Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Το Ταξίδι


1


Κείτονταν στο δάπεδο προσπαθώντας να συνέρθει από την κρίση που μόλις είχε φτάσει στο τέλος της. Μια ακόμα κρίση πανικού που την είχε βρει έτσι ξαφνικά, για ακόμα μια φορά, όπως γινόταν αρκετά συχνά τον τελευταίο καιρό.


Αυτή την φορά όμως ήταν διαφορετική, μα και αφάνταστα έντονη. Απορούσε σαστισμένη πως αυτή την φορά δεν της στοίχισε την ίδια της την ζωή. Θα έπαιρνε όρκο πως κάποια στιγμή η καρδιά της είχε σταματήσει να χτυπά, αλλά φαίνεται πως ήταν μια παραίσθηση την ώρα που βούλιαζε όλο και πιο βαθιά στο χάος του πανικού της.


Με πολύ κόπο κατάφερε να μετακινήσει το βλέμμα της μέσα στο χώρο και προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν. Και τότε, γεμάτη ανακούφιση, τον είδε να στέκεται από πάνω της, στο πλάι της, να της κρατά το χέρι και να της χαμογελά, λάμποντας ολόκληρος από ευδαιμονία. Δεν υπήρχε δείγμα ανησυχίας στο βλέμμα του και της φάνηκε τόσο περίεργο. Νόμιζε πως παραλίγο να πέθαινε και όμως εκείνος την κοιτούσε σαν να μην είχε γίνει απολύτως τίποτα.


-Τι έγινε; Τι έπαθα αυτή την φορά;


Έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλιά της και της ψιθύρισε απαλά...


-Επιτέλους είσαι ελεύθερη…


2


Το απόγευμα καθόταν για ώρες μπροστά στον καθρέφτη και άλλαζε το ένα ρούχο μετά το άλλο. Η αντανάκλαση της εικόνας της δεν την ικανοποιούσε στο ελάχιστο, όχι όμως για κάποιον εγωιστικό η ναρκισσιστικό λόγο. Απλά το ίδιο της το πρόσωπο, το σώμα της, τα ένοιωθε τόσο απόμακρα και τόσο ξένα. Ήταν φορές που ένιωθε το ίδιο της το κορμί να μην της ανήκει, να είναι το σώμα μιας άλλης. Πολλές φορές ένιωθε άβολα με τον εαυτό της, ενώ άλλες φορές ένιωθε τέτοιο δυναμισμό και τέτοια αυτοπεποίθηση που την έκανε να ανησυχεί για την ψυχική της υγεία.


Δεν τολμούσε να πει όλους αυτούς τους προβληματισμούς της ακόμα και στα πολύ κοντινά της άτομα από φόβο μην έρθει αντιμέτωπη με την σίγουρη χλεύη που θα ακoλουθούσε μόλις θα τους ανέφερε αυτές τις σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό της καθημερινά. Προσπάθησε πολλές φορές να τους τα πει διακριτικά και να τα παρουσιάσει σαν να επρόκειτο για σκέψεις κάποιου άλλου προσώπου, μα μόλις άρχιζε να ακούει πως όποιος σκέπτεται έτσι για τον εαυτό του είναι σίγουρα τρελός και χρειάζεται βοήθεια από κάποιον ειδικό, αμέσως άλλαζε θέμα συζήτησης και μεταμορφωνόταν ξαφνικά σε έναν άνθρωπο που δεν τον απασχολούσε τίποτα και ήταν η ψυχή της παρέας. Τους έκανε όλους να γελούν και να διασκεδάζουν με σκοπό να ξεχνιέται και η ίδια μα και να ξεγελά και τους γύρω της και να περνά απαρατήρητη η εσωτερική της διαμάχη.

Ένιωθε πως είναι μόνη σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν πρόκειται ποτέ να την καταλάβει, να την νιώσει, να κοιτάζει στα μάτια της και να έχει την αίσθηση πως μπορεί να καταλάβει τι σκέπτεται και τι βιώνει χωρίς καν να μπει στην διαδικασία να πει πολλά λογία. Αυτό την έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα με τον εαυτό της και να αισθάνεται μόνη και ανήμπορη να αντεπεξέλθει στην πεζή καθημερινότητα. Μόνο τις στιγμές που ήταν μόνη στο σπίτι της μπορούσε να αναθαρρέψει καθώς και τις ελάχιστες φορές που μπορούσε να ξεγλιστρήσει από τους γκρίζους τοίχους της πόλης και να πάρει μερικές κλεφτές ανάσες αέρα ελευθερίας, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια και τα κουρασμένα βλέμματα των ανθρώπων, σε κάποια παράλια, σε κάποιο ξεχασμένο από τον κόσμο άλσος η οπουδήποτε θα μπορούσε να απολαύσει μερικές δανεικές στιγμές ξεγνοιασιάς και γαλήνης πριν αναγκαστεί να γυρίσει πίσω στην βαλτώδη ζωή που ένιωθε εξαναγκασμένη να ζήσει.


3


Και τότε ήρθε στην ζωή της εκείνος. Όταν είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα και είχε κλειστεί σχεδόν τελείως στον εαυτό της, κάνοντας μόνο κάποια διαλείμματα όπου εξασκούσε την υποκριτική συμπεριφορά που αποζητούσαν οι γύρω της, συνάντησε εκείνον. Ήρθε κυριολεκτικά από το πουθενά, μια θεόσταλτη σύμπτωση τους έκανε να γνωριστούν και αμέσως την πλημμύρισε μια παράδοξη αίσθηση. Είχε την βεβαιότητα πως τον ήξερε από παλιά, κάτι το οποίο ήταν ασφαλώς αδύνατον καθώς δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ στην ζωή τους.


Αμέσως, από την πρώτη κιόλας συνάντηση τους, άρχισαν να μιλούν και να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με μια οικειότητα που ήταν τελείως αδικαιολόγητη να υπάρχει. Και όμως, είχαν αυτή την άνεση στην επικοινωνία που έχουν δυο άνθρωποι όταν γνωρίζονταν από χρόνια και απλά είχαν χαθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.


Πάντα πίστευε και ένιωθε πράγματα που ούτε τα απειροελάχιστα ψήγματα τους δεν είχε αποκαλύψει στον περίγυρο της καθώς η αποδοκιμασία θα ήταν κάτι παραπάνω από δεδομένη. Και όμως εκείνος, λες και μπορούσε να δει μέσα της, τα ανέφερε από μόνος του, βγάζοντας την από τον κόπο και την αμηχανία να του τα εξιστορήσει. Ήταν αυτό που πάντα ονειρευόταν να αποκτήσει στην ζωή της: έναν συνοδοιπόρο και ξαφνικά στο μυαλό της σχηματίστηκε μια σκέψη, μια ιδέα, μια τόσο ενοχλητικά παράδοξη ιδέα που πραγματικά θεώρησε πως ίσως να είχαν ένα μερίδιο δίκιου όσοι της έλεγαν πως όποιος κάνει τέτοιου είδους σκέψεις πολύ καλά θα κάνει να στραφεί στην επαγγελματική βοήθεια ενός γιατρού. Σκέφτηκε πως πράγματι τον ήξερε από παλιότερα. Μα απροσδόκητα παλιότερα. Ότι μάχονταν στην ίδια παράταξη σε κάποιον πόλεμο. Μόλις αυτή η ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό της το βλέμμα της έπιασε το δικό του να την κοιτάζει με ένα είδος κατανόησης και γνώσης. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως είχε διαβάσει την σκέψη της όσο απίθανο και να ακούγονταν αυτό.


Όσο και αν μέσα της ήταν σίγουρη πως κάτι διαφορετικό υπήρχε σε εκείνη και δεν άνηκε στον κόσμο που ζούσε, προσπαθούσε πάντα να το καταπνίξει καθώς της φάνταζε πολύ υπεροπτικό να πιστεύει πως είναι διαφορετική, αλλιώτικη από τους άλλους. Απλά είχε καταλήξει να θεωρεί πως ήταν από αυτά τα ασυμβίβαστα πνεύματα που αντιτάσσονται στην πνιγερή καθημερινότητα γύρω μας και δεν μπορούν με τίποτα να αφομοιωθούν σε αυτή ολοκληρωτικά. Όμως από την στιγμή που τον γνώρισε, όλα άρχισαν να δείχνουν διαφορετικά απ' ότι είχε καταλήξει να πιστεύει. Άρχισε να σκέπτεται πως η αλήθεια ίσως ήταν αυτή που προσπαθούσε μανιωδώς να καταπνίξει και να την χαρακτηρίσει ως παιδαριώδες πείσμα και πίστη σε όμορφα, μα φανταστικά παραμύθια.


4


Από την στιγμή που συναντήθηκαν, κατέληξαν να γίνουν πραγματικά αχώριστοι. Σαν ο ένας να είχε απόλυτη ανάγκη τον άλλο για να νιώθουν ολοκληρωμένοι. Υπήρχε απόλυτη συνεννόηση μεταξύ τους και μπορούσαν να μιλούν για χιλιάδες διαφορετικά πράγματα ξέροντας ότι η κατανόηση μεταξύ τους ήταν κάτι παραπάνω από αμοιβαία.


