Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ










1


Τρείς ήταν οι λόγοι που μ’ έκαναν να επιλέξω τη Σκωτία ως το επόμενο ταξίδι μου στο εξωτερικό: Καταρχήν, γιατί από πολύ μικρός είχα ανακαλύψει ότι η συγκεκριμένη αυτή χώρα ασκούσε μια αλλόκοτη γοητεία επάνω μου, κάτι σαν μαγικό ξόρκι  που μ’ έκανε να λαχταράω να δω με τα δικά μου μάτια τα όμορφα τοπία της, τις ομιχλώδεις λίμνες, τα απόκρημνα highlands, τις άγριες ακτογραμμές και τα ατμοσφαιρικά χωριουδάκια με τις καπνισμένες παμπ όπου σκληροτράχηλοι σκωτσέζοι έπιναν τον  άμπακο και αντάλλασσαν χοντρά αστεία με πρασινομάτισσες Κέλτισσες. 

Ο δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι η καταγωγή μου κρατούσε από εκεί, εν μέρει τουλάχιστον. Η γιαγιά μου,  μακαρίτισσα πλέον, η μητέρα της μητέρας μου, ήταν Σκωτσέζα. Είχε γεννηθεί κάπου στην περιοχή του Lothien και είχε έρθει στην Ελλάδα ως φοιτήτρια της αρχαιολογίας όπου γνώρισε και παντρεύτηκε τον παππού μου, καθηγητή αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που εκείνη την εποχή συμμετείχε σε μια αποστολή που έκανε ανασκαφές στη Γαύδο. Από τότε δεν είχε επιστρέψει ποτέ στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Αυτό μάλιστα που ανέκαθεν  μ’  εντυπωσίαζε  μαζί της ήταν ότι ποτέ δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τη ζωή που έκανε στη Σκωτία πριν αποφασίσει να μετοικήσει για πάντα στην Ελλάδα.  

Τέλος, ο τρίτος λόγος και ο πιο σημαντικός, ήταν ότι από τότε που μπορούσα να θυμηθώ τον εαυτό μου, αλλά τον τελευταίο καιρό ακόμα πιο πολύ, σχεδόν κάθε βράδυ, έβλεπα κάτι περίεργα όνειρα, ότι περπατούσα δίπλα σε γκρίζους πύργους, στις όχθες σκοτεινών λιμνών και στις ράχες ανεμοδαρμένων λόφων που καλύπτονταν από πυκνά ρείκια, σε μέρη εν ολίγοις που έμοιαζαν πολύ με τα τοπία που έβλεπα στο ίντερνετ κάθε φορά που πληκτρολογούσα τη λέξη «Σκωτία». Και κάθε πρωί ξυπνούσα με μια ανεξήγητη λαχτάρα στη ψυχή, πλημμυρισμένος από έναν γλυκό πόνο, ένα συναίσθημα νοσταλγίας, λες και κάτι με καλούσε σ’ εκείνη τη βόρεια χώρα, κάτι που  με αποζητούσε κρυμμένο στις ομίχλες και τα γκρίζα της νερά.  


2


Τώρα όμως ήμουν μόνος και περπατούσα στην όχθη μιας ακύμαντης λίμνης που απλωνόταν μπροστά μου σαν ένας πελώριος καθρέφτης από πεντακάθαρο γυαλί. Ήταν καλοκαίρι, στα τέλη Ιουνίου. Ο ήλιος είχε βυθιστεί πίσω απ’ τις απόκρημνες κορφές των απέναντι βουνών και ο ουρανός έλαμπε ρόδινος και γαλάζιος, ανέφελος και στιλπνός σαν ένα τεράστιο ημισφαίριο από διάφανο κρύσταλλο. Γύρω μου απλωνόταν μια βαθιά σιγή, μια βελούδινη γαλήνη απ’ όπου απουσίαζαν εντελώς οι ήχοι που ακούει κανείς σε πιο μεσογειακές χώρες, το μονότονο τραγούδι ενός γρύλου για παράδειγμα ή η διάχυτη συμφωνία των τριζονιών που χαιρετούσαν τον ερχομό της νύχτας. Το ψυχρό αεράκι που φυσούσε απ’ το πρωί είχε ξεθυμάνει και το σκουρόχρωμο χορτάρι έπνιγε τον ήχο των βημάτων μου. Οι απαλές πλαγιές των λόφων που υψώνονταν γύρω απ’ τη λίμνη ήταν εντελώς έρημες και άδειες  ενώ το μοναδικό σημάδι ανθρώπινης παρουσίας ήταν μια μισό-βυθισμένη βάρκα που ακουμπούσε σε μια λεπτή λωρίδα γκρίζας αμμουδιάς. 

Το παράξενο ήταν ότι ένιωθα μια ανεξήγητη αίσθηση οικειότητας με το σιωπηλό εκείνο περιβάλλον, με την μακρόστενη έκταση του ακίνητου νερού και τους βαθυπράσινους λόφους.  Ήταν λες και βαθιά μέσα  μου σκιρτούσαν οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα κάποιας περασμένης ζωής όπου είχα ξανά-περπατήσει δίπλα σ’ εκείνη την αμμουδερή ακτή και είχα ξανά-εισπνεύσει τον υγρό και ψυχρό αέρα που κρεμόταν πάνω απ’  το σιωπηλό της πρόσωπο.

Στην πραγματικότητα όμως είχα χαθεί. Για να περιορίσω τα έξοδά μου είχα αποφασίσει να κάνω ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού μου με ωτοστόπ. Έτσι λοιπόν, καθώς έπινα μια μπύρα σ’ ένα  μικρό χωριουδάκι που για πολύ συγκεκριμένους λόγους δεν θέλω να ονομάσω, μου είχε πιάσει την κουβέντα ένας τύπος που φαινόταν σχετικά ακίνδυνος:  Ένας παχύσαρκος κοκκινοτρίχης με καλοκάγαθη φάτσα και ξεθωριασμένα μπλε μάτια που έμοιαζαν με ξεπλυμένα κουμπιά. Όταν έμαθε ότι προσπαθούσα να πάω στην κοντινότερη πόλη όπου είχα κλείσει ένα δωμάτιο σ’ ένα μικρό πανδοχείο που στο ίντερνετ φαινόταν πολύ συμπαθητικό, προσφέρθηκε να με πάει μέχρι εκεί αυτός ο ίδιος. Με τα πολλά και παρά τις αρχικές μου επιφυλάξεις, δέχτηκα να μπω στ’ αμάξι του. Στην πορεία ωστόσο, τα πράγματα πήραν μια πολύ δυσοίωνη τροπή: Ο οδηγός μου άρχισε να πίνει ουίσκι από ένα βρώμικο μπουκάλι,  να βρίζει ακατάσχετα και να με λοξοκοιτάζει επίμονα, οπότε με την πρώτη ευκαιρία, με το που έκανε μια στάση για να ρίξει ένα κατούρημα, βγήκα απ’ το αυτοκίνητο και το έβαλα στα πόδια. 

Από τότε είχαν περάσει δύο και πλέον ώρες κατά τη διάρκεια των οποίων περπατούσα άσκοπα μέσα στο γαλάζιο δειλινό. Είχα αρχίσει να κρυώνω. Το μόνο πράγμα που με παρηγορούσε ήταν το γεγονός ότι στη Σκωτία, σ’ εκείνη την εποχή του χρόνου, παρουσιάζεται το φαινόμενο του ήλιου του μεσονυχτίου, πράγμα που σημαίνει ότι το φως της μέρας δεν χάνεται ποτέ ολοκληρωτικά. Τουλάχιστον, δεν θα μ’ έβρισκε το μαύρο σκοτάδι. Έπρεπε όμως να πάρω μια απόφαση. 

Δύο ήταν οι επιλογές που παρουσιάζονταν μπροστά μου: Η πρώτη ήταν να ξαναγυρίσω στο δρόμο και να κάνω σινιάλο σε κάποιο άλλο περαστικό αυτοκίνητο. Με λίγη τύχη θα έβρισκα κάποιον καλό και ισορροπημένο άνθρωπο που θα με πήγαινε μέχρι τη γειτονική πόλη. Υπήρχε βέβαια και η πιθανότητα ο παλαβός εκείνος κοκκινοτρίχης να είχε παρκάρει κάπου εκεί κοντά και να μου είχε στήσει καρτέρι. Το δεύτερο πράγμα που μπορούσα να κάνω, ήταν να καλύψω την απόσταση που με χώριζε από έναν επιβλητικό πύργο που υψωνόταν στην πέρα όχθη της λίμνης, στις παρυφές ενός πυκνού δάσους, και να ζητήσω εκεί κατάλυμα για τη νύχτα. Κάποια φώτα που έλαμπαν στα παράθυρα του μ’ έκαναν να καταλάβω ότι  κατοικούταν ακόμα. Αποφάσισα τελικά ν’ ακολουθήσω τη δεύτερη εκείνη λύση καθώς η παράξενη αίσθηση της οικειότητας που με είχε κυριεύσει απ’ την πρώτη στιγμή που είχα αντικρίσει τη συγκεκριμένη εκείνη λίμνη, μ’ έκανε να νιώσω βέβαιος ότι ο όμορφος εκείνος πύργος θα μου πρόσφερε ένα φιλόξενο καταφύγιο για τη νύχτα.



3


Ύστερα από δύο ακόμα ώρες μοναχικής πεζοπορίας, κοντοστάθηκα μπροστά στον επιβλητικό πύργο νιώθοντας εντελώς ξεθεωμένος. Τα πόδια μου έτρεμαν απ’ την κούραση ενώ το αντιανεμικό τζάκετ  που φορούσα δεν με προστάτευε καθόλου απ’ τη ψύχρα του καλοκαιριάτικου απόβραδου.  Ακόμα και το πεζοπορικό σακίδιο που κρεμόταν απ’ τους ώμους μου, και το οποίο δεν περιείχε παρά μερικές αλλαξιές ρούχα, ένα μπουκάλι με νερό, μια ψηφιακή κάμερα και ένα notebook με ασύρματη σύνδεση, μου φαινόταν ασήκωτο. Πήρα μια βαθιά αναπνοή, έσιαξα τα ρούχα που φορούσα και αποφάσισα να χτυπήσω τη μεγαλόπρεπη πόρτα με τους γρανιτένιους παραστάτες που υψωνόταν μπροστά μου χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. 

Καθώς διέσχιζα τα τελευταία μέτρα της χαλικόστρωτης αλέας  που με χώριζαν απ’ την γκριζωπή  πρόσοψη του πύργου, δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω για άλλη μια φορά το πόσο διάφανο και διαυγές ήταν το φως του δειλινού που απλωνόταν γύρω μου. Είχε μια ονειρική ποιότητα, λες και περπατούσα στον κρυστάλλινο πυθμένα ενός μαγικού ενυδρείου. Ο φωτεινός και ανέφελος ουρανός κατακλυζόταν  ακόμα απ’ τις ρόδινες και γαλάζιες αποχρώσεις του καλοκαιρινού απόβραδου ενώ πίσω απ’ την πλάτη μου, πάνω απ’ τους καμπυλωτούς λόφους που στεφάνωναν την απέναντι όχθη της λίμνης, είχε κρεμαστεί ένα πελώριο φεγγάρι που είχε την αστραφτερή απόχρωση του πάγου. 

Ολόκληρο το σύμπαν έμοιαζε να κοιμάται βυθισμένο σ’ ένα ρόδινο και γαλάζιο μούχρωμα. Η γαλήνια εκείνη ακινησία φαινόταν σχεδόν υπερφυσική. Θα ‘λεγε κανείς πως η ακύμαντη λίμνη που αντανακλούσε τα γλυκά χρώματα του ουρανού, οι γύρω λόφοι και το πυκνό δάσος με τις αρχαίες φλαμουριές που ξεκινούσε πίσω απ’ τον πύργο, είχαν τυλιχτεί μέσα σε κάποιο αρχέγονο ξόρκι άχρονης ακινησίας. Τα βήματά μου ακουγόταν σαν μικροί πυροβολισμοί καθώς κροτάλιζαν πάνω στα χαλίκια της αλέας.  Ένιωσα λιγάκι φοβισμένος ξαφνικά, καθώς μια παράξενη σκέψη σχηματίστηκε απροσδόκητα στο μυαλό μου:  Θυμήθηκα ότι η αποψινή νύχτα ήταν η νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, η μικρότερη νύχτα του χρόνου. Και η πιο παράξενη, σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις εκείνου του τόπου. Η νύχτα όπου τα όρια μεταξύ του κόσμου των ζωντανών και των νεκρών λεπταίνουν και γίνονται ασαφή και εύκολα μπορεί να χαθεί κανείς και να παραστρατήσει σε κάποια άλλη, διαφορετική πραγματικότητα.  

Έμεινα ακίνητος λοιπόν και σάρωσα με το βλέμμα μου τους οδοντωτούς πυργίσκους, τις επάλξεις και τα παράθυρα του πέτρινου  πύργου που διαγράφονταν σαν ζωγραφιά μέσα στο ρόδινο και γαλανό ημίφως. Απ’ τα παράθυρα του ισογείου εξακολουθούσε να βγαίνει το ίδιο εκείνο φως που με είχε κάνει να αποφασίσω να περπατήσω μέχρι εκεί. Ήταν απαλό και χρυσαφένιο και έμοιαζε με φιλικό σινιάλο που με προσκαλούσε να χτυπήσω την βαριά πόρτα που υψωνόταν μπροστά μου σαν τη σφραγισμένη πύλη κάποιου απόρθητου φρουρίου. Εκείνη τη στιγμή όμως, άκουσα το γρύλισμα ενός θυμωμένου ζώου. Κοίταξα ολόγυρα και αντίκρισα ένα πελώριο σκυλί που ήταν μαύρο σαν την πίσσα και με κοίταζε καθισμένο στα πίσω πόδια του. Στεκόταν μπροστά απ’ την είσοδο του πύργου, κρυμμένο στις σκιές που φώλιαζαν κάτω απ’ το τοξωτό της υπέρθυρο. Το στόμα του ήταν μισάνοιχτο, τα δόντια του μεγάλα και κοφτερά. Αλλά το πιο τρομακτικό απ’ όλα ήταν τα μάτια του που με κοιτούσαν κατακόκκινα και φορτισμένα με μια ένταση που πρόδιδε κάποιου είδους φλογερής νοημοσύνης.


4


Κράτησα την αναπνοή μου και ένιωσα όλο μου το σώμα να πλημμυρίζει από ένα ορμητικό κύμα αδρεναλίνης. Το σκυλί σηκώθηκε στα τέσσερα του πόδια και άρχισε να κινείται προς το μέρος μου με μια ρευστή ευλυγισία που το έκανε ακόμα πιο τρομακτικό. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου. Έτσι και μου επιτιθόταν αυτός ο μολοσσός, πως θα κατάφερνα να σώσω τον εαυτό μου;  Όπως αποδείχτηκε ωστόσο, το σκυλί δεν είχε κακές διαθέσεις: Με πλησίασε, στάθηκε ακίνητο και οσμίστηκε τον αέρα.  Και μετά, λες και κάτι στη μυρωδιά μου του φάνηκε γνώριμο, κούνησε την ουρά του φιλικά, στάθηκε δίπλα μου και άρχισε να με σπρώχνει απαλά προς τα εμπρός, προς την είσοδο του πύργου!

Ένιωσα κατάπληκτος. Αλλά τι άλλο μπορούσα να κάνω απ’ το να υπακούσω στην παρότρυνση του τεράστιου και φιλικού εκείνου τετράποδου; Κάλυψα λοιπόν το υπόλοιπο της απόστασης μέχρι την τοξωτή πύλη, ανέβηκα τα λίγα σκαλοπάτια που τη χώριζαν απ’ το επίπεδο του χαλικόστρωτου εδάφους και χτύπησα διακριτικά το ρόπτρο μιας ογκώδους εξώθυρας με περίτεχνους μεντεσέδες από μαυρισμένο μέταλλο. Εκείνη άνοιξε προς τα μέσα και εγώ βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ έναν μεγαλόσωμο άνδρα που με κοίταξε ανέκφραστος. 

Προτού προλάβω να ψελλίσω το παραμικρό, έκανε μια μικρή υπόκλιση και μου είπε το εξής:

-«Περάστε νεαρέ κύριε, σας περιμέναμε! Καλώς ήλθατε στον πύργο των ανέμων!» 

Τον κοίταξα αμίλητος, νιώθοντας υπερβολικά έκπληκτος για να μπορέσω να σχηματίσω μια συγκροτημένη απάντηση. Η φωνή του είχε ηχήσει βαθιά και καθαρή μέσα στη βαθιά σιγαλιά του δειλινού. Μου είχε μιλήσει σε άψογα αγγλικά φυσικά, αλλά χωρίς την βαριά σκοτσέζικη προφορά που περίμενα ν’ ακούσω. Φορούσε τα ρούχα ενός παραδοσιακού εγγλέζου μπάτλερ, μαύρο παντελόνι, ατσαλάκωτο λευκό πουκάμισο και επίσης μαύρο μεταξωτό γιλέκο. Αυτό που με εντυπωσίασε πιο πολύ ωστόσο, ήταν το γεγονός ότι ήταν υπερβολικά μεγαλόσωμος και πάρα πολύ γεροδεμένος. Οι μυώνες των χεριών και του στήθους του έμοιαζαν να ξεχειλίζουν και να παλεύουν να σκίσουν το λευκό πουκάμισο που τους σκέπαζε. Το πρόσωπό του ήταν επίσης αξιοπρόσεκτο: Εντελώς τετράγωνο, είχε τόσο αρμονικά χαρακτηριστικά που θα ’λεγε κανείς ότι τα είχε σμιλέψει το νυστέρι κάποιου πλαστικού χειρούργου. Το δέρμα του ήταν σκούρο, στο χρώμα της ελιάς, κραυγαλέα παράταιρο για τον κάτοικο μιας βόρειας χώρας ενώ τα μάτια του είχαν ένα πολύ χτυπητό πράσινο χρώμα και ήταν πολύ  διαπεραστικά. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και χτενισμένα αυστηρά προς τα πίσω, αποκαλύπτοντας ένα φαρδύ και αρυτίδωτο μέτωπο. 

Χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, ο τεράστιος εκείνος μπάτλερ έκανε μια επιτόπια στροφή και με μια ευγενική χειρονομία πήρε το σάκο από τους ώμους μου και με κάλεσε να τον ακολουθήσω στα ενδότερα του πύργου. Το μαύρο σκυλί που με είχε υποδεχτεί στην είσοδο, μπήκε και αυτό μέσα χωρίς ίχνος δισταγμού.


5


Ακολούθησα τον επιβλητικό οδηγό μου χωρίς να βγάλω λέξη. Η πλάτη του ήταν τόσο φαρδιά που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το οπτικό μου πεδίο. Αν και οι αισθήσεις μου είχαν αμβλυνθεί απ’ την κούραση της δύσκολης εκείνης μέρας, πρόσεξα ότι μπήκαμε σ’ έναν σπηλαιώδη προθάλαμο όπου καμπυλωτές σκάλες από λευκό μάρμαρο οδηγούσαν σε κάποιο μισοσκότεινο εξώστη. Απ’ τους γύρω τοίχους κρέμονταν αρχαϊκά πορτραίτα ένδοξων προγόνων και τα κέρατα τεράστιων ελαφιών. Ο μπάτλερ άνοιξε μια δίφυλλη πόρτα και έκανε στο πλάι. Εγώ κοντοστάθηκα διστακτικά καθώς με τύφλωσε ένα ζωηρό φως.  Όταν τα μάτια μου προσαρμόστηκαν στην έντασή του, αντίκρισα ένα μεγάλο δωμάτιο που έμοιαζε με βιβλιοθήκη: Οι τοίχοι του ήταν επενδυμένοι με σκουρόχρωμο ξύλο και καταλαμβάνονταν  από ατελείωτα ράφια που ήταν βαρυφορτωμένα με αμέτρητους τόμους δερματόδετων βιβλίων. Την επίσης ξύλινη οροφή του διέσχιζαν χοντρά μαύρα δοκάρια ενώ ένας κυκλικός πολυέλαιος σκόρπιζε το άπλετο φως που με είχε τυφλώσει. Μια καλοταϊσμένη φωτιά που έκαιγε σ’ ένα μαρμάρινο τζάκι  και μια πλειάδα από αναμμένα κεριά που φώλιαζαν σε ασημένια κηροπήγια, συμπλήρωναν τον όλο φωτισμό. Πάνω απ’ το τζάκι κρεμόταν ένας εντυπωσιακός πίνακας που φαινόταν πολύ παλιός και απεικόνιζε μια γυμνή γυναίκα να αναδύεται μέσα απ’ τα ακίνητα νερά μιας λίμνης ενώ στο φόντο, πίσω απ’ την ολόλευκη μορφή της, διαγραφόταν ένας πύργος που έμοιαζε πολύ με το κτίριο που μόλις είχα μπει.   

Μόλις αντίκρισα τον όμορφο εκείνο πίνακα ένιωσα κάτι σαν εσωτερικό τίναγμα, μια παράξενη δόνηση που διαπέρασε τις σκέψεις μου ακαριαία, σαν το καμπάνισμα ενός ασημένιου σήμαντρου.  Εκείνη η αίσθηση ήταν τόσο αναπάντεχη που για μια στιγμή αφαιρέθηκα εντελώς και ένιωσα να βυθίζομαι στον ψεύτικο κόσμο του πίνακα, τόσο πολύ που χρειάστηκε ένα απαλό βήξιμο για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και αντίκρισα ένα στρογγυλό τραπεζάκι και μια αναπηρική πολυθρόνα, δεξιά από το τζάκι. Εκεί καθόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας που φορούσε καφέ παντελόνι, κόκκινες παντόφλες από βελούδο, λευκό πουκάμισο και καρό τουΐντ σακάκι. Στο λαιμό του είχε περασμένο ένα κόκκινο φουλάρι και στα χέρια του που έμοιαζαν κάπως παραμορφωμένα, με τις κλειδώσεις τους πρησμένες απ’ την αρθρίτιδα, κρατούσε τον ογκώδη τόμο κάποιας παλιάς εγκυκλοπαίδειας. Ο μεγαλόσωμος σκύλος είχε στρογγυλοκαθίσει στα πόδια του και με κοιτούσε ακίνητος σαν άγαλμα.

-«Καλώς ήλθατε νεαρέ μου επισκέπτη,» δήλωσε χαμογελώντας μου ευγενικά, «σε τι οφείλουμε την χαρά της επίσκεψής σας;» Η φωνή του ήχησε εκλεπτυσμένη, κοφτή και ελαφρά μεταλλική. Είχε την άψογη προφορά ενός βρετανού αριστοκράτη, ξεστόμιζε τις λέξεις δίνοντας μεγάλη έμφαση στο σύμφωνα και διατηρώντας μια μουσική ποιότητα στον τρόπο που σχημάτιζε τις φράσεις του που πρόδιδε άτομο βαθιά καλλιεργημένο. 

Κατάλαβα ότι μιλούσα με τον ιδιοκτήτη του μοναχικού πύργου.

Του είπα το όνομά μου και του εξήγησα ότι μάλλον είχα χαθεί. 

«Η Αλήθεια είναι ότι κατευθυνόμουν  στην κοντινότερη πόλη,» πρόσθεσα ντροπαλά, νιώθοντας κάπως άβολα κάτω από το ερευνητικό του βλέμμα, «όταν ο άνθρωπος που προσφέρθηκε να με μεταφέρει με το αυτοκίνητό του άρχισε να φέρεται παράξενα. Με την πρώτη ευκαιρία λοιπόν του ξέφυγα και κατέληξα να περιπλανιέμαι στη λίμνη. Είδα τον πύργο σας από μακριά και σκέφτηκα να αναζητήσω εδώ ένα κατάλυμα για απόψε!» Η απάντηση μου φάνηκε να τον ικανοποιεί αν και το πρόσωπό του, που χαρακτηριζόταν απ’ τις χαρακτηριστικές εκείνες πινελιές της εκλεπτυσμένης σκληρότητας που βλέπει κανείς πολύ συχνά στις φάτσες της βρετανικής αριστοκρατίας, παρέμεινε φλεγματικό. 

-«Καταλαβαίνω,» μονολόγησε κάπως σκεπτικά, «οφείλω να σας επισημάνω εντούτοις ότι είναι κάπως ριψοκίνδυνο για κάποιον τόσο νέο και εμφανίσιμο όπως εσείς να ταξιδεύει μόνος του στις μέρες μας».

Στη συνέχεια, πρόσθεσε με περισσότερη ζέση: «Αλλά θα πρέπει να είσαστε εξουθενωμένος! Παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας προσφέρω ένα δείπνο αντάξιο της ταλαιπωρίας που έχετε υποστεί!» Με αυτά τα λόγια, μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω, ενώ ταυτόχρονα έριξε μια ερωτηματική ματιά στον μπάτλερ του:

-«Άλφρεντ!» τον ρώτησε, «θα μπορούσες να φτιάξεις κάτι αξιοπρεπές για τον νεαρό μας επισκέπτη; Και μετά, ετοίμασε σε παρακαλώ κάποια απ’ τις κρεβατοκάμαρες και το μπάνιο του πάνω ορόφου!»

Υπάκουσα στο κάλεσμά του και έκατσα δίπλα του, σε μια φαρδιά δερμάτινη πολυθρόνα. Ο σκύλος σηκώθηκε, απομακρύνθηκε λιγάκι από κοντά μας και βολεύτηκε πιο κοντά στο τζάκι. Η ζεστασιά της φωτιάς που άγγιξε τα χέρια και τα πόδια μου, μου φάνηκε εξαιρετικά καλοδεχούμενη ύστερα από τη διαπεραστική ψύχρα του σκοτσέζικου απόβραδου. Τα ρουθούνια μου διαποτίστηκαν από ένα άρωμα ελαφριάς κάπνας, σκωτσέζικου ουίσκι και ακριβής νικοτίνης που εκλυόταν από το μισοσβησμένο πούρο που κρατούσε στα γερασμένα δάχτυλά του ο οικοδεσπότης μου. Εκείνος με κοίταξε αμίλητος για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να έψαχνε να εντοπίσει κάτι  το πολύ συγκεκριμένο στο πρόσωπό μου. Τελικά φαίνεται ότι μάλλον το εντόπισε γιατί μια περίεργη λάμψη ικανοποίησης διέσχισε τα διαπεραστικά του μάτια που είχαν το φωτεινό μπλε χρώμα ενός αρκτικού παγόβουνου.

Εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία να μελετήσω και εγώ το δικό του πρόσωπο με μεγαλύτερη προσοχή: Είχε επιβλητική κατατομή με φαρδύ μέτωπο, δυνατή μύτη, σχεδόν αρχαιοελληνική, λεπτά χείλη και θεληματικό πηγούνι. Το δέρμα του ήταν λευκό, το ίδιο και τα κατάλευκα μαλλιά του που ήταν σπαστά και χτενισμένα σε μια μάλλον παλιομοδίτικη χωρίστρα. Τα μάτια του ήταν ζωηρά και εκείνη τη στιγμή, σχεδόν χαρούμενα.. Υπέθεσα ότι σπάνια είχε επισκέπτες οπότε η ξαφνική μου εμφάνιση θα πρέπει να τον είχε εκπλήξει ευχάριστα. 

-«Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία σας.» του είπα, «Θα ήθελα ωστόσο να σας ρωτήσω κάτι. Ο μπάτλερ σας μου είπε ότι περιμένατε την άφιξή μου. Τι εννοούσε με αυτό;»

Εκείνος, αντί να μου απαντήσει, μου έστειλε ένα δεύτερο ευγενικό χαμόγελο και έκανε την εξής άσχετη παρατήρηση:

-«Αν και η προφορά σας είναι ασυνήθιστη, ο τρόπος που χρησιμοποιείτε την αγγλική γλώσσα είναι πολύ προσεγμένος.»

-«Έρχομαι από την Ελλάδα,» του εξήγησα, «και είμαι πρωτοετής φοιτητής της Αγγλικής φιλολογίας».
-«Μόνο αυτό;» με ρώτησε αυτός.

-«Κατάγομαι εν μέρει απ’ τη Σκωτία, απ’ τη μεριά της γιαγιάς μου που δεν βρίσκεται πια στη ζωή,» συμπλήρωσα, «και γι’ αυτό έχω αναπτύξει μεγάλη οικειότητα με την αγγλική γλώσσα. Αποφάσισα να δω τη Σκωτία γιατί η γιαγιά μου καταγόταν απ’ αυτά τα μέρη!»
-«Αλήθεια;» με ρώτησε σηκώνοντας τα φρύδια του ευγενικά, «και ποιο ήταν το ονοματεπώνυμο της γιαγιάς σας;»
Του το είπα αλλά αυτός δεν φάνηκε να το αναγνωρίζει. Μια μικρή σιωπή κρεμάστηκε ανάμεσά μας και το μεγάλο δωμάτιο του πύργου πλημμύρισε απ’ τους τριγμούς που έκανε η φωτιά στο τζάκι καθώς καταβρόχθιζε ένα μεγάλο κούτσουρο.

 -«Αλλά δεν μου απαντήσατε στην ερώτηση που σας έκανα!» δήλωσα τελικά, «πως ξέρατε ότι θα ερχόμουν στον πύργο σας απόψε;»

Αυτός κούνησε το χέρι του αδιάφορα και δήλωσε:

-«Απλά, καθώς απολάμβανα το φως της αποψινής νύχτας μέσα απ’ τα παράθυρα του σαλονιού,  σας είδα να έρχεστε από την άλλη άκρη της λίμνης. Ειδοποίησα λοιπόν τον Άλφρεντ και τον έστειλα να σας υποδεχτεί!»

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, λες και ήταν συνεννοημένοι, ο γιγαντόσωμος μπάτλερ εμφανίστηκε για δεύτερη φορά: Κρατούσε στα χέρια του έναν ασημένιο δίσκο τον οποίο ακούμπησε σ’ ένα κυλιόμενο τραπεζάκι, δίπλα μου. Τα μάτια μου έπεσαν σ’ ένα λαχταριστό σύνολο από σάντουιτς με καπνιστό μπέικον και τυρί, φρεσκοπλυμένες φράουλες και βατόμουρα, ένα κέικ σοκολάτα και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. 

«Καθόλου άσχημα για εγγλέζικο δείπνο!», σκέφτηκα όλο χαρά.

Ο ευγενικός πυργοδεσπότης μου έκανε ένα νεύμα να φάω με την ησυχία μου και με διαβεβαίωσε ότι δεν θα έπρεπε να νιώθω αμήχανα που δεν θα έτρωγε μαζί μου επειδή όπως το έθεσε, «Όταν κάποιος φτάσει στη δική του προχωρημένη ηλικία, το νυχτερινό δείπνο μετατρέπεται σε πεπτική δοκιμασία!»


6


Αποφάσισα λοιπόν να βάλω στην άκρη τις ντροπές και να ριχτώ με τα μούτρα στο φαγητό που αποδείχτηκε γευστικότατο. Ο οικοδεσπότης μου, που μου συστήθηκε ως «Σερ Έντουαρντ Μακλόχαν» άρχισε να φλυαρεί για διάφορα ανώδυνα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, εξασκώντας την τόσο χαρακτηριστική τέχνη της ελαφριάς κουβεντούλας που έχουν αναπτύξει οι εγγλέζοι και την οποία ονομάζουν small talk. Ήταν αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε με μια μικρή δόση ειρωνείας, συζήτηση «περί ανέμων και υδάτων.»  Εγώ περιορίστηκα στο να κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά πότε-πότε και να του απαντάω μονολεκτικά χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «μάλιστα,» «πραγματικά», «καταλαβαίνω…» Εκείνος πάλι, με παρότρυνε να δοκιμάσω το κρασί του το οποίο ήταν όντως πολύ καλό, και όταν κάποια στιγμή με είδε να ξανακοιτάζω με περιέργεια τον πίνακα που κρεμόταν πάνω απ’ το τζάκι του, μου είπε το εξής:

-«Κοιτάζετε βλέπω αυτόν τον πίνακα! Δεν είναι υπέροχος; Είναι πολύ παλιός ξέρετε, ένα οικογενειακό κειμήλιο που φιλοτεχνήθηκε την ίδια περίπου εποχή που οι πρόγονοι μου έχτισαν αυτόν τον πύργο. Συνδέεται με κάποιους αρκετά παράξενους θρύλους που πάνε πίσω πολλά χρόνια, την εποχή που η Σκωτία πάλευε να αποτινάξει τον αγγλικό ζυγό!»

-«Θα θέλατε να μου μιλήσετε γι’ αυτούς τους θρύλους;» τον ρώτησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα καθώς το τελευταίο εκείνο σχόλιο κατάφερε να ξυπνήσει το ενδιαφέρον μου μια και πάντα έτρεφα μεγάλη αγάπη για τους θρύλους και τους μύθους  της Σκωτίας.  

-«Πολύ ευχαρίστως,» μου απάντησε εκείνος φανερά ευχαριστημένος απ’ το έκδηλο ενδιαφέρον μου. «Που λέτε, η ιστορία της οικογένειας μου, του αρχαίου κλαν των Μακλόχαν, περιβάλλεται από ορισμένες γραφικές δοξασίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το πώς κατάφεραν οι πρόγονοί μου να αποκτήσουν αυτή τη γη και να χτίσουν τον τεράστιο αυτό πύργο!»

-«Είμαι όλος αυτιά,» τον διαβεβαίωσα αδημονώντας να ακούσω τη συνέχεια.

-«Σύμφωνα με τις δοξασίες αυτές,» συνέχισε να μου λέει ο οικοδεσπότης μου, «κατά τα τέλη του 16ου αιώνα, ο ιδρυτής του κλαν των Μακλόχαν, ο οποίος είχε και το δικό μου όνομα κατά σύμπτωση, ένα καλοκαιρινό απόβραδο, καλή ώρα σαν το αποψινό, περπατούσε κατά μήκος της απέναντι όχθης της λίμνης βυθισμένος μέσα σε μια βαθιά θλίψη και αγωνία.»

-«Τι ήταν αυτό που τον βασάνιζε;» 

-«Τον κυνηγούσαν οι εγγλέζοι,» μου απάντησε αυτός, «γιατί είχε διαπράξει ένα θανάσιμο αδίκημα. Είχε κυνηγήσει ελάφια μέσα στις εκτάσεις κάποιου φεουδάρχη που μισούσε θανάσιμα τους λαθροκυνηγούς και ειδικά όσους απ’ αυτούς ήταν σκωτσέζοι. Καθώς περπατούσε δίπλα στο νερό λοιπόν, άκουσε έναν παράξενο ήχο σαν πλατσούρισμα και αντίκρισε ένα πλάσμα που έμοιαζε να είναι μισό άνθρωπος και μισό ψάρι να παλεύει να ξεφύγει από τα χοντρά δίχτυα ενός ψαρά.» 

«Ο μακρινός εκείνος Έντουαρντ το λυπήθηκε. Βούτηξε μέσα στο παγωμένο νερό της λίμνης και κατάφερε με το μαχαίρι του να κόψει το δίχτυ και να ελευθερώσει το παράξενο πλάσμα. Εκείνο τον ευχαρίστησε και του εξήγησε ότι ήταν η κόρη του βασιλιά της λίμνης, του ηγέτη μιας παράξενης φυλής ψαρανθρώπων που ζει στο βυθό της από τότε που ο θεός έφτιαξε τον κόσμο. Του είπε ότι για να του ανταποδώσει το καλό που του είχε κάνει, θα ανέφερε  στους δικούς της την ευγενική του πράξη και εκείνοι θα του πρόσφεραν τη βοήθειά τους σε ότι τους ζητούσε. Έτσι λοιπόν ο πρόγονός μου γνώρισε το βασιλιά της λίμνης. Αυτός όμως δεν αγαπούσε τους ανθρώπους ούτε και τους εμπιστευόταν. Οπότε, για να δοκιμάσει τον Έντουαρντ του υποσχέθηκε ότι θα του πρόσφερε πλούτο και δύναμη, αλλά με αντάλλαγμα, κάθε πενήντα χρόνια, να του προσφέρει και εκείνος έναν άνθρωπο της δικής του φυλής. Ο μακρινός μου πρόγονός δέχτηκε αυτή την ειδεχθή συμφωνία και έτσι λοιπόν, από τότε, η οικογένεια μου, της οποίας είμαι ο μοναδικός εν ζωή απόγονος, υποτίθεται ότι οφείλει να καταβάλει αυτό το βαρύ τίμημα. Η οικογένεια των Μακλόχαν απέκτησε αμύθητα πλούτη και έγινε ένα από τις πιο ισχυρά και ένδοξα κλανς της Σκωτίας που ακόμα και οι Εγγλέζοι φοβόντουσαν να πειράξουν. Αλλά εξαιτίας της παλιάς εκείνης  συμφωνίας, μια βαριά σκιά κρέμεται ανάμεσα στους τοίχους του αρχαίου πύργου μας. Γιατί, βλέπετε, σε περίπτωση που δεν καταβάλλουμε αυτό το φόρο του αίματος κάθε φορά που έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, οι υπήκοοι του βασιλιά της λίμνης θα βγουν απ’ το νερό και δεν θα αφήσουν ούτε ένα σκωτσέζο ζωντανό!»  

Μόλις ολοκληρώθηκε η μακάβρια εκείνη αφήγηση, μια παράξενη σιωπή κρεμάστηκε ανάμεσά μας. Κούνησα το κεφάλι μου προσπαθώντας ν’ αποδιώξω τις ολοζώντανες εικόνες που είχε ξυπνήσει στο μυαλό μου η παράξενη αφήγηση του γερασμένου εκείνου Σκωτσέζου. Εκείνος, αντιλαμβανόμενος την κούραση που είχε αρχίσει να με κυριεύει, πρόσθεσε με λεπτότητα:

-«Δυστυχώς θα πρέπει να αποχωριστώ την όμορφη παρέα σας. Η ώρα είναι αρκετά περασμένη αν και η νύχτα είναι τόσο φωτεινή που ίσως σας ξεγελάσει. Δεν θα ήθελα ωστόσο να κάνω κατάχρηση της υπομονής σας και των νεανικών σας αντοχών! Νομίζω ότι χρειάζεστε ξεκούραση, οπότε επιτρέψτε μου να ζητήσω απ’ τον Άλφρεντ να σας οδηγήσει στο δωμάτιό που σας έχει ετοιμάσει.»

Προτού προλάβει να ολοκληρώσει αυτά τα λόγια ο γιγαντόσωμος μπάτλερ έκανε και πάλι την εμφάνιση του και το αφεντικό του μου ευχήθηκε ευγενικά καληνύχτα. Τον ευχαρίστησα και εγώ με τη σειρά μου και σηκώθηκα όρθιος και τότε αντιλήφθηκα για πρώτη φορά ότι το κρασί που είχα κατεβάσει, με είχε ζαλίσει αρκετά. Το κεφάλι μου άρχισε να κολυμπάει στους ώμους μου σαν ανάλαφρο μπαλόνι και παραλίγο να χάσω την ισορροπία μου και να σωριαστώ καταγής. Ευτυχώς όμως, βρήκα τη δύναμη να ακολουθήσω τον Άλφρεντ έξω απ’ την ευρύχωρη βιβλιοθήκη και ν’ ανέβω τις μαρμάρινες σκάλες που οδηγούσαν στον πάνω όροφο του πύργου. Διασχίσαμε έναν μισοφωτισμένο διάδρομο και  σταθήκαμε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα πίσω από την οποία απλωνόταν ένα ευρύχωρο και αρκετά πολυτελές υπνοδωμάτιο. Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι και πολλά μετά από αυτό, ξέρω μόνο πως μόλις ο αμίλητος μπάτλερ έκλεισε πίσω του την πόρτα, σωριάστηκα σαν κούτσουρο στο πελώριο κρεβάτι και άρχισα να βουλιάζω σ’ ένα βαθύ ύπνο. 

Και τότε ήταν που μ’ επισκέφθηκε το φάντασμα του πνιγμένου κοριτσιού.


7


Στην αρχή κοιμόμουν βαθιά, εντελώς ατάραχος. Ένιωθα σαν να ξάπλωνα στον μαλακό πυθμένα μιας ακύμαντης λίμνης από σκοτεινό νερό που με σκέπαζε ακίνητο και βαρύ σαν μολυβένιο. Ύστερα όμως άρχισα να νιώθω κάπως άβολα, λες και γύρω μου κινούταν αόρατες οντότητες, ένας ολόκληρος στρατός από παρουσίες που ξυπνούσαν σιγά-σιγά και κολυμπούσαν γύρω μου νωθρά. Μαζί μ’ αυτή την αλλόκοτη εντύπωση, άρχισα να νιώθω ένα συναίσθημα αγωνίας που όλο και αυξανόταν. Δυσκολεύομαι να το περιγράψω αλλά ήταν λες και το μυαλό μου είχε μεταμορφωθεί σε ένα πυκνό δάσος που το διαπότιζαν σιγά-σιγά τα λευκά πέπλα μιας παράξενης ομίχλης. Και μετά ένιωσα απόλυτα σίγουρος ότι δεν ήμουν μόνος σ’ εκείνο το αρχαϊκό υπνοδωμάτιο. Αν και ένιωθα πολύ κουρασμένος για να είμαι σε θέση να ανοίξω τα μάτια μου, αισθανόμουν μια παρουσία, τη βεβαιότητα πως κάτι είχε μπει μέσα στη μισοσκότεινη κάμαρα και με κοιτούσε. Και τότε έγινε κάτι πολύ παράξενο: Ενώ τα μάτια μου παρέμεναν κλειστά, άρχισα να βλέπω τα πάντα με μεγάλη λεπτομέρεια, το πελώριο κρεβάτι με τους ελικοειδείς και λεπτούς κίονες από σκαλισμένο ξύλο, το τετράγωνο παράθυρο με τις βελούδινες κουρτίνες που έβλεπε στη λίμνη,  απ’ όπου έμπαινε το γαλαζωπό μισόφωτο της νύχτας, τα παλαιικά έπιπλα και το λευκό ταβάνι με τα γύψινα στολίδια. Και τότε κάτι υλοποιήθηκε στον αέρα, πάνω ακριβώς απ’ το κρεβάτι. 

Η αιωρούμενη μορφή ενός πνιγμένου κοριτσιού που ήταν εντελώς γυμνό και κατάχλομο και έπλεε κοντά στο ταβάνι σαν μπαλόνι. Είχε μακριά κόκκινα μαλλιά που κυμάτιζαν γύρω της αθόρυβα και απαλά, σαν να τα άγγιζε το ρεύμα κάποιου άυλου ποταμού. Τα χέρια της που ήταν λεπτά και λευκά σαν το χιόνι, κρέμονταν απ’ τα πλευρά της άτονα ενώ το πρόσωπό της ήταν γυρισμένο προς τα πάνω. Ανατρίχιασα σύγκορμος και φοβήθηκα τόσο πολύ που ένιωσα το δέρμα του κρανίου μου να αναδεύεται σαν κάτι το ζωντανό. Το κορίτσι, σαν να κατάλαβε ότι είχα αντιληφθεί την παρουσία του, άρχισε να στρέφει το πρόσωπό του προς το μέρος μου με βασανιστική βραδύτητα. Η σκέψη ότι θα με κοίταζε κατάματα έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει ξέφρενα και πάλεψα με όλη μου τη δύναμη να ξεφύγω απ’ τα πλοκάμια του αλλόκοτου εκείνου εφιάλτη αλλά ήταν εντελώς αδύνατον να κάνω την παραμικρή κίνηση. Η τρομακτική οπτασία γύρισε εντελώς μπρούμυτα, αιωρούμενη λίγα μόλις μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι μου και το πρόσωπό της, που διαγράφτηκε άτονο και φωτισμένο απ’ το νεκρικό φως της γαλάζιας νύχτας, κρεμάστηκε πάνω απ’ το δικό μου σαν φριχτό φεγγάρι. Και μετά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Ξύπνησα μ’ ένα τίναγμα ανεξέλεγκτου τρόμου γιατί αυτό που αντίκρισα ήταν δύο κατάμαυρες τρύπες.  Τα μάτια του πνιγμένου κοριτσιού ήταν εντελώς άδεια, λες και κάτι τα είχε φάει ενώ στη θέση τους έχασκε το σκοτάδι που φώλιαζε μέσα στο κρανίο του.

Ανακάθισα ανασαίνοντας σπασμωδικά. Κοίταξα γύρω μου τρομοκρατημένος αλλά η απαίσια οπτασία είχε εξαφανιστεί. Γύρω μου υπήρχε μονάχα η αρχαϊκή επίπλωση της μεσαιωνικής κρεβατοκάμαρας και η βαθιά σιωπή της φωτεινής νύχτας του βορρά. Αλλά η σιωπή αυτή ράγισε ξαφνικά από έναν πολύ παράξενο θόρυβο:  Από ένα ηχηρό πλατσούρισμα, λες και κάτι πάλευε να βγει μέσα απ’ το νερό της λίμνης που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρο…



8


Πετάχτηκα όρθιος και πλησίασα το παράθυρο που το πλαισίωναν βαριές κουρτίνες από κόκκινο βελούδο. Κρυφοκοίταξα τη λίμνη και αντίκρισα ένα θέαμα που παραλίγο να με κάνει να λιποθυμήσω:

Η επιφάνειά της, που είχε πάρει ένα μουντό γκρίζο χρώμα, δεν ήταν πια ακίνητη και άδεια. Είχε γεμίσει με αλλόκοτες μορφές, με ανθρωπόμορφα πλάσματα που αναδύονταν το ένα μετά το άλλο και κολυμπούσαν σβέλτα προς τη στεριά και μετά έβγαιναν περπατώντας αδέξια στην όχθη της σαν ένα σύνταγμα από αμφίβιους στρατιώτες. Ο τρόπος που κινούνταν, λες και οι αρθρώσεις τους δεν λειτουργούσαν φυσιολογικά, μ’ έκανε να ριγήσω. Το γαλαζωπό μισόφωτο δεν μου επέτρεπε να διακρίνω περισσότερες λεπτομέρειες αλλά υπήρχε κάτι στις αναλογίες των παραμορφωμένων σωμάτων τους και στα σχήματα των μακρόστενων κεφαλιών τους που ήταν εντελώς αφύσικο. Πριν περάσει πολύ ώρα, η χαλικόστρωτη αλέα που απλωνόταν μπροστά απ’ τον πύργο είχε πλημμυρίσει απ’ αυτά τα όντα που στέκονταν ακίνητα τώρα και αμίλητα, σαν κάτι να περίμεναν. Και τότε ο σφυγμός μου αναπήδησε σαν τρελός γιατί ένας καινούργιος θόρυβος άγγιξε τα τεντωμένα μου αυτιά: Ο ρυθμικός ήχος βημάτων που πλησίαζαν την πόρτα του υπνοδωματίου, αργά και επιφυλακτικά. Αναγνώρισα το βαρύ και ρυθμικό βηματισμό του Άλφρεντ, του γιγαντόσωμου μπάτλερ. Εκείνη τη στιγμή μου πέρασε από το μυαλό μια ιδέα που μου φάνηκε μεγαλοφυής: 

Άνοιξα το παράθυρο, άρπαξα τον πεζοπορικό μου σάκο που φώλιαζε σε μια κοντινή πολυθρόνα και χώθηκα μαζί του κάτω απ’ το κρεβάτι. Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε και μέσα απ’ το στενό χώρο ανάμεσα στο δάπεδο και στο κάτω μέρος του κρεβατιού, είδα τα λουστραρισμένα παπούτσια του Άλφρεντ να στέκονται ακίνητα και μετά να κάνουν μεταβολή και να βγαίνουν βιαστικά έξω, αφήνοντας την πόρτα πίσω τους ορθάνοιχτη. Τον άκουσα να κατεβαίνει δυο-δυο τα  μαρμάρινα σκαλοπάτια του προθάλαμου και να τρέχει κατά μήκος του ισογείου. Η εξώθυρα του πύργου ανοιγόκλεισε με δύναμη και μετά απλώθηκε μια βαθιά σιωπή. Κατάλαβα ότι είχα καταφέρει να τον ξεγελάσω. Νόμιζε ότι το είχα σκάσει.

Έμεινα ακίνητος για λίγο, προσπαθώντας να συγκρατήσω τους ξέφρενους χτύπους της καρδιάς μου. Περίμενα δύο λεπτά και μετά τρία. Ύστερα, μαζεύοντας όλο μου το θάρρος, σύρθηκα έξω απ’ τη κρυψώνα μου και περπατώντας στα νύχια των ποδιών μου που είχαν αρχίσει να τρέμουν σαν καλάμια, βγήκα και εγώ έξω απ’ το υπνοδωμάτιο κρυφοκοιτάζοντας δεξιά και αριστερά. Ευτυχώς όμως ο μισοσκότεινος διάδρομος ήταν σιωπηλός και άδειος σαν εγκαταλειμμένος τάφος. Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα. Ελαφροπατώντας σαν τον κλέφτη, κατέβηκα ένα-ένα τα φαρδιά σκαλοπάτια της γυριστής σκάλας που έβγαζε κατέληγε στο ισόγειο και όταν έφτασα εκεί, άρχισα να ψάχνω για κάποια πίσω πόρτα, απ’ όπου θα μπορούσα να ξεγλιστρήσω έξω απ’ τον πύργο απαρατήρητος και να κρυφτώ στο δάσος που ξεκινούσε στην πίσω του πλευρά. 


9


Πραγματικά, ύστερα από κάποια αγωνιώδη δευτερόλεπτα, ανακάλυψα μια τοξωτή πόρτα που κρυβόταν κάτω απ’ το γύρισμα της σκάλας. Την πλησίασα και την άνοιξα με μύριες προφυλάξεις, παρακαλώντας από μέσα μου να μην τρίξει. Ευτυχώς, ήταν καλά λαδωμένη και μου έκανε αυτή τη χάρη. Ένας στενός διάδρομος που ξεκινούσε από πίσω της μ’ έβγαλε σ’ έναν χώρο που έμοιαζε με ιδιόκτητο μουσείο. Ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο που η μια του πλευρά καταλαμβανόταν από επάλληλα ράφια τα οποία ήταν φορτωμένα με κάτι πέτρινα αντικείμενα που σχημάτιζαν μια πλούσια αρχαιολογική συλλογή: Κοντοστάθηκα μπροστά τους και αντίκρισα μαρμάρινα κεφάλια αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων που έμοιαζαν με ιχθυόμορφους τρίτωνες, θραύσματα από πτυχωτούς κίονες και τα ελικοειδή κομμάτια φθαρμένων κιονόκρανων. Το περίεργο ήταν ότι τα περισσότερα απ’ αυτά έμοιαζαν να έχουν μείνει για πολλούς αιώνες μέσα στο νερό καθώς σε πολλά σημεία καλύπτονταν από ξεραμένα όστρακα. Στο κάτω μέρος των ραφιών υπήρχαν μπρούτζινες επιγραφές όπου διάβασα τις λέξεις «Ίσθμια, Δήλος, Αμοργός» και «Νάξος.» Έμεινα κατάπληκτος. Τι δουλειά είχαν αυτά τα αρχαία ελληνικά ευρήματα σ’ αυτόν τον Σκωτσέζικο πύργο;  

Ανάμεσά τους, σ’ ένα μεσαίο ράφι,  υπήρχε μια μεγάλη φωτογραφία. Ήταν ασπρόμαυρη και φαινόταν πολύ παλιά, ελαφρά κιτρινισμένη. Κλεισμένη σε μια ασημένια κορνίζα με περίτεχνο κέλτικο διάκοσμο, στηριζόταν σ’ ένα μικρό τρίποδο που έμοιαζε με αναλόγιο.  Την κοίταξα πιο προσεκτικά καθώς κάτι σε αυτό που απεικόνιζε έβαλε σε λειτουργία ένα μικρό καμπανάκι συναγερμού που άρχισε να ηχεί μέσα στο μυαλό μου. 

Μέσα λοιπόν στο γαλαζωπό ημίφως που γέμιζε το σιωπηλό δωμάτιο, διέκρινα τρεις ανθρώπους που κάθονταν στις ρίζες ενός τεράστιου δέντρου και χαμογελούσαν όλο χαρά. Δύο κοπέλες και ανάμεσά τους ένα νεαρό αγόρι. Το αγόρι ήταν μια νεανική εκδοχή του ιδιοκτήτη του πύργου αλλά όταν το βλέμμα μου περιεργάστηκε τα κορίτσια που έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, ένιωσα τις σκέψεις μου να παγώνουν. Γιατί τα μακριά μαλλιά που έπεφταν σαν καταρράκτες στους ώμους τους, τα ψηλά μήλα του προσώπου τους, τα μεγάλα και λιγάκι λοξά τους μάτια, ήταν πανομοιότυπα με τις φωτογραφίες που είχε κρατήσει η σκωτσέζα γιαγιά μου απ’ τα νιάτα της, από την εποχή που είχε έρθει στην Ελλάδα και είχε γνωρίσει τον παππού μου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά και μου φάνηκε ότι για μια στιγμή το δωμάτιο κυμάτισε γύρω μου σαν το είδωλο ενός καθρέφτη που ήταν φτιαγμένος από νερό. Μια χειρόγραφη αφιέρωση που κάλυπτε το κάτω μέρος της φωτογραφίας μ΄έκανε να παγώσω ακόμα περισσότερο: 

«Τζέην, Έντουαρντ και  Έβελυν, το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι».

Τζέην έλεγαν τη γιαγιά μου. Ένιωσα το μέτωπό μου να μουσκεύει από ένα κύμα κρύου ιδρώτα. Μια εξωφρενική υποψία άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου αλλά εκείνη τη στιγμή, προτού προλάβω να κάνω το παραμικρό,  ένα βαρύ χέρι ακούμπησε τον ώμο μου.


10



Γύρισα επιτόπου και βρέθηκα αντιμέτωπος με τον Άλφρεντ, τον τεράστιο μπάτλερ που πυργωνόταν μπροστά μου σαν πανύψηλος οβελίσκος. Το πρόσωπό του έσκυψε από πάνω μου σκουρόχρωμο και τετράγωνο, λουσμένο στο μουντό μπλε φως του ήλιου του μεσονυχτίου. Τα απόλυτα συμμετρικά χαρακτηριστικά του έμοιαζαν εντελώς ανέκφραστα, λες και ήταν χαραγμένα πάνω σε μια μάζα από καστανό κερί. Τα μάτια του, καταπράσινα και λαμπερά σαν γυαλιστερά πετράδια ήταν αφύσικα διεσταλμένα και με κοίταξαν δίχως καν να ανοιγοκλείσουν. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα για πρώτη φορά ότι αντίκριζα μια μάσκα και ότι στην  πραγματικότητα βρισκόμουν αντιμέτωπος μ’ ένα πλάσμα που δεν ήταν ανθρώπινο. 

Είναι πολύ παράξενο το πώς μπορεί να αντιδράσει το μυαλό ενός ανθρώπου όταν υφίσταται μια σειρά από αλλεπάλληλα σοκ. Στη δική μου περίπτωση πάντως ένιωσα ότι είχα πηδήξει απ’ την άκρη ενός γκρεμού και έπεφτα σ’ ένα απύθμενο κενό. Και τότε μου συνέβη κάτι πολύ περίεργο: Ένιωσα το μυαλό μου να κόβεται στα δύο. Το ένα κομμάτι εξακολουθούσε να είναι ο παλιός καλός εαυτός μου που έτρεμε σαν το ψάρι απ’ το φόβο του αλλά το άλλο ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό, ένας δεύτερος εαυτός που αναδύθηκε ακαριαία, μέσα από κάποια σκοτεινή θάλασσα του υποσυνειδήτου, πλημμυρισμένος από ένα κύμα αλαζονικής και εντελώς εξωπραγματικής οργής. Αυτός ο δεύτερος εαυτός, κοίταξε κατάματα τον τεράστιο μπάτλερ, έτριξε τα δόντια του και τον ρώτησε με σφυριχτή φωνή και σε άπταιστα αγγλικά: 

-«What the fuck are you and why the hell do I find my grandmother’s photograph in your boss’s house? Who are you people?”

Αυτή η φράση, θα μπορούσε να μεταφραστεί στα ελληνικά κάπως έτσι:

-«Τι σκατά είσαι και γιατί βρίσκω τη φωτογραφία της γιαγιάς μου στο σπίτι του αφεντικού σου; Ποιοι είστε επιτέλους;»

Μια παράξενη λάμψη άστραψε στα αλλόκοτα μάτια του γίγαντα που έγερνε από πάνω μου σαν σκοτεινό σύννεφο. Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή και αυτό έδωσε στον καινούργιο εκείνο δεύτερο εαυτό μου την ευκαιρία ν’ αρπάξει με το δεξί μου χέρι μια από τις μαρμάρινες κεφαλές που στεκόταν στο ράφι, να τη σφίξει με τα δικά μου δάχτυλά και να την καρφώσει με όλη μου τη δύναμη στο δεξί του κρόταφο.  Άκουσα τον αποκρουστικό ήχο ενός κόκαλου που έσπαγε και ο Άλφρεντ κλονίστηκε, έγειρε στο πλάι και σωριάστηκε μπροστά μου σαν πελώρια βελανιδιά που κάποιος την έχει κόψει απ’ τις ρίζες της. Εκείνη τη στιγμή, απ’ την μπροστινή μεριά του πύργου, απ’ τη μεριά της λίμνης δηλαδή όπου είχε μαζευτεί το πλήθος των παράξενων πλασμάτων, άρχισε να ακούγεται μια μονότονη ψαλμωδία, ένας μακρόσυρτος ήχος που κάποιο πολύ βαθύ και πρωτόγονο ένστικτο με πληροφόρησε ότι δεν θα μπορούσε να βγαίνει από ανθρώπινα στόματα.

Άδραξα την ευκαιρία που μου δόθηκε και έτρεξα μέχρι το παράθυρο που άνοιγε στην πέρα πλευρά του δωματίου. Το άνοιξα και πήδηξα στο γκαζόν που απλωνόταν από την πίσω μεριά του πύργου. Το δάσος που ξεκινούσε λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα σαν τη σκοτεινή κουίντα ενός θεάτρου, με προσκαλούσε ν’ αναζητήσω καταφύγιο στις αδιαπέραστες πτυχώσεις της. Κάλυψα τρέχοντας  την απόσταση που με χώριζε απ’ τα πρώτα του δέντρα και χώθηκα μέσα στο ευεργετικό του σκοτάδι, κυνηγημένος απ’ την απάνθρωπη χορωδία των μακρόσυρτων εκείνων ψαλμών που όλο και δυνάμωναν.




11


Το δάσος ήταν κατασκότεινο, πλημμυρισμένο από βιολετί σκιές που έπλεκαν πυκνούς ιστούς  ανάμεσα στις φυλλωσιές και τους κορμούς των πανύψηλων δέντρων του. Ανάμεσά στα πόδια μου, σχηματίζοντας ένα παχύ χαλί που κάλυπτε το έδαφος, φύτρωναν αναρίθμητες φτέρες που τα λεπτά και χνουδωτά τους φύλλα ήταν κρύα και υγρά, σαν ένα στρώμα στερεοποιημένης ομίχλης που σερνόταν στη γη. Θέλοντας και μη επιβράδυνα το τρέξιμό καθώς μου ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω μέσα στο αρχαίο εκείνο μισοσκόταδο τυχόν εμπόδια και λακκούβες. Αναγκάστηκα λοιπόν να συνεχίσω τη φυγή μου περπατώντας,  αργά και προσεκτικά, με την αναπνοή να βγαίνει λαχανιαστή απ’ τα χείλη μου που είχαν παγώσει, ψαχουλεύοντας το μισοσκόταδο με τεντωμένα δάχτυλα που άγγιζαν  λεπτά κλαδιά, τις σκληρές φυλλωσιές αόρατων θάμνων και τους στιλπνούς κορμούς πελώριων δέντρων που έμοιαζαν με τους αρχαίους κίονες κάποιου τεράστιου ναού. Κάποια στιγμή ωστόσο, κατάλαβα ότι έφτασα σ’ ένα ξέφωτο όπου η γαλάζια φωταύγεια  της νύχτας γινόταν πιο δυνατή. Κοίταξα ψηλά και αντίκρισα ένα κυκλικό άνοιγμα όπου τα κλαδιά των δέντρων δεν σκέπαζαν τον ουρανό και άφηναν το γαλάζιο φως του να διαχέεται γύρω μου ομοιόμορφα, σαν ένα φωτεινό σύννεφο που είχε απλωθεί πάνω στη γη.

Ένιωσα τότε τις δυνάμεις μου να μ’ εγκαταλείπουν. Έκανα μερικά ασταθή βήματα μέσα στο σιωπηλό ξέφωτο και κάθισα πάνω στο υγρό και ψυχρό χορτάρι καθώς τα πόδια μου δεν με βαστούσαν πια.  Έκανε κρύο και η λεπτή μπλούζα που φορούσα είχε ήδη μουσκέψει απ’ τον ιδρώτα. Άρχισα να τρίβω τα πλευρά μου σε μια μάταια προσπάθεια να ζεσταθώ, όταν  ξανάκουσα από μακριά την ανίερη ψαλμωδία των παράξενων πλασμάτων που είχαν βγει απ’ τη λίμνη και είχαν μαζευτεί μπροστά στον απαίσιο πύργο. Γιατί ήμουν εντελώς πεπεισμένος πια ότι εκείνα τα όντα δεν ανήκαν στην ανθρώπινη φυλή. Προσπάθησα να καταστρώσω κάποιο σχέδιο, να σκεφτώ πως θα δραπέτευα μια και καλή απ’ το δάσος και θα επέστρεφα στον γνώριμο κόσμο του πολιτισμού.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα κοφτό τρίξιμο, τον ήχο που κάνει ένα ξερόκλαδο όταν σπάει.  Τινάχτηκα όρθιος και κοίταξα γύρω μου με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή  για άλλη μια φορά, αλλά το μόνο που ξεχώρισα μέσα στο γαλαζωπό ημίφως του ξέφωτου ήταν οι σιλουέτες των γύρω δέντρων και των θάμνων που διαγράφονταν ανάμεσά τους, σαν σκοτεινά αποτυπώματα επάνω σ’ ένα ακόμα σκοτεινότερο φόντο. Με πλημμύρισε ωστόσο μια απαίσια αίσθηση, η βεβαιότητα ότι κάτι με κοιτούσε, κάποιο πλάσμα που καραδοκούσε εκεί κοντά και παρακολουθούσε την κάθε μου κίνηση. Κράτησα την αναπνοή μου και άρχισα να υποχωρώ αργά-αργά προς τα πίσω, προς την άκρη του σκοτεινού ξέφωτου, σκοπεύοντας να ξαναχωθώ στη προστατευτική σκιά των δέντρων και να αρχίσω να τρέχω και πάλι μακριά απ’ το κάστρο και τη στοιχειωμένη λίμνη του. Αλλά τότε κάτι έπεσε δίπλα μου, κάποιο μικρό και σκληρό αντικείμενο που αναπήδησε πάνω στο παχύ χορτάρι και κύλησε στα πόδια μου. Ένα βελανίδι. Το κοίταξα καλά-καλά και μετά κοίταξα και προς τα πάνω,  τα πυκνά κλαδιά των δέντρων που έπλεκαν έναν αδιαπέραστο θόλο πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μέσα στις σκιές που κρέμονταν ανάμεσά τους, μου φάνηκε ότι διέκρινα μια  ογκώδη σιλουέτα που είχε ένα αμυδρά ανθρώπινο σχήμα. Την είδα να κινείται ξαφνικά μετά κάτι έπεσε πάνω μου, κάποια δεύτερη μορφή που με πλάκωσε με το βάρος της σαν μετεωρίτης. Το  τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι μια διαπεραστική οσμή μούχλας και υγρασίας που με τύλιξε σαν αποπνιχτικό σύννεφο και μετά έχασα τις αισθήσεις μου.


12


Όταν άρχισα να συνέρχομαι και πάλι, ανακάλυψα ότι ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα και  δεμένος χειροπόδαρα πάνω σε μια σκληρή και κρύα επιφάνεια. Η πλάτη μου ακουμπούσε πάνω σε κάτι που έμοιαζε με πέτρινη πλάκα. Κατάλαβα ότι βρισκόμουν ακόμα μέσα στο δάσος γιατί η υγρή ανάσα του άγγιξε το μέτωπό μου σαν παγωμένο χέρι. Ένα σφιχτοδεμένο πανί που σκέπαζε το στόμα και τη μύτη μου μ’ έκανε να παλεύω να πάρω την κάθε μου ανάσα.  Ωστόσο, δεν ήμουν μόνος. Αντίθετα, ήταν λες και το εφιαλτικό όνειρο που είχα δει στο υπνοδωμάτιο του πύργου, λίγο πριν μ’ επισκεφτεί το φάντασμα του πνιγμένου κοριτσιού, να επαναλαμβανόταν και στην πραγματικότητα. Γύρω μου υπήρχε κίνηση, πλάσματα που κινούνταν πάνω-κάτω κυριευμένα από μια πυρετική βιασύνη. Σαν κακόβουλα φαντάσματα που είχαν δραπετεύσει απ’ τον κόσμο των νεκρών και σκόπευαν να εκτελέσουν κάποια ανόσια τελετουργία περπατούσαν γύρω μου αδέξια και λαχανιαστά, γεμίζοντας τη σιωπή του δάσους με μια απαίσιους ρόγχους και αγκομαχητά, σαν να δυσκολεύονταν  να αναπνεύσουν. 

Οι πυκνές φυλλωσιές τεράστιων δέντρων που κρέμονταν πάνω απ’ το ιδρωμένο πρόσωπό μου έμοιαζαν με φλεγόμενους ιστούς αράχνης καθώς οι χορευτικές λάμψεις αναμμένων πυρσών σκόρπιζαν ένα κίτρινο φως μέσα στο δάσος. Οι φλόγες τους έτριζαν και πλατάγιζαν θυμωμένες, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την αίσθηση της φριχτής απειλής που ένιωθα να με περικυκλώνει. Με την άκρη του ματιού μου αντίκρισα ένα κύκλο από σκοτεινές και αμίλητες σιλουέτες που μαζεύτηκαν γύρω από την πέτρα όπου ήμουν δεμένος και με κοίταξαν ψηλές και τεράστιες στο κιτρινόμαυρο μισοσκόταδο. Η οσμή του ξύλου που καιγόταν διαπότισε την ατμόσφαιρα σαν μίασμα και μαζί της ήρθε και μια παράξενη μυρωδιά στάσιμου νερού που έκανε το στομάχι μου να γυρίσει ανάποδα. Αν δεν ήμουν τόσο φοβισμένος σίγουρα θα είχα κάνει εμετό. Προτίμησα ωστόσο να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου και να προσπαθήσω να ξεχωρίσω κάτι περισσότερο μέσα σ’ εκείνο το φλογερό και δύσοσμο σκοτάδι. Οι σιλουέτες που με περικύκλωναν έκαναν όλες μαζί ένα βήμα προς το μέρος μου και οι φλόγες των πυρσών που κρατούσαν, φώτισαν τα πρόσωπά τους. 

Αν δεν ήμουν τόσο σφιχτά φιμωμένος σίγουρα θα είχα ουρλιάξει: Γιατί τα πρόσωπα εκείνα, ελάχιστη σχέση είχαν με τη φυλή των ανθρώπων. Κάτω απ’ το σπασμωδικό φως των φλεγόμενων πυρσών έμοιαζαν ιχθυόμορφα, εξοπλισμένα με γλιτσιασμένα λέπια και φολίδες και κάτι τεράστια μάτια που με κοιτούσαν ανέκφραστα σαν πρασινωποί δίσκοι με πελώριες κόρες. Δεν είχαν ούτε μύτες, ούτε χείλη, ούτε αυτιά, ούτε καν κάποια υποψία τριχοφυΐας.  Τα πηγούνια τους ήταν εντελώς ατροφικά και τα μέτωπά τους έγερναν προς τα πίσω ενώ στα πλάγια των λαιμών τους που έμοιαζαν αφύσικα μακριοί και εύκαμπτοι, ανοιγόκλειναν κάτι απαίσιες σχισμές με ροδαλά χείλη που κατάλαβα ότι ήταν βράγχια. Και όμως, τα σώματά τους ήταν ανθρωποειδή στην εμφάνιση, αν και μέσα απ’ τις σκιές που στροβιλίζονταν γύρω τους σαν ένα σμάρι φοβισμένων νυχτερίδων, είδα ότι τα χέρια τους ήταν υπερβολικά λεπτά και μακριά και τα δάχτυλά τους που κρατούσαν σφιχτά τους πυρσούς, γαμψά και εξοπλισμένα με νηκτικές μεμβράνες. 

Ένα από εκείνα τα όντα, έσφιγγε στα χέρια του ένα μαχαίρι με περίτεχνη και ασυνήθιστη λαβή,  φτιαγμένη για να την κρατούν δάχτυλα που δεν ήταν εντελώς ανθρώπινα. Η λάμα του ήταν οδοντωτή και κυρτή και έμοιαζε με το δόντι κάποιου θαλάσσιου τέρατος. Ύψωσε το μαχαίρι πάνω απ’ το κεφάλι του και η λεπίδα του άστραψε σαν μια μικρή αστραπή μέσα στο σκοτάδι, έτοιμη να κατέβει ορμητικά και να χωθεί στο στήθος μου. Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά και αναρωτήθηκα πόσο φριχτός θα ήταν ο πόνος που θα με ξέσκιζε γιατί ήταν ολοφάνερο πια ότι για μένα δεν υπήρχε πλέον δρόμος σωτηρίας. Ένα έχω να πω ωστόσο: Αυτά που λένε ότι όταν πλησιάζει η ώρα να πεθάνει κανείς, βλέπει να περνάει μπροστά του σαν ταινία ολόκληρη τη ζωή του, είναι κουραφέξαλα. Εκείνη τη στιγμή, το μόνο που ένιωθα ήταν ένα κύμα ανυπόφορου τρόμου και τα δεσμά που έσφιγγαν τα χέρια και τα πόδια μου να με πονάνε σαν κλειστές τανάλιες.  Η απαίσια μυρωδιά του στάσιμου νερού που ανέδιδαν τα ιχθυόμορφα τέρατα με άγγιξε ξανά, σαν μίασμα που πάλευε να κλέψει και τον λίγο αέρα που κατάφερνα να εισπνεύσω. 

Μια μακρόσυρτη κραυγή έσκισε την αφύσικη σιωπή του κατασκότεινου δάσους.  Το μαχαίρι δεν χώθηκε ποτέ στο στήθος μου. Άκουσα αντίθετα μια χορωδία ξαφνιασμένων εισπνοών που σύριζαν παράξενα και μετά, από μακριά, τη φωνή του Έντουαρντ, του αινιγματικού πυργοδεσπότη, να δηλώνει επιτακτικά:

-«Σταματήστε! Δεν είναι αυτό που νομίζετε! Δεν θα είναι αυτός η αποψινή θυσία! Κάνετε λάθος! Αυτός είναι ο διάδοχός μου!»


13


Τα πάντα ακινητοποιήθηκαν. Το μαχαίρι πάνω απ’  το στήθος μου, τα ιχθυόμορφα όντα που με περικύκλωναν, ο ίδιος ο χρόνος φάνηκε να σταματάει για μια στιγμή. Ανασήκωσα το κεφάλι μου και το έστρεψα προς το σημείο όπου είχε ακουστεί η φωνή του ουρανοκατέβατου σωτήρα μου.  

Είδα τον Άλφρεντ, τον γιγαντόσωμο μπάτλερ του να πλησιάζει κρατώντας τον στα χέρια του λες και ήταν  ένα μικρό παιδί. Από τον κρόταφο του Άλφρεντ έτρεχε αίμα, από μια απαίσια πληγή, το αποτέλεσμα του χτυπήματος που του είχα καταφέρει με την μαρμάρινη κεφαλή. Το πρόσωπό του παρέμενε ανέκφραστο ωστόσο. Το αφεντικό του αντίθετα, έμοιαζε να παραδέρνει σε μια θάλασσα αγωνίας. Ο Άλφρεντ εισέβαλε μέσα στον κύκλο των παρ’ ολίγο εκτελεστών μου και απόθεσε τον Έντουαρντ  καταγής, δίπλα στην τετράγωνη πέτρα όπου βρισκόμουν δεμένος.

-«Λύστε τον!» τους είπε εκείνος, «αυτός ο νεαρός είναι ανιψιός μου, ο εγγονός της αδελφής μου, και ήρθε εδώ πέρα οδηγημένος απ’ τα όνειρα και από το πεπρωμένο του!»

Τα λόγια του δεν φάνηκαν να συγκινούν ιδιαίτερα τα κακόβουλα όντα. Αυτό που κρατούσε το μαχαίρι έσκυψε προς το μέρος του και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό του:

-«Εξηγήσου,» τον διέταξε με μια φωνή που μ’ έκανε να ριγήσω, έτσι παγερή υγρή και υπόκωφη που ακούστηκε, βγαλμένη από ένα στόμα που δεν ήταν ανθρώπινο.

-«Είναι ο εγγονός της Τζέην,» τους ξανάπε εκείνος, «της αδελφής μου που μετά την αυτοκτονία της Έβελυν έφυγε απ’ αυτά τα μέρη για πάντα και έζησε και πέθανε στην Ελλάδα.»

Η φωνή του είχε έναν ικετευτικό τόνο που καθόλου δεν ταίριαζε με το αριστοκρατικό του παρουσιαστικό. Έτσι που κειτόταν πάνω στο χορτάρι, με τα άχρηστα πόδια του να απλώνονται σαν αδύναμα καλάμια μπροστά του, έμοιαζε εντελώς αβοήθητος, στο έλεος των αλλόκοτων δεσμωτών μου.
-«Αυτό θα το δούμε,» μουρμούρισε με τη λαρυγγώδη φωνή του ο αρχηγός των ψαρόμορφων πλασμάτων. Μετά, ακούμπησε το μαχαίρι του στο δεξί μου χέρι και χάραξε μια μακριά τομή. Κατάφερα να μην σπαρταρήσω από τον πόνο. Τον είδα να πλησιάζει τη ματωμένη λεπίδα του στις δύο τρύπες που έχασκαν στο σημείο όπου έπρεπε να βρίσκεται η μύτη του, να τη μυρίζει και μετά να τη γλύφει με μια μακριά και μαύρη γλώσσα. Όταν ολοκλήρωσε και αυτή την απαίσια δραστηριότητα, έστρεψε τα ψαρίσια μάτια του προς το μέρος μου:

-«Στις φλέβες σου κυλάει το γλυκό αίμα των Μακλόχαν,» μουρμούρισε, «αυτό είναι σίγουρο. Αλλά απόψε ολοκληρώνονται πενήντα χρόνια απ’ την τελευταία φορά που βγήκαμε στον κόσμο της στεριάς και η αρχαία συμφωνία που δένει το λαό της λίμνης με το σόι των Μακλόχαν πρέπει να τηρηθεί. Η αποψινή θυσία πρέπει να γίνει.»

Η σιωπή που κρεμάστηκε γύρω μας ήταν βαριά σαν μολύβι. Τελικά όμως, ο Έντουαρντ, ή μήπως θα έπρεπε να πω ο προ-θείος μου, γιατί είχα καταλάβει επιτέλους ποιος ήταν πραγματικά, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε κατάματα το ιχθυόμορφο πλάσμα που κράδαινε ακόμα το μαχαίρι του: 

-«Ας είμαι εγώ η θυσία που απαιτείται,» του είπε με σπασμένη φωνή, «αφήστε το παιδί να ζήσει και πάρτε εμένα στη θέση του. Έτσι η αρχαία συμφωνία θα τηρηθεί όπως πρέπει.»

Ο ψαρίσιος βασανιστής τον κοίταξε αμίλητος και ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες, και μετά είπε:

-«Ας είναι.»

Μόλις είπε αυτά τα λόγια, ο Άλφρεντ έσκυψε προς το μέρος του και πήρε τον Έντουαρντ στα χέρια του για άλλη μια φορά. Ένιωσα παγερά και υγρά δάχτυλα να με λύνουν με γοργές και εύκαμπτες κινήσεις και να με στήνουν στα πόδια μου. Σήκωσα το κεφάλι μου και  βρέθηκα αντιμέτωπος με τον αρχηγό τους που κρατούσε ακόμα το μαχαίρι του και ορθωνόταν μπροστά μου πανύψηλος, σαν προϊστορικός οβελίσκος.

-«Ως ο τελευταίος απόγονος της αρχαίας οικογένειας των Μακλόχαν, δέχεσαι να αναλάβεις τα καθήκοντά σου ως τηρητής της αρχαίας συμφωνίας που θα δένει την οικογένειά σου με το λαό της λίμνης για πάντα;»

Το βλέμμα μου έπεσε στο πρόσωπο του Έντουαρντ που με κοίταζε ικετευτικά. Τα μάτια του είχαν γίνει τεράστια, γκρίζα και υγρά μέσα στο βαθυγάλανο ημίφως του δάσους, γεμάτα με μια βαθιά αγωνία. 

Μια εντελώς άσχετη σκέψη πέρασε τότε απ’ το μυαλό μου: Λοχ λεγόταν η λίμνη στην αρχαία γλώσσα της Σκωτίας. Μακλόχαν, ο γιός της λίμνης. Θυμήθηκα τα όνειρα που έβλεπα κάθε βράδυ από παιδί, εκείνες τις εικόνες τις φορτισμένες με μια νοσταλγία που είχε πάψει πια να είναι ανεξήγητη. Εκείνες τις σκοτεινές λίμνες, τους γκρίζους πύργους και τους χορταριασμένους λόφους που με είχαν κάνει να έρθω στη Σκωτία. Το αρχαίο κάλεσμα των άγνωστων προγόνων μου. Κάτι αναδεύτηκε μέσα μου, ο δεύτερος εαυτός που είχε ξυπνήσει μέσα μου όταν είχα αντικρίσει το πρόσωπο της γιαγιάς μου σ’ εκείνη την παλιά φωτογραφία άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε κατάματα.     

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, καθώς ένας πελώριος κόμπος που είχε σχηματιστεί στο λαιμό μου με εμπόδιζε να μιλήσω.

-«Πολύ καλά λοιπόν,» δήλωσε εκείνος, «τότε η θυσία θα εκτελεστεί όπως πρέπει».

Με το που είπε αυτά τα λόγια, η ομάδα των εφιαλτικών  ακολούθων του μαζεύτηκε σαν ένα σμήνος αρπακτικών γύρω από τον Αλφρεντ που κρατούσε στην αγκαλιά του τον ημι-παράλυτο θείο μου. Εκείνος έκλεισε τα μάτια του και μια έκφραση κουρασμένης αποδοχής χαράχτηκε στο γερασμένο πρόσωπό του ενώ εκείνοι τον ακούμπησαν στον πέτρινο βωμό που λίγο είχε λείψει να ποτιστεί με το δικό μου αίμα. Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, κάλυψα τ’ αυτιά μου με τα δυο μου χέρια για να μην βλέπω και να μην ακούω τίποτα και κουλουριάστηκα πίσω απ’ τον κορμό ενός κοντινού δέντρου.  Εκείνη τη στιγμή ευχήθηκα να πέθαινα, αν και ήξερα πολύ καλά ότι δεν είχα κανένα δικαίωμα να ζητάω κάτι τέτοιο.


14



Όταν τα πλάσματα της λίμνης ολοκλήρωσαν την απαίσια τελετή τους και άρχισαν να κατευθύνονται προς τις όχθες της λίμνης κατάφερα να ξανασταθώ στα πόδια μου και να τ’ ακολουθήσω για να δω με τα ίδια μου τα μάτια τη λήξη του απαίσιου εκείνου δράματος:

Είδα τον Άλφρεντ να μπαίνει μέσα στο νερό και να περπατάει όλο και πιο βαθιά μέσα στη λίμνη, να βυθίζεται όλο και περισσότερο μέσα στα ακίνητα νερά της, κρατώντας  στα χέρια του τον θείο μου που έμοιαζε με άψυχη και ματωμένη κούκλα. Οι υπόλοιποι ψαράνθρωποι τον ακολούθησαν σιωπηλοί, σχηματίζοντας μια μακριά αλυσίδα που ο κάθε της κρίκος χανόταν ο ένας μετά τον άλλο μέσα στη σιωπή, μέχρι που το μόνο που απέμεινε για να μαρτυρά την παρουσία τους ήταν ένας μικρός πίδακας από φυσαλίδες. 

Έμεινα μόνος, να στέκομαι σαν άγαλμα στην όχθη της στοιχειωμένης λίμνης, ο μοναδικός κληρονόμος ενός αρχαίου πύργου και ενός αποτρόπαιου μυστικού. Ένιωσα τον παλιό μου εαυτό να χάνεται ξαφνικά, να βυθίζεται και αυτός μέσα στην σιωπηλή λίμνη. Οι αναμνήσεις της ζωής μου στην Ελλάδα, τα πρόσωπα της οικογένειάς μου, οι φίλοι μου, τα ηλιόλουστα τοπία της χώρας που μέχρι τώρα νόμιζα ότι ήταν η πατρίδα μου, ξεθώριασαν και έχασαν κάθε συναισθηματικό αντίκτυπο. Τώρα βρισκόμουν αλλού και ήμουν κάποιος άλλος. Κάποιος που ζούσε στη γη που του ανήκε.  

Ο ουρανός βάφτηκε με τις ρόδινες πινελιές μιας ανέφελης αυγής καθώς η νύχτα έφτανε στο τέλος της. Τα νερά της λίμνης έγιναν ολόχρυσα και μια δροσερή πνοή αέρα άγγιξε το πρόσωπό μου. Ξημέρωσε. Και μετά, μέσα απ’ την επιφάνειά της που απέκτησε το γαλάζιο χρώμα του πρωινού αναδύθηκε και πάλι η κυκλώπεια σιλουέτα του Άλφρεντ, του πλάσματος που θα γινόταν ο οικονόμος και προστάτης μου για τα επόμενα πενήντα χρόνια, μέχρι να έκλεινε και πάλι ο κύκλος της αρχαίας συμφωνίας και να ερχόταν και για μένα ο αρχαίος βασιλιάς της λίμνης.


Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010