Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Η ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ


Μας είχε απομείνει ελάχιστος χρόνος. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, μόλις και προλαβαίναμε να μπούμε στο Ναό, να κλέψουμε το πετράδι και να εγκαταλείψουμε τη Νεκρόπολη προτού εξαντληθούν και τα τελευταία υπολλείματα της ζωτικής ενέργειας που μας είχε παραχωρήσει ο Μεγάλος Ρυθμιστής. 
Σκίασα το πρόσωπό μου με τα δυό μου χέρια και κοίταξα ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου τον τροπικό ήλιο που κρεμόταν πάνω απ’ τη μακρινή γραμμή του ορίζοντα. Η απέραντη ζούγκλα που περικύκλωνε τη Νεκρόπολη ανάσαινε αθόρυβα, χαιρετώντας τον ερχομό της νύχτας. Το χνώτο της γέμιζε τον αέρα με αραχνούφαντα πέπλα, με μια λεπτή ομίχλη που είχε το χρώμα του πυρακτωμένου χαλκού. Καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έλουζε τους γκρίζους τοίχους και τους ρημαγμένους τρούλους των παμπάλαιων κτιρίων που υψώνονταν γύρω μας, εκείνα καλύφθηκαν με τη ζωηρή απόχρωση του φρέσκου αίματος.  
-«Πεδίο ελεύθερο, κίνηση καμιά,» μας πληροφόρησε ο Ισμαήλ καθώς απομάκρυνε τη διόπτρα που κρατούσε απ’ το μελαμψό του πρόσωπο.
Η φωνή του ακούστηκε ήρεμη αλλά και αυστηρή μέσα στην αφύσικη σιγαλιά του δειλινού. 
Τα βαριά σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό πήραν φωτιά. Ο ήλιος που άγγιζε πλέον τον ομιχλώδη ορίζοντα, έλαμψε σαν ένας πύρινος δίσκος που πυρπολούσε τις κοιλιές τους με τα ελάχιστα βέλη που του είχαν απομείνει.  
Μια απαλή ψιχάλα άρχισε να πέφτει πάνω απ΄τη Νεκρόπολη. Οι μεταλλικοί θώρακες και τα σπαθιά που κρατούσαμε στα χέρι μας καλύφθηκαν από μικροσκοπικές δροσοσταλίδες. Αμέτρητες σταγόνες βρόχινου νερού, ύφαναν ένα διάφανο πούσι πίσω απ’ το οποίο τα περιγράμματα των γύρω δέντρων και των κτιρίων της Νεκρόπολης μεταμορφώθηκαν σε αχνά και απροσδιόριστα σχέδια.  
Ο Ισμαήλ με κοίταξε κατάματα, σαν να ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να υπογραμμίσει τη φράση που μόλις είχε ξεστομίσει. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου πράσινα και κοφτερά, μέσα απ’ τις δίδυμες τρύπες του σιδερένιου κράνους του που έμοιαζε με αγριεμένη λυκοκεφαλή.
-«Σύμφωνοι, προχωράμε λοιπόν,» του απάντησε η Ίνγκριντ. Στεκόταν όρθια δίπλα του, με το ένα πόδι πάνω στο χαμηλό παραπέτο της ταράτσας. Οι περικνημίδες της άστραφταν υγρές και χρυσαφένιες στο φως του νοτισμένου δειλινού. Ήξερα πως ήταν άφθαρτες και αδιαπέραστες από οποιοδήποτε γνωστό όπλο, όπως και ο σφυρήλατος θώρακας που κάλυπτε το πλούσιο στήθος της, φτιαγμένες από ένα μυστικό μέταλλο που γνώριζαν μονάχα οι σιδηρουργοί των βουνίσιων ξωτικών. Καθώς στέκονταν μπροστά μου στητή και αγέρωχη, ντυμένη με τον αστραφτερό της θώρακα, τις περικνημίδες και το λιονταρίσιο κράνος της, έμοιαζε με μια αγέρωχη θεά του πολέμου.  
-«Ωραία, προχωράμε λοιπόν προς τον Ναό,» συμφώνησα και εγώ με τη σειρά μου.
Αφήσαμε την ταράτσα που χρησιμοποιούσαμε ως παρατηρητήριο και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αργά και προσεκτικά την πέτρινη σκάλα που κατέληγε στο αχανές προαύλιο του Ναού. Το απαλό ψιλόβροχο που έπεφτε ασταμάτητα, διαπερνούσε τα ρούχα μου, τα μούσκευε και χάιδευε την ιδρωμένη πλάτη μου με υγρά δάχτυλα που ήταν ζεστά και αλμυρά σαν δάκρυα.  
Το βλέμμα μου καρφώθηκε στη λυγερή σιλουέτα της Ίνκγριντ που κατέβαινε με αργές και κομψές κινήσεις τη στενή σκάλα, φροντίζοντας να παραμένει κοντά στον τοίχο που υψώνονταν στη δεξιά της πλευρά.
Σκέφτηκα για άλλη μια φορά πως δεν ήξερα σχεδόν τίποτα γι’ αυτή. Μόνο αυτά που μας είχε πει ή ίδια, ότι ζούσε σε κάποια καταπράσινη και πλούσια πολιτεία του Βορρά και ότι σκόπευε να πραγματοποιήσει μια σειρά άθλων προκειμένου ν’ αναρριχηθεί στην Κλίμακα των Ηρώων και να κερδίσει την επιδοκιμασία της συντεχνίας που αξιολογεί όλους εκείνους που συμμετέχουν στον Μεγάλο Μαραθώνιο. 
Ο Ισμαήλ απ’ την άλλη μου έδινε την εντύπωση ανθρώπου που είχε συσσωρεύσει πολύ οργή και θυμό μέσα του. Ήταν κάποιος στον οποίο ποτέ δεν είχε χαριστεί το παραμικρό. Αυτό το γεγονός τον έκανε αποφασισμένο να διακριθεί στον Μαραθώνιο με κάθε τρόπο.  
Αναρωτήθηκα ποιά να ήταν η εντύπωση που είχαν σχηματίσει εκείνοι για το άτομο μου. Ιδιαίτερα η Ίνγκριντ. 
Ήμασταν οι τρεις τελευταίοι επιζώντες της αρχικής ομάδας. Οι άλλοι είχαν πεθάνει στη ζούγκλα. Τους είχαν επιτεθεί πεινασμένα αρπακτικά και αιμοδιψή παράσιτα ή είχαν παγιδευτεί ανάμεσα στις αρπάγες παράξενων σαρκοφάγων φυτών. Εμείς οι τρείς πάντως, που είχαμε καταφέρει να παραμείνουμε ζωντανοί, αν θέλαμε πραγματικά να ελπίζουμε στην επιτυχία της αποστολής μας θα έπρεπε να συνεργαστούμε, ανεξάρτητα από το τι πίστευε ο ένας για τον άλλο. Έπρεπε να φτάσουμε εγκαίρως στο κέντρο της Νεκρόπολης, στο Ναό, εκεί όπου φυλασσόταν το περιζήτητο πετράδι του Έρκινχ.  


----------------


Μόλις κατεβήκαμε τη σκάλα, πρώτος ο Ισμαήλ, δεύτερη η Ίνγκριντ και τελευταίος εγώ, βρεθήκαμε στην άκρη του τεράστιου προαύλιου που ξεδιπλώνονταν μπροστά απ’ τον ογκώδη Ναό.  
Η Νεκρόπολη απλώθηκε γύρω μας άδεια και αινιγματική, σιωπηλή σαν ξεχασμένη κατακόμβη.
Προτού ξεκινήσει η αποστολή είχα προσπαθήσει ν’απομνημονεύσω έναν κιτρινισμένο χάρτη που απεικόνιζε ολόκληρο το συγκρότημα των παράξενων κτιρίων και των δρόμων που την αποτελούσαν. Τίποτα δεν ήταν γνωστό για το πότε είχε χτιστεί, από ποιούς και για ποιό σκοπό. Κανείς δεν γνώριζε καν αν ήταν Νεκρόπολη με την συνηθισμένη έννοια της λέξης. 
Ήταν ένα σύμπλεγμα ερειπωμένων κτιρίων από γκρίζο γρανίτη που αποτελούνταν από βαθμιδωτούς εξώστες, λεπτεπίλεπτους πύργους, μακρόστενους τρούλους, ογκώδεις επάλξεις και αναρίθμητα παράθυρα. Η ζούγκλα είχε εισβάλει στο εσωτερικό τους και προσπαθούσε να τα καταστρέψει. Τεράστιες ρίζες τύλιγαν τους κίονες και τα θεμέλια τους και φυτικά πλοκάμια χώνονταν σε κάθε ρωγμή των ραγισμένων τοίχων τους. Πάνω σε γωνιώδη υπέρθυρα και κάτω από τις λογχοειδείς αψίδες φύτρωναν τερατώδη δέντρα με γυαλιστερούς κορμούς και φυλλωσιές που κρέμονταν μαύρες και άτονες σαν ξεβρασμένα φύκια. Ένα παχύ στρώμα μουσκεμένης χλόης που πρόσφερε τροφή και καταφύγιο σε αναρίθμητα υπερκινητικά έντομα απλωνόταν παντού.  
-«Και τώρα ας προχωρήσουμε προς το Ναό,» μας παρότρυνε η Ίνγκριντ κοιτάζοντας ολόγυρα επιφυλακτικά, καθώς η σκοτεινιά του δειλινού που απλώνονταν στον ουρανό έπεφτε πάνω μας, μαζί με το ασταμάτητο ψιλόβροχο. 
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τρία κοφτερά βλήματα από πελεκημένη πέτρα καρφώθηκαν σφυρίζοντας στον κορμό του δέντρου που υψώνονταν δίπλα της, στο ύψος του κεφαλιού της.


--------------------


-«Καλυφθείτε! Όλοι!» μας φώναξε ο Ισμαήλ, ο οποίος, δίχως να περιμένει τη δική μας αντίδραση, σωριάστηκε φαρδύς-πλατύς στο μουσκεμένο χορτάρι. 
Καθώς ένα σμήνος από παρόμοιες πέτρες που σφύριζαν σαν επιθετικές οχιές έσκιζαν ορμητικά τον αέρα, κουλουριάστηκα πίσω από ένα σύμπλεγμα χοντρών ριζών που σφίγγονταν γύρω από έναν πεσμένο κίονα σαν παραφουσκωμένα μπράτσα ενώ η Ίνγκριντ αναζήτησε καταφύγιο πίσω απ’ τον συστραμμένο κορμό ενός δεύτερου δέντρου.
Η αιφνιδιαστική επίθεση έλαβε τέλος. Κάθε φορά όμως που προσπαθούσαμε να κινηθούμε, ένα καινούργιο βλήμα μας προειδοποιούσε ότι αυτοί που μας είχαν βάλει στο μάτι παρακολουθούσαν την κάθε μας κίνηση.
-«Και τώρα τι κάνουμε;» σφύριξα ανυπόμονα στον Ισμαήλ και στην Ίνγκριντ. 
-«Τώρα κινούμαστε ανεξάρτητα,» μου απάντησε εκείνη ψιθυριστά, «μόνο αν μπερδέψουμε τους διώκτες μας θα καταφέρουμε να φτάσουμε εγκαίρως στο Ναο!»
-«Σωστά,» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του και ο Ισμαήλ, «προτείνω λοιπόν να χωριστούμε και να συναντηθούμε όλοι μαζί στην αίθουσα του πετραδιού, όσο πιο γρήγορα γίνεται!»
-«Ο καθένας μόνος του από΄δω και πέρα λοιπόν, έτσι;» τον ρώτησε η Ίνγκριντ.
-«Ο καθένας μόνος του!» επανέλαβε τα λόγια της ο Ισμαήλ.
-«Ξεκινάω πρώτος!» τους είπα. 
Άρχισα ν’απομακρύνομαι από κοντά τους μπουσουλώντας αργά και προσεκτικά πάνω στη γλυστερή και παχιά βλάστηση που κάλυπτε το προαύλιο. 
Πυκνό σκοτάδι απλώθηκε γύρω μου. Ένιωσα προστατευμένος μέσα στη μαύρη αγκαλιά του. Πασχίζοντας να μην κάνω τον παραμικρό θόρυβο συνέχισα να έρπω πάνω στο πλούσιο χορτάρι που συνθλιβόταν κάτω απ’ το βάρος μου. Προτού περάσει πολύ ώρα το σώμα μου καλύφθηκε από ένα παχύ στρώμα φυτικής γλίτσας και πολτοποιημένων εντόμων. 
Κάποια στιγμή αντίκρυσα την είσοδο ενός κτιρίου που διαγραφόταν σαν αχνό αποτύπωμα στο σκοτεινό σούρουπο. Σύρθηκα προς τα εκεί με προσοχή, πασχίζοντας παράλληλα να παραμένω κρυμμένος πίσω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων και των θάμνων που φύτρωναν ανάμεσα στις αποσαθρωμένες πλάκες του χορταριασμένου προαύλιου. 
Το άνοιγμα εκείνο ήταν τετράγωνο στο σχήμα και πλαισιωμένο από ογκώδεις λίθινους παραστάτες. Κοντοστάθηκα μπροστά του, τέντωσα τ’ αυτιά μου και όταν βεβαιώθηκα πως απόλυτη σιωπή επικρατούσε στο εσωτερικό του, δρασκέλισα το κατώφλι του μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο των χεριών και των ποδιών μου. Στη συνέχεια σηκώθηκα όρθιος και άναψα μια μικρή φλόγα με το τσακμάκι και την ίσκα που κουβαλούσα πάντα μαζί μου. Έβγαλα ένα ταξιδιωτικό λυχνάρι απ’ το σακίδιο που κρεμόταν ανάμεσα στους ώμους μου και μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες, κατάφερα επιτέλους ν’ ανάψω το μουσκεμένο φυτίλι του. Στο τρεμάμενο και ασθενικό φως του λυχναριού αντίκρυσα ένα θέαμα που έκανε το στομάχι μου να συσπαστεί αηδιασμένο: 
Τα χέρια, τα πόδια, το στήθος και η κοιλιά μου ήταν καλυμμένα από έναν βαθυπράσινο πολτό, από ένα απαίσιο μείγμα σάπιων βρύων και λυωμένων εντόμων που έμοιαζαν με φτερωτά σκουλίκια. Επίσης, βρωμούσα απαίσια, λες και είχα βουτηχτεί στα στάσιμα νερά κάποιου αρχαίου βόθρου.
Έκανα να σκουπιστώ όταν μια ξαφνική σκέψη με σταμάτησε: Το παχύρρευστο εκείνο μείγμα μπορεί να ήταν εντελώς αποκρουστικό και δύσοσμο αλλά ίσως να μου πρόσφερε μια πρώτης τάξεως προστασία ενάντια σε κάθε είδους πλάσμα που ενδεχομένως να παραμόνευε μέσα στο σκοτεινό κτίριο. 
Καταρχήν δεν μ’ έκανε καθόλου ελκυστικό για γεύμα. 
Άφησα λοιπόν τη γλίτσα στη θέση της και αφού έκανα μερικά αβέβαια βήματα μέσα στο βαθύ σκοτάδι που μόλις και απαλύνονταν απ’ το κίτρινο φως του λυχναριού, προσπάθησα να σχηματίσω κάποια ιδέα για το πως ήταν το εσωτερικό του κτιρίου.
Μου φάνηκε πως βρισκόμουν μέσα σε κάποια τεράστια αίθουσα που ήταν μακρόστενη στο σχήμα. Η οροφή της στηριζόταν σε τεράστιες κολώνες που υψώνονταν γύρω μου απίστευτα ογκώδεις και σκεπασμένες από παράξενα ιερογλυφικά. Άνάμεσά τους σχηματιζόταν ένας πολύ φαρδύς διάδρομος ο οποίος έμοιαζε να διασχίζει την αίθουσα κατα μήκος και να τερματίζεται κάπου στο απέναντι άκρο της. 
Άρχισα να κινούμαι με αργά και προσεκτικά βήματα πάνω σ’ ένα δάπεδο που ήταν ευπρόσδεκτα στεγνό και στρωμένο μ’ ένα υλικό που έμοιαζε με καλογυαλισμένο μάρμαρο και που είχε ένα δυσοίωνο μαύρο χρώμα.
Ξαφνικά σκόνταψα κάπου και σωριάστηκα καταγής. Ο θώρακας και το σπαθί μου κροτάλισαν εκκωφαντικά καθώς συγκρούονταν με το μαρμάρινο δάπεδο, ξεσηκώνοντας διαπεραστικούς αντίλαλους που αφού ταξίδεψαν από τοίχο σε τοίχο, στροβιλίστηκαν σαν ένα σμάρι από αναστατωμένες νυχτερίδες μέχρι την μακρινή οροφή.
Και τότε, ένα τσούρμο από αποκρουστικά όντα που έμοιαζαν με εξαγριωμένους γορίλες ξεπρόβαλε πίσω απ΄τις ογκώδεις κολώνες της κυκλώπειας αίθουσας. Γρυλίζοντας απαίσια, χύμηξαν καταπάνω μου κραδαίνοντας χοντροφτιαγμένα ρόπαλα και πρωτόγονα μαχαίρια από κέρατα ζώων.  
Πετάχτηκα όρθιος, τράβηξα το σπαθι μου απ’ το θηκάρι του και ετοιμάστηκα να παλέψω για τη ζωή μου.


---------------------


Το σπαθί μου δεν μ’ έχει απογοητεύσει ποτέ. Είναι ένας πιστός και αχώριστος σύντροφος που ξανά και ξανά μου έχει σώσει τη ζωή. Το έχω ονομάσει Ψυχοφάγο. Στα μάτια μου είναι ένα πλάσμα με ψυχή και νοημοσύνη που το πεπρωμένο του είναι άρρηκτα δεμένο με το δικό μου. Η λεπίδα του αστράφτει κατάλευκη, σαν ένα κομμάτι αρκτικού πάγου που κόβει σαν ξυράφι. Μια αχνή λάμψη τυλίγει την κόψη του, μια παγερή ανταύγεια που μοιάζει να έχει τη δική της κακόβουλη ζωή και να διψά για τις ψυχές των εχθρών μου. Η λευκή λεπίδα τραγουδάει, βγάζει ένα υψηλόσυχνο βουητό, σαν την τεντωμένη χορδή μιας άρπας που λαχταράει να ξυπνήσει και να πλημμυρίσει τον κόσμο μ’ ένα θανατηφόρο τραγούδι. 
Ακούμπισα το λυχνάρι καταγής και ύψωσα ψηλά το σπαθί. Οι επιτιθέμενοι δεν φάνηκαν να πτοούνται απ’ αυτό το γεγονός.  
Καθώς με πλησιάσαν, έγιναν περισσότερο ορατοί: Τα πρόσωπά τους ήταν φριχτά παραμορφωμένα και τα γυμνωμένα δόντια τους ήταν τεράστια και κιτρινισμένα. Τα μάτια τους έλαμπαν κατακόκκινα στο σκοτάδι. Το δέρμα τους ήταν ζαρωμένο και γκρίζο, γεμάτο πληγές και έλκη, μολυσμένο απ’ τις δερματικές ασθένειες που ευδοκιμούσαν στο ζεστό, υγρό και ρυπαρό περιβάλλον της τροπικής ζούγκλας. 
Με περικύκλωσαν από παντού και μουγκρίζοντας όλοι μαζί σαν θυμωμένα λιοντάρια, προσπάθησαν να με πετσοκόψουν με τα μαχαίρια τους και να με συντρίψουν με τα βαριά τους ρόπαλα. 
Και τότε ο Ψυχοφάγος άρχισε τον θανατερό χορό του. Διαγράφοντας φωτεινές τροχιές στο σκοτάδι άρχισε να κόβει χέρια πόδια και κεφάλια, να χώνεται σε τριχωτές κοιλιές και ιδρωμένους θώρακες έως ότου, προτού περάσει πολύ ώρα, υψώθηκε γύρω μου ένας φρικαλέος σωρός από πετσοκομμένα πτώματα και χυμένα εντόσθια. Μια λίμνη μαυροκόκκινου αίματος απλώθηκε στο δάπεδο της αίθουσας και σχημάτισε μια γλυστερή μεμβράνη που βρωμούσε απαίσια. 
Η ερεβώδης αίθουσα πλημμύρισε από στριγκλιές πόνου και ουρλιαχτά οργής που ξεσήκωναν αναρίθμητους αντίλαλους. Όλο και περισσότερα κύματα επιτιθέμενων έκαναν την εμφάνισή τους μέσα απ’ το πηχτό σκοτάδι. Το υψηλόσυχνο βουητό του Ψυχοφάγου που έσχιζε τον αποπνιχτικό αέρα ακουγόταν σαν μια παραφωνία, σαν τη νότα ενός μεταλλικού βιολιού που ταξίδευε πάνω από τ’ αφρισμένα νερά της σκοτεινής θάλασσας των κρότων και των γδούπων που έκαναν τα πρωτόγονα μαχαίρια και τα ρόπαλα καθώς συγκρούονταν με την σκληρή πανοπλία μου.  
Η αναμέτρησή με τους οπλισμένους γορίλες συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι δεν θα κατάφερνα ν’ αντέξω για πολύ ακόμα στις ασταμάτητες επιθέσεις τους. Τα τέρατα γίνονταν όλο και περισσότερα. Κάθε φορά που σκότωνα ένα από δαύτα, τρία καινούργια έκαναν την εμφάνισή τους μέσα απ’ τα σκοτάδια και ορμούσαν καταπάνω μου σαν λυσσασμένα. Τα ουρλιαχτά τους κομμάτιαζαν το σκοτάδι σαν μαχαιριές που μου τρυπούσαν τ΄αυτιά. Ο Ψυχοφάγος έλαμπε κατακόκκινος και το τραγούδι του ακούγονταν πιο βαθύ, πιο φρικιαστικό, σχεδόν χορτασμένο. 
Ανακάλυψα πως τ’ αποθέματά της δύναμής μου εξαντλούνταν αργά αλλά σταθερά. Έτσι και συνεχίζονταν για πολύ αυτή η κατάσταση, το ελιξήριο της ενδυνάμωσης που μου είχε δώσει ο Ισμαήλ δεν θ’ αρκούσε για ν’ αναζωογωνηθώ πλήρως, τη στιγμή μάλιστα που θα έπρεπε να βρίσκομαι σε άριστη κατάσταση προκειμένου ν’ αντιμετωπίσω με επιτυχία την ύσταση πρόκληση που σίγουρα με περίμενε στην κεντρική αίθουσα του Ναού, εκεί όπου φυλάσσονταν το ακριβοθώρητο πετράδι του Έρκινχ. 
Επιπλέον, ο χρόνος που είχα στη διάθεσή μου όλο και λιγόστευε. 
Έκανα λοιπόν το μόνο που μπορούσα: 
Άρχισα να περπατώ αργά και σταθερά προς τα εμπρός, εξακολουθώντας να πετσοκόβω τα κτήνη που έπεφταν πάνω μου από κάθε μεριά κατά ομάδες, πέντε-πέντε, σφυρίζοντας τώρα σαν θυμωμένες έχιδνες. 
Διέσχισα βήμα-βήμα την τρομερή αίθουσα χτυπώντας στα τυφλά και οδηγημένος μονάχα απ’την κόκκινη λάμψη που φώλιαζε στα μάτια των φρενιασμένων εχθρών μου. Στερημένος καθώς ήμουν απ’ την ευεργετική λάμψη του λυχναριού που είχα αφήσει πίσω μου, δέχτηκα κάποια σοβαρά πλήγματα: Κοφτερά νύχια όργωσαν την πλάτη και τα μπράτσα μου ενώ έφαγα και μερικά χτυπήματα στο κεφάλι, η ορμή των οποίων μετριάστηκε ευτυχώς απ’ το κράνος που φορούσα.
΄Όμως τα κατάφερα. Έφτασα στην άκρη της αίθουσας και ανεβηκα δυό-δυό τα φαρδυά σκαλοπάτια που ξεκινούσαν από εκεί πέρα και οδηγούσαν σ’ ένα ψηλότερο επίπεδο. 
Και τότε συνέβη κάτι το πολύ παράξενο: Μια αναπάντεχη ησυχία απλώθηκε γύρω μου. Οι ορδές των τεράτων δεν έκαναν καμία προσπάθεια να με ακολουθήσουν, προτίμησαν αντίθετα να μαζευτούν μπροστά στο χαμηλότερο σκαλοπάτι και να παραμείνουν εκεί πέρα ακίνητα και αμίλητα, σαν αγάλματα. Τα μάτια τους σχημάτισαν μια απέραντη θάλασσα από κόκκινα αστέρια που λαμπύριζαν πυρετικά και με κοιτούσαν με μίσος, αλλά και με μια κρυφή λάμψη ικανοποίησης.
Μια παράξενη σκέψη άστραψε στο μυαλό μου: Ίσως και να ήθελαν να με οδηγήσουν σε αυτό το σημείο, ίσως η λυσσαλέα εκείνη επίθεση να αποσκοπούσε στο να εξαντληθώ και ν’ αντιμετωπίσω αποδυναμωμένος την καινούργια απειλή που με περίμενε στα ενδότερα του Ναού.  
Λίγο μ’ ένοιαζε. Ο χρόνος που μου είχε απομείνει εξαντλούνταν γρήγορα, σαν μια μικρή χούφτα άμμου που ξεγλυστρούσε αβίαστα ανάμεσα απ’ τα σφιγμένα μου δάχτυλα. Μόλις βεβαιώθηκα ότι δεν θα μου ρίχνονταν πισώπλατα, τους γύρισα την πλάτη και ανέβηκα τρέχοντας τα υπόλοιπα σκαλοπάτια της αίθουσας.  
Το τελευταίο σκαλοπάτι με οδήγησε σ’ ένα ορθογώνιο άνοιγμα, στην είσοδο ενός στενού διαδρόμου με πέτρινα τοιχώματα που φωσφόριζαν αμυδρά.  
Χώθηκα μέσα της και άρχισα να περπατώ αργά και προσεκτικά πάνω σ’ ένα ευθύγραμμο και στενό δάπεδο από πελεκητή πέτρα. Τα φωσφορίζοντα τοιχώματα του διαδρόμου που υψώνονταν στα δεξιά και στ’ αριστερά μου σκορπούσαν μια ομοιόμορφη ανταύγεια που ήταν απαλή σαν το φως των άστρων. Πάνω τους διέκρινα μισοσβησμένες τοιχογραφίες που απεικόνιζαν τελετουργικές ανθρωποθυσίες, τερατόμορφες θεότητες και απαίσια βασανιστήρια ακρωτηριασμένων αιχμαλώτων. Ήταν τόσο περίτεχνες και παραστατικές που δεν άντεχα να τις κοιτάζω για πολύ ώρα.  
Άρχισα να τρέχω καταμήκος του αχνοφώτιστου διαδρόμου έως ότου διέκρινα ένα πιο φωτεινό ίχνος, το σημείο όπου υπέθεσα ότι ο διάδρομος έφτανε στο τέλος του.
Και πραγματικά ύστερα από λίγο ακόμα τρέξιμο, βγήκα ή μάλλον μπήκα μέσα σε μια πελώρια αίθουσα που είχε σχήμα οκταγωνικό. Η οροφή της που ήταν θολωτή και στολισμένη με περίτεχνα όσο και παράξενα αραβουργήματα από ένα γαλάζιο υλικό που έμοιαζε με σμάλτο, στηριζόταν πάνω σε λεπτεπίλεπτους κίονες και χρυσοποίκιλτα τόξα που ενώνονταν ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι μου. Κατάλαβα πως είχα εισχωρήσει στο άδυτο του Ναού, και μάλιστα κάτω απ’ τον κεντρικό τρούλο του. Ολόκληρη η αίθουσα, ο τρούλος οι κίονες και τα τοιχώματά της, ήταν καλυμμένα από αστραφτερά φύλλα χρυσού που εναλλάσσονταν με γυαλιστερές πλάκες από κατάμαυρο όνυχα. 
Κάτω ακριβώς απ’ το ψηλότερο σημείο της οροφής βρισκόταν τοποθετημένο ένα τρίποδο που αποτελούνταν από τρία αλληλοσυμπλεκόμενα χάλκινα φίδια τα οποία στήριζαν ένα χρυσαφένιο δίσκο. Στο κέντρο του δίσκου φώλιαζε ένα εκθαμβωτικό κομμάτι κρυστάλλου, ένα καταπληκτικό πετράδι που έλαμπε εκτυφλωτικά, σαν ένας μικρός ήλιος που μόλις είχε ανατείλει.  
Αυτό ήταν το πετράδι του Έρκινχ. Η λαμπερή ακτινοβολία του έπεφτε πάνω στους χρυσοντυμένους τοίχους και στην θολωτή οροφή της αίθουσας και αντανακλούνταν ομοιόμορφα, δημιουργώντας μια εκθαμβωτική φωταψία. 


------------------


Το βλέμμα μου καρφώθηκε στην απέναντι πλευρά της αίθουσας όπου δύο μαυροκίτρινες κόμπρες που ήταν τεράστιες σαν τα μυθικά Ανακόντα που λέγεται ότι κρύβονται στις ζούγκλες του Ισημερινού, σφύριζαν και κουνούσαν τ’ αλογίσια κεφάλια τους πέρα-δώθε προσπαθώντας να χώσουν τα τεράστια και κυρτά τους δόντια στην ιδρωμένη σάρκα της Ίνγκριντ και του Ισμαήλ. Εκείνοι στέκονταν στριμωγμένοι πλάτη με πλάτη ανάμεσα στα δύο ερπετά και προσπαθούσαν ν’ αποκρούσουν τις επιθέσεις τους με τα σπαθιά τους. Κατάπια στα γρήγορα το ελιξήριο της Ενδυνάμωσης του Ισμαήλ αλλά μόλις έκανα να τρέξω προς το μέρος τους για να τους βοηθήσω, ένα τρίτο εξίσου τεράστιο φίδι που μέχρι τότε κρύβονταν τυλιγμένο γύρω απ’ τα επίχρυσα τόξα της οροφής, προσγειώθηκε μπροστά μου. Κάτω απ’ το φως του κρυστάλλου που έλαμπε πάνω στο χάλκινο τρίποδο, η καινούργια εκείνη κόμπρα σύρθηκε προς το μέρος μου, ύψωσε το κεφάλι της, άνοιξε τα σαγόνια της διάπλατα και φούσκωσε τη φρικαλέα κουκούλα της σφυρίζοντας απαίσια. 
Και τότε για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβήθηκα, φοβήθηκα πραγματικά. 
Κάπως καθυστερημενα θυμήθηκα ότι είχα βιαστεί να μπω on line στο παιχνίδι χωρίς να ρυθμίσω το δείκτη δυσφορίας στο set-up που μου είχε στείλει η Ίνγκριντ μέσω e-mail. Πόσο πόνο θα ένιωθα αν με δάγκωναν τα μυτερά και δηλητηριώδη σαγόνια του τεράστιου φιδιού; 
Η κόμπρα σφύριξε για δεύτερη φορά σαν τεράστια ατμομηχανή. Η διχαλωτή της γλώσσα μαστίγωσε τα τρομερά της σαγόνια, τα ερπετικά της μάτια με τις σχιστές κόρες και τις κατακίτρινες ίριδες που έλαμπαν σαν στιλπνά κεχριμπάρια με κοίταξαν ψυχρά και ανελέητα και ένας πίδακας αχνιστού δηλητηρίου εξαπολύθηκε μέσα απ’ το στόμα της με στόχο το πρόσωπό μου.  
Ούρλιαξα τρομοκρατημένος.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα ηχηρό καμπάνισμα και τα πάντα σταμάτησαν να κινούνται. Ο δηλητηριώδης πίδακας απέμεινε να αιωρείται στον αέρα, σαν τη μακρυά και πράσινη γλώσσα ενός χαμελαίοντα που εκτινάσσεται για να πιάσει κάποιο έντομο και παγιδεύεται για πάντα στην άχρονη αιωνιότητα μιας ψηφιακής φωτογραφίας υψηλής ανάλυσης.  
Το καμπάνισμα ακούστηκε και πάλι. Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω και αντίκρυσα την Ίνγκριντ και τον Ισμαήλ να με κοιτάζουν ξαφνιασμένοι. Στη συνέχεια ολόκληρη η χρυσοντυμένη αίθουσα, το εκθαμβωτικό πετράδι, τα φίδια και οι δυο μου σύντροφοι, καλύφθηκαν από ένα πυκνό σκοτάδι.


--------------------

   


Μια σειρά φωτεινών γραμμάτων αιωρώθηκαν στο κενό:


ΤΕΛΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ. 
ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΑΤΕ ΠΕΝΤΕ ΠΙΣΤΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΧΡΟΝΟ. 
ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΞΑΝΑΔΟΚΙΜΑΣΕΤΕ;



Πάτησα το escape και έβγαλα το κράνος του προσομοιωτή με μια γρήγορη κίνηση.
Ήμουν βουτηγμένος στον ιδρώτα και ανάσαινα σπασμωδικά. 
Φυσικά το λάθος ήταν όλο δικό μου. Αφού πάσχω από οφιοφοβία, γιατί δεν είχα φροντίσει να ρίξω μια ματιά στο demo του παιχνιδιού προτού βυσματωθώ στον προσομοιωτή; 
Γιατί μου το είχε προτείνει η Ίνγκριντ, να γιατί. Η πανέμορφη και δυναμική Ίνγκριντ που ζούσε στο Ρέυκιαβικ της Ισλανδίας. Τη φαντάστηκα να κλείνει τον υπολογιστή της, να βγαίνει στην ξύλινη βεράντα ενός ευρύχωρου σπιτιού και να ξαπλώνει δίπλα σε κάποια πισίνα με φιλτραρισμένο νερό για να χαλαρώσει. Ο ήλιος του Μεσονυχτίου θα την έλουζε γενναιόδωρα και εκείνη κατάξανθη, λαμπερή και τέλεια, σαν μια υπερβόρεια θεά που περιβάλλονταν απ’ τα περιποιημενα και πεντακάθαρα προάστεια της ιδιαίτερης πατρίδας της, θ’ απολάμβανε το άγγιγμά του προστατευμένη κάτω από ένα τεράστιο θόλο από κρυσταλλικό χαλαζία.  
Και εγώ; Τι θα έκανα τώρα που το παιχνίδι είχε τελειώσει; 
Περιέτρεξα με το βλέμμα μου το μικρό δωμάτιο με τους ξεφλουδισμένους τοίχους και τα φτηνιάρικα έπιπλα από πεπιεσμένο χαρτί. Το μόνο που άξιζε από δαύτο ήταν η θέα που απλωνόταν έξω απ’ το μοναδικό του παράθυρο, οι πελώριοι και απρόσωποι ουρανοξύστες της νυχτερινής Αθήνας και ανάμεσά τους ο μακρινός βράχος της Ακρόπολης που διαγραφόταν στεφανωμένος μ’ ένα ολογραφικό αντίγραφο του κατεστραμμένου Παρθενώνα. 
Το δωμάτιο μου φάνηκε ξαφνικά υπερβολικά στενάχωρο, σχεδόν πνιγηρό. Αποφάσισα να μαστουρώσω με κάποιο φτηνό αγχολυτικό. Το αυτόματο περίπτερο στη γωνία ήταν γεμάτο από ψυχότροπα νέας γενιάς και είχε και εικοσιτετράωρη εξυπηρέτηση. Συνδυασμένο με το αλκοολούχο ποτό που έκρυβα πίσω απ’ το ψυγείο, (μου το είχε πασάρει χθες το βράδυ ένα αγχωμένο βαποράκι σε κάποιο παρακατιανό cyber-bar) θα μ’ έκανε κουδούνι. Μετά θα σενιαριζόμουν, θα έκανα μερικά εικονοτηλέφωνα και θα κανόνιζα με κάποιο φιλαράκι να βρεθούμε στον Κόκκινο Τομέα με τα Καζίνο τα πολυμαγαζιά και τα θεματικά πάρκα, εκεί όπου κάθε βράδυ χτυπά η καρδιά της πόλης. 


--------------


Βγήκα απ’ το διαμέρισμα-δωμάτιο, κλείδωσα πίσω μου την πόρτα και κάλεσα το ασανσέρ. Καθώς καταδυόμουν προς το μακρινό ισόγειο της πολυόροφης πολυκατοικίας μου ένιωθα απόλυτα ήρεμος και κεφάτος, τυλιγμένος στο βιοχημικό κουκούλι που είχε υφάνει γύρω απ’ τους νευρώνες μου το αγχολυτικό και η μεθυλική αλκοόλη που κυλούσε άφθονη στο κυκλοφοριακό μου σύστημα.
Ήμουν αποφασισμένος ν’ απολαύσω με κάθε τρόπο τη βραδυά που ξεκινούσε και να περιπλανηθώ μέχρι πρωίας στα φωταγωγημένα φαράγγια και στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους της Αθήνας, μακριά απ’ την Ίνγκριντ, τα πετράδια της και τα τεράστια ερπετά που προσπαθούσαν να με φάνε.  



Ερρίκος Σμυρναίος,  Copyright 2008


Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας


Ενας ζαρωμένος, τυλιγμένος σε γκρίζα κουρέλια άντρας καθόταν στον θρόνο της βασιλικής αίθουσας. Η αποφορά που ανέδιδε το σαπισμένο δέρμα τον ενοχλούσε υπερβολικά, αλλα δεν έδινε σημασία. Είχε υψηλότερης σημασίας πράγματα να σκεφτεί. 

Σίγουρα, η ιδέα του αυτοκράτορα να έχει κολλήσει λέπρα δεν θα ενθουσίαζε τους υπηκόους του. Έτσι, ο αρχισύμβουλος του είχε φροντίσει να δικαιολογήσει την απουσία του απο κάθε τι, διαδίδοντας στα κατάλληλα αυτιά τη φήμη οτι ο Αυτοκράτορας είχε ανακαλύψει με τη βοήθεια της Θαυματουργίας σπουδαία μυστικά, που θα έφερναν την ευημερία στο παρηκμασμένο κράτος. Έτσι ο λαός είχε καθησυχαστεί. Οι φήμες αυτές όμως, δεν απείχαν και πολύ απο την αλήθεια. Είχε επιχειρήσει και παλαιότερα θαυματουργικές τελετές, διαβάζοντας τα πολύπλοκα γριμόρια των προπατόρων του, όμως ποτέ του δεν τα κατάφερνε καλά. Μολαταύτα, το αποτέλεσμα ποτέ δεν ήταν ούτε θετικό, ούτε αρνητικό. Τα πράγματα τώρα όμως ήταν διαφορετικά. 

Η χτεσινοβραδυνή τελετή αποσκοπούσε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο απο τις προηγούμενες, που ήταν απλώς αναζητήσεις για διάφορα μυστικά των αντίπαλων κρατών, η για θέσεις αντικειμένων μεγάλης δύναμης. Η τελετή αποσκοπούσε στην εύρεση του εχθρού. 

Ο εχθρός όμως δεν ήταν άνθρωπος, δεν ήταν καν θνητός. Δεν ήξερε με ακρίβεια την μορφή του, όμως τον είχε νιώσει πάμπολλες φορές μέσα στο αυτοκρατορικό παλάτι, αλλα και στις συχνές περιοδείες του στην πόλη. Ήταν εκεί, άυλος, αόρατος… ανίκητος. Η υπομονή του ήταν ανεξάντλητη, η μεθοδικότητα του απίστευτη, η κίνηση του απροσδιόριστη και ανεντόπιστη. Παρακολουθούσε τον αυτοκράτορα νύχτα-μέρα, ψάχνοντας για ένα αδύνατο σημείο, την κατάλληλη στιγμή να χτυπήσει. 

Έπαιρνε πολλές μορφές, του ήταν γνωστό. Άλλοτε γινόταν ο πιο πιστός του σύντροφος, άλλωτε ο ανιψιός του που θα ερχόταν για μια ιστορία όταν δεν είχε ύπνο, άλλωτε η ίδια του η γυναίκα. Ήταν όμως πάντα εκεί. 

Αν όλα πήγαιναν καλά στην τελετή, η μορφή του εχθρού θα σχηματίζονταν στον τεράστιο καθρέπτη που είχε στηθεί μπροστά του. Και δυστυχώς για τον αυτοκράτορα, αλλα και για όλο το κράτος, όλα κύλησαν ομαλά. Και την ύστατη στιγμή, για κλάσματα δευτερολέπτου, ο εχθρός φανερώθηκε. Και μόνο το είδωλο του να τον κοιτάει απορημένο μέσα από το γυαλί του καθρέπτη, ήταν αρκετό για να τον κάνει να ουρλίαξει, και κατόπιν να λιποθυμήσει. 

Ξεκίνησε ως πυρετός, και κατόπιν κατευθύνθηκε αργά αλλα σταθερά προς τη σημερινή της μορφή. Τεράστια εξανθήματα εμφανίστηκαν στο δέρμα του, το οποίο σιγά-σιγά σάπιζε, και έπεφτε. 

Ταυτόχρονα με την αρρώστια του αυτοκράτορα, το κράτος άρχισε να παρακμάζει. Τα ακριτικά φρούρια καταλαμβάνονταν το ένα μετά το άλλο από ένα γειτονικό κράτος που είχε να τους ενοχλήσει δεκαετίες, σαν κάτι να τους έδινε θάρρος. Το αποκορύφωμα αυτών των κατακτήσεων ήταν το προτελευταίο φρούριο, που ήταν χτισμένο πάνω σε ένα ηφαίστειο. Το ηφαίστειο εξεκρύχθει ξαφνικά, δυσχαιρένοντας τη θέση τους. 

Τον ίδιο καιρό, ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές χανόταν σε ένα δάσος χιλιάδες μίλια μακρυά μαζί με ολόκληρο το τάγμα του. 

Και οικονομικά όμως, δεν τα πήγαιναν καλύτερα. Επωφελούμενο από την ξαφνική αρρώστια του και την ανικανότητα του να διοικήσει, το συμβούλιο μαζί με τον Πρώτο Ιερέα, αύξησαν ξαφνικά τους φόρους, και κυριολεκτικά «ξεζούμισαν» τον απλό λαό, που δεν άργησε να ξεσπάσει σε οργισμένες πορείες. 

Όσο αυτός χειροτέρευε, τόσο το κράτος του αποδυναμωνόταν. Δεν είχε πια τη δύναμη να πάρει μια απόφαση, παρα καθόταν απομονωμένος στην αίθουσα του θρόνου, αποκομμένος από τον έξω κόσμο, συλλογιζόμενος. Κανείς δεν τον υπολόγιζε πια, και ούτε ο ίδιος έκανε κάτι για να ξεφύγει από αυτή τη δύσκολη θέση. 

Κάποια στιγμή άρχισε να αναζητεί τα αίτια της αρρώστιας του –που τώρα πια ήταν σίγουρος- πως είχε επέλθει σαν τιμωρία από τους θεούς, για κάποια ύβρη που είχε ο ίδιος διαπράξει. 

Και όμως, ακόμα και τώρα, την ύστατη στιγμή, με τους επαναστατημένους κατοίκους να πολιορκούν το παλάτι, και την πόλη να μοιάζει με ένα κοχλάζον καζάνι, δεν μπορούσε να βρεί κάτι. Πότε δεν αντιμετώπισε τον εχθρό; Πότε δεν τίμησε τους θεούς, ή την οικογένεια του; Πότε έδωσε αφορμές για παράπονα στο λαό; 

Τότε κατάλαβε. Κάποιος έπαιζε ένα παιχνίδι μαζί του, ένας ανώτερος θεός, το δίχως άλλο. Του έδωσε την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος του ο εαυτός ήταν ο εχθρός του ίδιου και του κράτους. Τον τσάκισε, ψυχικά και σωματικά, και τον κατέστησε άχρηστο, για να προετοιμαστεί η πραγματική επίθεση. Ο πραγματικος εχθρός δεν ήταν ούτε ο αυτοκράτορας, αλλα ούτε και οι δίκαια επαναστατημένοι πολίτες. Ήταν κάτι άλλο, και ετοιμαζόταν να επιτεθεί τώρα. 

Ήθελε να βγεί έξω, να φωνάξει στους πολίτες, να τους προειδοποιήσει για την πραγματική απειλή. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως είχε μείνει ακούνητος για πολύ καιρό, και τα σαπισμένα μέλη του δεν ανταποκρίνονταν στις εντολές του εγκεφάλου του. Απόγνωση τον κατέκλυσε, και κατόπιν μια φρενίτιδα πανικού. Είχε εξαπατηθεί, και τώρα άπραγος, θα καθόταν να παρακολουθήσει το λαό του να χάνεται, μόνο και μόνο για να χαθεί δευτερόλεπτα αργότερα και ο ίδιος. 

Οι οργισμένες κραυγές των επαναστατών σκεπάστηκαν από κάτι άλλο, πιο βαρύ και πιο δυνατό. Ένα βόμβο που σε τρέλαινε, καθώς και μια σαρωτική επίθεση απροσδιόριστων ήχων στα ακουστικά του όργανα. Τώρα στις κραυγές τους δεν υπήρχε οργή… υπήρχε φόβος και πανικός. Και ο ίδιος, η υψηλότερη μορφή του κράτους, ο ίδιος ο αυτοκράτορας, είχε αποτύχει. Ήλπιζε μόνο ο τόπος που θα πήγαινε να ήταν καλύτερος από αυτό τον κόσμο. 

Ξάφνου ένιωσε ενέργεια να πλημμυρίζει το σώμα του, προερχόμενη από μια άγνωστη πηγή. Σκέφτηκε πως αν μη τι άλλο, θα αντιμετώπιζε τον θάνατο του –τον Θάνατο τον ίδιο, για την ακρίβεια- όρθιος και μαχόμενος – όσο θα μπορούσε να πολεμήσει στην κατάσταση που βρισκόταν. Τουλάχιστον δεν θα πέθαινε άμαχος… 

Αναρωτήθηκε ποια βλάσφημη οντότητα θα μπορούσε να καλέσει ένα τέτοιο ανείπωτο κακό, καθώς έβλεπε τους τοίχους της αίθουσας να διαλύονται, και μια μελανό δονούμενο κύμα να πλησιάζει.

Πρόλαβε –με πολύ κόπο είν’ η αλήθεια- να ανασηκωθεί από το θρόνο του, και να απλώσει τα κομματιασμένα χέρια του προς τα εμπρός, πρωτού το κύμα τον αγκαλιάσει. 

Τελικά ίσως ο θάνατος να μην ήταν τόσο άσχημος, σκέφτηκε, καθώς βούλιαζε στη Λήθη.


Ξωτικό-νεραιδόπαρμένος Φαντασιόπληκτος Με Οργιώδης Φαντασία Συγγραφέας,

Copyright 2004


Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009


Καλο Πασχα, Καλη Ανασταση με αγαπη και υγεια...

&

Οπως λεει ενας φιλος μου...Καλη τυχη στα Αρνια..

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Η ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ ΣΠΗΛΙΑ


1

18/10/2021

Δεν υπάρχει περίπτωση να πιστέψετε αυτό που σκοπεύω να σας πω, ούτε και ζητώ κάτι τέτοιο από σας. Θα προτιμούσα μάλιστα να με νομίσετε ψεύτη. Θα καταλάβετε στο τέλος το γιατί. Αλλά αφού μαζευτήκαμε εδώ πέρα για ν’ αφηγηθούμε ο καθένας με τη σειρά του το πιο ενδιαφέρον συμβάν των καλοκαιρινών μας διακοπών που μόλις τελείωσαν, θα σας μιλήσω και εγώ για κάτι που σίγουρα θα σας εντυπωσιάσει και που εμένα τουλάχιστον με τάραξε βαθιά. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για φάρσα αλλά εγώ εντυπωσιάστηκα όπως και να’ χει. Ο πολυπράγμων ψυχοθεραπευτής μας που με κουράρει on-line εδώ και κάτι μήνες και που μ’ έπεισε να παρακολουθήσω αυτό το πρόγραμμα ομαδικής ψυχοθεραπείας μαζί με όλους εσάς, πιστεύει ότι για να ξεπεράσω την κατάθλιψη που με βασανίζει από τότε που πέθανε η γυναίκα μου, πρέπει να μάθω να εξωτερικεύομαι. Υποτίθεται ότι μόνο έτσι θα καταφέρω ν’ αντιμετωπίσω τα συναισθήματά μου και να δουλέψω πάνω τους. Πρέπει επίσης να σας πω ότι γεννήθηκα με το χάρισμα της φωτογραφικής μνήμης οπότε μην εκπλαγείτε που θυμάμαι το κείμενο που διάβασα λέξη προς λέξη! Που λέτε, το καλοκαίρι που μας πέρασε, αποφάσισα να περάσω μια βδομάδα στην Κεφαλονιά. Έκλεισα μια προσφορά-πακέτο σε κάποιο καλό ξενοδοχειακό συγκρότημα όπου σου παρέχουν τα πάντα, μέχρι και την αντηλιακή κρέμα για το μπάνιο στις πισίνες του, και μέσα σε τρεις μέρες πήγε να μου στρίψει από τη βαρεμάρα! Ένιωθα σαν να με είχαν κλείσει σ’ ένα κλιματιζόμενο κλουβί όπου μελαμψοί υπάλληλοι απ’ το Πακιστάν και την Ταϋλάνδη, εκπαιδευμένοι να χαμογελούν ασταμάτητα σαν καλοκουρδισμένες μαϊμούδες, απαντούσαν σε κάθε ερώτημά μου με μικρές υποκλίσεις και με τις στερεότυπες φράσεις «Ευχαριστώ κύριε» και «Παρακαλώ!» Οι επαγγελματίες διασκεδαστές που προσπαθούσαν να μας κρατήσουν απασχολημένους κάθε βράδυ ήταν από σαχλοί έως χυδαίοι, τα μπαρ, οι πισίνες και οι πίστες χορού με τα ολογράμματα και τα φωτορυθμικά λέιζερ ξεχείλιζαν από ντοπαρισμένους ηλίθιους και ηλίθιες που είχαν κατεβεί στο «Greek land» για να «ξεδώσουν» ενώ η γαλάζια θάλασσα που μου έγνεφε πέρα απ’ το μπαλκόνι της αυτοματοποιημένης σουίτας μου παρέμενε απρόσιτη, κατακλυσμένη από τοξικές τσούχτρες και μεταλλαγμένα φύκια που μας είχαν έρθει απ’ τους τροπικούς! Την τρίτη μέρα έκανα την επανάσταση μου. Αγνόησα τις πανικόβλητες διαμαρτυρίες του φορτικού τύπου απ’ το ξενοδοχείο που επέβλεπε τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες των πελατών του και εγκατέλειψα το περίκλειστο εκείνο τρελοκομείο έχοντας αποφασίσει να εξερευνήσω το νησί. Έτσι κατέληξα στο σπήλαιο της Μελισσάνης.

 

2

Πρόκειται για ένα μαγευτικό φυσικό μνημείο. Όποιος από σας το έχει επισκεφτεί ξέρει για τι πράγμα μιλάω, αν και ύστερα απ’ την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας που κορυφώθηκε το 2012, οι επισκέπτες του έχουν μειωθεί σημαντικά σε αριθμό. Ένας κατηφορικός διάδρομος με κατέβασε σε μια υπόγεια λίμνη με γλυκό νερό που η μακρινή της οροφή έχει γκρεμιστεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια, κατά τη διάρκεια κάποιου σεισμού. Μοιάζει με το κομμάτι ενός άλλου, πιο παραμυθένιου κόσμου. Έκανα βαρκάδα στα κρύα νερά της που έχουν ένα όμορφο γαλαζωπό χρώμα, περιτριγυρισμένος από όμορφους σταλαγμίτες και σταλακτίτες, μέσα σ’ ένα μυστηριακό ημίφως όπου οι ηλιακές ακτίνες διαχέονταν παράξενα και διαπερνούσαν το ζαφειρένιο νερό σαν λαμπερά κοντάρια. Το φως που αντανακλάται στην επιφάνειά της ζωγραφίζει λαμπερά σχέδια πάνω στα σπηλαιώδη τοιχώματα που την περιβάλλουν και αποκτά διαφορετική απόχρωση με κάθε ώρα της ημέρας ενώ η σιωπή που απλώνεται εκεί μέσα είναι γοητευτική, γεμάτη με αχνούς αντίλαλους και αρχαίες αναμνήσεις. Καθώς θαύμαζα τους παράξενους σχηματισμούς των σταλακτιτών και σταλαγμιτών που κρέμονταν γύρω μου σαν τους κίονες και τα στολίδια κάποιου υπόγειου παλατιού, πρόσεξα κάτι παράξενο: Πάνω σ’ ένα σχετικά επίπεδο ογκόλιθο που εξείχε απ’ την επιφάνεια του νερού, σε μια σκιερή γωνιά της σπηλιάς, άσπριζε ένα ασυνήθιστο αντικείμενο. Έμοιαζε με τετράγωνο μπουκάλι από γυαλί, μ’ αυτές τις περίτεχνες φιάλες της Μεξικάνικης τεκίλας, τις καλυμμένες από μπαρόκ σκαλίσματα τεχνοτροπίας Λατινικής Αμερικής. Μου κίνησε την περιέργεια. Περίμενα λοιπόν να πλησιάσει η βάρκα και μόλις βεβαιώθηκα ότι ο βαρκάρης δεν με κοιτούσε, τα’ άρπαξα στα γρήγορα και το έχωσα στο σακίδιο μου, με μια σβελτάδα που νόμιζα ότι είχα χάσει εδώ και αρκετά χρόνια. Αργότερα, όταν ολοκλήρωσα τη βόλτα μου στη σπηλιά και έκατσα σε μια κοντινή ταβέρνα για να ξαποστάσω, μπόρεσα επιτέλους να το περιεργαστώ με την ησυχία μου: Δεν είχα λαθέψει: Όντως ήταν ένα μπουκάλι τεκίλας με φαρδύ λαιμό, μάλλον μεγάλο, καλυμμένο μ’ ένα λεπτό στρώμα από βρύα που σήμαινε ότι είχε ταξιδέψει στο νερό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το πώμα του ήταν σφραγισμένο από ένα σκληρό υλικό που έμοιαζε με κερί και στο εσωτερικό του υπήρχε κάτι σαν τετράδιο. Ένιωσα την περιέργειά μου να ξυπνάει και την καρδιά μου να γοργοχτυπάει λες και βρισκόμουν στα πρόθυρα κάποιας συγκλονιστικής ανακάλυψης. Έσφιξα το λαιμό της παράξενης μπουκάλας και με τη βοήθεια ενός μαχαιριού κατάφερα ν’ αφαιρέσω το πεισματάρικο πώμα, να χώσω τα δάχτυλά μου στο εσωτερικό της και ν’ ανασύρω το μυστηριακό της περιεχόμενο: Ένα παλιό σχολικό τετράδιο, ένα απ’ αυτά τα κατασκευάσματα με το σκούρο μπλε εξώφυλλο και τα φύλλα με τις οριζόντιες γραμμές που έπαψαν να υπάρχουν από τότε που τα σχολεία αυτοματοποιήθηκαν εντελώς και το χαρτί έγινε είδος πολυτελείας. Βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση καθώς η υγρασία των υπόγειων νερών δεν είχε καταφέρει να διαπεράσει τα χοντρά τοιχώματα του μπουκαλιού. Το ξεφύλλισα προσεκτικά και ανακάλυψα ότι επρόκειτο για κάποιου είδους χειρόγραφου ημερολογίου. Ο γραφικός χαρακτήρας αυτού που το είχε γράψει ήταν σταθερός και ευανάγνωστος, με καλοσχεδιασμένα γράμματα και παλιομοδίτικη-μη απλοποιημένη-ορθογραφία. Στη σημερινή εποχή των πληκτρολογίων και των συστημάτων φωνητικής αναγνώρισης είναι ζήτημα αν υπήρχαν περισσότεροι από δέκα άνθρωποι σ’ ολόκληρο το νησί που να μπορούσαν να γράψουν έτσι. Άρχισα να το διαβάζω αχόρταγα, παραμελώντας τα μπιφτέκια μου από σόγια με χαμηλά λιπαρά και τη σαλάτα με τα μεταλλαγμένα μαρούλια και την αυξημένη περιεκτικότητα σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία και όσο περνούσε η ώρα, ένιωσα τον εαυτό κου να βυθίζεται σ’ έναν πραγματικό κυκεώνα κατάπληξης και θαυμασμού:  
  

3

Το κείμενο ξεκινούσε κάπως έτσι: «Ονομάζομαι Σοφία. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που αποχαιρέτησα για πάντα την επιφάνεια του εδάφους. Χρόνια ολόκληρα. Ούτε και θυμάμαι πόσα. Έχω συγκρατήσει όμως την ημερομηνία που συνέβη αυτό το γεγονός: Δέκα-έξι Νοεμβρίου του έτους 1996, επτά και τέταρτο το πρωί, κατά την ανατολή του ήλιου. Θυμάμαι και τον ουρανό που ήταν φωτεινός και πεντακάθαρος, μια ροδαλή και ανέφελη απεραντοσύνη. Απλωνόταν διάφανος και φρεσκοπλυμένος απ’ την καταιγίδα της νύχτας που είχε προηγηθεί. Ένα κρύο αεράκι θρόιζε συνωμοτικά καθώς χάιδευε τις πέτρες και τα πουρνάρια του λόφου που ανέβαινα με τη βοήθεια των υποχθόνιων φίλων μου. Το μακρινό κακάρισμα κάποιου αγουροξυπνημένου κόκορα και το αχνό μπουμπουνητό των κινητήρων ενός επιβατικού αεροπλάνου που διέσχιζε τη στρατόσφαιρα τόνιζαν περισσότερο τη γαλήνια εκείνη σιγαλιά. Αυτές είναι οι τελευταίες αναμνήσεις που έχω απ’ τον πάνω κόσμο. Ομολογώ ότι δεν μου λείπει καθόλου. Όποτε φέρνω στον μυαλό μου τ’ άσπρα του σύννεφα και τ’ ανοιξιάτικα πρωινά του, τα πολύχρωμα ηλιοβασιλέματα, τους ξάστερους ουρανούς και τα Αυγουστιάτικα φεγγάρια του δεν νιώθω την παραμικρή νοσταλγία. Ίσως επειδή η ζωή μου στον πάνω κόσμο ξετυλίχτηκε κάτω απ’ τη σκιά της μοναξιάς. Ίσως ακόμα γιατί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με κατέτρεχε μια ενδόμυχη αποστροφή απέναντι στη σκληρότητα που κρύβεται μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά και μια οργή απέναντι σ’ αυτό το ψυχικό σκοτάδι της που εκφράζεται μέσα απ’ τη βία και την κακοποίηση ανυπεράσπιστων γυναικών, παιδιών και ζώων. Ένας επιπρόσθετος λόγος που νιώθω τόσο ευτυχισμένη και αυτάρκης είναι η φύση του υπόγειου κόσμου που με φιλοξενεί. Είναι πολύ πιο όμορφος και παραμυθένιος από οτιδήποτε θα μπορούσε να μου προσφέρει η πάνω Γη.  

4


Ζω σε μια τεράστια σπηλιά που βρίσκεται αρκετά χιλιόμετρα κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους. Είναι η μυστική μου κοιλάδα, ένα μαγικό βασίλειο που κατακλύζεται απ’ τις ακτίνες ενός πλούσιου φωτός το οποίο διαχέεται γύρω μου ομοιόμορφο και βελούδινο, γλυκό και φιλικό σαν τη λάμψη κάποιου ανοιξιάτικου απομεσήμερου που με ζεσταίνει χωρίς να με καίει. Η αψιδωτή οροφή της, καθώς και τα τιτάνια τοιχώματα που τη στηρίζουν, καλύπτονται από μυριάδες πολύχρωμους κρυστάλλους που σχηματίζουν τεράστιους πολυελαίους και περίπλοκα αραβουργήματα. Τα παράξενα εκείνα κρύσταλλα λάμπουν όλα μαζί και συνθέτουν μια απερίγραπτη φαντασμαγορία που μεταβάλλεται ασταμάτητα καθώς, για λόγους που αδυνατώ να κατανοήσω αλλά που ίσως σχετίζονται με τα ηλεκτρικά ρεύματα και τα μαγνητικά πεδία που διασχίζουν τα υπόγεια πετρώματα της σπηλιάς, οι αποχρώσεις τους αλλάζουν κάθε λίγο και λιγάκι και δημιουργούν ανεπανάληπτους συνδυασμούς. Η σπηλιά μου έχει το σχήμα μιας τεράστιας φυσαλίδας που δημιουργήθηκε την εποχή που ο φλοιός της γης ψυχόταν και συστελλόταν. Υποψιάζομαι ότι αντίθετα απ’ αυτά που πιστεύουν οι άνθρωποι της επιφάνειας, υπάρχουν αναρίθμητες παρόμοιες κοιλότητες σ’ ολόκληρο το υπέδαφος του πλανήτη που επικοινωνούν μεταξύ τους μ’ έναν εκτεταμένο λαβύρινθο από σήραγγες και υπόγεια περάσματα. Σ’ ένα απ’ τα τοιχώματα της κοιλάδας μου για παράδειγμα χάσκει μια μεγάλη τρύπα που βγάζει σε μια άλλη, πολύ μεγαλύτερη σε μέγεθος σπηλιά. Έτσι και σκαρφαλώσει κανείς μέχρι εκεί πάνω, αντικρίζει μια αχανή υπόγεια θάλασσα. Στο απέναντι άκρο της, εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται ο πέτρινος ορίζοντας, στροβιλίζεται μια μάζα από κόκκινα πορτοκαλί και κίτρινα σύννεφα που εκπέμπουν ένα κεχριμπαρένιο φως, όμοιο μ’ αυτό που περιβάλλει τον ήλιο κατά τη διάρκεια ενός χειμωνιάτικου δειλινού, τη στιγμή που ετοιμάζεται να βυθιστεί πίσω από κάποιον θαλάσσιο ορίζοντα. Πολλές φορές, εγώ και οι φίλοι μου, όταν δεν βρίσκουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε, ανεβαίνουμε εκεί πάνω, καθόμαστε στα χείλη της τρύπας και αγναντεύουμε τον υπόγειο ωκεανό. Εισπνέουμε το δροσερό αεράκι που έρχεται απ’ τα βάθη του και προσπαθούμε να φανταστούμε τι θα μπορούσε να υπάρχει εκεί πέρα, πίσω απ’ το ατμώδες παραπέτασμα της στροβιλιζόμενης καταχνιάς. Ένας καταρράκτης από καυτό μάγμα; Μια καινούργια χώρα που μας περιμένει για να την εξερευνήσουμε; Ποιος μπορεί να ξέρει; 

5

Όπως υπαινίχθηκα προηγουμένως, δεν ζω ολομόναχη εδώ κάτω. Έχω παρέα. Τους σοφούς και αγαπημένους μου νάνους. Είμαι μια μεσήλικη Χιονάτη που ζει σ’ ένα μαγεμένο δάσος το οποίο δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να εγκαταλείψω για χάρη κάποιου νερόβραστου πρίγκιπα. Εξάλλου, όταν ήρθε τελικά αυτός ο πρίγκιπας, αποδείχτηκε πολύ κατώτερος των περιστάσεων και σίγουρα ανάξιος να συμπεριληφθεί σε κάποιο αξιοπρεπές παραμύθι. Προτού περιγράψω αυτό το περιστατικό, που αποτελεί και το λόγο που γράφω το συγκεκριμένο αυτό κείμενο, θέλω να παραθέσω κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες για τον υπόγειο κόσμο μου. Καταρχήν, ξεχειλίζει από ζωή. Στο δάπεδο της σπηλιάς μου απλώνεται μια όμορφη λιμνούλα ενώ στις πλαγιές και στα τοιχώματα της σκαρφαλώνουν αναρριχητικές κληματσίδες με κόκκινα λουλούδια που είναι μεγάλα σαν τριαντάφυλλα και μυρίζουν υπέροχα. Απίθανα μανιτάρια που είναι ψηλά σαν αιωνόβια πεύκα φυτρώνουν εδώ και εκεί ενώ κάτω απ’ τις σαρκώδεις ομπρέλες τους με τα πολύχρωμα σχέδια και την απαλή υφή, το γρασίδι αναπτύσσεται πυκνό, κόκκινο μπλε και κίτρινο, σαν παιδική ζωγραφιά. Ανάμεσά τους μεγαλώνουν και άλλα φυτά που μοιάζουν με φτέρες φοίνικες και βελούδινες λειχήνες υπερφυσικού μεγέθους, με λεπτά κλαδιά και μίσχους απ’ όπου κρέμονται εξωτικοί καρποί και φρούτα καθώς και καταπληκτικά λουλούδια. Οτιδήποτε φυτρώνει εδώ κάτω είναι φαγώσιμο και έχει μια γεύση εξαίσια. Δροσεροί καρποί που μοιάζουν με τα σπόρια του ροδιού κρέμονται απ’ τις άκρες χρυσοκόκκινων δέντρων, τσαμπιά από τεράστια σταφύλια με γλυκό χυμό σχηματίζουν ρόδινες αψίδες και φυτικούς θόλους πάνω απ’ το κεφάλι μου. Περιβάλλομαι από μια ανεξάντλητη αφθονία και από μια μόνιμη σαγήνη. Οι αρπακτικές μορφές ζωής απουσιάζουν ολοκληρωτικά απ’ το υπόγειο σύμπαν. Η ζωή που ανθίζει στα έγκατα της γης κατάλαβε πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια ότι έπρεπε ν’ ακολουθήσει μια διαδρομή λιγότερο βίαιη και αιματοβαμμένη απ’ αυτή που τη χαρακτηρίζει στην επιφάνεια του εδάφους. Γύρω μου πετούν παραδείσια πουλιά με μακριές ουρές και πλουμιστά φτερά που κελαηδούν σαν γλυκύτατα αηδόνια. Μεγάλες πεταλούδες ταξιδεύουν από λουλούδι σε λουλούδι θροΐζοντας σαν μεταξωτές βεντάλιες ενώ υπάρχουν στιγμές που ο αέρας πλημμυρίζει με τα χνουδωτά άνθη κοραλλένιων λουλουδιών που αποκολλούνται απ’ τους μίσχους λεπτεπίλεπτων φυτών και σπρωγμένα από μια απαλή αύρα που ποτέ δεν σταματάει να φυσάει, κατευθύνονται προς το πέρασμα που βγάζει στον γειτονικό ωκεανό και ταξιδεύουν πάνω απ’ τα νερά του προς άγνωστη κατεύθυνση.  


6

Μοιράζομαι την υπόγεια κοιλάδα με μια φυλή νάνων που δεν έχουν αντικρίσει ποτέ το φως του ήλιου. Ο αριθμός τους αγγίζει τα διακόσια τριάντα πέντε άτομα. Υποθέτω ότι πρέπει να αναφέρω συνοπτικά το πώς ήρθα για πρώτη φορά σ’ επαφή μαζί τους και το λόγο που με καλωσόρισαν στον θαυμαστό τους κόσμο. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια λοιπόν, ζούσα σ’ ένα ταπεινό σπιτάκι, στους πρόποδες κάποιου μοναχικού λόφου, παρέα με τον Άρη. Ο Άρης είναι το πιστό και αγαπημένο μου ντόμπερμαν που δεν μ’ εγκαταλείπει ποτέ. Εκείνο τον καιρό ήμουν μια μοναχική και αρκετά μονόχνοτη γεροντοκόρη που είχε προτιμήσει την ηρεμία της εξοχής απ’ τη φασαριόζικη ζωή της πόλης. Περνούσα τις μέρες μου με μακρινούς περιπάτους και τις βραδιές μου με τη συντροφιά κάποιου βιβλίου ή με την πολυλογία των βαρετών μου γειτονισσών που μ’ επισκέπτονταν για να τους πω το φλιτζάνι και για να σχολιάσουν μαζί μου τα λιγοστά νέα της ημέρας. Όλα αυτά έλαβαν τέλος κατά τη διάρκεια μιας βροχερής νύχτας που έφερε στο κατώφλι μου κάποιους πολύ παράξενους επισκέπτες: Εννέα μουσκεμένα νανάκια, κάτι μικρούλικα πλασματάκια με σγουρά μαλλιά και πεταχτά αυτιά που έμοιαζαν με τρομαγμένα παιδάκια και που με κοιτούσαν με μάτια πελώρια και γεμάτα ικεσία. Με παρακάλεσαν να τα προφυλάξω απ’ τη βροχή και το κρύο. Τα καλωσόρισα στο σπίτι μου, τους πρόσφερα ζεστό φαγητό για να δυναμώσουν και το σαλόνι μου για να κοιμηθούν και κέρδισα έτσι τη φιλία τους. Ο αρχηγός τους μου εξήγησε ότι ζούσαν σ’ ένα υπόγειο κόσμο, βαθιά κάτω απ’ το λόφο που υψωνόταν στο πίσω μέρος του σπιτικού μου και πως είχαν ανέβει μέχρι την επιφάνεια για να βρουν τα ίχνη κάποιου συμπατριώτη τους. Όπως όμως αποδείχτηκε, το άτυχο εκείνο πλάσμα είχε ήδη κατασπαραχτεί από ένα τέρας, από ένα τριχωτό κτήνος που είχε δραπετεύσει απ’ τα έγκατα της γης και το οποίο, αφού εισέβαλε μέσα στο σπίτι μου κατά τη διάρκεια της απίστευτης εκείνης νύχτας, πέθανε τελικά απ’ το δικό μου χέρι, ύστερα από μια αγωνιώδη καταδίωξη που θα τη θυμάμαι με φρίκη για όσο ακόμα ζω. Για να μ’ ευχαριστήσουν για το καλό που τους έκανα, οι καινούργιοι μου φίλοι με κάλεσαν να ζήσω μαζί τους, στο μυστικό τους βασίλειο, κάτω απ’ το λόφο. Δέχτηκα την πρόσκληση τους με χαρά. Γέμισα ένα σακίδιο με κάποια πράγματα που θεωρούσα χρήσιμα και απαραίτητα και εγκατέλειψα το σπίτι μου για πάντα, μαζί με τους καινούργιους μου φίλους που χοροπηδούσαν γύρω μου τρισευτυχισμένοι. Από τότε περνάω τον καιρό μου- μαζί με τον πιστό μου Άρη που δεν υπήρχε περίπτωση να μην μ’ ακολουθήσει σ’ αυτή την αλλόκοτη περιπέτεια-σ’ έναν όμορφο πύργο από ορυκτό χαλαζία που υψώνεται στο κέντρο ενός μικρού χωριού. Μοιράζομαι τη ζωή μου μ’ εκείνα τα καλοπροαίρετα και ευγενικά όντα που τα νιώθω σαν τα παιδιά που δεν απέκτησα ποτέ και που με βλέπουν σαν τη βασίλισσά τους. Και είμαστε όλοι μας πολύ ευχαριστημένοι απ’ αυτόν τον πρωτότυπο διακανονισμό, ακόμα και ο Άρης που έχει αναλάβει το ρόλο του προστάτη και του φύλακα της σπηλιάς και που μοιάζει να έχει ξανανιώσει. Η γούνα του έχει γίνει γυαλιστερή και μεταξένια ενώ τα μάτια του λάμπουν με μια ζωηράδα που είχα πολύ καιρό να δω. Ο Λασκόν, ο αρχηγός της ομάδας των εννιά νάνων που είχαν ζητήσει καταφύγιο στο σπίτι μου τη βροχερή εκείνη νύχτα, και που τώρα έχει μετατραπεί στον καλύτερό μου φίλο, πιστεύει ότι η αναζωογόνηση του Άρη οφείλεται στην απουσία του ηλιακού φωτός που μακροχρόνια βλάπτει τα κύτταρα και αλλοιώνει τη δομή τους ενώ αντίθετα, το γλυκό και διάχυτο φως των φωτεινών κρυστάλλων που γεμίζει τη σπηλιά, έχει την ακριβώς αντίθετη επίδραση. 
Και μια τελευταία, ίσως όχι και τόσο ασήμαντη, λεπτομέρεια: Τα παλιά μου ρούχα έχουν φθαρεί εδώ και πάρα πολύ καιρό και έχουν αντικατασταθεί με άλλα που μου έφτιαξαν οι νάνοι απ’ τα μεγάλα και πλατειά φύλλα ενός δέντρου που μοιάζει με προϊστορική φτέρη. Όταν αυτά τα φύλλα ξεραθούν, παίρνουν ένα όμορφο κίτρινο χρώμα και γίνονται απαλά και εύκαμπτα σαν το μετάξι. Έτσι λοιπόν έραψαν για χάρη μου μακριά φορέματα και με στόλισαν με κρυστάλλινα κοσμήματα και πολύχρωμες πέτρες που απέσπασαν απ’ τα τοιχώματα της σπηλιάς. Τώρα πια μοιάζω με μια πραγματική βασίλισσα! Η μέρα μου περνάει μ’ ευχάριστα παιχνίδια, με τραγούδια και διασκεδαστικές συζητήσεις. Και κάθε λίγο και λιγάκι ακούω συνεπαρμένη τις συναρπαστικές αφηγήσεις της μικρούλας Ιαμάρ με τα λαμπερά μάτια και τα κοντά μαλλιά που λάμπουν σαν κλωστές από μετάξι. Η Ιαμάρ είναι η ζωντανή μνήμη της φυλής. Ξέρει όλες τις παλιές ιστορίες και μπορεί και μου μιλάει για τους προγόνους της με τις ώρες, για το πώς αποφάσισαν πριν από πολλά-πολλά χρόνια να εγκαταλείψουν την επιφάνεια του εδάφους και ν’ αναζητήσουν μόνιμο καταφύγιο σ’ αυτή τη σπηλιά, την εποχή που ο πάνω κόσμος άρχισε να κατακλύζεται απ’ τους ανθρώπους και να γίνεται πολύ εχθρικός γι’ αυτούς και τους ομοίους τους. Μου εξήγησε ότι η γνώση της φυλής μεταδίδεται προφορικά, από γενιά σε γενιά, μέσω της εκμάθησης ατελείωτων τραγουδιών και ποιημάτων και όταν της εξήγησα ότι θα μπορούσε απλά να καταγράφει όλα αυτά τα πράγματα χρησιμοποιώντας κάποιο λειτουργικό αλφάβητο, έμεινε άναυδη αλλά και ενθουσιασμένη με την όλη ιδέα. Ανέλαβα λοιπόν τα καθήκοντα της δασκάλας και άρχισα ν’ αποκαλύπτω στην πρόθυμη μαθήτριά μου, καθώς και σε κάθε άλλον που έδειχνε ενδιαφέρον, τα μυστικά της γραφής και της ανάγνωσης. Έμαθα επίσης να λειτουργώ και ως δικαστίνα και να επιλύω τις ασήμαντες διαφορές των μαθητών μου, τους δίδαξα νέους τρόπους να γνέθουν να πλέκουν και να υφαίνουν τις μεταξωτές ίνες που βγάζουν απ’ το εσωτερικό των παράξενων σπόρων που φυτρώνουν στην υπόγεια χώρα τους και πότε-πότε, όταν έχω ελεύθερο χρόνο, καταγράφω σε μεγάλα κομμάτια φυτικής περγαμηνής τις σκέψεις και της αναμνήσεις τους. Έχω γίνει εν ολίγοις, η εκπαιδεύτρια, η κυβερνήτρια και η βιβλιοθηκάριος τους. Και νιώθω βαθιά και απόλυτα ευτυχισμένη. Τόσο πολύ που υπάρχουν φορές που ανησυχώ μήπως το ατελείωτο αυτό καλοκαίρι της ξεγνοιασιάς και της μαγείας τελειώσει το ίδιο απότομα όπως άρχισε! Άλλες φορές πάλι, όταν μένω μόνη στον πύργο μου, τραβάω τις λεπτές κουρτίνες που κρέμονται απ’ τα τοξωτά του παράθυρα και βυθίζομαι σ’ ένα ροδαλό ημίφως. Αρχίζω τότε να χαϊδολογώ τον Άρη που ροχαλίζει αμέριμνος και μου δείχνει την κοιλιά του και παρακαλάω να περάσω τις μέρες που μου απομένουν εδώ κάτω, ανάμεσα στα ευγενικά εκείνα πλάσματα που με λούζουν με ανεξάντλητους ποταμούς αγάπης και στοργής. Γιατί υπήρξε κάποια στιγμή που όλη αυτή η ευτυχία βρέθηκε σε κίνδυνο, από δική μου βλακεία βασικά, και που παραλίγο να τινάξω τα πάντα στον αέρα. Είναι ένα περιστατικό που με κάνει να νιώθω ντροπή για τον εαυτό μου αλλά και περήφανη που έκανα τελικά τη σωστή επιλογή. Όλα ξεκίνησαν από τότε που αντικρίσαμε για πρώτη φορά το σύννεφο των τρομαγμένων αγγέλων. 


7


Καθόμουν με τον Λασκόν, την Ιαμάρ και τον Ορεγίγ-έναν απ’ τους επιδέξιους μαραγκούς της φυλής που είχε αποφασίσει να τεμπελιάσει εκείνη την ημέρα-και αγναντεύαμε τη γαλήνια θάλασσα. Είχαμε βολευτεί στα χείλη του περάσματος, της τρύπας δηλαδή που συνδέει το πέρα σπήλαιο με το δικό μας, μαζί με τον Άρη που χαμογελούσε όπως πάντα ευχαριστημένος και συζητούσαμε πάνω στο αγαπημένο μας ζήτημα, για το τι θα μπορούσε να υπάρχει στο απέναντι άκρο του, πίσω απ’ τα στροβιλιζόμενα σύννεφα. Πίσω μας απλωνόταν η στρογγυλή κοιλάδα με τα δέντρα τα τεράστια μανιτάρια και τα πολύχρωμα λουλούδια της, με τα σπιτάκια και τη λιμνούλα της, τους φωτεινούς κρυστάλλους και τον πύργο μου που έμοιαζε με λεπτή βελόνα που σημάδευε έναν κρυσταλλένιο ουρανό. Μπροστά μας, ξεκινώντας απ’ τη βάση μιας κατηφορικής πλαγιάς από σκληρό γρανίτη, απλωνόταν ο υπόγειος ωκεανός και απέναντί μας, τα φωτεινά του σύννεφα που στροβιλίζονταν αέναα. 
Κάποια στιγμή ο Άρης γαύγισε. Το γαύγισμα του είχε μια χροιά ανησυχίας, παρόμοια μ’ αυτή που το χρωμάτιζε κάθε φορά που έβλεπε κάποιο νεαρό μέλος της φυλής να πλησιάζει πολύ τα νερά της λίμνης.
Και τότε το μικρό χέρι του Λασκόν μας έδειξε ένα μακρινό σημείο του ομιχλώδη ορίζοντα:
 -«Κοιτάξτε!» φώναξε, «Τι είναι αυτό;» 
Σκίασα τα μάτια μου με τις παλάμες των χεριών μου και αντίκρισα κάτι που έμοιαζε με σκοτεινό συννεφάκι. Μόλις και ξεχώριζε μέσα στην ολόλαμπρη απεραντοσύνη της στροβιλιζόμενης καταχνιάς. Η πορεία που ακολουθούσε ήταν κάπως ακανόνιστη, μια πήγαινε προς τα πάνω μια προς τα κάτω και μας πλησίαζε όλο και περισσότερο. 
Ύστερα από λίγο ο αέρας γέμισε με μικρόσωμες φιγούρες που πετούσαν η μια δίπλα στην άλλη χωρίς να βγάζουν τσιμουδιά. Τις κοίταξα κατάπληκτη καθώς έμοιαζαν με αναγεννησιακούς αγγέλους, με φτερωτά ανθρωπάκια που ανοιγόκλειναν τα φτερά τους με όλη τους τη δύναμη, σαν να προσπαθούσαν να ξεφύγουν από κάποιον θανάσιμο κίνδυνο. 
Ο Άρης κλαψούρισε δίπλα μου και ένιωσα τον Λασκόν και την Ιαμάρ να σφίγγονται φοβισμένοι. Άπλωσα τα χέρια μου και τους χάιδεψα καθησυχαστικά στους ώμους αλλά το βλέμμα μου δεν άφησε ούτε στιγμή το σιωπηλό σύννεφο των φοβισμένων αγγέλων. Ξαφνικά ένας απ’ αυτούς αποχωρίστηκε απ’ τους υπόλοιπους και άρχισε να χάνει ύψος. Μόλις έφτασε στο σημείο όπου ο ωκεανός έδινε τη θέση του στην άνυδρη όχθη της σπηλιάς, προσγειώθηκε μάλλον ανώμαλα και έμεινε ακίνητος. Είδαμε τότε ότι ένα απ’ τα πόδια του ταλαντευόταν περίεργα καθώς ήταν σπασμένο απ’ το γόνατο. Κατεβήκαμε κακήν κακώς την πλαγιά, πιασμένοι ο ένας απ’ τον άλλο και καταφέραμε να τον πλησιάσουμε δίχως να κατρακυλήσουμε μέσα στο νερό του ωκεανού. Αντίκρισα μια μικροκαμωμένη φιγούρα που ήταν σκεπασμένη με χιονάτα πούπουλα. Τα μάτια της ήταν κλειστά και έμοιαζε να αναπνέει με μεγάλη δυσκολία. Είχε μακριά και διάφανα μαλλιά ενώ απ’ την πλάτη της φύτρωναν δύο υπέροχα φτερά από λεπτό δέρμα που ήταν διάστικτο με γαλαζωπές αρτηρίες. Εκείνη τη στιγμή έτρεμαν σπασμωδικά και έμοιαζαν ζαρωμένα. 
Καταφέραμε με χίλιες προφυλάξεις να σηκώσουμε το ανάλαφρο και λιανοκόκαλο εκείνο πλάσμα χωρίς να το τραυματίσουμε περισσότερο και να το μεταφέρουμε μέχρι τη σπηλιά μας. Το ξαπλώσαμε σε κάποιο κρεβάτι και με τη βοήθεια της Ιαμάρ που είχε κάποιες γνώσεις ιατρικής, κατάφερα να επανατοποθετήσω το σπασμένο κόκαλο στη θέση του και να το στερεώσω με τη βοήθεια ενός αυτοσχέδιου νάρθηκα. Οι νάνοι μαζεύτηκαν γύρω μου και παρατηρούσαν κατάπληκτοι το όλο σκηνικό. 
-«Υπάρχουν κάποιες παλιές ιστορίες σχετικά με τους φτερωτούς ανθρώπους που ζουν στον ωκεανό,» μας εξήγησε η Ιαμάρ, «μέσα στα σύννεφα που σκεπάζουν το ταραγμένο του πρόσωπό. Λέγεται ότι περνάνε τη ζωή τους ταξιδεύοντας με τα φτερά των ανέμων. Τρέφονται από ιπτάμενα λουλούδια και καρπούς και ζευγαρώνουν όταν οι άνεμοι είναι ευνοϊκοί.» Εκείνη τη στιγμή, λες και το πλάσμα καταλάβαινε ότι μιλούσαμε γι’ αυτό, άνοιξε τα μάτια του και μας έριξε ένα φοβισμένο βλέμμα. Τα μάτια του ήταν υπέροχα, καταγάλανα σαν ουρανοί και τεράστια. Μια έκφραση πόνου αλλοίωνε το πρόσωπό του. Ένας απ’ τους νάνους το έβαλε να πιεί ένα καταπραϋντικό αφέψημα και εκείνο βυθίστηκε σχεδόν αμέσως σ’ ένα βαθύ ύπνο. Αλληλοκοιταχτήκαμε παραξενεμένοι. Τι να ήταν αυτό που είχε κάνει τον μικρό εκείνο άγγελο μαζί με όλους τους ομοίους του να διασχίσει όλο τον ωκεανό και τι να τον είχε τραυματίσει τόσο άσχημα; 
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται από ένα δυσοίωνο προαίσθημα. Σηκώθηκα όρθια και απευθύνθηκα σ’ όλους τους νάνους, που είχαν μαζευτεί γύρω απ’ το μικρό κρεβάτι σαν απορημένα σχολιαρόπαιδα: 
-«Ακούστε,» τους είπα, «Πρέπει να λάβουμε κάποια μέτρα. Από δω και εμπρός το πέρασμα για το πέρα σπήλαιο δεν θα μένει ποτέ αφύλακτο. Θα φυλάμε σκοπιά όλοι μας, σε βάρδιες, ο καθένας με τη σειρά του και οτιδήποτε παράξενο συμβεί, θα ήθελα να το μάθω αμέσως. Επίσης, πιστεύω ότι δεν πρέπει ν’ αφήσουμε τον τραυματία εδώ πέρα, σε κοινή θέα. Νομίζω ότι πρέπει να τον μεταφέρουμε στον πύργο μου και να τον κρύψουμε εκεί μέχρι να γιάνει. Αυτό που τον τραυμάτισε μπορεί ν’ αναζητήσει τα ίχνη του στη σπηλιά μας και καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δεν συμφωνείτε και εσείς;» Οι νάνοι κούνησαν τα κεφάλια τους καταφατικά, χωρίς να μιλήσουν. Στη συνέχεια σκόρπισαν βιαστικά με σκοπό να εκτελέσουν τις οδηγίες μου, σπρωγμένοι και αυτοί απ’ το ίδιο εκείνο προαίσθημα που είχε σκιάσει και τη δική μου καρδιά. 
   

8


-«Σοφία, Σοφία, πρέπει να ‘ρθεις μαζί μου!» Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα το μικρό νάνο που είχε εισβάλλει στο δωμάτιο όπου φρόντιζα τον άγγελο. Ήταν λαχανιασμένος και κάθιδρος και με κοιτούσε ανάστατος. -«Τι συμβαίνει;» -«Κάτι έρχεται απ’ τη θάλασσα,» πρόσθεσε αυτός με τσιριχτή φωνή.  
 Έπαψα να ταΐζω τον μικρό άγγελο που με κοιτούσε αμίλητος σαν υπάκουο παιδί, σηκώθηκα όρθια, έπιασα τον λαχανιασμένο αγγελιοφόρο απ’ το χέρι και βγήκαμε απ’ τον πύργο χωρίς δεύτερη κουβέντα. –«Μην αφήσεις κανέναν να μπει μέσα,» είπα στον νάνο που φύλαγε την εξώπορτα, «και ότι και να γίνει, μην αφήσεις τον άγγελο να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι του. Είμαστε σύμφωνοι;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά, πολύ περήφανος με το ρόλο που είχε αναλάβει. Κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό ακόντιο και το ύφος του δήλωνε ότι δεν σήκωνε από αστεία. Από τότε που είχαμε σώσει το φτερωτό τραυματία, είχα ζητήσει απ’ όλους τους νάνους να οπλοφορούν οπότε σε περίπτωση που κάτι εισέβαλε στη σπηλιά, να μη μας έβρισκε εντελώς ανυπεράσπιστους. 
Φορτώθηκα τον αγγελιοφόρο στην πλάτη μου και άρχισα να τρέχω μ’ όλη μου τη δύναμη προς το πέρασμα. Ένιωθα ότι έπρεπε να βιαστώ. Διέσχισα μια σειρά από χορταριασμένα μονοπάτια και ανέβηκα σαν αγριοκάτσικο τα μικρά σκαλοπάτια που οδηγούσαν μέχρι το πέρασμα. Όταν έφτασα στην άκρη του έπεσα πάνω στον Λασκόν, τον Άρη και πέντε ακόμα νάνους, ανάμεσά τους και την Ιαμάρ, που κρυφοκοίταζαν τη θάλασσα ξαπλωμένοι μπρούμυτα πάνω στο πέτρινο έδαφος. Μιμήθηκα το παράδειγμά τους και ο Λασκόν μου έκανε νόημα να μείνω σιωπηλή. Σύρθηκα προς τα μπρος και έριξα μια προσεκτική ματιά στην αστραφτερή θάλασσα που απλωνόταν μπροστά μας σαν ακύμαντο σεντόνι. Ο σφυγμός μου χοροπήδησε και ένιωσα να παραλύω από ένα καθηλωτικό κύμα κατάπληξης. Αντίκρισα μια λαστιχένια βάρκα. Και μέσα της υπήρχε ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος! Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα να δω! Τον περιεργάστηκα με μάτια τρομαγμένα: Φορούσε μια ολόσωμη στολή από καουτσούκ που κολλούσε πάνω του σαν δεύτερο δέρμα και έμοιαζε νέος και πολύ γεροδεμένος αλλά το πρόσωπό του, απ’ όσο μπορούσα να διακρίνω, ήταν κουρασμένο και ταλαιπωρημένο, καλυμμένο με τα γένια μιας ολόκληρης βδομάδας. Η εμφάνισή του είχε κάτι το στρατιωτικό: Τα μαλλιά του ήταν κοντοκουρεμένα, το αξύριστο πηγούνι του διαγραφόταν τετράγωνο και κωπηλατούσε με δυναμικές και αποφασιστικές κινήσεις. Απ’ τη ζώνη του κρεμόταν ένα περίστροφο. 
Ένα περίστροφο! Ένα περίστροφο εδώ κάτω! 
Ένα βαρύ και άσχημο πράγμα που φοβόσουν και να το κοιτάξεις! 
Προσπάθησα να βάλω το μυαλό μου να δουλέψει. Ήταν μόνος του άραγε ή θ’ ακολουθούσαν κι άλλοι εντός ολίγου; Πως θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσω; Κοίταξα τους φίλους μου, τ’ ανήξερα παιδιά μου, που μου ανταπόδωσαν το βλέμμα ερωτηματικά, περιμένοντας τις εντολές μου. Ο Άρης μου έγλειψε καθησυχαστικά το χέρι. Μέσα μου αναδεύτηκε ένα κύμα ατόφιας στοργής: Ο πάντα πιστός και αγαπημένος μου Άρης που δεν μ’ εγκατέλειπε ποτέ, σαν τον σκύλο του μυθικού Οδυσσέα που τον περίμενε για είκοσι ολόκληρα χρόνια ξαπλωμένος σ’ ένα σωρό από κοπριά. Και τότε μου ήρθε μια ιδέα. Ένα τρελό και ριψοκίνδυνο σχέδιο. Έσφιξα τα δόντια μου και αποφάσισα ν’ αναλάβω τον έλεγχο της κατάστασης. Η επιβίωση των μικρών μου φίλων και του υπόγειου παραδείσου τους βρισκόταν στα δικά μου χέρια.  
-«Άκου τι θα κάνουμε,» ψιθύρισα στον Λασκόν και τους υπολοίπους. Ακόμα και ο Άρης τέντωσε τ’ αυτιά του ερωτηματικά. «Θα κατεβείτε όλοι στο χωριό και θα μ’ αφήσετε μόνη μου εδώ πάνω. Όταν έρθω με τον επισκέπτη μας, θέλω όλοι σας να συμπεριφερθείτε με απόλυτη αδιαφορία, λες και δεν συμβαίνει τίποτα το περίεργο. Και μη σας ξεφύγει λέξη για τον Άγγελο. Να τον κρύψετε πολύ καλά, μέχρι να μάθω αν αυτός ο άνθρωπος ευθύνεται για τον τραυματισμό του. Και κάτι άλλο: Κρύψτε τα όπλα σας, αλλά να είσαστε έτοιμοι να τα χρησιμοποιήσετε αν χρειαστεί! Να τα πείτε αυτά και στους υπόλοιπους!» Στη συνέχεια ψιθύρισα και κάποιες επιπλέον οδηγίες στο αυτί της Ιαμάρ που τρεμούλιασε νευρικά σαν τη ρόδινη μυτούλα ενός κουνελιού. 
Οι νάνοι ένευσαν καταφατικά και άρχισαν ν’ απομακρύνονται ένας-ένας απ’ την είσοδο του περάσματος. Χάιδεψα τον Άρη στο κεφάλι για να καταλάβει ότι έπρεπε να τους ακολουθήσει, πράγμα που έκανε αφού μου έριξε μια ανήσυχη ματιά. Έμεινα μόνη. 
Εισέπνευσα βαθιά και άφησα τον αέρα να βγει αργά-αργά απ’ τα πνευμόνια μου, αποφασισμένη ν’ αντιμετωπίσω με θάρρος τον αναπάντεχο εισβολέα. 


9


Είχα τόσο πολύ καιρό να δω άνθρωπο που ένιωθα σαν ν’ αντίκριζα μια ξένη μορφή ζωής. Εκείνος ο άντρας μου φαινόταν αφύσικα ψηλός. Το σώμα του με το φαρδύ στήθος και τις δυνατές πλάτες και τους μύες των χεριών και των ποδιών του που διαγράφονταν ανάγλυφοι κάτω απ’ το ελαστικό ύφασμα της ολόσωμης φόρμας του έμοιαζε αλλόκοτο, σχεδόν εξωτικό.  
Η βάρκα προσέγγισε την ακτή και εκείνος, αφού πήδηξε μέσα στο νερό, έσυρε το φουσκωτό πλεούμενο έξω απ’ τη θάλασσα. Στη συνέχεια πέρασε στους ώμους του ένα μεγάλο σακίδιο και κοίταξε γύρω του ερευνητικά. Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή και μετά τράβηξε το πιστόλι του με μια αποφασιστική κίνηση. Άρχισε να σημαδεύει μια εδώ μια εκεί, λες και περίμενε να δεχτεί την επίθεση κάποιας διμοιρίας καταδρομέων.
Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα.  
Σηκώθηκα όρθια και κούνησα φιλικά τα χέρια μου: –«Καλώς όρισες στο υπόγειο βασίλειο μου!» φώναξα δυνατά. Η φωνή μου αναπήδησε στα τοιχώματα και στην οροφή της σπηλιάς και γέμισε τον αέρα με παράξενους αντίλαλους. Εκείνος τινάχτηκε και έστρεψε το όπλο του προς το μέρος μου με μια αστραπιαία κίνηση.  
Κράτησα την αναπνοή μου περιμένοντας το χειρότερο αλλά ευτυχώς, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες, τον είδα να χαλαρώνει. 
Εξέπνευσα γεμάτη ανακούφιση.
 –«Ποια είσαι;» Η φωνή του ακούστηκε βαθιά και γεμάτη ένταση, αλλά χωρίς ίχνος υστερίας. Κατάλαβα ότι μιλούσα μ’ έναν άνθρωπο που δεν έχανε εύκολα την ψυχραιμία του.
-«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι,» του απάντησα, «Δεν είμαι καμία Κίρκη ούτε και θέλω το κακό σου. Με λένε Σοφία. Ζω σ’ αυτή τη σπηλιά εδώ και πολλά-πολλά χρόνια.»
Αυτός με κοίταξε χωρίς να μιλήσει. 
-«Μπορείς ν’ ανέβεις την πλαγιά, αν θέλεις,» πρόσθεσα αποφασισμένη να διατηρήσω τον έλεγχο της κατάστασης, «εξάλλου, δεν μπορείς να μείνεις για πάντα εκεί κάτω, έτσι δεν είναι;»
Το επιχείρημά μου πρέπει να του φάνηκε αρκετά λογικό γιατί αφού έδεσε το παλαμάρι της βάρκας του γύρω από ένα κοντινό βράχο, κάλυψε την απόσταση που μας χώριζε με μια σειρά από εντυπωσιακά άλματα. Στάθηκε απέναντί μου, μου έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα, από πάνω μέχρι κάτω, και μετά με κοίταξε κατάματα. 
Με ξεπερνούσε τουλάχιστον ένα κεφάλι σε ύψος και ήταν διπλάσιος σε όγκο. 
-«Πόσα χρόνια δηλαδή;» με ρώτησε. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν τραχιά και σκούρα, υπογραμμισμένα από λεπτές ρυτίδες έντασης και κούρασης.  
-«Εξαρτάται,» του απάντησα, «Τι χρονιά έχουμε τώρα;»
-«Είμαστε στο 2019.» 
Η έκπληξη μου ήταν τόσο μεγάλη που παραλίγο να σωριαστώ καταγής. Δύο χιλιάδες δέκα εννέα! Είχα γεράσει εδώ κάτω και ούτε που το είχα πάρει είδηση!
-«Πως ονομάζεσαι;» τον ρώτησα. Η φωνή μου ακούστηκε πιο αδύναμη και τρεμουλιαστή απ’ όσο θα ήθελα. «Και πως βρέθηκες εδώ κάτω;» πρόσθεσα πιο σταθερά αυτή τη φορά.
-«Με λένε Γιώργο,» μου απάντησε εκείνος, «και περιπλανιέμαι σ’ αυτή τη θάλασσα εδώ και μια βδομάδα. Χθες μου τελείωσε το φαγητό και αν το νερό της θάλασσας δεν ήταν πόσιμο, θα είχα πεθάνει πολύ πιο πριν από δίψα!»
-«Θα πρέπει να πεινάς πολύ λοιπόν. Έλα μαζί μου!»
Τον πήρα απ’ το χέρι και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το Πέρασμα που έβγαζε στην Κοιλάδα. «Βασικά, ασχολούμαι με την σπηλαιολογία,» άρχισε να μου λέει ο Γιώργος, «Έχω στήσει μια εταιρία γεωλογικών ερευνών με στόχο την εξερεύνηση του ελληνικού υπεδάφους. Σκέφτηκα ότι με την παγκόσμια άνοδο της τιμής του νερού και των μεταλλευμάτων μπορεί να βγάλω πολλά λεφτά. Πριν από ένα μήνα λοιπόν, καθώς εξερευνούσαμε μια καταβόθρα, έγινε σεισμός και το σπήλαιο κατέρρευσε. Παγιδεύτηκα σ’ ένα καταβάσιο που σφραγίστηκε από μια κατολίσθηση και έχασα τα ίχνη των συνεργατών μου. Υποψιάζομαι πως είναι όλοι νεκροί. Τέλος πάντων, άρχισα να κατεβαίνω με τον εξοπλισμό αναρρίχησης που κατάφερα να σώσω και κάποια στιγμή βρήκα ένα υπόγειο ποτάμι. Αυτό φούσκωσε στα ξαφνικά και με παρέσυρε μέχρι εδώ κάτω. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά πέρασα τόσες μέρες στο σκοτάδι που πίστευα στο τέλος ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ το φως! Αλλά η ζωή είναι πολύ παράξενη, έτσι; Ξαφνικά ξύπνησα μέσα στη βάρκα μου, πλέοντας σε μια φωτεινή θάλασσα και τώρα βρίσκω μια όμορφη γυναίκα σαν κι εσένα στα βάθη της γης! Είναι τόσο απίστευτα όλα αυτά! Σαν να ζω σ’ ένα παραμύθι του Ιουλίου Βερν!» 
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή βγήκαμε στην Κοιλάδα. Το σαγόνι του Γιώργου κρέμασε και τα μάτια του γούρλωσαν τόσο πολύ που φοβήθηκα ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεκολλούσαν απ’ τις κόγχες τους.
-«Πως σου φαίνεται αυτό για παραμύθι;» τον ρώτησα κοιτάζοντας τον κατάματα.
   


10


Ο Άρης που μας περίμενε στο τέλος του περάσματος, δεν φάνηκε να πολυσυμπαθεί τον ξένο: 
Τον μύρισε από πάνω μέχρι κάτω μετά, διατηρώντας τις επιφυλάξεις του, αποφάσισε να μας έχει από κοντά. Κατεβήκαμε μια κατηφορική πλαγιά και αρχίσαμε να περπατάμε ανάμεσα στα τεράστια μανιτάρια, τις πολύχρωμες φτέρες και τα πολύχρωμα λουλούδια της Κοιλάδας. Στη συνέχεια μπήκαμε στο χωριό και διασχίσαμε τα πλακόστρωτα δρομάκια του που τα πλαισίωναν καταρράκτες και κήποι με πρασιές όπου άνθιζαν γαλαζωπά τριαντάφυλλα και ασημένιοι κρίνοι. 
Αφού πλησιάσαμε τις όχθες της λίμνης με το διάφανο νερό όπου καθρεφτίζονταν τα στρογγυλά σπιτάκια των νάνων μου με τα περίτεχνα στολίδια από κόκκινα μπλε και κίτρινα τούβλα, βάλαμε πλώρη για τον πύργο μου. 
Οι ίδιοι οι νάνοι συμπεριφέρθηκαν με απόλυτη αδιαφορία, όπως ακριβώς τους είχα δασκαλέψει: 
Συνέχισαν να μαζεύουν καρπούς και φρούτα απ’ τα χρυσωπά δέντρα και τους κόκκινους θάμνους και να τα βάζουν σε ψάθινα πανέρια τραγουδώντας δυνατά. Άλλοι ψάρευαν καθισμένοι σε στρογγυλά πλοιάρια ενώ υπήρχαν και αυτοί που κλεισμένοι στα εργαστήριά τους, στα ισόγεια των σπιτικών τους, καταπιάνονταν με ξυλουργικές και μεταλλουργικές εργασίες. Έμοιαζαν εν ολίγοις ακίνδυνοι και χαριτωμένοι, σαν τις φιγούρες ενός παραμυθένιου και ειδυλλιακού πίνακα.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στον πύργο. Στο προαύλιο του, που το σκίαζε μια κρεβατίνα με τσαμπιά από τεράστια σταφύλια, μας περίμενε το γεύμα που μας είχε ετοιμάσει η Ιαμάρ, σύμφωνα με τις οδηγίες που της είχα ψιθυρίσει στην ακτή. 
Πάνω σ’ ένα όμορφο τραπέζι από σκαλιστό ξύλο, βρισκόταν αραδιασμένα τυριά, μελωμένο ψωμί και λαχταριστές χορτόπιτες ενώ μια κρυστάλλινη κανάτα με κόκκινο κρασί δέσποζε στο κέντρο όλων αυτών των αγαθών. 
Ο Γιώργος έκατσε απέναντί μου και άρχισε να τρώει σαν λιμασμένος. 
Άρχισα να τον παρακολουθώ με μεγαλύτερη προσοχή. Οι κινήσεις του, καθώς δάγκωνε το ψωμί και τα τυριά, ήταν κοφτές και δυνατές. Μου φάνηκε αρκετά ελκυστικός ξαφνικά, μ’ ένα τραχύ και αποφασιστικό τρόπο. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια από τότε που είχα δειπνήσει μόνη μ’ έναν άνδρα που ένιωθα παράξενα, ευάλωτη και ανασφαλής.  
Υπήρχαν εξάλλου και κάποια ερωτήματα που είχαν αρχίσει να με βασανίζουν. Για παράδειγμα, για ποιο λόγο με είχε αποκαλέσει όμορφη; Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μόλις του είχα αποσπάσει, η ηλικία μου θα πρέπει να έφτανε πια τα εβδομήντα χρόνια. Μπορεί να είχα χάσει βάρος με τα χρόνια και να ένιωθα πολύ υγιής και γεμάτη ζωτικότητα αλλά δεν έπαυα να έχω μπει για τα καλά στην τρίτη ηλικία. Αυτό ήταν ένα ζήτημα που για κάποιο λόγο ένιωθα μεγάλη την ανάγκη να ξεκαθαρίσω. 


11



-«Έχεις βολευτεί πολύ καλά εδώ πέρα,» σχολίασε ο Γιώργος όταν χόρτασε επιτέλους. «Αυτά τα φαγητά είναι πεντανόστιμα!»
-«Ναι, η αλήθεια είναι ότι εδώ κάτω δεν μας λείπει η τροφή,» του απάντησα με μετριοφροσύνη. 
Εκείνος με κοίταξε με ανυπόκριτο θαυμασμό:
-«Αυτό το μέρος είναι απίστευτο! Βγάζει άχρηστες όλες τις επιστημονικές θεωρίες των τελευταίων εκατόν πενήντα ετών! Έτσι και μαθευτεί στην επιφάνεια, θα είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία της ανθρωπότητας! Και όλα αυτά τα νανάκια που είδαμε, τι είναι; Που τα βρήκες;»
-«Μάλλον με βρήκαν αυτά,» του απάντησα και του διηγήθηκα συνοπτικά την ιστορία της γνωριμίας μου μαζί τους. 
Στη συνέχεια άρχισε να με ρωτάει για τη ζωή μου εδώ κάτω καθώς και για την ιστορία της φυλής των νάνων που όπως είχα ανακαλύψει, εκτεινόταν σ’ ένα χρονικό βάθος πολλών χιλιάδων ετών. 
-«Και ζεις όλα αυτά τα χρόνια μόνη, μαζί τους; Χωρίς ένα σύντροφο; Μια ωραία γυναίκα όπως εσύ;»
Το ερώτημα του κατάφερε να με αιφνιδιάσει. Τι προσπαθούσε να μου πει;
-«Μήπως σου βρίσκεται κανένας καθρέφτης;»
Ο Γιώργος μου έριξε ένα ξαφνιασμένο βλέμμα αλλά στη συνέχεια, αφού ψαχούλεψε το σακίδιό του, άνοιξε κάποια τσέπη και μου πρόσφερε ένα καθρεφτάκι. Το άνοιξα και αντίκρισα το πρόσωπό μου για πρώτη φορά ύστερα από πολλά-πολλά χρόνια.
Και ανακάλυψα ότι είχε απόλυτα δίκιο, ότι είχα μεταμορφωθεί σε μια νέα και όμορφη γυναίκα. Έπρεπε να το είχα καταλάβει. Το φως της Κοιλάδας δεν είχε επιδράσει μονάχα στην κυτταρική δομή του Άρη αλλά και στη δική μου. Το δέρμα μου είχε ξαναγίνει λείο και απαλό, τα μαλλιά μου, από γκρίζα που ήταν, είχαν αποκτήσει ένα ασημένιο χρώμα και έλαμπαν πλούσια και μακριά, τα μάτια μου άστραφταν σαν γκρίζα πετράδια. Ένιωσα σαν να αντίκριζα μια ξένη. Αλλά ήμουν εγώ. Εγώ! Είχα ξανανιώσει! 
Τον κοίταξα δακρυσμένη:
-«Δεν είχα ιδέα,» ψιθύρισα αποσβολωμένη από τη συγκλονιστική εκείνη ανακάλυψη, «εδώ κάτω δεν χρησιμοποιούμε καθρέφτες! Έχω τόσα πολλά χρόνια ν’ ατενίσω τη δική μου μορφή!»
-«Και ζεις έτσι, εδώ κάτω, μόνη; Πόσο καιρό;» Το βλέμμα του είχε μια ένταση που με φόβισε. Ήταν σαν να ξυπνούσε μέσα μου ένα θαμμένο κομμάτι του εαυτού μου που με κοίταζε με παράπονο γιατί το είχα ξεχάσει για τόσα πολλά χρόνια. Πάλεψα να συγκρατήσω ένα κύμα από δάκρυα που απειλούσαν ξαφνικά να με πνίξουν.  
Και τότε εκείνος έκανε κάτι που με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Σηκώθηκε όρθιος, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του και με φίλησε.
-«Μπορείς να έρθεις μαζί μου,» ψιθύρισε στο αυτί μου, «μπορούμε να ζητήσουμε απ’ τους φίλους σου να μας δείξουν το δρόμο για την επιφάνεια! Και μ’ αυτά που θα φέρουμε μαζί μας, τις αποδείξεις για όλα όσα κρύβονται μέσα στη γη, θα ζήσουμε πάμπλουτοι και διάσημοι για όλη μας τη ζωή!»
Αποσπάστηκα βίαια από το σφίξιμο του και στηρίχτηκα στην άκρη του τραπεζιού. Η αναπνοή μου είχε επιταχυνθεί και αυτό ήταν κάτι που δεν οφειλόταν μονάχα στην έλλειψη οξυγόνου από το παρατεταμένο εκείνο φιλί. 
Το σώμα μου δεν είχε ξανανιώσει απλώς, είχε αποκτήσει και νεανικές ανάγκες.
-«Ένα λεπτό,» του φώναξα για να κερδίσω λίγο χρόνο και να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, «μη βιάζεσαι τόσο! Μίλησε μου πρώτα για τον πάνω κόσμο! Πως είναι τα πράγματα εκεί πέρα; Εξακολουθούμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο; Υπάρχουν ακόμα πολύ πλούσιοι και πολύ φτωχοί άνθρωποι; Ξεφορτωθήκαμε επιτέλους την πείνα και τις αρρώστιες;» 
Ο Γιώργος ξανακάθισε και με κοίταξε χαμογελώντας. Ήταν ένα παράξενο χαμόγελο, ένα μείγμα τρυφερότητας και ειρωνείας. 
-«Είναι ένας κόσμος γεμάτος ευκαιρίες,» μου απάντησε, «Η τεχνολογία έχει κάνει θαύματα. Για παράδειγμα, υπάρχει ήδη μια επανδρωμένη βάση στο φεγγάρι και μπορείς να βρεθείς σε όποιο σημείο του κόσμου θέλεις μέσα σε τρεις ώρες! Με μια μικρή συσκευή μπορείς να μιλήσεις και να δεις οποιονδήποτε στον κόσμο και να μάθεις ότι θέλεις από μια ηλεκτρονική βιβλιοθήκη που τη λένε Υπερδίκτυο. Και ναι, έχουμε ακόμα πολέμους και υπάρχει μεγάλη βία και ανασφάλεια αλλά και τρομερές προοπτικές για κάποιον που δεν φοβάται να ρισκάρει. Ο πάνω κόσμος εξακολουθεί είναι πολύχρωμος και ζωντανός! Και με όλα αυτά που έχουμε να του πούμε, μας περιμένει μια ζωή ονειρεμένη!»
Ένιωσα να ζαλίζομαι. Εκείνη τη στιγμή, ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια ανέμελης ζωής στον προσωπικό μου παράδεισο, μετατράπηκα στο έρμαιο μιας εσωτερικής έκρηξης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, ανακάλυπτα ότι ένιωθα απίστευτη μοναξιά, ότι διψούσα για την παρουσία των συνανθρώπων μου και ότι νοσταλγούσα αφόρητα τον κόσμο της επιφάνειας και τους ανοιχτούς ουρανούς του. Θυμήθηκα τον λαμπερό ήλιο, το ασημένιο φεγγάρι και τα λευκά σύννεφα που βάφονταν χρυσά και κόκκινα όταν η μέρα πλησίαζε στο τέλος της. Το μυαλό μου άρχισε να τρέχει από μόνο του, σαν τραίνο που έχει μπει σε άγνωστη σιδηροτροχιά. 
Προσπάθησα να φανταστώ τη ζωή μου με το Γιώργο, οι δυο μας σ’ ένα θαυμαστό κόσμο που έσφυζε από ζωή. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις παλιές ταινίες και τις σειρές επιστημονικής φαντασίας που μου άρεσε να βλέπω στο βίντεο και στη τηλεόραση τα Κυριακάτικα απογεύματα. Ίσως κάποια απ’ τα θαύματα που έδειχναν να είχαν γίνει πραγματικότητα. Ξαφνικά η πρότασή του μου φάνηκε πολύ ελκυστική, μια ευκαιρία να επιστρέψω στην κοινωνία των ανθρώπων που είχα εγκαταλείψει μια φορά και έναν καιρό σπρωγμένη απ’ το φόβο και τη μοναξιά, πάνοπλη αυτή τη φορά, νέα και όμορφη, μ’ έναν δυναμικό σύντροφο. 
Τον είδα ν’ απλώνει το χέρι του για να πιάσει την κανάτα με το κρασί. Για μια στιγμή δίστασα και έκανα μια κίνηση να τον σταματήσω. Ένιωθα διχασμένη και δυστυχισμένη, αντιμέτωπη μ’ ένα τρομερό δίλλημα: Γιατί αν ανέβαινα με το Γιώργο στην επιφάνεια, πως θα προστάτευα την Κοιλάδα και τους κατοίκους της από τ’ αρπαχτικά χέρια των ανθρώπων του πάνω κόσμου; Πως θα κατάφερνα να κρατήσω μυστική την ύπαρξή της; 
Εκείνη τη στιγμή πέταξε δίπλα μας ένα πουλί. Ήταν ένα απ’ αυτά τα παραδείσια πετούμενα που ζουν στην Κοιλάδα μου, με τα πολύχρωμα φτερά, το υπέροχο λοφίο και τη μακριά ουρά που άστραφτε σαν να ‘σερνε πίσω της μεταξωτές κορδέλες. Μια τρομερή έκφραση απληστίας άστραψε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στο πρόσωπο του Γιώργου. Αμέσως μετά μου χαμογέλασε καθησυχαστικά, προσπαθώντας να διασκεδάσει τις ανησυχίες μου. Αλλά εγώ είχα ήδη καταλάβει. Καθώς ένα στρώμα πάγου απλωνόταν γύρω απ’ την καρδιά μου του ανταπέδωσα το χαμόγελο και τον άφησα να πιεί το κρασί με την ησυχία του.  
-«Έλα,» του πρότεινα στη συνέχεια, «Νομίζω ότι τώρα που δεν διψάς και δεν πεινάς πια, σου χρειάζεται και λίγη ξεκούραση!»
Ένιωθα έτοιμη να ξεσπάσω σε λυγμούς. 


12


Μπήκαμε στον πύργο και έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Έκανα νόημα στον Άρη να μη μας ακολουθήσει. Εκείνος υπάκουσε στην προσταγή μου μ’ ένα θλιμμένο γρούξιμο και αφοσιώθηκε στα υπολείμματα του φαγητού. 
Καθώς ανεβαίναμε τη σκάλα που έβγαζε στον πρώτο όροφο του πύργου, ακούσαμε φωνές. Ερχόταν απ’ το δωμάτιο του μικρού Άγγελου. Έμοιαζε αναστατωμένος. Έβγαζε μικρές φωνούλες και κατάλαβα ότι κάποιος προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Είχε ξυπνήσει φαίνεται και με αναζητούσε. Δάγκωσα τα χείλη μου. 
-«Τι είναι τούτο πάλι;» με ρώτησε ο Γιώργος και προτού προλάβω να τον σταματήσω, έτρεξε προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν η φασαρία και άνοιξε διάπλατα την πόρτα της κάμαρας του Άγγελου.
-«Βρε, βρε, τι έχουμε εδώ;» φώναξε όλο χαρά.
Και τότε ο Άγγελος άρχισε να ουρλιάζει.
Έτρεξα ξοπίσω του και βρέθηκα αντιμέτωπη μ’ ένα θέαμα που μ’ έκανε να παγώσω:
Ο Άγγελος έτρεμε ολόκληρος και έκλαιγε γοερά σαν μικρό παιδί. Είχε κουλουριαστεί κάτω απ’ το σεντόνι του και κοίταζε έντρομος τον Γιώργο, λες και αντίκριζε τον πιο τρομακτικό δαίμονα της κόλασης. Η Ιαμάρ στεκόταν δίπλα του και προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα να τον ηρεμήσει σφίγγοντάς τον στην μικρή της αγκαλιά. Έσπρωξα το Γιώργο στο πλάι, όρμησα μέσα στο δωμάτιο και πήρα τον Άγγελο στα χέρια μου. Εκείνος σφίχτηκε πάνω μου, έχωσε το κεφαλάκι του στον ώμο μου και κοίταξε το Γιώργο τρομοκρατημένος.
-«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» Τον ρώτησα με αυστηρό ύφος.
-«Τι σου συμβαίνει;» με ρώτησε εκείνος αιφνιδιασμένος απ’ το σκληρό τόνο που είχε αποκτήσει η φωνή μου.
-«Μπορείς να εξηγήσεις γιατί σε φοβάται τόσο πολύ αυτό το πλάσμα;»
Με την άκρη του ματιού μου είδα την Ιαμάρ ν’ αποχωρεί διακριτικά απ’ το δωμάτιο.
-«Τι θες να πεις;»
-«Έχετε ξανασυναντηθεί, έτσι δεν είναι;» 
Ο Γιώργος με κοίταξε αμίλητος για λίγα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια μου απάντησε ως εξής:
-«Ε, λοιπόν ναι! Το έχω ξαναδεί το πιθηκάκι! Πριν από δέκα μέρες, καθώς κωπηλατούσα στη θάλασσα, πέταξε από πάνω μου ένα κοπάδι από δαύτα. Χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους. Κάποιο απ’ αυτά, τούτο δω υποθέτω, πέταξε πιο χαμηλά για να μου ρίξει μια καλύτερη ματιά και εγώ κατάφερα να το χτυπήσω με το κουπί μου. Κατάλαβα ότι το είχα χτυπήσει γιατί τσίριξε σαν νυχτερίδα, αλλά κατάφερε να μου ξεφύγει και να πετάξει μακριά μαζί με όλα τ’ άλλα.»
-«Και γιατί έκανες κάτι τόσο βάρβαρο;» τον ρώτησα ενώ κουνούσα τον άγγελο στην αγκαλιά μου για να τον ηρεμήσω.
-«Χρειαζόμουν ένα δείγμα. Μια απόδειξη ότι αυτά που θα έλεγα στον κόσμο όταν ανέβαινα στην επιφάνεια του εδάφους, δεν ήταν παραμύθια. Ήθελα να αιχμαλωτίσω αυτό το πλάσμα και να το πάρω μαζί μου.» Στη συνέχεια, καθώς είδε το βλέμμα μου ν’ αγριεύει, πρόσθεσε: «Φυσικά τώρα που θα ‘ρθεις μαζί μου δεν υπάρχει κανένας λόγος να το πάρουμε μαζί μας.» Την ίδια στιγμή άνοιξε τα χέρια του συμφιλιωτικά και έκανε ένα βήμα προς τα μπρος. Ο Άγγελος σφίχτηκε στην αγκαλιά μου και τα φτερά του τρεμούλιασαν σπασμωδικά.
-«Δεν σε πιστεύω.» 
-«Ορίστε;» Το πρόσωπό του πάγωσε από έναν μορφασμό κατάπληξης που ήταν τόσο έντονος ώστε μου ήρθε να βάλω τα γέλια.
-«Δεν σε πιστεύω. Πότε δεν σε πίστεψα. Απ’ την αρχή.»
Τώρα ήταν η σειρά του προσώπου του Γιώργου να σκληρύνει.
-«Τι θες να πεις;» 
Γέλασα περιφρονητικά. Το γέλιο μου ήχησε διαπεραστικό και παράξενο, διαστρεβλωμένο από μια άσχημη νότα υστερίας: 
-«Μα νομίζεις ότι είμαι εντελώς ηλίθια;» τον ρώτησα, «Πιστεύεις ότι δεν κατάλαβα τις πραγματικές σου προθέσεις; Όταν προσάραξες στην ακτή μας και το πρώτο πράγμα που έκανες ήταν να βγάλεις το πιστόλι σου, κατάλαβα αμέσως με τι είδους άνθρωπο είχα να κάνω! Νομίζεις πραγματικά ότι θα σου δείξω το δρόμο για τον πάνω κόσμο; Και τι θ’ απογίνουν η Κοιλάδα και τα παιδιά μου; Πως θα παραμείνουν ασφαλείς από σένα και τους ομοίους σου; Αλήθεια, νομίζεις ότι δεν μπορώ να διακρίνω την απληστία σ’ έναν άνθρωπο όταν τον φέρνω αντιμέτωπο μ’ έναν μυθικό θησαυρό;»
Το πρόσωπό του Γιώργου σκοτείνιασε. Τα φρύδια του φούσκωσαν και ένα άγριο φως άστραψε στα μάτια του.
-«Και λοιπόν;» μου απάντησε ειρωνικά, «και τι θα κάνεις δηλαδή;» Στη συνέχεια έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε τον τοίχο πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ο ήχος του πυροβολισμού ήταν εκκωφαντικός, έσκισε τον αέρα και μου τρύπησε τ’ αυτιά. Ο τοίχος πίσω από την πλάτη μου έσπασε σε χίλια κομμάτια καθώς το κρυσταλλικό υλικό απ’ το οποίο ήταν φτιαγμένος δεν άντεξε την ορμή της σφαίρας. Ο Άρης άρχισε να γαυγίζει διαπεραστικά απ’ το προαύλιο. 
Άκουσα κάποιους απ’ τους φωτεινούς κρυστάλλους που κρεμόταν απ’ τη οροφή της σπηλιάς ν’ αποκολλούνται μ’ ένα στρίγκλισμα που έμοιαζε με τον ήχο που κάνει το γυαλί όταν ραγίζει. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα έπεσαν μέσα στη λίμνη μ’ έναν ηχηρό παφλασμό. Ευχήθηκα κανένας από τους νάνους μου να μην είχε τραυματιστεί. Ο άγγελος ξανάρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά μου και εγώ του κάλυψα το στόμα με την παλάμη του χεριού μου για να σιωπήσει. Σηκώθηκα όρθια και κοίταξα κατάματα τον Γιώργο.
-«Δεν σε φοβάμαι,» του είπα.
Τώρα ήταν η δική του σειρά να γελάσει. 
-«Ίσως θα έπρεπε,» μου απάντησε, «ζεις τόσα χρόνια εδώ κάτω, σ’ αυτό τον παραμυθένιο μικρόκοσμο με τα νανάκια και τ’ αγγελάκια σου, που τα έχεις χάσει εντελώς. Ξέρεις πόσο θα πονέσεις αν ας πούμε, σου σπάσει το γόνατο μια σφαίρα;» 
Έστρεψε αργά-αργά την κάνη του όπλου του προς τα πόδια μου και έγλειψε κοροϊδευτικά τα χείλη του:
-«Είσαι εντελώς τρελή,» πρόσθεσε, «κρατάς στα χέρια σου ένα μυστικό που μπορεί ν’ αλλάξει εντελώς τον κόσμο και να σε κάνει πιο πλούσια και απ’ τα πιο τρελά σου όνειρα και εσύ προτιμάς να χάνεις τον καιρό σου εδώ κάτω, σε μια παιδική χαρά! Καλώς ήρθες στην πραγματικότητα λοιπόν! Θα σε πάρω μαζί μου, μαζί μ’ ένα μεγάλο κουτί με κρύσταλλα απ’ τη σπηλιά σου και μ’ αυτή τη φτερωτή γελοιότητα που κρατάς στα χέρια σου και ίσως και μ’ ένα απ’ τα νανάκια σου και θ’ ανεβούμε όλοι στον πάνω κόσμο. Και τότε θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος!»


13


-«Να σε ρωτήσω κάτι πρώτα;» του είπα ανακτώντας την ψυχραιμία μου.
Εκείνος, ξαφνιασμένος απ’ αυτή τη μεταστροφή μου, με κοίταξε σιωπηλός.
-«Τι θες;»
-«Σου άρεσε το κρασί μου;»
-«Τι σχέση έχει αυτό το πράγμα;» 
-«Πες μου, σου άρεσε;»
-«Είσαι εντελώς τρελή.»
Την ίδια στιγμή όμως, το χέρι του που κρατούσε τ’ όπλο που με σημάδευε, άρχισε να τρέμει. Εκείνος το έπιασε και με το άλλο του χέρι ενώ ένας μορφασμός τρόμου απλωνόταν πάνω στο πρόσωπό του.
-«Τι έκανες;» ούρλιαξε διαπεραστικά.
-«Σε δηλητηρίασα,» του απάντησα αργά και καθαρά, σαν να μιλούσα σε καθυστερημένο, «Το κρασί που σου πρόσφερα περιείχε ένα χυμό που βγαίνει από κάποια μανιτάρια που φυτρώνουν στην κοιλάδα και που σε μικρές ποσότητες ενεργεί ως καταπραϋντικό. Σε μεγάλες δόσεις όμως, όπως αυτή που κατέβασες, ένας θεός ξέρει τι μπορεί να κάνει!»
-«Παλιο…..» τα χέρια του τεντώθηκαν και είδα τα δάχτυλά του, που λογικά θα έπρεπε να έχουν μουδιάσει πια, να σφίγγονται πάνω στην σκανδάλη. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, του γύρισα την πλάτη για να προστατεύσω τον Άγγελο με το σώμα μου και περίμενα τη σφαίρα. Αν ο Άγγελος δεν είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί! Θα είχα οδηγήσει το Γιώργο στο κρεβάτι του και εκεί θα έπεφτε σ’ ένα βαθύ ύπνο απ’ τον οποίο δεν θα ξυπνούσε ποτέ. Όμως τώρα, όλα είχαν πάει εντελώς στραβά!
Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα θυμωμένο γρούξιμο. Ήταν ο Άρης. Μπήκε στο δωμάτιο και έπεσε σαν βολίδα πάνω στον Γιώργο. Το πιστόλι εκπυρσοκρότησε και το πάτωμα κάτω απ’ τα πόδια μου γέμισε ρωγμές. Γύρισα έντρομη και είδα τον σκύλο μου να έχει πέσει πάνω στον Γιώργο, τα δόντια του να σφίγγουν το λαιμό του και τον Γιώργο να ουρλιάζει διαπεραστικά. Ο Άρης με κοίταξε ερωτηματικά και εγώ του έκανα ένα καταφατικό νεύμα. 
Και τα σαγόνια του έκλεισαν.




14



Όλα τελείωσαν πολύ γρήγορα, σαν ένα κακό όνειρο που σβήνει στο φως της αυγής. Σωριάστηκα στο κρεβάτι αποκαμωμένη, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά μου τον άγγελο που έμοιαζε να έχει πετρώσει απ’ το φόβο του. Η κάμαρα γέμισε με νάνους που σήκωσαν στα χέρια τους το πτώμα του Γιώργου και τ’ απομάκρυναν από κοντά μου.  
Μου φάνηκε ότι πέρασε ένας αιώνας προτού τα μικρά αλλά δυνατά τους χέρια πάρουν τον άγγελο από την αγκαλιά μου. Ένιωσα τα δάχτυλα της Ιαμάρ και του Λάσκόν να χαϊδεύουν τα μαλλιά μου που κάλυπταν το πρόσωπό μου σαν κουρτίνα.
-«Είσαι καλά Σοφία;» Εκείνη τη στιγμή ένιωσα να φουσκώνει μέσα στο στήθος μου κάτι μεγάλο, κάτι ζεστό και παράξενο που δεν μπορούσα να ελέγξω και άρχισα να κλαίω, τόσο πολύ όσο δεν έχω κλάψει σε ολόκληρη τη ζωή μου.
Η Ιαμάρ ανέβηκε δίπλα μου στο κρεβάτι και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της.
-«Έκανες το σωστό,» μου ψιθύρισε, «δεν πρέπει να λυπάσαι. Απ’ την πρώτη στιγμή είχαμε καταλάβει ότι οι προθέσεις αυτού του ανθρώπου δεν ήταν καλές. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να πεθάνει.»
Κάπως κατάφερα να ελέγξω τους λυγμούς μου και να της απαντήσω:
-«Δεν κλαίω γι’ αυτό,» «κλαίω από ντροπή.»
-«Από ντροπή; Γιατί να ντρέπεσαι εσύ;»
-«Γιατί είμαι μια απ’ αυτούς,» της απάντησα , «γιατί αποφάσισα να τον σκοτώσω, έτσι απλά. Γιατί μπορώ και εγώ να σκοτώσω με την ίδια ευκολία που σκοτώνουν και αυτοί. Κουβαλάω την ίδια κατάρα!»
Μια βαριά σιωπή έπεσε στο δωμάτιο. 
Πέρα απ’ τη τεράστια τρύπα που έχασκε στον κατεστραμμένο τοίχο, ακουγόταν τα αμέριμνα κελαηδίσματα των παραδείσιων πουλιών και τα θροίσματα των φτερών των μεταξένιων πεταλούδων. Ο μικρός εκείνος παράδεισος συνέχιζε τη ζωή του, έχοντας ξεχάσει κιόλας την ασχήμια που τον είχε απειλήσει για μια πρόσκαιρη στιγμή. 
Οι νάνοι δεν είπαν τίποτα. Άπλωσαν όμως όλοι μαζί τα χέρια τους για να με βοηθήσουν να σταθώ στα πόδια μου, όπως τότε, στην ανεμοδαρμένη κορφή του λόφου, όταν είχα εξολοθρεύσει το τέρας που τους κυνηγούσε.


15

Η ζωή είναι γεμάτη ειρωνείες. Εγώ για παράδειγμα που από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ένιωθα βαθύτατη αποστροφή προς τη βία και τι θάνατο, υποχρεώθηκα να σκοτώσω δύο φορές για να σώσω αυτά που αγαπώ.
Έχω κάνει την επιλογή μου και θα συνεχίσω να ζω εδώ κάτω με τους νάνους, το σκύλο και τον άγγελό μου που αποφάσισε, όταν επιτέλους γιατρεύτηκε, να μείνει μαζί μας. Βάλαμε το πτώμα του Γιώργου στην λαστιχένια βάρκα του που με μια δυνατή σπρωξιά τη στείλαμε να χαθεί στα νερά του υπόγειου ωκεανού όπου κάποια στιγμή θα βυθιστεί και θα γίνει βορά των ψαριών που ζουν στα βάθη του.
Πρώτα όμως έγραψα αυτό το κείμενο. Αποτελεί για μένα έναν ύστατο αποχαιρετισμό προς τους συνανθρώπους μου. Μια απολογία που εξηγεί για ποιό λόγο έγινα μια εξόριστη και μια φόνισσα. Νιώθω ότι μόνο έτσι θα καταφέρω να λυτρωθώ απ’ τις τύψεις και τη ντροπή που με βασανίζουν .
Ο Λασκόν μου βρήκε αυτή την παλιά μπουκάλα. Είναι ένα απ’ τα σκουπίδια που καταλήγουν πότε-πότε στους υπόγειους κόσμους. Βάλαμε το τετράδιο μέσα της και αποφασίσαμε να τη δέσουμε γύρω απ’ το λαιμό του Γιώργου, προκειμένου να χαθεί μαζί του. 
Αυτό είναι όλο. Δεν έχω τίποτα περισσότερο να γράψω. Παραδίδω τη μαρτυρία μου στα χέρια της τύχης και του θεού, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, και συνεχίζω την παράξενη ζωή μου μέσα στην μαγική μου κοιλάδα που θα λούζεται για πάντα στο φως ενός αιώνιου απομεσήμερου.
Ωστόσο όλη αυτή η περιπέτεια με δίδαξε κάτι πολύ σημαντικό. Δεν είμαστε πλέον ασφαλής. Εφόσον η ανθρωπότητα έχει αρχίσει να ερευνά συστηματικά το υπέδαφος του πλανήτη μας, κάποια στιγμή θα εμφανιστούν και άλλοι άνθρωποι και τότε όλα θ’ αλλάξουν. Θα πρέπει να προετοιμαστούμε γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Θα πρέπει ας πούμε να ψάξουμε για κάποιο καινούργιο καταφύγιο που θα μας φιλοξενήσει σε περίπτωση που η Κοιλάδα μας αλωθεί απ’ τις ορδές των άπληστων νεοφερμένων. Ίσως να έχει φτάσει η στιγμή να κάνουμε και εμείς τις δικές μας εξερευνήσεις. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή πρέπει ν’ ανακαλύψουμε επιτέλους τι υπάρχει πίσω από εκείνα τα στροβιλιζόμενα σύννεφα που κρύβουν τον ορίζοντα του υπόγειου ωκεανού. Θα το συζητήσουμε όλοι μαζί, όπως κάνουμε πάντα.»  

16


Χμ! Το περίμενα ότι δεν θα με πιστέψετε. Και πολύ καλά κάνετε. Έβγαλα αυτή τη ιστορία απ’ το μυαλό μου. Αλήθεια σας λέω, είναι όλα ψέματα. Τέλος πάντων, και να μην είναι έτσι, δεν έχει καμία απολύτως σημασία, αφού κανείς σας δεν μπορεί ν’ αποδείξει το παραμικρό.  
Όπως καταλαβαίνετε η Σοφία είναι μια πολύ τυχερή γυναίκα. Έτσι και έπεφτε η μπουκάλα της σε λάθος χέρια θα είχε υπογράψει τη θανατική της καταδίκη. Ήταν λάθος της να εμπιστευτεί την ύπαρξη του αποκαλυπτικού αυτού ντοκουμέντου στην τύχη.  
Καθώς κρατούσα το τετράδιο στα χέρια μου, με χέρια που έτρεμαν απ’ την ταραχή, σκέφτηκα ότι υπάρχουν κάποια μυστικά που πρέπει να παραμένουν κρυμμένα. Δεν είναι απαραίτητο ΤΑ ΠΑΝΤΑ ν’ ανακαλυφθούν και να πέσουν στα χέρια του άπληστου πολιτισμού μας.
Εξάλλου, τα έχουμε ήδη θαλασσώσει. Η ανθρωπότητα παραπαίει. Πέντε λεπτά σερφάρισμα στο υπερδίκτυο αρκούν για να καταλήξει κάποιος σ’ αυτό το συμπέρασμα. Το χάος και τη βία έχουν ήδη απλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ακόμα και στην Ελλάδα! Πάρτε για παράδειγμα τα πρόσφατα κρούσματα βίας στα σχολεία! Μέχρι και νόμος πέρασε που κάνει υποχρεωτική τη χρήση αλεξίσφαιρων γιλέκων στους μαθητές του Δημοτικού! Αλήθεια, αξίζει τον κόπο να εξαπλωθεί αυτή η φρίκη και στα έγκατα της γης;  
Το κλίμα αλλάζει και ότι το νερό τελειώνει. Σε λίγα χρόνια ο εξουθενωμένος και βρώμικος κόσμος μας δεν θα μπορεί να ταΐζει τους κατοίκους του. Τι θα συμβεί αν όλα αυτά τα στίφη των απελπισμένων μάθουν ότι υπάρχουν τέτοιοι ανέγγιχτοι παράδεισοι κάτω απ’ τα πόδια τους; 
Έκανα λοιπόν αυτό που θεωρούσα σωστό. Έκοψα το τετράδιο σε μικρά κομματάκια και τα έκαψα στο τζάκι της σουίτας μου, αποφασισμένος να συνεχίσω τις διακοπές μου με το κεφάλι μου ήσυχο, ένας καταθλιπτικός και βαριεστημένος υπερήλικας που περιμένει στωικά το τέλος.
Και μετά έπεσα για ύπνο. 


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Η ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΝΙΑ ΝΑΝΟΙ


Η Σοφία πέρασε το χειμωνιάτικο εκείνο απόγευμα στο σαλόνι του σπιτιού της, καθισμένη στην αγαπημένη της πολυθρόνα, μπροστά στη μπαλκονόπορτα που έβλεπε προς τον κήπο και τους μακρινούς λόφους που οριοθετούσαν τον ορίζοντα. Είχε αφήσει την τηλεόραση και το ραδιόφωνο σβηστά, αποφασισμένη να μην επιτρέψει στην αποβλακωτική φλυαρία τους να τη ζαλίσει. Στο κάτω-κάτω όλο για καταστροφές και μελλοντικά δεινά μιλούσαν. 
Απόψε θ’ απολάμβανε το υγρό τραγούδι της βροχής που έπεφτε απ’ το πρωί και χόρευε στα κεραμίδια της στέγης. Ορμητικά ρυάκια κελάρυζαν στις υδρορροές των τοίχων και τα μπουμπουνητά των κεραυνών έκαναν τα τζάμια του σπιτιού να τρίζουν.  
Ένα λεπτό άρωμα αχνιστού χαμομηλιού πλανιόταν στον αέρα. Της έφερε στο νου εικόνες από ανθισμένα λειβάδια και ανοιξιάτικους αγρούς. Η μεθυστική εκείνη ευωδιά αναδύονταν μέσα από ένα πολύχρωμο φλιτζάνι-αντίκα με σπασμένο χερούλι που είχε ανακαλύψει κάποτε σ’ ένα φιλανθρωπικό παζάρι. Το είχε αγοράσει μόνο και μόνο για να το γλυτώσει απ’ το πέταγμα σε κάποια χωματερή ή σκουπιδότοπο, τη μοίρα δηλαδή που περιμένει όλα τα λαβωμένα μικρο-αντικείμενα που δεν μπορούν πια να ικανοποιήσουν τις εγωιστικές ανάγκες των ανθρώπων. Ακουμπισμένο τώρα σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι, δίπλα στην πολυθρόνα, γυαλισμένο και καθαρό, έστεκε περήφανο, γεμισμένο μέχρι τα χείλη με το υπέροχο εκείνο αφέψημα που αρωμάτιζε την ατμόσφαιρα. 
Ένιωθε πολύ όμορφα. Κάθονταν στην πολυθρόνα της πλημμυρισμένη από ένα γλυκύτατο συναίσθημα θαλπωρής, τυλιγμένη με μια ζεστή μάλλινη κουβέρτα. 
Ο Άρης, ο σκύλος της, ένα καλοθρεμένο ντόμπερμαν, φαινόταν να έχει ξεπεράσει το κρυολόγημα που τον ταλαιπωρούσε. Ο ξερόβηχας που τον έκανε να τραντάζεται ολόκληρος είχε επιτέλους υποχωρήσει και εκείνη τη στιγμή, καθισμένος κοντά της, δίπλα στην αναμμένη σόμπα, με τα μάτια του στηλωμένα στη μπαλκονόπορτα, έμοιαζε ν’απολαμβάνει όσο και εκείνη την ομορφιά του βροχερού ηλιοβασιλέματος που ξεδιπλώνονταν έξω απ’ το βρεγμένο τζάμι: 
Καθώς ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του, κατακόκκινος και λαμπερός, περικυκλωμένος από σκοτεινά σύννεφα με περιγράμματα που έλαμπαν σαν πυρακτωμένα κάρβουνα, 
σκόρπιζε μια διάχυτη ακτινοβολία που είχε την πλούσια απόχρωση του γυαλισμένου ορείχαλκου. Οι σταγόνες της βροχής που έπεφταν απ’ τον συννεφιασμένο ουρανό έλαμπαν ολόχρυσες στο απογευματινό εκείνο φως. Τα φύλλα των δέντρων και των λουλουδιών του κήπου άστραφταν υγρά και εκτυφλωτικά ενώ μια μάζα από μαύρα σύννεφα που πλησίαζαν απ’ το Βορρά, αποτελούσε μια σαφέστατη προειδοποίηση για το καινούργιο κύμα της βροχής που μάλλον θα ‘πεφτε το βράδυ.
Κάτι τέτοιες στιγμές η Σοφία ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη. Όντας ανύπαντρη, από δική της επιλογή, είχε ζήσει τη ζωή της μόνη και αυτάρκης. Έχοντας αποδεχτεί πια το γεγονός ότι δεν θα εύρισκε ποτέ κάποιον σύντροφο με τον οποίο να κατάφερνε πραγματικά να επικοινωνήσει, όντας τόσο διαφορετική η ίδια, τόσο αδιάφορη ως προς το φλερτ, τα χρήματα ή την προοπτική της κοινωνικής ανόδου μέσα από έναν «καλό γάμο», είχε κατακτήσει με τα χρόνια την εσωτερική εκείνη γαλήνη που χαρίζεται μόνο στους ανθρώπους που τα έχουν βρει με τον εαυτό τους.
Ακόμα και τον τελευταίο καιρό, παρά τις αλλόκοτες φήμες που είχαν φτάσει στ’ αυτιά της για κάποιο παράξενο σκυλί τεραστίων διαστάσεων που κυκλοφορούσε αδέσποτο στην περιοχή, εκείνη εξακολουθούσε να νιώθει ασφαλής και προστατευμένη. Στο κάτω-κάτω, με τον πιστό και θηριώδη Άρη στο πλευρό της, τι θα μπορούσε να την απειλήσει;


------------


Άνοιξε τα μάτια της μέσα σ’ ένα βελούδινο σκοτάδι. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν με μανία πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας κροταλίζοντας δυνατά. Έριχνε καρεκλοπόδαρα. Την είχε πάρει ο ύπνος φαίνεται. Γεράματα βλέπεις. 
Ανακλαδίστηκε νωχελικά και προσπάθησε να καταλάβει τι ήταν αυτό που την είχε ξυπνήσει. Και τότε κατάλαβε πως ο Άρης δεν βρισκόταν πια κουλουριασμένος στα πόδια της. Μέσα στο σκοτάδι που είχε απλωθεί στο σαλόνι, άκουσε έναν ελαφρύ κρότο. Είχε έρθει απ’ την εξώπορτα. 
Άναψε ένα πορτατίφ και είδε τον Άρη καθισμένο στο χωλ, με τ΄αυτιά του τεντωμένα και το λαμπερό του βλέμμα στηλωμένο πάνω της.  
Σηκώθηκε όρθια και τυλίχτηκε με την κουβέρτα. Ο ελαφρύς κρότος ακούστηκε για δεύτερη φορά. Δεν υπήρχε αμφιβολία, κάποιος πετούσε πετραδάκια στην εξώπορτα.
Περισσότερο παραξενεμένη παρά φοβισμένη, με τον Άρη να στριφογυρίζει σαν σβούρα γύρω απ’ τα πόδια της, περπάτησε μέχρι το χωλ, άναψε το φως και στάθηκε μπροστά απ’ την πόρτα.
-«Ποιός είναι;» φώναξε δυνατά.
Κανείς δεν της απάντησε. Η φωνή της πνίγηκε στον ψίθυρο της βροχής που έπεφτε με αμείωτη ένταση πάνω στη στέγη και έκανε τα παράθυρα να κροταλίζουν. Ο Άρης γύμνωσε τα δόντια του και έγρουξε απαλά.
Η Σοφία ένιωσε τον σφυγμό της να επιταχύνεται. Είχε ζήσει τόσα πολλά χρόνια σ’ αυτό το σπίτι που το ένιωθε πλέον σαν μια προέκταση του σώματός της. Και τώρα ήταν απόλυτα σίγουρη πως κάποιος ή κάτι είχε μπει στον κήπο και στέκονταν στο κατώφλι του σπιτιού.  
Άναψε το φως, έπιασε τον Άρη απ’ το κολάρο και πέρνωντας μια βαθιά ανάσα, άνοιξε την πόρτα. Στη συνέχεια έκανε ένα βήμα μέσα στη βροχερή νύχτα και κοντοστάθηκε κατάπληκτη.
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και πήρε μια απότομη εισπνοή. 
Στο βρεγμένο πλακόστρωτο που απλώνονταν έξω απ’ την πόρτα, στέκονταν κάτι μικρόσωμα ανθρωπάκια που την κοιτούσαν ακίνητα και σιωπηλά. Τα ρούχα τους είχαν μουσκέψει. Τα πρόσωπά τους είχαν κάτι δυστυχισμένες και τρομαγμένες εκφράσεις και τα μάτια τους την κοίταζαν ικετευτικά. Έμοιαζαν να θέλουν να της ζητήσουν κάτι αλλά είτε από φόβο είτε από ντροπή, δίσταζαν να μιλήσουν.
Ο Άρης τους γρύλισε προειδοποιητικά, γυμνώνοντας τα κοφτερά του δόντια. 
Έκείνη όμως, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον κράτησε πιο σφιχτά απ’ το κολάρο και τους φώναξε: 
-«Μα εσείς είστε μούσκεμα! Μπέστε γρήγορα μέσα προτού πάθετε καμιά πνευμονία!»
Οι απρόσμενοι επισκέπτες δεν περίμεναν δεύτερη κουβέντα. Πλησίασαν όλοι μαζί την πόρτα, διστακτικοί και φοβισμένοι σαν τρομαγμένα κουταβάκια, και μπήκαν στο σπίτι ένας-ένας κάνοντας της και από μια μικρή υπόκλιση καθώς περνούσαν από μπροστά της. 
  ------------

Οι μικροκαμωμένοι μουσαφίρηδες στριμώχτηκαν γύρω απ’ τη σόμπα που ζέσταινε το μισοφωτισμένο σαλόνι. Άρχισαν να στίβουν τους σκούφους που κάλυπταν τα κεφάλια τους και να τινάζουν τα ρούχα τους μπας και στεγνώσουν πιο γρήγορα ενώ αχνά χαμόγελα ανακούφισης απλώνονταν αργά και διστακτικά στα πρόσωπά τους.
Η Σοφία τους ακολούθησε στο σαλόνι, άναψε τα φώτα και έμεινε να τους κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. Πάλι καλά δηλαδή που θυμήθηκε να κλείσει πίσω της την πόρτα.
Ο Άρης κάθισε δίπλα της, στα πίσω πόδια του, και τους κοίταξε ακίνητος και αυτός, ασυνήθιστα ήρεμος και επιφυλακτικός, σαν να τους μελετούσε. 
Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε να μουδιάζει απ’ την έκπληξη που την είχε κυριεύσει. Ήταν ένα συναίσθημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως μπορούσαν να νιώσουν μονάχα οι ήρωες των μυθιστορημάτων φαντασίας.
Οι απρόσδόκητοι επισκέπτες δεν ήταν μικρά παιδιά όπως είχε αρχικά νομίσει. Ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό. Καταρχήν, είχαν πολύ μικρό ανάστημα, και οι εννέα: Τα χέρια τους, ακόμα και αν τα σήκωναν ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους, μετα βίας θα έφταναν στο πόμολο της πόρτας. Τα ρούχα τους ήταν πολύ παράξενα, έμοιαζαν κάπως με αυτά που φορούσαν οι αγρότες της μεσαιωνικής εποχής: Πλεχτές καζάκες, κολλητά παντελόνια που χώνονταν σε μικροσκοπές μπότες και πολύχρωμα σκουφιά που έπεφταν στους ώμους τους. Τα πρόσωπά τους την κοίταζαν λευκά και φωτεινά, με επιδερμίδες τόσο απαλές που θα τις ζήλευε και ένα μωρό. Τα μάτια τους που ήταν μεγάλα και λαμπερά σαν αστέρια, είχαν στηλωθεί πάνω της υγρά και γεμάτα ευγνωμοσύνη. Είχαν πλούσια και σγουρά μαλλιά, άλλα ξανθά, άλλα καστανά και άλλα κατακόκκινα, στο χρώμα των φθινοπωρινών φύλλων. Τ’ αυτιά τους τέλος ήταν πεταχτά, ρόδινα και τρυφερά σαν τεράστια ροδοπέταλα. 
-«Ποιοί είστε;» τους ρώτησε με μια φωνή που ακούστηκε πιο τρεμουλιαστή και αδύναμη απ’ όσο θα ήθελε. Ένιωσε την ανάγκη να καθίσει κάπου. Ο Άρης που αισθάνθηκε την ταραχή της, κλαψούρισε απαλά και της έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα.
Τ’ ανθρωπάκια που μόνο με νάνους θα μπορούσε να τα παρομοιάσει, αντάλλαξαν κάποια συνομωτικά βλέμματα και δεν της απάντησαν αμέσως. Τελικά όμως, ένα από απ’ αυτά υποκλίθηκε θεατρικά, ανεμίζοντας το βρεγμένο σκούφο του με τρόπο τόσο θεαματικό που ένιωσε το πρόσωπο και τα χέρια της να πιτσιλίζονται από παγωμένες σταγόνες νερού. 
-«Ευγενική δεσποσύνη», της είπε με τσιριχτή φωνή, «σας είμαστε βαθιά υπόχρεοι για την καλοσύνη που μας δείξατε αυτή τη βροχερή και αφιλόξενη βραδυά. Αν μας επιτρέψετε να παραμείνουμε στο αρχοντικό σας μέχρι το τέλος της βροχής, σας υποσχόμαστε πως δεν θα σας ενοχλήσουμε στο παραμικρό! Το μόνο που επιθυμούμε είναι ένα κατάλυμα για τη νύχτα!»
Η Σοφία δεν του απάντησε αμέσως. Τους κοίταξε όλους αμίλητη, νιώθοντας ακόμα μπερδεμένη και διστακτική. Η αμήχανη σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά τους διακόπηκε βίαια από ένα ξαφνικό φτέρνισμα. Είδε έναν απ’ τους λιλιπούτειους επισκέπτες της να σκουπίζει τη μύτη του με ντροπιασμένο ύφος. Οι υπόλοιποι συνέχισαν να στριμώχνονται γύρω απ’ τη σόμπα και να στίβουν τους σκούφους τους που ήταν πολύχρωμοι σαν χριστουγεννιάτικα περιτυλίγματα.
-«Θα σας φτιάξω ένα ζεστό γιατί διαφορετικά σας βλέπω όλους το πρωί κρυολογημένους,» τους είπε και χώθηκε στην κουζίνα. 
Μόλις έκλεισε πίσω της την πόρτα, με τον Άρη όπως πάντα στα πόδια της, έγειρε στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά αναπνοή.
Άνοιξε ένα απ’ τα συρτάρια του μπουφέ όπου φύλαγε ένα μπουκάλι κρασί. Το έφερε στα χείλη της με χέρια που έτρεμαν και κατέβασε δυό γουλιές για να συνέλθει. Το κρασί κύλησε σαν ζεστό ποτάμι στον οισοφάγο και στο στομάχι της. Είχε χρόνια να πιεί κρασί ή οποιοδήποτε άλλο οινοπνευματώδες ποτό αλλά η όλη κατάσταση ήταν τόσο ασυνήθιστη που απαιτούνταν η λήψη έκτακτων μέτρων. Άρπαξε στη συνέχεια μια κατσαρόλα, τη γέμισε με νερό και πέταξε μέσα της ένα μάτσο χαμομήλι. Μέχρι να βράσει το νερό είχε κόψει μια φρατζόλα ψωμί σε λεπτές φέτες τις οποίες άλειψε με βούτυρο και μέλι. Στη συνέχεια έβγαλε ένα κέικ σοκολάτα απ’ το ψυγείο και γέμισε και ένα μπωλ με τα κουλουράκια που φύλαγε για τις γειτόνισσές της, όποτε έρχονταν στο σπίτι για να τους πει το φλυτζάνι. 
Όταν έβρασε το νερό, άδειασε το περιεχόμενό του σε μια τσαγιέρα την οποία ακούμπησε στο κέντρο ενός μεγάλου δίσκου σερβιρίσματος. Γύρω απ’ την τσαγιέρα τοποθέτησε συμμετρικά όλα τα φλυτζάνια και τα πιατάκια που βρήκε εύκαιρα και μετά γέμισε το δίσκο με τις μελωμένες φέτες του ψωμιού, τα κουλουράκια και το κέικ. Όταν ξαναμπήκε στο σαλόνι, με το δίσκο να κλυδωνίζεται στα χέρια της σαν καράβι σε φουρτούνα απ’ το βάρος, οι μικρόσωμοι επισκέπτες αναφώνησαν κατάπληκτοι και εκστασιασμένοι: 
-«Μα είσαστε υπέροχη! Όλα αυτά είναι για μας;» 
Εκείνη τους έγνεψε καταφατικά. Παραλίγο να την πάρουν τα γέλια καθώς τους είδε να τρίβουν τα χέρια και τις κοιλιές τους και να στέκονται μια στο ένα πόδι και μια στο άλλο, αδημονώντας προφανώς να βουτήξουν τα χεράκια τους στον γαστριμαρικό εκείνο θησαυρό.
-«Ε, ναι!» τους απάντησε καθώς ακουμπούσε το δίσκο στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού, «δεν γίνεται να μείνετε νηστικοί όλο το βράδυ! Εξάλλου μου φαίνεστε και κάπως πεινασμένοι!»
Στη συνέχεια άρχισε να τους μοιράζει τα φλυτζάνια, τα κουταλάκια, τα κουλουράκια, τα γλυκά κτλ με τις κινήσεις μιας έμπειρης οικοδέσποινας. 
Οι μικροί επισκέπτες, πλησίασαν σιγά-σιγά το τραπέζι και έκατσαν στις καρέκλες που βρίσκονταν τοποθετημένες γύρω του σιωπηλοί αλλά κοιτάζοντας τα γλυκίσματα σαν λιμασμένοι. Η Σοφία ξαναμπήκε στην κουζίνα για να φέρει μια επιπλέον καρέκλα για τον εαυτο της και όταν ξαναβγήκε, τους βρήκε όλους γύρω απ’ το τραπέζι να την κοιτάζουν χαμογελαστοί και χαρούμενοι. Ήταν ένα πολύ παράξενο θέαμα, βγαλμένο λες απ’ τις σελίδες κάποιου παραμυθιού. Ένιωσε ξαφνικά σαν τη Χιονάτη με τους εφτά νάνους. Μόνο που οι νάνοι είχαν γίνει εννέα και δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στην πραγματικότητα. Ε, και λοιπόν;  
Έκατσε με μια μεγαλόπρεπη έκφραση στο τραπέζι, σαν αριστοκράτισσα πυργοδέσποινα, και τους είπε κάνοντας μια καταδεκτική χειρονομία:
-«Κοπιάστε και καλή σας όρεξη!» 


  -------------


Το τσιμπούσι ξεκίνησε. Ύστερα από λίγο άρχισαν να γελάνε και να μιλάνε όλοι μαζί και το σπίτι που ήταν συνήθως σιωπηλό και γαλήνιο σαν εκκλησία πλημμύρισε από γέλια και φωνές που έκαναν τις βροντές της καταιγίδας να μοιάζουν μακρινές και ασήμαντες. Η Σοφία άρχισε και αυτή να γελά και ν’ αστειεύεται μαζί τους. Ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε, την καρδιά της να σκιρτά χαρούμενη και τα μάτια της να λάμπουν σαν πετράδια. Άνοιξε το ραδιόφωνο και βρήκε ένα σταθμό με χορευτική μουσική. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πετάχτηκαν όρθιοι, όλοι μαζί, και άρχισαν να χορεύουν και να κυνηγιούνται γύρω απ’το τραπέζι, μαζί και ο Άρης που χοροπηδούσε και γαύγιζε ενθουσιασμένος. Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε τόσο χαρούμενη και ανάλαφρη, σαν να της ανήκε ο κόσμος όλος.  
Η καταιγίδα κόπασε σιγά-σιγά αλλά κανείς τους δεν έδωσε σημασία σ’ αυτό το γεγονός. 
-«Αφού θα μείνετε εδώ απόψε,» τους είπε κάποια στιγμή, αφού είχαν καταρρεύσει όλοι μαζί στους καναπέδες και στις πολυθρόνες του σαλονιού κατάκοποι απ’ τα χοροπηδητά και τους χορούς, «βοηθήστε με να κουβαλήσουμε σεντόνια και κουβέρτες απ’ τα υπνοδωμάτια. Μπορείτε να ξαπλώσετε εδώ, δίπλα στη σόμπα, που είναι ζεστά!»
Όπερ και εγένετο. Μέσα σε μισή ώρα, το σαλόνι είχε μεταμορφωθεί σε κοιτώνα. Πάνω στους καναπέδες και στις πολυθρόνες στρώθηκαν σεντόνια μαξιλάρια και κουβέρτες. Τα φώτα έσβησαν και μέσα στο σκοτάδι άρχισαν ν’ ακούγονται απαλά ροχαλητά.
Η Σοφία ξαναμπήκε στην κουζίνα όπου άρχισε να βάζει ένα-ένα τα φλυτζάνια και τα πιατάκια στο πλυντήριο πιάτων.
-«Είσαστε μια γυναίκα με πολύ ευγενική καρδιά!»
Γύρισε το κεφάλι της ξαφνιασμένη και βρέθηκε αντιμέτωπη με κάποιον από τους μικρόσωμους επισκέπτες της. Ήταν αυτός που της είχε ζητήσει να περάσουν τη νύχτα στο σπίτι. Τον είδε να τοποθετεί μια καρέκλα δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας και να κάθεται πάνω της. Για να καθίσει χρειάστηκε βέβαια να σκαρφαλώσει πάνω στην καρέκλα.
-«Γιατί το λες αυτό;» τον ρώτησε καθώς συνέχισε να βάζει τα φλιτζάνια στο πλυντήριο.
-«Κανείς άνθρωπος δεν θα μας έβαζε στο σπίτι του και δεν θα μας φιλοξενούσε με τόση γενναιοδωρία, και μάλιστα μια τέτοια νύχτα.» της εξήγησε εκείνος. 
Η Σοφία τον κοίταξε κατάματα. 
-«Ξέρετε καλά τους ανθρώπους;»  
-«Όχι πολύ, γενικά μας αρέσει να περνάμε απαρατήρητοι!» 
-«Και τι σας έκανε ν’ αλλάξετε γνώμη απόψε;»
-«Η καταιγίδα. Χάσαμε τον προσανατολισμό μας και δεν ξέραμε τι να κάνουμε και που να πάμε!»
-«Πες μου κάτι όμως, τι κάνατε εκεί έξω, μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή;»
-«Ψάχναμε να βρούμε έναν φίλο μας. Τον περιμένουμε να φανεί από προχθές αλλά εκείνος έχει γίνει άφαντος. Μαζευτήκαμε λοιπόν, μια ομάδα από μας, και βγήκαμε έξω να τον βρούμε.»
-«Τον βρήκατε τελικά;»
-«Βρήκαμε ότι είχε απομείνει από αυτόν…»
Ο τόνος της φωνής του μικρόσωμου εκείνου μουσαφίρη ήταν τόσο θλιμμένος που η Σοφία δεν τόλμησε να τον πιέσει περισσότερο. Αποφασισμένη ωστόσο να ξεδιαλύνει το μυστήριο που περιέβαλλε του επισκέπτες της πιάστηκε από αλλού: 
-«Βγήκατε έξω είπες;»
-«Απ’ το σπιτικό μας, από εκεί που ζούμε.»
 -«Και που ζείτε δηλαδή;»
Εκείνος την κοίταξε χωρίς να της απαντήσει και η Σοφία κατάλαβε ότι η ερώτηση που του είχε κάνει τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση. 
-«Νομίζω πως είναι ώρα να πέσουμε όλοι για ύπνο, δεν συμφωνείς και εσύ;» τον ρώτησε με φιλικό ύφος. Εκείνος συμφώνησε μαζί της με έκδηλη ανακούφιση. 
Αφού βεβαιώθηκε πως όλοι κοιμόνταν ήρεμα στο σαλόνι, μαζί και ο Άρης που είχε κουλουριαστεί στη συνηθισμένη του θέση, μπροστά απ’ τη σόμπα, ανέβηκε τη σκάλα που έβγαζε στον πάνω όροφο του σπιτιού και μπήκε στο δωμάτιό της.
Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, ο ύπνος έπεσε πάνω της σαν βαριά κουβέρτα και βυθίστηκε σ’ έναν κόσμο παράξενων ονείρων.

  --------------

Ξύπνησε απότομα. Η καρδιά της γοργοχτυπούσε σαν φυλακισμένο πουλί. Οδηγημένη από κάποιο αρχέγονο ένστικτο ένιωσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τέντωσε τ΄αυτιά της και κοίταξε το ταβάνι, εκεί όπου το φως της λάμπας που φώτιζε το δρόμο έξω απ’ το σπίτι, ζωγράφιζε ένα κίτρινο τετράγωνο. 
Άκουσε κάτι μεγαλόσωμο να πηδάει πάνω απ’ τον χαμηλό φράχτη με τα κάγκελα που περιέβαλλε τον κήπο και να προσγειώνεται απαλά στο χορτάρι. 
Γλύστρησε έξω απ’ το κρεβάτι, φόρεσε τις παντόφλες της, τυλίχτηκε μ’ ένα ζεστό μπουρνούζι και βγήκε απ’ το δωμάτιο κλεφτά, περπατώντας στις μύτες των ποδιών της. 
Με κινήσεις ανάλαφρες και λάθρες, κατέβηκε αθόρυβα τη σκάλα που κατέληγε στο σαλόνι. Οι επισκέπτες της κοιμούνταν ακόμα βαθιά και ροχάλιζαν ξέγνοιαστοι μέσα στο σκοτάδι, ξαπλωμένοι σε πολυθρόνες και καναπέδες. Ο Άρης, κουλουριασμένος ακόμα μπροστά απ’ τη σόμπα, πάνω στο χαλάκι του, έμοιαζε επίσης να έχει παραδοθεί στις αγκάλες του Μορφέα. Της φάνηκαν όλοι τους πολύ ευάλωτοι εκείνη τη στιγμή, εύθραυστοι σαν νήπια έτσι όπως ξάπλωναν ο ένας δίπλα στον άλλο, τυλιγμένοι με τις κουβέρτες τους και με τα κεφαλάκια τους να εξέχουν έξω απ’ τα στρωσίδια. 
Κάρφωσε το βλέμμα της στη μπαλκονόπορτα. Πάνω στις λευκές κουρτίνες της που έκρυβαν τον έξω κόσμο, διαγράφονταν τα κλαδιά της αμυγδαλιάς που φύτρωνε στον κήπο, γυμνά τώρα εξαιτίας του χειμώνα, λεπτά και μαύρα σαν κοφτες πινελιές από σινική μελάνη. 
Έφερε τα χέρια της στο στόμα της για να μην φωνάξει:
Υπήρχε και κάτι άλλο εκεί έξω, μια κινούμενη σκιά. Στην αρχή έμοιαζε με μεγαλόσωμο σκύλο αλλά μετά ορθώθηκε στα πίσω πόδια της και το σχήμα της άλλαξε, μετατράπηκε σ’ έναν συνδυασμό γορίλα, σκύλου και ανθρώπου. 
Είδε την απόκοσμη εκείνη σιλουέτα να πλησιάζει το τζάμι και το περίγραμμά της να γίνεται πιο συγκεκριμένο και συμπαγές. Ένα μακρύ χέρι απλώθηκε και ψαχούλεψε το πλαίσιο της μπαλκονόπορτας, λες και γύρευε κάποιο τρόπο να την ανοίξει.
Μέσα απ΄το βαθύ και αφύσικο ύπνο που τον είχε κυριεύσει, ο Άρης κλαψούρισε τρομαγμένος.  
Απόλυτη σιωπή γέμιζε το σπίτι. Η βροχή είχε σταματήσει. Η Σοφία, βρίσκοντας ένα θάρρος που δεν φαντάζονταν ποτέ ότι ήταν δυνατόν να διαθέτει, πλησίασε βήμα-βήμα τη μπαλκονόπορτα και τη συρταριέρα που βρίσκονταν δίπλα της, άνοιξε αργά-αργά το συρτάρι όπου φύλαγε τα καλά της μαχαιροπήρουνα και έβγαλε ένα μακρύ μαχαίρι που χρησιμοποιούσε για να κόβει κάθε χρόνο τη Χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα.
Στη συνέχεια, σφίγγοντας το μαχαίρι στο δεξί της χέρι, στάθηκε μπροστά απ’ το τζάμι της μπαλκονόπορτας και έσφιξε τα δόντια της, αποφασισμένη ν’ αντιμετωπίσει μαχητικά την επικείμενη εισβολή του εξωπραγματικού εκείνου πλάσματος. 
Μια βαριά αναπνοή ακούστηκε έξω απ’ το γυαλί. Ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο της να σηκώνονται όρθιες η μια μετά την άλλη. Το μακρύ και δύσμορφο χέρι του όντος βρήκε το χερούλι της μπαλκονόπορτας και άρχισε να το στρίβει. Εκείνη καταράστηκε τον εαυτό της που ξέχασε να το κλειδώσει νωρίτερα. Ένα ανεπαίσθητο τριξιμο ακούστηκε μέσα στη σιωπή και οι λευκές κουρτίνες αναδεύτηκαν. Κάτι χώθηκε μέσα στο άνοιγμα που δημιουργήθηκε ενώ μια μακρυά μουσούδα ξεπρόβαλλε ανάμεσα απ’ τις κουρτίνες και μύρισε τον αέρα. Στη συνέχεια, το πλάσμα που προσπαθούσε να εισβάλει στο σπίτι έχωσε όλο το χέρι του μέσα και ετοιμάστηκε ν’ ανοίξει τη μπαλκονόπορτα διάπλατα. 
Η Σοφία έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός και χωρίς να βγάλει άχνα, έμπηξε το μαχαίρι στο μπράτσο του εισβολέα, μέχρι τη λαβή.


----------------


Ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό έσκισε τον αέρα. Το τέρας τράβηξε το χέρι του αστραπιαία πέρνωντας μαζί του και το μαχαίρι. Το σκοτεινό ξόρκι που κρατούσε τους νάνους και τον Άρη κοιμισμένους διαλύθηκε και εκείνοι πετάχτηκαν όρθιοι φωνάζοντας δυνατά και πετώντας τις κουβέρτες τους εδώ και εκεί. Η Σοφία έκλεισε και κλείδωσε την μπαλκονόπορτα όσο πιο γρήγορα μπορούσε, απομακρύνθηκε μ’ ένα σάλτο από μπροστά της και χύμηξε στο διακόπτη του ηλεκτρικού για ν’ ανάψει το φως. Το ρεύμα όμως ήταν κομμένο.
-«Τι συμβαίνει Δεσποσύνη;» τη ρώτησε αλαφιασμένος ένας απ’ τους νάνους.
-«Υπάρχει κάτι εκεί έξω, κάτι σαν τέρας!» ψέλλισε εκείνη λαχανιάζοντας. Ένα κύμα παγωμένου ιδρώτα ανάβλυσε σ’ ολόκληρο το κορμί της. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν πλέον και η καρδιά της χτυπούσε παράξενα. Κάθισε σε μια καρέκλα για να μην καταρρεύσει στο πάτωμα. «Νομίζω ότι το τραυμάτισα,» δήλωσε.
Απ’ τον κήπο έρχονταν ένας καταιγισμός φριχτών ήχων, ένας απαίσιος σαματάς.
Λες και κάτι πάλευε με τον εαυτό του. 
Η Σοφία άκουσε τις τριανταφυλλιές της να τσακίζονται και κάτι απαίσιο να τρίβεται πανω στον κορμό της αμυγδαλιάς.
-«Εσάς ψάχνει αυτό το πράγμα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε οδηγημένη από μια ξαφνική έκλαμψη διορατικότητας.
Η τρομερή σκιά διαγράφτηκε για δεύτερη φορά πίσω απ’ τις κουρτίνες και τότε, μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο γυαλιών που σπάζουν, μια πελώρια σιλουέτα, ένα πλάσμα που δεν ήταν ούτε ζώο αλλά ούτε και άνθρωπος, κομμάτιασε τη μπαλκονόπορτα, έσκισε τις κουρτίνες και χύμηξε μέσα στο σαλόνι. 


---------------


Μάτια που έλαμπαν κόκκινα σαν πυρακτωμένες πρόκες, καρφώθηκαν επάνω της εκδικητικά. 
Εκείνη τη στιγμή ένιωσε απόλυτα σίγουρη για το τι έπρεπε να κάνει. Πετάχτηκε όρθια και έτρεξε προς την εξώπορτα του σπιτιού.  
Το κλειδί της πόρτας βρίσκονταν ακόμα χωμένο στην κλειδαρότρυπα. Το είχε ξεχάσει εκεί πέρα όταν είχε ανοίξει και είχε αφήσει τους νάνους να μπουν στο σπίτι, υπερβολικά έκπληκτη απ’ την όλη εμπειρία για να θυμηθεί να ξανακλειδώσει και να βάλει το κλειδί στη θέση του. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει ξυπόλητη μέσα στο σκοτάδι, πρώτα στον κήπο, μετά στο δρόμο και ύστερα στους πρόποδες του λόφου που υψώνονταν απέναντι απ΄το σπίτι.  
«Έλα σε μένα, έλα σε μένα.,» μουρμούρισε πνιχτά καθώς προσπαθούσε ν’ ανέβει την λασπωμένη πλαγιά του στα τυφλά, «εμένα θέλεις, άσε τους άλλους ήσυχους!»
Το στήθος της άρχισε να πονάει και η αναπνοή της να σώνεται. Οι γυμνές πατούσες των ποδιών της κόβονταν απ’ τις αιχμηρές πέτρες που κάλυπταν το έδαφος, τα δάχτυλά της χτυπούσαν σε αγκωνάρια και αγκαθωτοί θάμνοι έσκιζαν τους αστράγαλους και τις γάμπες της. Εκείνη όμως συνέχισε να σκαρφαλώνει το λόφο επιστρατεύοντας όλες της τις δυνάμεις . 
Άκουσε κάτι να τρέχει ξοπίσω της, κάτι ταχύτατο και τρομερό που σκαρφάλωνε τον λόφο με απίστευτη ευκολία. Ούτε καν τόλμησε να γυρίσει το κεφάλι της και να κοιτάξει. Διπλασίασε τις προσπάθειες της σπρωγμένη από ένα πρωτόγονο κύμα τρόμου, απ’ το ένστικτο του θηράματος που νιώθει τον διώκτη του να πλησιάζει αμείλικτος.
Κάτι τη χτύπησε στην πλάτη με συντριπτική ορμή και εκείνη σωριάστηκε καταγής πάνω στην πέτρινη πλαγιά. 
Χέρια σκληρά σαν σίδερο την γύρισαν ανάσκελα. Τα μπράτσα της ακινητοποιήθηκαν, λες και σφίγγονταν στη λαβή μιας μέγγενης.
Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το τέρας που πυργωνονταν από πανω της κατάματα:
Ο ουρανός είχε καθαρίσει επιτέλους και η παγωμένη λάμψη των άστρων γέμιζε τη νύχτα. Μέσα στο χλωμό εκείνο φως αντίκρυσε ένα φριχτό πρόσωπο, κάτι που δεν μπορούσε να είναι γέννημα αυτού του κόσμου αλλά που είχε δραπετεύσει από αλλού, από ένα σκοτεινό σύμπαν όπου τέρατα και δαίμονες ζούσαν ακόμα. 
Πελώρια σαγόνια άνοιξαν διάπλατα και μια καυτή και δύσοσμη ανάσα καψάλισε το πρόσωπό της. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα κοφτερά δόντια που άστραψαν σαν λεπίδες στο σκοτάδι καθώς μια παχύρρευστη σταγόνα αηδιαστικού σάλιου έπεφτε πάνω στο δεξί της μάγουλο. 
Το βλέμμα του πλάσματος διασταυρώθηκε με το δικό της και στα κόκκινα μάτια του άστραψε μια λάμψη σαδιστικής ικανοποίησης. 
Εκείνη τη στιγμή, ένα θυμωμένο γαύγισμα ακούστηκε πίσω της και ο Άρης έπεσε πάνω στο τέρας σαν χιονοστιβάδα. Τα δόντια του βυθίστηκαν στο λαιμό του και τα νύχια των ποδιών του όργωσαν την πλάτη του σαν αλέτρια. 
Το τέρας σηκώθηκε όρθιο, στα πίσω πόδια του. Άρπαξε τον Άρη απ’ το σβέρκο και τον τίναξε μακρυά σαν να ήταν παιδικό παιχνίδι. 
Άκουσε τον σκύλο της να βγάζει ένα πονεμένο αλύχτισμα καθώς συγκρούονταν με το έδαφος. 
Ο ήχος αυτός τη χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Το χέρι της σφίχτηκε γύρω από ένα μακρόστενο αντικείμενο. Ήταν ένα στουρνάρι, μια μακρυά και μυτερή πέτρα. Ο λόφος ήταν γεμάτες από δαύτες. Το έσφιξε δυνατά, τόσο πολύ που ένιωσε τα δάχτυλά της να κόβονται στις αιχμηρές γωνίες του και καθώς το θηρίο έπεφτε πάνω της για να την αποτελειώσει, το κάρφωσε με όλη της τη δύναμη στο δεξι του μάτι. Μια άγρια χαρά άστραψε μέσα της καθώς ένιωσε το αυτοσχέδιο εκείνο όπλο να χώνεται βαθιά στο μάτι του κτήνους.
Το θηρίο ούρλιαξε για δεύτερη φορά και άρχισε να χτυπιέται. Η Σοφία ένιωσε να πνίγεται απ’ το βάρος του.  
Ύστερα συσπάστηκε ολόκληρο και σωριάστηκε δίπλα της άτονο, σαν μια πελώρια μάζα από σάρκα τρίχες και κοκαλα.
Άνοιξε τα μάτια της και αντίκρυσε το πρόσωπο του σκύλου της να της χαμογελά. Η γλώσσα του ήταν ματωμένη. Της έγλειψε το πρόσωπο που ήταν μουσκεμένο από ιδρώτα και δάκρυα.
Το τέρας είχε πεθάνει.  
Εκείνη όμως ήταν ζωντανή.


---------------

  


Μια ώρα αργότερα οι νάνοι ήταν ακόμα μαζεμένοι γύρω της. Της έπλυναν το πρόσωπο, της χάιδεψαν τα μαλλιά, της έδωσαν να πιεί νερό και γενικά έκαναν ότι μπορούσαν για να τη βοηθήσουν να συνέλθει, κάτι που δεν ήταν και τόσο εύκολο γιατί το σώμα της πονούσε σε χίλια διαφορετικά σημεία.
Αφέθηκε εντούτοις στις φροντίδες τους παθητικά, νιώθωντας το μυαλό της άδειο και τις δυνάμεις της στραγγισμένες.
Το πρώτο γκρίζο φως της αυγής μπήκε κλεφτά στο σπίτι μέσα απ’ την κομματιασμένη μπαλκονόπορτα. 
Την είχαν ξαπλώσει στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ό Άρης κάθονταν στα πόδια της και οι νάνοι ήταν μαζεμένοι γύρω της και την κοιτούσαν με ανήσυχο βλέμμα. Φαίνονταν όλοι τους σώοι και αβλαβεις. Το σαλόνι από την άλλη έμοιαζε να έχει λεηλατηθεί. Όπου και να κοιτούσε, έβλεπε διαλυμένα έπιπλα, σκισμένες κουρτίνες και κουρελιασμένες κουβέρτες. Αν της έλεγε κάποιος πως μέσα απ’ το σπίτι είχε περάσει ένας τυφώνας, θα τον πίστευε.  
-«Μα τι συνέβη εδώ μέσα;» ρώτησε τελικά τους μικρόσωμους φίλους της που ήταν μαζεμένοι γύρω απ’ τον καναπέ.
-«Τον σκότωσες, τον μαχαίρωσες με ασημένιο μαχαίρι! Είναι νεκρός!» την πληροφόρησε κάποιος απ’ αυτούς, ανεμίζοντας τα χέρια του με χαρά.  
Η Σοφία τον κοίταξε διστακτικά, δίχως να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του: 
-«Νομίζω ότι μου χρωστάτε όλοι σας μια εξήγηση για όλα αυτά που συνέβησαν απόψε!» δήλωσε.
-«Εξήγηση; Τι εξήγηση;» τη ρώτησαν εκείνοι με απορημένο ύφος. 
-«Αυτό το τέρας έψαχνε να βρει εσάς έτσι δεν είναι; Και καταρχήν, ποιοί είστε πραγματικά και από που έρχεστε;»
Μια μικρή σιωπή διαδέχτηκε την ερώτηση της. Τελικά όμως, ένα μέλος της ομάδας, ένας καστανομάλλης ανθρωπάκος που φορούσε έναν σκουροπράσινο σκούφο που έμοιαζε με τεράστιο μπιζέλι, ανέλαβε να της απαντήσει:
-«Ήρθαμε απ’ το λόφο. Εκεί πέρα βρίσκεται η χώρα μας.»
-«Ποιόν λόφο, αυτόν εκεί;» Ανασηκώθηκε και κοίταξε το λόφο που υψώνονταν πέρα απ’ την ορθάνοιχτη εξώπορτα του σπιτιού.  
-«Ναι, από ‘κεί.»
-«Μα δεν υπάρχει τίποτα εκεί πάνω.» δήλωσε η Σοφία.
-«Υπάρχει μέσα όμως. Η μάλλον από κάτω!».
-«Τι υπάρχει από κάτω;»
-«Ένα υπόγειο βασίλειο,» της εξήγησε εκείνος. «Μέσα στη γη υπάρχουν τεράστιες υπόγειες κοιλότητες που επικοινωνούν μεταξύ τους. Εκεί ζει ο λαός μας.» 
-«Και γιατί ήρθατε στο σπίτι μου;» 
-«Όπως σας είπαμε και χθες που μας ξαναρωτήσατε, ψάχναμε να βρούμε ένα σύντροφό μας ο οποίος χάθηκε. Είχε ανέβει στον πάνω κόσμο γιατί του άρεσε να παρατηρεί τους ανθρώπους. Πρέπει να τον έφαγε ο σκυλάνθρωπος.»
-«Σκυλάνθρωπο το λέτε αυτό το τέρας;»
-«Ναι, το’ σκασε και αυτός απ’ τον μέσα-κόσμο, από ένα άλλο σπήλαιο, μακρυά μας. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια τον φυλάκισαν εκεί πέρα οι πρόγονοί μας και γιαυτό ζητούσε εκδίκηση!»
-«Κατάλαβα...» μουρμούρισε εκείνη. Άκουγε όλες τις απίστευτες αυτές εξηγήσεις με μια εξωπραγματική αδιαφορία, όμως μετά την τρομερή της περιπέτεια στο λόφο τίποτα δεν της φαίνονταν παράξενο πια.  
-«Φαντάζομαι πως τώρα θα πρέπει να επιστρέψετε στην πατρίδα σας έτσι;». ρώτησε τον πρασινοσκούφη συνομιλητή της. 
-«Ναι. Στο σπίτι μας, στη χώρα όπου μεγαλώσαμε.» της απάντησε εκείνος.
-«Μα δεν είναι σκοτεινά και υγρά εκεί μέσα; Σας αρέσει να περνάτε τη ζωή σας σε μια σπηλιά;»
-«Δεν είναι σαν τις σπηλιές που ξέρεις εσύ! Στην πατρίδα μας φυτρώνουν δέντρα γρασίδι και λουλούδια που όμοιά τους δεν έχεις ξαναδεί! Τα φύλλα τους φεγγοβολούν σαν αστέρια! Οι ουρανοί μας μπορεί να είναι πέτρινοι αλλά φωτίζονται από μικρούς ήλιους που σκορπίζουν παντού φως και ζεστασιά. Έχουμε και εμείς σπίτια, πύργους και παλάτια! Έχουμε και πελώριους κήπους με λίμνες καταρράκτες και ποτάμια όπου ο αέρας μοσχομυρίζει ενώ παντού πετούν πολύχρωμες πεταλούδες και μελωδικά πουλιά!» την πληροφόρησε μ΄ενθουσιαμό ένα τρίτο μέλος της παρέας, ένας νάνος που ο σκούφος του είχε το κόκκινο χρώμα της φωτιάς.
-«Αυτό ακούγεται υπέροχο, σαν παραμύθι» μουρμουρισε η Σοφία συγκινημένη από την ολοζώντανη εκείνη περιγραφή.
-«Θα ήθελες να έρθεις να ζήσεις και εσύ εκεί κάτω, μαζί μας;» τη ρώτησε ο κοκκινοσκούφης νάνος. 
Η Σοφία τον κοίταξε χωρίς να του απαντήσει. 
-«Έτσι απλά;» τον ρώτησε τελικά.
-«Έτσι!» της απάντησε εκείνος, «Εξάλλου χρειαζόμαστε μια καινούργια βασίλισσα. Σύμφωνα με τα έθιμα των προγόνων μας, πρέπει να έχουμε μια βασίλισσα από τον πάνω κόσμο για να μας κυβερνάει. Η προηγούμενη πέθανε πριν από πολλά-πολλά χρόνια από βαθιά γεράματα και από τότε, αν και ψάχνουμε μέρα και νύχτα να βρούμε κάποια που να επιθυμεί ν’ αναλάβει αυτό το καθήκον, δεν έχουμε εντοπίσει καμία που να έχει τα κατάλληλα προσόντα. Εσύ όμως, μας φιλοξένησες με γενναιοδωρία και διακινδύνευσες απόψε τη ζωή σου για να μας προστατεύσεις. Νομίζω λοιπόν πως είσαι η πιο κατάλληλη υποψήφια!»  
Αγνοώντας τα ροδαλά χεράκια που απλώθηκαν προς το μέρος της για να τη βοηθήσουν, σηκώθηκε όρθια και περπάτησε κουτσαίνοντας μέχρι το μπάνιο. Όταν έκλεισε πίσω της την πόρτα, κοίταξε καλά-καλά τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη που κρέμονταν πάνω απ΄το νιπτήρα. 
Αντίκρυσε μια μεσόκοπη γυναίκα με μακρυά ασημένια μαλλιά και φωτεινά γκρίζα μάτια. Μια γυναίκα που ζούσε μόνη στον κόσμο, χωρίς συγγενείς και χωρίς στενούς φίλους, με μόνη της συντροφιά τον πιστό της σκύλο.  
-«Θα έρθει και ο Άρης μαζί μας; Δεν πάω πουθενά χωρίς αυτόν!» δήλωσε.
-«Φυσικά!» της απάντησαν εν χορώ οι νάνοι.

Λίγο αργότερα, καθώς ο χρυσαφένιος δίσκος του ήλιου ξεμύτιζε πίσω απ΄τον ορίζοντα και ένα ρόδινο και γαλάζιο φως απλώνονταν στον πεντακάθαρο ουρανό, η Σοφία, φορτωμένη μ΄ένα σακίδιο, με τον Άρη να περπατάει περήφανα στο πλευρό της και τους καινούργιους της φίλους να φλυαρούν γύρω της χαρούμενα, βγήκε απ’ το διαλυμένο σπίτι και άρχισε να σκαρφαλώνει στην πλαγιά του λόφου. 


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2007