Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Καλό Καλοκαίρι




Γι ακόμα μια φορά έφτασε η ώρα να πούμε αντίο...προσωρινά...κάλο καλοκαίρι εύχομαι σε όλους και όλες ..είτε πάτε κάπου..είτε μείνετε εδώ..εύχομαι να ξεκουραστείτε και να βρείτε τον χρόνο να ακούσετε λίγο τον εαυτό σας και να δείτε τις προσωπικές σας ανάγκες..όσο και εάν οι συνθήκες μας δυσκολεύουν γι αυτό..

Καλό καλοκαίρι λοιπόν και ραντεβού τον Σεπτέμβριο...

                                          Εις το Επανιδείν..

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

TO XAMENO KOYΜΠΙ




1



Θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένη. Το ταξίδι ήταν υπέροχο και η Σκωτία γοητευτική, ένας τόπος σαγηνευτικός όπου ένιωθε κανείς την επιρροή κάποιου άλλου, πιο παραμυθένιου κόσμου. Ακόμα και ο καιρός είχε σταθεί καλός μαζί τους: Απ΄την πρώτη μέρα που προσγειώθηκαν στη Γλασκώβη τους υποδέχτηκαν γαλάζιοι ουρανοί και αφράτα συννεφάκια που άλλοτε έκρυβαν τον ήλιο και άλλοτε άφηναν το φως του να τους λούζει σαν χρυσαφένιος καταρράκτης.

Νοίκιασαν ένα αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το Εδιμβούργο, ταξιδεύοντας μέσα από υπέροχα και μυστηριακά τοπία όπου ακύμαντες λίμνες με σκουρόχρωμα νερά φώλιαζαν ανάμεσα σε πράσινους λόφους και πυκνά δάση από τεράστια έλατα. Αντίκρισαν αφρισμένους καταρράκτες και αρχαία κάστρα και απόλαυσαν τις φωτεινές νύχτες του μεσοκαλόκαιρου, τις μαγικές εκείνες ώρες όταν ο ήλιος κρύβεται για λίγο και το φως του γίνεται γλυκό και διάφανο ενώ στον ουρανό απλώνονται τα ρόδινα πέπλα ενός μακρόσυρτου δειλινού και μια αίσθηση υπερφυσικής γαλήνης και υπερκόσμιας ησυχίας αγκαλιάζει την ανθρώπινη ψυχή.      

Επισκέφτηκαν γραφικά χωριουδάκια με γκρίζες στέγες και πετρόχτιστες προσόψεις που τις στόλιζαν ανθισμένες γλάστρες και αναρριχητικά φυτά. Δοκίμασαν τοπικά εδέσματα και ήπιαν ουίσκι σε παλιές παμπ και παραδοσιακά εστιατόρια, στις όχθες μικρών ποταμών όπου κολυμπούσαν πέστροφες και παιχνιδιάρες ενυδρίδες. Άκουσαν εκστατικοί τις νοσταλγικές μελωδίες μιας σκωτσέζικης γκάιντας και οι ψυχές τους ένιωσαν την ηρωική ανάσα περασμένων εποχών. Αγόρασαν αναμνηστικά από ατμοσφαιρικά καταστήματα που έμοιαζαν με μεσαιωνικά σκευοφυλάκια και κάποια στιγμή έφτασαν και στο Εδιμβούργο.   

Η πόλη ήταν πανέμορφη και η γοτθική της ατμόσφαιρα συναρπαστική. Περπάτησαν στο Βασιλικό Μίλι, ξεναγήθηκαν στο ξακουστό της κάστρο, έκαναν μια βόλτα στο ανάκτορο του Χόλλυροουντ και ανέβηκαν στο λόφο του Κάρλτον. Φωτογράφησαν το επιβλητικό άγαλμα του Σερ Γούολτερ Σκοτ στο Πρίνσες Γκάρντενς και επισκέφτηκαν τις υπόγειες στοές της πόλης όπου υποτίθεται ότι τ' ανήσυχα φαντάσματα αδικοχαμένων νεκρών περιφέρονται ακόμα μέσα σ' ένα πνιγηρό σκοτάδι.  Όταν χόρτασαν το Εδιμβούργο, την Αθήνα του Βορρά όπως το αποκαλούσαν οι ταξιδιωτικοί ανταποκριτές του 19ου αιώνα, βυθίστηκαν στη καρδιά των Σκωτσέζικων υψιπέδων, εκεί όπου φωλιάζουν οι θρυλικές λίμνες του Λοχ Νεςς και του Λοχ Λομμόντ.

Κι όμως, ο συναρπαστικός καταιγισμός των υπέροχων εκείνων τοπίων, των όμορφων πόλεων και των χωριών, των διαφορετικών γεύσεων, των μυρωδιών και των ακουσμάτων, δεν είχε καταφέρει να της προσφέρει την πολυπόθητη γαλήνη. Η καρδιά της παρέμενε σφιγμένη και η ψυχή της ανήσυχη. Αν μόνο δεν είχε λάβει εκείνο το καταραμένο τηλεφώνημα από τον γυναικολόγο της, λίγα μόλις λεπτά προτού αποβιβαστούν στο αεροπλάνο! Η συγκεκριμένη εκείνη στιγμή ξεδιπλωνόταν στο μυαλό της ξανά και ξανά σαν χιλιοπαιγμένη ταινία που δεν έλεγε να ξεθωριάσει:

Ο Ίαν την είχε αφήσει μόνη για να κάνει μια τελευταία επίσκεψη στις τουαλέτες του αεροδρομίου προτού αντιμετωπίσει την τετράωρη πτήση μέχρι τη Γλασκώβη, και εκείνη τον περίμενε στην ουρά με το διαβατήριό στο χέρι και τις βαλίτσες τους σ' ένα μεταλλικό καρότσι.  Και μετά χτύπησε το κινητό της και εκείνη, μόλις διάβασε το νούμερο στη φωτεινή του οθόνη το έφερε στο αυτί της με αγωνία.
Όταν το ξανάκλεισε ένιωθε εντελώς αλλαγμένη. Μέσα σε μια σύντομη στιγμή είχε γίνει ένας άνθρωπος διαφορετικός. Μέσα της είχε τρυπώσει ένας μικρός χειμώνας,  ένας σκληρός σβώλος χιονιού που θρονιάστηκε στο στομάχι της και δεν θα έλιωνε ποτέ.  

Ξανάβαλε το κινητό στη θήκη του και ένιωσε την παρόρμηση να βάλει τα κλάματα αλλά εκείνη τη στιγμή είδε τότε τον Ίαν να την πλησιάζει με βήμα χαρούμενο και γοργό, με πρόσωπο που έλαμπε  χαμογελαστό και γεμάτο προσδοκία.  Και έτσι ξεκίνησε η δοκιμασία της γιατί αποφάσισε να μην του πει κουβέντα, να κρατήσει την ανακοίνωση που της είχε κάνει ο λακωνικός γυναικολόγος μυστική και να μην του αποκαλύψει τη σκληρή αλήθεια. Δεν της έκανε καρδιά να του καταστρέψει αυτές τις διακοπές που σήμαιναν τόσα πολλά γι αυτόν.  Έβλεπε πολύ καλά πόσο χαρούμενος ήταν που βρισκόταν για μια ακόμα φορά στη Σκωτία, στον τόπο όπου είχε περάσει πολλά απ' τα παιδικά του χρόνια. Αλλά οι τρυφερές περιποιήσεις του, οι ασταμάτητες προσπάθειες που έκανε για να ομορφύνει την κάθε στιγμή του ταξιδιού τους, ο τρόπος που την κοιτούσε κάθε λίγο και λιγάκι, με μια μικρή αγωνιά, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει αν μοιραζόταν τη χαρά του, την στεναχωρούσαν και τη γέμιζαν με δυσβάσταχτες ενοχές.  

 Έτσι λοιπόν, έκανε ότι μπορούσε για να τον καθησυχάσει. Του χαμογελούσε, έκανε πως άκουγε μ' ενδιαφέρον όλα όσα είχε να της πει για τους μύθους και τους θρύλους της Σκωτίας ενώ μέσα της στριφογύριζαν χιλιάδες σκέψεις, κύματα θλίψης που τα διαδέχονταν εκρήξεις οργής καθώς πάσχιζε να σκεφτεί ανώδυνους τρόπους για να του πει τ΄άσχημα νέα, όταν θα επέστρεφαν πίσω στην Αθήνα.



2



Τώρα βρίσκονταν στην γαλήνια επαρχία του Λόθιεν, στα βόρεια της Σκωτίας. Περπατούσαν σ' ένα ελικοειδές μονοπάτι, ανάμεσα σε πανύψηλα έλατα και βαθυπράσινες φτέρες που τα φύλλα τους έλαμπαν στολισμένα με αναρίθμητες δροσοσταλίδες.   

 -“Αυτό το μέρος είναι υπέροχο!”σχολίασε η Χριστίνα για να σπάσει τη σιωπή που είχε κρεμαστεί ανάμεσά τους. 

Ο Ίαν σταμάτησε να περπατάει και γύρισε να την κοιτάξει. Τα χέρια του τύλιξαν τη μέση της και στο πρόσωπό του απλώθηκε ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης. Τα μάτια του, φωτεινά και γαλανά, ίδια με διάφανα ζαφείρια που πάντοτε κατάφερναν να την συνεπαίρνουν, άστραψαν όλο χαρά. Το φως που χόρευε ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων, ύφανε ένα τρεμουλιαστό φωτοστέφανο γύρω απ' τα κυματιστά μαλλιά του που είχαν το χρώμα της ηλιόλουστης άμμου.

-“Μια φορά και έναν καιρό, ολόκληρη η Σκωτία καλυπτόταν από ένα δάσος σαν κι αυτό,” της απάντησε, πλησιάζοντας τα χείλη του στ' αυτί της, “Οι Ρωμαίοι κατακτητές το είχαν ονομάσει Καληδόνιο δάσος,” πρόσθεσε. “Αυτό εδώ δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι του που υπάρχει ακόμα!”

- “Αλήθεια;” τον ρώτησε η Χριστίνα. Φώλιασε στην αγκαλιά του και κοίταξε γύρω της πλημμυρισμένη από ένα συναίσθημα που πλησίαζε το δέος. Το δάσος εκείνο φαινόταν πραγματικά πολύ αρχαίο. Σκιερό και γεμάτο από μυστηριακούς ψιθύρους, έμοιαζε να αναπολεί προαιώνια μεγαλεία.

- “Ναι, είναι πολύ παλιό-κάποια από τα δέντρα του έχουν ηλικία πολλών εκατοντάδων ετών!”

Ρωμαίοι κατακτητές. Ο Ίαν ήταν ένας καθαρόαιμος Κέλτης, γέννημα-θρέμμα των Βόρειων χωρών της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, ένα γνήσιο παιδί του λαού των αρχαίων εκείνων ονειροπόλων που κατοικούσαν ακόμα στην Ιρλανδία, τη Σκωτία, την Ουαλία και τη Γαλλική Βρετάννη. Έμοιαζε ν' ανήκει σ' εκείνο το απέραντο δάσος που ανέπνεε γύρω τους σαν κοιμισμένος γίγαντας.  Αλλά, υπενθύμισε η Χριστίνα στον εαυτό της, εκτος από αυτό ήταν και ο σύζυγός της που την αγαπούσε παράφορα και που είχε αποφασίσει για χάρη της να ζήσει στη Μεσογειακή και χαοτική Ελλάδα.  

Η Χριστίνα αφέθηκε στο αγκάλιασμά του και σάρωσε για δεύτερη φορά με το βλέμμα της τα τεράστια δέντρα που άπλωναν από πάνω τους τις πυκνές τους φυλλωσιές. Θα'΄λεγε κανείς πως είχαν παρεισφρήσει σ' ένα παράλληλο σύμπαν όπου το ανθρώπινο είδος δεν είχε εμφανιστεί ποτέ και η φύση συνέχιζε να αναπτύσσεται ανενόχλητη, ανεπηρέαστη απ' τις καταστροφικές του παρεμβάσεις. 

Κι όμως, λίγες εκατοντάδες μέτρα πίσω τους, κρυμμένο απ' τους κάθετους κορμούς των τεράστιων έλατων που υψώνονταν γύρω τους σαν αγέραστοι θεοί, ξεκινούσε ένα φροντισμένο πάρκο που στολιζόταν με πρασιές από ολάνθιστα τριαντάφυλλα και χαριτωμένα συντριβάνια. Εκεί, ανέμελοι τουρίστες έπιναν δροσερά αναψυκτικά κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες. Στο κέντρο του πάρκου, περιτριγυρισμένο από μια αποξηραμένη τάφρο, υψωνόταν ένα γκρίζο κάστρο με μικρούς πυργίσκους και πάμπολλες επάλξεις. Τώρα όμως είχε μεταμορφωθεί σ΄ένα κομψό ξενοδοχείο που περιείχε πάμπολλα κομψά δωμάτια, δίκλινα και μονόκλινα με παλαιικά έπιπλα και ξύλινα ταβάνια.   

Ήταν το καλοκαίρι του 2004, στα μέσα του Ιουνίου. 

Είχαν αποφασίσει να φύγουν για ένα μήνα απ' την Ελλάδα με σκοπό ν' αποφύγουν την κακόγουστη μεγαλοπρέπεια και τον σαματά των Ολυμπιακών αγώνων και να γιορτάσουν την όγδοη επέτειο της γνωριμίας τους κάπου μακριά, με ηρεμία. Έτσι λοιπόν, όταν ο Ιαν της πρότεινε να κάνουν ένα ταξίδι στη Σκωτία, η Χριστίνα δέχτηκε με χαρά. Αν και ο προορισμός τους δεν θύμιζε σε τίποτα τη Γαύδο, το μέρος όπου είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά, το καλοκαίρι του 1996, η προοπτική του να δει με τα μάτια της τον όμορφο εκείνο τόπο, της φάνηκε ακαταμάχητη.  


Εκείνη τη στιγμή, καθώς στέκονταν αγκαλιασμένοι κάτω απ' τις χρυσοπράσινες αψίδες του αρχαίου δάσους, ένιωσε για πρώτη φορά ήρεμη και χαλαρωμένη, μακριά από κάθε σκοτούρα. Ήταν σαν να είχε εισβάλλει στη μαγική επικράτεια ενός παλιού παραμυθιού. Υπήρχε κάτι σ' εκείνο το δάσος, μια διάχυτη ενέργεια, που έκανε τη στεναχώρια που τη βασάνιζε να ξεθωριάσει σαν παλιά φωτογραφία. 

Ο Ίαν θα πρέπει να ένιωσε την ανακούφισή της γιατί την φίλησε απαλά στα χείλη και αφού πέρασε το χέρι του γύρω απ' το δικό της, άρχισε να την οδηγεί βαθύτερα μέσα στο δάσος: 

- “Έλα,” της ψιθύρισε, “θα σε πάω σ΄ένα σημείο που έχει πολύ μεγάλη αξία για μένα!”

-“Έχεις ξανάρθει εδω;” τον ρώτησε εκείνη κοιτάζοντάς τον με απορία. Η παιχνιδιάρικη λάμψη των ματιών του έκανε το σφυγμό της να ζωηρέψει. Τι να είχε άραγε κατά νου;     

 -“Ναι, βέβαια!” της απάντησε, “βρέθηκα εδώ πέρα ένα χρόνο ακριβώς προτού σε γνωρίσω!”

- Εκατέρωθεν του μονοπατιού φύτρωναν αναρίθμητες μπλε καμπανούλες. Άπλωναν ένα πυκνό χαλί που αγκάλιαζε τις ρίζες των αρχαίων δέντρων μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα της. Ο αέρας μύριζε όμορφα, στολισμένος με τα κελαηδίσματα αναριθμητων πουλιών. Άστραφτε φορτωμένος με σπινθηροβόλα σύννεφα από μικροσκοπικούς κόκκους γύρης που αιωρούνταν νωχελικά πάνω απ' το γαλάζιο χαλί των λουλουδιών. Οι ακτίνες του ήλιου χάραζαν κάθετα νήματα που έτρεμαν σαν τεντωμένες χορδές ενώ κάθε τόσο έβλεπε μικρά σκιουράκια με φουντωτές ουρές που σαν φευγαλέα ξωτικά πηδούσαν από κλαδί σε κλαδί, ξαφνιασμένα απ' την παρουσία των δύο εισβολέων.  


Ύστερα από μια τελευταία στροφή του μονοπατιού, βρέθηκαν μπροστά σ΄ένα ηλιόλουστο ξέφωτο: Ένα κυκλικό άνοιγμα που περιβαλλόταν από κάθετους κορμούς ελάτων και που στο κέντρο του, πάνω σ' ένα τετράγωνο βάθρο από λαξευμένο γρανίτη, υψωνόταν ένα άγαλμα από κιτρινισμένο μάρμαρο: Μια γυναίκα που φορούσε ένα κοντό κυνηγετικό μανδύα και που στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα τόξο. Μια φαρέτρα περνούσε διαγώνια απ' την πλάτη της ενώ τα μακρυά μαλλιά της πλαισίωναν ένα πρόσωπο που ήταν πανέμορφο και αυστηρό, διαποτισμένο από μια αρχαϊκή μεγαλοπρέπεια.

-”Είναι αυτό που νομίζω ότι είναι;” 

-”Ναι!” τη διαβεβαίωσε ο Ίαν, ενθουσιασμένος από την έκπληξη που είχε χρωματίσει τη φωνή της, Είναι ένα άγαλμα της θεάς Άρτεμης!” “Και δεν σου έχω πει το καλύτερο ακόμα! Οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών, μέχρι πρόσφατα, πίστευαν ότι είναι μια θεότητα, κάτι σαν νεράιδα, που προστατεύει αυτό το δάσος! Υπάρχουν μάλιστα πολλοί ανάμεσά τους που ακόμα το πιστεύουν!”

- “Α, ναι;” τον ρώτησε εκείνη νιώθοντας κάποια δυσπιστία.

- “Θα σου δείξω,” επέμεινε ο Ίαν. Κρατώντας την ακόμα απ' το χέρι, την οδήγησε μπροστά στο βάθρο του αγάλματος. Εκεί, έσκυψε και έδειξε κάτι με το χέρι του:

- “Κοίτα!” 

Η Χριστίνα ακολούθησε το παράδειγμά του και είδε κάτι που της φάνηκε αρκετά παράξενο: Στη βάση του βάθρου που είχε πρασινίσει απ' τις λειχήνες που κάλυπταν την τραχιά του επιφάνεια, αντίκρισε μικρές φιγούρες ανθρώπων που έμοιαζαν με κούκλες και ήταν φτιαγμένες από άχυρο και καλαμπόκι. Ανάμεσά τους υπήρχαν φρούτα, καρποί, και κουρέλια από ρούχα καθώς και ένα μισογεμάτο μπουκάλι κρασιού.

- “Δηλαδή αυτές είναι προσφορές;” ρώτησε τον Ίαν κοιτάζοντάς τον απορημένη.  

- “Ακριβώς!” τη διαβεβαίωσε εκείνος. Η φωνή του παλλόταν από έναν παιδιάστικο ενθουσιασμό που την ξάφνιασε. “Δεν είναι υπέροχο το ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και νιώθουν τη δύναμη αυτού του δάσους;”  

H Χριστίνα έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να κατανοήσει το νόημα των λέξεων που μόλις είχε ακούσει. 

-”Τι εννοείς;” τον ρώτησε τελικά, “και καταρχήν, πως βρέθηκε το ελληνικό αυτό άγαλμα σ' αυτό το σκωτσέζικο δάσος;”

Ο Ίαν πέρασε το χέρι του γύρω από τους  ώμους της σαν να προσπαθούσε να την καθησυχάσει. Για μια ακόμα φορά η Χριστίνα ένιωσε εντυπωσιασμένη από την ευκολία με την οποία κατάφερνε να ανιχνεύει τα συναισθήματά της. Η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο εκείνο άγαλμα φαινόταν πραγματικά αρχαίο. Έμοιαζε να περιβάλλεται από ένα είδος παράξενης δύναμης, από κάτι σαν αόρατο πεδίο βαρύτητας που το έκανε να φαίνεται μεγαλύτερο από ότι ήταν πραγματικά. Φαινόταν επίσης να επηρεάζει το περιβάλλον του με παράξενο τρόπο. Το ψιθύρισμα του αέρα ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων είχε αποκτήσει ξαφνικά μια συνωμοτική ποιότητα ενώ ο χορός των κόκκων της γύρης με τις ακτίνες του ηλίου έμοιαζε να έχει φορτιστεί με μια ένταση που δεν υπήρχε προηγουμένως. 

-“Το έφερε και το τοποθέτησε σ' αυτό το σημείο ένας απ' τους ιδιοκτήτες του κάστρου, πριν από διακόσια χρόνια περίπου. Λέγεται ότι ήταν φιλέλληνας και ότι το ανακάλυψε σε κάποιο ταξίδι που έκανε στην Αρκαδία, ανάμεσα στα ερείπια κάποιου πολύ αρχαίου ναού. Οι ντόπιοι πιστεύουν  ότι απεικονίζει κάποια νεράιδα που βασιλεύει σε αυτό το δάσος και πραγματοποιεί ευχές!” 

-“θα μπορούσες να μου αναφέρεις κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα σε παρακαλώ;”

-”Πολύ ευχαρίστως!” της απάντησε ο Ιαν γελώντας δυνατά. Η Χριστίνα τον κοίταξε με προσδοκία.  Εκείνος χάιδεψε το λοβό του δεξιού του αυτιού, μια χειρονομία που ήξερε πως έκανε κάθε φορά που ένιωθε αμηχανία. Η περιέργεια της κεντρίστηκε ακόμα περισσότερο:
-”Λοιπόν;” επέμεινε.

Ο Ίαν, εξακολουθώντας να έχει περασμένο το χέρι του γύρω από τους ώμους της, την έφερε ακριβώς μπροστά απ' το κιτρινισμένο άγαλμα. Εκεί, στάθηκαν ακίνητοι, παρατηρώντας το πρόσωπό του που βρισκόταν ένα κεφάλι περίπου πιο ψηλά απ' το δικό του. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο Ιαν ήταν τουλάχιστον 1.88 εκατοστά ψηλός, η Χριστίνα αναγκάστηκε να γύρει προς τα πίσω για να το περιεργαστεί. Ο Ίαν πλησίασε τα χείλη του στ' αυτί της και της ψιθύρισε συνωμοτικά:

- “'Ενα χρόνο ακριβώς πριν σε γνωρίσω, ένα πρωινό ακριβώς σαν κι αυτό, ζήτησα και εγώ απ' το άγαλμα να πραγματοποιήσει μια επιθυμία μου, και εκείνο το έκανε!” 

Η Χριστίνα σκίρτησε και τον κοίταξε κατάματα. Το βλέμμα της βυθίστηκε μέσα στα γαλανά του μάτια που την κοίταζαν χαρούμενα και γλυκά, σαν ηλιόλουστες θάλασσες. 

- “Δηλαδή;”  

Εκείνος την πήρε απ' το χέρι και κάθισε μαζί της πάνω στις πελώριες ρίζες ενός απ' τα αρχαία δέντρα που περικύκλωναν το ξέφωτο. Την έβαλε να καθίσει στα πόδια του και τύλιξε τα χέρια του γύρω απ' τη μέση της. Εκείνη βρέθηκε να τον κοιτάζει κατάματα, το πρόσωπό του με το ψηλό μέτωπο τα φωτεινά μάτια και τη δυνατή μύτη, λίγα μόλις εκατοστά πιο μακριά απ' το δικό της.

- “Ήταν καλοκαίρι,” άρχισε να της λέει, “και είχα μόλις ολοκληρώσει το τελευταίο έτος των σπουδών μου.”

-  “Στην αρχαιολογία!” πρόσθεσε εκείνη για να του δώσει να καταλάβει ότι τον παρακολουθούσε προσεκτικά.

- “Ακριβώς,” τη διαβεβαίωσε τρίβοντας τη μύτη του πάνω στη γούβα που έκανε ο λαιμός της στο σημείο που ενωνόταν με το στήθος της. Είχε ακούσει πως αυτό το σημείο ονομαζόταν το βαθούλωμα της Αφροδίτης. Σίγουρα πάντως το άγγιγμα του κατάφερε να την κάνει να ριγήσει. 

- “Και μετά τι έγινε; ”  του ψιθύρισε προσπαθώντας να παραμείνει συγκεντρωμένη σε αυτά που της έλεγε αν και η ζεστή του ανάσα που τη χάιδευε ρυθμικά στα μάγουλα και στα χείλη, ελάχιστα τη βοηθούσε ως προς αυτό.    

- “Δεν ένιωθα καθόλου ευτυχισμένος,” την πληροφόρησε ο Ιαν μιλώντας χαμηλόφωνα. Τα χείλη του άρχισαν να εξερευνούν τους λοβούς των αυτιών της πράγμα που έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.  

- “Πως έτσι;” τον ρώτησε, κάπως ξέπνοα, καθώς η αναπνοή της είχε αρχίσει να ζωηρεύει παρά τη θέλησή της. 

- “Ένιωθα άδειος, ελλιπής,” της διευκρίνισε, “αλλά ένα ωραίο πρωί, έχοντας περάσει ολόκληρη τη νύχτα άυπνος και στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι μου, κατάλαβα το λόγο.”

- “Και ποιος ήταν αυτός ο λόγος;” ήταν η επόμενη ερώτηση που κατάφερε να του κάνει. Το σώμα της είχε κολλήσει πάνω στο δικό του καθώς τα έμπειρα χάδια του είχαν αρχίσει να την αναστατώνουν. Ήταν απίστευτο το πως κατάφερνε να την ξελογιάζει κάθε φορά. Ήταν μια μορφή μαγείας. Όποτε την άγγιζε μ' αυτόν τον τρόπο, την μεταμόρφωνε σε μια φρενιασμένη μαινάδα που έχανε τον έλεγχο του εαυτού της και του παραδιδόταν ολοκληρωτικά.  

- “Ήμουν μόνος,” της εξήγησε ο Ιαν ο οποίος είχε αρχίσει τώρα να την φιλάει στα μάγουλα, στο πηγούνι και στα χείλη, ανάλαφρα, σαν να την τσιμπολογούσε. Η Χριστίνα έκλεισε τα μάτια της συνεπαρμένη και ευχήθηκε να μην σταμάταγε ποτέ. 

- “Και τι έκανες γιαυτό;” 

Εκείνος γέλασε απαλά και τα μακρυά του δάχτυλα χάιδεψαν τη βάση της σπονδυλικής της στήλης με κυκλικές κινήσεις, στέλνοντας μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις σε όλη της την πλάτη που την έκαναν να τρεμουλιάσει.  

-“Αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι,” της απάντησε με ύφος προσποιητά πομπώδες, “Αποφάσισα να ξαναεπισκεφτώ τη Σκωτία και να κάνω καινούργιες γνωριμίες!”

Η Χριστίνα άνοιξε τα μάτια της, ξεκόλλησε από πάνω του και του έριξε ένα βλέμμα που ήταν φορτωμένο με βαριές υποψίες: 

-“Μπα; Και τι είδους γνωριμίες θέλησες να κάνεις;”

Εκείνος γέλασε δυνατά, διασκεδάζοντας με την ανήσυχη έκφραση που είχε θρονιαστεί στο πρόσωπό της.  Του άρεσε πολύ να την πειράζει. Η Χριστίνα τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω απ' τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά του και έκανε πως ετοιμαζόταν να τα τραβήξει αλύπητα.

-“Γνωριμίες ρομαντικές και ονειρεμένες!” της ανακοίνωσε μελοδραματικά.

-“Έπρεπε να το φανταστώ!” του απάντησε κοφτά και έκανε μια κίνηση να ξεφύγει απ' την αγκαλιά του και να σηκωθεί όρθια, “και τι σε κάνει αγαπητέ μου να νομίζεις ότι ενδιαφέρομαι να μάθω για τις ερωτικές σου κατακτήσεις;” 

Ο Ίαν δεν την άφησε ν΄απομακρυνθεί από κοντά του. Την έσφιξε στα μπράτσα του και εκείνη ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να κάνει ρούπι. Όχι ότι την πείραζε ιδιαίτερα αυτό το γεγονός, αλλά,  όσο να' ναι, ένιωθε ότι όφειλε να κρατήσει και κάποια προσχήματα.

- “Δηλαδή, δεν ενδιαφέρεσαι;” τη ρώτησε γελώντας ακόμα σαν σκανταλιάρης έφηβος. Η Χριστίνα τον κοίταξε καλά-καλά, χωρίς να μιλήσει, απολαμβάνοντας την παιχνιδιάρικη λάμψη των ματιών του. Έμοιαζαν με δίδυμα πετράδια που τα έλουζε ένας γαλάζιος ήλιος. Υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι με τόσο υπέροχα μάτια; αναρωτήθηκε νοερά. Ή μήπως ήταν η αγάπη που είχε ξυπνήσει μέσα της και τον έκανε να μοιάζει με θεό; 

Εξερεύνησε τα μαλλιά του με τα δάχτυλά της, υιοθέτησε ένα ύφος προσποιητής παραίτησης και κούρνιασε σαν πουλί πάνω στο στήθος του, παίζοντας το ρόλο της υποταγμένης συζύγου:

- “Τουλάχιστον, μην μου περιγράψεις όλες τις λεπτομέρειες”, γουργούρισε σαν καλοθρεμμένη περιστέρα.  

 -“Έστω!” της απάντησε εκείνος με το αυτάρεσκο ύφος ενός καλοπροαίρετου δεσπότη που έδειχνε έλεος στον ηττημένο του υπήκοο: “Ένα βράδυ λοιπόν,” ξεκίνησε να της λέει μ' έναν τόνο στη φωνή του που θύμιζε εξασκημένο παραμυθά, “νοίκιασα ένα δωμάτιο στο κάστρο, στο ίδιο αυτό κάστρο που θα μείνουμε απόψε, και αποφάσισα να εξερευνήσω αυτό εδώ το δάσος. Ήταν μια νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, ακριβώς σαν την χθεσινή. Ο ουρανός έλαμπε ρόδινος και γαλάζιος. Το δάσος ήταν μισοφωτισμένο και μυστηριακό και τούτο δω το άγαλμα έμοιαζε να λάμπει μ' ένα δικό του φως. Ήξερα για τις δοξασίες που το περιέβαλλαν γιατί είχα μιλήσει με κάποιους ντόπιους όταν είχα ζητήσει οδηγίες για το πως να βρω το κάστρο. Γονάτισα λοιπόν μπροστά του και το παρακάλεσα να με βοηθήσει, να φέρει στη ζωή μου τη μια και μοναδική γυναίκα που θα έδιωχνε την  μοναξιά μου μακρυά και θα μ' έκανε ευτυχισμένο!”

-“Και την βρήκες αυτή τη γυναίκα;”  τον ρώτησε εκείνη.

-“Θα σου πω. Αλλά πρώτα θα σου μιλήσω για το παράξενο γεγονός που μου συνέβη αφού τελείωσα την προσευχή μου. Που λες, σύμφωνα με τις ιστορίες που μου είχαν πει οι ντόπιοι, για να πραγματοποιήσει η νεράιδα μια ευχή, θα πρέπει αυτός που την παρακαλάει να της δώσει κάτι για αντάλλαγμα. Ένα προσωπικό του αντικείμενο ας πούμε. Και όταν η ευχή του πραγματοποιηθεί, η νεράιδα του το επιστρέφει για να του δείξει ότι έλαβε αυτό ακριβώς που είχε ζητήσει. Που λες λοιπόν, όταν επέστρεψα στο κάστρο, ανακάλυψα κάτι περίεργο!”

-“Τι πράγμα;” 

-“Ένα απ' τα κουμπιά του πουλόβερ που φορούσα, είχε κάνει φτερά! Ποτέ δεν κατάλαβα πως το έχασα!” Η Χριστίνα ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε ρεμβαστικά. Εκείνος είχε στυλώσει το βλέμμα του στο άγαλμα και το κοίταζε με ύφος απορροφημένο, σαν να άκουγε τους ψίθυρους ενός άλλου κόσμου. Ενός σύμπαντος εντελώς ξένου προς εκείνη. Της φάνηκε ότι βρισκόταν πολύ μακριά της, ότι την είχε ξεχάσει ολοκληρωτικά. Ένα κρύο ρεύμα αέρα χάιδεψε την πλάτη της και εκείνη ανατρίχιασε άθελά της. 

-“Τι πρέπει να κάνει μια γυναίκα για να σε κάνει ευτυχισμένο;” του ψιθύρισε, “Τι άλλο θα μπορούσε να σου δώσει εκτός απ' τον εαυτό της;” Ό Ίαν την κοίταξε και έσμιξε τα φρύδια του με περίσκεψη. Τα χείλη του μετατράπηκαν σε μια ευθεία γραμμή και το μέτωπό του γέμισε με κάθετες ρυτίδες περίσκεψης. Τα μάτια του συννέφιασαν και μεταμορφώθηκαν σε γκρίζες θάλασσες γεμάτες στοχασμούς.

-“Μια οικογένεια,” της απάντησε με σιγουριά, “θα ήθελα να κάνει μαζί μου μια οικογένεια! Να μου χαρίσει ένα γιό!”“Πάντα ήθελα ν' αποκτήσω ένα παιδί!” Η Χριστίνα έκλεισε τα μάτια της σφιχτά, σαν να είχε δεχτεί ένα ηχηρό χαστούκι. Ένα διαβρωτικό κύμα πίκρας ξεχύθηκε μέσα της.  

Ξέφυγε απ' την αγκαλιά του και στάθηκε όρθια. Του γύρισε την πλάτη γιατί δεν ήθελε δει το πρόσωπό της. Ένιωσε παγωμένη, σαν να την κυρίευαν τα πρώτα συμπτώματα μιας βαριάς αρρώστιας. 

 Ο Ίαν παρέμεινε καθισμένος στις ρίζες του δέντρου και την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Μπορούσε να νιώσει το βλέμμα του να καρφώνεται στην πλάτη της σαν μεγεθυντικός φακός, γεμάτο απορία,  αλλά της ήταν αδύνατον γυρίσει το πρόσωπό της, να τον κοιτάξει κατάματα και να του φανερώσει τη σκληρή αλήθεια. Και ταυτόχρονα ένιωσε φοβισμένη, κυριευμένη από ένα σκοτεινό κύμα αγνού τρόμου καθώς καταλάβαινε ότι για πρώτη φορά, μια βαθιά ρωγμή είχε εμφανιστεί ανάμεσά τους.  

-“Σου συμβαίνει κάτι;” τον άκουσε να τη ρωτάει. Της φάνηκε ότι η φωνή του ήχησε απόμακρη, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά, “Είπα κάτι που σε στεναχώρησε;” Η χροιά της ανησυχίας που τη χρωμάτιζε την έκανε να τρεμουλιάσει. 

-Αποφάσισε τότε, μέσα σε μια απειροελάχιστη στιγμή υπερφυσικής σχεδόν διαύγειας, να μην του καταστρέψει εκείνη την όμορφη στιγμή. Θα του έλεγε την αλήθεια αργότερα, όταν θα επέστρεφαν στην Ελλάδα. Αλλά εκείνο το μαγεμένο δάσος με τα υπέροχα δέντρα και το αρχαίο άγαλμα της Άρτεμης έπρεπε να μείνει αμόλυντο απ' την ασχήμια της πραγματικότητας. Καμπύλωσε τα χείλη της σ΄ένα προσποιητό χαμόγελο και στράφηκε για να τον αντικρίσει, όταν πρόσεξε για πρώτη φορά κάτι ασυνήθιστο. Έμεινε ακίνητη και κοίταξε τις κορφές των πανύψηλων δέντρων που περικύκλωναν το ξέφωτο σαν πράσινοι θεοί.

- Ο ουρανός είχε αλλάξει. Γκρίζα σύννεφα έκρυβαν το φως του ήλιου και κάλπαζαν φορτωμένα με τις ψιχάλες κάποιας ορμητικής βροχής. Μια μακρινή βροντή πλατάγισε πάνω απ' τις κορφές του δάσους. Ο αέρας γέμισε με στατικό ηλεκτρισμό και το χορτάρι που κάλυπτε το ξέφωτο θρόισε αναστατωμένο.


Η Χριστίνα κοίταξε τον σύζυγό της και πήρε μια βαθιά ανάσα για να του πει κάτι, κάτι κοινότυπο και καθησυχαστικό. Ξαφνικά όμως την τύφλωσε ένα διαπεραστικό φως, μια λευκή έκρηξη. Και μετά τον είδε να να πετάγεται όρθιος και να τρέχει προς το μέρος της με μια έκφραση τρόμου απλωμένη στο πρόσωπό του.



3



Ανοιγόκλεισε τα μάτια της νιώθοντας εντελώς αποπροσανατολισμένη. Κάτι παράξενο συνέβαινε. Το δάσος είχε γίνει κατασκότεινο. Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος, τα δέντρα είχαν μεταμορφωθεί σε σκοτεινές σιλουέτες που υψώνονταν γύρω της σιωπηλά σαν τρισδιάστατα αποτυπώματα από συμπαγές μελάνι. Μια λευκή ομίχλη σέρνονταν πάνω στο χορταριασμένο έδαφος, ένα πηχτό στρώμα υδρατμών που φωσφόριζε παράξενα και σκόρπιζε γύρω της ένα αχνό γαλαζωπό ημίφως. Η ησυχία που την περιέβαλλε ήταν βαριά και ακίνητη σαν τάφος. Επιπλέον, ήταν εντελώς μόνη. Ο Ίαν είχε γίνει άφαντος και μαζί του το ξέφωτο και το άγαλμα της Άρτεμης. Βρισκόταν χαμένη σε κάποια άγνωστη γωνιά του αρχαίου δάσους.

Άρχισε να περπατάει άσκοπα ανάμεσα στους τεράστιους κορμούς, μόνη και έρημη και  κυριευμένη από ένα τυφλό κύμα αγωνίας που όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό που της είχε συμβεί, αλλά σίγουρα ήταν κάτι το αφύσικο και το πολύ άσχημο. Ξαφνικά άκουσε παιδικά γέλια και φωνές να έρχονται από μακριά. Έμεινε ακίνητη και τέντωσε τα αυτιά της απορημένη. Μια από τις  φωνές ήταν σίγουρο ότι ανήκε στον Ίαν. 

Θ' αναγνώριζε τη φωνή του ακόμα και αν βρισκόταν ανάμεσα σ' ένα πλήθος χιλίων ανθρώπων που φώναζαν υστερικά. Οι γνώριμες διακυμάνσεις της, την έκαναν να χαμογελάσει άθελά της. Αναθάρρησε. Ξανάρχισε να περπατάει, με βήμα γοργό αυτή τη φορά, να τρέχει σχεδόν προς την κατεύθυνση των φωνών. Και τότε αντίκρισε ένα φως και μετά βρέθηκε στις παρυφές του ξέφωτου με το άγαλμα της θεάς.

Και σ΄εκείνο το σημείο σταμάτησε έκθαμβη, σχεδόν τρομαγμένη:

Γιατί το ξέφωτο, σε αντίθεση με το υπόλοιπο δάσος που ήταν βυθισμένο μέσα σ' εκείνο το πνιγηρό σκοτάδι, απλωνόταν μπροστά της λουσμένο στη λάμψη ενός ανοιξιάτικου απομεσήμερου. Το άγαλμα της Άρτεμης έστεκε αγέρωχο στο κέντρο του, λάμποντας σαν να ήταν φτιαγμένο από κεχριμπάρι ενώ στα πόδια του, γύρω απ' το γρανιτένιο βάθρο του, κάθονταν τρία ανθρώπινα πλάσματα: Μια όμορφη γυναίκα με μακριά κόκκινα μαλλιά, ένα μικρό αγόρι και ο Ίαν. Έμοιαζαν πολύ ευτυχισμένοι. Ο Ίαν καθόταν σταυροπόδι πάνω στο σμαράγδινο χορτάρι και δίπλα του, με τα πόδια της διπλωμένα, είχε κουρνιάσει η κοκκινομάλλα γυναίκα. Εκείνος την είχε τυλίξει με τα χέρια του και το πηγούνι του αναπαυόταν πάνω στο δεξί της ώμο. Χαμογελούσαν και παρακολουθούσαν το αγοράκι που είχε τα κόκκινα μαλλιά της μητέρας του και τα γαλανά μάτια του Ιαν να προσπαθεί να περπατήσει πάνω στο χορτάρι. Παραπατούσε ακόμα, αλλά κάθε φορά που έκανε ένα βήμα τσίριζε όλο χαρά. Φορούσε ένα λευκό ρουχαλάκι και κούναγε τα χεράκια του πέρα-δώθε προσπαθώντας να μη χάσει την ισορροπία του. 

Το βλέμμα της Χριστίνας που παρακολουθούσε εκείνη τη σκηνή κρυμμένη στο σκοτάδι σαν αγρίμι, καρφώθηκε πάνω στο πρόσωπο του συζύγου της. 

Εκείνος κοίταζε το αγοράκι  μ' ένα βλέμμα που ξεχείλιζε από αγάπη, χαρά και περηφάνεια. Μετά η γυναίκα τον φίλησε στο στόμα, αυτός της ανταπέδωσε το φιλί και εκείνη σηκώθηκε όρθια και πλησίασε το παιδί. Το πήρε στην αγκαλιά της και του το πρόσφερε. Εκείνος το αγκάλιασε με λαχτάρα, το παιδί τύλιξε τα χεράκια του γύρω από το λαιμό του και τον φίλησε στο μάγουλο. Μια  ευτυχισμένη οικογενειακή σκηνή. Η Χριστίνα συνέχισε να τους παρακολουθεί μαγνητισμένη, δέσμια μιας έλξης που δεν μπορούσε να υπερνικήσει. Τους είδε ν' απλώνουν στο χορτάρι ένα  καρό τραπεζομάντιλο, να βγάζουν από ένα ψάθινο καλάθι τάπερ και σακούλες με φαγητό, να μιλάνε μεταξύ τους και να γελάνε, να αγκαλιάζονται και να παίζουν λουσμένοι σ' εκείνο το χρυσαφένιο φως της ευτυχίας που εκείνη δεν μπορούσε να αγγίξει.

Ένιωσε τότε την καρδιά της να πλημμυρίζει σιγά-σιγά από έναν γλυκό πόνο που τη σκότωνε. Αλλά δεν μπορούσε να πάψει να κοιτάζει τον Ίαν, την ευτυχισμένη μακαριότητα που βασίλευε στο πρόσωπό του, να παρατηρεί τα γαλάζια του μάτια που έλαμπαν από χαρά και περηφάνια καθώς έπαιζε μ' εκείνο το αγοράκι που είχε καταλάβει πια ότι ήταν ο γιος που πάντοτε ήθελε ν' αποκτήσει. Τον έβλεπε να απολαμβάνει τις χαρές που εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ να του προσφέρει, την ευτυχία μιας εναλλακτικής πραγματικότητας στην οποία εκείνη δεν θα μπορούσε να ανήκει ποτέ.

Αλλά εκείνος έμοιαζε τόσο ευτυχισμένος!   Τόσο ολοκληρωμένος καθώς λουζόταν στην αγάπη εκείνης της γυναίκας και του μικρού παιδιού!

Η Χριστίνα ένιωσε απίστευτα μόνη, αποκομμένη, μια παρείσακτη. Έμοιαζε με άγριο ξωτικό της νύχτας που παρακολουθούσε το ηλιόλουστο ξέφωτο κρυμμένο στις σκιές του δάσους του που ήταν και η αιώνια φυλακή του. Ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν άντεχε να παρακολουθεί άλλο εκείνη την όμορφη σκηνή. Σηκώθηκε όρθια, γύρισε την πλάτη της στο φως του ανοιξιάτικου ήλιου και βυθίστηκε στις μαύρες σκιές. Τα πόδια της βυθίστηκαν στο χορτάρι που φωσφόριζε στρωμένο με την παράξενη λευκή ομίχλη και εκείνη άρχισε να περπατάει ανάμεσα απ' τα τεράστια δέντρα που υψώνονταν γύρω της σαν υπνωτισμένη. Τα μάγουλά της μουσκεύτηκαν από παγωμένα δάκρυα αλλά δεν μπήκε στον κόπο να τα σκουπίσει. Το μόνο που ήθελε ήταν να χαθεί μέσα στις σκιές. Κάποια στιγμή όμως άρχισε να τρέχει ξέφρενα, μακριά, παλεύοντας να ξεφύγει από εκείνες τις εικόνες που απειλούσαν να την πνίξουν.

Και τότε παραπάτησε, το έδαφος γλίστρησε κάτω απ' τα πόδια της και εκείνη βρέθηκε πεσμένη καταγής, πάνω στο κρύο και υγρό χορτάρι με τις μπλε καμπανούλες που έλαμπαν παράξενα και της χάιδευαν τα μάγουλα και τα χείλη με τα παγερά τους πέταλα. 

Ένιωσε ότι κάποιος ή κάτι την παρακολουθούσε. Ανασήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε μια γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά και φωτεινά πράσινα μάτια που την κοίταζε μ΄ένα βλέμμα που ακτινοβολούσε γεμάτο δύναμη και σοφία.

Την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η θεά που απεικόνιζε το άγαλμα. Η Άρτεμη. Η θεά του δάσους. Αλλά τώρα είχε ζωντανέψει και την πλησίαζε με γοργά και ανάλαφρα βήματα.



4



Το πανέμορφο πρόσωπο της αρχαίας θεάς έγειρε από πάνω της και η Χριστίνα την κοίταξε κατάματα. Τα μάτια της, της φάνηκαν απέραντα, απεριόριστα σαν πράσινα λιβάδια που εκτείνονται μέχρι τους πρόποδες μακρινών και πανύψηλων βουνών. 

Μια άηχη ερώτηση σχηματίστηκε μέσα τους:

“Τι θέλεις να κάνεις τώρα;”

Η Χριστίνα ψιθύρισε, πιο πολύ στον εαυτό της παρά στην πανώρια οπτασία που την παρατηρούσε σιωπηλή:

-“Θέλω να φύγω. Να φύγω μακρυά του.”

“Δεν τον αγαπάς;”
 
“Πιο πολύ και απ' την ζωή μου την ίδια,” της απάντησε αυθόρμητα η Χριστίνα, “αλλά γιαυτό και πρέπει να φύγω.”

Μια βουβή απορία, κάτι σαν ξάφνιασμα έλαμψε για μια στιγμή στην πράσινη απεραντοσύνη των υπερφυσικών εκείνων ματιών.

“Τον είδα στο ξέφωτο και είναι ευτυχισμένος,” της εξήγησε η Χριστίνα. “Δεν θέλω να σταθώ εμπόδιο σε αυτό”. “Αν τον αφήσω να μείνει με αυτή την άλλη γυναίκα, εκείνη θα του χαρίσει το παιδί που τόσο λαχταράει και αυτός θα είναι ευτυχισμένος. Προτιμώ να ζήσω μόνη και δυστυχισμένη παρά να του στερήσω αυτό το δικαίωμα.”

Η Άρτεμη την κοίταξε χωρίς να κινηθεί. Μετά της χαμογέλασε, ένα παράξενο πλατύ χαμόγελο που μεταμόρφωσε το πρόσωπό της σαν τον ήλιο που φωτίζει τον ουρανό όταν διαλύονται τα σύννεφα.Έσκυψε και τοποθέτησε ένα μικρό αντικείμενο στα χέρια της Χριστίνας, ένα ελαφρύ και στρογγυλό πραγματάκι. Ένα κουμπί. 

Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα” της είπε “γιατί τα πάντα τα καταπίνει ο πατέρας χρόνος. Αυτό είναι που κάνει πολύτιμη τη ζωή για σας τους θνητούς, το εφήμερο όλων των πραγμάτων.”
 
Και μετά εξαφανίστηκε. Και μαζί της εξαφανίστηκε και το σκοτεινό δάσος, τα γαλάζια λουλούδια του που έλαμπαν παράξενα, και ο κατάμαυρος ουρανός.


5



Η Χριστίνα άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε ξαπλωμένη σ΄ένα σιωπηλό δωμάτιο, μόνη, σκεπασμένη με μια λεπτή κουβέρτα. Έξω έβρεχε γιατί χοντρές στάλες βροχής έπεφταν πάνω στο γυαλί ενός μεγάλου παράθυρου.

Αντίκρισε ένα μεγάλο κρεβάτι με τέσσερις κολώνες, ένα τοξωτό παράθυρο με παλαιικές κουρτίνες και μια δρύινη ντουλάπα.  

Αναγνώρισε το δωμάτιο που είχαν νοικιάσει στον πύργο. Είχε επιστρέψει στον πολιτισμό, μακριά απ' το εφιαλτικό δάσος. Πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα, την πόρτα που έβγαζε στο μπάνιο, ακούγονταν ο θόρυβος που έκανε ένας άνθρωπος καθώς βούρτσιζε τα δόντια του. 

Εκείνη ανασηκώθηκε, γλίστρησε  έξω απ' το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά απ' τον ολόσωμο
καθρέφτη που κάλυπτε το ένα φύλλο της δρύινης ντουλάπας. Της έκανε εντύπωση το πόσο χλωμό φαινόταν το πρόσωπό της στο γκρίζο φως της βροχερής ημέρας που έμπαινε απ' το παράθυρο. 


Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε διάπλατα και εκείνη αντίκρισε την ψηλόλιγνη φιγούρα του Ιαν ο οποίος, μόλις την είδε, έτρεξε προς το μέρος της και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη ανατρίχιασε καθώς ένιωσε τα δυνατά του χέρια να σφίγγονται γύρω της. Τον κοίταξε κατάματα,  βυθίστηκε για μια ακόμα φορά στον γαλάζιο ωκεανό του βλέμματός του και διάβασε εκεί μέσα μια τρυφερότητα που την έκανε να πονέσει σαν μαχαιριά.

-“Νιώθεις καλύτερα σήμερα;” τη ρώτησε, “γιατί με κατατρόμαξες σ'΄εκείνο το δάσος!”

-“Τι εννοείς;” “τι μου συνέβη εκεί πέρα;”

-Ο Ίαν έμεινε σιωπηλός και το βλέμμα του περιεργάστηκε το πρόσωπό της έκπληκτο και λιγάκι φοβισμένο: 

-“Κοιμάσαι από χθες το απόγευμα,” της είπε, “δεν το θυμάσαι; Στεκόσουν στο κέντρο του ξέφωτου και κάτι άστραψε πάνω απ' το κεφάλι σου, ένα λευκό φως σαν αστραπή. Και εσύ έμεινες ακίνητη, σαν παγωμένη. Αμέσως μετά άρχισε να βρέχει αλλά εσύ έμοιαζες να έχεις πέσει σε μια κατάσταση υπνοβασίας. Φερόσουν σαν να είχες χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον σου. Οπότε σε πήρα απ' το χέρι και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κακήν κακώς. Μετά ανέβασες πυρετό και φέραμε ένα γιατρό που αφού σε εξέτασε και βρήκε το σφυγμό σου φυσιολογικό, σου έδωσε πολλά αντιπυρετικά. Ευτυχώς φαίνεται ότι έκαναν τη δουλειά τους!” συμπλήρωσε μ' ένα χαμόγελο ανακούφισης. 

Η Χριστίνα ξέφυγε απ΄το αγκάλιασμά του, κάθισε στο κρεβάτι και τον κοίταξε με σοβαρό ύφος. Το μυαλό της άρχισε να λειτουργεί και πάλι. Έμοιαζε με μεγαλούπολη που έχει υποστεί μπλακ-άουτ αλλά που ένα-ένα τα οικοδομικά της τετράγωνα φωτίζονται και πάλι. Η  παράξενη εμπειρία που είχε ζήσει στο δάσος, το αλλόκοτο εκείνο όνειρο, αν ήταν όνειρο τελικά, ξετυλίχτηκε στο μνημονικό της με μια επώδυνη διαύγεια. Ξαναντίκρυσε τον Ιαν στο ηλιόλουστο ξέφωτο, μ΄εκείνη την άλλη γυναίκα που του είχε χαρίσει το όμορφο λευκοντυμένο παιδάκι. 

-“Πρέπει να μιλήσουμε!” του είπε.

-Το σοβαρό της ύφος τον έκανε να σμίξει τα φρύδια του και να σταυρώσει τα χέρια μπροστά από το στήθος του. Έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να προφυλαχτεί από ένα άσχημο χτύπημα. 'Έκατσε δίπλα της, πάνω στο διπλό κρεβάτι και την  κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Μια έκφραση επιφυλακτικής αναμονής έκανε τα μάτια του να σκοτεινιάσουν.  Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους γέμισε από τον κροταλιστό ήχο των σταγόνων της βροχής που έπεφταν ορμητικές πάνω στο παράθυρο και από τον μακρινό απόηχο μιας μακρόσυρτης βροντής.

-“Χριστίνα, γιατί φέρεσαι τόσο περίεργα;”τη ρώτησε, “σίγουρα νιώθεις καλά; Μήπως θέλεις να ξαναφωνάξω τον γιατρό;”

-Η καρδιά της σφίχτηκε. Εκείνη τη στιγμή μετάνιωσε που δεν του είχε μιλήσει απ' την πρώτη στιγμή, που προσπάθησε ν' αναβάλλει το αναπόφευκτο μόνο και μόνο για να μην του χαλάσει την ομορφιά του ταξιδιού.

-“Είναι κάτι που θέλω να σου πω από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε στο αεροπλάνο.”

Ο Ίαν έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια του που τα είχε διπλωμένα ακόμα πάνω στο στήθος του.

-“Έχω καταλάβει ότι υπάρχει κάτι που θέλεις να μου πεις,” της είπε με ήρεμη και απαλή φωνή, “απλά δεν προσπάθησα να σε πιέσω γιατί υπέθεσα ότι για να είσαι απρόθυμη να μου μιλήσεις θα πρέπει να έχεις κάποιο σοβαρό λόγο. Έτσι λοιπόν έκανα ότι μπορούσα για να κάνω το ταξίδι μας όσο γίνεται πιο όμορφο, και να νιώσεις άνετα.”

-΄Εσκυψε το κεφάλι του ακόμα περισσότερο και έσφιξε τα δάχτυλά του, σαν να προσπαθούσε να αντέξει κάποιον ξαφνικό πόνο. Η Χριστίνα ένιωσε να καταλαμβάνεται από έναν παράξενο πανικό. Γιατί έπρεπε να είναι τόσο καλός και προστατευτικός απέναντί της; Γιατί τόσο ιπποτικός; 

Πήρε μια βαθιά ανάσα. 

-“Στο αεροδρόμιο λίγο πριν μπούμε στο αεροπλάνο για Γλασκώβη, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από την κλινική που είχα πάει για να κάνω κάτι γυναικολογικές εξετάσεις,” άρχισε να του εξηγεί.

“ Στη γραμμή ήταν ο γυναικολόγος που με είχε εξετάσει. Με πληροφόρησε ότι οι ωοθήκες μου είναι γεμάτες με ινομυώματα που θα πρέπει να αφαιρεθούν χειρουργικά. Ποτέ δεν θα καταφέρω να κάνω παιδιά. Είμαι εντελώς στείρα!”

-Ένας μορφασμός παγερής έκπληξης απλώθηκε στο πρόσωπο του Ιαν. Της φάνηκε άδειο ξαφνικά, κενό από κάθε είδους έκφραση. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Ένα βαρύ σύννεφο καταιγίδας μετέτρεψε το φωτεινό τους χρώμα σ' ένα γκριζωπό ημίφως.

Η πίκρα και η φριχτή αίσθηση της ματαίωσης που είχε νιώσει η Χριστίνα στο δάσος, απλώθηκε και πάλι μέσα της, χίλιες φορές πιο δυνατή. Ορίστε λοιπόν, το είχε κάνει. Τον είχε φέρει αντιμέτωπο με την άσχημη αλήθεια. 

- 
Αλλά η παγερή ακινησία που είχε απλωθεί πάνω στα ευγενικά χαρακτηριστικά του Ίαν δεν έλεγε να υποχωρήσει. Εκείνη δεν άντεχε άλλο να τον βλέπει. Σηκώθηκε απ' το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά απ' το παράθυρο. Βύθισε το βλέμμα της στον θολό και υγρό κόσμο που απλωνόταν πέρα απ' το βρεγμένο του γυαλί και περίμενε τη συνέχεια. Η καρδιά της καλύφθηκε από ένα βαρύ σκοτάδι όταν κατάλαβε ότι εκείνος δεν έκανε καμία προσπάθεια να σηκωθεί και να την πλησιάσει, να της πει μια παρηγορητική κουβέντα έστω, μια ευγενική λέξη. 

Ήταν ολοφάνερο πως όλα είχαν τελειώσει μεταξύ τους.

-Για να μην ξεσπάσει σε κλάματα μπροστά του, έκανε να πάει στο μπάνιο και να κλειδωθεί εκεί μέσα αλλά ξαφνικά, αν και μισοτυφλωμένη από καυτά δάκρυα, της φάνηκε ότι είδε τον Ιαν να στέκεται μπροστά της και να της κλείνει το δρόμο. Τον άκουσε να δίνει μια γερή κλωτσιά στην πόρτα, άκουσε την πόρτα να κλείνει μ΄έναν διαπεραστικό γδούπο και μετά ένιωσε τα στιβαρά του χέρια να την πιάνουν απ' τα μπράτσα και να την σπρώχνουν πίσω στο κρεβάτι. 

-Ήταν ανώφελο να του αντισταθεί. Έκατσε πάνω στο μαλακό πάπλωμα και τον κοίταξε μέσα από μάτια που κολυμπούσαν ακόμα, έτοιμα να ξεχειλίσουν.

-“Θα ετοιμάσω τη βαλίτσα μου και θα φύγω,” του είπε κουρασμένα, “και με συγχωρείς που κατέστρεψα τις υπέροχες διακοπές σου.”

-Ο Ίαν την ταρακούνησε βίαια με τα χέρια του, και άρχισε να της φωνάζει με τόσο άγριο ύφος που σχεδόν τον φοβήθηκε. Η αυτοσυγκράτηση και η ευγένεια με την οποία αντιμετώπιζε το κάθε τι, η ψυχραιμία και η καλοπροαίρετη υπομονή που έδειχνε και που τόσο πολύ την εντυπωσίαζαν κάθε φορά, έμοιαζαν να έχουν κάνει φτερά. Τη θέση τους είχε πάρει μια πρωτοφανής οργή: 

- “Μα έχεις τρελαθεί εντελώς;” κραύγασε. Η φωνή του ήταν τόσο βροντερή που της φάνηκε ότι μέχρι και τα τζάμια του δωμάτιου έτριξαν φοβισμένα. 

Εκείνη τον κοίταξε βουβά, χωρίς να καταλαβαίνει. 

-“Εδώ και μια βδομάδα, από τότε που ξεκινήσαμε αυτό το καταραμένο ταξίδι, κοντεύω να τρελαθώ! Σε βλέπω απόμακρη και παγερή, μια είσαι σκεφτική και μια τόσο στεναχωρημένη σαν να ετοιμάζεσαι να πεθάνεις και εγώ ο ηλίθιος νόμιζα ότι με είχες βαρεθεί και ότι έψαχνες να βρεις τρόπο να μου πεις ότι θέλεις να χωρίσουμε! Κόντευα να πεθάνω από αγωνία και προσπαθούσα με κάθε τρόπο να σε κάνω να με αγαπήσεις και πάλι αλλά εσύ τίποτα! Χαμένη στον κόσμο σου!” “Και τώρα μαθαίνω ότι απλά φοβόσουν να μου πείς ότι δεν μπορείς να κάνεις παιδια!”

Δίχως να περιμένει να ακούσει την απάντησή της, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω στο δωμάτιο. Έσφιγγε τις γροθιές του και κουνούσε το κεφάλι του πέρα-δώθε μουρμουρίζοντας οργισμένα:

- “Ε λοιπόν, ποτέ δεν θα καταφέρω να καταλάβω αυτό το μεσογειακό σου ταμπεραμέντο! Μα είναι σοβαρή συμπεριφορά αυτή για έναν ενήλικο άνθρωπο; Δεν με λυπάσαι καθόλου; Έλεος πια!” 

-Η Χριστίνα άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, τα σκούπισε και βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόσωπό του που είχε συσπαστεί και ήταν κατακόκκινο. Τα μάτια του άστραφταν, φορτωμένα με τις αστραπές μιας ωκεάνιας καταιγίδας.

- “Αφού ξέρω πόσο πολύ θέλεις ένα παιδί, εσύ ο ίδιος μου το είπες....” άρχισε να ψελλίζει με αποτέλεσμα ο Ιαν να ξαναρχίσει να περπατάει πάνω-κάτω στο δωμάτιο και να χειρονομεί έξω φρενών.

-“Ε, και λοιπόν; Ναι, το θέλω το παιδί αλλά τι σημασία έχει κάτι τέτοιο επιτέλους; Δηλαδή νομίζεις ότι θα προτιμούσα ένα παιδί απ' τη γυναίκα που αγαπάω πιο πολύ και απ' τη ζωή μου την ίδια;” Έμεινε ακίνητος για δεύτερη φορά και την κοίταξε με μάτια που έκαιγαν.

Η  Χριστίνα τον κοίταζε σαν απολιθωμένη. Ο πάντα συγκρατημένος και αξιοπρεπής Ίαν που είχε παντρευτεί, είχε γίνει καπνός. Τώρα αντίκριζε έναν εκρηκτικό άνδρα που την κοίταζε αναψοκοκκινισμένος σαν παντζάρι, με πύρινα μάτια και στόμα που συσπώνταν έρμαιο μιας πρωτόγνωρης αγανάκτησης.

-“Δηλαδή, δεν σε πειράζει που δεν...” έκανε να τον ρωτήσει με μια φωνή που ακούστηκε αδύναμη και λεπτή σαν τρομαγμένης μαθητριούλας. Εντελώς αντίθετη με τη δική του φωνή που ήταν φορτωμένη με τόσο πάθος και δύναμη που έμοιαζε με σάλπιγγα της δευτέρας παρουσίας.

-Ο Ίαν όρμησε καταπάνω της, έπεσε γονατιστός μπροστά της πάνω στο χαλί που κάλυπτε το πάτωμα και σκούπισε με τις παλάμες των καυτών χεριών του τα μάγουλά της που ήταν ακόμα μουσκεμένα.
- “Θα στο θέσω όσο πιο απλά μπορώ,” της είπε με αργά και σταθερά: “Απλά, χέστηκα για το αν θα μου κάνεις παιδί. Εγώ εσένα θέλω, όπως  ακριβώς είσαι!”

-Τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Πρώτη φορά τον άκουγε να μιλάει έτσι. Κάτι έλιωσε και έσβησε μέσα της. Κάτι κρύο σκοτεινό και άσχημο που είχε τρυπώσει σαν φίδι  στην καρδιά της από τη στιγμή που είχε αντικρίσει το φωτισμένο ξέφωτο του δάσους. Τη θέση του πήρε μια γλυκιά ζεστασιά που την αγκάλιασε σαν μητρικό χάδι. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ' το λαιμό του και τον φίλησε με όλη της τη δύναμη, ξανά και ξανά, μέχρι που οι αναπνοές τους μεταμορφώθηκαν σε πνιχτά λαχανιάσματα και οι βροντές της καταιγίδας που ξέσπασε πάνω απ΄το κάστρο, σκέπασαν τις κραυγές του πάθους που ξέφευγαν απ' τα υγρά τους στόματα.

-Πολύ ώρα αργότερα, καθώς ξάπλωνε ξέπνοη στο κρεβάτι, μέσα στη γυμνή αγκαλιά του Ιαν που κοιμόταν εξουθενωμένος, το βλέμμα της έπεσε πάνω στο κομοδίνο που βρισκόταν δίπλα του. Πάνω στην επίπεδη επιφάνειά του, αντίκρισε κάτι που ήταν εντελώς σίγουρη ότι δεν υπήρχε πριν. Ένα μεταλλικό κουμπί. Από κάποιο πουλόβερ. Φαινόταν λασπωμένο και λιγάκι σκουριασμένο και δίπλα του υπήρχε και μια τσακισμένη ελατοβελόνα.




Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2011

Το συγκεκριμένο αφήγημα αποτελεί το prequel ενός άλλου που λέγεται “Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ”