Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

ΤΑΛΙΚ


1

Ο αέρας είχε βρωμίσει από τα δακρυγόνα και τ’ άλλα χημικά. Τα μάτια μου έκαιγαν και ένιωθα μια καυτερή αίσθηση στο λαιμό που μ’ έκανε να βήχω. Τάχυνα το βηματισμό μου πάνω στο στενό πεζοδρόμιο και αναρωτήθηκα αν και αυτή τη φορά θα κατάφερνα να φτάσω στο σπίτι μου εγκαίρως. Ο θόρυβος του εξαγριωμένου όχλου που έσπαγε βιτρίνες καταστημάτων καθώς και οι εκρήξεις των χειροβομβίδων κρότου και λάμψης της αστυνομίας πλησίαζαν προς το μέρος μου. Κράτησα σφιχτά πάνω μου την τσάντα με τα τρόφιμα που είχα προλάβει ν’ αγοράσω προτού κατεβάσουν ρολά τα καταστήματα και προσπαθούσα να υπολογίσω πόσες μέρες ακόμα θα διαρκούσε ο αποκλεισμός του κέντρου από τις δυνάμεις των ΜΑΤ. Κρίνοντας απ’ τη βιαιότητα των σημερινών επεισοδίων, μάλλον θα ήταν αρκετές.

Έστριψα σε μια στενή πάροδο που ξετυλιγόταν ανάμεσα σε γκρίζες προσόψεις βρώμικων πολυκατοικιών με στενά μπαλκόνια και καγκελόφραχτες εισόδους και παραλίγο να φάω τα μούτρα μου καθώς στραβοπάτησα πάνω σε μια ξεκοιλιασμένη σακούλα σκουπιδιών που το περιεχόμενο της είχε μετατραπεί σε παχύρρευστη γλίτσα. Το δεξί μου χέρι, αυτό που δεν κρατούσε την τσάντα, αρπάχτηκε απ’ το στύλο ενός χαλασμένου φαναριού κυκλοφορίας που υψωνόταν δίπλα σ’ ένα καρβουνιασμένο σκουπιδοτενεκέ και έτσι κατάφερα ν’ αποτρέψω ένα άσχημο πέσιμο που σίγουρα θα μου κόστιζε κάποιο σπασμένο χέρι ή πόδι. Έμεινα ακίνητος, πιασμένος απ’ το φανάρι, σαν μεθύστακας που αλλού πατάει και αλλού πηγαίνει, και προσπάθησα να ελέγξω την ανάσα μου που είχε μεταμορφωθεί σε ανεξέλεγκτο λαχάνιασμα.

Και τότε είδα το παιδί. Καθόταν απέναντί μου, ανακούρκουδα πάνω στο βρώμικο πεζόδρομο με το λεκιασμένο πλακόστρωτο, ανάμεσα σε κάτι που στην αρχή μου φάνηκε ότι ήταν μια μάζα από σκουπίδια. Σκούπισα τα μάτια μου που είχαν δακρύσει, το κοίταξα πιο προσεκτικά και ανακάλυψα ο όγκος που το περιέβαλλε δεν ήταν σκουπίδια αλλά το ακίνητο σώμα μιας γυναίκας που το έσφιγγε στην αγκαλιά της. Τα ρούχα της, μακριά και φαρδιά, σύμφωνα με το ισλαμικό στυλ, ήταν τόσο βρώμικα και κουρελιασμένα που είχαν αποκτήσει το γκρίζο χρώμα της ξεραμένης πίσσας. Μια σκουρόχρωμη κηλίδα απλωνόταν γύρω απ’ το ακίνητο κεφάλι της με τα λυτά μαλλιά που ήταν μαύρα σαν το μελάνι. Μια λιμνούλα από ξεραμένο αίμα. Η γυναίκα ήταν νεκρή. Ξάπλωνε στο πλευρό της, μισοκουλουριασμένη πάνω στο καφέ πεζοδρόμιο και στην αγκαλιά της είχε λουφάξει το πιτσιρίκι που σήκωνε το κεφαλάκι του πάνω απ’ τον ακίνητο κόρφο της και κοίταζε γύρω του με κάτι μάτια που ήταν πελώρια και τρομοκρατημένα.

Ένιωσα ενστικτωδώς πως αυτή ήταν η μητέρα του και πως είχε πεθάνει χτυπημένη από κάποια σφαίρα ή απ’ τους σιδερολοστούς κάποιας ομάδας ακροδεξιών καθώς προσπαθούσε να το προστατεύσει. Έμεινα ακίνητος σαν πετρωμένος και κοίταξα στα δεξιά και στα αριστερά μου. Από τη μια μεριά του δρόμου που έβγαζε στην πλατεία Κουμουνδούρου σέρνονταν λευκά σύννεφα δακρυγόνων που πλησίαζαν αργά-αργά προς το μέρος μας. Από την άλλη άκουγα θυμωμένες φωνές, βλαστήμιες και τον θόρυβο γυαλικών που έσπαγαν. Το παιδί κινδύνευε, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Αναπάσα στιγμή μπορούσε να το χτυπήσει κάποιος από τους μανιακούς που σε λίγο θα γέμιζαν το δρόμο. Η αυτό ή θα το έπνιγαν τα πυκνά σύννεφα των δακρυγόνων που σέρνονταν προς το μέρος του σαν αρρώστια. ‘Έπρεπε να κάνω κάτι.

Ο μικρός με κοίταξε μέσα απ’ την άψυχη αγκαλιά της μάνας του και μου φάνηκε ότι το προσωπάκι του είχε μεταμορφωθεί σε μια παγωμένη μάσκα ατόφιου φόβου. Το στόμα του έμοιαζε με λεπτή γραμμή και μια κάθετη ρυτίδα, τόσο αταίριαστη με το νηπιακό εκείνο μέτωπο, διαγραφόταν σαν πληγή πάνω απ’ τα λεπτά του φρύδια. Ένας δυνατός κρότος έσπασε το ξόρκι της παραλυτικής έκπληξης που με είχε καθηλώσει. Και ο αχός του εξαγριωμένου πλήθους που πλησίαζε. Αγνόησα τον παλλόμενο πόνο του ποδιού μου που το είχα στραμπουλίξει τελικά, και έτρεξα προς το μέρος του παιδιού, την ώρα που γύρω μας άρχισαν να σφυρίζουν πέτρες και αλουμινένια κουτιά αναψυκτικών που ήταν γεμάτα με καυστικό ασβέστη. Το σήκωσα, το έσφιξα στην αγκαλιά μου και ξανάρχισα να τρέχω προς το σπίτι μου, κουτσαίνοντας σαν ξεστρατισμένος καλικάντζαρος. Ο αέρας έτρεμε γύρω μας απ’ το ρυθμικό βόμβο των τηλεοπτικών ελικοπτέρων που κατέγραφαν τις ταραχές και απ’ τα διαπεραστικά ουρλιαχτά των σειρήνων των αυτοκινήτων που σε λίγο θα παραδίδονταν στις φλόγες. Ο μικρός έσφιξε τα χεράκια του γύρω απ’ το λαιμό μου και κόλλησε πάνω μου σαν στρείδι.

Ευτυχώς τα κατάφερα. Έφτασα εγκαίρως στην είσοδο της πολυκατοικίας με τη βαριά καγκελόπορτα από στριφτό ατσάλι, την άνοιξα και αφού την ξανακλείδωσα πίσω μου, ανέβηκα τρέχοντας δύο-δύο τα σκαλιά που έβγαζαν στο τέταρτο όροφο, εκεί όπου βρισκόταν το διαμέρισμά μου. Το σκοτάδι της σκάλας και του σκονισμένου διαδρόμου που το διαδέχτηκε μου φάνηκε σχεδόν απειλητικό. Το ρεύμα είχε κοπεί για άλλη μια φορά και μια αλλόκοτη ησυχία απλωνόταν μέσα σ’ ολόκληρο το κτίριο. Υπέθεσα ότι οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας είχαν φροντίσει να εγκαταλείψουν τα διαμερίσματά τους μέρες πριν, καθώς όλοι ήξεραν ότι αργά ή γρήγορα το κέντρο θα αποκλείονταν απ’ την αστυνομία. Εδώ που τα λέμε, το ίδιο πράγμα θα έκανα και εγώ αν είχα κάπου να πάω.


2


Έκλεισα την πόρτα και τράβηξα έναν-έναν τους ογκώδεις σύρτες που την έκαναν απαραβίαστη. Στη συνέχεια ακούμπησα το παιδί σ’ έναν από τους παλιομοδίτικους καναπέδες του καθιστικού μου, γονάτισα μπροστά του και το κοίταξα προσεκτικά. Ήταν ένα μικρόσωμο πλασματάκι, πέντε χρονών το πολύ, αν και με τον υποσιτισμό που σίγουρα θα είχε υποστεί μου ήταν πολύ δύσκολο να μαντέψω με ακρίβεια. Το κεφαλάκι του ήταν κοντοκουρεμένο και φορούσε μια φθαρμένη φορμούλα που αν και μπαλωμένη στα γόνατα και στους αγκώνες, ήταν πεντακάθαρη. Ο μικρός σήκωσε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατάματα. Τα μάτια του ήταν τεράστια, καστανά και υγρά, πλημμυρισμένα από μια βαθιά αίσθηση τρόμου που μόνο τα παιδικά μάτια μπορούν να εκφράσουν. Αναρωτήθηκα τι είδους σκηνές να είχαν ξετυλιχτεί μπροστά του, πόση ασχήμια και δυστυχία να είχε προλάβει να ζήσει μέσα στα λίγα χρόνια της ύπαρξής του στον απάνθρωπο κόσμο μας. Σήκωσα το χέρι μου για να του χαϊδέψω το μάγουλο που είχε όμορφο σταρένιο χρώμα και τα λεπτά του φρύδια, που έμοιαζαν με τις χνουδωτές κεραίες κάποιας μικρής νυχτοπεταλούδας, συσπάστηκαν. Το παιδί προσπάθησε να απομακρυνθεί από κοντά μου, κουλουριάστηκε στο βάθος της πολυθρόνας και έθαψε το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατά του σαν να ήθελε να κρυφτεί μέσα στον ίδιο του τον εαυτό.

Έμεινα ακίνητος, δίβουλος, προσπαθώντας να σκεφτώ κάτι, κάτι που θα το έκανε να πάψει να φοβάται. Προσπάθησα να δω τον εαυτό μου μέσα απ’ τα δικά του μάτια και αντίκρισα έναν μεγαλόσωμο γέροντα με μακριά άσπρα μαλλιά και ρυτιδωμένο πρόσωπο, ντυμένο συντηρητικά, με σκούρα ρούχα. Θα πρέπει να μ’ έβλεπε σαν μπαμπούλα. Ένιωσα εντελώς ανήμπορος, ανίκανος να το βοηθήσω. Σηκώθηκα όρθιος και σήκωσα το τηλέφωνο για να πάρω το κοντινότερο αστυνομικό τμήμα, να τους ενημερώσω για το παιδί και να μου πουν εκείνοι τι έπρεπε να κάνω. Αλλά το τηλέφωνο ήταν νεκρό. Όπως και το ρεύμα, είχε κοπεί. Ξανακοίταξα το παιδί που τώρα με κοιτούσε επιφυλακτικά ανάμεσα από τα γόνατά του, νιώθοντας όλο και πιο απελπισμένος. Πως μπορούσα να το βοηθήσω έτσι που εξελίσσονταν τα πράγματα; Του έκανα κάποια καθησυχαστικά νεύματα και έτρεξα μέχρι την κουζίνα, γέμισα ένα ποτήρι με γάλα απ’ το ψυγείο και κοντοστάθηκα διστακτικά, κοιτάζοντας μπροστά μου το κενό. Σκέφτηκα πόσο ηλίθιο ήταν αυτό που έκανα αφού το τελευταίο πράγμα που ο μικρός θα είχε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν η πείνα. Αλλά από την άλλη, έπρεπε κάπως να τον φροντίσω. Επέστρεψα λοιπόν στο καθιστικό κρατώντας το ποτήρι μου σαν τρόπαιο. Το παιδί, καθισμένο στην παλιά μου πολυθρόνα, με τα πόδια του να μην φτάνουν ούτε καν μέχρι την άκρη της και με τα χέρια του να σφίγγουν τα σκαλιστά της μπράτσα, κοίταζε σοβαρά-σοβαρά το τραπεζάκι που υψωνόταν μπροστά απ’ τη σβησμένη τηλεόραση. Εκεί πέρα βρισκόταν μια διακοσμητική μπάλα από μωβ γυαλί, γεμάτη φυσαλίδες που αντανακλούσαν το φως του ήλιου που έμπαινε μέσα απ’ τις μπαλκονόπορτες του καθιστικού. Ακούμπησα το γάλα πάνω στο τραπέζι, έπιασα την μπάλα και του την πρόσφερα. Εκείνο την πήρε στα χέρια του και μου χαμογέλασε, ένα γλυκύτατο χαμόγελο γεμάτο με κάτι τέλεια άσπρα δόντια.

-«Ταλίκ» μου είπε. Η φωνή του ήχησε λεπτή και καθαρή, σαν κελάηδισμα.

Γονάτισα μπροστά του, γεμάτος απορία.

-«Έτσι σε λένε;» το ρώτησα χαζά.

Εκείνο ένευσε καταφατικά, άρχισε να χαϊδεύει την μπάλα και επανέλαβε την παράξενη εκείνη λέξη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα τζάμια του καθιστικού τραντάχτηκαν από μια δυνατή έκρηξη.


3


Έτρεξα στη μπαλκονόπορτα, την άνοιξα και βγήκα στο μπαλκόνι. Κάτω στο δρόμο γινόταν χαλασμός. Το οδόστρωμα είχε γεμίσει από ένα πυκνό πλήθος ανθρώπων που έτρεχαν εδώ και εκεί, έσπαγαν αυτοκίνητα και παράθυρα και αναποδογύρισαν ξέχειλους κάδους απορριμμάτων. Πιο μακριά, πίσω απ’ τις ταράτσες των γύρω πολυκατοικιών, στήλες πυκνού μαύρου καπνού λέκιαζαν τον ουρανό που είχε πήξει από ελικόπτερα. Ο αέρας βρωμούσε απ’ την αποφορά του καμένου λάστιχου και των δακρυγόνων ενώ οι κραυγές του εξαγριωμένου πλήθους που φώναζε ρυθμικά συνθήματα στ’ αραβικά, έφτανε στ’ αυτιά μου σαν φρενιασμένη λιτανεία. Η κατάσταση επιδεινώνονταν όλο και περισσότερο. Εδώ που τα λέμε, ήταν αναπόφευκτο. Απ’ την ημέρα που το άτυχο εκείνο παιδί από το Πακιστάν είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια μιας μαχητικής διαδήλωσης υπέρ της ανέγερσης μουσουλμανικού τεμένους στο κέντρο της Αθήνας, η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί επικίνδυνα και η επιθετικότητα των αστυνομικών δυνάμεων δεν είχε βοηθήσει καθόλου την όλη κατάσταση. Και τώρα το κέντρο της Αθήνας είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης, σε μια αιματηρή αναμέτρηση ανάμεσα σε μουσουλμάνους λαθρομετανάστες, ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς και στα ΜΑΤ που προσπαθούσαν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να επιβάλλουν την έννομη τάξη.

Ξαναμπήκα στο καθιστικό και κοίταξα τον μικρό μου επισκέπτη που κρατούσε την μπάλα στα χέρια του και την κοίταζε με περιέργεια. Εκείνος μου ανταπέδωσε το βλέμμα. Μου φάνηκε πολύ τρομαγμένος και πάλι, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Εκείνη τη στιγμή, κάτι άστραψε στο μυαλό μου. Μια έκλαμψη έμπνευσης. Καθώς τον έβλεπα να σφίγγει στα χέρια του εκείνη τη μπάλα που έμοιαζε με την κρυστάλλινη σφαίρα ενός μάγου, μου ήρθε μια καταπληκτική ιδέα. Του έκανα ένα καθησυχαστικό νεύμα και άνοιξα το παλιό σεντούκι με τα μαγικά μου σύνεργα που στεκόταν σε μια γωνιά του καθιστικού.

Και μετά άρχισε η παράσταση.


4


Όταν ήμουν δέκα ετών αντίκρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου το σόου ενός ταχυδακτυλουργού. Ήταν καλοκαίρι και ο πατέρας μου μας είχε κλείσει θέσεις σε μια κρουαζιέρα στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Στο πλοίο μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές και διάφορα άλλα θεάματα ανάμεσα στα οποία ήταν και ένα πρόγραμμα που ονομαζόταν «Η βραδιά της μαγείας.»

Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη νύχτα, σαν να είχε συμβεί χθες, τα στρογγυλά τραπεζάκια που είχαν τοποθετηθεί γύρω απ’ την πίστα, τη μυρωδιά των γυναικείων αρωμάτων του τσιγάρου και των ποτών που πλανιόταν στον νυχτερινό αέρα, το ατμοσφαιρικό ημίφως που μετριαζόταν απ’ τα αναμμένα κεριά και τον έξυπνο φωτισμό της αίθουσας, την υποβλητική μουσική υπόκρουση και το ανεπαίσθητο κούνημα του πλοίου που έσκιζε τα κύματα. Όταν ο μάγος ανέβηκε στην πίστα, ένας ηλικιωμένος κύριος που φορούσε ένα κομψό φράκο και μια βαθυκόκκινη μπέρτα, ένιωσα να μαγνητίζομαι και να πλημμυρίζω από ένα υπέροχο κύμα ενθουσιασμού. Το μυστήριο και η μαγεία της παράστασης με καθήλωσαν και με συνεπήραν. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι κάποια μέρα θα γινόμουν και εγώ ένας καταπληκτικός μάγος που θα υπνώτιζε τα πλήθη με τα καταπληκτικά του κατορθώματα. Αυτή η απόφαση διαμόρφωσε τελικά ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μου. Έγινα πράγματι ένας πολύ καλός ταχυδακτυλουργός. Ξεκίνησα από παραστάσεις σε πάρτι γενεθλίων, συνέχισα με σόου σε νυχτερινά κέντρα, έκανα ένα πέρασμα από την τηλεόραση και κάποια στιγμή συμμετείχα και σε κάποιο θίασο που ταξίδευε στην Ευρώπη αρχικά και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Τα χρόνια πέρασαν αλλά εκείνη η νομαδική ζωή δεν μου επέτρεψε να στεριώσω κάπου, να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια. Αυτό ήταν ωστόσο κάτι που δεν με ενοχλούσε καθόλου γιατί εκείνο που μετρούσε για μένα πιο πολύ και μ’ έκανε να νιώθω ευτυχισμένος ήταν η λαμπερή έκφραση του θαυμασμού και του δέους που άστραφτε στα μάτια του κοινού μου, κάθε φορά που μ’ έβλεπαν να χάνομαι στις φλόγες, να εξαφανίζομαι μπροστά τους, να υλοποιώ αντικείμενα και να κόβω στα δυο γυναίκες που στη συνέχεια εμφανίζονταν ολόκληρες και πάλι και εντελώς αλώβητες απ’ το δολοφονικό μου πριόνι. Αυτό που ήθελα περισσότερο απ’ όλα ήταν να τους μεταδώσω το υπέροχο εκείνο συναίσθημα του θαυμαστού που είχα νιώσει το καταπληκτικό εκείνο βράδυ στο κρουαζιερόπλοιο, μια αίσθηση που δεν ξεθώριασε καθόλου στο πέρασμα του χρόνου, ακόμα και όταν έμαθα ότι όλα αυτά τα θαύματα δεν ήταν παρά οφθαλμαπάτες, ψευδαισθήσεις και κόλπα που δεν περιείχαν τίποτα το εξωπραγματικό.

Κάποια στιγμή ενδιαφέρθηκα και για τα παραφυσικά φαινόμενα και έψαξα με μεγάλη επιμονή να βρω εκείνους τους προικισμένους ανθρώπους που μπορούσαν πραγματικά να λυγίσουν τους απαρέγκλιτους νόμους του σύμπαντος και να γεννήσουν τη μαγεία. Αλλά τα ευρήματά μου, ύστερα από δεκαετίες εξονυχιστικής διερεύνησης, αποδείχτηκαν στην καλύτερη περίπτωση αντιφατικά. Όταν με πήραν τα χρόνια και οι αντοχές μου άρχισαν να μειώνονται, ξανάρχισα να δίνω παιδικές και σχολικές παραστάσεις και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι είχα αρχίσει να μένω πίσω, ότι οι καιροί με είχαν προσπεράσει. Τα μάτια των παιδιών που με παρακολουθούσαν ήταν αλλαγμένα, ψυχρά και κυνικά. Οι παχουλοί λαγοί που έβγαιναν απ’ το καπέλο μου, οι βροχές απ’ τις σαπουνόφουσκες και τα ολόλευκα περιστέρια που εξαφανίζονταν μέσα σε βελούδινα καπέλα τ’ άφηναν αδιάφορα. Οι φανταχτερές εικόνες των κινηματογραφικών ταινιών φαντασίας και οι θαυμαστοί και βίαιοι κόσμοι της νέας τεχνολογίας με είχαν μετατρέψει σ’ ένα βαρετό απολίθωμα.

Αποσύρθηκα λοιπόν στο διαμέρισμά μου, άνοιξα ένα κατάστημα που πουλούσε πλαστικές μύγες και κατσαρίδες, ποτήρια με διπλό πάτο και κροτίδες, μάσκες που έσταζαν ψεύτικο αίμα και πλαστικά δόντια βρικολάκων, και κατέληξα να ζω μιαν ακύμαντη τρίτη ηλικία που θα με οδηγούσε κάποια στιγμή στο αναπόφευκτο κατώφλι του θανάτου.

5


Περάσαμε υπέροχα. Τοποθέτησα κοντά μας το σεντούκι μου, το άνοιξα και άρχισα να βγάζω ένα-ένα τα περιεχόμενά του. Του έδειξα όλα τα μαγικά μου. Αν και τα δάχτυλά μου είχαν σκουριάσει αρκετά απ’ την αρθρίτιδα, εμφάνισα και εξαφάνισα κέρματα απ’ τις παλάμες μου με μεγάλη επιτυχία, τα έκανα να παρελάσουν σαν αστραφτερά σαλιγκάρια πάνω στα μανίκια μου, έπαιξα με μαντίλια και τραπουλόχαρτα που πετούσαν και άλλαζαν θέση από μόνα τους σαν πεταλούδες και με μεταλλικούς κρίκους που περνούσαν ο ένας μέσα από τον άλλο σαν να ήταν φτιαγμένοι από νερό. Του έμαθα πώς να φυσάει ιριδίζουσες σαπουνόφουσκες και να τις κάνει να φουσκώνουν η μια μέσα στην άλλη και πως να τις ενώνει και να φτιάχνει εύθραυστες αλυσίδες και γεωμετρικά συμπλέγματα. Ύστερα από λίγο τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν και το πρόσωπό του χαλάρωσε. Μια έκφραση θαυμασμού και δέους απλώθηκε πάνω στα τρυφερά του χαρακτηριστικά. Μέσα στο βλέμμα του η μαγεία άνθιζε και ξαναζούσε. Κατάφερα να τον κάνω να πιεί το γάλα του, να φάει και ένα σάντουιτς και το πιο καταπληκτικό ακόμα να γελάσει, ένα γαργαριστό χαχανητό που έμοιαζε με δροσερό ρυάκι που κυλούσε πάνω σε γυαλιστερές πέτρες.

Ούτε που καταλάβαμε για πότε νύχτωσε. Άναψα μερικά κεριά και συνεχίσαμε να παίζουμε μέχρι που κάποια στιγμή τον είδα να γλαρώνει. Τα μάτια του μισόκλεισαν και χασμουρήθηκε σαν γατάκι που κουράστηκε να κυνηγάει τα παιχνίδια του. Έφερα λοιπόν μερικές κουβέρτες και μαξιλάρια και του έφτιαξα κάτι σαν φωλιά στον καναπέ, τον έβαλα να ξαπλώσει ανάμεσά τους και τον τύλιξα σφιχτά μέχρι το πηγούνι. Εκείνος έμεινε ακίνητος στη θέση του και συνέχισε να με κοιτάει με κάτι μάτια που τώρα είχαν γίνει λαμπερά σαν γυαλισμένα πετράδια. Έκανα να απομακρυνθώ από κοντά του αλλά το χεράκι του τινάχτηκε μέσα απ’ τις κουβέρτες και σφίχτηκε γύρω απ’ το δικό μου με μια δύναμη που με άφησε κατάπληκτο.

Αναστέναξα βαθιά. Προφανώς δεν υπήρχε περίπτωση να τον καταφέρω να κοιμηθεί χωρίς την παρουσία μου. Έσυρα λοιπόν την πολυθρόνα μου κοντά του, τυλίχτηκα και εγώ με μια περισσευούμενη κουβέρτα και έκατσα δίπλα του, έχοντας αποφασίσει να περάσω έτσι ολόκληρο το βράδυ, στο προσκεφάλι του. Μόνο τότε αφέθηκε να τον πάρει ο ύπνος. Τα μάτια του έκλεισαν, το στόμα του χαλάρωσε και άρχισε να ανασαίνει ήρεμα και ρυθμικά, γαλήνια, να ονειρεύεται όπως μόνο τα παιδιά μπορούν όταν νιώθουν ασφαλή. Μια γλυκιά σιωπή απλώθηκε μέσα στο σκοτεινό διαμέρισμα.

Εμένα πάλι δεν μου κολλούσε ύπνος. Έτσι όπως τον έβλεπα να κοιμάται φωτισμένος απ’ τη φλόγα του κεριού που έκαιγε ανάμεσά μας, τα μάτια του κλειστά και τρυφερά σαν πέταλα λουλουδιών κάτω απ’ τις λεπτές βλεφαρίδες τους, χίλιες σκέψεις μου τριβέλιζαν το μυαλό: Τι θα έκανα τώρα; Πως μπορούσα να τον βοηθήσω; Τι θ’ απογινόταν αυτό το παιδί που ήταν μόνο και ορφανό σε μια ξένη χώρα που γινόταν όλο και περισσότερο εχθρική προς κάθε τι το ξένο; Αύριο που θα τον έπαιρνα απ’ το χέρι και θα τον παρέδιδα στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα, ποια θα ήταν η τύχη του; Πως θα επιβίωνε αυτό το μικρό και απροστάτευτο ανθρωπάκι μέσα σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων ή σε κάποιο ορφανοτροφείο; Αλλά και πάλι, τι άλλο μπορούσα να κάνω; Να το κρατήσω μαζί μου; Και πως θα το φρόντιζα; Πως θα τα έβγαζα πέρα με τη φροντίδα ενός μικρού παιδιού εγώ, ένας μονόχνοτος συνταξιούχος ταχυδακτυλουργός που είχε μάθει να ζει μόνος μ’ ένα κάρο αναμνήσεις;

Τελικά, κοιμήθηκα και εγώ. Θα πρέπει να με πήρε ο ύπνος τις μικρές ώρες της νύχτας, μέσα στη σιωπή που ράγιζε πότε-πότε απ’ τις υπόκωφες βροντές μακρινών εκρήξεων και απ’ τις σειρήνες των περιπολικών. Θυμάμαι ότι είδα ένα παράξενο όνειρο. Βρισκόμουν και πάλι στο μεγάλο κρουαζιερόπλοιο της παιδικής μου ηλικίας. Καθόμουν στην καρέκλα μου και κοίταζα την πίστα με τον ταχυδακτυλουργό έκθαμβος, όπως και τότε, γεμάτος θαυμασμό. Ξαφνικά άκουσα ένα ειρωνικό γελάκι. Ένιωσα την παρόρμηση να σηκωθώ όρθιος και να του φωνάξω να σταματήσει, ότι ο κόσμος είχε αλλάξει, ότι δεν μας χρειαζόταν πια. Οι καινούργιοι καιροί ήταν άγριοι και κυνικοί, άσχημοι. Άνθρωποι σαν και εμάς δεν χωρούσαν εκεί μέσα. Εκείνος πήρε στα χέρια του ένα ημίψηλο καπέλο από βυσσινί βελούδο και το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω μου.

-«Η μαγεία δεν πεθαίνει ποτέ,» μου είπε με μια φωνή που ακούστηκε σαν ψίθυρος μέσα στο κεφάλι μου, «απλά, αλλάζει μορφή.»

Σκίρτησα ξαφνιασμένος, σαν κάτι να με είχε σκουντήξει απαλά. Άνοιξα τα μάτια μου και το βλέμμα μου εστιάστηκε πάνω στο τραπεζάκι που στεκόταν ακόμα ανάμεσα στην πολυθρόνα μου και στον καναπέ όπου κοιμόταν ο Ταλίκ. Ξημέρωνε και μέσα απ’ τις κουρτίνες του καθιστικού έμπαινε φιλτραρισμένο το ρόδινο φως της αυγής. Ο Ταλίκ είχε ξυπνήσει και αυτός. Καθόταν σταυροπόδι πάνω στις κουβέρτες του, ίδιος με μικρό λουλούδι που είχε φυτρώσει ανάμεσά τους και κοιτούσε μ’ έντονο βλέμμα τη μωβ μπάλα με τις φυσαλίδες που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στο σβηστό κερί. Ο αέρας μέσα στο σαλόνι έπαλλε και σπινθήριζε ανεπαίσθητα, φορτισμένος με την αίσθηση μιας παράξενης δύναμης, μιας ενέργειας που έκανε τα μόρια του να τρεμουλιάζουν.

Η μπάλα άρχισε να κινείται. Άρχισε να κυλάει πότε από δω και πότε από εκεί χωρίς να την αγγίζει κανείς, οδηγημένη απ’ το βλέμμα του μικρού που τώρα χαμογελούσε όλο χαρά. Τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου. Το φως του ήλιου που ξεπρόβαλε ξαφνικά πίσω απ’ τις στέγες των γύρω κτιρίων, έπεσε πάνω του ολόχρυσο και λαμπερό. Έμοιαζε να συγκεντρώνεται γύρω απ’ το κεφάλι του και να το τυλίγει μ’ ένα λεπτό φωτοστέφανο.

Η μαγεία δεν πεθαίνει ποτέ. Απλά αλλάζει μορφή.

Γονάτισα μπροστά του και ένιωσα να πλημμυρίζω από ένα πρωτόγνωρο δέος. Όπως τότε, στο παλιό εκείνο κρουαζιερόπλοιο. Μόνο που τώρα έβλεπα την αληθινή μαγεία, εκείνο το θαύμα που μια ζωή πάλευα να αιχμαλωτίσω.

-«Θα μου δείξεις πως το κάνεις αυτό;» τον ρώτησα και η φωνή μου ακούστηκε παράξενα λεπτή και αδύναμη μέσα στο άδειο καθιστικό, σαν να ήμουν και πάλι δέκα ετών.

Ο Ταλίκ ένευσε καταφατικά και το χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπό του λάμπρυνε ακόμα περισσότερο, σαν μια μικρή ανατολή.



Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2009

13 σχόλια:

  1. Οπως παντα Ερικ δημιουργησες...
    Με μια απλή εικόνα που εύκολα θα μπορούσε να γίνει πράξη στην καθημερινότητα που ζούμε, και με την λαχτάρα του παιδιού για την μαγεία .. το άπιαστο όνειρο του κάθε παιδιού να μας γυρίσεις πίσω σε μια ονειρική πραγματικότητα που ζούσαμε σαν μικρά παιδιά αλλά ταυτόχρονα και να μας βάζεις απέναντι στις υποχρεώσεις μας για μια καλύτερη κοινωνία που μπορεί να δημιουργηθεί χάρη στις πράξεις και επιλογές μας...

    Συγχαρητήρια γι ακόμη μια φορά φίλε μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πραγματικα ενα αφανταστα συγκινητικο κειμενο,που καταφερνει να αγγιξει τις ευαισθησιες του ανθρωπου σε κοινωνικο και εσωτερικο επιπεδο.Ζωντανο και ρεαλιστικο σε γραφη,ενα ακομα εξαισιο κειμενο.
    Υπεροχο...

    Νικη Αυγερινου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια.
    Αυτό που με ώθησε στο να γράψω το συγκεκριμένο διήγημα ήταν η διαπίστωση ότι ανέκαθεν, τα λάθη που κάνουμε εμείς οι ενήλικες, πλήρωνουν πάντα τα παιδιά ανεξαρτήτου εθνικότητας και καταγωγής. Κι όμως, η μοναδική ελπίδα που έχουμε για ένα καλύτερο μέλλον, ή και για να έχουμε ως είδος ένα μέλλον απλά, είναι αυτά. Δεν είναι τρομακτικά άδικη αυτή η κατάσταση;

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συγκλονιστικο κειμενο,καλογραμμενο ,γεματο εικονες αλλα και πολλα μηνυματα..
    Η ιστορια ξεχειλιζει απο συναισθημα και σε προβληματιζει..
    Η μαγεια μπορει να αλλαζει μορφες..
    αλλα η ελπιδα..παντα θα εχει την οψη ενος παιδιου..

    μπραβο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κατ' αρχήν Ερρίκο, δεν γνώριζα αυτή την πτυχή της ζωής σου΄δηλ. το γράψιμο. Εντυπωσιάσθηκα με την καθαρή και απέριττη γραφή σου, που δημιουργεί ταυτόχρονα δυνατές και ευαίσθητες εικόνες. Θα γίνω ένας από το κοινό σου, με την "λαμπερή έκφραση του θαυμασμού και του δέους" που θα αστράφτει στα μάτια του. Και βέβαια, όσο για την κοινωνική και ανθρώπινη διάσταση, έχεις απόλυτο δίκαιο, αν δεν μάθουμε να αγκαλιάζουμε όλα τα παιδιά τοτε έχουμε αποτύχει οικτρά. Νίκος Σμάραγδος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Pragmatika uperoxo.
    Me sigkinise kai i ploki me ekane na xatho sta monopatia tou keimenou sou.

    Pragmatika sigxaritiria

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε το κείμενο που έγραψα. Προσπάθησα να απεικονίσω μια Αθήνα του πολύ κοντινού μέλλοντος όπου μέσα από την ασχήμια και την σκοτεινιά μιας εχθρικής καθημερινότητας βλασταίνει ένα μικρό θαύμα. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει πολύ πιο συχνά από όσο μπορούμε ή θέλουμε να αντιληφθούμε. Να είστε όλοι καλά

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αν μου ζητουσαν να κρατησω μια μονο φραση απο το διηγημα η οποια με εκανε να σκεφτω,να αναριγησω ή και τα δυο μαζι το πιο πιθανο, δεν θα καταφερνα να επιλεξω. Δεν καταφερες μονο να ζωντανεψεις τη σκηνη μπροστα στα ματια μου αλλα και μεσα μου με πιο πολλους απο εναν τροπους.
    Αλλα για μενα ειναι ενα αισιοδοξο διηγημα. Αφου "Η μαγεια δε πεθαινει ποτε. Απλα αλλαζει μορφη".
    Εχει κανταντησει κοινοτοπο αλλα και αυτη τη φορα συγχαρητηρια θελω να σου πω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Νηρηίδα σ' ευχαριστώ πολύ.

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΟΥ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ.ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΟΡΑ.
    ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΝΑ ΕΧΕΙΣ :)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Η μαγεία αλλάζει μορφή, αλλά ο κόσμος είναι μαγικός?
    Τέλειο κείμενο!!!!
    Καλό μήνα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Σας ευχαριστώ πολυ!

    Ερρίκος Σμυρναίος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Προτείνω σε όλους τη συγκλονιστική ταινία Stalker για μια τηλεοπτική παρουσίαση του συγκεκριμένου συναισθήματος που ανέδειξε ο Έρικ. Η θεία πρόνοια πολλές φορές επιλέγει χαρισματικά και προικισμένα άτομα από τις τάξεις των κοινωνικά αποκλεισμένων…

    ΑπάντησηΔιαγραφή