Υπήρχε όμως και κάτι παραπάνω, κάτι πιο ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Είχε τις ίδιες περίεργες αντιλήψεις και ανησυχίες με εκείνη. Ήταν ένας άνθρωπος λοιπόν που όχι μόνο την έβγαζε από την θλίψη και την μοναξιά της, μα και ήταν πρόθυμος να σταθεί δίπλα της, να την βοηθήσει να περπατήσει στα μονοπάτια που πάντα ήθελε να βαδίσει, μα μόνη δεν μπορούσε και φοβόταν να το κάνει. Εκείνος της είπε πως αν είναι βέβαιη πως αυτό ήθελε πάντα να κάνει, αυτή την πορεία να ακολουθήσει, ευχαρίστως θα την βοηθούσε και θα της στεκόταν μέχρι όσο θα χρειαζόταν για να μπορέσει να σταθεί μόνη της στα πόδια της και να αντιμετωπίσει τις όποιες προκλήσεις μόνη της.


Στην αρχή δυο δυνάμεις συγκρούονταν μέσα της. Η βαθιά πεποίθηση της πως κάτι δεν πάει καλά με εκείνη και η έντονη αίσθηση της διαφορετικότητας της και από την άλλη η τάση της λογικής της να προσπαθεί να καταλαγιάσει τέτοιου είδους σκεπτικά και να προσπαθήσει να την κάνει να δεχτεί πως όλοι μέσα μας κατά βάθος θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε διαφορετικοί.


Όλα αυτά τα συζητούσε μαζί του και εκείνος με την γαλήνη και τη ψυχραιμία που ένας έμπειρος δάσκαλος αντιμετωπίζει έναν ανυπόμονο και φιλομαθή μαθητή, προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν πρέπει να ανησυχεί και δεν είναι κάτι εγωιστικό η υπεροπτικό να είναι κανείς διαφορετικός, καθώς ο κάθε ένας είναι διαφορετικός μα όλοι είμαστε πλάσματα αυτού του κόσμου. Απλά δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Με την βοήθεια του και όσο ο καιρός περνούσε, άρχισε να μην ασκεί τόσο έντονη κριτική στον εαυτό της και ακλουθούσε πιστά τις συμβουλές του στο να αφεθεί να είναι ο εαυτός της, να πιστεύει στον εαυτό της και να μην τον υποτιμά τόσο μα πάντα να έχει ένα αντίβαρο, την λογική της. Να μην αφήνει τον εαυτό της να παρασύρεται από την ανάγκη της να σεργιανίσει στα μονοπάτια του παράδοξου και του διαφορετικού και καταλήξει να κυνηγάει Χίμαιρες.


Στην αρχή της ήταν δύσκολο να καταλάβει αυτή την λεπτή διαφορά, όμως η ίδια η Μοίρα της έφερνε μπροστά στα μάτια της παραδείγματα που της αποδείκνυαν και της υπέδειχναν τι εννοούσε εκείνος με όσα της έλεγε. Γινόταν μάρτυρας γεγονότων που ποτέ δεν περίμενε πως θα ζούσε. Αν δεν είχαν συναντηθεί και γνωριστεί, δεν θα πήγαινε ποτέ σε κάποια μέρη και δεν θα βίωνε κάποιες καταστάσεις που εκείνη ακριβώς την δεδομένη στιγμή που τα ζούσε από τη μια ήξερε βαθιά μέσα της πως ήταν άκρως αληθινά και από την άλλη προσπαθούσε ματαία να τα εκλογικέψει. Και τότε έρχονταν μερικές του λέξεις, ένα βλέμμα του, το άγγιγμα του, την κατάλληλη στιγμή για να την κάνουν να σιγουρευτεί πως το κάθε γεγονός, το κάθε θαυμαστό σημάδι που αντίκριζε ήταν πέρα για πέρα αληθινό.


5


Όσο εξοικειώνονταν όμως στις ξεχωριστές αυτές διαδρομές και στα διαφορετικά τους σεριανισματα, εκείνη άρχισε να θυμάται και να συνειδητοποιεί πράγματα, γεγονότα και αναμνήσεις του παρελθόντος της που δεν είχε δώσει και ιδιαίτερη σημασία τότε, μα τώρα ξεπετάγονταν μπροστά της σαν πυροτεχνήματα και δεν μπορούσε να τα αγνοήσει.


Έρχονταν να της αποδείξουν πως από μικρή είχε κάτι το διαφορετικό και ας προσπαθούσε με μανία κάποιες φορές να το αγνοήσει και να προσπαθεί ανεπιτυχώς να ενταχτεί σε μια ζωή που δεν της ταίριαζε. Οι συμπτώσεις άρχιζαν να γίνονται τρομακτικά πολλές και αυτά που έβλεπε και βίωνε δεν μπορούσε να τα αγνοήσει πια. Και όσο αποδεχόταν την διαφορετικότητα της και το δέσιμο μαζί του γινόταν όλο και πιο ισχυρό, τα παράδοξα στην ζωή της άρχισαν να πληθαίνουν και να επηρεάζουν την ζωή και την ύπαρξη της. Δεν μετάνιωνε όμως στιγμή που ακολούθησε το μονοπάτι που της χάραζε η διαίσθηση της.


Τις φορές που τον ρωτούσε τι είχε βρει στο πρόσωπο της και τον έκανε να πιστεύει πως είναι διαφορετική της έλεγε πως θα ανακαλύψει μόνη της ότι είναι να μάθει και πως δεν έχει σημασία να μάθει τις απαντήσεις έτοιμες, το θέμα ήταν να έκανε το ταξίδι που θα την οδηγούσε στον προορισμό της. Όσο και να ήταν ανυπόμονη και λαχταρούσε τις πολυπόθητες απαντήσεις στα ερωτήματα της, ήξερε πως έπρεπε να του δείξει εμπιστοσύνη.


Ενώ προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως οι σκέψεις για την διαφορετικότητα της ήταν απλά γέννημα της γόνιμης φαντασίας της, δεν μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να πει το ίδιο και για εκείνον. Αυτό όχι μόνο δεν την τρόμαζε και δεν την ενοχλούσε, αντιθέτως της έδινε μια ακόμα πιο έντονη αίσθηση εμπιστοσύνης, άνεσης και οικειότητας μαζί του για έναν πραγματικά αδιευκρίνιστο λόγο.


6


Από την πρώτη τους κιόλας συνάντηση είχε αντιληφτεί την διαφορετικότητα του. Πέρα από εκείνη την ασυμβίβαστη αίσθηση πως τους σύνδεε μια παλιά μεταξύ τους γνωριμία, υπήρχε και η αόριστη, αν όχι αίσθηση, ας πούμε υπόνοια, πως δεν ήταν μόνος. Παρόλο που έδειχνε συμβιβασμένος με το γεγονός πως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με κάποια παρουσία, δεν έδειχνε όμως και να είναι ικανοποιημένος η άνετος εξολοκλήρου με αυτήν την κατάσταση. Παρόλο που φαινόταν να έχει αποδεχτεί την παράξενη 'συντροφιά' του, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που έκανε έκδηλη την δυσαρέσκεια του. Με τον καιρό δεν ήταν λίγες οι φορές που παραδεχόταν πως θα ήθελε να είχε μια ήρεμη, απλή ζωή όπως ο περισσότερος κόσμος.


Με το πέρασμα του χρόνου όμως και όσο πιο πολύ τον συναντούσε και η σχέση τους γινόταν όλο και πιο στενή άρχιζε και εκείνη η ίδια να καταλαβαίνει και να αισθάνεται αυτήν την παρουσία που τον συνόδευε. Είχαν συζητήσει πολλές φορές για την φύση αυτής της 'παρουσίας' και αυτό που της φάνταζε ακόμα πιο περίεργο από την ίδια την παρουσία ήταν το γεγονός πως της έδινε σημάδια πως, αν όχι την συμπαθούσε, αλλά έστω πως δεν της άφηνε κάποια αίσθηση αρνητισμού.


Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει, πόσο δε μάλλον να αγνοήσει την πρώτη φορά που αισθάνθηκε αυτό το απόκοσμο αγκάλιασμα. Αυτήν την αίσθηση δεν ήταν δυνατόν να την προσφέρουν ποτέ θνητά, ανθρώπινα χέρια. Πως θα μπορούσε να περιγράψει τα ρίγη που διαπέρασαν το σώμα της όταν ένα αόρατο χέρι έσφιξε μέσα του το δικό της λίγο πριν τα μάτια της παίξουν ένα περίεργο παιχνίδι και σχηματίσουν μπροστά της μια νεφελώδη, ακαθόριστη μορφή, που ενώ η φυσική της όραση δεν ήταν σε θέση να της δώσει σχήμα και εικόνα, η ψυχική της όραση αντίκρισε για κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι μοναδικό;


Και εκείνος, κάθε φορά που την έβλεπε να τινάζεται έκπληκτη, της χαμογελούσε και δήθεν αθώα την ρωτούσε τι ήταν αυτό που την έκανε να αναριγήσει, να μείνει ακίνητη και σαστισμένη η να έχει εκείνη την αποσβολωμένη έκφραση ανάμεικτης χαράς, έκπληξης και δέους. Σαν να τον διασκέδαζε, μα όχι κακοπροαίρετα αυτή η κατάσταση. Σαν να απολάμβανε να την βλέπει σιγά σιγά να μπαίνει και εκείνη στον κόσμο που ζούσε εκείνος τόσα χρόνια. Έναν κόσμο τόσο διαφορετικό και τόσο μαγευτικό. Έναν κόσμο που είχε τόσα θαύματα όσα και θυσίες. Είχε την εντύπωση κάποιες φορές πως ίσως του θύμιζε τον εαυτό του όταν ήταν στην θέση της, όταν έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα στον νέο αυτό κόσμο και κοιτούσε γύρω του σαν παιδί που όλα του φαίνονταν πρωτόγνωρα και τόσο ονειρικά.


7


Σιγά σιγά όμως άρχισε να ανακαλύπτει πως δεν ήταν όλα μόνο όμορφα και ονειρικά πλασμένα σε αυτήν την νέα πραγματικότητα. Παρόλο που το ήξερε και η ίδια μα και της το είχε επισημάνει και εκείνος, κάποιες στιγμές βρέθηκε η ίδια αντιμέτωπη με άσχημες καταστάσεις και κατάλαβε πως τίποτα και κανένας όσο και καλά να χειριζόταν τον λόγο, δεν ήταν σε θέση ούτε στο ελάχιστο να της περιγράψει πόσο τρόμο μπορούσαν να κρύψουν μέσα τους κάποιες στιγμές.


Εκείνος στάθηκε δίπλα της με όποιον τρόπο μπορούσε και ήταν δυνατόν σε αυτές τις δυσκολίες, την παρηγόρησε όταν ο τρόμος που είχε αντιμετωπίσει την είχε καθηλώσει τόσο που έκλαιγε με αναφιλητά, της πρόσφερε το χάδι και τις συμβουλές του μα και την κατανόηση του όταν την έβλεπε η την άκουγε τσακισμένη από αυτό που είχε βιώσει. Όμως έβλεπε πως δεν έλεγε ποτέ πως θα εγκαταλείψει αυτό το μονοπάτι που είχε αποφασίσει να πάρει όσο και αν κάποιες άσχημες στιγμές ο φόβος φαινόταν να παίρνει το πάνω χέρι. Αυτό φαινόταν να τον ανακουφίζει μόλις έβλεπε πως αφού έβγαζε και εξωτερίκευε τις σκέψεις και τις φοβίες της, μετά έδειχνε πιο έτοιμη και πιο δυνατή από πριν. Ήταν σαν ακόμα μια απόδειξη πως δεν είχε κάνει λάθος που πίστευε αυτά που πίστευε για εκείνη.


8


Όλες αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν μέσα στο μυαλό της όση ώρα προσπαθούσε να ετοιμαστεί. Μια ακόμα άσκοπη βόλτα. Το σκεφτόταν και ένιωθε να ασφυκτιά μέσα της. Άλλη μια φορά που θα έπρεπε να παραστήσει πως όλα είναι μια χαρά ενώ το μυαλό της θα βούιζε από τα καθημερινά προβλήματα και δυσκολίες και δεν ήταν ούτε σε θέση μα ούτε είχε διάθεση να αγνοήσει και να υποκριθεί πως δεν την απασχολούσαν. Η σκέψη πως δεν θα ήταν και εκείνος μαζί της την έκανε να νιώθει ακόμα πιο δυσάρεστα. Ας ήταν τουλάχιστον εκείνος μαζί της. Δεν θα ήταν τόσο δυσβάστακτο όλο αυτό, θα ήξερε ότι χωρίς να μπει στον κόπο να πει η να δείξει το οτιδήποτε, εκείνος θα την καταλάβαινε και θα της συμπαραστεκόταν.


Έριξε μια ακόμα ματιά στο είδωλο της και ξεφύσησε αγανακτισμένη. Δεν θα σπαταλούσε άλλο χρόνο και διάθεση για να προσπαθήσει να κάνει την εμφάνιση της να της φανεί πιο θελκτική. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Δεν την ενδιέφερε πια τόσο να βγει έξω και να εισπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα βλέμματα επιδοκιμασίας. Το έβλεπε πραγματικά αδιάφορο. Πέταξε τα ανακατεμένα ρούχα σε έναν σωρό και αδιαφορώντας για την ακαταστασία βγήκε από το δωμάτιο. Κοίταξε το ρολόι της και αφού φόρεσε το μπουφάν της έφυγε.


9


Καθόταν σαν αποσβολωμένη και παρακαλούσε η ώρα να περάσει για να μπορέσει να γυρίσει σπίτι της. Εντάξει, δεν της έφταιγαν τόσο οι γύρω της που το μόνο που ήθελαν ήταν να διασκεδάσουν ένα ακόμα βράδυ, όσο της έφταιγε ο ίδιος της ο εαυτός. Και ακόμα χειρότερα δεν ήξερε το γιατί. Πάλι αυτή η ακατάσχετη αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τώρα τελευταία ήταν τόσο συχνή που πραγματικά ανησυχούσε για την υγεία της.


Η αίσθηση αδυναμίας και κάποιες άλλες φορές μια ένταση και ένα τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει, όλα αυτά την οδηγούσαν μαθηματικά σε μια ακόμα κρίση πανικού. Παρόλο που ήταν κάτι που το πάθαινε αρκετός κόσμος και δεν ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο ειδικά στους ανθρώπους που ζουν στις γιγάντιες και τερατώδεις πόλεις, για εκείνη ήταν κάτι παραπάνω από πρωτόγνωρο. Άρχισε σιγά σιγά να νιώθει κόμπους ιδρώτα να κυλούν στον λαιμό της. Ένιωθε η ανάσα της να βγαίνει βαριά και μαγκωμένη. Το μυαλό της άρχισε να δουλεύει πιο γρήγορα προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της, να ελέγξει το ίδιο της το κορμί για να προλάβει αυτό που φοβόταν πως θα επακολουθήσει. Μόνο που δεν είχε ιδέα το πόσο έντονο και διαφορετικό θα ήταν αυτή την φορά.


Πανικόβλητη έστρεψε το βλέμμα της γύρω στο χώρο. Προσπαθούσε να προσανατολιστεί προς τα πού είναι η έξοδος και τρομοκρατήθηκε μόνο και μόνο στην σκέψη πως ήταν αρκετά μακριά από εκεί που κάθονταν. Αν ήταν μια χαρά η απόσταση ήταν αμελητέα αλλά στην κατάσταση που ήταν αυτή την στιγμή της φάνηκε ατελείωτη.


Άρχισε να την πνίγει μια τέτοια ασφυκτική ζέστη που νόμιζε πως όλο το κορμί της είχε πάρει φωτιά, τα ρούχα της κολλούσαν πάνω της και την ζεμάτιζαν λες και καιγόταν ολόκληρη. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από την αγωνία και είχε την αίσθηση πως όλο το μαγαζί είχε συρρικνωθεί ενώ εκείνη ήταν παγιδευμένη μέσα του ανήμπορη για το παραμικρό. Οι φωνές των ανθρώπων γύρω της είχαν ξαφνικά μετατραπεί σε έναν αφόρητο βόμβο που την τρέλαινε και είχε γίνει μια τρομερή Βαβέλ ήχων που έσκιζε τ' αφτιά της.


Η πρώτη σκέψη που κατάφερε να κάνει ήταν να απλώσει με όση δύναμη της είχε μείνει το χέρι της και να πιάσει το κινητό της. Άκουσε την φωνή της φίλης της σαν να ερχόταν μέσα από το αχανές βάθος ενός τούνελ και να την ρωτά αν είναι καλά. Είδε την ανησυχία στο βλέμμα της αλλά δεν ήταν σε θέση να της πει και πολλά πράγματα. Η δύναμη της εξαντλήθηκε με το να πατήσει το πλήκτρο της κλήσης στο κινητό. Μετά όλα σκοτείνιασαν.


10


Για λίγα λεπτά έχασε κάθε επαφή με τον εαυτό της, αμέσως σκέφτηκε πως είχε λιποθυμήσει. Άρχισε σιγά σιγά να ακούει ένα σμάρι από ήχους και ομιλίες γύρω της μα δεν μπορούσε να καταλάβει ποιοι ήταν και τι έλεγαν. Ήθελε να μιλήσει, να πει ότι είχε αρχίσει να συνέρχεται και να μην ανησυχούν αλλά ανακάλυψε πως δεν άκουγε την ίδια της την φωνή. Άρα σκέφτηκε πως καλύτερα θα ήταν να μείνει εκεί που βρίσκονταν μέχρι να συνέρθει τελείως, εξάλλου δεν είχε κουράγιο για να κάνει το παραμικρό.


Ξαφνικά η αίσθηση βουτιάς στο κενό, την συντάραξε ολόκληρη. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα για να προσπαθήσει να βρει από κάπου να κρατηθεί και να γλιτώσει από αυτήν την αχαλίνωτη πτώση μα ανακάλυψε πως βρίσκονταν στο κενό. Στο κενό; Μα πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Δεν υπάρχει κενό! Και αυτή η αίσθηση πτώσης; Τι της συνέβαινε; Που είχαν πάει όλοι; Που ήταν; Κενό, ανυπαρξία, θάνατος. Ώστε αυτό ήταν; Και αν ήταν νεκρή πως είναι δυνατόν να τα σκέπτεται όλα αυτά; Το κενό που υπήρχε γύρω της, αυτό το πνιγερό σκοτάδι έπρεπε να είχε πάρει και την θέση του στο μυαλό της, να είχε σκεπάσει η Λήθη τα πάντα.


Και τότε το σκηνικό άλλαξε δραματικά. Το σκοτάδι πλημμύρισε με φως. Ένα φως τόσο έντονο που την έκανε να κλείσει ενστικτωδώς τα μάτια και τότε βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ακόμα έκπληξη. Τα βλέφαρα της ήταν λες και είχαν μετατραπεί σε μια διαφανή μεμβράνη που δεν την προστάτευαν ούτε στο ελάχιστο από την δυνατή ακτινοβολία. Από κάπου πολύ μακριά νόμισε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πως άκουσε έναν ήχο, μια ομιλία που της φάνηκε τόσο οικεία. Χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε το κορμί της καθώς σχεδόν ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε πως η πτώση της είχε μεν σταματήσει μα δεν ένιωθε να ακουμπά η να στέκεται κάπου.


Και τότε ανακάλυψε πως το σώμα της δεν ήταν πια ίδιο, δεν ήταν το σώμα το οποίο φαίνεται πως κείτονταν κάπου αλλού λιπόθυμο. Αυτό που αντίκριζαν τα έκπληκτα μάτια της ήταν πως αυτό που ονόμαζε σώμα της εκείνη την δεδομένη στιγμή δεν ήταν τίποτε άλλο από μια δέσμη φωτός και το ξεχώριζε με αρκετή δυσκολία από το υπόλοιπο υπέρλαμπρο φως που δέσποζε παντού.


11


Με μια αίσθηση δέους να την έχει κυριέψει, κοιτούσε αυτό το πανέμορφο φως να καλύπτει τα πάντα και είχε μείνει σαν μαγεμένη να προσπαθεί να εγκλιματιστεί σε αυτήν την νέα κατάσταση που βρισκόταν.


Ήταν σε ενός είδους πρωτόγνωρη έκσταση και προς στιγμή δεν την ενδιέφερε ούτε που ήταν, ούτε τι της συνέβαινε μέχρι που εντόπισε μια νέα κίνηση στο Άπειρο στο οποίο ήταν βυθισμένη. Και τότε αντιλήφτηκε για πρώτη φορά πως δεν ήταν μόνη σε αυτό το λουσμένο στο φως Χάος.


Γύρω της χόρευαν αμέτρητες σιλουέτες σαν την δική της και φάνταζαν να παίζουν και να την προσκαλούν να τις ακολουθήσει στον ανάλαφρο χορό τους. Ένιωθε αυτό το νέο της σώμα ανάλαφρο και ευέλικτο και αισθάνθηκε μια ευφορία και μια θέρμη ολόγυρα. Θα είχε ακολουθήσει το κάλεσμα τους αν ήξερε πώς να το κάνει, πώς να κινηθεί στην παροντική της κατάσταση. Τότε ένιωσε ένα άγγιγμα, ένα απροσδόκητα γνώριμο άγγιγμα. Το πρώτο γνώριμο πράγμα που συνάντησε σε αυτό το υπέροχο μέρος. Γύρισε να αντικρύσει από ποιον η μάλλον από τι προέρχονταν και ένιωσε να πλημμυρίζει από ευτυχία.


Είδε την μορφή του μοναδικού πλάσματος στον επίγειο κόσμο που υπήρξε πραγματικά κοντά της. Και δεν ήταν μονός ούτε σε αυτό το μαγευτικό μέρος, περά από την πραγματικότητα. Και τώρα έβλεπε καθαρά και σε όλο του το μεγαλείο την μορφή που πάντα τον συνόδευε. Αν είχε δάκρυα σίγουρα θα είχαν αυλακώσει το πρόσωπο της. Αν είχε φωνή σίγουρα θα είχε βγάλει μια κοφτή κραυγή δέους. Αν είχε πόδια τα γόνατα της θα είχαν λυγίσει και θα είχε σωριαστεί μπροστά στην μεγαλόπρεπη μορφή που τον συντρόφευε. Μα και αν είχε χέρια θα είχε αγκαλιάσει εκείνον και θα τον ευχαριστούσε που ούτε εδώ δεν την είχε εγκαταλείψει και δεν την είχε αφήσει μόνη της.


Ξαφνικά ο ήχος της φωνής του έσκισε την απόλυτη γαλήνη. Τόση ώρα νόμιζε πως δεν υπήρχε ήχος, πως δεν υπήρχε τίποτα περά από το μεταξένιο εκείνο φως.


-Είναι τόσα πολλά που έχεις να ανακαλύψεις εδώ. Και τόσα άλλα μέρη να επισκεφτείς. Είχα σκοπό να στα δείξω εγώ και να μην χρειαστεί να έχεις ένα τόσο δύσκολο ταξίδι για να έρθεις, άλλα φαίνεται δεν είχα υπολογίσει καλά την ανάγκη σου να βγεις. Συγχώρεσε με, πρέπει να υπέφερες πολύ τόσο καιρό που πολεμούσες να ελευθερωθείς μόνη σου.


Άκουγε τον απολογητικό τόνο της φωνής του και ήθελε τόσο να τον αγκαλιάσει και να του πει πως δεν είναι ανάγκη να στενοχωριέται. Τώρα είχαν πάει όλα καλά, τώρα και εκείνη ήταν καλά και μάλιστα απροσδόκητα καλά, μιας και ήταν πια και εκείνος μαζί της. Το βλέμμα της έπεσε ξανά και μαγνητίστηκε στο πανέμορφο, κατάλευκο ον που στέκονταν σαν φρουρός δίπλα του. Με μια κίνηση που δεν μπόρεσε να ανιχνεύσει το βλέμμα της, τίναξε και τέντωσε τα φτερά που είχε στους ώμους του με τέτοια ταχύτητα που σχεδόν την τρόμαξε.


-Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Όποιος θέλει να με βλάψει πρέπει να φοβάται. Και όποιος θέλει να βλάψει εσένα πρέπει να φοβάται έμενα.


Άπλωσε το χέρι του και το έτεινε προς το μέρος της. Ενστικτωδώς έκανε και εκείνη το ίδιο. Και τότε είδε πως ένα φωτεινό, άυλο χέρι άγγιξε το δικό του. Ήταν το δικό της. Ξαφνικά σκέφτηκε πως όσο περισσότερο έμενε σε εκείνο το μέρος, τόσο περισσότερο εξοικειώνονταν και τα μάτια και οι αισθήσεις της ακόμα και ας ήταν διαφορετικές από αυτές του υλικού κόσμου.


-Ναι. Έτσι είναι. Και έχεις να ανακαλύψεις πολλά περισσότερα κάθε φορά που θα ερχόμαστε εδώ, μα και αλλού. Τώρα όμως πρέπει να φύγουμε, είσαι πολύ αδύναμη από την ταλαιπωρία.


12


Δεν κατάλαβε καν για πότε έφυγε από την μια κατάσταση και γύρισε στην άλλη. Προσπαθούσε να πάρει όσες πιο πολλές ανάσες μπορούσε, λες και οι πνεύμονες της είχαν αδειάσει από οξυγόνο. Το κορμί της πονούσε και ένιωθε εξαντλημένη, μα και τόσο μπερδεμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της είχε συμβεί, που ήταν, τι είχε γίνει αυτή την φορά. Προσπαθούσε να ανακαλέσει κάποια ανάμνηση, κάποια εικόνα, κάποιον ήχο η ομιλία για να καταφέρει να κάνει το μυαλό της να λειτουργήσει και να θυμηθεί, μα ήταν επιεικώς αδύνατον.


Άνοιξε δειλά τα μάτια της και προσπάθησε να κοιτάξει γύρω της. Το μέρος της ήταν άγνωστο μα δεν την ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Αν μη τι άλλο ήταν ζωντανή, αν και της προκαλούσε τρομερή έκπληξη αυτό. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως αυτή την φορά δεν θα τα κατάφερνε, πως το κορμί της θα την πρόδιδε. Και όμως ήταν εκεί και προσπαθούσε να συνέρθει.


Με τρεμάμενα χέρια ψηλάφησε το σώμα της και ανακάλυψε πως σε μερικά σημεία πονούσε πολύ και τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα. Τότε η ανάμνηση μιας φωνής αντήχησε στο μυαλό της.


«Βγάλτε με από 'δω μέσα!!!!»


Ήταν η δική της φωνή που ούρλιαζε ξανά και ξανά την ίδια πρόταση. Σαν να ήταν παρατηρητής του ίδιου της του εαυτού, είδε για κλάσματα του δευτερόλεπτου το κορμί της σε κατάσταση πλήρη πανικού να φωνάζει και να προσπαθεί να σκίσει τα ρούχα και την ίδια της την σάρκα. Τότε σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε γύρω.


Όταν το βλέμμα της τον συνάντησε επαψε να την ενδιαφέρει το παραμικρό. Ήξερε πως αφού ήταν εκείνος εκεί μαζί της δεν είχε λόγο να φοβάται και να ανησυχεί για τίποτα. Το βλέμμα του και η έκφραση του προσώπου του, την διαβεβαίωναν πως όλα ήταν μια χαρά. Αλλά πως ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Εκείνη πίστευε πως παραλίγο να πέθαινε και εκείνος ήταν τόσο άνετος και με ένα ύφος που μαρτυρούσε σχεδόν κάποιο είδος χαράς.


-Τι έγινε; Τι έπαθα αυτή την φορά;


Εκείνος έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλιά της και της ψιθύρισε απαλά στ' αφτί.


-Επιτέλους είσαι ελεύθερη.


Nicky Augerinou, Copyright 2010

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΑΣΤΡΑΔΕΝΗΣ


1

Η νύχτα ήταν ολόλαμπρη. Μια τεράστια πανσέληνος έπλεε στον ουρανό, ίδια με ολοστρόγγυλο παγόβουνο που αρμένιζε σ’ έναν αρκτικό ωκεανό από μελάνι. Κάτω απ’ το ασημένιο φως της, τα χιονισμένα δέντρα άστραφταν σαν κρυστάλλινοι πολυέλεοι. Το δάσος κοιμόταν σιωπηλό και γαλήνιο, περιμένοντας το πρώτο φιλί της άνοιξης. Το πένθιμο θρόισμα μιας παγωμένης αύρας που πλανιόταν ανάμεσα στα κρουσταλλιασμένα κλαδιά και τους ροζιασμένους κορμούς του, τόνιζε τη χειμωνιάτικη σιωπή. Ο μοναδικός ήχος που ράγιζε τη σιγαλιά της φωτεινής εκείνης νύχτας ήταν το ρυθμικό τρίξιμο του χιονιού που έσπαγε κάτω απ’ τις γούνινες μπότες ενός μοναχικού οδοιπόρου…


Έκανε πολύ κρύο. Η ανάσα του λαχανιασμένου ανθρώπου σχημάτιζε βαριές τουλίπες αργοκίνητης πάχνης στον παγερό αέρα. Εκείνος περπατούσε με δισταγμό και κοπιαστικά, φορτωμένος μ’ έναν βαρύ σάκο που τον έκανε να καμπουριάζει. Ήταν ολοφάνερο πως ήταν πολύ κουρασμένος, όταν όμως βρέθηκε μπροστά σ’ εκείνο το άδειο ξέφωτο με τα λεπτά κλαδιά των πανύψηλων δέντρων που κεντούσαν έναν αραχνοΰφαντο θόλο πάνω απ’ το κεφάλι του, σταμάτησε κατάπληκτος:


Ο Νικολός ήξερε να διαβάζει το χιόνι, το ίδιο καλά όπως ήξερε να διαβάζει και τη γη. Τα χνάρια των ζώων μετατρέπονταν σε λέξεις και προτάσεις κάτω απ’ τα γνωστικά του μάτια και του μιλούσαν για το κοπάδι των ελαφιών που είχαν περάσει από κει πριν από λίγο, για το λαγό που είχε κοντοσταθεί στις ρίζες του μεγάλου εκείνου δέντρου, για τη λεπτόκορμη νυφίτσα που κυνηγούσε τη λεία της μέσα στο σκοτάδι. Αλλά ποτέ στη ζωή του δεν είχε αντικρίσει κάτι παρόμοιο μ’ αυτό που έβλεπε τώρα: Ολόκληρο το ξέφωτο ήταν χαραγμένο απ’ τα ίχνη δεκάδων ελαφιών που είχαν τρέξει γύρω-γύρω, σχηματίζοντας αμέτρητους κύκλους, σαν το νερό που κυματίζει όταν πέσει πάνω του μια πέτρα. Λες και προσπαθούσαν να προστατεύσουν κάτι που βρισκόταν στο κέντρο του. Και πραγματικά, κάτι υπήρχε εκεί πέρα. Ένα σκούρο πράγμα που σάλευε αδύναμα. Ο Νικολός το πλησίασε με φόβο. Κάτω απ’ το λευκό φως του φεγγαριού που έλουζε το χιόνι και το έκανε να φεγγίζει διάφανο και γαλαζωπό, αντίκρισε ένα δέμα από σφιχτοδεμένες γούνες. Ανάμεσά τους, ξαπλωμένο, φώλιαζε ένα στρουμπουλό βρέφος. Έμοιαζε να κοιμάται. Το προσωπάκι του διαγραφόταν γαλήνιο κάτω απ’ τη βαριά σκούφια του και απ’ το στόμα του ξέφευγε μια ρυθμική ανάσα, σαν μια σειρά από λευκά συννεφάκια. Ο Νικολός κάθισε ανακούρκουδα στο χιόνι και έσκυψε πάνω απ’ το βρέφος χωρίς να πιστεύει στα μάτια του. Ποιος θα μπορούσε να το έχει εγκαταλείψει την παγωμένη τούτη νύχτα, καταμεσής ενός άγριου δάσους; Υπήρχαν πραγματικά τόσο άκαρδοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο;


Εκείνη τη στιγμή το βρέφος άνοιξε τα μάτια του, τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Ο Νικολός ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται από κάτι που έμοιαζε με δέος: Τα μάτια του μωρού ήταν υπέροχα, τόσο βαθυγάλανα που γινόταν σχεδόν μενεξεδιά. Του θύμισαν το χρώμα που παίρνει ο ουρανός την άνοιξη, μετά το δειλινό. Έλαμπαν σαν αυγερινοί και πλημμύριζαν από μια γλύκα που όμοια της δεν είχε ξαναδεί.


Το μακρινό ουρλιαχτό κάποιου μοναχικού λύκου ταξίδεψε σαν φάντασμα πάνω απ’ το χιονισμένο δάσος.


Ο Νικολός πήρε το μωρό στην αγκαλιά του, το τύλιξε ακόμα πιο σφιχτά με τις γούνες του και ξανάρχισε να περπατάει αργά και κοπιαστικά, κάτω απ’ το φως του φεγγαριού που άπλωνε φωτεινές λουρίδες ανάμεσα στα χιονισμένα δέντρα.


2

-«Αυτό το παιδί είναι ένα δώρο απ’ το θεό,» του είπε η Φωτεινή, η γυναίκα του, καθώς έσφιγγε το μωρό στην αγκαλιά της και το κοίταζε όλο χαρά. Είχαν καθίσει κοντά-κοντά, δίπλα στο τζάκι και θαύμαζαν το μικρό εκείνο πλασματάκι που τους κοιτούσε και χαμογελούσε ασταμάτητα, με το φαφούτικο στοματάκι του που είχε το χρώμα της φρέσκιας φράουλας. Ο ερχομός του έμοιαζε να έχει γεμίσει το εσωτερικό της φτωχικής καλύβας τους μ’ ένα παράξενο φως, μ’ ένα λεπτό άρωμα που ήταν σαν να είχε ξεφύγει από κάποιον ουράνιο κήπο. Ένιωθαν ευτυχισμένοι, για πρώτη φορά μετά από πολύ-πολύ καιρό.


Ο Νικολός ήξερε πολύ καλά πως η Φωτεινή το είχε κρυφό καημό που δεν είχαν μπορέσει να κάνουν παιδιά. Ποτέ δεν του είχε πει τίποτα για να μην τον κακοκαρδίσει, αλλά αυτός έβλεπε το κρυφό παράπονο που σκοτείνιαζε τα μάτια της κάθε φορά που το βλέμμα της στυλωνόταν στις μακριές σκιές του δάσους ή όταν κοιτούσε τις λαίμαργες φλόγες της φωτιάς, τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Και όταν κατέβαιναν στο χωριό για να πάνε στην εκκλησία και να πουλήσουν την πραμάτεια τους στην αγορά, την έβλεπε να κοιτάζει τα παιδιά των χωριανών που έτρεχαν στους δρόμους με μια κρυφή λαχτάρα. Ε, λοιπόν, τώρα ήταν χαρούμενη και οι σκιές στο βλέμμα της είχαν σβήσει. Έμοιαζε νέα και όμορφη, τα μαλλιά της δεν ήταν πια γκρίζα, έλαμπαν στις φλόγες της φωτιάς σαν ασημένια και οι ρυτίδες που χαράκωναν τα μάγουλά της σχημάτιζαν ένα γλυκό χαμόγελο.


Θα ‘λεγε κανείς πως η ομορφιά που ακτινοβολούσε το παιδί έπεφτε πάνω της και ξυπνούσε λίγη απ’ τη δική της εσωτερική λάμψη. Ακόμα και ο Μπέης, ο σκύλος τους που ήταν πάντα βλοσυρός και επιφυλακτικός με κάθε τι το καινούργιο, είχε καθίσει δίπλα τους, κοντά στο τζάκι κι αυτός, και κοίταζε το μωρό. Έμοιαζε να χαμογελάει και τα λευκά του δόντια άστραφταν σαν μυτερά μαργαριτάρια στη χρυσαφένια λάμψη της φωτιάς.


-«Θα την λέμε Αστραδενή» δήλωσε με σιγουριά η Φωτεινή.


-«Αστραδενη! Τι παράξενο όνομα που διάλεξες!» της είπε έκπληκτος ο Νικολός.


-«Της ταιριάζει! Γιατί τα μάτια της λάμπουν σαν να καίει μέσα τους το φως των αστεριών!» επέμεινε εκείνη δίχως να σηκώνει αντίρρηση.


3


Τα χρόνια πέρασαν. Η Αστραδενή μεγάλωνε και μαζί της μεγάλωνε και η ευτυχία που είχε φέρει στη ζωή τους. Ο Νικολός ένιωθε ότι ήταν το κομμάτι που του έλειπε για να νιώθει ολόκληρος. Θυμόταν πάντα, μ’ ένα χαμόγελο περηφάνιας, το σούσουρο που ξεσηκώθηκε στο χωριό όταν την επόμενη κιόλας Κυριακή κατέβηκαν με τη Φωτεινή για να πουλήσουν τα ξύλα που είχε μαζέψει απ’ το δάσος. Μέχρι να πεις φυτίλι, γύρω τους είχαν μαζευτεί οι μισοί τουλάχιστον χωριανοί και κοιτούσαν το μωρό, άλλοι έκπληκτοι, άλλοι επιφυλακτικοί, και κάποιοι μ’ ένα κρυφό φόβο. Η Αστραδενή τους αντιγύρισε το βλέμμα χωρίς να φοβηθεί καθόλου απ’ αυτόν τον κλοιό των παράξενων προσώπων που έσκυβαν από πάνω της και έλεγαν ο καθένας το μακρύ και το κοντό του. Και μετά τους χαμογέλασε. Μια βαθιά σιωπή ανάμεσά τους και ύστερα άρχισαν να χαμογελούν και αυτοί, χωρίς να καταλαβαίνουν το γιατί, και να νιώθουν χαρούμενοι, λες και ο τρόπος που έβλεπαν τον κόσμο είχε αλλάξει.


Και η Αστραδενή όλο και μεγάλωνε. Και γινόταν τόσο όμορφη με τον καιρό που όσοι την έβλεπαν ανακάλυπταν και τη δική τους προσωπική ομορφιά. Ο Νικολός άφησε τη καλύβα του, βρήκε ένα σπίτι στο χωριό και έπιασε δουλειά σ’ ένα τσαγκαράδικο, για να μην είναι το παιδί του χώρια από τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας της. Η παράξενη δύναμη που ανάβλυζε μέσα απ’ τα μάτια και το χαμόγελο της Αστραδενής έμοιαζε να την προστατεύει όσο τίποτε άλλο. Όλοι την αγαπούσαν, οι γείτονες περνούσαν κάθε μέρα απ’ το σπίτι τους για να τους χαιρετήσουν και να παίξουν με την Αστραδενή, και κάθε φορά της έκαναν και από κάποιο μικρό δωράκι έτσι ώστε να μην της λείπει ποτέ τίποτα.


Όταν τ’ άλλα παιδιά στο σχολείο και στο παιχνίδι προσπαθούσαν να την πειράξουν, η Αστραδενή απλά γελούσε τόσο καλόκαρδα που πολύ γρήγορα, από απλή ευτυχία, τύλιγαν τα χέρια τους γύρω απ’ το λαιμό της και της έδιναν ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο. Όλα αυτά τα παράξενα τον φόβιζαν καμιά φορά. Κάποιες νύχτες έμενε ξάγρυπνος και κοιτούσε τ’ αστέρια με τις ώρες. Παράξενες σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό του, έπλαθε αλλόκοτες ιστορίες με τη φαντασία του, ότι η Αστραδενή είχε τάχα πέσει από κάποιο αστέρι και πως κάποια νύχτα σαν κι αυτή, οι πραγματικοί της γονείς θα έρχονταν για να την πάρουν μαζί τους, εκεί ψηλά.


4


Ο φόβος του ότι η κόρη του δεν ήταν πλάσμα αυτού του κόσμου μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν ένα βράδυ, η Αστραδενή, οχτώ χρονών κοριτσάκι ακόμα, τον πλησίασε και του είπε μια παράξενη ιστορία: Λίγες μέρες πιο πριν, είχε πάει με τη μητέρα της στο δάσος για να μαζέψουν μανιτάρια. Κάποια στιγμή που η Φωτεινή είχε αποκοιμηθεί στη σκιά ενός δέντρου, εκείνη αποφάσισε να κάνει μια μικρή εξερεύνηση. Απομακρύνθηκε απ’ την κοιμισμένη της μητέρα και μπήκε πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Εκεί συνάντησε μια μητέρα αρκούδα και το μικρό της. Από φόβο για το παιδί της, η μητέρα αρκούδα ετοιμάστηκε να χιμήξει πάνω της και να την κάνει κομμάτια αλλά ξαφνικά σταμάτησε, κάθισε μπροστά της και άρχισε να της γλύφει το πρόσωπο.


Πολύ γρήγορα η Αστραδενή άρχισε να παίζει με το μικρό αρκουδάκι σαν να ήταν αδελφάκια. Η οικογένεια των αρκούδων προχώρησε βαθύτερα μέσα στο δάσος και η Αστραδενή προσπάθησε να εξηγήσει στη μητέρα αρκούδα ότι δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει βαθύτερα μαζί τους. Άρχισε να περπατάει πιο αργά, αλλά κάθε φορά η μητέρα αρκούδα γύριζε προς το μέρος της και την τραβούσε απαλά απ’ το μανίκι. Τελικά εκείνη έμεινε ακίνητη, πήρε το μεγάλο κεφάλι της αρκούδας στα χέρια της, κοίταξε ήρεμα μέσα στα μάτια της και της είπε:


-«Αν και θα ήθελα πολύ να μείνω μαζί σου και με το μικρό σου, κοίταξε με: Δεν είμαι αρκουδάκι. Δεν έχω γούνα να με ζεστάνει, μόνο αυτό το ρούχο και τίποτε άλλο. Ακόμα και αν με βάζατε μεταξύ σας για να με ζεσταίνετε, θα πάγωνα με τον ερχομό του χειμώνα.»


Η μητέρα αρκούδα την κατάλαβε. Αναστέναξε βαθιά, την έγλυψε τρυφερά στο πρόσωπο και την ακολούθησε με το βλέμμα της καθώς εκείνη άρχισε να περπατάει αργά-αργά πίσω προς την κοιμισμένη της μητέρα.


5


Όταν η Αστραδενή μεγάλωσε ακόμα περισσότερο και έγινε πιο δυνατή, άρχισε να συχνάζει στο δάσος όποτε έβρισκε ευκαιρία. Ούτε ο Νικολός ούτε η Φωτεινή σκέφτηκαν ποτέ να την εμποδίσουν, γιατί βαθιά μέσα τους, ήξεραν ότι τίποτα και κανείς δεν θα μπορούσε να της κάνει κακό. Τέτοια ήταν η παράξενη δύναμη που ανάβλυζε από μέσα της. Η Αστραδενή έγινε προστάτιδα των πλασμάτων που ζούσαν εκεί αλλά και των ανθρώπων που χρειάζονταν τη βοήθειά της. Στην αρχή δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτούς αλλά το χαμόγελό της είχε μεγάλη επιρροή. Οι γέροντες του χωριού που υπέφεραν από ανυπόφορους πονόδοντους για παράδειγμα, έβρισκαν μεγάλη ανακούφιση μόλις τους χαμογελούσε. Για πολλές ώρες μετά ξεχνούσαν τους πόνους τους και μπορούσαν να κοιμηθούν βαθιά και ήρεμα. Πολύ κακό θεραπεύτηκε απ’ την Αστραδενή χωρίς εκείνη να το μάθει ποτέ. Αν κάποιος νεαρός είχε ραγισμένη καρδιά και την έβλεπε να περνάει στο δρόμο, ολάκερη η θλίψη του εξατμιζόταν μόλις της έριχνε μια ματιά.


Οι νεαρές κοπέλες αποζητούσαν την παρέα της και της έλεγαν για τις ατυχίες τους στην αγάπη. Η Αστραδενή που δεν ήξερε τίποτα για τον έρωτα, απλά τις άκουγε χωρίς να μιλάει και αν και δεν έλεγε το παραμικρό, τις έκανε να νιώθουν παρηγορημένες και γαλήνιες. Και κάθε φορά που πήγαινε στο δάσος, την περικύκλωναν σκίουροι που κάθονταν στους ώμους της, τύλιγαν τις ουρές τους γύρω από το λαιμό της και μασούλαγαν τα βελανίδια τους όλο χαρά.


Εκείνη ένιωθε πολύ ευτυχισμένη εκεί πέρα. Γιατί ξανά και ξανά υπήρχαν πλάσματα που χρειάζονταν τις φροντίδες της. Όλο και κάποιο πουλάκι θα είχε πέσει απ’ τη φωλιά του, όλο και κάποιο ζωντανό θα είχε πληγωθεί καθώς έτρεχε ανάμεσα από αγκαθωτούς θάμνους. Με τον καιρό άρχισε ν’ αγαπάει πολύ τη γαλήνη που έβρισκε κάτω απ’ τα πανάρχαια δέντρα του. Πιο πολύ απ’ όλα τα ζώα, αγαπούσε τα ελάφια. Της άρεσε να κάνει παρέα μαζί τους, βαθιά μέσα στο δάσος. Συχνά υποψιαζόταν ότι σε κάποια προηγούμενη ζωή θα πρέπει και η ίδια να είχε ζήσει ως ελάφι γιατί ήταν τόσο παρόμοια στη συμπεριφορά με αυτά. Όπως και τα ελάφια, αγαπούσε πολύ τη σιωπή και τη γαλήνη. Αν η ψυχή του δάσους είχε φωνή, θα πρέπει να ήταν τρυφερή, όπως το ρουθούνισμα τους πάνω στα βελούδινα βρύα των βράχων. Θαύμαζε τον τρόπο που περπατούσαν τόσο ανάλαφρα πάνω στο υγρό χώμα, λες και δεν ήθελαν να ταράξουν τίποτα απ’ αυτά που ζούσαν εκεί πέρα. Ένιωθε σαν αδελφή τους και προστάτιδά τους. Και χρειάζονταν ένα προστάτη γιατί υπήρχε ένας κυνηγός που συχνά τα σκότωνε χωρίς λόγο, από απλή ευχαρίστηση. Η Αστραδενή γνώριζε ότι η κακία είναι συχνά το αποτέλεσμα της μοναξιάς και ότι πολλές φορές, το μόνο που χρειαζόταν ήταν λίγη αγάπη για να μετατρέψει το κακό σε φιλικότητα. Βρήκε λοιπόν τον κυνηγό και άρχισε να του μιλάει με τις ώρες και να του δείχνει πολλούς τρόπους να βρίσκει τροφή και διασκέδαση χωρίς να γίνεται άδικος με κανέναν. Ο κυνηγός την άκουγε με προσοχή, νικημένος απ’ τη μαγεία που την τύλιγε σαν φωτεινό σύννεφο αλλά τελικά, την επόμενη μέρα, η Αστραδενή πάντα έβρισκε τρία ακόμα πλάσματα σκοτωμένα στο ξέφωτο του δάσους και ανάμεσά τους τον κυνηγό να στέκεται περήφανος ανάμεσα στα θύματά του. Μέχρι που κάποια στιγμή κατάλαβε ότι τα λόγια δεν έχουν πάντα αποτέλεσμα σε όλους.


Ένα βράδυ λοιπόν, περίμενε μέχρι να σκοτεινιάσει. Ξεγλίστρησε απ’ το σπίτι της, διέσχισε τους δρόμους του χωριού περπατώντας στις μύτες των ποδιών της και χώθηκε στο δάσος. Με το μαχαίρι που είχε κλέψει απ’ την κουζίνα, έγδαρε ένα απ’ τα σκοτωμένα ελάφια που βρήκε στο ξέφωτο και το φόρεσε σαν κάπα. Άρχισε να περπατάει στα τέσσερα μιμούμενη τις κινήσεις τους όσο πιο καλά μπορούσε και στο φως του φεγγαριού, είδε τον κυνηγό να ξεγλιστράει ανάμεσα στα δέντρα, αόρατος απ’ όλα τα ελάφια που έβοσκαν εκεί. Με μεγάλα άλματα, τα κυνήγησε μέχρι που το έβαλαν στα πόδια. Ο κυνηγός, αγανακτισμένος, ετοιμάστηκε να την πυροβολήσει αλλά εκείνη έβγαλε μια άγρια κραυγή, πέταξε από πάνω της το δέρμα του ελαφιού και εμφανίστηκε μπροστά του. Εκείνος λιποθύμησε απ’ το φόβο του. Από τότε δεν ξανακυνήγησε ελάφια γιατί φοβόταν πολύ μήπως χτυπήσει καταλάθος της Αστραδενή.


6


Η Αστραδενή ήταν τόσο απασχολημένη με το να φροντίζει τους ανθρώπους του χωριού και τα ζώα του δάσους, που ούτε καν της είχε περάσει απ’ το μυαλό η σκέψη να βρει ένα σύζυγο. Ο Νικολός ωστόσο, που την έβλεπε να γίνεται όλο και πιο ιδιότυπη με τα χρόνια και αδιάφορη προς τους πόθους και τις επιθυμίες κάθε κοπέλας της ηλικίας της, ανησυχούσε. Η υποψία ότι μια μέρα οι πραγματικοί της γονείς θα κατέβαιναν απ’ τ’ αστέρια και θα την έπαιρναν μαζί τους, τον έτρωγε σαν το σαράκι. Αποφάσισε λοιπόν να κανονίσει κάτι γι’ αυτήν.


-«Αστραδενή,» την σταμάτησε ένα πρωινό καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο δάσος, «Τον ξέρεις τον Αλέξη, το γιό του προύχοντα; Χθες μου ομολόγησε ότι η καρδιά του χτυπάει τόσο γρήγορα κάθε φορά που σε βλέπει που τον πιάνει λιποθυμιά, και ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια. Δεν πρέπει να τον αφήσεις να υποφέρει χωρίς λόγο. Κάνε τον άντρα σου. Ασχολείσαι με ολόκληρο τον κόσμο αλλά αφήνεις αυτό τον δυστυχή να πονάει.»


Αν και η Αστραδενή είχε μάθει να υπακούει πάντα τον πατέρα της, του ζήτησε μια διορία επτά ημερών μέχρι να του απαντήσει. Χρειαζόταν αυτό το χρόνο γιατί είχε ανακαλύψει κάτι παράξενο: Κάθε φορά που κοιμόταν κάτω από ένα συγκεκριμένο δέντρο, βαθιά μέσα στο δάσος, ονειρευόταν πνεύματα, νεράιδες και ζώα που μιλούσαν, που την πλησίαζαν και της έδειχναν που να βρίσκει διάφορα βότανα και πώς να φτιάχνει μαντζούνια που θεράπευαν κάθε αρρώστια. Ήθελε λοιπόν να κοιμηθεί εκεί άλλες επτά φορές, για να ολοκληρώσουν αυτά που ήθελαν να της πουν.


Όταν λοιπόν πέρασαν οι επτά μέρες, η Αστραδενή γύρισε στο σπίτι της και ετοιμάστηκε να παντρευτεί τον Αλέξη.


7


Από τότε η ζωή της έγινε πολύ δύσκολη. Ο Αλέξης τη ζήλευε πολύ. Δεν την άφηνε να βγαίνει απ’ το σπίτι του, που αν και μεγάλο και γεμάτο με ανέσεις, έμοιαζε στα μάτια της με χρυσή φυλακή. Έδιωχνε όλους όσους της χτυπούσαν την πόρτα για να ζητήσουν τη βοήθειά της, ακόμα και τον Νικολό και τη Φωτεινή, και κάθε φορά, τη ρωτούσε αν τον αγαπούσε.


- «Γιατί να μην σε αγαπάω;» του απαντούσε εκείνη με απορία, «Αφού κάποιος πρέπει να αγαπάει όλα τα ζωντανά όντα, έτσι δεν είναι;» Αυτό έκανε τον Αλέξη να θυμώνει και την ξαναρωτάει: «Ναι, αλλά δεν με αγαπάς περισσότερο από κάθε τι άλλο;»


-«Η αγαπάει δεν μπορεί να μετρηθεί,» του απαντούσε εκείνη υπομονετικά.


Αυτή η απάντηση τον εξόργιζε ακόμα περισσότερο και τον έκανε να φέρεται παράξενα. Προσπαθούσε να της επιβληθεί με άσχημο τρόπο, της μιλούσε άσχημα και πότε-πότε τη χτύπησε. Μάταια προσπαθούσε εκείνη να τον ηρεμήσει και να τον κάνει να της εξηγήσει τι του συνέβαινε. Η φωτεινή της δύναμη ήταν εντελώς ανίσχυρη μπροστά στο κακό που τον είχε κυριεύσει.


Ένα βράδυ που κάθονταν οι δυο τους στο παραγώνι, εκείνος σιωπηλός και μουτρωμένος, εκείνη σκεφτική και γεμάτη με νοσταλγία για την ομορφιά του δάσους και τη γλυκιά θωριά των ζώων που δεν μπορούσε πια ν’ αντικρίσει, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο κυνηγός. Της είπε ότι η μάνα της, η Φωτεινή, ήταν πολύ άρρωστη και ζητούσε να τη δει.


Εκείνη σηκώθηκε όρθια και έκανε να τον ακολουθήσει, αλλά ο Αλέξης στάθηκε ανάμεσά τους, και τη ρώτησε:


-«Που θες να πας τόσο αργά;» .


-«Η μάνα μου είναι άρρωστη και πρέπει να τη θεραπεύσω,» του απάντησε εκείνη ξαφνιασμένη απ’ την αγριάδα της φωνής του.


-«Δεν έχεις να πας πουθενά!» της απάντησε αυτός, «και που ξέρω εγώ ότι αυτός εδώ μας λέει την αλήθεια; Μπορεί να θέλει να σε κλέψει!»


Έδιωξε τον κυνηγό κακήν-κακώς ενώ η Αστραδενή άρχισε να κλαίει με λυγμούς και να τον παρακαλάει να την αφήσει, για μια έστω φορά, να βγει απ’ το σπίτι. Ο Αλέξης όμως ήταν ανένδοτος. Και μάλιστα, για να σιγουρευτεί ότι δεν θα προσπαθούσε να το σκάσει, την κουβάλησε με τη βία στο κρεβάτι τους και την έδεσε απ’ τα πόδια μ’ ένα χοντρό σκοινί.


8



Εκείνο το βράδυ η Αστραδενή έμεινε ξάγρυπνη, να κοιτάζει το ταβάνι. Χοντρά δάκρυα κυλούσαν απ’ τα μάτια της. Δεν τολμούσε ωστόσο να βγάλει τσιμουδιά γιατί ο Αλέξης που κοιμόταν βαριά στο πλευρό της θα ξυπνούσε και θα τη χτυπούσε. Κάποια στιγμή, καθώς τ’ αστέρια περπάταγαν στον ουρανό και η νύχτα προχωρούσε, άρχισε να προσεύχεται. Μεταφέρθηκε με το μυαλό της μέσα στις σκιές του δάσους, στο ξέφωτο όπου συνήθιζε να συναντά τους φίλους της τα ελάφια και παρακάλεσε τ’ αστέρια, το φεγγάρι, τη σιγαλιά του δειλινού και τις ρόδινες λάμψεις της αυγής να τη βοηθήσουν. Κάποια στιγμή τα μάτια της έκλεισαν και της φάνηκε ότι η οροφή του σπιτιού πάνω απ’ το κεφάλι της εξαφανίστηκε. Τη θέση της πήρε ένα τετράγωνο έναστρου ουρανού απ’ όπου πρόβαλλε μια λαμπερή γυναίκα.


-«Σώσε με,» μουρμούρισε η Αστραδενή, «Εγώ που κατάφερα να βοηθήσω τόσο πολύ κόσμο, αλλά δεν ξέρω καμία γιατρειά για το κακό που έχει φωλιάσει μες στον άντρα μου.»


Η οπτασία έσκυψε από πάνω της και της ψιθύρισε:


-«Κάνε υπομονή κόρη μου. Αλλά όταν απαλλαχτείς απ’ τα δεσμά σου πρέπει να φύγεις. Γιατί ο δεσμοφύλακας είναι το ίδιο φυλακισμένος με τον άνθρωπο που κρατάει κλειδωμένο στο κελί του. Πρέπει ν’ αναζητήσεις καταφύγιο στο δάσος, εκεί όπου σε βρήκαν. Εκεί θα φτιάξεις το καινούργιο σπιτικό σου.» Η Αστραδενή άνοιξε τα μάτια της και ανακάλυψε ότι η γυναίκα είχε γίνει άφαντη, η οροφή απλωνόταν σκοτεινή και πάλι πάνω απ’ το κεφάλι της και ο Αλέξης ροχάλιζε και μουρμούριζε στον ύπνο του σαν τον βασάνιζαν χίλιες κακές σκέψεις.


Έτσι λοιπόν, πέρασαν πολλές μέρες μέχρι που ο θυμός του Αλέξη καταλάγιασε και της έλυσε τα πόδια. Το ίδιο εκείνο βράδυ, την ώρα που το φεγγάρι φώτιζε τον ουρανό και ο άνεμος της νύχτας ύφαινε τα όνειρα του κόσμου, η Αστραδενή βγήκε απ’ το σπίτι και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Ο Αλέξης ούρλιαζε σαν πληγωμένο ζώο και έκλαιγε συνέχεια για τρεις μέρες και νύχτες. Την τέταρτη μέρα βγήκε στο χωριό. Κάποια στιγμή το βλέμμα του έπεσε σε μια κοπέλα που ήταν σχεδόν το ίδιο όμορφη όσο και η Αστραδενή και ο θυμός του έσβησε για πάντα.


9


Το δάσος και τα ζώα του καλωσόρισαν την Αστραδενή και άρχισαν να τη φροντίζουν δίχως να ζητούν ανταλλάγματα. Όταν πέρασε λίγος καιρός και ένιωσε πιο ασφαλής, αποτόλμησε να ξαναπλησιάσει το χωριό και να κρυφοκοιτάξει μέσα απ’ το παράθυρο του πατρικού της σπιτικού. Είδε το Νικολό να κοιτάζει δακρυσμένος έναν άδειο τοίχο και κατάλαβε ότι η μητέρα της είχε πεθάνει. Ωστόσο δεν του κράτησε θυμό. Κατάλαβε ότι είχε μετανιώσει για την απόφασή του να την παντρέψει και ξαναγύρισε στο δάσος έχοντας γαλήνη στην καρδιά της.


Από τότε, κάθε φορά που τ’ αστέρια έλαμπαν ψηλά στον ουρανό, η Αστραδενή έμπαινε στα κρυφά στο χωριό και επισκέπτονταν τους άρρωστους. Οι χωριανοί χρειαζόταν απλά να δουν τα φωτεινά τους πρόσωπα για να καταλάβουν ότι εκείνη τους είχε επισκεφτεί. «Τη νύχτα ήρθε ένα πουλί και έβγαλε τον πόνο μου με το ράμφος του,» ήταν όλο και όλο αυτό που τολμούσαν να πουν οι γιατρεμένοι γιατί φοβόντουσαν τον Αλέξη και το θυμό του που μπορεί να τον τύφλωνε και πάλι.


10


Πέρασαν πολλά χρόνια. Ένα πρωινό, μια υπέροχη ευωδιά απλώθηκε σ’ όλο το χωριό, μια μυρωδιά που πολλοί άνθρωποι είχαν ήδη μυρίσει απ’ το βράδυ. Μύριζε σαν φρέσκα βρύα και άγρια τριαντάφυλλα. Ήταν μια μυρωδιά τόσο αγνή που λες και η ανάσα του παραδείσου είχε κατέβει μέχρι τη γη. Εκείνη την ημέρα βρήκαν την Αστραδενή σ’ ένα ξέφωτο του δάσους, ξαπλωμένη δίπλα σ’ ένα μικρό ελαφάκι που είχε πεθάνει την ίδια στιγμή μ’ αυτήν.


Την έθαψαν στο δάσος, στη σκιά ενός γέρικου έλατου. Από τον τάφο της, απ’ το σημείο όπου βρισκόταν η καρδιά της, φύτρωσε ένα μικρό δέντρο. Οι άρρωστοι έπαιρναν ένα μικρό κομμάτι απ’ τη φλούδα του και το ακουμπούσαν στο σημείο όπου πονούσαν. Οι νεότεροι κουβαλούσαν ένα κομματάκι απ’ τα φύλλα του στο στήθος τους σαν γιατρικό για τη ραγισμένη καρδιά.


Και ξανά και ξανά, τη νύχτα οι άνθρωποι έβλεπαν τον κυνηγό και τα ελάφια να στέκονται μαζί, αγαπημένοι και γεμάτοι με ειρήνη, κάτω απ’ τη σκιά του γέρικου έλατου, λουσμένοι στο ασημένιο φως του φεγγαριού.




Ερρίκος Σμυρναίος,,Copyright 2010

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Καλο Πασχα





Καλές Γιορτές Παιδιά...Με υγεία και ευτυχία σε εσάς και τους αγαπημένους σας..

Να κάνω μια προβλέψει? Ο Χριστός θα αναστηθεί για 2010η φορά...και επειδή με την ανάσταση υπάρχει άφεση αμαρτιών ..προλαβαίνετε να κάνετε λίγες ακόμα..

Και μια μικρή παρότρυνση..
Ίσως είναι κάλο κάποια στιγμή ο κόσμος να μείνει μακριά από τις εκκλησίες... η πίστη δεν βολοδέρνει εκεί μέσα.. άλλα μέσα στην καρδιά και την ψυχή του καθενός μας..

Καλές Γιορτές..