Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Το Ταξίδι


1


Κείτονταν στο δάπεδο προσπαθώντας να συνέρθει από την κρίση που μόλις είχε φτάσει στο τέλος της. Μια ακόμα κρίση πανικού που την είχε βρει έτσι ξαφνικά, για ακόμα μια φορά, όπως γινόταν αρκετά συχνά τον τελευταίο καιρό.


Αυτή την φορά όμως ήταν διαφορετική, μα και αφάνταστα έντονη. Απορούσε σαστισμένη πως αυτή την φορά δεν της στοίχισε την ίδια της την ζωή. Θα έπαιρνε όρκο πως κάποια στιγμή η καρδιά της είχε σταματήσει να χτυπά, αλλά φαίνεται πως ήταν μια παραίσθηση την ώρα που βούλιαζε όλο και πιο βαθιά στο χάος του πανικού της.


Με πολύ κόπο κατάφερε να μετακινήσει το βλέμμα της μέσα στο χώρο και προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν. Και τότε, γεμάτη ανακούφιση, τον είδε να στέκεται από πάνω της, στο πλάι της, να της κρατά το χέρι και να της χαμογελά, λάμποντας ολόκληρος από ευδαιμονία. Δεν υπήρχε δείγμα ανησυχίας στο βλέμμα του και της φάνηκε τόσο περίεργο. Νόμιζε πως παραλίγο να πέθαινε και όμως εκείνος την κοιτούσε σαν να μην είχε γίνει απολύτως τίποτα.


-Τι έγινε; Τι έπαθα αυτή την φορά;


Έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλιά της και της ψιθύρισε απαλά...


-Επιτέλους είσαι ελεύθερη…


2


Το απόγευμα καθόταν για ώρες μπροστά στον καθρέφτη και άλλαζε το ένα ρούχο μετά το άλλο. Η αντανάκλαση της εικόνας της δεν την ικανοποιούσε στο ελάχιστο, όχι όμως για κάποιον εγωιστικό η ναρκισσιστικό λόγο. Απλά το ίδιο της το πρόσωπο, το σώμα της, τα ένοιωθε τόσο απόμακρα και τόσο ξένα. Ήταν φορές που ένιωθε το ίδιο της το κορμί να μην της ανήκει, να είναι το σώμα μιας άλλης. Πολλές φορές ένιωθε άβολα με τον εαυτό της, ενώ άλλες φορές ένιωθε τέτοιο δυναμισμό και τέτοια αυτοπεποίθηση που την έκανε να ανησυχεί για την ψυχική της υγεία.


Δεν τολμούσε να πει όλους αυτούς τους προβληματισμούς της ακόμα και στα πολύ κοντινά της άτομα από φόβο μην έρθει αντιμέτωπη με την σίγουρη χλεύη που θα ακoλουθούσε μόλις θα τους ανέφερε αυτές τις σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό της καθημερινά. Προσπάθησε πολλές φορές να τους τα πει διακριτικά και να τα παρουσιάσει σαν να επρόκειτο για σκέψεις κάποιου άλλου προσώπου, μα μόλις άρχιζε να ακούει πως όποιος σκέπτεται έτσι για τον εαυτό του είναι σίγουρα τρελός και χρειάζεται βοήθεια από κάποιον ειδικό, αμέσως άλλαζε θέμα συζήτησης και μεταμορφωνόταν ξαφνικά σε έναν άνθρωπο που δεν τον απασχολούσε τίποτα και ήταν η ψυχή της παρέας. Τους έκανε όλους να γελούν και να διασκεδάζουν με σκοπό να ξεχνιέται και η ίδια μα και να ξεγελά και τους γύρω της και να περνά απαρατήρητη η εσωτερική της διαμάχη.

Ένιωθε πως είναι μόνη σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν πρόκειται ποτέ να την καταλάβει, να την νιώσει, να κοιτάζει στα μάτια της και να έχει την αίσθηση πως μπορεί να καταλάβει τι σκέπτεται και τι βιώνει χωρίς καν να μπει στην διαδικασία να πει πολλά λογία. Αυτό την έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα με τον εαυτό της και να αισθάνεται μόνη και ανήμπορη να αντεπεξέλθει στην πεζή καθημερινότητα. Μόνο τις στιγμές που ήταν μόνη στο σπίτι της μπορούσε να αναθαρρέψει καθώς και τις ελάχιστες φορές που μπορούσε να ξεγλιστρήσει από τους γκρίζους τοίχους της πόλης και να πάρει μερικές κλεφτές ανάσες αέρα ελευθερίας, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια και τα κουρασμένα βλέμματα των ανθρώπων, σε κάποια παράλια, σε κάποιο ξεχασμένο από τον κόσμο άλσος η οπουδήποτε θα μπορούσε να απολαύσει μερικές δανεικές στιγμές ξεγνοιασιάς και γαλήνης πριν αναγκαστεί να γυρίσει πίσω στην βαλτώδη ζωή που ένιωθε εξαναγκασμένη να ζήσει.


3


Και τότε ήρθε στην ζωή της εκείνος. Όταν είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα και είχε κλειστεί σχεδόν τελείως στον εαυτό της, κάνοντας μόνο κάποια διαλείμματα όπου εξασκούσε την υποκριτική συμπεριφορά που αποζητούσαν οι γύρω της, συνάντησε εκείνον. Ήρθε κυριολεκτικά από το πουθενά, μια θεόσταλτη σύμπτωση τους έκανε να γνωριστούν και αμέσως την πλημμύρισε μια παράδοξη αίσθηση. Είχε την βεβαιότητα πως τον ήξερε από παλιά, κάτι το οποίο ήταν ασφαλώς αδύνατον καθώς δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ στην ζωή τους.


Αμέσως, από την πρώτη κιόλας συνάντηση τους, άρχισαν να μιλούν και να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με μια οικειότητα που ήταν τελείως αδικαιολόγητη να υπάρχει. Και όμως, είχαν αυτή την άνεση στην επικοινωνία που έχουν δυο άνθρωποι όταν γνωρίζονταν από χρόνια και απλά είχαν χαθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.


Πάντα πίστευε και ένιωθε πράγματα που ούτε τα απειροελάχιστα ψήγματα τους δεν είχε αποκαλύψει στον περίγυρο της καθώς η αποδοκιμασία θα ήταν κάτι παραπάνω από δεδομένη. Και όμως εκείνος, λες και μπορούσε να δει μέσα της, τα ανέφερε από μόνος του, βγάζοντας την από τον κόπο και την αμηχανία να του τα εξιστορήσει. Ήταν αυτό που πάντα ονειρευόταν να αποκτήσει στην ζωή της: έναν συνοδοιπόρο και ξαφνικά στο μυαλό της σχηματίστηκε μια σκέψη, μια ιδέα, μια τόσο ενοχλητικά παράδοξη ιδέα που πραγματικά θεώρησε πως ίσως να είχαν ένα μερίδιο δίκιου όσοι της έλεγαν πως όποιος κάνει τέτοιου είδους σκέψεις πολύ καλά θα κάνει να στραφεί στην επαγγελματική βοήθεια ενός γιατρού. Σκέφτηκε πως πράγματι τον ήξερε από παλιότερα. Μα απροσδόκητα παλιότερα. Ότι μάχονταν στην ίδια παράταξη σε κάποιον πόλεμο. Μόλις αυτή η ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό της το βλέμμα της έπιασε το δικό του να την κοιτάζει με ένα είδος κατανόησης και γνώσης. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως είχε διαβάσει την σκέψη της όσο απίθανο και να ακούγονταν αυτό.


Όσο και αν μέσα της ήταν σίγουρη πως κάτι διαφορετικό υπήρχε σε εκείνη και δεν άνηκε στον κόσμο που ζούσε, προσπαθούσε πάντα να το καταπνίξει καθώς της φάνταζε πολύ υπεροπτικό να πιστεύει πως είναι διαφορετική, αλλιώτικη από τους άλλους. Απλά είχε καταλήξει να θεωρεί πως ήταν από αυτά τα ασυμβίβαστα πνεύματα που αντιτάσσονται στην πνιγερή καθημερινότητα γύρω μας και δεν μπορούν με τίποτα να αφομοιωθούν σε αυτή ολοκληρωτικά. Όμως από την στιγμή που τον γνώρισε, όλα άρχισαν να δείχνουν διαφορετικά απ' ότι είχε καταλήξει να πιστεύει. Άρχισε να σκέπτεται πως η αλήθεια ίσως ήταν αυτή που προσπαθούσε μανιωδώς να καταπνίξει και να την χαρακτηρίσει ως παιδαριώδες πείσμα και πίστη σε όμορφα, μα φανταστικά παραμύθια.


4


Από την στιγμή που συναντήθηκαν, κατέληξαν να γίνουν πραγματικά αχώριστοι. Σαν ο ένας να είχε απόλυτη ανάγκη τον άλλο για να νιώθουν ολοκληρωμένοι. Υπήρχε απόλυτη συνεννόηση μεταξύ τους και μπορούσαν να μιλούν για χιλιάδες διαφορετικά πράγματα ξέροντας ότι η κατανόηση μεταξύ τους ήταν κάτι παραπάνω από αμοιβαία.


Υπήρχε όμως και κάτι παραπάνω, κάτι πιο ιδιαίτερο και ξεχωριστό. Είχε τις ίδιες περίεργες αντιλήψεις και ανησυχίες με εκείνη. Ήταν ένας άνθρωπος λοιπόν που όχι μόνο την έβγαζε από την θλίψη και την μοναξιά της, μα και ήταν πρόθυμος να σταθεί δίπλα της, να την βοηθήσει να περπατήσει στα μονοπάτια που πάντα ήθελε να βαδίσει, μα μόνη δεν μπορούσε και φοβόταν να το κάνει. Εκείνος της είπε πως αν είναι βέβαιη πως αυτό ήθελε πάντα να κάνει, αυτή την πορεία να ακολουθήσει, ευχαρίστως θα την βοηθούσε και θα της στεκόταν μέχρι όσο θα χρειαζόταν για να μπορέσει να σταθεί μόνη της στα πόδια της και να αντιμετωπίσει τις όποιες προκλήσεις μόνη της.


Στην αρχή δυο δυνάμεις συγκρούονταν μέσα της. Η βαθιά πεποίθηση της πως κάτι δεν πάει καλά με εκείνη και η έντονη αίσθηση της διαφορετικότητας της και από την άλλη η τάση της λογικής της να προσπαθεί να καταλαγιάσει τέτοιου είδους σκεπτικά και να προσπαθήσει να την κάνει να δεχτεί πως όλοι μέσα μας κατά βάθος θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε διαφορετικοί.


Όλα αυτά τα συζητούσε μαζί του και εκείνος με την γαλήνη και τη ψυχραιμία που ένας έμπειρος δάσκαλος αντιμετωπίζει έναν ανυπόμονο και φιλομαθή μαθητή, προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν πρέπει να ανησυχεί και δεν είναι κάτι εγωιστικό η υπεροπτικό να είναι κανείς διαφορετικός, καθώς ο κάθε ένας είναι διαφορετικός μα όλοι είμαστε πλάσματα αυτού του κόσμου. Απλά δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Με την βοήθεια του και όσο ο καιρός περνούσε, άρχισε να μην ασκεί τόσο έντονη κριτική στον εαυτό της και ακλουθούσε πιστά τις συμβουλές του στο να αφεθεί να είναι ο εαυτός της, να πιστεύει στον εαυτό της και να μην τον υποτιμά τόσο μα πάντα να έχει ένα αντίβαρο, την λογική της. Να μην αφήνει τον εαυτό της να παρασύρεται από την ανάγκη της να σεργιανίσει στα μονοπάτια του παράδοξου και του διαφορετικού και καταλήξει να κυνηγάει Χίμαιρες.


Στην αρχή της ήταν δύσκολο να καταλάβει αυτή την λεπτή διαφορά, όμως η ίδια η Μοίρα της έφερνε μπροστά στα μάτια της παραδείγματα που της αποδείκνυαν και της υπέδειχναν τι εννοούσε εκείνος με όσα της έλεγε. Γινόταν μάρτυρας γεγονότων που ποτέ δεν περίμενε πως θα ζούσε. Αν δεν είχαν συναντηθεί και γνωριστεί, δεν θα πήγαινε ποτέ σε κάποια μέρη και δεν θα βίωνε κάποιες καταστάσεις που εκείνη ακριβώς την δεδομένη στιγμή που τα ζούσε από τη μια ήξερε βαθιά μέσα της πως ήταν άκρως αληθινά και από την άλλη προσπαθούσε ματαία να τα εκλογικέψει. Και τότε έρχονταν μερικές του λέξεις, ένα βλέμμα του, το άγγιγμα του, την κατάλληλη στιγμή για να την κάνουν να σιγουρευτεί πως το κάθε γεγονός, το κάθε θαυμαστό σημάδι που αντίκριζε ήταν πέρα για πέρα αληθινό.


5


Όσο εξοικειώνονταν όμως στις ξεχωριστές αυτές διαδρομές και στα διαφορετικά τους σεριανισματα, εκείνη άρχισε να θυμάται και να συνειδητοποιεί πράγματα, γεγονότα και αναμνήσεις του παρελθόντος της που δεν είχε δώσει και ιδιαίτερη σημασία τότε, μα τώρα ξεπετάγονταν μπροστά της σαν πυροτεχνήματα και δεν μπορούσε να τα αγνοήσει.


Έρχονταν να της αποδείξουν πως από μικρή είχε κάτι το διαφορετικό και ας προσπαθούσε με μανία κάποιες φορές να το αγνοήσει και να προσπαθεί ανεπιτυχώς να ενταχτεί σε μια ζωή που δεν της ταίριαζε. Οι συμπτώσεις άρχιζαν να γίνονται τρομακτικά πολλές και αυτά που έβλεπε και βίωνε δεν μπορούσε να τα αγνοήσει πια. Και όσο αποδεχόταν την διαφορετικότητα της και το δέσιμο μαζί του γινόταν όλο και πιο ισχυρό, τα παράδοξα στην ζωή της άρχισαν να πληθαίνουν και να επηρεάζουν την ζωή και την ύπαρξη της. Δεν μετάνιωνε όμως στιγμή που ακολούθησε το μονοπάτι που της χάραζε η διαίσθηση της.


Τις φορές που τον ρωτούσε τι είχε βρει στο πρόσωπο της και τον έκανε να πιστεύει πως είναι διαφορετική της έλεγε πως θα ανακαλύψει μόνη της ότι είναι να μάθει και πως δεν έχει σημασία να μάθει τις απαντήσεις έτοιμες, το θέμα ήταν να έκανε το ταξίδι που θα την οδηγούσε στον προορισμό της. Όσο και να ήταν ανυπόμονη και λαχταρούσε τις πολυπόθητες απαντήσεις στα ερωτήματα της, ήξερε πως έπρεπε να του δείξει εμπιστοσύνη.


Ενώ προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως οι σκέψεις για την διαφορετικότητα της ήταν απλά γέννημα της γόνιμης φαντασίας της, δεν μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να πει το ίδιο και για εκείνον. Αυτό όχι μόνο δεν την τρόμαζε και δεν την ενοχλούσε, αντιθέτως της έδινε μια ακόμα πιο έντονη αίσθηση εμπιστοσύνης, άνεσης και οικειότητας μαζί του για έναν πραγματικά αδιευκρίνιστο λόγο.


6


Από την πρώτη τους κιόλας συνάντηση είχε αντιληφτεί την διαφορετικότητα του. Πέρα από εκείνη την ασυμβίβαστη αίσθηση πως τους σύνδεε μια παλιά μεταξύ τους γνωριμία, υπήρχε και η αόριστη, αν όχι αίσθηση, ας πούμε υπόνοια, πως δεν ήταν μόνος. Παρόλο που έδειχνε συμβιβασμένος με το γεγονός πως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με κάποια παρουσία, δεν έδειχνε όμως και να είναι ικανοποιημένος η άνετος εξολοκλήρου με αυτήν την κατάσταση. Παρόλο που φαινόταν να έχει αποδεχτεί την παράξενη 'συντροφιά' του, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που έκανε έκδηλη την δυσαρέσκεια του. Με τον καιρό δεν ήταν λίγες οι φορές που παραδεχόταν πως θα ήθελε να είχε μια ήρεμη, απλή ζωή όπως ο περισσότερος κόσμος.


Με το πέρασμα του χρόνου όμως και όσο πιο πολύ τον συναντούσε και η σχέση τους γινόταν όλο και πιο στενή άρχιζε και εκείνη η ίδια να καταλαβαίνει και να αισθάνεται αυτήν την παρουσία που τον συνόδευε. Είχαν συζητήσει πολλές φορές για την φύση αυτής της 'παρουσίας' και αυτό που της φάνταζε ακόμα πιο περίεργο από την ίδια την παρουσία ήταν το γεγονός πως της έδινε σημάδια πως, αν όχι την συμπαθούσε, αλλά έστω πως δεν της άφηνε κάποια αίσθηση αρνητισμού.


Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει, πόσο δε μάλλον να αγνοήσει την πρώτη φορά που αισθάνθηκε αυτό το απόκοσμο αγκάλιασμα. Αυτήν την αίσθηση δεν ήταν δυνατόν να την προσφέρουν ποτέ θνητά, ανθρώπινα χέρια. Πως θα μπορούσε να περιγράψει τα ρίγη που διαπέρασαν το σώμα της όταν ένα αόρατο χέρι έσφιξε μέσα του το δικό της λίγο πριν τα μάτια της παίξουν ένα περίεργο παιχνίδι και σχηματίσουν μπροστά της μια νεφελώδη, ακαθόριστη μορφή, που ενώ η φυσική της όραση δεν ήταν σε θέση να της δώσει σχήμα και εικόνα, η ψυχική της όραση αντίκρισε για κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι μοναδικό;


Και εκείνος, κάθε φορά που την έβλεπε να τινάζεται έκπληκτη, της χαμογελούσε και δήθεν αθώα την ρωτούσε τι ήταν αυτό που την έκανε να αναριγήσει, να μείνει ακίνητη και σαστισμένη η να έχει εκείνη την αποσβολωμένη έκφραση ανάμεικτης χαράς, έκπληξης και δέους. Σαν να τον διασκέδαζε, μα όχι κακοπροαίρετα αυτή η κατάσταση. Σαν να απολάμβανε να την βλέπει σιγά σιγά να μπαίνει και εκείνη στον κόσμο που ζούσε εκείνος τόσα χρόνια. Έναν κόσμο τόσο διαφορετικό και τόσο μαγευτικό. Έναν κόσμο που είχε τόσα θαύματα όσα και θυσίες. Είχε την εντύπωση κάποιες φορές πως ίσως του θύμιζε τον εαυτό του όταν ήταν στην θέση της, όταν έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα στον νέο αυτό κόσμο και κοιτούσε γύρω του σαν παιδί που όλα του φαίνονταν πρωτόγνωρα και τόσο ονειρικά.


7


Σιγά σιγά όμως άρχισε να ανακαλύπτει πως δεν ήταν όλα μόνο όμορφα και ονειρικά πλασμένα σε αυτήν την νέα πραγματικότητα. Παρόλο που το ήξερε και η ίδια μα και της το είχε επισημάνει και εκείνος, κάποιες στιγμές βρέθηκε η ίδια αντιμέτωπη με άσχημες καταστάσεις και κατάλαβε πως τίποτα και κανένας όσο και καλά να χειριζόταν τον λόγο, δεν ήταν σε θέση ούτε στο ελάχιστο να της περιγράψει πόσο τρόμο μπορούσαν να κρύψουν μέσα τους κάποιες στιγμές.


Εκείνος στάθηκε δίπλα της με όποιον τρόπο μπορούσε και ήταν δυνατόν σε αυτές τις δυσκολίες, την παρηγόρησε όταν ο τρόμος που είχε αντιμετωπίσει την είχε καθηλώσει τόσο που έκλαιγε με αναφιλητά, της πρόσφερε το χάδι και τις συμβουλές του μα και την κατανόηση του όταν την έβλεπε η την άκουγε τσακισμένη από αυτό που είχε βιώσει. Όμως έβλεπε πως δεν έλεγε ποτέ πως θα εγκαταλείψει αυτό το μονοπάτι που είχε αποφασίσει να πάρει όσο και αν κάποιες άσχημες στιγμές ο φόβος φαινόταν να παίρνει το πάνω χέρι. Αυτό φαινόταν να τον ανακουφίζει μόλις έβλεπε πως αφού έβγαζε και εξωτερίκευε τις σκέψεις και τις φοβίες της, μετά έδειχνε πιο έτοιμη και πιο δυνατή από πριν. Ήταν σαν ακόμα μια απόδειξη πως δεν είχε κάνει λάθος που πίστευε αυτά που πίστευε για εκείνη.


8


Όλες αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν μέσα στο μυαλό της όση ώρα προσπαθούσε να ετοιμαστεί. Μια ακόμα άσκοπη βόλτα. Το σκεφτόταν και ένιωθε να ασφυκτιά μέσα της. Άλλη μια φορά που θα έπρεπε να παραστήσει πως όλα είναι μια χαρά ενώ το μυαλό της θα βούιζε από τα καθημερινά προβλήματα και δυσκολίες και δεν ήταν ούτε σε θέση μα ούτε είχε διάθεση να αγνοήσει και να υποκριθεί πως δεν την απασχολούσαν. Η σκέψη πως δεν θα ήταν και εκείνος μαζί της την έκανε να νιώθει ακόμα πιο δυσάρεστα. Ας ήταν τουλάχιστον εκείνος μαζί της. Δεν θα ήταν τόσο δυσβάστακτο όλο αυτό, θα ήξερε ότι χωρίς να μπει στον κόπο να πει η να δείξει το οτιδήποτε, εκείνος θα την καταλάβαινε και θα της συμπαραστεκόταν.


Έριξε μια ακόμα ματιά στο είδωλο της και ξεφύσησε αγανακτισμένη. Δεν θα σπαταλούσε άλλο χρόνο και διάθεση για να προσπαθήσει να κάνει την εμφάνιση της να της φανεί πιο θελκτική. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Δεν την ενδιέφερε πια τόσο να βγει έξω και να εισπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα βλέμματα επιδοκιμασίας. Το έβλεπε πραγματικά αδιάφορο. Πέταξε τα ανακατεμένα ρούχα σε έναν σωρό και αδιαφορώντας για την ακαταστασία βγήκε από το δωμάτιο. Κοίταξε το ρολόι της και αφού φόρεσε το μπουφάν της έφυγε.


9


Καθόταν σαν αποσβολωμένη και παρακαλούσε η ώρα να περάσει για να μπορέσει να γυρίσει σπίτι της. Εντάξει, δεν της έφταιγαν τόσο οι γύρω της που το μόνο που ήθελαν ήταν να διασκεδάσουν ένα ακόμα βράδυ, όσο της έφταιγε ο ίδιος της ο εαυτός. Και ακόμα χειρότερα δεν ήξερε το γιατί. Πάλι αυτή η ακατάσχετη αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τώρα τελευταία ήταν τόσο συχνή που πραγματικά ανησυχούσε για την υγεία της.


Η αίσθηση αδυναμίας και κάποιες άλλες φορές μια ένταση και ένα τρέμουλο που δεν έλεγε να σταματήσει, όλα αυτά την οδηγούσαν μαθηματικά σε μια ακόμα κρίση πανικού. Παρόλο που ήταν κάτι που το πάθαινε αρκετός κόσμος και δεν ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο ειδικά στους ανθρώπους που ζουν στις γιγάντιες και τερατώδεις πόλεις, για εκείνη ήταν κάτι παραπάνω από πρωτόγνωρο. Άρχισε σιγά σιγά να νιώθει κόμπους ιδρώτα να κυλούν στον λαιμό της. Ένιωθε η ανάσα της να βγαίνει βαριά και μαγκωμένη. Το μυαλό της άρχισε να δουλεύει πιο γρήγορα προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της, να ελέγξει το ίδιο της το κορμί για να προλάβει αυτό που φοβόταν πως θα επακολουθήσει. Μόνο που δεν είχε ιδέα το πόσο έντονο και διαφορετικό θα ήταν αυτή την φορά.


Πανικόβλητη έστρεψε το βλέμμα της γύρω στο χώρο. Προσπαθούσε να προσανατολιστεί προς τα πού είναι η έξοδος και τρομοκρατήθηκε μόνο και μόνο στην σκέψη πως ήταν αρκετά μακριά από εκεί που κάθονταν. Αν ήταν μια χαρά η απόσταση ήταν αμελητέα αλλά στην κατάσταση που ήταν αυτή την στιγμή της φάνηκε ατελείωτη.


Άρχισε να την πνίγει μια τέτοια ασφυκτική ζέστη που νόμιζε πως όλο το κορμί της είχε πάρει φωτιά, τα ρούχα της κολλούσαν πάνω της και την ζεμάτιζαν λες και καιγόταν ολόκληρη. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από την αγωνία και είχε την αίσθηση πως όλο το μαγαζί είχε συρρικνωθεί ενώ εκείνη ήταν παγιδευμένη μέσα του ανήμπορη για το παραμικρό. Οι φωνές των ανθρώπων γύρω της είχαν ξαφνικά μετατραπεί σε έναν αφόρητο βόμβο που την τρέλαινε και είχε γίνει μια τρομερή Βαβέλ ήχων που έσκιζε τ' αφτιά της.


Η πρώτη σκέψη που κατάφερε να κάνει ήταν να απλώσει με όση δύναμη της είχε μείνει το χέρι της και να πιάσει το κινητό της. Άκουσε την φωνή της φίλης της σαν να ερχόταν μέσα από το αχανές βάθος ενός τούνελ και να την ρωτά αν είναι καλά. Είδε την ανησυχία στο βλέμμα της αλλά δεν ήταν σε θέση να της πει και πολλά πράγματα. Η δύναμη της εξαντλήθηκε με το να πατήσει το πλήκτρο της κλήσης στο κινητό. Μετά όλα σκοτείνιασαν.


10


Για λίγα λεπτά έχασε κάθε επαφή με τον εαυτό της, αμέσως σκέφτηκε πως είχε λιποθυμήσει. Άρχισε σιγά σιγά να ακούει ένα σμάρι από ήχους και ομιλίες γύρω της μα δεν μπορούσε να καταλάβει ποιοι ήταν και τι έλεγαν. Ήθελε να μιλήσει, να πει ότι είχε αρχίσει να συνέρχεται και να μην ανησυχούν αλλά ανακάλυψε πως δεν άκουγε την ίδια της την φωνή. Άρα σκέφτηκε πως καλύτερα θα ήταν να μείνει εκεί που βρίσκονταν μέχρι να συνέρθει τελείως, εξάλλου δεν είχε κουράγιο για να κάνει το παραμικρό.


Ξαφνικά η αίσθηση βουτιάς στο κενό, την συντάραξε ολόκληρη. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα για να προσπαθήσει να βρει από κάπου να κρατηθεί και να γλιτώσει από αυτήν την αχαλίνωτη πτώση μα ανακάλυψε πως βρίσκονταν στο κενό. Στο κενό; Μα πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Δεν υπάρχει κενό! Και αυτή η αίσθηση πτώσης; Τι της συνέβαινε; Που είχαν πάει όλοι; Που ήταν; Κενό, ανυπαρξία, θάνατος. Ώστε αυτό ήταν; Και αν ήταν νεκρή πως είναι δυνατόν να τα σκέπτεται όλα αυτά; Το κενό που υπήρχε γύρω της, αυτό το πνιγερό σκοτάδι έπρεπε να είχε πάρει και την θέση του στο μυαλό της, να είχε σκεπάσει η Λήθη τα πάντα.


Και τότε το σκηνικό άλλαξε δραματικά. Το σκοτάδι πλημμύρισε με φως. Ένα φως τόσο έντονο που την έκανε να κλείσει ενστικτωδώς τα μάτια και τότε βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ακόμα έκπληξη. Τα βλέφαρα της ήταν λες και είχαν μετατραπεί σε μια διαφανή μεμβράνη που δεν την προστάτευαν ούτε στο ελάχιστο από την δυνατή ακτινοβολία. Από κάπου πολύ μακριά νόμισε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πως άκουσε έναν ήχο, μια ομιλία που της φάνηκε τόσο οικεία. Χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε το κορμί της καθώς σχεδόν ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε πως η πτώση της είχε μεν σταματήσει μα δεν ένιωθε να ακουμπά η να στέκεται κάπου.


Και τότε ανακάλυψε πως το σώμα της δεν ήταν πια ίδιο, δεν ήταν το σώμα το οποίο φαίνεται πως κείτονταν κάπου αλλού λιπόθυμο. Αυτό που αντίκριζαν τα έκπληκτα μάτια της ήταν πως αυτό που ονόμαζε σώμα της εκείνη την δεδομένη στιγμή δεν ήταν τίποτε άλλο από μια δέσμη φωτός και το ξεχώριζε με αρκετή δυσκολία από το υπόλοιπο υπέρλαμπρο φως που δέσποζε παντού.


11


Με μια αίσθηση δέους να την έχει κυριέψει, κοιτούσε αυτό το πανέμορφο φως να καλύπτει τα πάντα και είχε μείνει σαν μαγεμένη να προσπαθεί να εγκλιματιστεί σε αυτήν την νέα κατάσταση που βρισκόταν.


Ήταν σε ενός είδους πρωτόγνωρη έκσταση και προς στιγμή δεν την ενδιέφερε ούτε που ήταν, ούτε τι της συνέβαινε μέχρι που εντόπισε μια νέα κίνηση στο Άπειρο στο οποίο ήταν βυθισμένη. Και τότε αντιλήφτηκε για πρώτη φορά πως δεν ήταν μόνη σε αυτό το λουσμένο στο φως Χάος.


Γύρω της χόρευαν αμέτρητες σιλουέτες σαν την δική της και φάνταζαν να παίζουν και να την προσκαλούν να τις ακολουθήσει στον ανάλαφρο χορό τους. Ένιωθε αυτό το νέο της σώμα ανάλαφρο και ευέλικτο και αισθάνθηκε μια ευφορία και μια θέρμη ολόγυρα. Θα είχε ακολουθήσει το κάλεσμα τους αν ήξερε πώς να το κάνει, πώς να κινηθεί στην παροντική της κατάσταση. Τότε ένιωσε ένα άγγιγμα, ένα απροσδόκητα γνώριμο άγγιγμα. Το πρώτο γνώριμο πράγμα που συνάντησε σε αυτό το υπέροχο μέρος. Γύρισε να αντικρύσει από ποιον η μάλλον από τι προέρχονταν και ένιωσε να πλημμυρίζει από ευτυχία.


Είδε την μορφή του μοναδικού πλάσματος στον επίγειο κόσμο που υπήρξε πραγματικά κοντά της. Και δεν ήταν μονός ούτε σε αυτό το μαγευτικό μέρος, περά από την πραγματικότητα. Και τώρα έβλεπε καθαρά και σε όλο του το μεγαλείο την μορφή που πάντα τον συνόδευε. Αν είχε δάκρυα σίγουρα θα είχαν αυλακώσει το πρόσωπο της. Αν είχε φωνή σίγουρα θα είχε βγάλει μια κοφτή κραυγή δέους. Αν είχε πόδια τα γόνατα της θα είχαν λυγίσει και θα είχε σωριαστεί μπροστά στην μεγαλόπρεπη μορφή που τον συντρόφευε. Μα και αν είχε χέρια θα είχε αγκαλιάσει εκείνον και θα τον ευχαριστούσε που ούτε εδώ δεν την είχε εγκαταλείψει και δεν την είχε αφήσει μόνη της.


Ξαφνικά ο ήχος της φωνής του έσκισε την απόλυτη γαλήνη. Τόση ώρα νόμιζε πως δεν υπήρχε ήχος, πως δεν υπήρχε τίποτα περά από το μεταξένιο εκείνο φως.


-Είναι τόσα πολλά που έχεις να ανακαλύψεις εδώ. Και τόσα άλλα μέρη να επισκεφτείς. Είχα σκοπό να στα δείξω εγώ και να μην χρειαστεί να έχεις ένα τόσο δύσκολο ταξίδι για να έρθεις, άλλα φαίνεται δεν είχα υπολογίσει καλά την ανάγκη σου να βγεις. Συγχώρεσε με, πρέπει να υπέφερες πολύ τόσο καιρό που πολεμούσες να ελευθερωθείς μόνη σου.


Άκουγε τον απολογητικό τόνο της φωνής του και ήθελε τόσο να τον αγκαλιάσει και να του πει πως δεν είναι ανάγκη να στενοχωριέται. Τώρα είχαν πάει όλα καλά, τώρα και εκείνη ήταν καλά και μάλιστα απροσδόκητα καλά, μιας και ήταν πια και εκείνος μαζί της. Το βλέμμα της έπεσε ξανά και μαγνητίστηκε στο πανέμορφο, κατάλευκο ον που στέκονταν σαν φρουρός δίπλα του. Με μια κίνηση που δεν μπόρεσε να ανιχνεύσει το βλέμμα της, τίναξε και τέντωσε τα φτερά που είχε στους ώμους του με τέτοια ταχύτητα που σχεδόν την τρόμαξε.


-Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Όποιος θέλει να με βλάψει πρέπει να φοβάται. Και όποιος θέλει να βλάψει εσένα πρέπει να φοβάται έμενα.


Άπλωσε το χέρι του και το έτεινε προς το μέρος της. Ενστικτωδώς έκανε και εκείνη το ίδιο. Και τότε είδε πως ένα φωτεινό, άυλο χέρι άγγιξε το δικό του. Ήταν το δικό της. Ξαφνικά σκέφτηκε πως όσο περισσότερο έμενε σε εκείνο το μέρος, τόσο περισσότερο εξοικειώνονταν και τα μάτια και οι αισθήσεις της ακόμα και ας ήταν διαφορετικές από αυτές του υλικού κόσμου.


-Ναι. Έτσι είναι. Και έχεις να ανακαλύψεις πολλά περισσότερα κάθε φορά που θα ερχόμαστε εδώ, μα και αλλού. Τώρα όμως πρέπει να φύγουμε, είσαι πολύ αδύναμη από την ταλαιπωρία.


12


Δεν κατάλαβε καν για πότε έφυγε από την μια κατάσταση και γύρισε στην άλλη. Προσπαθούσε να πάρει όσες πιο πολλές ανάσες μπορούσε, λες και οι πνεύμονες της είχαν αδειάσει από οξυγόνο. Το κορμί της πονούσε και ένιωθε εξαντλημένη, μα και τόσο μπερδεμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της είχε συμβεί, που ήταν, τι είχε γίνει αυτή την φορά. Προσπαθούσε να ανακαλέσει κάποια ανάμνηση, κάποια εικόνα, κάποιον ήχο η ομιλία για να καταφέρει να κάνει το μυαλό της να λειτουργήσει και να θυμηθεί, μα ήταν επιεικώς αδύνατον.


Άνοιξε δειλά τα μάτια της και προσπάθησε να κοιτάξει γύρω της. Το μέρος της ήταν άγνωστο μα δεν την ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Αν μη τι άλλο ήταν ζωντανή, αν και της προκαλούσε τρομερή έκπληξη αυτό. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως αυτή την φορά δεν θα τα κατάφερνε, πως το κορμί της θα την πρόδιδε. Και όμως ήταν εκεί και προσπαθούσε να συνέρθει.


Με τρεμάμενα χέρια ψηλάφησε το σώμα της και ανακάλυψε πως σε μερικά σημεία πονούσε πολύ και τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα. Τότε η ανάμνηση μιας φωνής αντήχησε στο μυαλό της.


«Βγάλτε με από 'δω μέσα!!!!»


Ήταν η δική της φωνή που ούρλιαζε ξανά και ξανά την ίδια πρόταση. Σαν να ήταν παρατηρητής του ίδιου της του εαυτού, είδε για κλάσματα του δευτερόλεπτου το κορμί της σε κατάσταση πλήρη πανικού να φωνάζει και να προσπαθεί να σκίσει τα ρούχα και την ίδια της την σάρκα. Τότε σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε γύρω.


Όταν το βλέμμα της τον συνάντησε επαψε να την ενδιαφέρει το παραμικρό. Ήξερε πως αφού ήταν εκείνος εκεί μαζί της δεν είχε λόγο να φοβάται και να ανησυχεί για τίποτα. Το βλέμμα του και η έκφραση του προσώπου του, την διαβεβαίωναν πως όλα ήταν μια χαρά. Αλλά πως ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Εκείνη πίστευε πως παραλίγο να πέθαινε και εκείνος ήταν τόσο άνετος και με ένα ύφος που μαρτυρούσε σχεδόν κάποιο είδος χαράς.


-Τι έγινε; Τι έπαθα αυτή την φορά;


Εκείνος έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλιά της και της ψιθύρισε απαλά στ' αφτί.


-Επιτέλους είσαι ελεύθερη.


Nicky Augerinou, Copyright 2010

6 σχόλια:

  1. Νίκη,

    Ένα πολύ όμορφο καλογραμμένο κείμενο για ένα πολύ δύσκολο θέμα... τα συγχαρητήρια μου..

    Σε ευχαριστώ για την αφιέρωση..αν και δεν γνωρίζω το κατά πόσο καλός "δάσκαλος" (όπως επιμένεις να με χαρακτηρίζεις) μπορεί να είμαι..σε ευχαριστώ πάντως..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. isws to exete viwsei o idios san thuths kai mporeite na katalavete pws eviwthe h irwida sas !!! kalogrameno alla arketa omixlwdes
    H Eleutheria einai spoudaia kai den prepei na

    paraviazete !!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. file/ i anwnime..

    to thema einai astrikis probolis einai ena tromera diskolo thema gia na anaptixthei. Grafo polla xronia alla den exo epixirisi na grapso kati toso ksekatharo giati mou einai tromera diskolo na to perigrapso.

    Simfono oti einai arketa omixlodes, alla gia mia nea siggrafea opos i niki, einai megalo katorthoma na prospathisei esto na dokimastei se enan tetoio diigima..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κατ'αρχην να πω ακομα μια φορα ενα μεγαλο ευχαριστω για τα σχολια,τα οποια ειναι στ'αληθεια πολυτιμα και οχι μονο οταν ειναι θετικα.
    Δεν αποφασισα ετσι απλα να γραψω ενα διηγημα πανω στο εν λογω φαινομενο και απλα το εκανα.Οπως και τα προηγουμενα κειμενα μου που φιλοξενουνται εδω,ετσι και αυτο,προεκυψε απο μια ιδεα της στιγμης,χωρις προσπαθεια αναζητησης θεματος.Δεν μπορω να ξερω κατα ποσο "πλησιασα" στο θεμα,απλα ελπιζω να εφτασα αρκετα κοντα.
    Τελος,δεν θα μπορουσα να κανω διαφορετικα καλε μου Στεφανε παρα να σου αφιερωσω αυτην μου την προσπαθεια καθως εσυ υπηρξες η κυριοτερη πηγη εμπνευσης για την συγκεκριμενη ιδεα.Να 'σαι καλα...

    Νικη Αυγερινου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Με αιφνιδίασε ευχάριστα η πρωτοτυπία του θέματος και ο τρόπος που εξελίσσεται η πλοκή. Όση ώρα διάβαζα το συγκεκριμένο διήγημα είχα την παράξενη εντύπωση πως μια δεύτερη, μυστική ιστορία ξεδιπλώνόταν ανάμεσα από τις γραμμές του, κάτι σαν υπόγειο και πολύ σημαντικό μήνυμα που αν και ψυχανεμιζόμουν την ύπαρξη του, αδυνατούσα να το αποκωδικοποιήσω όχι εξαιτίας της συγγραφέως αλλά εξαιτίας του δικού μου περιορισμένου εύρους εμπειριών. Αυτό πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο συγγραφικό κατόρθωμα, η ικανότητα δηλαδή να κάνει κανείς τον αναγνώστη του να νιώσει έτσι. Επίσης, η ανάλυση του ψυχισμού της ηρωίδας και η προοδευτική προσέγγισή της προς την τελική, απελευθερωτική εν μέρει, έκρηξη με εντυπωσίασε με τις λεπτομέρειές της. Εν ολίγοις, η καινούργια αυτή δημιουργία της Νίκης, παρά το ασυνήθιστο περιεχόμενό της, αναδίδει ένα έντονο άρωμα, αυτοβιογραφικής ίσως; αληθοφάνειας!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ερρικο,να ευχαριστησω και εσενα για το εμπεριστατομενο σχολιο σου,το οποιο ειναι πραγματικη επιβραβευση για 'μενα,καθως θεωρω το ταλεντο σου στην συγγραφη μοναδικο και σημαινει πολλα πραγματα για 'μενα να διαβαζω ενα τετοιο σχολιο απο καποιον που εκτιμω τοσο το εργο του...
    Εχεις δικιο,ειναι εν μερη αυτοβιογραφικο διηγημα και ημουν σχεδον σιγουρη πως αυτο θα φαινοταν,εστω και αμυδρα αναμεσα στις γραμμες και αυτος ειναι ισως ο λογος που το κανει να ειναι τοσο "εντονο"...Χαιρομαι πραγματικα που το απολαυσες.

    Νικη Αυγερινου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή