναμμένα μάγουλα της. Ο διάχυτος ψίθυρος ενός απέραντου δάσους απλώθηκε γύρω της σαν μυστική επίκληση ενώ κάποιες σταγόνες πρωινής δροσιάς άγγιξαν το δέρμα της χλιαρές και βελούδινες σαν υγρά και τρυφερά φιλιά. Αντιστάθηκε στην αδημονία που άρχισε να την κυριεύει και κράτησε τα μάτια της κλειστά, αποφασισμένη ν’ απολαύσει για λίγο ακόμα τα καταπληκτικά εκείνα μηνύματα που της έστελναν οι αισθήσεις της. Τελικά όμως, ενδίδοντας στην περιέργειά της, τ’ άνοιξε διάπλατα και ατένισε με δέος το χρυσοπράσινο πανόραμα των αμέτρητων φύλλων που έπλεκαν έναν καλειδοσκοπικό θόλο ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι της. Ανάμεσά τους, διέκρινε τα θραύσματα ενός βαθυγάλανου ουρανού.

Ανακάθισε με μια ρευστή κίνηση, άκοπα και ανώδυνα λες και το σώμα της είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα ρεύμα κρυστάλλινου νερού και αναστέναξε βαθιά, πλημμυρισμένη από ένα γλυκύτατο κύμα ατόφιας ευδαιμονίας. Σάρωσε με το βλέμμα της τους κορμούς των πανύψηλων δέντρων που υψώνονταν ολόγυρα της σαν τους κίονες κάποιου ακατάλυτου ναού και χάιδεψε το κυματιστό χορτάρι που έτρεμε κάτω απ’ το άγγιγμα της χλιαρής εκείνης αύρας που την είχε ξυπνήσει. Είδε ότι ήταν στολισμένο με λευκά και γαλάζια λουλούδια που σχημάτιζαν ένα αρωματισμένο κέντημα από λεπτεπίλεπτα αστέρια και άηχες καμπανούλες. Φωτεινές ακτίνες γλιστρούσαν μέσα απ’ τ’ ανοίγματα των φυλλωσιών σαν χρυσαφένιες κλωστές που γέμιζαν τον αέρα με διαγώνιες δέσμες λαμπερής χρυσόσκονης. Έμοιαζαν να χορεύουν στο ρυθμό του δάσους και ν’ απλώνουν τρεμάμενες κηλίδες απαλού φωτός πάνω στο σώμα και τα ξέπλεκα μαλλιά της.

Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να περπατάει προς τη μεριά απ’ όπου φυσούσε ο απαλός άνεμος, νιώθοντας απόλυτα ευτυχισμένη και ασφαλής, βουτηγμένη στο πρασινωπό μισόφωτο του δάσους. Ο αέρας έκανε το φόρεμα της να κολλάει πάνω στο λυγερό της σώμα ενώ τα μαλλιά της κυμάτισαν απαλά γύρω απ’ τους ώμους και το λευκό της μέτωπο, σαν μακριά φύκια που τα παρασέρνει κάποιο ωκεάνιο ρεύμα. Τα γυμνά της πόδια μουσκεύτηκαν απ’ τις ιριδίζουσες στάλες της δροσιάς που έπλεκαν κρυστάλλινες δαντέλες πάνω στο απαλό χορτάρι και στόλιζαν μικροσκοπικούς αραχνοιστούς με σπινθηροβόλους αστερισμούς υγροποιημένου ηλιόφωτου. Κάποια στιγμή έμεινε ακίνητη καθώς μια καινούργια μελωδία άγγιξε τ΄ αυτιά της: Ήταν το απαλό μουρμουρητό μιας μικρής νεροσυρμής. Κράτησε την ανάσα της μαγεμένη, συνεπαρμένη απ’ το καινούργιο εκείνο τραγούδι που στροβιλιζόταν γύρω της σαν κελαρυστή ψαλμωδία. Έψαξε με το βλέμμα της το πράσινο χαλί που κυμάτιζε γύρω απ’ τις ρίζες των αρχαίων δέντρων και διέκρινε ένα κρυστάλλινο ρυάκι που κυλούσε ανάμεσα σε στρογγυλεμένα βότσαλα και λεία βραχάκια.

Το περιέβαλλαν τριφύλλια με βελούδινα φυλλαράκια και κομψές φτέρες που ζωγράφιζαν απαλές φωτοσκιάσεις πάνω στην λαμπερή του επιφάνεια. Εδώ κι εκεί έπεφτε σε μικρούς καταρράκτες που άφριζαν χαρωπά και στεφανωνόταν από μικρά ουράνια τόξα και συννεφάκια μαργαριταρένιας υγρασίας.


Αποφάσισε να ανακαλύψει την πηγή του και άρχισε να ακολουθεί τη φιδογυριστή του κοίτη. Ύστερα από λίγο το λουλουδιασμένο έδαφος έγινε ανηφορικό και οι ροζιασμένες ρίζες των αρχαίων δέντρων με τους λείους κορμούς που καλύπτονταν από βελούδινα βρύα έγιναν πιο λεπτές μέχρι που ξαφνικά, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, την τύφλωσε ένα ξαφνικό φως. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη και ανακάλυψε ένα καινούργιο θαύμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά της σαν το σκηνικό κάποιου παράξενου θεάτρου: Ένα μεγάλο ξέφωτο που ήταν πλημμυρισμένο από φως και κατακλυσμένο από μια πανδαισία πολύχρωμων λουλουδιών. Έλαμπε περικυκλωμένο απ’ τις πρασινωπές σκιές του δάσους.

Απέναντι της, στην άλλη του άκρη, υψωνόταν το κάθετο πρόσωπο ενός γκριζωπού γκρεμού που έμοιαζε με το αγέρωχο πρόσωπο κάποιου οχυρωματικού τείχους. Είδε ότι το ρυάκι που διαπερνούσε το ηλιόλουστο ξέφωτο σαν μια κυματιστή ρωγμή από λαμπερό υδράργυρο, ξεπηδούσε μέσα απ’ το σκοτεινό εσωτερικό μιας αψιδωτής σπηλιάς που διαγραφόταν σαν ημικυκλική κηλίδα από μελάνι στο πρόσωπο του γκρεμού, μια παραφωνία στο φωτεινό και πολύχρωμο μικρόκοσμο του λουλουδιασμένου ξέφωτου.


Πλησίασε την αψιδωτή σπηλιά περπατώντας στις μύτες των ποδιών της και καθώς ο ήλιος κάλυψε σαν ζεστό σεντόνι το πρόσωπο και τους ώμους της, εκείνη εισέπνευσε με απόλαυση τα καινούργια αρώματα που διαπότιζαν την ζεστή ατμόσφαιρα, την ευωδιά του χαμομηλιού, του γερανιού και του άγριου τριαντάφυλλου.

Οι κάλυκες των υπέροχων αγριολούλουδων με τα εύθραυστα πέταλα που σχημάτιζαν μικρές αποικίες μέσα στο ξέφωτο, άπλωσαν γύρω της λαμπερές κηλίδες από κόκκινο, βιολετί, κίτρινο και λευκό που ήταν τόσο έντονες που τη ζάλισαν και την έκαναν να νιώσει αδύναμη, ναρκωμένη απ’ την αβάσταχτη ομορφιά τους. Αποφάσισε λοιπόν να αναζητήσει καταφύγιο στις σκιές και πλησίασε ακόμα περισσότερο το στόμιο του σκοτεινού σπηλαίου. Είδε τότε ότι κοντά του φύτρωνε ένα ολάνθιστο αγιόκλημα που ανέδιδε ένα μεθυστικό άρωμα και σχημάτιζε μια θολωτή γωνιά, κάτι σαν φιλική εσοχή που την καλούσε να ξαποστάσει στη δροσερή της αγκαλιά.


Αφού ξάπλωσε εκεί πέρα και ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στη βολική ρίζα ενός δέντρου, έκλεισε τα μάτια της νανουρισμένη απ’ το μελωδικό κελάρυσμα του νερού, το μεθυστικό άρωμα του αγιοκλήματος και το ανεξάντλητο τραγούδι των πουλιών. Όλα ήταν τέλεια, όμορφα, ειρηνικά και φιλικά. Αναστέναξε βαθιά και αφέθηκε σ’ έναν γλυκό ύπνο.



2



Κάτι άλλαξε ξαφνικά, κάτι που την έκανε να αναδυθεί μέσα απ’ το γλυκό μανδύα του ύπνου που την αγκάλιαζε σαν μεταξένια φυσαλίδα και να κοιτάξει γύρω της παραξενεμένη. Της φάνηκε ότι το ξέφωτο και το δάσος τρεμούλιασαν ανεπαίσθητα, λες και είχαν μεταμορφωθεί σε κινούμενο νερό ενώ το φως του ήλιου που φιλτράρονταν μέσα απ’ τα φύλλα του αγιοκλήματος θάμπωσε, σαν να το είχε σκιάσει κάποιο σύννεφο. Μια μυρωδιά καμένου απλώθηκε για μια στιγμή πάνω απ’ το ξέφωτο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και διαπίστωσε ότι ο ουρανός είχε γεμίσει με μπαμπακένια σύννεφα που είχαν πάρει ένα παράξενο χρώμα, κίτρινο και καστανό, λες και ήταν φτιαγμένα από σκόνη. Ο ήλιος είχε γείρει και κρεμόταν κατακόκκινος πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων που άπλωναν μακριές σκιές πάνω στο ξέφωτο. Ένιωσε ανήσυχη, μπερδεμένη απ’ αυτές τις αλλαγές και στηρίχτηκε στους αγκώνες της, κοιτάζοντας γύρω της ερευνητικά.


Εκείνη τη στιγμή ανακάλυψε ότι δεν ήταν πλέον μόνη. Στο εσωτερικό της σπηλιάς καθόταν ανακούρκουδα ένας άνθρωπος που την παρακολουθούσε σιωπηλός και ακίνητος σαν άγαλμα, μισό-κρυμμένος απ’ τις σκιές που απλώνονταν γύρω του σαν σκοτεινός μανδύας. Ανακάθισε ξαφνιασμένη και μισόκλεισε τα μάτια της για να τον δει πιο καθαρά. Αυτή τη φορά κατάφερε να διακρίνει έναν νεαρό άνδρα με λευκό πρόσωπο και μακριά μαύρα μαλλιά που φορούσε σκούρα ρούχα και την κοιτούσε σιωπηλός.


-«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε νιώθοντας φοβισμένη απ’ την ξαφνική του εμφάνιση.
-«Σε τρόμαξα;» τη ρώτησε και εκείνος με τη σειρά του. Η φωνή του ακούστηκε βαθιά και απαλή ταυτόχρονα, αντηχώντας ευχάριστα μέσα στη σιωπή που είχε απλωθεί στο ξέφωτο. Εκλεπτυσμένη και ευγενική. Αυτός ήταν ο χαρακτηρισμός που της ταίριαζε.

-«Ναι,» ήταν η δική της απάντηση, μισό-απολογητική και μισό-αμήχανη, «δεν περίμενα να συναντήσω κάποιον εδώ!» πρόσθεσε ύστερα από έναν στιγμιαίο δισταγμό.

-«Να με συγχωρείς αν σε φόβισα,» της είπε ο άγνωστος νέος, «δεν ήθελα να σε ξυπνήσω.»

-«Με κοιτάζεις για πολύ ώρα;» θέλησε να μάθει εκείνη.

-«Ναι,» ήταν η δική του απάντηση, «Φαινόσουν πολύ όμορφη έτσι όπως κοιμόσουν στην άκρη του δάσους». «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω!» ξανάπε, πιο εμφατικά αυτή τη φορά.

Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά τους, είχε μια χροιά αβεβαιότητας. Ο νεαρός σηκώθηκε όρθιος, δρασκέλισε το κατώφλι της σπηλιάς και κάθισε πιο κοντά της, στην άκρη της σκιάς που άπλωνε το αγιόκλημα.

-«Εδώ μένεις;» τον ρώτησε.

-«Ναι,» της απάντησε εκείνος.

-«Στη σπηλιά;»

-«Εκεί όπου οδηγεί η σπηλιά» ήταν η δική του μάλλον αινιγματική διευκρίνιση.

-«Δεν μπορώ να σε δω καθαρά,» δήλωσε εκείνη, «ο ήλιος κοντεύει να δύσει και το δάσος έχει γεμίσει με σκιές.»

-«Οι σκιές δεν μπορούν να σε βλάψουν,» της εξήγησε καθησυχαστικά ο νεαρός, «ούτε και όλα αυτά που θα μπορούσαν να κρύβονται μέσα τους.»

-«Αλήθεια;,» ρώτησε εκείνη, «και εσύ πως το ξέρεις αυτό;»

-«Γιατί δεν πρόκειται να αφήσω τίποτα και κανέναν να σε βλάψει.»

«-Θα ήθελες να σε πλησιάσω λίγο περισσότερο;» της πρότεινε στη συνέχεια.

-«Στο επιτρέπω,» του απάντησε, νιώθοντας ανεξήγητα καθησυχασμένη απ’ την προηγούμενη απάντησή του.

Ο νεαρός άνδρας υπάκουσε στο κάλεσμα της, ξανασηκώθηκε όρθιος και στάθηκε δίπλα της. Οι κινήσεις του ήταν ήρεμες και απαλές, σαν να κατέβαλε μια συνειδητή προσπάθεια να μην την τρομάξει. Εκείνη τον κοίταζε αμίλητη, νιώθοντας ένα δυνατό καρδιοχτύπι που δεν της ήταν καθόλου δυσάρεστο. Στο μεταξύ αυτός ξανακάθισε και της έστειλε ένα δισταχτικό χαμόγελο. Μέσα στο βυσσινί μισοσκόταδο που είχε σκεπάσει πλέον το ξέφωτο, είδε ότι το πρόσωπό του ήταν πολύ όμορφο, με δυνατά και ευγενικά χαρακτηριστικά και πλαισιωμένο από μακριά και πλούσια μαλλιά που είχαν την απόχρωση του γυαλιστερού εβένου. Αλλά το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του ήταν τα μάτια του.

Είχαν ένα εκπληκτικό βιολετί χρώμα που θύμιζε τις αποχρώσεις που αποκτά ο καλοκαιρινός ουρανός όταν έρχεται το σούρουπο και ο ήλιος έχει δύσει. Φωτεινά και απαλά, έδεναν πολύ όμορφα με το λευκό του δέρμα και το χλωμό του στόμα που το καμπύλωνε ένα γλυκό χαμόγελο. Ένιωσε να μαγνητίζεται απ’ την παράξενη ομορφιά του.

-«Πως σε λένε;» τον ρώτησε.

-«Πως θα ήθελες να με λένε;» ήταν η δική του γελαστή απάντηση.

Εκείνη τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Η σκοτεινή του γοητεία, αυτός ο συνδυασμός του βελούδινου βιολετί, των εβένινων μαλλιών και του κατάλευκου δέρματος, της έφερε αυθόρμητα ένα συγκεκριμένο όνομα στα χείλη.

-«Πλούτωνα,» του απάντησε με σιγουριά λες και είχε βιώσει κάποια αναπάντεχη φώτιση, «θα σε λέω Πλούτωνα,».

-«Πλούτωνας λοιπόν» συμφώνησε και εκείνος, «Για σένα θα είμαι ο Πλούτωνας.»

Γέλασαν αυθόρμητα, και οι δυο μαζί. Το γέλιο του της άρεσε πολύ, ήταν βαθύ και καλόκαρδο, χωρίς να κρύβει κακία μέσα του. Ένιωσε να χαλαρώνει και να ξυπνάει κάτι καινούργιο μέσα της, ένα νέο είδος χαράς που σάλευε και τρεφόταν απ’ τη δική του παρουσία.

-«Μίλησε μου για τον εαυτό σου,» τον παρακάλεσε ξαπλώνοντας και πάλι στο χορτάρι, «ζεις μόνος σου εκεί όπου βγάζει η σπηλιά;»

-«Ναι,» της εξήγησε. «Κυβερνάω ένα απέραντο βασίλειο σκιών και σιωπής.» «Εσύ όμως, πως βρέθηκες μέσα στο δάσος μόνη, μια τόσο όμορφη κοπέλα;»

Η παρατήρησή του την ευχαρίστησε τόσο πολύ που τον άφησε να χαϊδέψει τα μακριά μαλλιά της. Ένιωθε απόλυτα ασφαλής κοντά του, το βαθύσκιωτο σούρουπο δεν την φόβιζε καθόλου, ούτε και η σιωπή που είχε έρθει με τον ερχομό της νύχτας.

-«Αποζητούσα λίγη γαλήνη,» του είπε, «μακριά απ’ την οχλαγωγία των ανθρώπων και τη βρωμιά των πόλεών τους.»

-«Βρήκες τη γαλήνη που ζητάς;» ήταν η επόμενη ερώτησή που της έκανε καθώς συνέχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Η φωνή του ήχησε τόσο απαλή και τρυφερή που ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει εντελώς και να γίνεται ένα με το βελούδινο χορτάρι.

-«Ναι, τη βρήκα,» του απάντησε μουρμουριστά, κλείνοντας τα μάτια της, «Με νανούρισε ο ήχος του νερού, το κελάηδισμα των πουλιών και το άρωμα των λουλουδιών».

-«εδώ δεν υπάρχει κακό για να σε απειλήσει.» τη διαβεβαίωσε εκείνος.

-«Το ξέρω,» του απάντησε «Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που σε είδα»

-«Αλήθεια;» τη ρώτησε με τη βαθιά και γλυκιά φωνή του.

-«Ναι,» επέμεινε εκείνη, «νιώθω ότι εδώ υπάρχει μόνο ειρήνη και γαλήνη.»

Ο τρόπος που πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της έκανε την καρδιά της να γοργοχτυπήσει για μια ακόμα φορά. Το τελευταίο φως του δειλινού έσβησε και για μια στιγμή της φάνηκε ότι δεν έβλεπε τίποτα πια και ότι ο κόσμος μεταβλήθηκε σε μια στροβιλιζόμενη δίνη από πολύχρωμες κουκίδες. Αλλά μετά τη φίλησε και το φιλί του ήταν θερμό και τρυφερό, βελούδινο, σαν το άγγιγμα ενός τριαντάφυλλου πάνω στα γυμνά της χείλη.

Ξανάνοιξε τα μάτια της και ανακάλυψε ότι το βλέμμα του έμοιαζε με σκοτεινή θάλασσα που μόλις έχεις δεχτεί στην αγκαλιά της το φως ενός κατακόκκινου ήλιου.

-«Σε έχουν ξαναφιλήσει ποτέ έτσι;» τη ρώτησε με σιγανή φωνή.

Μια μισό-σχηματισμένη σκέψη πάλεψε να αναδυθεί στο μνημονικό της χωρίς επιτυχία.
-«Δεν ξέρω,» του απάντησε σμίγοντας τα φρύδια της. Απομάκρυνε το πρόσωπό της από το δικό του και τον κοίταξε ερευνητικά στα μάτια. «Δεν μπορώ να θυμηθώ,» πρόσθεσε.

Ένα παράξενο αεράκι που ήταν ζεστό και ξηρό και μύριζε παράξενα διέτρεξε το σκοτεινιασμένο ξέφωτο και έκανε τους μίσχους των λουλουδιών του να λυγίσουν και να τρεμουλιάσουν.

-«Αυτή η μυρωδιά…κάτι μου θυμίζει,» μουρμούρισε εκείνη.

-«Ποια μυρωδιά;,» τη ρώτησε ο Πλούτωνας, «δεν μου μυρίζει τίποτα!» Το καθησυχαστικό του χαμόγελο δεν κατάφερε να την ηρεμήσει.

-«Λες να βρέξει;» τον ξαναρώτησε νιώθοντας ανεξήγητα φοβισμένη από εκείνη την πιθανότητα.

-«Και αν βρέξει, τι σημασία έχει;» τη ρώτησε αυτός, «το πολύ-πολύ, αν δούμε ότι οι στάλες της βροχής διαπερνούν τα φυλλώματα που μας σκεπάζουν, θα μπούμε στη σπηλιά όπου θα είμαστε ασφαλείς!»

Την ξαναφίλησε στο στόμα, πιο παθιασμένα αυτή τη φορά και εκείνη αφέθηκε στο αγκάλιασμά του. Ο ξηρός και απότομος ήχος ενός κεραυνού που έπεσε κάπου εκεί κοντά δεν την τρόμαξε καθόλου. Ούτε και τίποτε άλλο πλέον. Καθώς ένιωθε τον εαυτό της να χάνεται στο φιλί του, το σώμα της βάρυνε ξαφνικά, οι σκέψεις άρχισαν να μπερδεύονται στο μυαλό της και μετά τα πάντα, ο σκοτεινός ουρανός, το λουλουδιασμένο ξέφωτο, ο ήχος του κεραυνού που αντιλαλούσε ορμητικά και παρατεταμένα, χάθηκαν μέσα σε μια γλυκιά σιωπή και ένα βελούδινο σκοτάδι.


3


Ο τεχνικός παραιτήθηκε. Έπαψε να παλεύει με τα πλήκτρα του πίνακα ελέγχου και κοίταξε τον ιδιοκτήτη της μηχανής που προσπαθούσε να σπάσει μ’ ένα σφυρί το μεταλλικό καπάκι της. Η μακρόστενη καλύπτρα που σκέπαζε το ακίνητο σώμα της πελάτισσας του είχε γίνει άσπρη και θαμπή καθώς το εσωτερικό της πλημμύριζε από ένα σύννεφο πυκνού καπνού.
-«Τι στο διάβολο έπαθε αυτό το μαραφέτι, μου λες;» τον ρώτησε καταϊδρωμένος από την ασυνήθιστη προσπάθεια που κατέβαλε. Ο τεχνικός είδε ότι έτρεμε λες και του είχαν κάνει ηλεκτροσόκ.

-«Βραχυκύκλωμα νομίζω,» του απάντησε σκουπίζοντας το πρόσωπο του με μια νευρική κίνηση, «Η τάση του ρεύματος ανεβοκατέβηκε ξαφνικά και οι πυκνωτές πήραν φωτιά». «Ολόκληρο το σύστημα κατέρρευσε μονομιάς!»

Ο ιδιοκτήτης τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Ήξερε πολύ καλά ότι με τις διακοπές του ρεύματος που γίνονταν όλο και συχνότερες καθώς το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας ανέβαινε καθημερινά, όφειλε να έχει αντικαταστήσει τις ασφάλειες του συστήματος τροφοδοσίας με καινούργια αναβαθμισμένα κυκλώματα τα οποία ήταν όμως πανάκριβα. Έτσι λοιπόν είχε επιλέξει την εύκολη λύση: Μ’ ένα καλό φιλοδώρημα είχε εξαγοράσει τη σιωπή των υπαλλήλων του δικτύου παροχής και είχε ανανεώσει το συμβόλαιο του και έτσι η επικερδής του επιχείρηση είχε συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά, αν και παράνομα. Αλλά και τι δεν ήταν παράνομο στις μέρες μας; Ολόκληρος ο κόσμος έτσι δούλευε πια, με λαδώματα και δωροδοκίες καθώς οι φυσικοί πόροι του πλανήτη εξαντλούνταν με γοργούς ρυθμούς, ο κοινωνικός ιστός κατέρρεε και το κυρίαρχο σύνθημα που καθόριζε τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων ήταν το «Ο καθένας για τον εαυτό του.»

Τώρα όμως είχε στα χέρια του ένα πτώμα και έτσι και τον έπαιρνε μυρωδιά η αστυνομία, όλα τα φιλοδωρήματα του κόσμου δεν θα τον βοηθούσαν στο παραμικρό.

-«Κάτι πρέπει να κάνουμε,» είπε στον τεχνικό, «πρέπει να τα μπαλώσουμε, και γρήγορα.»
Ο τεχνικός κοίταξε το πρόσωπο της μεσήλικης γυναίκας που έμοιαζε να κοιμάται ειρηνικά μέσα στο στενό θαλαμίσκο, βουτηγμένη σ’ ένα σύννεφο λευκών καπνών που είχαν αρχίσει να διαλύονται σιγά-σιγά.

-«Τι ξέρουμε γι’ αυτήν;» είπε τελικά.

-«Τίποτα σπουδαίο. Είναι χήρα, χωρίς παιδιά ,γιατί το εισόδημά της δεν καλύπτει τα κριτήρια τεκνοποιίας και εργάζεται ως αναερήτισσα.»

-«Αναερή…τι;» τον ρώτησε μπερδεμένος ο τεχνικός.

-«Ξέρεις μωρέ, είναι αυτοί οι κακομοίρηδες που κρέμονται ολημερίς απ’ το θόλο της πόλης και βουλώνουν τις τρύπες που ανοίγει η όξινη βροχή. Παλιοδουλειά. Τη συγκεκριμένη πάντως δεν θα την αναζητήσει κανείς. Μπήκα στη βάση δεδομένων του ληξιαρχείου και κατέβασα το προφίλ της. Ήταν πολύ μοναχικός τύπος και ξόδευε όλο το μισθό της εδώ. Ερχόταν μια φορά το μήνα και περνούσε ένα τρίωρο στην ονειρομηχανή.»

-«Μπα;» ήταν η όλο περιέργεια ερώτηση του τεχνικού, «και τι είδους προγράμματα επέλεγε; Τίποτα τσόντες;»

-«Ρομάντζα εμπνευσμένα απ’ την ελληνική μυθολογία. Είχε κόλλημα με αυτά. Αυτό που είχε νοικιάσει για απόψε, είχε να κάνει με την απαγωγή της Περσεφόνης απ’ το θεό του Κάτω Κόσμου, τον Πλούτωνα.»

-«Οκ,» του απάντησε με αδιαφορία ο τεχνικός. «Το θέμα είναι ότι η γριά μόλις τα κακάρωσε. Πέθανε από ασφυξία. Αλλά δεν πειράζει. Μπορώ να σου ξαναφτιάξω τη μηχανή. Αλλά εσύ πρέπει να ξεφορτωθείς το πτώμα.» πρόσθεσε.

-«Και πως θα το κάνω αυτό;» τον ρώτησε ο ιδιοκτήτης της ονειρομηχανής.

-«Εύκολο,» του εξήγησε ο τεχνικός, «ξέρω μια κλινική που ψάχνει για μοσχεύματα. Και μπορώ να σβήσω και το προφίλ της απ’ το ληξιαρχείο. Αν μου σκάσεις ένα καλό χαρτζιλίκι φυσικά.».

-«Είμαστε σύμφωνοι,» του απάντησε ο συνομιλητής του.

Στη συνέχεια ξανακοίταξαν το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας που τώρα το γλύκαινε ένα απαλό χαμόγελο.

-«Τουλάχιστον πέθανε ευτυχισμένη», μουρμούρισε με φιλοσοφικό ύφος ο τεχνικός, «δεν κατάλαβε το παραμικρό. Έφυγε χαμένη στο μικρό της παραμύθι!»

«Και που΄σαι,» φώναξε στον ιδιοκτήτη της ονειρομηχανής, «κάνε και κάτι γιαυτές τις κώλο-ασφάλειες! Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σε ξελασπώσω τόσο εύκολα την επόμενη φορά!»

Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010

15 σχόλια:

  1. Συγκλονιστικο!
    Να πω την αληθεια στο δευτερο μερος για λιγο τα εχασα σα να πηδηξα μια σελιδα αλλα εχει κι αυτο την γοητεια του!
    Κι επειδη ειμαι...οπως ειμαι τελος παντων προτιμω να πιστεψω πως ο Πλουτωνας την επισκεφτηκε στ'αληθεια και την πηγε καπου μακρια απο τις βρομερες πολεις.Γι αυτο και το τι θα απογινει το φθαρτο της σωμα δεν θυμωνει τοσο. Ηταν αυτο που μονο στα ονειρα της μπορουσε να δειξει. Αλλωστε ο θανατος μπορει τελικα να ειναι το περασμα σε κατι που ηθελες εδω και δεν το ειχες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νηρηίδα, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Ευγενική και καλόγνωμη όπως πάντα!

    ΕΡΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν εχει να κανει με ευγενεια, αφου το'χεις λεμε! Α!Επισης ξεχασα οτι μου αρεσε πως αλλαξες υφος γραφης απο την ονειρικη πραγματικοτητα στην βρομερη πραγματικοτητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ήταν πραγματικά υπέροχο!!!
    Η αλήθεια έιναι πως το σκηνικό κάτι από την μυθολογία μου έφερε στο νου.
    Όσο για ις περιγραφές... έκαναν και τη δική μου καρδία να χτυπάει ευχάριστα τρελά!

    Και για το τέλος, το μόνο που έχω να πω ήταν πως μακάρι όλοι όσοι πεθαίνουν να μπορούσαν να είναι το ίδιο ευτυχισμένοι όσο εκείνη η μεσήλικη γυναίκα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σας ευχαριστώ πολύ για τα ευγενικά σας σχόλια

    Ερικ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ενα ακομα κειμενο με τοσο ζωντανες εικονες,αισθησεις που δεν μπορεις παρα να τις αφησεις να σε κυριεψουν και να τις νιωσεις εσυ ο ιδιος,μπαινοντας οχι μονο στην ψυχολογια μα και στο σωμα της ηρωιδας εστω και για δευτερολεπτα...
    Δεν θα μπω ξανα στην διαδικασια να σου πω ξανα για το ποσο μεγαλο θεωρω το ταλεντο σου,απλα να σε συνχαρω για ακομα μια φορα για το παραμυθενιο διηγημα που μας χαρησες...

    Νικη Αυγερινου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. σε ευχαριστώ για τα ενθαρρυντικά σου σχόλια. Ανυπομονώ να διαβάσω κάτι καινούργιο από σενα.

    ΕΡΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ΠΕΡΑΣΑ ΝΑ ΕΥΧΗΘΩ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΧΑΜΟΓΕΛΑ:))))
    ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ ΟΠΩΣ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. σε ευχαριστώ πολύ. Να είσαι και εσύ πάντα καλά!

    Έρικ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Πολύ πολύ όμορφο, σου αφήνει μια... γλυκόπικρη γεύση, αφού σ' έχει ταξιδέψει σε όλη την γκάμα των χρωμάτων της ζωής!
    Σ' ευχαριστώ!
    Ελενα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Aναερήτισσα.
    πάντα βρίσκω μία αναφορά σε κάποιο άλλο διήγημα Ε.Φ.... ¨Όπως π.χ. το Incal...
    Ενδιαφέρον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Σας ευχαριστω πολύ για τα καλα σας λόγια. Το incal δεν το εχω διαβασει ακόμα; Ποιανού είναι; Του Moebius? Που μπορω να το βρω;

    ΕΡΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Σχέδιο Moebius, σενάριο Jodorowsky, Τίτλος: The Black Incal
    Στο βιβλιοπωλείο Solaris έχι όλη την σειρά (4 η 5 τεύχη).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Ευχαριστώ πολύ, θα το κοιτάξω!

    ΕΡΙΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή