Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

H AΦΙΞΗ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΔΗ



1


Ο ήλιος κόντευε να δύσει όταν προσγειωθήκαμε στις παρυφές του δάσους του βασιλιά των ξωτικών. Ξεπεζέψαμε με ανακούφιση απ’ τις φολιδωτές ράχες των φλογερών μας δράκων και τους αφήσαμε να ξαποστάσουν σ’ ένα λουλουδιασμένο λειβάδι που απλωνόταν τυλιγμένο με το μεθυστικό άρωμα του χαμομηλιού και του μελισσόχορτου. Οι δράκοι ξάπλωσαν καταγής και μάζεψαν τα δερμάτινα φτερά τους, η καυτή τους ανάσα καψάλισε τις κατακόκκινες παπαρούνες και τις άσπρες μαργαρίτες που γέμιζαν το λειβάδι ενώ ο αέρας τρεμούλιασε πυρακτωμένος γύρω απ’ τα κεράτινα ρουθούνια τους που σφύριζαν σαν τεράστια φυσερά.

Είμασταν τρία αδέλφια, οι ξακουστοί σε όλους δρακοκαβαλάρηδες. Τα ονόματά μας ήταν Αετομάτης, Ταχύβολος και Ανεμοκύρης. Είχαμε έρθει μέχρι εκεί για να μάθουμε τι είχε συμβεί στον Γοργοπόδη, τον τέταρτο αδελφό μας που είχε εξαφανιστεί πριν από ένα χρόνο ακριβώς.

Λίγο πιο πέρα, εκεί όπου τελείωνε το λειβάδι, ξεκινούσε το παράξενο δάσος του βασιλιά των ξωτικών. Έμοιαζε μ’ένα αδιαπέραστο φράγμα από κάθετους κορμούς και πυκνές φυλλωσιές που μπλέκονταν μεταξύ τους σαν το υφάδι κάποιας τεράστιας αράχνης.

Εκείνη τη στιγμή ο ήλιος βυθίστηκε πίσω απ’ τα αγέρωχα βουνά της Δύσης και οι κορφές των θεόρατων δέντρων του δάσους βάφτηκαν κατακόκκινες. Ο γαλάζιος ουρανός παραδόθηκε στις φλόγες μιας ουράνιας πυρκαγιάς και οι μέλισσες που γέμιζαν τον χρυσαφένιο αέρα με το βουητό των διάφανων φτερών τους, έπαψαν να πετούν. Τα τριζόνια σταμάτησαν να τραγουδούν, τα πουλιά του δάσους σιώπησαν και μια παράξενη σιγή απλώθηκε πάνω απ’ το λειβάδι. Οι σκιές του δειλινού μάκρυναν ενώ ένα αργοκίνητο σμάρι από μπαμπακένια σύννεφα που στροβιλίζονταν πάνω απ’ τα μακρινά βουνά, έλαμψαν ρόδινα, παγιδεύοντας το τελευταίο φως της ημέρας στις αέρινες τουλίπες τους.

Και τότε εμφανίστηκαν, δειλά-δειλά στην αρχή, τα πρώτα αστέρια, όμοια με μικρά διαμαντάκια που σπινθηροβολούσαν ζωηρά, βυθισμένα στον σκουρογάλανο ωκεανό της νύχτας που πλησίαζε.

-«Καλύτερα να προχωρήσουμε,» μας παρότρυνε ο Ταχύβολος. Η φωνή του που ακούστηκε κοφτή και αποφασιστική, ράγισε τη σιωπή και ξεθώριασε τη μαγεία του καλοκαιριάτικου σούρουπου που προσπαθούσε να μας ξελογιάσει.

Σκύψαμε τα κεφάλια μας ντροπιασμένοι. Κάθε στιγμή που περνούσε ήταν πολύτιμη και εμείς καθόμασταν και θαυμάζαμε την ομορφιά του δειλινού!

Πλησιάσαμε το πράσινο τείχος των δέντρων και των φυλλωσιών του δάσους και ύστερα από λίγο ψάξιμο ανακαλύψαμε ένα χορταριασμένο μονοπάτι που εισχωρούσε στο εσωτερικό του και κατέληγε, κατά πάσα πιθανότητα, μπροστά στις πύλες του παλατιού του βασιλιά.

Μου φάνηκε πως οι κορφές των δέντρων έγειραν από πάνω μας και άρχισαν να μας παρατηρούν με καχυποψία καθώς βυθιζόμασταν στο μισοσκόταδο που κρυβόταν κάτω απ’ τις φυλλωσιές και τα κλαδιά τους. Η σιωπή που λίμναζε γύρω μας βαθιά και αδιατάραχτη, αινιγματική και γεμάτη με αρχαία μυστικά, μου έφερε στο νου το ακίνητο νερό κάποιου ξεχασμένου πηγαδιού. Το φως της μέρας που έφευγε, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μπερδεμένο μωσαικό από τεθλασμένες γραμμές και αιχμηρές γωνίες. Λαμπύρισε φευγαλέα ανάμεσα από οριζόντια κλαδιά και κάθετους κορμούς και στη συνέχεια εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά.

Και τότε σταθήκαμε ακίνητοι, και οι τρεις. Τα χέρια μας σφίχτηκαν σε γροθιές καθώς ένας παράξενος ήχος θρυμμάτισε ξαφνικά την αλλόκοτη σιγή που μας τύλιγε σαν σάβανο.

Ήταν ένα γοργό φτερούγισμα, κάτι σαν το βουητό που κάνουν τα φτερά ενός πελώριου εντόμου. Ένιωσα την καρδιά μου να γοργοχτυπάει και τις τρίχες στο σβέρκο και στα χέρια μου να σηκώνονται όρθιες, η μια μετά την άλλη. Κάτι συνέβαινε. Κάτι πλησίαζε προς το μέρος μας.


2


Είχα κάθε λόγο να νιώθω ανασφαλής. Βρισκόμασταν μέσα στο μυστηριώδες και παράξενο δάσος του βασιλιά των ξωτικών όπου μπορούσαν να μπουν μόνο όσοι απολάμβαναν την εύνοιά του. Μας είχε καλέσει ο ίδιος βέβαια, αλλά αυτό ήταν ένα γεγονός που ελάχιστα με καθησύχαζε. Στο κάτω-κάτω ο Γοργοπόδης, ο τέταρτος αδελφός μας, το ίδιο δεν είχε κάνει; Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, μια νύχτα σαν κι αυτή, είχε ανταποκριθεί στο κάλεσμα του ξωτικοβασιλιά, είχε μπει στο δάσος και από τότε τα ίχνη του είχαν χαθεί οριστικά. Όλες οι προσπάθειες μας να τον εντοπίσουμε είχαν καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία. Μάταια πετούσαμε μέρες και νύχτες, καβάλα στους ακούραστους δράκους μας, μάταια φωνάζαμε τ’ όνομά του πάνω από σκοτεινά φαράγγια, δασωμένα διάσελα και εύφορες κοιλάδες, μάταια ψάχναμε τις έρημες ακτές και τις ασημένιες λίμνες που καθρέφτιζαν τα πρόσωπα των απότομων γκρεμών και των στρογγυλεμένων λόφων της μαγικής πατρίδας μας!

Ο Γοργοπόδης είχε γίνει άφαντος.

Ένα βράδυ όμως που έβρεχε δαιμονισμένα και ο άνεμος σφύριζε γύρω απ’ τις επάλξεις και τους πύργους του πατρογονικού μας κάστρου, δεχτήκαμε μιαν αναπάντεχη επίσκεψη. Καταμεσής της κεντρικής σάλας του, εκεί όπου είχαμε μαζευτεί με τα παιδιά και τις γυναίκες μας και κοιτούσαμε μελαγχολικοί τις φλόγες που καταβρόχθιζαν τα κούτσουρα στο τζάκι, ύστερα από μια ακόμα άκαρπη ημέρα εξερεύνησης κατά τη διάρκεια της οποίας είχαμε βραχνιάσει καλώντας τον Γοργοπόδη, εμφανίστηκε ένα λαμπερό ξωτικό. Ήταν ένα πλάσμα με φωτεινό πρόσωπο, μακρυά μαλλιά στο χρώμα του σταριού και αυτιά που ήταν λεπτά και μακρόστενα σαν τα φύλλα μιας νεαρής λεύκας.

Ο απρόσκλητος επισκέπτης μας πληροφόρησε ότι ο κύριός του, ο άρχοντας του δάσους, επιθυμούσε να μας υποδεχτεί στο παλάτι του κατά τη διάρκεια της ιερής νύχτας του Μεσοκαλόκαιρου, με σκοπό να μας αποκαλύψει την αλήθεια πίσω απ’ την εξαφάνιση του Γοργοπόδη.

Αρχικά κοιτάξαμε το ξωτικό κατάπληκτοι και σιωπηλοί, καθώς μας ήταν αδύνατον να καταλάβουμε πως είχε καταφέρει να μπει στη σάλα απαρατήρητο, τη στιγμή που ο αέρας λυσσομανούσε έξω απ’ τα σφραγισμένα παράθυρα και τις πόρτες του κάστρου και οι φλόγες των πυρσών που κρέμονταν απ’ τους πετρόχτιστους τοίχους του φώτιζαν την κάθε του γωνιά και κόγχη.

Ύστερα, όταν καταφέραμε να ξεπεράσουμε το αρχικό μας δέος, του ζητήσαμε να πει στον βασιλιά του ότι θ’ ανταποκρινόμασταν θετικά στο κάλεσμά του. Ο αγγελιοφόρος εξαφανίστηκε και μας άφησε μόνους μέσα στην τεράστια σάλα ν’ αλληλοκοιταζόμαστε αποσβολωμένοι.

Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ απαντήσουμε αρνητικά στην πρόσκληση του ξωτικοβασιλιά. Όσο παράξενοι και μυστηριώδεις κι αν ήταν οι τρόπο του, με τον Γοργοπόδη μας ένωναν ιεροί δεσμοί και ακατάλυτοι όρκοι αδελφικής αλληλεγγύης.

Τώρα όμως, καθώς η νύχτα κάλυπτε το δάσος με τον εβένινο μανδύα της και η στενή λουρίδα τ’ ουρανού που απλωνόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας κατακλυζόταν απ’ τη σπινθηροβόλα αστερόσκονη του γαλαξία, εμείς στεκόμασταν ακίνητοι σαν αγάλματα, με τα νεύρα μας τεντωμένα, έτοιμοι να δεχτούμε κάποια σφοδρή επίθεση.

Είδα ένα αμυδρό φωτάκι να πετάει ανάμεσα απ’ τους κορμούς των δέντρων. Έσυρα το σπαθί μου απ΄το θηκάρι του, το ίδιο και τ’ αδέλφια μου, και πήρα θέση μάχης. Οι λεπίδες των σπαθιών και οι πανοπλίες μας από πυρίμαχες δρακοφολίδες γυάλισαν αχνά στο σκοτάδι.

Το παράξενο βουητό ακούστηκε όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο ευδιάκριτο, μέχρι τη στιγμή που το μικρό φως μεταμορφώθηκε σ’ ένα λαμπερό σύννεφο, σε μια χρυσωπή άλω που περιέβαλλε τη φτερωτή σιλουέτα ενός μικρόσωμου αερικού.

Το παράξενο εκείνο πλάσμα προσγειώθηκε μπροστά μας και μας κοίταξε μ’ ένα ζευγάρι κατάμαυρων ματιών που ήταν στρογγυλά και αστραφτερά σαν γυαλισμένα βότσαλα. Τα εντομοειδή φτερά του με τα ιριδίζοντα σχέδια έπαψαν να πάλλονται και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά τι ήταν αυτό που μ’ έκανε τόσο νευρικό και τεντωμένο απ’ τη στιγμή που είχαμε πρωτοπατήσει το πόδι μας στο δάσος:

Ήταν η απόλυτη σιωπή. Κανονικά, ο νυχτερινός αέρας θα έπρεπε να πάλλεται απ’ τα τρεχαλητά μικρών ζώων που κυνηγούσαν την τροφή τους, απ’ το θρόισμα των φυλλωσιών που κρεμόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, απ’ το μονότονο τραγούδι των γρύλων και το θλιβερό σκούξιμο που έκαναν τα νυχτοπούλια καθώς καλούσαν το ταίρι τους. Εδώ όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό. Θα’λεγε κανείς πως το δάσος παρακολουθούσε την κάθε μας κίνηση με κομμένη την ανάσα.

Το αερικό έσιαξε τα ρούχα του, έβηξε διακριτικά, πήρε μια επίσημη πόζα και μας είπε τα εξής:

-«Αξιότιμοι καλεσμένοι, ο βασιλιάς μου σας ευχαριστεί που αποφασίσατε να τον τιμήσετε με την παρουσία σας την ιερή ετούτη νύχτα. Σας καλοσωρίζει στο βασίλειό του και εγγυάται την ασφάλειά σας. Σας παρακαλεί επίσης να μου επιτρέψετε να σας οδηγήσω στο υπέρλαμπρο παλάτι του όπου σας περιμένει με ανυπομονησία!»

Η φωνή του ακούστηκε λεπτή και καθάρια μέσα στη νύχτα σαν το κουδούνισμα μιας αρμαθιάς από ασημένιες καμπανούλες που χορεύουν με τον άνεμο.

Εμείς βάλαμε απρόθυμα τα σπαθιά μας πίσω στα θηκάρια τους και υποκλιθήκαμε αμίλητοι στο αερικό. Εκείνο ξαναχτύπησε τα φτερά του και αιωρήθηκε δυο σπιθαμές πάνω απ’ το χορταριασμένο μονοπάτι. Στη συνέχεια άρχισε να πετάει μπροστά μας σαν τεράστια νυχτοπεταλούδα, τυλιγμένο στη χρυσαφένια άλω που είχε προηγηθεί της εμφάνισής του.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε το φεγγάρι. Αναδύθηκε αθόρυβο και πελώριο πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων και έλαμψε ολοστρόγγυλο, όμοιο με χάλκινο ταψί, κίτρινο και φωτεινό, στο χρώμα του μελιού. Το φως του έπεσε πάνω στο δάσος σαν μια βροχή από υγρό κεχριμπάρι ενώ οι ακτίνες του ύφαναν διάφανες κουρτίνες από ασημένιες κλωστές που κρεμάστηκαν γύρω μας σαν φωτεινά παραπετάσματα.

Τα δέντρα θρόισαν όλα μαζί, σαν να έπαιρναν μια βαθιά ανάσα. Μυριάδες νυχτολούλουδα γέμισαν τη νύχτα με το λεπτό τους άρωμα. Αμέσως μετά, μεγάλες κουκουβάγιες που είχαν φτέρωμα στιλπνό και απαλό σαν καλογυαλισμένο αλάβαστρο, άνοιξαν τα λαμπερά τους μάτια και άρχισαν να πετούν γύρω μας, σαν αθόρυβα φαντάσματα.


3


Η πορεία μας μέσα στο δάσος συνεχίστηκε χωρίς επιπρόσθετες εκπλήξεις. Καθώς ακολουθούσαμε το φωτεινό αερικό, τα δέντρα έγιναν ακόμα πιο μεγάλα, οι κορμοί τους περισσότερο ογκώδεις, το φύλλωμά τους πιο πυκνό και το σκοτάδι που μας κύκλωνε βαθύτερο. Μια αίσθηση ανείπωτης αρχαιότητας απλώθηκε γύρω μας και γέμισε τον αέρα σαν μυστικό θυμίαμα. Ένιωσα πως τα τεράστια εκείνα δέντρα ήταν παμπάλαια, πως είχαν φυτρώσει σ’ εποχές χαμένες για πάντα στις ομίχλες της προιστορίας. Μου φάνηκε πως ο ίδιος ο χρόνος αργούσε να κυλήσει, πως γινόταν όλο και πιο πηχτός, πως ξετυλιγόταν νωθρός και αργοκίνητος, λες και το άρωμα των νυχτολούλουδων έπλεκε κάποιο παράξενο ξόρκι μέσα στον ακίνητο αέρα, μια μυστική γητεία που μας βύθιζε σε μια άχρονη αιωνιότητα.

Και τότε ένα απροσδόκητο εμπόδιο έβαλε τέλος στους βαθυστόχαστους ρεμβασμούς μου:

Ένα πανύψηλο φράγμα από σφιχτοπλεγμένα βάτα.

Το χορταριασμένο μονοπάτι σταματούσε μπροστά του ενώ στα δεξιά και στ΄αριστερά μας υψώνονταν δύο πελώρια κυπαρίσσια που έμοιαζαν με σκοτεινούς οβελίσκους. Οι χιλιοπλόκαμες ρίζες τους αγκάλιαζαν σφιχτά το χώμα σαν κουλουριασμένα σκοινιά ενώ τα κλαδιά τους τεντώνονταν προς τον ουρανό μαύρα σαν τη νύχτα.

Το αερικό δεν έδειξε να πτοείται απ’ την εμφάνιση του αγκαθωτού εκείνου φράχτη. Στάθηκε μπροστά του, σήκωσε το ραβδί του και αφού πρόφερε ένα περίπλοκο ξόρκι σε κάποια παράξενη γλώσσα, το κατέβασε επιτακτικά, διαγράφοντας ένα μικρό τόξο στον αέρα.

Ο φεγγαρόλουστος αέρας τρεμούλιασε και ένας συριχτός ήχος γέμισε τη νύχτα. Το τείχος αναδεύτηκε, σείστηκε ολόκληρο και χωρίστηκε στα δύο καθώς τ’ αγκαθωτά κλαδιά του συστρέφονταν και παραμέριζαν σαν να τ’ αποτέφρωναν οι φλόγες κάποιας αόρατης φωτιάς.

Μια στενή σήραγγα εμφανίστηκε μπροστά μας.

Υπακούοντας στην βουβή προτροπή του αερικού, μπήκαμε μέσα στο σκοτεινό και αψιδωτό εκείνο πέρασμα. Κάτω απ’ τη χρυσαφένια λάμψη που τύλιγε το σώμα και τα φτερά του αερικού, τα συστραμμένα κλωνάρια γύρω και πάνω απ’ τα κεφάλι μας έμοιαζαν να κινούνται πυρετικά σαν αναστατωμένες σαρανταποδαρούσες. Ύστερα από λίγο ακούσαμε μια μακρινή μελωδία, τις νότες μιας χαρούμενης μουσικής που άγγιξε τ’ αυτιά μας σαν χαρμόσυνο προμήνυμα. Καθώς συνεχίσαμε να περπατάμε όλο και πιο βαθιά μέσα στη σήραγγα, νιώσαμε ένα κύμα ζεστασιάς να χαιδεύει τα πρόσωπά μας και αφού κάναμε λίγα βήματα ακόμα, βγήκαμε σ’ έναν ανοιχτό χώρο που κατακλυζόταν από πολύχρωμα φώτα και λαμπερές φωτιές.

Μπροστά μας απλώθηκε ένα μεγάλο ξέφωτο που το περιέβαλλαν πελώρια δέντρα με ασημένιους κορμούς και γυαλιστερά φύλλα. Πυργώνονταν κάτω απ’ το φως του φεγγαριού ψηλά σαν πολυόροφα καμπαναριά, στηριγμένα πάνω σε ροζιασμένους κορμούς και συστραμμένες ρίζες που η κάθε μια τους ήταν χοντρή σαν το μπράτσο μου. Έμοιαζαν να φρουρούν το ξέφωτο και να το προστατεύουν από κάθε κίνδυνο.

Μια χαρούμενη οχλαγωγία μας χτύπησε κατάμουτρα με την ορμή ενός βροντερού καταρράκτη, μια ασταμάτητη βοή από γέλια, μουσική, χορό και τραγούδι.

«Μα φυσικά,» υπενθύμισα νοερά στον εαυτό μου, «αυτή είναι η νύχτα του Μεσοκαλόκαιρού, η βραδυά της μεγάλης μάζωξης!»

Όπως κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια της ιερής αυτής βραδυάς, οι μαγικές φυλές και τα στοιχειακά της νεραιδόχωρας είχαν μαζευτεί γύρω απ’ το παλάτι του βασιλιά των ξωτικών για ν’ απολαύσουν την φιλοξενία του και ν’ ανταλλάξουν μεταξύ τους δώρα, τραγούδια, χορούς και ιστορίες.

Καθώς αρχίσαμε να περπατάμε διστακτικά προς το κέντρο του ξέφωτου, ακολουθώντας το αερικό που περπατούσε ανάλαφρα πάνω στο χορτάρι χωρίς να λυγίζει ούτε ένα φυλλαράκι κάτω απ’ τις λεπτεπίλεπτες πατούσες του, παιχνιδιάρικες νεραιδοφωτιές άρχισαν να στραφταλίζουν σαν πολύχρωμα πυροτεχνήματα κάτω απ’ τα τιτάνια δέντρα που μας περικύκλωναν ενώ αστραφτερά σύννεφα νεραιδόσκονης στροβιλίζονταν γύρω μας σαν φωσφορικές χιονονιφάδες. Οι κρυστάλλινες λιμνούλες που διαγράφονταν εδώ και εκεί, μέσα στο ξέφωτο, άστραψαν σαν ασημένιοι καθρέφτες, γέμισαν τη νύχτα με το μαργαριταρένιο φως της σελήνης και φυλάκισαν μέσα στα υγρά τους βάθη τα είδωλα των τεράστιων δέντρων και των λουλουδιών που φύτρωναν στις όχθες τους. Τα σμαραγδένια νούφαρα που έπλεαν πάνω τους, μεγάλα σαν ομπρέλες, ήταν φορτωμένα με φτερωτά πνεύματα και ζωηρόχρωμα στοιχειά που έλαμπαν σαν φωτεινές δρακόμυγες, κουνούσαν τα λεπτεπίλεπτα φτερά τους και έκαναν κουπί με τη βοήθεια ξερών μίσχων από καλαμιές και πάπυρους.

Πιο μακρυά, γύρω απ’ τους στιβαρούς κορμούς και τις χιλιόχρονες ρίζες αρχαίων βελανιδιών, είδα κάτι αγανακτισμένα νανάκια. Κυνηγούσαν μια ομάδα από καλικάντζαρους που έμοιαζαν με δίποδους σκατζόχοιρους. Απ’ότι κατάλαβα, οι καλικάτζαροι, σκανταλιάρηδες και ανακατωσούρηδες όπως πάντα, τους είχαν κλέψει τα κόκκινα σκουφιά τους.

Στην απέναντι πλευρά του ξέφωτου υψωνόταν το εκθαμβωτικό παλάτι του βασιλιά των ξωτικών. Ήταν τόσο μεγάλο που πρόβαλλε πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων σαν ένας τεράστιος λόφος από αστραφτερό μάρμαρο και λαξευμένο φίλντισι. Το στόλιζαν περίτεχνα παράθυρα από χρωματιστό γυαλί ενώ οι αέρινοι πύργοι και οι πυραμιδωτοί τρούλοι του σπινθηροβολούσαν στο φως του φεγγαριού σαν να ήταν φτιαγμένοι από αναλυτό ασήμι.

Εξακολουθώντας να περπατάμε πίσω απ’ το φωτεινό αερικό που έμοιαζε να βιάζεται να μας οδηγήσει μέχρι την είσοδο του παλατιού, περάσαμε μπροστά από μακρόστενα τραπέζια και καθίσματα από ψιλοσκαλισμένο έβενο που τα σκίαζαν οξύκορφες τέντες από αραχνούφαντο λινό και χαλκόχρωμο μετάξι.

Εκεί πέρα, κάτω απ’ τις όμορφες εκείνες τέντες, αντίκρυσα μια ομάδα κοντόχοντρων νάνων με ρυτιδιασμένα πρόσωπα και σοφά μάτια. Κάποιοι απ’ αυτούς κάθονταν στα εβένινα καθίσματα και άλλοι σε βελούδινες μαξιλάρες. Κοιτούσαν τ’ αεικίνητα πλήθη που γέμιζαν το ξέφωτο χαμογελώντας πονηρά και ανταλλάσοντας κλεφτές ματιές κάτω απ’ τις γενειάδες τους. Άλλοι πάλι επιδείκνυαν με περηφάνια τα δώρα που είχαν φέρει μαζί τους. Έχοντας αφήσει για μια και μόνο νύχτα τα υπόγεια μέγαρα και τους πέτρινους κήπους τους, εκεί όπου παράξενα δέντρα γεννάνε αστραφτερά πετράδια και σβόλους από ατόφιο χρυσάφι ενώ υποχθόνιες λίμνες με ακύμαντα νερά απλώνονται κάτω από κατάλευκους σταλακτίτες και ορυκτούς πολυελαίους, κρατούσαν στα χέρια τους εκθαμβωτικούς φωτόλιθους και παράξενους κρυστάλλους που ιρίδιζαν σαν ουράνια τόξα, άθραυστες ασπίδες που δεν σκούριαζαν ποτέ και σπαθιά που μπορούσαν να κόψουν τον πιο σκληρό βράχο αβίαστα, σαν να βυθίζονταν μέσα σε ζεσταμένο βούτυρο. Φορούσαν πολύχρωμα ρούχα από ίνες αμιάντου με γιακάδες και μανίκια που άστραφταν στολισμένα με βαθύχρωμους αμέθυστους οπάλια και ζιρκόνια ενώ καταπληκτικά δαχτυλίδια τυλίγονταν γύρω απ’ τα δάχτυλα τους, λεπτοσκαλισμένα κομψοτεχνήματα από λευκόχρυσο, πλατίνα και ορείχαλκο.

Γύρω τους είχε μαζευτεί ένα χαρούμενο πλήθος από στοιχειά και ξωτικά που ξεφώνιζαν μ’ ενθουσιασμό κάθε φορά που τα μαγικά σπαθιά χώριζαν στα δύο κάποιο ασήκωτο λιθάρι.

Πιο πέρα, πάνω σε απαλά χαλιά από γυαλιστερό μετάξι, κάθονταν σταυροπόδι οι απεσταλμένοι του βασιλιά των νεραιδόλοφων. Είχαν ξεπροβάλλει μέσα απ’ τις μυστικές πύλες των υπόγειων πολιτειών τους που οδηγούν σε άλλους τόπους και παράξενα βασίλεια, καβάλα στα μαγικά τους άλογα με τις χαίτες που λάμπουν στο σκοτάδι σαν τα φώτα του Βορρά και το τρίχωμα που σπινθηροβολεί μέσα στη νύχτα σαν το τριμμένο μαργαριτάρι.

Αυτοί έμοιαζαν λιγότερο φανταχτεροί και δραστήριοι απ’ τους νάνους αλλά περισσότερο μυστηριώδεις, πιο αιθέριοι και πιο αριστοκρατικοί: Φορούσαν μεταξωτές κάπες στο χρώμα του χιονιού και τα μαλλιά τους που ήταν λευκά, έπεφταν πλούσια και στιλπνά πάνω στους ώμους τους σαν ασημένιοι καταρράκτες. Είχαν πανέμορφα πρόσωπά με αμυγδαλωτά μάτια και σπαθάτα χείλη ενώ οι κινήσεις τους ήταν ήρεμες και συγκρατημένες, οι εκφράσεις τους ευγενικές αλλά και κάπως άδειες.

Είχαν φέρει πανέμορφα δώρα και εκείνοι, κρυστάλλινα λουλούδια που δεν μαραίνονταν ούτε ξεθώριαζαν ποτέ, μακρυκέρατα ποτήρια που παραμέναν για πάντα γεμάτα και άρπες που έπαιζαν από μόνες τους παράξενα τραγούδια που φλόγιζαν το αίμα έκαναν τις καρδιές αυτών που τ’ άκουγαν να γοργοχτυπούν αναστατωμένες.

Λίγο πιο μακρυά απ’ αυτούς, κάτω απ’ τα λικνιζόμενα κλαδιά μιας κλαίουσας ιτιάς, χόρευαν οι σύλφες, οι κόρες του αέρα.

Ήταν πλάσματα λεπτοκαμωμένα και λαμπερά, με μακρυά μαλλιά που κυμάτιζαν γαλάζια και χρυσά γύρω απ΄τα πρόσωπά τους, λουσμένα στις λεπτές αποχρώσεις ανέφελων ουρανών και εκτυφλωτικών απομεσήμερων. Μιλούσαν και τραγουδούσαν στη δική τους παράξενη γλώσσα, με φωνές που ηχούσαν απαλές σαν τον ψίθυρο του άνεμου όταν γλυστράει ανάμεσα απ’ τις αναρίθμητες βελόνες ενός ανοιξιάτικου πευκοδάσους. Οι κινήσεις τους ήταν αέρινες και αρμονικές ενώ τα χαμόγελα που γλύκαιναν τα πρόσωπά τους ήταν όμορφα σαν το πρώτο φως της αυγής. Κρατούσαν λεπτεπίλεπτα πέπλα που είχαν υφάνει στα συννεφένια παλάτια τους, υφάσματα ανάλαφρα και διάφανα σαν ανοιξιάτικες ομίχλες και διαδήματα από ασημένιους αραχνοιστούς και λαμπερές δροσοσταλίδες στο χρώμα της βιολέτας.

Οι Ναιάδες, οι νύμφες του νερού, πλατσούριζαν δίπλα στις λιμνούλες με τα νούφαρα και έλαμπαν στο φως των νεραιδοφωτιών, λευκές σαν τον αφρό της θάλασσας και φευγαλέες σαν τα ουράνια τόξα που απλώνονται στον ουρανό μετά απ’ το ξέσπασμα κάποιας καλοκαιριάτικης καταιγίδας. Κάποιες πάλι, ξάπλωναν στο κέντρο του ξέφωτου και οι φωνές τους αντηχούσαν χαρούμενες κρυστάλλινες και γαργαριστές, σαν το κελάρυσμα μιας δροσοπηγής που χαιδεύει τα στρογγυλεμένα βότσαλα ενός ρέματος ή σαν το νερό που σταλάζει υπομονετικά πάνω στα μουσκεμένα βράχια ενός ανήλιαγου σπηλαίου.

Γύρω τους χόρευαν τα πνεύματα των δέντρων και των φυτών που είχαν φωτεινά και πολύχρωμα φτερά και ονόματα που όταν τα πρόφερε κανείς, το στόμα του γέμιζε με το άρωμα ανθισμένων αγριολούλουδων. Ανάμεσά τους είδα σεβάσμια πνεύματα αιωνόβιων πεύκων, ηλικιωμένα στοιχειά με πράσινα ρούχα μυτερά καπέλα και μακρυές γενειάδες, μεγαλόπρεπες δρυάδες που φορούσαν παράξενες τιάρες από σφιχτοπλεγμένες ελατοβελόνες, κομψές και γλυκύτατες λεύκες, πάλλευκες αμυγδαλιές, σοβαρούς κέδρους, ιδιότροπες κουφοξυλιές και ευγενικές ιτιές. Οι νεράιδες των δασών παρακολουθούσαν όλο αυτό τον σαματά σκαρφαλωμένες στα χοντρά κλαδιά των γύρω δέντρων, ντυμένες στα πράσινα και με μάτια που αστραποβολούσαν σαν αστραφτερά σμαράγδια. Κρατούσαν στα χέρια τους λουλουδιασμένα μπουκέτα που άνθιζαν με μια τους προσταγή ενώ τα στοιχειακά της φωτιάς, οι φλογερές σαλαμάνδρες, χοροπηδούσαν εδώ κι εκεί, πάνω στο παχύ χορτάρι σαν μικρές φωτιές που δεν έκαιγαν τίποτα και κανέναν, χαράζοντας φωτεινές τροχιές στον αέρα και φροντίζοντας να κρατάνε μια απόσταση ασφάλειας απ’ τους υπόλοιπους καλεσμένους του βασιλιά.

Μέσα στο πολύχρωμο εκείνο χάος και το κουβεντολόι, τα γλέντια και τους χορούς, η εμφάνισή μας πέρασε σχεδόν απαρατήρητη αν και μου φάνηκε πως για μια στιγμή μια διάχυτη ανησυχία απλώθηκε πάνω απ’ το ξέφωτο, σαν περαστικό σύννεφο που βάρυνε τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Ένιωσα πως κάτι παράξενο συνέβαινε απόψε, κάτι που είχε άμεση σχέση με την πρόσκληση του βασιλιά των ξωτικών. Προσπάθησα δίχως επιτυχία να φανταστώ τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Το αερικό, που έμοιαζε να μαντεύει τις σκέψεις που με απασχολούσαν, σταμάτησε ξαφνικά να περπατάει, γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου και μου είπε:

-«Ο βασιλιάς μας έχει καλέσει απόψε τους αρχηγούς όλων των μαγικών φυλών για να συμμετάσχουν σε μια πολύ σημαντική συζήτηση που θα λάβει χώρα στο παλάτι του. Σ’ αυτή τη συνάντηση θα παρευρεθείτε και εσείς. Αυτό είναι όλο κι όλο που μου επιτρέπεται να σας πω!»

-«Αλήθεια είναι,» πετάχτηκε και το πνεύμα μιας βελανιδιάς που έτυχε ν’ ακούσει το σχολιό του οδηγού μας, «μάλιστα, δεν μπορώ να θυμηθώ να έχει συμβεί ποτέ κάτι παρόμοιο!»

Αυτή η παρατήρηση κατάφερε ν’ αυξήσει την περιέργειά μου στο έπακρο:

-«Δηλαδή δεν μπορείς να μας πεις τι ακριβώς θέλει να μας πει;» ρώτησα το αερικό. Εκείνο όμως περιορίστηκε στο να κουνήσει τους ώμους του με αδιαφορία.



4



Οι οξύκορφες πύλες του παλατιού του ξωτικοβασιλιά ήταν επενδυμένες με κατάλευκα και περίτεχνα σκαλισμένα δρακόδοντα που απεικόνιζαν ανθισμένα δέντρα και νόστιμους καρπούς. Άνοιξαν αθόρυβα μπροστα μας και εμείς, αφού δρασκελίσαμε το κατώφλι τους, βυθιστήκαμε σ’ ένα δάσος από λεπτεπίλεπτους κίονες που ανέβαιναν ψηλά και διακλαδίζονταν σε αναρίθμητες αψίδες οι οποίες στήριζαν θολωτές οροφές και τοξοτές καμάρες.

Αμέτρητα φαναράκια που σχημάτιζαν πολύχρωμους αστερισμούς και λαμπερά νεφελώματα, κρέμονταν γύρω από αλαβάστρινα αγάλματα θεών, αρχαίων ηρώων και τεράστιων ζώων που δεν υπήρχαν πια ενώ πανεμορφα ψηφιδωτά που απεικόνιζαν πολύχρωμους βυθούς και ανθισμένους κάμπους, απλώνονταν σαν πέτρινα χαλιά κάτω απ’ τα πόδια μας.

Το αερικό μας παρακάλεσε να βιαστούμε.

Περπατώντας πίσω απ’ τη μικρόσωμη μορφή του, διασχίσαμε μια σειρά από υπέροχες σάλες, η μια πιο όμορφη απ’ την άλλη. Απλώθηκαν μπροστά μας διακοσμημένες με κρυστάλλινα τεχνουργήματα και μαγικούς καθρέφτες που έκαναν τη νύχτα μέρα, έως ότου, αφού περάσαμε κάτω από κάτι αψιδωτές πύλες από αστραφτερό φίλντισι και σμάλτο, φτάσαμε τελικά σε μια αίθουσα που ήταν ακόμα πιο μεγάλη απ’ όσες είχαμε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή, και αν είναι δυνατόν να πει κανείς κάτι τέτοιο, ακόμα πιο όμορφη:

Βρεθήκαμε κάτω από μια θολωτή οροφή που είχε τεράστιες διαστάσεις. Πάνω της ήταν ζωγραφισμένος ένας νυχτερινός ουρανός με χρυσαφένιους αστερισμούς που αποτελούσαν πιστά αντίγραφα αυτών που φωτίζουν τον πραγματικό ουρανό τη νύχτα του μεσοκαλόκαιρου. Ένα δαχτυλίδι από κρυστάλλινους κίονες που πάλλονταν σαν τις χορδές ενός βιολιού, ο καθένας σε διαφορετική συχνότητα, συνέθεταν μια μυστηριακή μελωδία ενώ το πάτωμα που απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μας ήταν τόσο αστραφτερό ώστε να λειτουργεί σαν ένας τεράστιος καθρέφτης που αντανακλούσε την θολωτή οροφή κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι αιωρούμαστε στο κέντρο μιας πελώριας σφαίρας από λαμπερά αστέρια.

Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε ένα πέτρινο πηγάδι. Τα χείλη του καλύπτονταν από πυκνά βρύα που είχαν ένα λαμπερό πράσινο χρώμα, τόσο έντονο που θα’ λεγε κανείς ότι γεννούσαν το δικό τους φως.

Γύρω απ’ το πηγάδι, βρίσκονταν τοποθετημένοι οκτώ μεγαλόπρεποι θρόνοι.

Ήχος ομιλιών άγγιξε τ’ αυτιά μας.

Στους θρόνους κάθονταν οι ηγέτες και οι ηγέτιδες των μαγικών φυλών της νεραιδόχωρας: Ο αρχηγός των νάνων είχε καθίσει δίπλα στον βασιλιά του λαού των λόφων, η βασίλισσα των νεράιδων είχε θρονιαστεί δίπλα στην μητέρα των συλφών, η βασίλισσα των νηρηίδων δίπλα στο βασιλιά των στοιχειακών της φωτιάς ενώ στο έβδομο κάθισμα αντικρύσαμε τον οικοδεσπότη μας, τον βασιλιά των ξωτικών. Απέναντί του ορθωνόταν ο όγδοος θρόνος που ήταν άδειος, σαν να περίμενε την άφιξη κάποιου τελευταίου καλεσμένου.

Όταν πλησιάσαμε το πηγάδι με τους θρόνους, πρόσεξα για πρώτη φορά ότι το αγέραστο και κατάλευκο μέτωπό του ξωτικοβασιλιά σκιαζόταν από σκέψεις που έμοιαζαν βαριές και ανήσυχες. Τα εκθαμβωτικά του μάτια σκοτείνιαζαν από συλλογισμούς που δεν θύμιζαν σε τίποτα τη χαρά της αθανασίας και το φως της αρχαίας γνώσης που γεμίζουν απ’ την αυγή του κόσμου την αγέραστη ψυχή του.

Εκείνος, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μας, μας έγνεψε να πλησιάσουμε την ομύγηρη και να καθίσουμε κοντά του, σε κάτι μικρότερα καθίσματα που βρίσκονταν αραδιασμένα γύρω απ’ το θρόνο του. Το αερικό που μας είχε οδηγήσει μέχρι εκεί, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στο βασιλιά του και μεταμορφώθηκε σε μια φωτεινή μπαλίτσα που βγήκε απ’ την αίθουσα πετώντας βιαστικά, σαν ντροπαλή πυγολαμπίδα.

Κανένας απο τους υπόλοιπους καλεσμένους δεν φάνηκε να εκπλήσσεται απ’ την εμφάνισή μας, πράγμα που με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι μας περίμεναν.

-«Καλώς ήλθατε στην παρέα μας,» μας είπε ο ξωτικοβασιλιάς, «σας κάλεσα εδώ γιατί αυτό που πρόκειται να συμβεί απόψε αφορά τον σύντροφό σας τον Γοργοπόδη ο οποίος συμφώνησε πριν από έναν χρόνο ακριβώς να εκτελέσει για χάρη μου μια πολύ επικίνδυνη και δύσκολη αποστολή!»

Καθίσαμε στα καθίσματα που μας υπέδειξε χωρίς να βγάλουμε άχνα. Θα’ λεγε κανείς πως το υποβλητικό εσωτερικό της θολωτής αίθουσας μας είχε υπνωτίσει και ότι η μεγαλοπρέπεια του μαγικού εκείνου παλατιού μας είχε πάρει τη λαλιά.

Ο βασιλιάς ξανάρχισε να μιλάει, απευθυνόμενος αυτή τη φορά στους υπόλοιπους καλεσμένους του:

-«Καλοί μου φίλοι,» τους είπε με την βαθιά και αρμονική φωνή του που έκανε τα κρυστάλλινα στολίδια της αίθουσας να κουδουνίσουν και το νερό του πηγαδιού να ρυτιδωθεί αναστατωμένο, «Προτού σας κοινοποιήσω το λόγο για τον οποίο παρευρίσκεστε στην αποψινή συνάντηση, θα ήθελα να σας εκφράσω την ευγνομωσύνη μου για την άμεση ανταπόκρισή σας στο κάλεσμα μου. Σας ευχαριστώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου για την ευγένειά σας.»

Οι καλεσμένοι του βασιλιά έγειραν τα κεφάλια τους με σεβασμό, αναγνωρίζοντας έτσι την ευγενική εκείνη φιλοφρόνηση.

-«Πολλοί από σας ίσως έχετε ήδη μαντέψει το τι πρόκειται να συμβεί απόψε.» πρόσθεσε ο βασιλιάς.

-«Έχει να κάνει με τους ανθρώπους, έτσι δεν είναι;» θέλησε να μάθει ο βασιλιάς των νάνων.

Ο βασιλιάς των ξωτικών χαμογέλασε:
-«Πραγματικά, έχει να κάνει με τους ανθρώπους.» του απάντησε.

-«Και τι μ’ αυτούς;» τον ξαναρώτησε εκείνος, «τι πρόβλημα υπάρχει;»

-«Θα σας εξηγήσω,» του απάντησε ο βασιλιάς, «Η κατάσταση έχει ως εξής: Όπως θα έχετε όλοι σας προσέξει, τα τελευταία τρία χρόνια συμβαίνει κάτι πάρα πολύ παράξενο.»

-«Όχι και τόσο παράξενο,» μπήκε στη μέση η βασίλισσα των νεράιδων, «αν εννοείς την σιωπή τους βέβαια!»

-«Και γιατί θεωρείς ότι δεν είναι παράξενο κάτι τέτοιο κυρά μου;» τη ρώτησε η βασίλισσα των συλφών. Η φωνή της ακούστηκε σαν αέρινο θρόισμα μέσα στην τεράστια αίθουσα.

-«Γιατί πάντοτε πίστευα πως αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πως θα ερχόταν η στιγμή που οι άνθρωποι θα ξεχνούσαν εντελώς την ύπαρξή μας και θα έπαυαν ν’ αποζητούν τη βοήθειά μας!» της απάντησε η νεραιδοβασίλισσα.

-«Δεν έχεις και άδικο,» συμφώνησε μαζί της η βασίλισσα των Νηρηίδων, «η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι είναι πλάσματα στενόμυαλα και αλαζονικά που τους αρέσει να βλέπουν τον κόσμο μέσα από πολύ στενά και ιδιοτελή μάτια. Με τέτοια μυαλά, δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν έφταναν στο σημείο να μας θεωρήσουν αποκυήματα παιδιάστικων φαντασιώσεων!»

-«Πολύ φοβάμαι ότι συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο απ’ αυτό,» δήλωσε ο βασιλιάς των ξωτικών με σοβαρό ύφος.

Τα λόγια του αυτά έκαναν τους καλεσμένους του να σωπάσουν καθώς ένα κύμα έκπληξης διέτρεχε τα πρόσωπά τους.

-«Τι θα μπορούσε να συμβαίνει βασιλιά μου;» τον ρώτησε ο βασιλιάς των νάνων με φοβισμένη φωνή. Η ανησυχία που ένιωθε, γινόταν ολοφάνερη απ’ το γεγονός ότι είχε σταματήσει να χαιδεύει τη μακριά και πλούσια γενειάδα του.

-«Όπως σας είπα ήδη και όπως γνωρίζετε και εσείς πολύ καλά, τα τελευταία τρία χρόνια η επαφή μας με τον κόσμο των ανθρώπων έχει διακοπεί εντελώς. Μια βαθιά σιωπή έχει καλύψει όλα τα μαγικά περάσματα που γεφυρώνουν τον κόσμο μας με τον δικό τους. Ούτε μας ακούνε ούτε τους ακούμε. Κανείς δεν έρχεται πια στους κύκλους με τις πέτρες και στα μυστικά ξέφωτα για να μας μιλήσει και κανείς δεν ξενυχτάει στους λόφους με τους μεγάλιθους για να ζητήσει την βοήθειά μας!».

-«Και είναι κακό αυτό;» μπήκε στη μέση η βασίλισα των νηρηίδων, «στο κάτω-κάτω, η συναναστροφή μαζί τους, μόνο κακά μας έχει φέρει!»

Μια έκφραση αυστηρότητας απλώθηκε πάνω στα χαρακτηριστικά του βασιλιά των ξωτικών.

-«Γίνεσαι άδικη,» της είπε, «όταν εμφανίστηκαν οι άνθρωποι πάνω στη Γη, πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια, ήταν γυμνοί και αδύναμοι, απροστάτευτοι στο κρύο και στη ζέστη, χωρις δοντια και νύχια που θα τους επέτρεπαν να υπερασπιστούν το εαυτό τους, έρμαια στις αρρώστιες, στ’ άγρια θηρία και στην πείνα!»

-«Γιαυτό και εμείς υπακούσαμε στην επιθυμία σου και τους βοηθήσαμε!» του απάντησε η βασίλισσα των νεράιδων.

-«Σωστά,» μίλησε για πρώτη φορά και ο βασιλιάς των σαλαμάνδρων, των στοιχειακών της φωτιάς. Η φωνή του ακούστηκε κροταλιστή και ξερή σαν το θόρυβο που κάνει μια πυρά που κατακαίει ένα σωρό από φρύγανα και ξερόκλαδα. «Για παράδειγμα, εμείς τους διδάξαμε πως ν’ ανάβουν φωτιές και να τις συντηρούν για να ζεσταίνονται τα βράδυα στις σπηλιές τους. Στην αρχή μάλιστα, για να μας ευχαριστήσουν, μας λάτρεψαν σαν θεούς!»

-«Ναι, θυμάμαι!» μουρμούρισε ο βασιλιάς των νάνων που ξανάρχισε να χαιδεύει τη γενειάδα του. Τα ροδαλά του μάτια που είχαν ξεθωριάσει απ’ τα σκοτάδια των ανήλιαγων σπηλαίων όπου περνούσε τη ζωή του, μισόκλεισαν σκεφτικά: «θυμάμαι ακόμα και σήμερα εκείνες τις μέρες, όταν τους μαθαίναμε τα μυστικά της μεταλλουργίας και τους δείχναμε πως να τιθασεύσουν τη φωτιά και πως να βρίσκουν και να επεξεργάζονται τους πολύτιμους λίθους και τους άλλους θησαυρούς που κρύβει η μάνα-γή! Αυτοί βέβαια, όπως έμαθα προτού χωριστουν οι δυο κόσμοι, αποδείχτηκαν εξαιρετικά πολυμήχανοι: Έσκαψαν ολόκληρες σήραγγες, ξεκοίλιασαν πελώρια βουνά και άνοιξαν τεράστιες τρύπες που θα χρειαστούν πολλές εποχές για να κλείσουν!»

-«Καλά λες!» πετάχτηκε η βασίλισσα των νεράιδων, «και εμείς τους βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε, τους διδάξαμε πως να βρίσκουν την τροφή τους και πως να γιατρεύονται απ’ τις αρρώστιες και τα τραύματά τους με βότανα ρίζες και βολβούς!»

Ξαφνικά άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί καθώς αναπολούσαν τις παλιές εκείνες εποχές και ένας απίστευτος σαματάς απλώθηκε μέσα στην αστροστόλιστη αίθουσα. Ο βασιλιάς των ξωτικών υποχρεώθηκε να σηκώσει και τα δυό του χέρια ψηλά για να τραβήξει την προσοχή τους. Η κίνησή του αυτή, που όμοιά της δεν είχε κάνει ποτέ ξανά στη χιλιόχρονη βασιλεία του, είχε άμεσο αποτέλεσμα καθώς όλοι σταμάτησαν να μιλάνε μονομιάς.

-«Αυτά που λέτε είναι όλα πολύ σωστά,» τους είπε, «αλλά ξεχνάτε ότι όλα όσα κάναμε, όλες αυτές οι γνώσεις δώσαμε στους ανθρώπους για να κάνουν τη ζωή τους πιο υποφερτή, ήταν μια πράξη αγάπης. Και μια πράξη που βασίζεται στην αγάπη ποτέ δεν παύει να είναι ιερή! Θυμηθείτε τις πρώτες εκείνες μέρες, όταν τ’ αδύναμα και δυστυχισμένα εκείνα πλάσματα που είχαν όμως προικιστεί με το μαγικό δώρο της νοημοσύνης προσπαθούσαν να επιβιώσουν ανάμεσα σε χίλιους-δυό κινδύνους! Δεν μπορούσαμε να τους αφήσουμε να χαθούν γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τις πιο θεμελιώδεις αρχές μας. Έτσι λοιπόν τους βοηθήσαμε. Βέβαια, το τι χρήση έκαναν με τα δώρα που τους δώσαμε είναι ένα άλλο ζήτημα. Εμεις πάντως, όπως θυμάστε όλοι σας πολύ καλά, όταν πλήθυναν πολύ και πίστεψαν ότι ήταν οι κυρίαρχοι του κόσμου τους, αποσυρθήκαμε, κλειστήκαμε στο δικό μας βασίλειο πίσω από αδιαπέραστα φράγματα μαγείας και περίπλοκες γητειές. Φροντίσαμε ωστόσο να διατηρήσουμε ανοιχτά κάποια μυστικά περάσματα για να τους παρακολουθούμε. Μέσα απ’ τα παράθυρα αυτά, κατά τη διάρκεια των σημαδιακών ωρών της μέρας και της νύχτας, όταν τ’ αστέρια βρίσκονται στη σωστή θέση, κάποιος που ξέρει τι να κάνει, μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα που χωρίζει τον κόσμο μας από το δικό τους. Οι άνθρωποι, που απ’ τη φύση τους είναι μια επεκτατική και περίεργη ράτσα, δεν ξέχασαν ποτέ τις μέρες που ζούσαμε ανάμεσά τους και ακόμα και μέχρι πρότινος υπήρχαν κάποιοι λίγοι ανάμεσά τους που θυμούνταν τους παλιούς τρόπους και προσπαθούσαν να μας δουν και να μας μιλήσουν!»

Το βλέμμα του καρφώθηκε με νόημα πάνω στη βασίλισσα των νεράιδων της οποίας οι υπήκοοι είχαν τις περισσότερες δοσοληψίες με τους ανθρώπους. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά χωρίς να μιλήσει. «Το θέμα όμως είναι πως εδώ και τρία χρόνια, η επαφή μας με τον κόσμο τους έχει χαθεί!» ολοκλήρωσε ο βασιλιάς.

-«Και γιατί συμβαίνει αυτό βασιλιά μου;» τον ρώτησε ο βασιλιάς των στοιχειακών της φωτιάς. «εσύ ξέρεις;»

Το πύρινο φως που τον τύλιγε σπινθηροβόλησε σαν βόρειο σέλας.

-«Όχι, αυτό είναι κάτι που δεν το γνωρίζω,» του απάντησε ο ξωτικοβασιλίας. «Δεν ξέρω γιατί χάθηκε ο δεσμός που μας ενώνει με τον κόσμο τους. Όπως σας έχω ήδη πει, το μόνο που γνωρίζω είναι ότι τα μαγικά μονοπάτια παραμένουν σιωπηλά, ότι κανείς δεν προσεύχεται στις όρθιες πέτρες και κανείς δεν μπαίνει πια στις μαγικές σπηλιές για ν’ ανοίξει τις ιερές πύλες. Αποφάσισα λοιπόν να μάθω την αλήθεια!»

-«Και τι έκανες βασιλιά μου;» τον ρώτησαν όλοι μαζί.

-«Έστειλα έναν απ’ τους καλύτερους ανιχνευτές της νεραιδόχωρας στον κόσμο των ανθρώπων!»

-«Τον Γοργοπόδη! Έστειλες τον Γοργοπόδη!» φώναξε ο Αετομάτης άθελά του.

Ο βασιλιάς τον ξωτικών κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, δίχως ομως να μιλήσει.

Ένα διάχυτο σούσουρο διαδέχτηκε τα λόγια του αδελφού μου. Ωστε γιαυτό είχε εξαφανιστεί ο Γοργοπόδης! Είχε περάσει στον παράξενο και επικίνδυνο κόσμο των ανθρώπων! Αυτό ήταν κάτι το ανήκουστο. Εδώ και πολλούς αιώνες είχε απαγορευτεί κάθε είδους επαφή με τ’ ανθρώπινα βασίλεια προκειμένου να διασφαλιστεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό η ασφάλεια και η ηρεμία της νεραιδόχωρας. Αλλά φυσικά, αφού ο ίδιος ο βασιλιάς ήταν αυτός που είχε επιβάλλει τη συγκεκριμένη απαγόρευση, είχε κάθε δικαίωμα και να την άρει.

-«Ναι, έστειλα τον Γοργοπόδη,» συμπλήρωσε ο ξωτικοβασιλιάς όταν οι ψίθυροι κατακάθισαν λιγάκι, «είναι ένας έξυπνος και πολύ παρατηρητικός ανιχνευτής ο οποίος γνωρίζει και πολύ καλά την αρχαία τέχνη της μεταμόρφωσης. Είναι ο μόνος που θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ανάμεσα στους ανθρώπους απαρατήρητος και να μάθει τι συμβαίνει!»

-«Και πότε περιμένεις την επιστροφή του ανιχνευτή σου βασιλιά μου;» τον ρώτησε ο Ταχύβολος που δεν είχε μιλήσει καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή.

-«Τον περιμένω απόψε,» του απάντησε ο βασιλίας, «μόλις το φεγγάρι αγγίξει την κορφή του ουρανού. Σαν σήμερα, πριν από ένα χρόνο ακριβώς, οι πύλες άνοιξαν και εκείνος πέρασε στον άλλο κόσμο. Απόψε, τη νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, μου ορκίστηκε ότι θα επιστρέψει!»


5


Πραγματικά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τα νερά του πηγαδιού ταράχτηκαν. Φούσκωσαν, αναδεύτηκαν και άφρισαν λες και κάτι προσπαθούσε ν’ αναδυθεί στην επιφάνειά τους. Ξεχύθηκαν πάνω απ’τα χείλη του πηγαδιού και κατρακύλησαν ανάμεσα από τα βρύα που σκέπαζαν τα πέτρινα τοιχώματά του μουσκεύοντας τα και κάνοντάς τα να λάμψουν σαν καλοκομμένα σμαράγδια.

Μέσα απ’ τα αναβράζοντα νερά εμφανίστηκε ένα χέρι, μετά ένα άλλο και στη συνέχεια ένα κεφάλι, έως ότου μια λεπτόκορμη σιλουέτα πετάχτηκε έξω απ’ το πηγάδι και σωριάστηκε στα πόδια του βασιλιά των ξωτικων.

Η ομύγηρη, και εμείς μαζί τους, βγάλαμε μια χορωδία από ξαφνιασμένες κραυγές.

Ναι, αυτό που είχε βγει απ’ το πηγάδι ήταν ένας ανιχνευτής, αλλά η μορφή του ήταν αποσκελετωμένη και τρισάθλια. Ήταν ο Γοργοπόδης, όμως δυσκολεύτηκα να τον ανγνωρίσω: Έμοιαζε αποστεωμένος και βρώμικος, τα μαλλιά του, πυκνά, ξανθά και γυαλιστερά κάποτε, είχαν ασπρίσει και αραιώσει. Έλκη και πληγές σκέπαζαν το κάποτε υπέροχο δέρμα του προσώπου του, τα χέρια του ήταν γεμάτα με παράξενες μελανιές και χαίνουσες πληγές, τα δοντια του είχαν πέσει και τα νύχια του ήταν μαύρα και σπασμένα.

-«Τι έπαθες αδελφέ μου;» τον ρώτησα καθώς έπεφτα στα γόνατα και άπλωνα τα χέρια μου για να τον αγκαλιάσω, «οι άνθρωποι στο έκαναν αυτό;»

Ο Γοργοπόδης, ο αδελφός μας, ο κάποτε μεγαλόπρεπος ανιχνευτής του ξωτικοβασιλιά, προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Ανέπνεε με δυσκολία ενώ το κορμί του έκαιγε στα χέρια μου σαν να το βασάνιζε ένας θανάσιμος πυρετός.

Βύθισα το βλέμμα μου στα μάτια του που με κοιτούσαν ζαλισμένα και άκουσα τους υπόλοιπους, τους βασιλιάδες και τ’ αδέλφια μου να πετάγονται όρθιοι, να προσπαθούν να του προσφέρουν λίγο νερό και ν’ απλώνουν τα χέρια τους πάνω του για να τον βοηθήσουν να καθίσει σε κάποιον από τους θρόνους που περικύκλωναν το πηγάδι. Η νεραιδοβασίλισσα έκανε μια απόπειρα να πλύνει τα μαλλιά του με το νερό του πηγαδιού αλλά κάθε φορά που τ’ ακουμπούσε, τούφες ολόκληρες ξεκολλούσαν και κρέμονταν απ’ τα τρεμάμενα χέρια της σαν νεκρά φύκια.

Ο Γοργοπόδης σωριάστηκε πάνω στο όγδοο θρόνο, εκεί όπου δεν καθόταν κανείς, ανασήκωσε το κεφάλι του και φίλησε το χέρι του ξωτικοβασιλιά με τα πληγιασμένα του χείλη.

-«Βασιλιά μου,» του είπε, «σου φέρνω άσχημα νέα».

-«Σε ακούω» του απάντησε εκείνος με σφιγμένη φωνή καθώς ένας μορφασμός θλίψης απλωνόταν στο πρόσωπό του.

-«Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, τη νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου, πέρασα στον κόσμο των ανθρώπων» άρχισε ν’ αφηγήται ο Γοργοπόδης ανασαίνοντας με δυσκολία. Η φωνή του ηχούσε τραχιά βραχνή και παραμορφωμένη στη σιωπή που είχε απλωθεί ξαφνικά μέσα στην περιλαμπρη αίθουσα. Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.

Ήταν η φωνή ενός ετοιμοθάνατου.

-«Όταν βγηκα απ’ το πηγάδι ήταν νύχτα και έκανε πολύ κρύο. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση γιατί ήξερα ότι το καλοκαίρι είναι μια εποχή ζεστασιάς και θαλπωρης όπου αναπτύσσεται η ζωή. Εμένα όμως με υποδέχτηκε ένα πηχτο σκοτάδι και μαζί του ένας παγωμένος άνεμος που σφύριζε και ούρλιαζε γύρω μου σαν χαμένη ψυχή. Περίμενα λοιπόν μέχρι το ξημέρωμα για ν’ αρχίσω την εξερεύνηση μου. Το πρωινό άρχισε πολύ να έρθει και όταν τελικά φάνηκε το πρώτο φως της αυγής είδα ότι ο ουρανός ήταν καλυμμένος με βαριά γκρίζα συννεφα στο χρώμα της στάχτης. Γύρω απ’ το πηγάδι απλωνόταν ένα καμμένο δάσος με μαυρισμένους κορμούς δέντρων και πεσμένα κλαδιά που έτριζαν σαν φριχτό χαλί κάτω απ’ τα πόδια μου. Σύννεφα στάχτης πετούσαν και στροβιλίζονταν παντού. Άρχισα να περπατώ και να περπατώ μέχρι που κάποτε βγήκα απ’ το δάσος.»

-«Και τι ανακάλυψες;» τον ρώτησε ο βασιλιάς των νάνων με αγωνία.

-«Τίποτα!» του απάντησε ο Γοργοπόδης με σβησμένη φωνή, «τίποτα απολύτως! Όλα είναι σιωπηλά και ακίνητα. Οι πόλεις των ανθρώπων είναι άδειες και οι περισσότερες έχουν μετατραπεί σ’ ερείπια. Οι πράσινοι αγροί έχουν μεταμορφωθεί σε πεθαμένους κάμπους από γκρίζα στάχτη, οι γαλάζιες λίμνες σε μαύρα έλη και λασπωμένους βάλτους, ενώ τα βουνά στέκουν γυμνά και καψαλισμένα!»

-«Και οι άνθρωποι;»

-«Νεκροί, είναι όλοι νεκροί! Ξαπλωμένα σε δρόμους και πλατείες αντίκρυσα αμέτρητα μαυρισμένα πτώματα, κάποια απ’ αυτά καθισμένα μέσα σε σιδερένιες άμαξες και άλλα, πολλά περισσότερα, μαζεμένα σε υπόγειες σήραγγες. Και παντού σιωπή. Είναι ο πιο σιωπηλός και ο πιο νεκρός κόσμος που μπορείτε να φανταστείτε!»

-«Ώστε δεν υπάρχει κανείς ζωντανός; Κανείς μα κανείς;» τον ρώτησε με θλιμμένη φωνή η βασίλισσα των νεράιδων.

-«Βρήκα κάποιον,» της απάντησε ο Γοργοπόδης, «ύστερα από μήνες περιπλάνησης σε καρβουρνιασμένες ερημιές και πεθαμένες πόλεις, ανακάλυψα μια καλύβα, ένα παράπηγμα που είχε φτιαχτεί πάνω στα ερείπια ενός παλαιότερου σπιτιού, κάπου στην πλαγιά ενός βουνού, μακρυά από τις νεκρές πόλεις και τα χωριά. Εκεί ζούσε ένας γέροντας μαζί με κάτι σκελετωμένες γάτες.
Στην αρχή φοβήθηκε όταν με είδε και έκανε να το σκάσει, αλλά τον πρόλαβα και κατάφερα να του δώσω να καταλάβει ότι δεν ήθελα το κακό του. Εκείνος με άφησε να μείνω στο καλύβι του, μου πρόσφερε λίγο απ’ το φαγητό που του είχε απομείνει, μου χάρισε μια αλλαξιά ζεστά ρούχα και μου έκανε και ένα δώρο.»

-«Δώρο, τι δώρο;» τον ρώτησαμε όλοι μαζί, ξωτικά, στοιχειακά και ανιχνευτές.

Ο Γοργοπόδης έβγαλε με αργές και δύσκαμπτες κινήσεις απ’ την τσέπη του βρώμικου πουκάμισου που φορούσε ένα μεταλλικό κουτί. Το έδωσε στον βασιλιά των ξωτικών ο οποίος το περιεργάστηκε με απορία.

Όταν κουράστηκε να το κοιτάζει, το έδωσε στους υπόλοιπους για το δουν και αυτοί. Εκείνοι το πέρασαν ο ένας στον άλλο χωρίς να μπορούν να μαντέψουν σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύει. Όταν το πήρα και εγώ στα χέρια μου είδα ότι ήταν φτιαγμένο από κάποιου είδους μετάλλου και ότι στη μια του πλευρά υπήρχε ένα μακρόστενο κομμάτι γυαλί πίσω απ’ το οποίο μια κόκκινη βελόνα έδειχνε έναν μονοψήφιο αριθμό.

-«Σου είπε τι πράγμα είναι αυτό;» τον ρώτησε ο βασιλιάς.

-«Μου είπε ότι είναι κάτι σαν φυλαχτό που θα με προφύλασσε από κακοτοπιές»

του απάντησε ο Γοργοπόδης ξέπνοα.

-«Και πως το λένε αυτό το φυλαχτό;» τον ξαναρώτησε ο βασιλιάς καθώς το κουτί περνούσε για δεύτερη φορα από χέρι σε χέρι και συναντούσε απορημένα πρόσωπα και καχύποπτες ματιές.

Και ο Γοργοπόδης, καθώς τα μάτια του έκλειναν για τελευταία φορά και το πνεύμα του παραδιδόταν στα χέρια το θανάτου, του απάντησε ως εξής:

-«Ονομάζεται Μετρητής Ραδιενέργειας



Eρρίκος Σμυρναίος, Copyright 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου