Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Απορίες Τρελού...Απορίες Όλων

Καλωσόρισμα




Το 4ο κατά σειρά blog μου, θα είναι ένας απλός τρόπος αποθήκευσης των σκέψεων και αποριών μου .. λίγες γραμμές. .δυο τρεις.. μερικές σκεψεις..και χώρος από κάτω σχολιασμού όσων θέλουν

Καλή μας αρχή λοιπόν
 

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ



1

Άνοιξε τα μάτια της και ανακάλυψε ότι ξάπλωνε στο παλιό διπλό κρεβάτι που είχαν φέρει απ' το Δουβλίνο, με τον διακοσμητικό ουρανό από διάφανο τούλι και τις τέσσερις στήλες με τα ελικοειδή σκαλίσματα. Άλλαξε πλευρό και αντίκρισε το παλιομοδίτικο ρολόι που είχαν για ξυπνητήρι. Στεκόταν σ΄ένα λευκό κομοδίνο και σύμφωνα με τις ενδείξεις του, η ώρα ήταν οκτώ και τριάντα το πρωί. Αναγνώρισε αμέσως το κιτρινωπό καντράν του με τους λεπτούς δείκτες από στιλβωμένο μέταλλο. Ήταν ομολογουμένως ένα κάπως άχαρο και αρκετά κακόγουστο αντικείμενο που της είχε χαρίσει ένας ασθενής της ο οποίος, όταν απαλλάχτηκε απ’ τους χρόνιους μυϊκούς πόνους που του είχαν κάνει τη ζωή μαρτύριο, είχε αποφασίσει να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα και να μεταναστεύσει μόνιμα στην Αυστραλία. Ο Ιαν, που έδειχνε μεγάλη κατανόηση όσον αφορά τη μανία της να μαζεύει κάθε είδους αναμνηστικά, είχε αποδεχτεί την ύπαρξη του με την στωική καλοσύνη που τον χαρακτήριζε γενικότερα ως άνθρωπο με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο ρολόι, μαζί με τα λούτρινα αρκουδάκια που καταλάμβαναν το σοφά κάτω απ’ το παράθυρο, να έχει μετατραπεί σε μόνιμο διακοσμητικό στοιχείο της κρεβατοκάμαράς τους.   

Ο Ιαν. Η Χριστίνα ένιωσε την αναπνοή της να σταματάει για μια στιγμή καθώς η συνειδητοποίηση ότι βρισκόταν και πάλι πίσω στην παλιά κρεβατοκάμαρα, με τις λευκές κουρτίνες που στόλιζαν το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στον πίσω κήπο και τη λουλουδάτη ταπετσαρία που κάλυπτε τους τοίχους, ανέτειλε μέσα της σαν μικρή ανατολή. 

Ανακάθισε νευρικά, πέταξε από πάνω της τα στρωσίδια του κρεβατιού και εστίασε  το βλέμμα της για δεύτερη φορά στο ρολόι. Το απαλό κροτάλισμα της βροχής που μούσκευε τον έξω κόσμο απλώθηκε γύρω της βελούδινο και διάχυτο σαν διάφανη ομίχλη. Ήταν μόνη στο ευρύχωρο υπνοδωμάτιο, βουτηγμένη στο γκρίζο φως ενός συννεφιασμένου πρωινού. Ωστόσο, απ' το ισόγειο του σπιτιού μπορούσε ν' ακούσει αχνούς θορύβους, απόμακρα βήματα και το γλυκό κροτάλισμα από πορσελάνινα πιάτα και ποτήρια που κάποιος τοποθετούσε σ΄ένα ξύλινο τραπέζι. Άκουσε επίσης το απαλό μουρμουρητό μιας ανδρικής φωνής που σιγοτραγουδούσε μια παλιά Ιρλανδέζικη μπαλάντα. 

Ο Ιαν. Η Χριστίνα τινάχτηκε όρθια, τυλίχτηκε μ' ένα χνουδωτό μπουρνούζι και βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα τρέχοντας σαν μανιακή. Κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια μιας στριφτής σκάλας και διέσχισε σαν σίφουνας το ημικυκλικό χολ που χώριζε το καθιστικό απ' την κουζίνα. Στη συνέχεια όμως έμεινε ακίνητη, σαν πετρωμένη, γιατί βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εικόνα που πίστευε ότι πότε ξανά δεν θ' αντίκριζε στη ζωή της: 

Πίσω απ' την πόρτα της κουζίνας που είχε απομείνει μισάνοιχτη, πάνω στο μακρόστενο τραπέζι της από γυαλιστερό ξύλο που είχε την απόχρωση του ηλιοφώτιστου μελιού, απλώνονταν μια πλειάδα από δίσκους πιάτα κανάτες και ποτήρια που φιλοξενούσαν τα συστατικά ενός πλούσιου πρωινού, βραστά αυγά, μαρμελάδα από βατόμουρα, ψιλο-καψαλισμένο ψωμί που μόλις είχε βγει απ’ την τοστιέρα και μια γενναία ποσότητα από φρέσκο-στυμμένο χυμό πορτοκαλιού. 

Η ίδια η κουζίνα μοσχομύριζε γαργαλιστικά ενώ πέρα απ’ τα φαρδιά παράθυρα που διαγράφονταν στον απέναντι τοίχο της, μπορούσε να δει τον κήπο ν’ απλώνεται βουτηγμένος στο γκρίζο και παγερό ημίφως της αυγής. Αλλά όλα αυτά ήταν απλές λεπτομέρειες γιατί το μόνο που είχε σημασία ήταν ο άνθρωπος που καθόταν μπροστά στο τραπέζι και άλειφε λίγη μαρμελάδα πάνω σε μια φέτα ψωμί. Η καρδιά της γοργοχτύπησε ξέφρενα, σε κατάσταση παροξυσμού. Αντιφατικά συναισθήματα εξερράγησαν μέσα της σαν εκτυφλωτικά βεγγαλικά, μια άγρια χαρά που πάλευε να υπερνικήσει κάτι που έμοιαζε με υπερφυσικό δέος. Εκείνος, εντελώς ανυποψίαστος ως προς τη θύελλα που είχε ξεσπάσει μέσα της, την κοίταξε κατάματα και της έστειλε ένα πλατύ χαμόγελο. Τα μάτια του έλαμψαν γαλανά και καθάρια, στη συνέχεια όμως, μια έκφραση απορίας χαράχτηκε στο πρόσωπό του:

-«Είσαι καλά αγάπη μου;» τη ρώτησε, «έχεις πάρει ένα ύφος σαν να βλέπεις φάντασμα! Σου ετοίμασα το πρωινό σου αλλά ελπίζω να μην σε ξύπνησα με τη φασαρία που έκανα!» 

Εκείνη έγνεψε καταφατικά χωρίς να καταφέρει να βρει τη δύναμη να του απαντήσει καθώς η φωνή του είχε ηχήσει ακριβώς όπως τη θυμόταν, ήρεμη και μετρημένη, απαλή και στοργική.  Ένιωσε πως έτσι και άνοιγε το στόμα της θα ξεσπούσε σε θριαμβευτικές κραυγές. Προτίμησε λοιπόν να τρέξει καταπάνω του και να τον αγκαλιάσει σφιχτά, τόσο δυνατά που παραλίγο να χάσει την ισορροπία του και να πέσει πάνω στον τοίχο της κουζίνας με το κρεμαστό ημερολόγιο και τα ραφάκια όπου φύλαγε τα μπαχαρικά της. Κατάφερε ωστόσο να τον συγκρατήσει και να κολλήσει το μάγουλο της πάνω στο δικό του που ήταν φρεσκοξυρισμένο και απαλό, σαν μεταξένιο. 
 
Η μύτη της πλημμύρισε απ’ το όμορφο άρωμα που είχε φορέσει, απ’ το διακριτικό άφτερ σέιβ του και από μια μικρή υποψία ταμπάκου, καθώς ο Ιαν είχε ήδη προλάβει να καπνίσει το πρώτο πούρο της ημέρας. Όλες αυτές οι μυρωδιές, καθώς και η ευωδιά του αρωματικού σαμπουάν που είχε χρησιμοποιήσει για το πρωινό του ντους, του αποσμητικού και της κολόνιας που του είχε χαρίσει στα γενέθλιά του, την τύλιξαν σαν μια γλυκιά συμφωνία από χαρμόσυνες νότες. Συνέθεταν την δική του μοναδική μυρωδιά που τόσο είχε νοσταλγήσει. Τα ρουθούνια της τρεμούλιασαν και μετά ακολούθησαν και τα χείλη της. Αλλά εκείνη δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να χάσει τον αυτοέλεγχο της.

Τραβήχτηκε απ’ την αγκαλιά του με μιαν αποφασιστική κίνηση και ορθώθηκε μπροστά του στητή και ψύχραιμη, σαν αγέρωχη καρυάτιδα.

-«Θέλω να με ακούσεις πολύ σοβαρά,» του είπε κοιτάζοντάς τον κατάματα. 

Το βλέμμα της βυθίστηκε μέσα στα υπέροχα μάτια του που έμοιαζαν με διάφανα ζαφείρια και για μια στιγμή ζαλίστηκε κάτω απ’ τα κύματα της χαράς που την κατέκλυσαν για ακόμα μια φορά: 

«Δεν θέλω να βγεις από το σπίτι πριν τις εννέα η ώρα! Όχι πριν τις εννέα! Θα μου κάνεις αυτή τη μικρή χάρη σε παρακαλώ;»    


2


Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του με απορία ενώ στο μέτωπό του χαράχτηκαν δύο κάθετες γραμμές. Αυτός ήταν ένας απ’ τους μορφασμούς του που αγαπούσε πιο πολύ από κάθε τι άλλο, όπως και το στραβό χαμόγελο που χαράχτηκε στα λεπτά του χείλη, ένα μείγμα έκπληξης και αμηχανίας, αλλά και της ενδόμυχης χαράς που του προκαλούσαν εκείνες οι ξαφνικές εκρήξεις της στοργής, «οι ανεξέλεγκτες εκπορεύσεις του μεσογειακού της ταμπεραμέντου» όπως συνήθιζε να τις αποκαλεί.

-«Χριστίνα, αφού ξέρεις πολύ καλά ότι μέσα στο επόμενο μισάωρο πρέπει να βρίσκομαι στο αεροδρόμιο και πως ήδη κινδυνεύω να φτάσω με μεγάλη καθυστέρηση. Γιατί λοιπόν μου ζητάς να κάνω κάτι τέτοιο;»

Εκείνη καταράστηκε νοερά τον εαυτό της που δεν είχε ήδη σκεφτεί κάποια πειστική δικαιολογία: 

«Είδα χθες στην τηλεόραση ότι ο καιρός θα χαλάσει πολύ και ότι θα χιονίσει!” τραύλισε τελικά, “Οι δρόμοι μπορεί να έχουν ήδη κλείσει και θα ταλαιπωρηθείς άδικα!»

-«Ανοησίες!» της απάντησε κοφτά. Κούνησε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά και πρόσθεσε: «Είδα τις πρωινές ειδήσεις και δεν είπανε τίποτα τέτοιο! Οι δρόμοι είναι ανοιχτοί και τα πάντα λειτουργούν κανονικά! Μπορείς να μου πεις τώρα τι στο καλό σου συμβαίνει πρωί-πρωί;»

Έκανε να απομακρυνθεί από κοντά της και να φορέσει το σακάκι του αλλά η Χριστίνα γαντζώθηκε πάνω του, τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ την μέση του και κόλλησε το πρόσωπό της πάνω στον κατάλευκο γιακά του φρεσκοσιδερωμένου πουκάμισού του.

-«Ιαν, σε παρακαλώ!» του ψιθύρισε με αγωνία, «Ένα τέταρτο σου ζητάω μοναχά, μείνε στο σπίτι  για ένα ακόμα τέταρτο και μετά κάνε ότι θέλεις!»

Αυτή τη φορά ήταν η δική του σειρά να την ξεκολλήσει από πάνω της και να σφίξει τα χέρια του γύρω απ’ τους ώμους της που είχαν αρχίσει να τρέμουν:

-«Χριστίνα σε παρακαλώ,» της είπε εμφατικά, «ξέρεις πολύ καλά πόσο σημαντικό είναι αυτό το αρχαιολογικό συνέδριο στη Ζυρίχη. Το έχουμε συζητήσει ξανά και ξανά εδώ και μήνες! Είναι η μεγάλη μου ευκαιρία να παρουσιάσω σε ολόκληρο τον κόσμο τη θεωρία μου για την αποκρυπτογράφηση του δίσκου της Φαιστού! Εξάλλου, θα λείψω για τρεις μέρες μονάχα, οπότε ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημά σου;»

Η έκφραση της αυστηρότητας που απλώθηκε στο πρόσωπό του της έδωσε να καταλάβει πολύ καλά πόσο παράλογη του φαινόταν η συμπεριφορά της. Αλλά δεν είχε την πολυτέλεια να νιώσει αμηχανία γι’ αυτό το γεγονός. Μόνο εξοργισμένη απ’ την ανικανότητά της να σκεφτεί κάτι που θα τον έκανε να μείνει μαζί της…για πόσο ακόμα; Κοίταξε κλεφτά το στρογγυλό ρολόι που κρεμόταν πάνω απ’ την πόρτα της κουζίνας και είδε ότι έλεγε εννέα παρά τέταρτο. Έπρεπε λοιπόν να τον κρατήσει μέσα στο σπίτι για δέκα λεπτά ακόμα-τουλάχιστον. Της ήρθε τότε μια σωτήρια ιδέα: Ξέφυγε απ’ το αγκάλιασμά του, άρπαξε το σακάκι του που κρεμόταν απ’ την πλάτη μιας καρέκλας και βούτηξε απ’ την εσωτερική του τσέπη το πορτοφόλι με τα λεφτά και το διαβατήριο του. Κραδαίνοντάς τα σαν τρόπαια, τον κοίταξε θριαμβευτικά:

-«Δέκα λεπτά ακόμα!» του φώναξε, «χάρισε μου άλλα δέκα λεπτά και τότε θα σου ξαναδώσω το πορτοφόλι σου, αλλά μέχρι τότε θα πρέπει να με σκοτώσεις για να το πάρεις!»

Ο Ίαν την κοίταξε αμίλητος με μάτια που είχαν ανοίξει διάπλατα. Το πρόσωπο του μεταμορφώθηκε σε μια παγωμένη μάσκα ατόφιας κατάπληξης: 

-«Έχεις τρελαθεί εντελώς;» τη ρώτησε με αργή και προσεκτική φωνή.

Εκείνη γέλασε δυνατά, παλεύοντας να καταπνίξει τα δάκρυα της χαράς που απειλούσαν να την πνίξουν.

-«Ναι!» του απάντησε, «εντελώς! Αλλά αν μου κάνεις τη χάρη και μου χαρίσεις τα δέκα λεπτά που σου ζητώ, σου υπόσχομαι ότι θα παρουσιάσω ραγδαία βελτίωση!»

Ο Ιαν έκανε μια κίνηση να την πλησιάσει. «Κοίτα να δεις…» άρχισε να της λέει κατευναστικά αλλά η Χριστίνα οπισθοχώρησε κρατώντας το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του, βγήκε πισωπατώντας απ’ την κουζίνα και σκαρφάλωσε δύο-δυο τα σκαλοπάτια που έβγαζαν στον πάνω όροφο. Μόλις έφτασε στην κορφή της σκάλας, κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της και τον είδε να την παρακολουθεί σαν χαμένος, με το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα της και το αριστερό του πόδι στο πρώτο της  σκαλοπάτι.

Της φάνηκε τόσο αξιολάτρευτος έτσι που την κοιτούσε αμίλητος σαν έκπληκτο παιδί, λιγάκι τρομαγμένος τώρα, ντυμένος μ’ ένα κλασσικό σκούρο μπλε κοστούμι και με μια όμορφη γραβάτα που τόνιζε το χρώμα των ματιών του, ψηλός λεπτός και ευθυτενής, με φαρδιές πλάτες και μακριά χέρια που κατέληγαν σε δυνατά και νευρώδη δάχτυλα! Έπαιξε για μια στιγμή με την ιδέα να ξανακατέβει τη σκάλα και να του τα εξηγήσει όλα. Αλλά ήξερε πολύ καλά ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως περίπτωση να την πιστέψει.  

Εκείνος έκανε ν’ ανέβει το πρώτο σκαλοπάτι. Μόλις το είδε αυτό, η Χριστίνα ξανάρχισε να τρέχει, διέσχισε την απόσταση που τη χώριζε από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους και την έκλεισε πίσω της με δύναμη. Αφού την διπλοκλείδωσε, στηρίχτηκε πάνω της και έριξε μια ματιά στο ρολόι του κομοδίνου. Πέντε λεπτά ακόμα.

Ύστερα από λίγο, άκουσε ένα διακριτικό χτύπημα.

-«Χριστίνα, πρέπει να μιλήσουμε,» της είπε ο Ιαν διστακτικά. 

Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Ακόμα και τώρα που η φαινομενικά παράλογη συμπεριφορά της απειλούσε ν' ακυρώσει εκείνο το ταξίδι που τόσο μεγάλη σημασία είχε για την ακαδημαϊκή του εξέλιξη, αρνούταν να της μιλήσει άσχημα ή απότομα. Εξακολουθούσε να παραμένει ψύχραιμος και ευγενικός, ένας τρυφερός σύζυγος που στα μάτια του η ευτυχία της μετρούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο.

-«Πέντε λεπτά!» του φώναξε ικετευτικά, «πέντε σύντομα λεπτά! Σε παρακαλώ!»

Μια μακριά σιωπή διαδέχτηκε τα λόγια της και μετά ακολούθησε η απάντησή του.

-«Εντάξει λοιπόν, πέντε λεπτά.» 

Ο τόνος της παραίτησης που χρωμάτιζε τη φωνή του της έδωσε να καταλάβει ότι είχε νικήσει. Ξεκλείδωσε με αργές κινήσεις την πόρτα, την άνοιξε μια στάλα και τον είδε να στέκεται μπροστά της και να την παρακολουθεί μ’ ένα ύφος θλιμμένης παραίτησης. Είχε φορέσει την λευκή καμπαρντίνα του και περίμενε υπομονετικά να περάσει και το τελευταίο πεντάλεπτο. Της φάνηκε όμορφος σαν θεός εκείνη τη στιγμή, ένα πλάσμα πολύτιμο και ιερό που όφειλε να το προστατεύσει από κάθε κακό. 

-«Το ξέρω ότι δεν μπορείς να καταλάβεις τι μου συμβαίνει,» του είπε, «αλλά πίστεψέ με, είναι για το καλό και τον δυο μας. Θα δεις!»

Ο Ιαν κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, χωρίς να βγάλει λέξη. Συνέχισε ωστόσο να την κοιτάζει κατάματα και εκείνη διάβασε στο βλέμμα του κάτι που έμοιαζε με φοβισμένη δυσπιστία, αλλά αυτό ήταν ένα πολύ μικρό τίμημα που έπρεπε να πληρώσει μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε. 

Τα τελευταία τρία λεπτά κύλησαν μεταξύ τους σε μια βαθιά σιωπή καθώς στέκονταν ακίνητοι ο ένας απέναντι από τον άλλο, σαν μονομάχοι πιστολέρος σε κάποιο σκονισμένο δρόμο της άγριας δύσης. Ξαφνικά το μεγάλο ρολόι του σαλονιού σήμανε εννέα η ώρα και η Χριστίνα, χωρίς να βγάλει λέξη, του πέταξε το πορτοφόλι του. Εκείνος το άρπαξε στον αέρα, έκανε μεταβολή και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα βιαστικά.

-«Θα μιλήσουμε γι’ αυτό όταν επιστρέψω,» της πέταξε και στη συνέχεια τον άκουσε να κλείνει πίσω του την εξώπορτα του σπιτιού. Έμεινε μόνη, στο άδειο σπίτι, με μόνη της συντροφιά το ρυθμικό τικ-τακ του μεγάλου ρολογιού του σαλονιού που μετρούσε φλεγματικά το πέρασμα του χρόνου. Ύστερα από καμιά δεκαπενταριά δευτερόλεπτα, άκουσε τη μηχανή του αυτοκινήτου του να παίρνει μπρός και μετά το θόρυβο λάστιχων που τρίβονταν πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο του δρόμου που περνούσε έξω απ’ το σπίτι. 

Και τότε μια άσχημη σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της: Σίγουρα θυμόταν καλά την ώρα; Και αν έπρεπε να τον είχε κρατήσει κοντά της για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα;



3


Ξανακατέβηκε τη σκάλα με την ψυχή στο στόμα. Έριξε στους ώμους της ένα αδιάβροχο μπουφάν που κρεμόταν δίπλα απ’ την εξώπορτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε στον έξω κόσμο. Ο κρύος αέρας του πρωινού τη χτύπησε βίαια σαν παγερό χαστούκι που έκανε το πρόσωπο και τα γυμνά της πόδια να μουδιάσουν. Σάρωσε με το βλέμμα της τον κήπο που τελείωνε μπροστά σε μια σφυρήλατη καγκελόπορτα και μετά το δρόμο που γυάλιζε μπροστά της σαν ένα στενό ποτάμι από γκριζωπό υδράργυρο. Ήταν άδειος. Τα γυμνά κλαδιά των δέντρων που σκίαζαν το απέναντι πεζοδρόμιο διαγράφονταν φορτωμένα με αμέτρητες σταγόνες νερού που άστραφταν σαν ασημένιες χάντρες στο ατσάλινο φως της βροχής. Μια διαπεραστική υγρασία την τύλιξε σαν υγρός μανδύας και μαζί της ο διάχυτος ψίθυρος αμέτρητων σταλαγματιών που έπεφταν γύρω της και μούσκευαν τα πάντα, τα στριφτά σίδερα της καγκελόπορτας, το γκαζόν και τους θάμνους του κήπου, εκείνη την ίδια. 

Ξαφνικά, άκουσε το διαπεραστικό μπουμπουνητό ενός κεραυνού. Έπεσε κάπου πολύ κοντά και ήχησε σαν εκκωφαντική κανονιά. Αμέσως μετά άκουσε έναν άλλο θόρυβο, εξίσου διαπεραστικό, τον εκκωφαντικό κροταλισμό που έβγαζαν τα βαριά κλαδιά ενός αιωνόβιου δέντρου που συντριβόταν στο έδαφος. Θυμόταν πολύ καλά ποιο δέντρο ήταν αυτό: Ένα παμπάλαιο πεύκο που είχε προσβληθεί από βαμβακίαση και που οι αργοκίνητες υπηρεσίες του δήμου δεν είχαν μπει στον κόπο να κλαδέψουν. Και αμέσως μετά άκουσε το στρίγκλισμά των τροχών κάποιου αυτοκινήτου που φρέναρε απότομα.  

Ο δακτύλιος αγνού τρόμου που την περικύκλωσε εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο ασφυκτικός που ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Διέσχισε τον κήπο τρέχοντας σαν αλαφιασμένη μαινάδα, άνοιξε την καγκελόπορτα με χέρια που είχαν καλυφθεί από μια μεμβράνη κρύου ιδρώτα και βγήκε ξυπόλητη στο δρόμο, πατώντας πάνω στην παγωμένη και τραχιά επιφάνεια του που είχε το γκρίζο και αποπνιχτικό χρώμα του συννεφιασμένου ουρανού. 

Εκατό μέτρα πιο πέρα, στο σημείο όπου ο δρόμος ενωνόταν με τη λεωφόρο που οδηγούσε στην πόλη, κάτι είχε λαμπαδιάσει, κάτι που είχε πέσει καταγής και είχε καλύψει ολόκληρο το δρόμο με το φλεγόμενο όγκο του. Ήταν το γέρικο πεύκο που είχε χτυπηθεί απ’ τον Τα φλεγόμενα κλαδιά του σχημάτιζαν ένα πύρινο φράγμα που καταλάμβανε το δρόμο σε όλο του το πλάτος ενώ μπροστά του ήταν σταματημένο ένα αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο του Ιαν. Ένας ανυπόφορος σπασμός αγνού τρόμου της έσφιξε το στήθος σαν τανάλια. Όμως αυτή δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να σταματήσει η καρδιά της να χτυπάει, όχι τώρα που βρισκόταν τόσο κοντά στην σωτηρία. Έκλεισε τα μάτια της, αυτοσυγκεντρώθηκε και άρχισε να μετράει αντίστροφα, κατευνάζοντας το ξέφρενο σφυγμό της. Ξανακοίταξε μετά το σημείο της καταστροφής αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει αν το φλεγόμενο δέντρο είχε πέσει μπροστά απ' το αυτοκίνητο ή επάνω του. 

Άρχισε να τρέχει σαν τρελή πάνω στο γλιτσιασμένο οδόστρωμα βάζοντας όλη της τη δύναμη. Τα πόδια της πολύ γρήγορα μούλιασαν απ’ το παγωμένο νερό της βροχής και η αναπνοή άρχισε να βγαίνει με δυσκολία ανάμεσα απ΄τα χείλη της αλλά η απόσταση που τη χώριζε απ’ το φλεγόμενο δέντρο έμοιαζε τεράστια και αγεφύρωτη ενώ η σιωπή που κρεμόταν πάνω απ’ τον άδειο δρόμο με τη δεντροστοιχία από απογυμνωμένους πλάτανους είχε αποκτήσει μια συνωμοτική ποιότητα που έμοιαζε να την κοροϊδεύει. 

Χίμηξε στο πλάι του αυτοκινήτου και χτύπησε την πόρτα του οδηγού με τη γροθιά της. Όταν αυτή δεν άνοιξε, έσκυψε και κοίταξε με αγωνία μέσα απ’ το τζάμι. Είδε τον Ίαν να κάθεται ακίνητος στη θέση του οδηγού και να κοιτάζει άναυδος το θέαμα της φωτιάς που μαινόταν μπροστά του, ένα μόλις μέτρο μπροστά απ’ τον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου. Τα χέρια του ήταν ακόμα ακουμπισμένα στο τιμόνι ενώ στο πρόσωπό του είχε θρονιαστεί ένας μορφασμός εξωπραγματικού τρόμου.  Η Χριστίνα ξαναχτύπησε με  τη γροθιά της το τζάμι, σε κατάσταση αλλοφροσύνης, προσπαθώντας να καταλάβει αν εκείνος ήταν καλά.

Ο Ιαν έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος της, αργά-αργά, σαν να πάλευε ενάντια στην επήρεια κάποιου πανίσχυρου ηρεμιστικού και εκείνη φοβήθηκε όταν είδε πόσο αλλοιωμένο φαινόταν το πρόσωπό του κάτω απ' την κόκκινη λάμψη του φλεγόμενου δέντρου. Πίεσε με τη παλάμη της το τζάμι για να του δώσει να καταλάβει ότι ήταν καλά και εκείνος, λες και ξυπνούσε ξαφνικά από ένα βαθύ ύπνο, έλυσε τη ζώνη ασφαλείας του καθίσματος με μια αποφασιστική κίνηση, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, βγήκε έξω, ορθώθηκε μπροστά της και την αγκάλιασε με δύναμη. Η Χριστίνα βύθισε το πρόσωπό της στο στήθος του και ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν σφιχτά και να σχηματίζουν γύρω της ένα μαγικό κλοιό που έλιωσε ακαριαία τον τρόμο που την είχε κυριεύσει. Ήταν ζωντανός. Με τη βοήθειά της είχε δραπετεύσει απ’ τα δόκανα ενός φριχτού και άδικου θανάτου. 

Μια διαπεραστική έκρηξη τους έκανε να σκιρτήσουν τρομαγμένοι. Κρατώντας ακόμα σφιχτά ο ένας τον άλλο, είδαν τα κλαδιά του δέντρου να σκάνε σαν μικρά πυροτεχνήματα. Μια άγρια πνοή καυτού αέρα έκανε τα μαλλιά τους ν’ ανεμίσουν. 

Ο Ίαν την φίλησε στο μέτωπό και της είπε με αποφασιστικό ύφος:

-«Πρέπει να φύγουμε από ‘δώ!» Μετά, την έχωσε μέσα στο αυτοκίνητο, έκατσε με τη σειρά του στη θέση του οδηγού και άρχισε να οδηγεί με την όπισθεν πίσω στο σπίτι, κοιτάζοντας προς τα πίσω,  το κεφάλι του στραμμένο στο πλάι και οι μυώνες του λαιμού του τεντωμένοι σαν σκοινιά κάτω απ’ το λευκό δέρμα του λαιμού του.  Η Χριστίνα τον άφησε να οδηγήσει χωρίς να βγάλει λέξη. Ένιωθε τόσο εξαντλημένη που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον παρακολουθεί καθώς μανουβράριζε το αμάξι και να αισθάνεται για πρώτη φορά μετά από χρόνια ολόκληρα, τη ζεστασιά μιας γλυκιάς ευτυχίας να την γεμίζει σιγά-σιγά. 

Ο Ιαν παρκάρισε μπροστά απ’ το σπίτι τους, βγήκε απ’ το αυτοκίνητο, έκανε το γύρω του, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και αγκαλιάζοντάς την από τους ώμους, την σήκωσε όρθια και την τύλιξε με την καμπαρντίνα του για να την προφυλάξει απ’ το κρύο τον αέρα και τη βροχή. Πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της και κάλυψε μαζί της τη μικρή απόσταση που τους χώριζε απ’ το σπίτι. Τη στιγμή που έκλειναν πίσω τους την πόρτα, άκουσαν το δυνατό και παρατεταμένο μπουμπουνητό ενός ακόμα κεραυνού. 

4


Ο Ιαν παραπάτησε τη στιγμή που δρασκέλιζε μαζί της το κατώφλι και εκείνη κατάλαβε ότι δεν είχε συνέλθει ακόμα απ’ το σοκ της παρ’ ολίγον πρόσκρουσης με το φλεγόμενο δέντρο. Τον οδήγησε λοιπόν στο σαλόνι και τον έβαλε να καθίσει σε μια πολυθρόνα, κοντά στο τζάκι που λειτουργούσε με φυσικό αέριο και που ήδη έβγαζε μια γλυκιά ζεστασιά, τόσο διαφορετική απ’ την καυτή ανάσα της φωτιάς που παραλίγο να τον κάψει. Εκείνος σωριάστηκε στην αγκαλιά της πολυθρόνας χωρίς να βγάλει λέξη. Έσφιξε σπασμωδικά το ποτήρι με το κονιάκ που του έβαλε στο χέρι και το έφερε στα χείλη του με δάχτυλα που έτρεμαν ακόμα. Η Χριστίνα γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε καθησυχαστικά το μάγουλο. Ο Ιαν την κοίταξε με μάτια πελώρια, που γυάλιζαν ακόμα πυρετικά και αφού κατάπιε μια γερή γουλιά, μουρμούρισε με δέος:

-«Παραλίγο να πεθάνω εκεί πέρα,» «Αν δεν είχα καθυστερήσει να φύγω απ' το σπίτι, εκείνο το δέντρο θα με είχε σίγουρα πλακώσει!» Στη συνέχεια ζάρωσε τα φρύδια του, λες και μόλις συνειδητοποιούσε κάτι, και πρόσθεσε με σπασμένη φωνή: «Μου έσωσες τη ζωή! Αν δεν ήσουν τόσο αποφασισμένη να μ’ εμποδίσεις να φύγω, τώρα θα ήμουν νεκρός! Αλλά πως στην ευχή το ήξερες;»

Η Χριστίνα του πήρε το ποτήρι από το χέρι, το ακούμπησε στο πάτωμα και πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του.

- “Απλά ξύπνησα γνωρίζοντας τι θα συνέβαινε αν δεν σε καθυστερούσα,” του είπε προσπαθώντας ν΄ακουστεί πειστική, “αλλα τι σημασία έχει τώρα πια;” Μετά, με μια φωνή που ήταν σιγανή σαν ψίθυρος και απόλυτα ειλικρινής αυτή τη φορά, πρόσθεσε: 

-«Δεν έχεις ιδέα πόσο πολύ σε αγαπάω, έτσι;» «το καταλαβαίνεις ότι αν πάθεις κάτι κακό, θα καταστραφώ; Ότι θα πεθάνω μέσα μου;» Η φωνή της ράγισε. Τον φίλησε με λαχτάρα και η αίσθηση των απαλών και ζεστών χειλιών του πάνω στα δικά της ξεσήκωσε μέσα της έναν τόσο βίαιο ανεμοστρόβιλο ανακούφισης που το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να τον αγκαλιάσει σφιχτά για μια ακόμα φορά. Όταν ένιωσα τα μπράτσα του να τυλίγονται γύρω από τη μέση της, έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του και άρχισε να κλαίει βουβά.

Ο Ίαν άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί λόγια παρηγορητικά, να της λέει πως την αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο και ότι θα ήταν για πάντα μαζί, πως δεν έπρεπε να φοβάται ποτέ και τίποτα και ότι οι ζωές τους θα ήταν δεμένες για μια αιωνιότητα. Έγειρε το πρόσωπό του πάνω απ’ το δικό της και το βλέμμα του ακτινοβολούσε τόσο πολύ από εκείνη τη βελούδινη τρυφερότητα που τόσο είχε νοσταλγήσει, που για μια στιγμή της φάνηκε ότι θα λιποθυμούσε από ευτυχία. Και μετά ο χρόνος στάθηκε ακίνητος για μια στιγμή, για μια ατελείωτη στιγμή αγνής μακαριότητας που πλημμύρισε απ’ το σφύριγμα της φωτιάς στο τζάκι και τις στάλες της βροχής που έπεφταν ορμητικά πάνω στα κλειστά παράθυρα. 

Κάποια στιγμή ο Ίαν της έδωσε ένα δεύτερο φιλί, πεταχτό και παιχνιδιάρικο αυτή τη φορά, και της είπε:

-«Μα εσύ έχεις γίνει μούσκεμα! Ανέβα γρήγορα ν’ αλλάξεις γιατί δεν σε βλέπω να τη γλυτώνεις την πνευμονία! Άκου τι θα κάνουμε: Εσύ θα πας να φορέσεις κάτι πιο κατάλληλο και εγώ θα κάνω μερικά τηλέφωνα μια και έχασα την πτήση μου και θα πρέπει κάπως να τα μπαλώσω. Και μετά, βλέπουμε!

Η Χριστίνα σκούπισε τα δάκρυά της και γέλασε δυνατά: 

-«Αν ανοίξεις την τηλεόραση,» τον διαβεβαίωσε  εκείνη, «θα δεις ότι η καταιγίδα που μόλις ξέσπασε είναι πολύ πιο βίαιη από ότι περίμεναν οι μετεωρολόγοι και αυτή τη στιγμή έχουν κλείσει αεροδρόμια, δρόμοι και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Είμαστε αποκλεισμένοι εδώ μέσα για το υπόλοιπο της ημέρας!» 

Αντί να της απαντήσει, ο Ιαν προτίμησε να σηκωθεί όρθιος και να σηκώσει ταυτόχρονα και την ίδια. 

-«Ολοταχώς για την κρεβατοκάμαρα!” της είπε προστακτικά, «και χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις σε παρακαλώ!»

Εκείνη ξανάβαλε τα γέλια, ξέφυγε απ’ το αγκάλιασμά του, βγήκε απ' το σαλόνι και ανέβηκε άκοπα τη σκάλα νιώθωντας σαν να ταξίδευε πάνω στη ράχη ενός κύματος ανόθευτης ευτυχίας. 


5


Κοίταξε τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου. Αντίκρισε το πρόσωπο μιας γυναίκας με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και φωτεινά μάτια, σαράντα περίπου ετών, που εκείνη τη στιγμή της χαμογελούσε σκανταλιάρικα, όλο ζωντάνια. Η ζωή είχε γίνει όμορφη και πάλι. Είχε αποκτήσει την υπέροχη γεύση του απροσδόκητου που είχε μια φορά και έναν καιρό, την  ευδαιμονική λάμψη μιας ολόδροσης νεότητας  που δεν θα έσβηνε ποτέ. Ακριβώς όπως τότε, εκείνο το τόσο μακρινό καλοκαίρι του 1996, στη Γαύδο, όταν γνώρισε για πρώτη φορά τον άντρα που επρόκειτο να μετατραπεί στη μια και μοναδική αγάπη της ζωής της. Η ανάμνηση εκείνης της πρώτης φοράς ξεδιπλώθηκε σαν ένα πολύχρωμο υφαντό πάνω στις σκέψεις της, άνθισε σαν ένα ολόφρεσκο τριαντάφυλλο που δεν είχε χάσει τίποτα απ΄το γλυκό του άρωμα.       

Είχε καταφύγει σ' εκείνο το μικρό νησί με την προσδοκία ότι μια σύντομη απομόνωση απ' την καθημερινότητα θα την χαλάρωνε ύστερα από μια αρκετά αγχώδη και κουραστική χρονιά. Είχε σουρουπώσει και εκείνη καθόταν στην άκρη του νερού, πάνω στην άμμο, κάπου στην έρημη και αχανή παραλία του Σαρακήνου. Η θάλασσα, χλιαρή και διάφανη, έγλειφε τα δάχτυλα των ξυπόλυτων ποδιών της μουρμουρίζοντας γλυκά, ο ουρανός, απέραντος και ανέφελος, έμοιαζε με το αστραφτερό εσωτερικό ενός ξεβρασμένου όστρακου. Τα πρώτα αστέρια είχαν ήδη αρχίσει να κολυμπούν μέσα στη διάφανη αγκαλιά του. Απέναντί της, πέρα απ' το κοιμισμένο πέλαγος διαγράφονταν οι κορυφογραμμές της Κρήτης, λουσμένες στο τελευταίο φως της ημέρας ενώ πίσω της, πίσω απ' την αμμουδιά της παραλίας, ξεκινούσε ένα δάσος από κέδρους με συσταμμένα κλαδιά και κορμούς που σχημάτιζαν παράξενα σχέδια. Εκείνη απολάμβανε τη γαλήνη και τη σιωπή της όμορφης εκείνης ώρας με μια θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια, ενώ η σκέψη ότι εκείνη ήταν η νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, η μικρότερη νύχτα του χρόνου, κλωθογύριζε στο μυαλό της ασταμάτητα, καθώς και η σκέψη ότι σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις των λαών ολόκληρου του κόσμου, ήταν μια νύχτα μαγική όπου τα σύνορα μεταξύ του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των πνευμάτων, γίνονται διάφανα και ασαφή. Και τότε, τη στιγμή που έκλεινε τα μάτια της και  έγερνε πίσω το κεφάλι της απολαμβάνοντας το μουρμουριστό νανούρισμα της θάλασσας, άκουσε την  ευγενική φωνή κάποιου άγνωστου άνδρα να τη ρωτάει σε άψογα και καλλιεργήμενα αγγλικά:

-”Με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά μήπως τυχαίνει να γνωρίζετε κάποιο μέρος όπου θα μπορούσα να φάω κάτι και να κοιμηθώ απόψε;”

Άνακάθισε ξαφνιασμένη και αντίκρισε έναν ψηλόλιγνο τύπο που ήταν ντυμένος με ένα μπεζ λινό πουκάμισο και μια μακριά βερμούδα. Ένας στρατιωτικός σάκος κρεμόταν απ' τους φαρδιούς του ώμους και φορούσε πεζοπορικά  παπούτσια με σταυρωτά κορδόνια. Μια μάζα από κατσαρά μαλλιά που είχαν το χρώμα της άμμου και έμοιαζαν απελπιστικά ανεμοδαρμένα και ακατάστατα κάλυπτε το κεφάλι του ενώ μια μικρή γενειάδα στο ίδιο χρώμα φύτρωνε στα μάγουλα και το πηγούνι του. Το δεύτερο πράγμα που κατέγραψε το μυαλό της ήταν τα μάτια του, μεγάλα, ονειροπόλα και φωτεινά, στο χρώμα του γαλάζιου ουρανού, που την κοίταζαν γελαστά μέσα στο ρόδινο ημίφως του καλοκαιρινού σούρουπου. Και το τρίτο πράγμα που πρόσεξε ήταν η μύτη του: Ήταν δυνατή και αετήσια, πολύ αριστοκρατική, σχεδόν αρχαιοελληνική.

-”Αν δεν έχετε εξασφαλίσει ήδη κάποιο κατάλυμα, θα δυσκολευτείτε αρκετά για να βρείτε κάτι για απόψε,” του εξήγησε, “Η τουριστική υποδομή αυτού του νησιού είναι μάλλον ανύπαρκτη!” Ευτυχώς τα αγγλικά της ήταν σχετικά καλά γιατί ήταν μια  φανατική αναγνώστρια των βιβλίων της Jane Austen- o κύριος Darcy στο “Περηφάνεια και Προκατάλειψη” ήταν ο αγαπημένος της λογοτεχνικός ήρωας.  Επίσης, της άρεσαν πολύ οι αγγλικές ταινίες εποχής οπότε ήταν αρκετά εξοικειωμένη με την καθαρόαιμη βρεταννική προφορά. 

Ο άγνωστος ξένος φάνηκε να ανησυχεί. “Μπορώ να καθίσω λιγάκι δίπλα σας;” τη ρώτησε και μετά, αφού εκείνη του έδωσε την άδειά της, καθησυχασμένη απ' τον ευγενικό τόνο της φωνή του, της είπε ότι τον έλεγαν Ιαν, Ιαν Φλάναγκαν. Της εξήγησε ότι ήταν ένας Ιρλανδός φοιτητής της αρχαιολογίας απ' το Πανεπιστήμιο του Κορκ και ότι έκανε ένα διετές μεταπτυχιακό πάνω στον Μινωικό πολιτισμό. Υποτίθεται ότι απόψε θα συναντούσε τα μέλη μιας ομάδας αρχαιολόγων απ' τη Θεσσαλονίκη και θα ξεκινούσε μαζί τους κάποια μελέτη πάνω στα υπολλείμματα ενός νεολιθικού οικισμού που είχε εντοπιστεί στη Γαύδο, αλλά όπως φαίνεται, είχε γίνει κάποιο μπλέξιμο της τελευταίας στιγμής και τελικά δεν θα ερχόταν κανείς από δαύτους μέχρι την επόμενη μέρα.

Ήταν γοητευτικός. Η μουσικότατη προφορά του, η κάπως παλιομοδίτικη αβρότητα στους τρόπους του και η εκλεπτυσμένη αυτοσυγκράτηση που επιδείκνυε ήταν μια ευχάριστη αλλαγή από οτιδήποτε είχε συναντήσει μέχρι τότε. Η Χριστίνα του πρότεινε να φάνε μαζί σε κάποια απ΄τις τρεις όλες κι όλες ταβέρνες της παραλίας που έπαιρναν ρεύμα από βενζικοκίνητες γεννήτριες μια και το νησί δεν ήταν ακόμα συνδεδεμένο με το εθνικό ήλεκτρικό δίκτυο. Εκείνος δέχτηκε με χαρά την πρόσκλησή της. Μια ώρα αργότερα, μετά από ένα πλούσιο γεύμα που περιλάμβανε χωριάτικες σαλάτες, χταποδάκι στα κάρβουνα και τοματοκεφτέδες, καθώς έπιναν ρετσίνα κάτω από το φως των αστεριών, η Χριστίνα διαπίστωνε ότι ένιωθε πολύ ευτυχισμένη, για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό. 

Ο Ίαν δεν ήταν απλά πολύ ευγενικός, ήταν και πνευματώδης, witty όπως λένε και οι εγγλέζοι και είχε να τις διηγηθεί ένα σωρό διασκεδαστικές ιστορίες γύρω απ' τη νυχτερινή ζωή του Δουβλίνου που την έκαναν να γελάσει με την ψυχή της. Της μίλησε για τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του, το πόσο πολύ επιθυμούσε να γίνει ακαδημαικός, ένας καθηγητής πανεπιστημίου σε κάποιο καλό πανεπιστήμιο που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί εξ' ολοκλήρου με το όνειρο της ζωής του που ήταν η εξιχνίαση των μυστικών πτυχών της προιστορικής Κρήτης. Εκείνη του μίλησε για τη δική της ζωή, για το ενδιαφέρον που έτρεφε για τις εναλλακτικές θεραπείες πάνω στις οποίες φιλοδοξούσε να εργαστεί κάποτε επαγγελματικά, για τα μυστικά του ρέικι και της αρωματοθεραπείας και για την εκπληκτική ικανότητα της ανθρώπινης ψυχής να θεραπεύει το σώμα με τη δύναμη της πίστης. Του μίλησε για τα μαθήματα γιόγκα που έκανε και του ανέφερε τον τρόπο με το οποίο η σωστή αναπνοή μπορει να οδηγήσει κάποιον σε μια κατάσταση βαθιάς και πολύ θεραπευτικής χαλάρωσης και σ' ένα πνευματικό επίπεδο διευρυμένης συνειδητότητας. 

Εκείνος έμοιαζε να την ακούει με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Της εξήγησε πως πολλοί αρχαίοι λαοί κατά πάσα πιθανότητα τα γνώριζαν όλα αυτά και πως εξαιτίας αυτών των γνώσεων είχαν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για τον χώρο και τον χρόνο από ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι που ζούσαν εγκλωβισμένοι σε μια γραμμική και ασφυκτική πραγματικότητα. Τη διαβεβαίωσε επίσης πως η αρχαία σοφία που είχε ακόμα διασωθεί ήταν σίγουρο ότι μια μέρα θα βοήθαγε τη σημερινή ανθρωπότητα να ξεφύγει απ' τα αυτοδημιούργητα αδιέξοδά της. Tης αφηγήθηκε κάποιους απ' τους θρύλους και τους μύθους της πατρίδας του και μίλησαν για νεράιδες και για ξωτικά και για το πόσο παράξενες ήταν οι ομοιότητες που υπήρχαν στις σχετικές αφηγήσεις και των δυο λαών τους που απείχαν γεωγραφικά τόσο πολύ ο ένας από τον άλλο. Ύστερα μίλησαν για εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης και για τα μυστήρια του σύμπαντος και μετά, όταν ολοκλήρωσαν το γεύμα τους, κατέληξαν να χορεύουν στην άδεια παραλία, κάτω απ' το φως των αστεριών, ακούγοντας μουσική απ' το φορητό CD-player, του Ίαν o οποίoς, όπως αποδείχτηκε, ήταν φανατικός ακροατής της χορευτικής τζαζ της δεκαετίας του '30 και '40. Ξεκίνησαν με το “cheek to cheek” του Fred Astaire, συνέχισαν με το “the very thought of you” της Billy Holiday και κάποια στιγμή προσπάθησαν να εκτελέσουν τις χορευτικές φιγούρες του ορχηστρικού “Into the groove” του Glenn Miller, χωρίς μεγάλη επιτυχία εντούτοις καθόσον η αφράτη αμμουδιά της παραλίας δεν θύμιζε σε τίποτα πίστα χορού. 

Στη συνέχεια κολύμπησαν βαθιά μέσα στη θάλασσα, κάτω απ' τη λευκή λάμψη του φεγγαριού που είχε ανατείλει και κάποια στιγμή, κατέληξαν να κάνουν έρωτα στην άμμο, εκεί όπου το κύμα συναντούσε την ξηρά, με το πρώτο φως της αυγής. Το σύμπαν φάνηκε να συνομωτεί μαζί τους καθώς η ομάδα των αρχαιολόγων που περίμενε ο Ίαν έφτασε τελικά με τρεις μέρες καθυστέρηση. Ηταν τρεις υπέροχες μέρες και νύχτες με μπόλικο κολύμπι και βόλτες στις παραλίες του νησιού, λουκούλεια γεύματα, εξερευνήσεις και ολονύχτιες ερωτοτροπίες. 

Στο τέλος των τριών εκείνων ημερών, όταν έφτασε η στιγμή που η Χριστίνα έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα, κατάλαβε ότι για πρώτη φορά στη ζωή της ήταν αθεράπευτα και αμετάκλητα ερωτευμένη. Το ευτύχημα ήταν ότι και ο Ιαν ένιωθε ακριβώς το ίδιο οπότε αποχαιρετίστηκαν με παθιασμένα φιλιά και παρατεταμένα σφιχταγκαλιάσματα στο λιμανάκι της χώρας του νησιού. Ακολούθησε μια περίοδος ανταλλαγής ατελείωτων τηλεφωνημάτων και μακροσκελών επιστολών-το Ιντερνετ δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα τόσο πολύ-και στη συνέχεια, εκείνος, επιδεικνύοντας μια αποφασιστικότητα που την άφησε ευχάριστα αποσβολωμένη, πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του σε χρόνο ρεκόρ, κατάφερε να βρει μια θέση Πανεπιστημιακού καθηγητή στην Αθήνα και μέσα στα επόμενα δέκαπέντε χρόνια είχε μετακομίσει μαζί της σ' ένα μικρό αλλά όμορφο σπίτι των βορείων προαστείων όπου ζούσε μαζί της αυτό που περιέγραφε πότε-πότε ως “τον προσωπικό του Παράδεισο”: Τη ζωή ενός αγαπητού από τους φοιτητές και του συναδέλφους του καθηγητή που συζούσε με τη δραστήρια και πανέμορφη διοκτήτρια ενός κέντρου εναλλακτικών θεραπειών με μεγάλη πελατεία. 


6


Η Χριστίνα ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη και αποφάσισε να γίνει όμορφη. Ξεντύθηκε βιαστικά, έκανε ένα γρήγορο ντους, σκουπίστηκε και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα. Άκουσε τον Ίαν να μιλάει στο τηλέφωνο με το γνωστό δυναμικό και ευγενικό ταυτόχρονα τόνο φωνής που χρησιμοποιούσε όταν απευθυνόταν στους συναδέλφους του. Στη συνέχεια θα πρέπει ν' άναψε την τηλεόραση γιατί η ακατάσχετη φλυαρία της άρχισε ν' αντηχεί μέσα σ' ολόκληρο το σπίτι σαν απόμακρη παλίρροια. 

Άνοιξε την ντουλάπα όπου φύλαγε τα ρούχα της και δέκα λεπτά αργότερα, άρχισε να κατεβαίνει με μεγαλοπρέπεια την εσωτερική σκάλα του σπιτιού μεταμορφωμένη σε μια  πολύ πειστική εκδοχή της Audrey Hepburn, ντυμένη μ' ένα αμάνικο μαύρο cocktail dress, μάυρες γόβες, διακριτικά κοσμήματα και βάψιμο και με τα μαλλιά της σηκωμένα ψηλά και δεμένα σ' ένα κομψό κότσο.  Στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού κρατούσε μια μακριά πιπέτα όπου είχε κολλήσει ένα τσιγάρο ενώ με το αριστερό άγγιζε το παραπέτο της σκάλας. Ήταν ένα στυλ που ήξερε ότι του άρεσε πάρα πολύ, καθώς το “Breakfast at tiffany's” ήταν μια απ' τις αγαπημένες του ταινίες. Και πραγματικά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Ιαν μπήκε στο χωλ, σκοπεύοντας προφανώς να ανέβει μέχρι τον πάνω όροφο για να μάθει τι ήταν αυτό που την κρατούσε κλεισμένη στο μπάνιο τόση πολύ ώρα. Μόλις την είδε, έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντάς την έκθαμβος.

-”Λοιπόν;” τον ρώτησε εκείνη μ' ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο.

-“Είσαι υπέροχη!” αναφώνησε εκείνος, “μια πραγματική θεά!” ”

Εκείνη γέλασε ξέγνοιαστα, κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια της σκάλας με το στύλ μιας σταρ του κινηματογράφου και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του όλο λεπτότητα. Εκείνος φίλησε τα δάχτυλά της με σεβασμό και μετά της πρόσφερε το μπράτσο του σαν ένας πραγματικό τζέντλεμαν που επρόκειτο να τη συνοδεύσει σε κάποιον κοσμικό χορό. 

Μπήκαν στο σαλόνι και εκεί η Χριστίνα αντίκρισε την αναμμένη οθόνη της τηλεόρασης που αναμετάδιδε ειδήσεις απ' όλη τη χώρα. Σύμφωνα με τις εικόνες που παρήυλαναν η μια μετά την άλλη, ο καιρός είχε χειροτερεύσει τόσο πολύ που που περισσότεροι δρόμοι είχαν πλημμυρίσει, το ίδιο και τα αεροδρόμια ενώ ο απόπλους όλων των πλοίων εξαιτίας των δυνατών ανέμων.

Ο Ίαν σταμάτησε να περπατάει, στράφηκε προς το μέρος της μ' ένα πλατύ χαμόγελο και της είπε:

-”Όπως φαίνεται, για σήμερα θα είμαστε αποκλεισμένοι στο σπίτι μας. Πως προτείνετε να περάσουμε τη μέρα μας ωραία μου κυρία;”

Εκείνη έμεινα σκεπτική για μια στιγμή, και μετά του απάντησε ως εξής:

-”Θα ήθελες να μου παρουσιάσεις τη διάλεξη που έχεις ετοιμάσει για το συνέδριο στη Ζυρίχη; Μπορούμε να το δούμε σαν πρόβα. Εσύ θα είσαι ο ομιλητής, και εγώ το ακροατήριο σου!”

Εκείνος την κοίταξε με κάποια αβεβαιότητα:

- “Μα σου έχω ήδη αναπτύξει τις θεωρίες  μου αμέτρητες φορές! Είσαι σίγουρη ότι δεν θα βαρεθείς;”

- “Απόλυτα σίγουρη ” τον διαβεβαίωσε με ακλόνητη σιγουριά.

Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας είχε πάρει στα χέρια του μια σειρά από χαρτιά με τις βασικές του σημειώσεις και άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω μιλώντας δυνατά ενώ εκείνη, κουλουριασμένη σ' έναν καναπέ τον παρακολουθούσε μαγεμένη, ρουφώντας κυριολεκτικά τους έμπειρους κυματισμούς της φωνής του και απολαμβάνοντας τις εκφράσεις του προσώπου και τις δυναμικές κινήσεις των χεριών του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο  δισκος της Φαιστού αποτελούσε στην πραγματικότητα μια καταγεγραμμένη αφήγηση των πρώτων μινωιτών ναυτικών που είχαν ταξιδέψει πέρα απ΄τις πύλες του Ηρακλέους, στον ατλαντικό ωκεανό, μέχρι τις ακτές της Κεντρικής Αμερικής. Εκείνη τον παρατηρούσε εκστατική. Δέκα πέντε χρόνια μετά την γνωριμία τους εκείνη την υπέροχη πρώτη νύχτα στη Γάυδο, η εμφάνισή του είχε αλλάξει τόσο πολύ που δύσκολα θα τον αναγνώριζε κανείς. Οι μακριές και ατίθασες μπούκλες και τα μπερδεμένα γένεια είχαν εξαφανιστεί και τη θέση τους είχαν πάρει κοντοκουρεμένα και καλοχτενισμένα μαλλιά που είχαν ήδη αποκτήσει τις γκρίζες ανταύγειες μιας όμορφης ωριμότητας.  Στο φαρδύ και φωτεινό του μέτωπο είχαν χαραχτεί στοχαστικές γραμμές αλλά το βλέμμα του δεν είχε χάσει τίποτα από εκείνη την βελούδινη τρυφερότητα που τόσο πολύ την είχε συνεπάρει. Τα μάτια του, τα μεγάλα και ονειροπόλα εκείνα μάτια ενός Κέλτη βάρδου, έλαμπαν ακόμα κάθε φορά που την κοιτούσε. Όταν ολοκλήρωσε κάποια στιγμή την παρουσίασή του, της έκανε μια μικρή υπόκλιση και εκείνη τον χειροκρότησε ενθουσιασμένη. 

- “Η παρουσίασή σου είναι καταπληκτική και η επιτυχία σου εγγυημένη,” δήλωσε με σιγουριά, αν και εκείνη τη στιγμή ένιωσε ένα μικρό σπασμό πόνου καθώς θυμήθηκε ότι η συγκεκριμένη διάλεξη δεν επρόκειτο να λάβει χώρα ποτέ.  Αλλά τι σημασία είχε αυτό εκείνη τη στιγμή; Τώρα ζούσε τη δεύτερη εκδοχή, στην οποία όλα είχαν πάει καλά.

-”Νομίζεις;” τη ρώτησε εκείνος με ζέση, “λες ότι δεν θα βρουν τα επιχειρήματά μου παρατραβηγμένα και αστήρικτα;”

-”Όχι βέβαια!” του απάντησε με ακλόνητη αυτοπεποίθηση, και για να επισφραγίσει τα λόγια της, σηκώθηκε όρθια, τον αγκάλιασε και τον φίλησε τρυφερά στο στόμα, μόνο και μόνο για να νιώσει για μια ακόμα φορά τη γλύκα του φιλιού του.

-”Μα τότε, πρέπει να το γιορτάσουμε!” δήλωσε εκείνος κάπως ξέπνοα, ύστερα από το παρατεταμένο εκείνο φιλί.

-”Και τι έχεις να μου προτείνεις;” τον ρώτησε εξίσου ξέπνοα η Χριστίνα.

-”Προτείνω να χορέψουμε,” δήλωσε αυτός.

- “Έχεις ακόμα εκείνο το σι ντι με το οποίο πρωτοχορέψαμε στη Γαύδο;” τον ρώτησε εκείνη. Ο Ιαν την κοίταξε ξαφνιασμένος και μετά της απάντησε ως εξής:

-”Μα φυσικά. Το έχω πάντα μαζί μου. Πολλές φορές το ακούω και στο αμάξι.” Κινήθηκε σβέλτα μέχρι το στερεοφωνικό συγκρότημα που ήταν τοποθετημένο σε κάποιο απ' τα ράφια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης, και ύστερα από λίγο οι χαρούμενες νότες του into the groove του glen miller πλημμύρισαν το σαλόνι επισκιάζοντας το υγρό μουρμουρητή της βροχής που έπεφτε με αμείωτη ένταση στα παράθυρα.

Και εκείνοι άρχισαν να χορεύουν. Και ταυτόχρονα, μέσα της άρχισαν να χορεύουν οι αναμνήσεις, η πρώτη υπέροχη βραδυά που πέρασαν μαζί, ο παρατεταμένος αποχωρισμός τους στο λιμάνι της Γαύδου, τ' ατελείωτα γράμματα που έρχονταν με το ταχυδρομείο, σελίδες ολόκληρες πλημμυρισμένες απ' τον κομψό και καλλιγραφικό γραφικό του χαρακτήρα, τα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα και η λαχτάρα με την οποία είχε πάει στο αεροδρόμιο για να τον υποδεχτεί όταν ξανάλθε στην Ελλάδα. 

Θυμήθηκε τις πρώτες διακοπές που έκαναν μαζί στην Ιταλία και στη Κροατία, τα ηλιόλουστα κανάλια της Βενετίας και τις γόνδολες που λικνιζόνταν στα περίτεχνα κανάλια της, τα τείχη του Ντουμπρόβνικ και τις άγριες ακτές της δυτικής Ιρλανδίας που είχαν επισκεφτεί την επόμενη χρονιά,  τους περιπάτους τους στους λιθόστρωτους δρόμους και τις γέφυρες του Δουβλίνου, τα γέλια και τις αγκαλιές τους στο κρεβάτι ενός παλιομοδίτικου ξενοδοχείου, τα φιλιά και τις μυριάδες μικρές πράξεις της στοργής που πρόσφεραν ο ένας στον άλλο όλα αυτά τα χρόνια, όλες αυτές τις αναρίθμητες στιγμές της αγνής μαγείας. Κάποια στιγμή όμως το σι ντι έπαιξε όλα τα τραγούδια του και σταμάτησε να κινείται και εκείνοι έμειναν ακίνητοι, αγκαλιασμένοι, στο κέντρο του σαλονιού ν' αλληλοκοιτάζονται σιωπηλοί.  

-”Ζήσαμε μια όμορφη ζωή μαζί, έτσι δεν είναι;” τον ρώτησε ψιθυριστά.

-”Μια πανέμορφη ζωή.” τη διόρθωσε εκείνος, “αλλά γιατί μιλάς σαν να πρόκειται να τελειώσει;”

Μια μικρή ανατριχίλα την έσπρωξε να κολλήσει το αυτί της στο στήθος του και ν' ακούσει τους σταθερούς και ευδιάκριτους χτύπους της καρδιάς του. Ήταν και πάλι ζωντανός διαβεβαίωσε τον εαυτό της νοερά, και δεν επρόκειτο να τον χάσει ποτέ ξανά. 

Άρχισε να τον φιλάει με πάθος στο στόμα, ξανά και ξανά. Εκείνος πολύ γρήγορα ανταποκρίθηκε στις διαχύσεις της και ξαφνικά τη σήκωσε στην αγκαλιά του και φιλώντας την και αυτός, άρχισε να ανεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της σκάλας.  

7

Ο έρωτάς τους ήταν υπέροχος. Τα χάδια του  χάραζαν φωτεινά μονοπάτια χαράς πάνω στο γυμνό της δέρμα, τα χείλη του εξερευνούσαν το σώμα της και κεντούσαν πάνω του ένα υφαντό γλυκύτατης ηδονής. Οι ψίθυροι και οι αναστεναγμοί της έβγαιναν αβίαστα και όταν άγγιξε τελικά την ιερή στιγμή της κορύφωσης, ένιωσε μια έκρηξη ανεξέλεγκτης χαράς, σαν να σπαρταρούσε στ΄αφρισμένα κύματα ενός ωκεανού ανόθευτης απόλαυσης την έκαιγε με την ένταση μιας ακαταμάχητης φωτιάς που δεν ήθελε να σβήσει ποτέ. Και όταν εξουθενώθηκε επιτέλους, έγειρε στην αγκαλιά του ιδρωμένη και γαλήνια, νιώθοντας ολόκληρη και πάλι, ζωντανή.   

Κάποια στιγμή ανασήκωσε το κεφάλι της, το στήριξε στην παλάμη του δεξιού της χεριου και τον κοίταξε αμίλητη. Εκείνος έμοιαζε να κοιμάται, το πρόσωπό του γαλήνιο και πανέμορφο, λουσμένο στο γκρίζο φως του έξω κόσμου που έμπαινε απ' τα παράθυρα τρεμουλιαστό, φιλτραρισμένο απ' τις σταγόνες της βροχής που σχημάτιζαν κάθετα ρυάκια στα βρεγμένα τζάμια. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε αργά και ρυθμικά και η ανάσα έβγαινε αργή μέσα απ' τα μισάνοιχτα χείλη του σαν ένας μακρινός απόηχος κάποιας ωκεάνιας ακτής όπου έσπαγαν τα κύματα μιας απόμακρης θάλασσας. 

Η Χριστίνα χάιδεψε απαλά το μέτωπο του Ιαν, όσο μπορούσε πιο ανάλαφρα για να μην τον ξυπνήσει και οι αναμνήσεις αναδύθηκαν για μια ακόμα φορά μέσα της σαν αθόρυβες φυσσαλίδες, ίδιες με μικρές αστραπές που περιείχαν εικόνες, μικρά στιγμιότυπα ενός παρελθόντος που δεν θα κατάφερνε ποτέ της να ξεχάσει.

Ξαναθυμήθηκε τη στιγμή που έτρεχε πανικόβλητη στον βρεγμένο δρόμο,έχοντας βγει από το σπίτι αλαφιασμένη απ' τον ήχο του κεραυνού και του φλεγόμενου δέντρου που συντριβόταν πάνω στην παγωμένη άσφαλτο, προειδοποιημένη από κάποιο σκοτεινό ένστικτο. Ξανάζησε τη στιγμή που αντίκρισε το αυτοκίνητο του Ιαν, τσακισμένο κάτω απ' τη μάζα των πυρακτωμένων κλαδιών, ίδιο με σπασμένο παιχνίδι που το τύλιγε ένα πέπλο κάτασπρων καπνών. Είχε καλύψει τρέχοντας τα τελευταία μέτρα που τη χώριζαν απ' το σημείο τη συμφοράς και αψηφώντας την πυρωμένη ανάσα της φωτιάς που απειλούσε να την καψαλίσει, είχε προσπαθήσει να ανοίξει την πόρτα του οδηγού που ήταν κλειδωμένη από μέσα. Και μετά, μέσα στο κόκκινο φως της φωτιάς που όλο και μεγάλωνε,  αντίκρισε τον Ιαν. 

Αλλά αυτός δεν ήταν ο άντρας που αγαπούσε, ήταν μια τσακισμένη φιγούρα που έτρεμε αδύναμα γιατί κάποιο απ' τα χοντρά κλαδιά του δέντρου είχε διαπεράσει σαν ακόντιο την λεπτή λαμαρίνα της οροφής του αυτοκινήτου και είχε χωθεί στο στήθος του. Εκείνος πάλευε ν' ανασάνει σπασμωδικά και όταν έκείνη άρχισε να χτυπάει το τζάμι με τις γροθιές της, γύρισε αργά-αργά το κεφάλι του και την κοίταξε. Τα μάτια του είχαν γίνει τεράστια, βουτηγμένα σ' έναν ωκεανό απερίγραπτού πόνου και όταν μισάνοιξε το στόμα του για να ψιθυρίσει κάτι, ένας καταρράκτης από λαμπερό αίμα ξεπήδησε ανάμεσα απ' τα χείλη του και κάλυψε το στήθος του σαν κόκκινη πλημμύρα. Και καθώς τα μάτια του, τα υπέροχα εκείνα μάτια που φυλάκιζαν μέσα τους το φως ενός ανοιξιάτικου πρωινού, άρχισαν να χάνουν τη λάμψη τους και να μεταμορφώνονται σε άψυχα πετράδια, κατάφερε με τις τελευταίες του δυνάμεις να σηκώσει το χέρι του και ν' αγγίξει με την παλάμη του το τζάμι του αυτοκινήτου, σαν να προσπαθούσε την ύστατη εκείνη στιγμή να την αγγίξει για τελευταία φορά.

Εκείνη άρχισε να ουρλιάζει καθώς η φωτιά μεγάλωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να την βομβαρδίζει με καφτερές σπίθες και πυρακτωμένα κάρβουνα και τότε ένα ζευγάρι χέρια που ήταν σκληρά και δυνατά τυλίχτηκαν γύρω της και την έσυραν μακριά απ' το αυτοκίνητο, τη στιγμή που η φωτιά το τύλιγε ολόκληρο και το μετέτρεπε σε μια μπάλα από τεράστιες φλόγες που τριζοβολούσαν εκκωφαντικά.  Πάλεψε με όλη της τη δύναμη να ξεφύγει από τους καλοπροαίρετους βασανιστές της ακόμα και όταν εκείνοι την ξάπλωσαν και την έδεσαν στο μεταλλικό φορείο ενός ασθενοφόρου, ακόμα και όταν βυθίστηκε στο μπράτσο της η ατσάλινη βελόνα μιας ένεσης. Και σταμάτησε να παλέυει μόνο όταν ένιωσε έναν πύρινο κλοιό πόνου γύρω απ' το στήθος της που τη βύθισε στο σπλαχνικό βούρκο μιας εβένινης αναισθησίας.


8


Και ύστερα άρχισε ο κατήφορος. Στο νοσοκομείο της είπαν ότι είχε πάθει έμφραγμα. Η καρδιά της είχε αποδειχτεί πολύ πιο αδύναμη απ΄το φυσιολογικό, εξαιτίας κάποιου εκ γενετής ελλατώματος κατά τα φαινόμενα, και από εδω και εμπρός θα έπρεπε να προσέχει τον εαυτό της, να μην αγχώνεται πολύ, να μην κουράζεται και να παίρνει σε καθημερινή βάση κάποια χάπια. Ακολούθησε μια πλειάδα ψυχολόγων, συγγενών και φίλων που προσπάθησαν να την παρηγορήσουν αλλά όσο κι αν προσπαθούσε να τους ακούσει, υπήρχε πάντοτε ένας γυάλινος τοίχος θλίψης και παραίτησης που δεν επέτρεπε στα λόγια τους να την αγγίξουν. Το ειλικρινές ενδιαφέρον και οι περιποιήσεις τους δεν κατάφερναν να τη ζεστάνουν γιατί το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, ξανά και ξανά, ήταν ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι είχε χάσει τα πάντα μέσα σε μια γρήγορη στιγμή, τα γέλια μέσα στο τρυφερό σκοτάδι, τα όμορφα ηλιβασιλέματα, τα πρωινά όπου το πρώτο πράγμα που αντίκριζε ήταν το πρόσωπο του άντρα που αγαπούσε, οι μικρές πράξεις της στοργής του που έμοιαζαν με πολύχρωμα αγριολούλουδα που ομόρφαιναν την κάθε της στιγμή, η γλύκα της βροχής μέσα απ΄το υγρό παράθυρο του αυτοκινήτου του ένα βράδυ που επέστρεφαν από κάποιο εστιατόριο, η αδημονία που ένιωθε στ' αεροδρόμια όταν περίμενε την άφιξή του, τα κυριακάτικα πρωινά και οι μικρές αποδράσεις τους στην εξοχή. 

Όσο κι αν είχε προσπαθήσει να γεμίσει τη ζωή της με καινούργια πράγματα για να πάψει να θυμάται, υπήρχε κάτι που είχε ανοίξει μέσα της και έμοιαζε με απύθμενο τεκτονικό ρήγμα, μια κοσμική μαύρη τρύπα που κατάπινε τα πάντα και άφηνε στη θέση τους μια παγερή και απαίσια μοναξιά.

Ύστερα από πέντε χρόνια ασταμάτητης πάλης παραιτήθηκε και το μόνο πράγμα που την εμπόδιζε από το να θέσει τέρμα στη ζωή της ήταν ότι ο ιδιος ο Ιαν, αν τη παρακολουθούσε από κάπου, δεν θα ήθελε να τη δει να κάνει κάτι τέτοιο στον εαυτό της. Αλλά μετά έμαθε για την καινοτόμα μέθοδο της Δεύτερης Εκδοχής. Ήταν μια καινούργια τεχνική που εφάρμοζε πιλοτικά ένα ιδιωτικό ινστιτούτο ψυχικής υγιεινής που θα της πρόσφερε τη δυνατότητα να ξαναζήσει το τραυματικό εκείνο επεισόδιο μέσα σε μια κατάσταση βαθιά ύπνωσης, μόνο που τώρα θα είχε τη δυνατότητα να το ξαναπλάσει όπως ήθελε εκείνη με τη φαντασία της και να ξεπεράσει έτσι το συναισθηματικό του αντίκτυπο. Και να΄την τώρα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι κάποιου νοσοκομειακού θαλάμου, κάπου στον πραγμαρτικό κόσμο και την ίδια στιγμή, ξαπλωμένη δίπλα στον αγαπημένο της, κάπου μέσα στο μυαλό της.

Εκείνη τη στιγμή όμως, καθώς τον έβλεπε κοιμισμένο δίπλα της, το δεξί του χέρι τυλιγμένο γύρω από την πλάτη της σαν να φοβόταν μήπως την χάσει, κάτι αναδεύτηκε μέσα της. Κάτι που σκίρτησε προειδοποιητικά. Έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη και εκείνος άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε με βλέμμα υγρο και ευτυχισμένο.

-”Θα ήθελα η σημερινή μέρα να μην τελειώσει ποτέ,” της ψιθύρισε, “θα ήθελα να μπορούσαμε να μείνουμε έτσι για πάντα, μέχρι να τελειώσει ο χρόνος!”

-”Και αυτό γίνεται,” του ψιθύρισε και όταν ο Ιαν έσμιξε τα φρύδια του απορημένος, άγγιξε τα χείλη του με το δάχτυλό της.

-”Μη μιλάς,” του είπε, “ξανακοιμίσου και να ξέρεις ότι εγώ δεν πρόκειται να φύγω ποτέ από κοντά σου. Από εδω και εμπρός θα είμαστε για πάντα μαζί.”

Μετά ξαναφώλιασε στην πλατιά του αγκαλιά και ένιωσε τα μπράτσα του να τυλίγονται γύρω της. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε στο σώμα της, στο στήθος της που μέσα του μπορούσε να νιώσει την καρδιά της να χτυπάει κάπως άρρυθμα, να τρέμει αδύναμα σαν ένα πληγωμένο ζωάκι που κουλουριαζόταν καρτερικά, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους πόνους που το βασανίζαν. Είχε πάψει να παίρνει τα καρδιοτονωτικά χάπια που της είχαν γράψει οι γιατροί εδώ και μια βδομάδα και το αποτέλεσμα είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό. Οι καρδιακοί της παλμοί είχαν γίνει αδύναμοι και ασταθείς. Τώρα που βρισκόταν σε κατάσταση βαθιά ύπνωσης θα κατάφερνε άραγε να τους σταματήσει εντελώς;  

Πήρε βαθιές ανάσες και άρχισε να μετράει αντίστροφα. Και καθώς το έκανε αυτό το ίδιο της το μυαλό άρχισε με τη σειρά του να ταξιδεύει προς τα πίσω, μέχρι που έπέστρεψε στις ευτυχισμένες στιγμές του χαμένου παρελθόντος και έτσι ξαναβρέθηκε για μια ακόμα φορά στην αστροφώτιστη παραλία της Γαύδου, ξανάκουσε την απαλή φωνή της Billy Holiday, μύρισε την αλμύρα της θάλασσας και αντίκρισε την χαμογελαστή φιγούρα του Ιαν. 

Εκείνος την αγκάλιασε και τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της. Τ' αυτιά της γέμισαν απ' το απαλό μουρμουρητό της θάλασσας και όταν ξανάκλεισε τα μάτια της, αφέθηκε για πάντα στο χλιαρό σκοτάδι της μαγικής εκείνης νύχτας και μετά, από κάπου πολύ μακριά, από κάποιο άλλο σύμπαν θα'λεγε κανείς, άκουσε τον εαυτό της να ψιθυρίζει απαλά:

- “Μαζί, για πάντα.” 


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright Ιανουάριος 2011