Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ


1


Η εφημερίδα ήταν ως συνήθως γεμάτη με κακές ειδήσεις. Παρά την εξονυχιστική ανάγνωση των πυκνογραμμένων παραγράφων της δεν ανακάλυψε ούτε μια νότα αισιοδοξίας, ένα μικρό αρθράκι έστω που να περιγράφει την επιτυχή αντιμετώπιση κάποιου υπάρχοντος προβλήματος. Ακόμα και η πρόγνωση του καιρού προειδοποιούσε για επερχόμενες καταιγίδες και πτώση της θερμοκρασίας. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος διαλαλούσε, με ογκώδη και χτυπητά γράμματα από κατάμαυρο μελάνι, την επικείμενη κατάρρευση της οικονομίας και συνοδευόταν από μια πληθώρα επί μέρους άρθρων που προοιώνιζαν την επιβολή σκληρών φορολογικών μέτρων που θα συρρίκνωναν ακόμα περισσότερο το ήδη εξανεμισμένο εισόδημα του μέσου πολίτη της χώρας. Οι υπόλοιπες σελίδες της καταλαμβάνονταν από γραφικές περιγραφές φυσικών καταστροφών που είχαν χτυπήσει σε διάφορες γωνιές του κόσμου και από επιγραμματικές αναφορές για πολύνεκρα τροχαία ατυχήματα, τρομοκρατικές επιθέσεις και φρικιαστικές ανθρωποκτονίες. Το κλίμα άλλαζε βέβαια στο τμήμα των αθλητικών ειδήσεων: Εκεί πέρα, κραυγαλέοι τίτλοι με πολλά θαυμαστικά ανακοίνωναν τις επιτυχίες κάποιας ομάδας ποδοσφαίρου, ανάμεσα σε ροζ αγγελίες και αδιάφορες πληροφορίες σχετικά με τις κοσμικές δραστηριότητες κάποιων «επώνυμων» προσώπων.


Όπως και κάθε απόβραδο, τηρώντας ευλαβικά την αγαπημένη του συνήθεια, ο Γιάννης διάβασε απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την πολυσέλιδη εφημερίδα καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα, συντροφιά με μια κούπα αχνιστής σοκολάτας που μύριζε υπέροχα και τον τύλιγε μ’ έναν αόρατο μανδύα ευωδιαστής απόλαυσης. Το απαλό φως του λαμπατέρ που έπεφτε στην εφημερίδα, ύφαινε ένα αχνό φωτοστέφανο γύρω απ’ το σκυμμένο του κεφάλι και βύθιζε το καθιστικό σ’ ένα διάχυτο μωσαϊκό πολυγωνικών φωτοσκιάσεων. Το συνεχές βουητό των αυτοκινήτων που ερχόταν απ’ έξω, απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε μια μικρή και ανθοστόλιστη βεράντα, έμοιαζε με τον ακατάπαυστο αχό ενός μακρινού ωκεανού. Βέβαια, ύστερα από την ανάγνωση της εφημερίδας, πολύ εύκολα θα μπορούσε να το παρομοιάσει κανείς με την κουρασμένη ανασαιμιά ενός άρρωστου κόσμου που είχε πάρει την κάτω βόλτα και όδευε ολοταχώς προς ένα αναπόφευκτο και μάλλον δραματικό τέλος.


Έχοντας απορροφηθεί απ’ την ανάγνωση ενός αρκετά καλογραμμένου άρθρου που ανέλυε διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους τα πρόσθετα φορολογικά μέτρα που σχεδίαζε η κυβέρνηση δεν θα ασκούσαν καμία θετική επιρροή στην πολυπόθητη αναθέρμανση της οικονομίας, άργησε να προσέξει την παράξενη αλλαγή που είχε αρχίσει να συμβαίνει γύρω του. Κάποια στιγμή ωστόσο, χωρίς να το θέλει, ένιωσε τις μικρές τριχούλες που φύτρωναν στο σβέρκο του ν’ ανασηκώνονται μια-μια και την καρδιά του να χτυπάει γρηγορότερα. Ένα κύμα παγερής ανησυχίας κύλησε στις φλέβες του σαν ψυχρός υδράργυρος. Αναδεύτηκε ανήσυχος, ακούμπησε την εφημερίδα στα γόνατά του και κοίταξε ολόγυρα του παραξενεμένος αλλά το οικείο καθιστικό με τ’ αναπαυτικά έπιπλα, την ογκώδη τηλεόραση, το στερεοφωνικό και το dvd-player έμοιαζε ίδιο και απαράλλακτο, ασφαλές, ευρύχωρο και φωτισμένο διακριτικά απ’ το γλυκό φως του λαμπατέρ. Κι όμως η αλλόκοτη αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι κάτι είχε αλλάξει συνέχισε να τον βασανίζει και μάλιστα με αυξανόμενη ένταση. Αλλά δεν κατάφερνε να καταλάβει τι ήταν ακριβώς αυτό. Κάποια στιγμή όμως, το βλέμμα του εστιάστηκε στη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα με τις λευκές κουρτίνες που ανέμιζαν απαλά, και τότε ένιωσε την αναπνοή του να σκαλώνει και την καρδιά του να χάνει ένα χτύπο, ακινητοποιημένη από ένα μικρό σπασμό παραλυτικής κατάπληξης.


Η σιωπή. Αυτό ήταν. Το βουητό των αυτοκινήτων που διέσχιζαν τη λεωφόρο κάτω απ’ τη βεράντα είχε σταματήσει. Τα κορναρίσματα και ο θόρυβος των κινητήρων τους, τα μαρσαρίσματα των δικύκλων, ακόμα και το ενοχλητικό ντάπα-ντούπα απ’ τα ηχεία των ηλιθίων που οδηγούσαν ακούγοντας μουσική στη διαπασών για να κάνουν φιγούρα, είχαν εξαφανιστεί τελείως. Είχαν δώσει τη θέση τους σε μια αλλόκοτη σιγαλιά που κρεμόταν γύρω του σαν υγρή κουβέρτα… Θα’ λεγε κανείς πως ολόκληρος ο φασαριόζικος έξω κόσμος είχε εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη, έτσι απλά, σαν την εικόνα μιας τηλεόρασης που κάποιος τη βγάζει απ’ τη πρίζα.


Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκε. Κυριεύτηκε από ένα συναίσθημα που ήταν πανάρχαιο και ενστικτώδες, μια αρχέγονη αντίδραση απέναντι σ’ εκείνη τη δυσοίωνη και εντελώς αφύσικη απουσία κάθε θορύβου. Τα γόνατά του άρχισαν να τρέμουν. Το τρίξιμο της εφημερίδας που απλωνόταν πάνω τους ακούστηκε εκκωφαντικό μέσα στην παράξενη εκείνη ησυχία, σαν το προειδοποιητικό κροτάλισμα ενός θυμωμένου ερπετού της ερήμου.


Το φως του λαμπατέρ τρεμόπαιξε. Εκείνος τινάχτηκε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός και στράφηκε προς το μέρος του με αγωνία καθώς η σκέψη ότι μετά την παράξενη εκείνη σιωπή θα ερχόταν και το σκοτάδι, τον έκανε να παγώσει. Ευτυχώς όμως, μόλις έσφιξε το λαμπτήρα στο ντουί του, το φως σταθεροποιήθηκε και πάλι.


-«Καλησπέρα. Ελπίζω να μην σας τρόμαξα πάρα πολύ!»


Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, καθισμένος ακόμα στην πολυθρόνα με την εφημερίδα στα γόνατά του και το δεξί του χέρι χωμένο στο σκιάδι του λαμπατέρ. Έστρεψε το κεφάλι του αργά-αργά προς το μέρος απ’ όπου είχε ακουστεί εκείνη η ευγενική και απαλή φωνή και αντίκρισε έναν μικρόσωμο άνδρα μέσης ηλικίας, άψογα ντυμένο μ’ ένα καλοραμμένο κοστούμι από σκουρόχρωμο βελούδο, να κάθεται απέναντί του, σε κάποια απ’ τις υπόλοιπες πολυθρόνες του καθιστικού, και να τον κοιτάζει χαμογελώντας καλοκάγαθα.


-«Ποιος είστε;» τον ρώτησε κατάπληκτος.


-«Είμαι ο διάβολος,» του απάντησε εκείνος, «ο άρχοντας του σκότους αυτοπροσώπως. Και έχω έρθει απόψε εδώ πέρα για να πραγματοποιήσω τρεις επιθυμίες σας, με το γνωστό αντίτιμο φυσικά!»



2


Ο Γιάννης ξαναβούλιαξε στην αγκαλιά της πολυθρόνας και απέμεινε να κοιτάζει τον απρόσκλητο επισκέπτη ακίνητος, υπερβολικά έκπληκτος για να μπορέσει να κάνει κάτι άλλο.


-«Τι εννοείται όταν λέτε ότι είστε ο διάβολος;» τον ρώτησε αμήχανα, «δηλαδή υποστηρίζετε ότι είστε ο Βελζεβούλης; Ο σατανάς;»


-«Αυτός ακριβώς.»


Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά τους ήταν τόσο εύγλωττη που ο ηλικιωμένος κύριος πρόσθεσε:


-«Δεν με πιστεύετε;»


-«Ομολογώ πως όχι,» ήταν η ευγενική απάντηση του Γιάννη, «αλλά, όποιος και να ‘στε, θα σας παρακαλέσω να μιλάτε πιο σιγανά γιατί η Ιουλία, η γυναίκα μου, κοιμάται στην κρεβατοκάμαρά μας και δεν θέλω να την ξυπνήσουμε!»


-«Το γνωρίζω αυτό,» τον πληροφόρησε ο συνομιλητής του. «Αλλά μην ανησυχείτε καθόλου. Δεν πρόκειται να ξυπνήσει για τον απλούστατο λόγο ότι ο ήχος των φωνών μας δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα όρια αυτού του σαλονιού.»


-«Εσείς το προκαλείτε αυτό;»


-«Μα φυσικά. Είμαι ο άρχοντας του κακού. Μπορώ και κάνω ότι θέλω!»


Ο Γιάννης τον κοίταξε αμίλητος, χωρίς να του απαντήσει. Περιεργάστηκε με το βλέμμα του τον παράξενο εκείνο τύπο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πολύ λιγότερο τρομακτικός απ’ όσο θα έπρεπε. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν πράα και ευγενικά και το βλέμμα του μάλλον καλοκάγαθο. Τα κόκκινα μάτια και τα κέρατα που θα περίμενε κανείς να τον στολίζουν, έλαμπαν δια της απουσίας τους.


-«Δεν με πιστεύετε έτσι;» τον ξαναρώτησε εκείνος χωρίς να δείχνει θυμωμένος απ’ αυτό το γεγονός, «Α, μα τότε θα πρέπει να κάνω κάτι πιο δραστικό για να σας αλλάξω γνώμη!» Με το που είπε αυτά τα λόγια, κροτάλισε τα δάχτυλά του και το χαλί που κάλυπτε το πάτωμα του καθιστικού, άρχισε να μεταβάλλεται:


Τα στυλιζαρισμένα λουλούδια του που περικύκλωναν ένα κεντρικό μοτίβο από αλληλό-εμπλεκόμενους μαιάνδρους κινήθηκαν ξαφνικά και ξεδιπλώθηκαν προς τα πάνω. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Γιάννη μεγάλωσαν σε μέγεθος, έγιναν τρισδιάστατα και αφού ξεπρόβαλλαν μέσα απ’ το υλικό του χαλιού, σχημάτισαν ένα μικρό λιβάδι που άρχισε να φωσφορίζει αχνά κάτω απ’ το απαλό φως του λαμπατέρ εκπέμποντας μια γαλαζωπή λάμψη που ήταν ψυχρή και ομοιόμορφή, σαν τη φωταύγεια που εκπέμπουν οι παράξενοι οργανισμοί που ζουν στ’ ανήλιαγα βάθη των ωκεανών. Το κεντρικό μοτίβο με τους μαιάνδρους μεταμορφώθηκε σε μια στρογγυλή λιμνούλα από καταγάλανο νερό που κυμάτιζε απαλά. Ο Γιάννης που είχε μαζέψει τα πόδια του ώστε να μην τ’ ακουμπούν τα πέταλα των αφύσικων εκείνων λουλουδιών, ξανακοίταξε τον επισκέπτη του με κομμένη την ανάσα.


-«Με πιστεύετε τώρα;» τον ρώτησε αυτός μ’ ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο. Ο Γιάννης ξαναμελέτησε το πρόσωπό του που διαγραφόταν ανάγλυφο κάτω απ’ το διπλό φως του αλλόκοτου λιβαδιού και του λαμπατέρ και απέτυχε για άλλη μια φορά να διακρίνει το παραμικρό χαρακτηριστικό που θα πρόδιδε την καταχθόνια φύση του. Τα μάτια του εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν γλυκά και φωτεινά, το πρόσωπό του παρέμενε πράο και καλοσυνάτο. Κι όμως, αυτός ο ευγενικός και χαριτωμένος εκείνος άνθρωπος μόλις είχε μεταμορφώσει το χαλί του σε βοτανικό κήπο…


-«Σας πιστεύω» του απάντησε με βαριά φωνή.


-«Πολύ καλά,» ήταν το σχόλιο του διαβόλου, «και τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι μας. Τις τρείς ευχές που σας είπα.»


-«Ένα λεπτό, ένα λεπτό!» τον έκοψε ο Γιάννης, «για ποιο λόγο το κάνετε αυτό; Και γιατί διαλέξατε εμένα; Και γιατί πιστεύετε ότι θα συμφωνήσω να κάνω κάτι που θα θέσει σε κίνδυνο την αθάνατη ψυχή μου;»


Ο διάβολος σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος του και πήρε μια υπομονετική έκφραση, λες και προσπαθούσε να εξηγήσει ένα πολύ απλό θεώρημα σ’ έναν εξαιρετικά αργόστροφο μαθητή:


-«Η αποψινή μου επίσκεψη αποτελεί το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας που έχω κάνει με τον θεό,» άρχισε να του λέει, «Κάθε εκατό χρόνια περίπου, επισκέπτομαι έναν άνθρωπο και του κάνω μια συγκεκριμένη πρόταση: Να πραγματοποιήσω τρεις ευχές του με αντάλλαγμα την ψυχή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρακολουθούμε την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους στο διάβα των αιώνων. Μέχρι τώρα βέβαια, τα συμπεράσματά μας υπήρξαν μάλλον απογοητευτικά. Οι απαιτήσεις των ανθρώπων είναι υπερβολικά στερεότυπες και βαρετές. Σεξ, νιάτα και εξουσία κυρίως. Εσείς άραγε, θα αποτελέσετε τη μεγάλη εξαίρεση;»


-«Κι αν αρνηθώ να παίξω το παιχνίδι σας;» τον ρώτησε ο Γιάννης επιφυλακτικά.


-«Φοβάμαι πως δεν έχετε αυτή την επιλογή,» του απάντησε ο διάβολος με μια φωνή που ξαφνικά ακούστηκε βαθιά και δυσοίωνη, σχεδόν σπηλαιώδης. Ταυτόχρονα ένα παγερό κύμα αέρα κυκλοφόρησε μέσα στο σαλόνι και χτύπησε τον Γιάννη στο πρόσωπο. Εκείνος ένιωσε την καρδιά του να χάνει ένα χτύπο αλλά δεν επέτρεψε στον πανικό που ανασάλεψε μέσα του να τον κυριεύσει.


-«Ότι θέλω;» ρώτησε τον άρχοντα του σκότους, «το σπίτι των ονείρων μου για παράδειγμα;»


-«Όπως επιθυμείτε!» αναφώνησε ο διάβολος κροταλίζοντας τα δάχτυλα του μ’ ενθουσιασμό. Και μέσα σε μια στιγμή, το μισοσκότεινο σαλόνι με τα παλαιικά έπιπλα και τους παλιομοδίτικους πίνακες εξαφανίστηκε και τη θέση του πήρε ένα βαθύ σκοτάδι.



3



Ο Γιάννης ανοιγόκλεισε τα μάτια του θαμπωμένος από ένα εκτυφλωτικό κύμα φωτός. Σκούπισε τα δάκρυά του και ανακάλυψε ότι στεκόταν όρθιος, στο κέντρο μιας υπέροχης σάλας που έμοιαζε με αίθουσα χορού. Ήταν μακρόστενη στο σχήμα, με χρυσοποίκιλτους τοίχους και ολόσωμους καθρέφτες που αντανακλούσαν τις λάμψεις κάτι πελώριων πολυελαίων από αστραφτερό κρύσταλλο. Στη μια της πλευρά, σε όλο της το μήκος, διαγραφόταν τοξωτά πορτοπαράθυρα που έβγαζαν σ’ έναν φαρδύ εξώστη από γυαλιστερό μάρμαρο και στη γλυκιά γαλήνη μιας καλοκαιριάτικης νύχτας που φωτιζόταν απ’ τη λάμψη ενός ολοστρόγγυλου φεγγαριού. Πιο μακριά, πέρα από κάτι περίτεχνα κάγκελα από σφυρήλατο σίδερο, απλώνονταν υπέροχοι κήποι και περιποιημένες δεντροστοιχίες που κατέληγαν στην ακύμαντη επιφάνεια μιας πελώριας λίμνης. Στην απέναντι όχθη της υψωνόταν μια χιονισμένη κορυφογραμμή που άστραφτε σαν ασημένια στο φως της πελώριας σελήνης. Η σιγαλιά της νύχτας διακόπτονταν απ’ το μελωδικό τραγούδι κάποιου αηδονιού που κελαηδούσε ξέγνοιαστο μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων ενώ το απαλό αεράκι που γλιστρούσε ανάμεσα από τα πορτοπαράθυρα, άγγιζε το πρόσωπό του φορτωμένο με τ’ αρώματα ανθισμένων νυχτολούλουδων.


-«Που βρίσκομαι;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.


-«Στο σπίτι των ονείρων σας.» του απάντησε η φωνή του διαβόλου. Ο Γιάννης αναπήδησε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός και κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος αλλά ο ιδιοκτήτης της απαλής εκείνης φωνής είχε γίνει αόρατος.


-«Έτσι ακριβώς δεν ήταν το παλάτι που είχατε δει μικρός σε κάποιο βιβλίο και είχατε ευχηθεί ολόψυχα να γίνει κάποια μέρα δικό σας;»


-«Έτσι ακριβώς,» συμφώνησε ο Γιάννης, «αλλά πέρασαν τόσα και τόσα χρόνια από τότε!»


-«Η πρώτη σας ευχή πραγματοποιήθηκε,» πρόσθεσε ο σατανάς με μια μικρή νότα αυτάρεσκης ικανοποίησης, «σας υπενθυμίζω ότι έχετε δύο ακόμα ευχές στη διάθεσή σας.»


Ο Γιάννης άνοιξε το στόμα του για να του εξηγήσει ότι η ερώτηση που του είχε κάνει στο σαλόνι του σπιτιού του ήταν εντελώς θεωρητική και αποσκοπούσε στο να καταλάβει τι εννοούσε όταν του είχε πει ότι θα πραγματοποιούσε τις τρεις εκείνες ευχές, αλλά τελικά προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός. Ένιωσε ωστόσο παγιδευμένος, μπλεγμένος σε μια τρομακτική περιπέτεια που αποκλείεται να είχε ευχάριστη κατάληξη. Πήρε μια βαθιά αναπνοή για να συνέλθει και αναρωτήθηκε πως επέτρεπε ο παντοδύναμος θεός να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε κάποιο απ’ τα παιδιά του αλλά και πάλι, αφού άφηνε να συμβαίνουν τόσα και τόσα φριχτά πράγματα στον κόσμο καθημερινά και να υποφέρουν τόσοι αθώοι άνθρωποι, με ποια λογική θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα καταδεχόταν ν’ ασχοληθεί προσωπικά μαζί του;


Περπάτησε με βήματα αβέβαια και ασταθή μέχρι το κοντινότερο πορτοπαράθυρο κυριευμένος από ένα ανεξέλεγκτο κύμα τρόμου ενώ η καρδιά του γοργοχτυπούσε βροντερά. Πως θα κατάφερνε να ξεγελάσει τον αντίπαλό του και να μην καταλήξει στα καζάνια της κόλασης;


Καθώς πλησίαζε το πορτοπαράθυρο που έβγαζε στον εξώστη και στους κήπους, αντίκρισε το είδωλό του σ’ έναν απ’ τους ολόσωμους καθρέφτες που στόλιζαν τους τοίχους της μακρόστενης αίθουσας. Σταμάτησε για μια στιγμή και περιεργάστηκε τον εαυτό του. Έμοιαζε εντελώς γελοίος, ένας παχουλός γέροντας με καράφλα και γυαλιά που φορούσε ακόμα τις παντόφλες του και μια μεταξωτή ρόμπα πάνω απ’ τα ρούχα του, ολοκληρωτικά αταίριαστος με την εκθαμβωτική εκείνη αίθουσα που ήταν αντάξια ενός αυτοκράτορα. Ένιωσε μόνος ξαφνικά, αδύναμος και ανόητος. Τα χέρια του χώθηκαν στις τσέπες της ρόμπας του και έσκυψε το κεφάλι κυριευμένος από ένα πικρό κύμα αποθάρρυνσης. Και τότε τα δάχτυλά του έπιασαν ένα μικρό τετράγωνο αντικείμενο που φώλιαζε μέσα στη δεξιά του τσέπη. Το αναγνώρισε στη στιγμή. Ήταν το μικρό εικόνισμα του αρχάγγελου Μιχαήλ που η Ιουλία, η γυναίκα του, πάντα έβαζε στις τσέπες του, όπου κι αν πήγαινε, γιατί θεωρούσε ότι έτσι αυτός ο άγγελος θα τον προστάτευε από κάθε κακό. Η Ιουλία. Η γλυκιά του γυναίκα που είχε μοιραστεί μαζί του της ζωής της εδώ και πενήντα ολόκληρα χρόνια. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είχε αντικρίσει και για μια στιγμή το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν και ξέχασε την χρυσοποίκιλτη αίθουσα, το διάβολο και τον θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε.


Και τότε του ήρθε μια ιδέα, κάτι σαν νοητικό πυροτέχνημα που ξεδιπλώθηκε ανάμεσα στις σκοτεινές του σκέψεις σαν διάπυρο λουλούδι, μια τρελή έμπνευση που τον έκανε να χαμογελάσει πλατιά.


-«Είμαι έτοιμος για τη δεύτερη ευχή μου,» είπε στον καταχθόνιο βασανιστή του που τον παρακολουθούσε αμίλητος και αθέατος.


-«Στις ακούω.»


-«Επιθυμώ να βρεθώ στο σταθμό του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, στο έτος 1960, στις 11.50 το βράδυ, στις δεκαπέντε Δεκεμβρίου ακριβώς!» φώναξε δυνατά.



4



-«Όπως επιθυμείτε!»


Ένας παγερός άνεμος άγγιξε το πρόσωπό του σαν υγρή παλάμη και έκανε τα ρούχα που φορούσε ν’ ανεμίσουν. Μια χούφτα από κρύες σταγόνες βροχής έπεσαν πάνω του και κύλησαν στους ώμους της μεταξωτής του ρόμπας. Άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε την σκοτεινή αποβάθρα του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου όπως ήταν κάποτε, κακοφωτισμένη και άδεια, περικυκλωμένη από μια Αθήνα με πολύ λιγότερα αυτοκίνητα και φώτα, με χαμηλότερα κτίρια και πολύ περισσότερους κήπους και αυλές. Το φάλτσο τραγούδι ενός μεθυσμένου που έβγαινε τρεκλίζοντας από κάποιον από τους τεκέδες που υπήρχαν τότε στο Μοναστηράκι, ράγισε τη σιωπή. Σύντομα το διαδέχτηκε το διαπεραστικό σφύριγμα ενός οργάνου της τάξης που έκανε την περιπολία του στα κακόφημα στενά και ετοιμαζόταν να μπουζουριάσει τον άτυχο εκείνο μπεκρή με την κατηγορία της αλητείας. Μια διάχυτη οσμή ψητού κρέατος απλωνόταν στον αέρα προερχόμενη απ’ τα σουβλατζίδικα και τα ταβερνεία της περιοχής. Η ακρόπολη φάνταζε πίσω από την πλάτη του σαν ένας σκοτεινός λόφος με παράξενο σχήμα, αφώτιστη ακόμα απ’ τους διακοσμητικούς προβολείς που επρόκειτο να τοποθετηθούν πολύ αργότερα. Τα νεοκλασικά κτίρια που έμελλε να μεταμορφωθούν σε καφέ και εστιατόρια ήταν έρημα τα περισσότερα και αμπαρωμένα. Από τα παράθυρα κάποιου γειτονικού σπιτιού ακουγόταν το ρεφρέν ενός σουξέ της εποχής που είχε πολλά χρόνια να το ακούσει. Τα ελάχιστα ηλεκτρικά φώτα που έλαμπαν γύρω απ’ το σταθμό διαγράφονταν περιβεβλημένα από άυλα φωτοστέφανα υγρασίας.


Ήταν μια κρύα και βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα. Ακριβώς όπως τη θυμόταν. Η νύχτα όπου όλα έμελλε ν’ αλλάξουν..


Ο Γιάννης περιέτρεξε με το βλέμμα του την έρημη αποβάθρα και διέκρινε στην απέναντι άκρη της μια μοναχική φιγούρα που στεκόταν όρθια και κοίταζε αμίλητη και ακίνητη τις ράγες σαν άγαλμα. Ήταν μια κοπέλα ντυμένη με τα βαριά και μάλλον φτωχικά ρούχα μιας κόρης βιοπαλαιστών που σίγουρα έβγαζαν το μεροκάματό τους σε κάποια απ’ τις βιοτεχνίες του Ρέντη. Τα μαλλιά της, ίσια και μακριά, κάλυπταν τους ώμους της σαν ένα απαλό σάλι από γυαλιστερό έβενο. Στη συνέχεια του βλέμμα του εστιάστηκε σε κάποιο άλλο σημείο της αποβάθρας, όπου, πάνω σ’ ένα βρώμικο παγκάκι από σφυρήλατο σίδερο καθόταν ένας νεαρός. Ήταν ένα αδύνατο και ντροπαλό αγόρι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά. Φορούσε γυαλιά και το πρόσωπό του ήταν ξυρισμένο. Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο με βαρύ εξώφυλλο. Εκείνη τη στιγμή το είχε αφήσει να κείτεται κλειστό στα γόνατά του και κοίταζε προς το μέρος της κοπέλας αναποφάσιστος.


Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Ο χρόνος γλιστρούσε ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά του σαν το νερό. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, ανασκουμπώθηκε, έσφιξε τη ζώνη της ρόμπας γύρω απ’ τη μέση του και πλησίασε τον νεαρό με αποφασιστικά βήματα. Οι μαλακές παντόφλες που φορούσε μεταμόρφωσαν τις κινήσεις του σε μια σειρά από αθόρυβες φιγούρες. Στάθηκε μπροστά απ’ τον μοναχικό βιβλιόφιλο και ακούμπησε το χέρι του πάνω στον δεξί του ώμο. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένος. Το πρόσωπό του έμοιαζε πολύ αθώο, με απαλές γραμμές, τα μάτια του διαγράφονταν μεγάλα και ονειροπόλα, γαλανά σαν ηλιόλουστες λίμνες.


-«Άκουσε με προσεκτικά,» του είπε ο Γιάννης με ψιθυριστή αλλά προστακτική φωνή, «σε λένε Γιάννη και είσαι πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Αθηνών, έτσι δεν είναι;»


-«Μάλιστα…» του απάντησε ο νεαρός, κοιτάζοντας τον κατάπληκτος, από πάνω μέχρι κάτω.


-«Ο πατέρας σου σκοτώθηκε στην κατοχή, σ’ ένα μπλόκο που έστησαν οι Γερμανοί έξω από το σπίτι σας και εσένα σε μεγάλωσε η μάνα σου με τη βοήθεια ενός θείου σου που ήρθε να μείνει μαζί σας και που εσύ δεν τον συμπαθείς και πολύ γιατί σου φέρεται λες και είσαι δικός του γιός.»


-«Έτσι είναι,» είπε ο νεαρός, «αλλά εσείς ποιός….»


-«Άκουσε με σε παρακαλώ,» τον έκοψε ο Γιάννης, «Η κοπέλα που στέκεται στην άκρη της αποβάθρας ονομάζεται Ιουλία. Είναι από πολύ φτωχή οικογένεια και μόλις έμαθε ότι πρέπει να εγκαταλείψει τα όνειρά της για σπουδές γιατί οι δικοί της σκοπεύουν να της βρουν δουλειά ως παραδουλεύτρα. Όταν την γνωρίσεις θα σου αρέσει πολύ. Για να είμαστε ειλικρινείς, θα την ερωτευτείς και αυτή εσένα και θα ζήσετε ευτυχισμένοι, μαζί για πολλά- πολλά χρόνια.»


Ο νεαρός έκανε να σηκωθεί όρθιος αλλά το χέρι του Γιάννη ξανάπεσε βαρύ πάνω στον ώμο του και τον εμπόδισε.


-«Άκουσε με προσεκτικά, σε παρακαλώ,» του είπε για τρίτη και τελευταία φορά. «Αν δεν πας αυτή τη στιγμή να της μιλήσεις, θα κάνεις το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Η Ιουλία ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Μόλις έρθει το τραίνο θα πέσει στις ράγες και αυτό θα την πολτοποιήσει. Είναι απελπισμένη γιατί πιστεύει ότι θα περάσει μια ζωή μίζερη και δίχως ελπίδα. Δεν έχει ιδέα για την ευτυχία που την περιμένει. Αν όμως την πλησιάσεις τώρα και της μιλήσεις θα ζήσετε μαζί για πάντα, ευτυχισμένοι, θα παντρευτείτε και θα έχετε όλα όσα ονειρεύεστε.»


-«Μα ποιος είστε επιτέλους;» τον ρώτησε ο νεαρός όλο και περισσότερο κατάπληκτος.


-«Μ’ έστειλε ο φύλακας άγγελός σας,» του είπε στα πεταχτά ο Γιάννης, «και θέλω αυτή τη στιγμή να ξεπεράσεις όλους σου τους φόβους και να κάνεις αυτό που σου λέω.»


Ο νεαρός φάνηκε να βγαίνει μέσα από μια ελαφριά νάρκη. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει προς το μέρος της κοπέλας που κοίταζε τις ράγες του τραίνου σαν υπνωτισμένη. Ο Γιάννης τον είδε να την πλησιάζει, εκείνη να στρέφει το βλέμμα της προς το μέρος του και να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, μακριά από την άκρη της τσιμεντένιας αποβάθρας. Χαμογέλασε ικανοποιημένος.



5



-«Είσαστε ευχαριστημένος απ’ την πραγματοποίηση της δεύτερης ευχής σας;» ακούστηκε τότε η φωνή του διαβόλου πίσω από την πλάτη του. Ο Γιάννης σκίρτησε ξαφνιασμένος, έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος του και τον αντίκρισε να κάθεται δίπλα του, στο παγκάκι, καλοντυμένο, άψογο μέσα στο τέλεια ραμμένο κοστούμι του. Χαμογελούσε αυτάρεσκα και για πρώτη φορά τα δόντια του έλαμψαν κάπως αφύσικα λευκά μέσα στο σκοτάδι.


-«Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος,» του απάντησε καθώς ξανάρχισε να παρακολουθεί το νεαρό ζευγάρι που τώρα είχε πιάσει την κουβέντα. Και ανακάλυψε ότι το εννοούσε.


-«Τότε νομίζω ότι έχει έρθει η στιγμή να μου εκφράσετε την τρίτη και τελευταία επιθυμία σας και να τελειώνουμε με το μικρό μας παιχνιδάκι, δεν νομίζετε;»


-«Βεβαίως!» του απάντησε ο Γιάννης στέλνοντάς του ένα χαμόγελο που ήταν εξίσου λαμπερό με το δικό του.


-«Σας ακούω!»


-«Που λες, η τρίτη και τελευταία ευχή μου είναι η εξής: Θέλω να ξεκουμπιστείς από’ δω, να πας στον αγύριστο απ’ όπου δεν θα ξαναενοχλήσεις ποτέ, ούτε εμένα, ούτε και τη γυναίκα μου εις τους αιώνες των αιώνων αμήν!»


Το χαμόγελο του διαβόλου πάγωσε σιγά-σιγά και μετατράπηκε σ‘ έναν μορφασμό τρομακτικής οργής. Τα μάτια του άστραψαν κατακόκκινα σαν πυρακτωμένα κάρβουνα και μια μυρωδιά θειαφιού μόλυνε τον αέρα.


Ωστόσο ο Γιάννης δεν τον φοβήθηκε. Συνέχισε να τον κοιτάζει κατάματα ενώ ένιωθε το δικό του χαμόγελο να πλαταίνει όλο και πιο πολύ πάνω στο πρόσωπό του. Μετά τα πάντα έσβησαν γύρω του, ο έρημος σταθμός, το σκοτάδι και η βροχή, η αρχαϊκή Αθήνα και οι γραφικοί θόρυβοι της περασμένης εκείνης εποχής.


Άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε για άλλη μια φορά καθισμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα, με την κούπα της ζεστής σοκολάτας να μοσχομυρίζει και να γεμίζει τ’ όμορφο και φιλόξενο σαλόνι του με το υπέροχο άρωμά της. Το χαλί είχε ξαναποκτήσει και πάλι την συνηθισμένη του μορφή και το απαλό φως του λαμπατέρ σκορπούσε απαλές σκιές στις γωνίες. Δίπλωσε την εφημερίδα που ήταν ακόμα απλωμένη πάνω στα γόνατά του, την ακούμπησε στο πλάι της πολυθρόνας και σηκώθηκε όρθιος, πλημμυρισμένος από ένα πρωτόγνωρο κύμα θριαμβευτικής χαράς.


Στη συνέχεια περπάτησε μέχρι την κρεβατοκάμαρα όπου, ξαπλωμένη στο δεξί της πλευρό, με το δεξί της χέρι ακουμπισμένο στο μάγουλό της σαν μικρό παιδί που έχει αποκοιμηθεί ακούγοντας κάποιοι συναρπαστικό παραμύθι, κοιμόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με γλυκά χαρακτηριστικά και ευγενικό μέτωπο. Τα μαλλιά της που ήταν ασημένια και πυκνά ακόμα απλώνονταν στο μαξιλάρι της σαν ένα αραχνοΰφαντο φωτοστέφανο. Η Ιουλία. Η γυναίκα του και ο ένας και μοναδικός έρωτας της ζωής του. Αυτή που τον είχε κάνει ευτυχισμένο, που είχε μοιραστεί μαζί του κυριακάτικα πρωινά και καλοκαιριάτικα ηλιοβασιλέματα σε ακριτικά νησιά και επαρχιακές κωμοπόλεις όπου ασκούσε το επάγγελμα του Εισαγγελέα. Πάντοτε πίστευε ότι η πρώτη τους συνάντηση, τότε στο σταθμό του ηλεκτρικού, όπου, σπρωγμένη από μια νεανική επιπολαιότητα ετοιμαζόταν να πεθάνει, οφειλόταν σ’ ένα θαύμα, στη θεία παρέμβαση κάποιου φύλακα αγγέλου που της είχε σώσει τη ζωή. Όταν της αφηγήθηκε πως είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά ο αλλόκοτος εκείνος γέρος που ήξερε όλα του τα μυστικά και τον είχε παροτρύνει να τη σταματήσει, είχε μείνει κατάπληκτη, πλημμυρισμένη από βαθύ δέος. Και γιατί όχι άλλωστε; Ήταν σίγουρα μια καίρια παρέμβαση χάρη στην οποία είχαν ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή, προστατευμένοι από κάθε κακό. Η Ιουλία, γεμάτη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το γεγονός, είχε αγοράσει δύο πανομοιότυπες εικονίτσες του αρχάγγελου Μιχαήλ και επέμενε να τις έχουν πάντα κοντά τους σαν φυλαχτά, όπου και αν βρίσκονταν, ακόμα και μέσα στο σπίτι.


Ο Γιάννης αναστέναξε απαλά, έσκυψε πάνω απ’ το κρεβάτι και τη φίλησε στο μάγουλο. Στη συνέχεια ξάπλωσε δίπλα της και περίμενε να τον πάρει απαλά-απαλά ο ύπνος.



Ερρικος Σμυρναιος, Copyright 2010

6 σχόλια:

  1. Ένα υπέροχο - κατά την γνώμη μου διήγημα, όπου έχεις ενσωματώσει όλη την κοινωνική-οικονομική εξαθλίωση που περνάμε όλοι μας τον τελευταίο καιρό σε συνδυασμό με τα άπληστα θέλω των ανθρώπων. Πάντα έχει ενδιαφέρον για μένα να βλέπω πως αντιδράει κανείς όταν του παρουσιάζεται η ευκαιρία να πραγματοποιηθούν οι μύχιοι πόθοι της ψυχής του..ανατρεπτικό φινάλε μπορώ να πω..προσωπικά μου άρεσε πολύ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επιτρεψτε μου να το δανειστω,και να το βαλω στο μπλογκ μου,κ. Νεραιδοπαρμενε.Τετοια διηγηματα χρηζουν προβολης οσο γινεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ενα πραγματικα συγκινητικο διηγημα,οπου με την εντυπωσιακη πλοκη και το ανατρεπτικο τελος του,περαν του οτι χωρις αμφιβολια καταφερε να με "παγιδευσει" αναμεσα στις γραμμες του και να το διαβασω χωρις διακοπη,καταφερε να μου δωσει και ελπιδα...
    Δεν ειναι απλα οτι ο ηρωας καταφερε να ξεγελασει τον Διαβολο,αυτο ειναι ισως το λιγοτερο.Το θεμα ειναι οτι καταφερε να υπερνικησει την,δυστυχως,εγωιστικη αρκετες φορες φυση του ανθρωπου και καταφερε να μην τυφλωθει απο τα Θελω και τους ποθους του...
    Πραγματικα πανεμορφο...

    Νικη Αυγερινου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σας ευχαριστώ όλους πολύ για τα καλά σας λόγια. Αυτό που προσπάθησα να παρουσιάσω ως "προσωπικό μου μήνυμα" στο συγκεκριμένο αφήγημα, είναι η πεποίθησή μου ότι η αγάπη σώζει. Ότι δεν είναι απλά ένα συναίσθημα που απλά κάνει την ζωή μας πιο όμορφη αλλά, αν βασίζεται σε γερά θεμέλια, έχει τη δύναμη να υπερνικήσει ακόμα και ανυπέρβλητα φαινομενικά εμπόδια. Ο ήρωας της ιστορίας για παράδειγμα, έκανε τις σωστές επιλογές γιατί ένιωσε στα δάχτυλα του το φυλακτό που του έβαζε πάντα στην τσέπη η γυναίκα του, ως προστασία. Πιστεύω ότι κάτι ανάλογο ψάχνουμε όλοι μας σε αυτή τη ζωή για να νιώσουμε πλήρεις, την παρουσία ενός ανθρώπου που θα μας προσφέρει την ανεξάντλητη αγάπη του και θα μας συντροφεύει για πάντα. Ελπίζω και εύχομαι λοιπόν, να ανακαλύψουμε όλοι μας κάποια μέρα έναν τέτοιο θησαυρό!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εχετε την Αδεια μας για οποιοδηποτε κειμενο αναρτουμε στο blog μας, φυσικα οσο συνοδευεται με το ονομα του συγγραφεα και το λινκ του blog.

    Παντως κανεται υπεροχη δουλεια.

    Συγχαρητήρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Γνώριμες οι αρχικές εικόνες από ταινίες όπως ο Δαιμονισμένος Άγγελος και σελίδες όπως ο Φάουστ με προδιέθεσαν θετικά. Η τέρψη μου αυξήθηκε με το λυτρωτικό ‘σημείο αγκίστρωσης’ του παρελθόντος που τροφοδοτεί με φως το παρόν. Όμορφα

    ΑπάντησηΔιαγραφή