Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

H AΣΧΗΜΗ ΜΟΓΙΑ










1


Απαίσιος ο αποψινός καιρός έτσι; Βρέχει με το τουλούμι και φυσάει δαιμονισμένα απ’ το πρωί! Λοιπόν, θα σου κάνω μια πρόταση: Αν με κεράσεις ένα κρασί και φαγητό θα σου πω μια ιστορία που θα σου αρέσει πολύ. Τι λες, είμαστε σύμφωνοι; Ωραία λοιπόν, ξεκινάμε:

Θέλω να γυρίσεις με τη φαντασία σου πολλά χρόνια πίσω, στο παρελθόν. Φαντάσου ένα γάμο που μόλις ολοκληρώθηκε με τους καλύτερους δυνατούς οιωνούς. Ο ασπρομάλλης μάντης  που διάβασε τα εντόσθια των θυσιασμένων ζωντανών με μεγάλη προσοχή, δήλωσε ότι οι θεοί ήταν ευχαριστημένοι και ότι θα εξασφάλιζαν στο νιόπαντρο ζευγάρι ευημερία, μακροβιότητα και πολλούς ένδοξους απογόνους. Η μακρόστενη σάλα με τις σκαλιστές κολώνες από πανάρχαιους κορμούς οξιάς και τα κυνηγετικά τρόπαια αντιλαλούσε απ’ τις θριαμβευτικές κραυγές και τα δυνατά γέλια των χαρούμενων καλεσμένων που γρήγορα έδωσαν τη θέση τους σε χοντροκομμένα αστεία και τραγούδια του καπηλειού, γεμάτα με πονηρά υπονοούμενα. Τα σπαθιά και οι ασπίδες που κρέμονταν απ’ τους πέτρινους τοίχους της σάλας αστραποβολούσαν κάτω απ’ τη λάμψη των φλεγόμενων πυρσών που βιαστικοί υπηρέτες στερέωναν σε μπρούτζινες θήκες και σιδερένια τρίποδα. Το κερωμένο δάπεδο έλαμπε σαν χρυσαφένιο και η ευωδιά του καλοψημένου κρέατος απλωνόταν παντού.

Βρισκόμαστε στο κάστρο του Ρόθγκαρ, του άρχοντα της κοιλάδας του Στραπόφεν. Ο γαμπρός ήμουν εγώ. Δίπλα μου καθόταν η Μόγια, η νύφη μου, αμίλητη και ακίνητη σαν χρυσοντυμένο άγαλμα. Η ιστορία μου ξεκινά τη στιγμή που το βλέμμα μου βυθιζόταν σκεπτικό στις φλόγες της πελώριας φωτιάς που τριζοβολούσε και καταβρόχθιζε  φρεσκοκομμένα κούτσουρα μέσα στην αγκάλη μιας τεράστιας εστίας από σκαλισμένη πέτρα. Η χάλκινη χύτρα που κρεμόταν από πάνω της είχε ήδη ζεσταθεί. Το περιεχόμενό της χύτρας, ένα καλοθρεμμένο μοσχαράκι που είχε γεννηθεί κατάλευκο, σιγόβραζε βγάζοντας γαργαλιστικούς ατμούς. Στο μεταξύ, η ζεστή μπύρα και το γλυκό υδρόμελο που κυλούσαν άφθονα μέσα από ογκώδη βαρέλια και ασημένιες κανάτες είχαν ανάψει τα αίματα και είχαν ξυπνήσει στις καρδιές των  ανθρώπων που γέμιζαν τη σάλα το κέφι και τη χαρά.     

‘Έφερα στα χείλη μου ένα κεράτινο κροντήρι από σκαλισμένο κέρατο ταύρου και έριξα μια διακριτική ματιά στον Ρόθγκαρ, τον μακρυμάλλη και μεγαλόσωμο ιδιοκτήτη του επιβλητικού κάστρου. Καθόταν στην κεφαλή των τραπεζιών που γέμιζαν τη σάλα και κοίταζε τους καλεσμένους του με το σκυθρωπό εκείνο ύφος που δεν εγκατέλειπε ποτέ το πρόσωπό του. Κι όμως, ήταν ένας άνθρωπος που θα  ‘λεγε κανείς πως οι θεοί τον είχαν ευλογήσει. Η καλή του τύχη ξυπνούσε το φθόνο και τη ζήλια στις καρδιές των λιγότερο εύπορων γειτόνων του. Του ανήκε ολόκληρη η πλατιά κοιλάδα του Στραπόφεν. Το τεράστιο κάστρο του που στεφάνωνε σαν οδοντωτό στέμμα έναν απόκρημνο λόφο, καταμεσής μιας εύφορης πεδιάδας, περιβαλλόταν από αμέτρητες μηλιές που δεν αρρώσταιναν ποτέ. Το καλοκαίρι τα χωράφια του χρύσιζαν πλημμυρισμένα από κατάξανθα σπαρτά που κυμάτιζαν στον άνεμο και το φθινόπωρο τα κλαδιά των δέντρων που φύτρωναν στ’ απέραντα χωράφια του έγερναν απ’ το βάρος των πολύτιμων καρπών τους. Το χειμώνα πάλι, στα σκιερά δάση της κοιλάδας, περιφέρονταν πλούσια θηράματα. 

Στα πλούσια βοσκοτόπια και στα εύφορα λιβάδια του σαλαγούσαν κοπάδια από χορτάτες αγελάδες και πρόβατα με κατάλευκο μαλλί. Θα έπρεπε να νιώθω πολύ τυχερός, σκέφτηκα για πολλοστή φορά. Μόλις είχα παντρευτεί την μονάκριβη κόρη του, την γλυκιά και ευγενική Μόγια και θα ζούσα από εδώ και πέρα μέσα στα πλούτη, ασφαλής, απολαμβάνοντας τα οφέλη μιας τεράστιας περιουσίας που δεν είχα κοπιάσει καθόλου ν’ αποκτήσω. Κι όμως, αυτή η σκέψη καθόλου δεν κατάφερε να μου φτιάξει τη διάθεση. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή που όλοι ξεφάντωναν γύρω μου και μου εύχονταν κάθε ευτυχία και χαρά, δεν μπορούσα ν’ απαλλαχτώ από ένα σκοτεινό προαίσθημα που μου έσφιγγε σαν τανάλια την ψυχή, από μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής. Για κάποιο λόγο που δεν κατάφερνα με τίποτα να ερμηνεύσω λογικά, ένιωθα απόλυτα σίγουρος πως κάποια αόρατη απειλή που κρεμόταν σαν κοφτερό τσεκούρι πάνω απ’ τα κεφάλια όσων ζούσαν στο πελώριο κάστρο, ετοιμαζόταν ν’  αποκαλύψει  το τρομερό της πρόσωπο.                



                                                                  2  


Με λένε Γουίγκλαφ. Είμαι ο δευτερότοκος γιός του Χέροτ, του άρχοντα του ανεμοδαρμένου οροπεδίου του Άρισελ. Η ιστορία μου είναι πικρή. Έμεινα άστεγος και άπατρις  επειδή ο πατέρας μου, προτού συναντήσει του προγόνους του μετά από μια σύντομη όσο και ξαφνική αρρώστια, αποφάσισε να εμπιστευτεί την τύχη του βασιλείου του στα χέρια του πρωτότοκου γιού του, του Χίγκελακ, του μεγάλου μου αδελφού. Η αλήθεια είναι ότι δεν υποσχόμουν και πολλά ως μελλοντικός άρχοντας. Έβρισκα τα μαθήματα των δασκάλων που πάσχιζαν να μου μάθουν να διαβάζω και να μετρώ πολύ βαρετά ενώ οι επιδόσεις μου στην τοξοβολία και στη χρήση του σπαθιού ήταν κάτω απ’ το μέτριο. 

Το μόνο που μου άρεσε να κάνω είναι να αφηγούμαι όμορφες ιστορίες που έβγαζα απ’ το μυαλό μου, να τραγουδώ χαρούμενα τραγούδια και να κάνω έρωτα με τις όμορφες κόρες των χωρικών που καλλιεργούσαν τα χωράφια μας. Δεν είναι να αναρωτιέται κανείς που ο πιο πρακτικός αδελφός μου θέλησε να με ξεφορτωθεί! Με το που ανέλαβε λοιπόν τα καθήκοντα του, μου εξήγησε ότι η παραμονή μου στο παλάτι του, δεν του ήταν πλέον ευχάριστη. Έτσι λοιπόν αποχώρησα απ’ το πατρογονικό μου σπιτικό καβάλα σ’ ένα ψωραλέο μουλάρι, με μοναδική μου συντροφιά έναν καμπούρη υπηρέτη που αγκομαχούσε σαν γέρικο άλογο καθώς κουβαλούσε το σάκο με τα ελάχιστα υπάρχοντα που είχα πάρει μαζί μου. Αναζήτησα καταφύγιο στην κοιλάδα του Στραπόφεν, στο αρχοντικό του Ρόθγκαρ γιατί είχε τη φήμη ότι ήταν ένας φιλόξενος άνθρωπος και γιατί διατηρούσε πάντα πολύ καλές σχέσεις με τον πατέρα μου.  Με υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, πολύ  μεγαλύτερη μάλιστα απ’ όσο θα περίμενε κανείς. 

Πολύ σύντομα ανακάλυψα την αιτία. Ήμουν ευπρόσδεκτος να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στο πλούσιο κάστρο του με την προϋπόθεση  ότι θα παντρευόμουν την κόρη του, τη λιγομίλητη και ευγενική Μόγια. Ο λόγος που η Μόγια είχε μείνει ανύπαντρη παρά το ότι βρισκόταν ήδη στην προχωρημένη ηλικία των είκοσι ετών, ήταν πολύ απλός. Ήταν απίστευτα άσχημη. Την πρώτη φορά που αντίκρισα το πρόσωπό της, όταν σήκωσε το κεντημένο βέλο που το σκέπαζε, μόλις και κατάφερα να συγκρατήσω ένα αυθόρμητο επιφώνημα δυσαρέσκειας που σίγουρα θα με είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση. Παρουσίαζε ένα θέαμα αποτρόπαιο. 

Την παραμόρφωναν απαίσιες κηλίδες μαυριδερού χρώματος, σαν τερατώδεις κρεατοελιές ενώ το δεξί της μάτι με κοίταζε κατάλευκο, σαν ξασπρισμένο βότσαλο που μόλις είχε ξεβράσει ο μακρινός ωκεανός. Καθόλου δεν συγκινήθηκα απ’ τη βαθιά θλίψη που σκίασε το γερό της μάτι τη στιγμή που το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό μου. Ούτε και ο καλός της χαρακτήρας που γινόταν ολοφάνερος απ’ τις απαλές τις κινήσεις και τη γλυκιά της φωνή κατάφερε να με κάνει να τη συμπαθήσω. Κατά τη διάρκεια της βδομάδας που μεσολάβησε ανάμεσα στην άφιξη μου στο Στραπόφεν και το γάμο μου μαζί της, παρατήρησα ότι μιλούσε πάντα με καλοσύνη και πραότητα στους υπηρέτες του αρχοντικού ενώ ακόμα και τα κυνηγόσκυλα του Άνφερθ, του μεγάλου της αδελφού, που αγρίευαν σε όποιον τολμούσε να τα πλησιάσει, κουνούσαν την ουρά τους όλο χαρά κάθε φορά που την αντίκριζαν και δέχονταν τα χάδια της με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι όμως, όλα αυτά τα ευοίωνα σημάδια μ’ άφηναν εντελώς ασυγκίνητο και η σκέψη ότι θα έπρεπε να μοιραστώ το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί της, να κοιμόμαστε μαζί και κάποια στιγμή να της κάνω και παιδιά, μου προκαλούσε ένα σύγκρυο αηδίας. 

Πέρα απ’ την ασχήμια της βέβαια, έμαθα ότι ήταν και αρκετά ιδιόρρυθμη σαν χαρακτήρας και ότι την ακολουθούσε η φήμη ότι ήταν μάγισσα, έστω και καλή: Της άρεσε να περιφέρεται στα δάση της κοιλάδας ολομόναχη, καλυμμένη πάντα με το χοντρό εκείνο βέλο που έκρυβε την ασχήμια της απ’ τους θεούς και απ’ τον κόσμο, και να μαζεύει βότανα και ρίζες με τα οποία έφτιαχνε φάρμακα για όλες τις αρρώστιες. Της άρεσε επίσης να μιλάει με τ’ αρχαία δέντρα και να ταΐζει τα πουλιά που φώλιαζαν στις τεράστιες κουφάλες και τις πυκνές φυλλωσιές τους. Όλα αυτά τα παράξενα καμώματα δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση. Συμφώνησα όμως να την παντρευτώ, θαμπωμένος απ’ τα πλούτη του πατέρα της και την ασφάλεια που θα μου πρόσφερε μια συγγένεια μαζί του. Εκείνη αποδέχτηκε την πρότασή μου με σκυμμένο το κεφάλι, λιγομίλητη και ευγενική, όπως πάντα. Μ’ ευχαρίστησε με μια λακωνική πρόταση και η φωνή της ήχησε ήρεμη και απαλή, σαν το ανοιξιάτικο αεράκι που χαϊδεύει τα πράσινα φυλλώματα μιας νεαρής ιτιάς. Και έτσι ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Εκτός ίσως από εκείνη, κάτι όμως που δεν είχε μεγάλη σημασία όπως φρόντισε να μου εξηγήσει ο αυταρχικός πατέρας της.  
  

3


Τη στιγμή λοιπόν που η ματιά μου διασταυρώθηκε με τη ματιά του Ρόθγκαρ,  πρόσεξα για άλλη μια φορά κάτι που μου είχε κάνει εντύπωση απ’ την πρώτη στιγμή που είχαμε αλληλοκοιταχτεί, όταν είχα μπει στην ίδια εκείνη σάλα σαν επαίτης, μόνος και έρημος, χωρίς σπίτι πατρίδα ή οικογένεια: Μέσα στα παγερά του μάτια που είχαν τη γαλαζωπή απόχρωση ενός αρκτικού παγόβουνου, κρυφόκαιγε μια κρυφή αγωνία, κάτι σαν υπόγεια βιασύνη. Πάνω στο τραχύ του πρόσωπο όπου τα σημάδια του χρόνου ανταγωνίζονταν τις ουλές παλιών πολεμικών αναμετρήσεων, διαγράφονταν κάποιες ρυτίδες φόβου και ανησυχίας που ήταν εντελώς αταίριαστες με το περήφανο και ατρόμητο σουλούπι του. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, σκέφτηκα ξαφνικά, οδηγημένος από μια ξαφνική έκλαμψη κατανόησης: Μέσα στη βδομάδα που είχα καθίσει στο κάστρο του είχα παρατηρήσει και ορισμένα άλλα πράγματα που με είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι μια γενικότερη αίσθηση μυστηρίου πλανιόταν γύρω απ’ τον πανίσχυρο εκείνο άρχοντα, μια υποψία σκοτεινών και ανομολόγητων μυστικών. Καταρχήν, ήταν ο ξύλινος πύργος. Το στρογγυλό χτίσμα που υψωνόταν σαν πανύψηλο φουγάρο δίπλα στο πελώριο κτίριο. Στην κορφή του φώλιαζε ένα  παρατηρητήριο που έβλεπε προς μια άδεια έκταση επίπεδων βοσκότοπων η οποία απλωνόταν στο πέρα άκρο της κοιλάδας. 

Ανάμεσα στις ομίχλες που σέρνονταν στο  ερημικό τους πρόσωπο, ξεχώριζε ένας παράξενος γήλοφος, ένας απόλυτα συμμετρικός όγκος γης που έμοιαζε με πελώριο τύμβο. Ήταν η μοναδική γωνιά της κοιλάδας που δεν κατοικούταν από ανθρώπους. Την ημέρα έμοιαζε ειρηνική και πανέμορφη, μια βαθυπράσινη θάλασσα από πλούσιο χορτάρι που κυμάτιζε απαλά στον άνεμο, τη νύχτα όμως αποκτούσε μιαν αλλόκοτη ατμόσφαιρα. Ο γήλοφος ανέδιδε μια αίσθηση ανείπωτης αρχαιότητας και γινόταν  απειλητικός, παράξενα αλλόκοτος μέσα στην απόλυτη συμμετρία του. Έμαθα απ’ τους υπηρέτες του κάστρου ότι οι όσοι ζούσαν στην κοιλάδα απέφευγαν εκείνους τους βοσκότοπους γιατί είχαν  κακή φήμη. Υποτίθεται ότι είχαν εξαφανιστεί άνθρωποι εκεί πέρα.  Κανείς δεν ένιωθε άνετα όταν μιλούσε για αυτό το θέμα και όλοι απέφευγαν ακόμα και να κοιτάξουν κατά’ κει. 


                      
                                                                     4



Καθώς το γαμήλιο τσιμπούσι συνεχιζόταν, το κέφι γινόταν όλο και μεγαλύτερο. Οι ασημένιες πιατέλες με τα πλούσια εδέσματα διαδέχονταν η μια την άλλη, ο βάρδος έπαιζε απ’ τη γωνιά του χαρούμενους σκοπούς που εξυμνούσαν τις αρετές του πιοτού, του φαγητού και της γυναικείας συντροφιάς ενώ ήδη κάποιοι που είχαν πιει κάπως περισσότερο απ’ τους άλλους, ροχάλιζαν αναίσθητοι, σωριασμένοι σε τάβλες, σκιερές γωνιές και ξύλινα καθίσματα. Εγώ συνέχισα όμως να νιώθω άβολα, ανήσυχος, σχεδόν τρομαγμένος. Η αίσθηση της υπόγειας απειλής που καραδοκούσε πίσω απ’ την απατηλή εικόνα της χαράς δεν έλεγε να μ’ εγκαταλείψει. Συνέχισα να κοιτάζω γύρω μου επιφυλακτικά και να μη δίνω την παραμικρή σημασία στην σιωπηλή μου νύφη που καθισμένη δίπλα μου και σκεπασμένη με το μακρύ και αδιαπέραστο βέλο της, δεν έβγαζε λέξη.      


Κάποια στιγμή είδα έναν κοντοκουρεμένο νεαρό που φορούσε τα απλά ρούχα ενός σταβλίτη να μπαίνει στη σάλα από κάποια παράπλευρη πόρτα, να πλησιάζει τον Ρόθγκαρ, να σκύβει πάνω απ’ το αυτί του και να του ψιθυρίζει κάτι με τρόπο. Η έκφραση του προσώπου του μου φάνηκε παράξενα τραβηγμένη, σχεδόν τρομαγμένη. Ο σφυγμός μου επιταχύνθηκε καθώς πρόσεξα ότι η βλοσυρότητα που απλωνόταν πάνω στο πρόσωπο του Ρόθγκαρ έγινε πολύ πιο έντονη, λες και είχε ακούσει πολύ άσχημα νέα. Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με το βλέμμα του γιου του, του μεγαλόσωμου Άνφερθ με τα χρυσά μαλλιά που καθόταν με μια παρέα στ’ απέναντι τραπέζια και καταβρόχθιζε ένα ροδοψημένο γουρουνόπουλο. Εκείνος σταμάτησε να τρώει, σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε και αυτός τον πατέρα του, με μάτια άγρια, που έκαιγαν σαν γαλαζωπές φωτιές. Ένα βουβό ρεύμα κατανόησης γεφύρωσε τη μεταξύ τους απόσταση λες και κάτι που περίμεναν και οι δυο τους να συμβεί, είχε κάνει επιτέλους την εμφάνισή του. 

Ο βάρδος σταμάτησε να παίζει τη λύρα του και μια ξαφνιασμένη σιωπή απλώθηκε μέσα στην κοσμοπλημμυρισμένη σάλα. Στη συνέχεια ο Άνφερθ άδραξε ένα απ’ τα σπαθιά που στόλιζαν τους τοίχους ενώ η Μόγια έβγαλε μια μικρή κραυγή φόβου μέσα απ’ το κεντητό της βέλο. Αδιαφορώντας για τα απορημένα βλέμματα των καλεσμένων του , ο Ρόθγκαρ σηκώθηκε όρθιος και αυτός και άρχισε να βαδίζει με μεγάλα και αποφασιστικά βήματα προς την έξοδο της σάλας. Άνοιξε τις σιδηρόδετες πόρτες της μ’ ένα μοναδικό σπρώξιμο, κάτι που φανέρωνε την ασυνήθιστη δύναμη που φώλιαζε ακόμα μέσα στο γερασμένο κατά τ’ άλλα σώμα του, και, ακολουθούμενος απ’ όλους εμάς που νιώθαμε όλο και πιο απορημένοι απ’ όλα αυτά τα παράξενα καμώματα, τράβηξε για την πίσω πλευρά του κάστρου που έβλεπε προς την πεδιάδα με τον γήλοφο. 


Εκεί πέρα είχε ήδη μαζευτεί ένα πλήθος από φοβισμένους υπηρέτες και αγρότες που είχαν αφήσει τα σπιτικά τους και είχαν ανέβει μέχρι το κάστρο για να εκφράσουν τη χαρά τους για το γάμο της Μόγια και να εισπράξουν κάποιο ασημένιο νόμισμα ως ανταμοιβή. Τώρα, μαζεμένοι γύρω απ’ τον ξύλινο πύργο, κοιτούσαν προς κάποιο συγκεκριμένο σημείο και ψιθύριζαν μεταξύ τους τρομαγμένοι. Ο Ρόθγκαρ παραμέρισε βάναυσα όσους στέκονταν στο δρόμο του και κοίταξε και αυτός προς την ίδια κατεύθυνση. Ακολούθησα το παράδειγμά του και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα, πλημμυρισμένα από ένα ασυγκράτητο κύμα κατάπληξης: 


Κάτω απ’ το ασημένιο φως της σελήνης που έλαμπε σαν ασημένιο νόμισμα στον κόρφο του εβένινου ουρανού, αντικρίσαμε ένα καταπληκτικό θέαμα: Οι απαλές πλαγιές του μακρινού γήλοφου έμοιαζαν να φλέγονται. Πάλλονταν καλυμμένες από ένα μανδύα ασημένιων και γαλάζιων σπινθήρων που έβγαζαν ένα ψυχρό φως, παρόμοιο μ’ αυτό που κατακλύζει τους ουρανούς του Βορρά τις κρύες νύχτες του χειμώνα.  

-«Τα ξωτικά είναι ανήσυχα απόψε,» ψιθύρισε κάποιος απ’ το πλήθος που μουρμούριζε σαν τρομαγμένο μελίσσι. Εκείνη τη στιγμή, απ’ την κορφή του κυλινδρικού πύργου, ακούστηκε μια προειδοποιητική κραυγή. Και τότε είδαμε τα φώτα να κατηφορίζουν τις πλαγιές του γήλοφου και να ξεχύνονται όλα μαζί πάνω στα βοσκοτόπια, σαν ένα λαμπερό ποτάμι. Και μετά άρχισαν να κινούνται προς το μέρος μας, γοργά σαν χείμαρρος που κατεβαίνει απ’ τα βουνά.  

-«Μέσα! Μπείτε μέσα και κλειδώστε πόρτες και παράθυρα!» φώναξε ο Ρόθγκαρ με τη βροντερή φωνή του και όλοι τσακιστήκαμε να υπακούσουμε στις αυστηρές του εντολές. Ξαναμπήκαμε τρέχοντας στο κάστρο, κλείσαμε πίσω μας τις βαριές πύλες του και τις ασφαλίσαμε με ασήκωτες δοκούς. Μετά μαζευτήκαμε στη σάλα, όλοι μαζί, καλεσμένοι αγρότες και υπηρέτες και μείναμε σιωπηλοί, να κοιτάζουμε τρομαγμένοι τους τοίχους και την οροφή. Μια βαριά σιωπή κρεμάστηκε από πάνω μας. Το κέφι είχε δώσει τη θέση του στο φόβο και σε μια τρομαγμένη αναμονή. Μου φάνηκε ότι ένα ξαφνικό ψύχος απλώθηκε στον αέρα ενώ απ’ έξω άρχισαν να ακούγονται παράξενοι θόρυβοι, βαριά ποδοβολητά και γδούποι που φανέρωναν ότι κάποιοι περπατούσαν γύρω απ’ το κάστρο. Από κάπου μακριά ακούσαμε τα κυνηγόσκυλα του Άνφερθ να γαυγίζουν αλλά πολύ γρήγορα σιώπησαν, λες και κάτι τα είχε κάνει να ζαρώσουν φοβισμένα.  Οι φλόγες των χάλκινων πυρσών και της λαμπερής φωτιάς τρεμούλιασαν ξαφνικά και έχασαν τη λάμψη τους.  Και στη συνέχεια οι βαριές πύλες του κάστρου συντρίφτηκαν και διαλύθηκαν σε αμέτρητα μικρά κομματάκια.  


                                                                  5


Οι δίδυμες πόρτες κατέρρευσαν σαν να ήταν φτιαγμένες από ξερά φύλλα, σπρωγμένες από ένα παγερό κύμα αέρα που τις χτύπησε σαν αόρατη γροθιά. Μέσα στην σκοτεινιασμένη σάλα εισέβαλε μια ομάδα έφιππων επιδρομέων που περιβάλλονταν από ένα αλλόκοτο φως. Είχαν όψη πολύ παράξενη, απόκοσμη θα ‘λεγε κανείς.  Ήταν πανύψηλοι και καβαλίκευαν μεγαλόσωμα άτια, λυγερά και νευρώδη άλογα με αφύσικα μακριά κεφάλια και μάτια που έλαμπαν κατακόκκινα, σαν αναμμένα κάρβουνα. Οι οπλές τους σκόρπιζαν εκτυφλωτικές σπίθες καθώς χτυπούσαν πάνω στο ξύλινο δάπεδο της σάλας ενώ το τρίχωμά τους ήταν τόσο λευκό και αστραφτερό που έκανε τα μάτια όσων τα κοιτούσαν να πονούν. Εκείνοι που τα καβαλίκευαν φορούσαν αστραφτερές πανοπλίες και κράνη με σηκωμένες προσωπίδες, που έλαμπαν λες και ήταν φτιαγμένα από υγρό ασήμι. Τα πρόσωπά τους φάνταζαν κατάλευκα, με γωνιώδη και λεπτά χαρακτηριστικά, όμορφα και αψεγάδιαστα, τόσο τρομακτικά μέσα στην τελειότητά τους που σ’ έκαναν να μαζεύεσαι άθελά σου μόλις σε κοιτούσαν , σαν να βρισκόσουν αντιμέτωπος με μια υπέρλαμπρη φλόγα. Τα μάτια τους, άγρια και λαμπερά, έμοιαζαν με αστραφτερά ζαφείρια και σμαράγδια.  

Ξεχύθηκαν σαν μια θύελλα από αστραπές και κεραυνούς μέσα στη σάλα και το βλέμμα τους ήταν τόσο σκληρό που μόλις με κοίταξαν, ένιωσα τα γόνατά μου να λύνονται και σωριάστηκα καταγής. Τους είδα να περικυκλώνουν το γιο του Ρόθγκαρ, τον Άνφερθ, και να ρίχνουν πάνω του ένα δίχτυ από μεταλλικές κλωστές που έμοιαζαν λεπτές σαν ιστοί από αράχνες αλλά που πολύ γρήγορα αποδείχτηκαν  σκληρότερες και απ’ το δυνατότερο ατσάλι.

Μόνο τότε ο Ρόθγκαρ φάνηκε να βγαίνει απ’ τη παράξενη νάρκη που μας είχε καταβάλει όλους. Έκανε μια προσπάθεια να σταθεί όρθιος και να τους σταματήσει αλλά στο δρόμο του μπήκε ένα πανύψηλο άτι που το καβαλίκευε μια σιδερόφρακτη γυναίκα με πύρινο βλέμμα και λαμπερό πρόσωπο που άστραφτε γεμάτο οργή και υπεροψία:

-«Ρόθγκαρ,» του είπε και η φωνή της ήχησε διαπεραστική και καθάρια σαν καμπάνα με κρυστάλλινο γλωσσίδι, «ήρθα για να πάρω αυτό που μου ανήκει!»

Εκείνος προσπάθησε να ψελλίσει κάτι αλλά η φωνή που βγήκε απ’ τα τρεμουλιαστά του χείλη έμοιαζε με το άναρθρο κρώξιμο ενός βάτραχου.

-«Σου παραχώρησα τον θησαυρό του Έντενχαλ με αντάλλαγμα τη ζωή του πρωτότοκου παιδιού σου, όταν αυτό θα έφτανε την ηλικία των είκοσι ετών. Εσύ εκμεταλλεύτηκες το δώρο μου, έγινες πλούσιος και σεβαστός αλλά όταν ο γιος σου έκλεισε τα είκοσι του χρόνια, αθέτησες την υπόσχεσή σου. Αντί να τον στείλεις στα πόδια του λόφου μας όπως μου είχες υποσχεθεί, μας αγνόησες! Και επιπλέον, κανόνισες και τούτη ‘δω τη γιορτή, σαν να θέλεις μ’ αυτό τον τρόπο να μας δείξεις πόσο πολύ μας αψηφάς!»  

Ο Ρόθγκαρ έπεσε στα γόνατα, λες και κάποιος είχε κόψει τους τένοντες των τρεμάμενων ποδιών του. 

-«Σε παρακαλώ βασίλισσα μου,» μουρμούρισε με τρεμουλιαστή φωνή, «όχι το γιο μου. Ότι άλλο θες, αλλά όχι το γιο μου!»

Η τρομερή γυναίκα του έριξε μια τελευταία περιφρονητική ματιά, προτού του γυρίσει την πλάτη και προσθέσει:

-«Νόμισες ότι μπορούσες ν’ αγνοήσεις τη συμφωνία που έκανες με την αρχαία φυλή των ξωτικών! Πόσο γελασμένος είσαι! Τώρα λοιπόν, έφτασε η ώρα να ξεπληρώσεις το χρέος σου!»
Αφού είπε αυτά τα λόγια, έκανε μια προστακτική κίνηση με το αριστερό της χέρι, αυτό που δεν κρατούσε τα γκέμια του εκθαμβωτικού αλόγου της, και οι έφιπποι εισβολείς  που είχαν τυλίξει τον Ανφερθ με το δίχτυ τους, τον σήκωσαν στον αέρα και άρχισαν να βγαίνουν ένας-ένας απ’ την σάλα. Κανείς δεν τόλμησε να κάνει την παραμικρή κίνηση για να τους σταματήσει, εκτός απ’ τη Μόγια που προσπάθησε να τους ακολουθήσει. Ο πατέρας της όμως τη συγκράτησε μ’ ένα βίαιο σπρώξιμο που την έκανε να σωριαστεί κατάχαμα. 

Στη συνέχεια οι τρομακτικοί απαγωγείς βγήκαν καλπάζοντας απ’ το αρχοντικό, κουβαλώντας μαζί τους και τον Άνφερθ που έμοιαζε να έχει πέσει σε μια κατάσταση απάθειας που έμοιαζε με υπνοβασία. Όταν και ο τελευταίος απ’ αυτούς βγήκε απ’ τη σάλα, η σιωπή και το σκοτάδι απλώθηκε πάνω μας για άλλη μια φορά. Κοίταξα έκθαμβος την τεράστια σάλα όπου πριν από λίγο ήταν έλαμπε πλημμυρισμένη απ’ το πλούσιο φως των πυρσών, τα γέλια και τα χαρούμενα τραγούδια των καλεσμένων του γάμου. Τώρα, το φως του φεγγαριού που γλιστρούσε μέσα απ’ τις σπασμένες πύλες της, έπεφτε πάνω σ’ ένα σωρό από αναποδογυρισμένες τάβλες και τραπέζια, παραζαλισμένους ανθρώπους και σπασμένες κανάτες. Έμοιαζαν με αρχαία συντρίμμια, με τα ξεβρασμένα απομεινάρια κάποιου πολύνεκρου ναυάγιου. Ρίγησα άθελά μου, καθώς σκέφτηκα ότι τα σκοτεινά μου προαισθήματα είχαν τελικά δικαιωθεί, Κι όμως, κάτι μου έλεγε ότι η τελευταία πράξη της παράξενης εκείνης τραγωδίας δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. 



                                                             6



-«Νομίζω ότι μου χρωστάς μια εξήγηση! Θέλω να μου εξηγήσεις τι ακριβώς συνέβη εδώ πέρα, χαρτί και καλαμάρι!» Η φωνή μου ακούστηκε σκληρή και άσπλαχνη, ακόμα και στα δικά μου αυτιά. Τα δάχτυλά μου έσφιξαν αλύπητα τη μαλακή σάρκα του μπράτσου της Μόγια η οποία δεν έκανε καμία προσπάθεια να με σταματήσει. Την είχα αρπάξει απ’ τους ώμους και την είχα σύρει αλύπητα μέχρι τα μαγειρεία του αρχοντικού που ήταν άδεια και σιωπηλά. Οι μάγειροι και οι βοηθοί τους που δούλευαν απ’ το πρωί πάνω από χαρακωμένους πάγκους καζάνια και φούρνους, είχαν γίνει άφαντοι. Την έσπρωξα με δύναμη σ’ ένα τοίχο και στάθηκα όρθιος μπροστά της, έτοιμος να τη χτυπήσω έτσι και προσπαθούσε να μου ξεφύγει.  Στο κάτω-κάτω είχαμε παντρευτεί και μου ανήκε πια, ήταν γυναίκα μου. 


Εκείνη έσκυψε το κεφάλι της και έσιαξε το βέλο της προσπαθώντας ακόμα και εκείνη τη δύσκολη στιγμή να κρύψει το άσχημο πρόσωπό της απ’ το άγριο βλέμμα μου.

-«Έχεις δίκιο,» μου απάντησε με τη σιγανή φωνή της, «Έχεις το δικαίωμα να γνωρίζεις. Ανήκεις πλέον στην οικογένεια μας.»

-«Ακριβώς! Γι’ αυτό, μίλα!» τη διέταξα, το ίδιο επιθετικά όπως και προηγουμένως, «Και καταρχήν, ποιοι ήταν αυτοί οι άσπροι καβαλάρηδες και για ποιο χρέος μιλούσε ή βασίλισσά τους;»

-«Είναι ξωτικά,» μου απάντησε εκείνη κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι της, «κατοικούν σ’ αυτή την κοιλάδα απ’ την αυγή του χρόνου. Ζουν μέσα στον λόφο τους, σ’ ένα χρυσό παλάτι, και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να πλησιάσει πολύ.»  

-«Και τι σχέση έχει ο πατέρας σου μαζί τους;»

-«Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, ένα δειλινό της άνοιξης, έφτασε στην κοιλάδα του Στραπόφεν μαζί με τη μητέρα μου. Ήταν πρόσφυγες και εκείνη ήταν πολύ άρρωστη. Προσπαθούσαν να γλιτώσουν απ’ τις βαρβαρικές ορδές του Βορρά που εκείνα τα χρόνια είχαν ξεχυθεί σ’ όλες τις κάτω χώρες και είχαν συντρίψει κάθε τι που έβρισκαν μπροστά τους.»

-«Τα ξέρω όλα αυτά,» την έκοψα, «αυτές τις ιστορίες της έχω ακούσει και απ’ το δικό μου πατέρα.»

-«Η κοιλάδα του Στραπόφεν ήταν σχεδόν ακατοίκητη εκείνο τον καιρό,» συνέχισε να μου λέει η Μόγια χωρίς να ταραχτεί απ’ τη διακοπή μου, «υπήρχε μοναχά ένα ασήμαντο χωριουδάκι με λίγους κατοίκους που ευχαριστούσαν τους θεούς που τους είχαν γλιτώσει απ’ τους επιδρομείς. Αλλά κανείς τους δεν θέλησε να βοηθήσει τον πεινασμένο ξένο και την άρρωστη γυναίκα του. Αρνήθηκαν να τους προσφέρουν κατάλυμα γιατί φοβήθηκαν μην κολλήσουν την αρρώστια που τη βασάνιζε. Έτσι λοιπόν υποχρεώθηκαν να περάσουν την πρώτη τους νύχτα μακριά απ’ το χωριό, στα βοσκοτόπια, κοντά στο λόφο των ξωτικών.»

-«Και τι έγινε εκείνο το βράδυ;» τη ρώτησα καθώς το μυαλό μου είχε αρχίσει σιγά-σιγά να φωτίζεται.

-«Τους βρήκαν τα ξωτικά,» μου απάντησε εκείνη, «Η βασίλισσά τους, η λαμπερή Ιλίρεν, τους λυπήθηκε και αποφάσισε να κάνει μαζί τους μια συμφωνία. Τους πρόσφερε τη βοήθειά της, το θησαυρό του Έντενχαλ καθώς και την προστασία της από κάθε κακοτυχία και αρρώστια. Το μόνο που ζητούσε σ’ αντάλλαγμα, ήταν η ζωή του αγέννητου παιδιού τους. Όταν θα γινόταν είκοσι ετών θα έπρεπε να πάει με την θέλησή του στο λόφο των ξωτικών. Ο πατέρας μου δέχτηκε τη συμφωνία, και πράγματι, την επόμενη μέρα ανακάλυψε ότι η μητέρα μου είχε γίνει καλά ενώ δίπλα τους υπήρχε ένα μεγάλο σεντούκι που ήταν γεμάτο με χρυσά νομίσματα και πολύτιμους λίθους. Η ζωή τους άλλαξε από τότε. Οι χωρικοί της κοιλάδας άρχισαν να τους φέρονται με σεβασμό, εντυπωσιασμένοι απ’ την εύνοια που τους είχαν δείξει τα ξωτικά. Εκείνος έχτισε αυτό το κάστρο και απέκτησε την  κυριότητα ολόκληρης της κοιλάδας. Ένα μονάχα γεγονός σκίασε την καλοτυχία που τον συντρόφευε από τότε.»

Η φωνή της έχασε τη σταθερότητά της και το κεφάλι της έγειρε περισσότερο.

-«Πες μου,» την παρότρυνα.

-«Γεννήθηκα εγώ,» μου απάντησε εκείνη αφού πήρε πρώτα μια βαθιά ανάσα,  «Λίγες βδομάδες μετά τη νύχτα στους πρόποδες του λόφου, η μητέρα μου ανακάλυψε ότι είχε μείνει έγκυος. Έκανε δίδυμα. Πρώτος βγήκε από μέσα της ο Άνφερθ. Όλοι όσοι τον είδαν, είπαν ότι ήταν το ωραιότερο μωρό του κόσμου. Έλαμπε σαν τον ήλιο. Το δεύτερο μωρό που βγήκε απ’ την κοιλιά της, ήμουν εγώ. Η ασχήμια μου ήταν τόσο μεγάλη που εκείνη φοβήθηκε πάρα πολύ. Πέθανε λίγες μέρες μετά τη γέννησή μας. Ο πατέρας μου δεν μου το συγχώρησε ποτέ αυτό. Ακόμα και τώρα με κατηγορεί ότι την έχασε εξαιτίας μου. Το μόνο κακό λοιπόν που του συνέβη όλα αυτά τα χρόνια ήταν η γέννησή μου.»

-«Και μετά  ξέχασε την συμφωνία που είχε κάνει με τα ξωτικά,» μουρμούρισα. «Και τώρα πληρώνει το τίμημα!»

Προτού προλάβει η Μόγια να μου απαντήσει, μπήκε στο μαγειρείο ένας βιαστικός υπηρέτης:
-«Αφέντη Γουίγκλαμ,» μου είπε, «ο Ρόθγκαρ, ο άρχοντάς μας, θέλει  να σου μιλήσει.  Θα σε οδηγήσω εγώ σ’ αυτόν.»


                                                               7


Ο Ρόθγκαρ ήταν ένας σκληρός ηγέτης. Διοικούσε το Στραπόφεν με σιδερένια αποφασιστικότητα και δεν συγχωρούσε την παραμικρή ανυπακοή. Τρανταχτή απόδειξη γι’ αυτό το γεγονός αποτελούσε και το πτώμα κάποιου χωρικού που σάπιζε σ’ ένα κλουβί, στους πρόποδες του λόφου που στεφάνωνε το κάστρο του. Γι’ αυτό το λόγο ακολούθησα τον υπηρέτη χωρίς να βγάλω τσιμουδιά και άφησα τη Μόγια μόνη, στο άδειο μαγειρείο, να κοιτάζει το κενό μέσα απ’ τη χρυσοκέντητη μαντίλα της.

Ο Ρόθγκαρ με περίμενε στη σάλα που είχε μπει επιτέλους σε κάποια τάξη. Τα σπασμένα τραπέζια και οι καρέκλες είχαν απομακρυνθεί και μια ντουζίνα υπηρέτες καθάριζαν το δάπεδο με βρεγμένα πανιά. Η πελώρια πύλη με τις διαλυμένες πόρτες ήταν ο μόνος μάρτυρας του κακού που μας είχε χτυπήσει. Ο ήλιος είχε ξεμυτίσει πίσω απ’ τα γύρω βουνά και έβαφε χρυσό τον ουρανό του πρωινού. Οι ζεστές ακτίνες του άπλωναν ένα λαμπερό χαλί πάνω στο μουσκεμένο δάπεδο της σάλας.

Ο Ρόθγκαρ καθόταν στο σκαλιστό του θρόνο και έμοιαζε να έχει γεράσει ξαφνικά. Το σκληρό του πρόσωπο είχε κρεμάσει και στήριζε το κεφάλι του με το δεξί του χέρι λες δεν άντεχε πλέον να το κρατάει στητό. Παρακολουθούσε τους υπηρέτες χωρίς να βγάζει λέξη. Όταν όμως το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω μου, είδα ότι δεν είχε χάσει τίποτα από τη σκληράδα και τη δύναμή του.

-«Πλησίασε,» μου είπε με μια φωνή που ακούστηκε βραχνή και υπόκωφη, σαν να έβγαινε απ’  τα βάθη κάποιου σκοτεινού σπηλαίου.

Όταν στάθηκα μπροστά του, μου ψιθύρισε τα εξής:

-«Σκέφτηκα πολύ αυτό που θα σκοπεύω να σου πω. Ζύγισα όλα τα υπέρ και τα κατά, αλλά δεν βρίσκω άλλη λύση. Τώρα πια είσαι μέλος της οικογένειάς μου. Πρέπει να λοιπόν να εκτελέσεις το καθήκον που απαιτούν οι άγραφοι νόμοι της κοιλάδας. Διαφορετικά θα φανείς ανάξιος στα μάτια των κατοίκων του Στραπόφεν και δεν θα κερδίσεις ποτέ τον σεβασμό τους.»

Υπήρχε μια δυσοίωνη νότα στη χροιά της φωνής του που μ’ έκανε να ριγήσω. 

-«Έχω ήδη δώσει εντολή να μαζευτούν εδώ όλοι οι άνδρες της κοιλάδας που μπορούν να κρατήσουν σπαθί,» πρόσθεσε, « Απόψε λοιπόν, μόλις πέσει το σκοτάδι, θα τους οδηγήσεις στο λόφο των ξωτικών και θ’ απελευθερώσεις το γιο μου απ’ τα δεσμά τους.»


8


Η μέρα που ακολούθησε ήταν ανέφελη και φωτεινή, σαν να είχε έρθει απ’ τις ζεστές χώρες του Νότου. Ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός άστραφτε καταγάλανος. Ένα δροσερό αεράκι που φυσούσε  απαλά πάνω απ’ την κοιλάδα έκανε τις κορφές των δέντρων να αναδεύονται ενώ μυριάδες πουλιά κελαηδούσαν αμέριμνα σαν να γιόρταζαν το φως. Για μένα όμως ήταν η πιο απαίσια και τρομακτική μέρα ολόκληρης της ζωή μου. Η σκέψη ότι θα έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω και πάλι τους λαμπερούς εκείνους καβαλάρηδες μου πάγωνε το αίμα. Το ίδιο θα έπρεπε να ένιωθαν και όλοι όσοι είχαν υπακούσει στην προσταγή του Ρόθγκαρ  και είχαν μαζευτεί στο προαύλιο του κάστρου του. Έμοιαζαν αξιολύπητοι, εκατόν πενήντα άνθρωποι όλοι κι όλοι που δεν είχαν πολεμήσει ποτέ στη ζωή τους και που με κοιτούσαν με τρομαγμένα μάτια. Ακόμα και όταν πήραν στα χέρια τους τα σπαθιά και τα κοντάρια που τους μοίρασαν κάποιοι πολυάσχολοι υπηρέτες, δεν φάνηκαν να ξεθαρρεύουν καθόλου. Τα κρατούσαν με αμηχανία, άγαρμπα, και τα κοιτούσαν με δέος, θαυμάζοντας τις κοφτερές λεπίδες και τις σκαλιστές λαβές τους. Η καρδιά μου βούλιαξε καθώς τους παρατηρούσα. Ήταν ολοφάνερο πως κανείς τους δεν είχε ιδέα από πόλεμο. Οι προσπάθειες που έκανα να τους διδάξω κάποιες βασικές κινήσεις, ελάχιστα βελτίωσαν τις ικανότητές τους.  

 
Ο ήλιος ολοκλήρωσε την ημερήσια τροχιά του και κατρακύλησε προς τη δύση. Οι σκιές των δασωμένων βουνών απλώθηκαν προς το μέρος μας σαν αρπακτικές δαγκάνες και ο γήλοφος των ξωτικών βάφτηκε κατακόκκινος, στο χρώμα του φρέσκου αίματος. Όταν και το τελευταίο φως του δειλινού έδωσε τη θέση του στο νυχτερινό σκοτάδι,  ετοιμαστήκαμε ν’ αφήσουμε το κάστρο και να κινήσουμε για τους ερημικούς βοσκότοπους. 

Εκείνη τη στιγμή η Μόγια με πλησίασε τρέχοντας και μου πέρασε απ’ το λαιμό κάτι που έμοιαζε με φυλαχτό και που ήταν δεμένο με μια αλυσίδα από ασήμι. Ήταν ένα μικρό αστέρι με επτά ακτίνες που γυάλιζε μουντά, φτιαγμένο από κάποιο σκουρόχρωμο είδος μετάλλου. 

-«Τι είναι αυτό;» τη ρώτησα επιφυλακτικά.

-«Θα σε προστατεύσει,» μου απάντησε εκείνη λαχανιασμένη, «είναι φτιαγμένο απ’ το σίδερο που βρέθηκε μέσα σ’ ένα πεφταστέρι. Λένε ότι τα ξωτικά φοβούνται αυτό το μέταλλο.»

Ένιωσα ευγνωμοσύνη για το δώρο της και την ευχαρίστησα σφίγγοντάς της τα χέρια. Αλλά ακόμα και εκείνη τη δύσκολη στιγμή δεν μ’ άφησε να δω το πρόσωπό της.   



9



Τ’ αστέρια άρχισαν να παρελαύνουν αδιάφορα στον ουρανό, μακρινά και σκληρά σαν κοφτερές λεπίδες από ατσάλι. Έπιασε κρύο. Ένας εχθρικός άνεμος σάρωνε την κοιλάδα ουρλιάζοντας παράξενα, σκορπώντας βογκητά, προειδοποιητικούς βρυχηθμούς και μακρόσυρτα σφυρίγματα. Μαστίγωνε τα ψηλά δέντρα, έκανε τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών να τρίζουν και λύγιζε το πυκνό χορτάρι. Καθώς πλησιάζαμε το γήλοφο που ορθωνόταν μπροστά μας σαν ταφικό μνημείο από ατόφιο σκοτάδι, νιώθαμε χιλιάδες αόρατα μάτια να μας κοιτάζουν εχθρικά.


Κάποια στιγμή φτάσαμε στα πόδια του συμμετρικού υψώματος. Στάθηκα μπροστά από ένα βράχο που έμοιαζε με πελώριο βότσαλο και ύψωσα το σπαθί μου προσπαθώντας να καταπνίξω τον φόβο που έκανε τα πόδια μου να τρέμουν.  Ανακάλυψα ότι τα δόντια μου χτυπούσαν σαν κρόταλα, δεν ξέρω όμως αν ήταν απ’  το τρόμο που απειλούσε να με κυριεύσει ή απ’ το κρύο που μου περόνιαζε τα κόκαλα. Καταράστηκα την κακή μου τύχη και τη βλακεία μου που με είχε κάνει να αναζητήσω καταφύγιο στο καταραμένο κάστρο του Ρόθγκαρ και μετά, αφού πήρα μια βαθιά ανάσα, φώναξα με όλη μου τη δύναμη:


Ήρθαμε εδώ για να απελευθερώσουμε τον Άνφερθ,  τον μονάκριβο   γιό του ατρόμητου Ρόθγκαρ!  Ελάτε να μας αντιμετωπίσετε όπως αρμόζει σε περήφανους πολεμιστές ! Μην κρύβεστε άλλο μέσα στον λόφο σας!»

Το ουρλιαχτό του ανέμου κατάπιε τη φωνή μου που ακούστηκε στριγκή και αδύναμη, σαν ξεψυχισμένο ψέλλισμα. Τα λόγια μου ωστόσο έπιασαν τόπο: Ο λόφος άρχισε να τρέμει  και απ’ τις πλαγιές του κατρακύλησαν μεγάλες μάζες από πέτρες χώματα και βράχια. Ένα βαθύ μουγκρητό ξεπήδησε απ’ τα σκοτεινά του έγκατά  και σκέπασε το σφύριγμα του άνεμου. 

Πισωπατήσαμε  φοβισμένοι και τότε, η απότομη πλαγιά που υψωνόταν μπροστά μας χωρίστηκε στα δύο. Το χορτάρι που τη σκέπαζε μετακινήθηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα τριγωνικό άνοιγμα που έμοιαζε με το στόμα μιας πελώριας σπηλιάς.


Το μουγκρητό του λόφου έσβησε. Μαζί του καταλάγιασε και ο άνεμος. Έδωσε τη θέση του σ’ ένα απαλό αεράκι που άρχισε να θροΐζει γύρω μας σαν γλυκό νανούρισμα.  Μια γλυκιά ευωδιά ανθισμένων αγριολούλουδων δραπέτευσε μέσα απ’ το σκοτεινό στόμιο. Απλώθηκε γύρω μας σαν αόρατο θυμίαμα, ένα σιωπηλό κάλεσμα που μας παρότρυνε να το εξερευνήσουμε. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και πάλεψα να καταπνίξω τις μυριάδες φωνές που ξύπνησαν στα τρίσβαθα της καρδιάς μου και μου έλεγαν να κάνω πίσω, να φύγω μακριά και να μην ξαναπατήσω ποτέ σ’ εκείνη την κοιλάδα με τ’ αρχαία μυστικά. Αλλά ένιωθα τις ματιές των χωρικών να καρφώνονται στην πλάτη μου και υποψιάστηκα ότι ίσως και να με λυντσάριζαν έτσι κι έκανα πίσω. Κάνοντας λοιπόν την καρδιά μου πέτρα, δρασκέλισα το κατώφλι της σπηλιάς και άφησα το σκοτάδι και το κρύο που κρύβονταν μέσα της να με τυλίξουν σαν υγρές κουβέρτες. Μια χορωδία τρομαγμένων κραυγών άγγιξε τ’ αυτιά μου. Έχασα το θάρρος μου και έκανα μεταβολή, αλλά αντί ν’ αντικρίσω τ’ ανεμοδαρμένα βοσκοτόπια και το μακρινό όγκο του κάστρου του Ρόθγκαρ, βρέθηκα απέναντι σ’ έναν αδιαπέραστο τοίχο που άστραφτε γκρίζος και γυαλιστερός μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Η σκοτεινή είσοδος της σπηλιάς είχε κλείσει αθόρυβα και τώρα βρισκόμουν παγιδευμένος μέσα στο λόφο των ξωτικών. 



10



Η ευωδιά των αγριολούλουδων χάιδεψε απαλά το ιδρωμένο μέτωπό μου. Κοίταξα με κομμένη την ανάσα πάνω απ’ τον ώμο μου και αντίκρισα κάτι που έμοιαζε με στενή σήραγγα που φωτιζόταν από ένα αχνό φως. Έμοιαζε να έρχεται από πολύ μακριά και ήταν πολύ αδύναμο για να ζωγραφίσει σκιές. Ξανακοίταξα τον τοίχο που με κρατούσε αποκλεισμένο απ’ τον έξω κόσμο και ψηλάφισα τη γυαλιστερή του επιφάνεια με δάχτυλα που έτρεμαν αλλά δεν κατάφερα να εντοπίσω καμία εσοχή, κλειδαριά ή χερούλι που θα με βοηθούσε να τον παραμερίσω. Ήταν συμπαγής και αδιαπέραστος. Το μόνο που μπορούσα να κάνω λοιπόν ήταν να περπατήσω προς το μακρινό εκείνο φως.


Άρχισα να περπατώ στη σήραγγα που κατηφόριζε ελαφρά και ξεδιπλωνόταν μπροστά μου άδεια και σιωπηλή, με κυρτά τοιχώματα που της έδιναν την όψη ενός πελώριου σωλήνα. Κρατούσα το σπαθί μου με τα δυο μου χέρια σφιχτά, έτοιμος να αντιμετωπίσω οποιονδήποτε εχθρό αλλά συγκρατούσα τα ρίγη του φόβου που με κατέκλυζαν με πολύ μεγάλη δυσκολία. Το φως δυνάμωνε όλο και περισσότερο καθώς κατέβαινα στα έγκατα του λόφου με αποτέλεσμα να μετριάζει το σκοτάδι και να μαλακώνει την  ψύχρα του ακίνητου αέρα. Έλαμπε σταθερό και χρυσαφένιο και έμοιαζε όλο και περισσότερο με το φως ενός καλοκαιριάτικου απομεσήμερου. Κάτω απ’ την αυξανόμενη λάμψη του διέκρινα παράξενα σχέδια, περίπλοκες σπείρες και μαιάνδρους από κοκκινωπή ώχρα που απλώνονταν στα τοιχώματα της σήραγγας και γίνονταν όλο και πιο περίτεχνα καθώς προχωρούσα βαθύτερα μέσα της. Τώρα όμως, εκτός απ’ το παράξενο φως είχα αρχίσει να παρατηρώ και κάποια άλλα, πιο αλλόκοτα φαινόμενα: Άκουγα κελαηδίσματα πουλιών και το θρόισμα μιας απαλής αύρας που γλιστρούσε ανάμεσα απ’ τις φυλλωσιές κάποιων αθέατων δέντρων. 

Αναρωτήθηκα αν με γελούσαν τ’ αυτιά μου γιατί πως ήταν δυνατόν να ζουν δέντρα και πουλιά μέσα σ’ έναν λόφο; Κι όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή η σήραγγα έφτασε στο τέλος της και μπροστά μου ορθώθηκε ένα παραπέτασμα από μπερδεμένα φύλλα και κλαδιά. Τα παραμέρισα με λαχτάρα και βρέθηκα σ’ ένα μέρος που έσφυζε από ζωή και δραστηριότητα. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου θαμπωμένος και όταν συνήθισα στο έντονο φως που έπεφτε πάνω μου και που έμοιαζε να πηγάζει μέσα από τον ίδιο τον αέρα, ανακάλυψα ότι βρισκόμουν στις παρυφές ενός πυκνού δάσους από  πανύψηλα δέντρα που θρόιζαν απαλά κάτω απ’ το θόλο μιας πελώριας σπηλιάς. Τα πέλματα των ποδιών μου βυθίστηκαν σ’ ένα παχύ στρώμα από βρύα και πεσμένες ελατοβελόνες ενώ ένα δροσερό αεράκι φυσούσε γύρω μου απαλό σαν χάδι. Ανάμεσα στους τραχείς κορμούς των τιτάνιων δέντρων που έμοιαζαν αρχαιότερα και απ’ την ίδια τη σπηλιά που τα φιλοξενούσε, φύτρωναν πολύχρωμα λουλούδια που μοσχοβολούσαν μεθυστικά. Έμοιαζαν τόσο όμορφα και άστραφταν στολισμένα με τόσο ζωηρές αποχρώσεις που θα ’λεγε κανείς πως ήταν φτιαγμένα από πολύτιμους λίθους και σπάνια μέταλλα. Ούτε ένα απ’ αυτά δεν είχε μαραμένα πέταλα ή τσαλακωμένα φύλλα. Ήταν όλα τους τέλεια, υγιή, το καθένα τους ένα μικρό έργο τέχνης.

Άρχισα να περιφέρομαι σαν μαγεμένος μέσα σ’ εκείνο το παραμυθένιο δάσος όπου απουσίαζαν οι σκιές, σίγουρος πως ονειρευόμουν, ή πως είχα βυθιστεί στο παραπλανητικό ξόρκι κάποιας πανίσχυρης μάγισσας. Απλωνόταν γύρω μου διαποτισμένο με υπέροχα αρώματα και μελωδικά τραγούδια πουλιών που όμοια τους δεν είχα ξαναδεί. Πετούσαν εδώ κι εκεί λαμπερά και σβέλτα σαν ασημένιες φλόγες. Χάραζαν καμπυλωτές τροχιές μέσα στον ωκεανό του φωτός που κυμάτιζε και στροβιλιζόταν γύρω μου σαν ένα πελώριο σύννεφο από λεπτεπίλεπτη χρυσόσκονη.  Με πλημμύρισε μια ξαφνική ευτυχία, η πεποίθηση πως είχα εισχωρήσει σ’ ένα μαγεμένο κόσμο όπου δεν υπήρχε ούτε γήρας, ούτε αρρώστια, ούτε θάνατος.


Μπροστά μου ξεδιπλώθηκε ένα ξέφωτο, μια κυκλική έκταση από πλούσιο χορτάρι.  Τα λουλούδια που φύτρωναν εκεί πέρα ύφαιναν ένα πολύχρωμο χαλί από λεπτές ευωδιές και υπέροχα σχέδια. Πυκνά σμήνη από πεταλούδες άρχισαν να πετάνε γύρω μου. Τα φτερά τους άστραφταν λαμπερά και πανέμορφα, στολισμένα με ζωηρές αποχρώσεις του κόκκινου, του κίτρινου και του γαλάζιου. Έμοιαζαν με ζωντανεμένα πέταλα λουλουδιών, με μικρές εκρήξεις χρωμάτων που  κολυμπούσαν μέσα στο  μελένιο φως που πλημμύριζε το ξέφωτο. Στο κέντρο του ωστόσο, πάνω σ’ ένα στρώμα από μαλακά φύλλα και κλαδιά, ξάπλωνε μια γνώριμη φιγούρα. Ήταν ο Άνφερθ που έμοιαζε να κοιμάται του καλού καιρού.




11



Τον πλησίασα περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου, χωρίς να τολμώ ούτε καν να αναπνεύσω. Το πρόσωπό του διαγραφόταν γαλήνιο ανάμεσα στη μάζα των χρυσαφένιων του μαλλιών που απλώνονταν γύρω απ΄ τους ώμους του γυαλιστερά και πεντακάθαρα. Φαινόταν υγιής και σε καλή κατάσταση, χωρίς τραύματα. Ακόμα και τα ρούχα του ήταν καθαρά και ατσαλάκωτα. Έσκυψα από πάνω του και έκανα να παραμερίσω μια από τις τούφες των μαλλιών που σκίαζαν το λείο του μέτωπο, όταν ένιωσα ένα ζευγάρι μάτια να καρφώνονται πάνω μου σαν ακονισμένα στιλέτα.


-«Δεν μπορείς να τον ξυπνήσεις,» μου είπε μια κρυστάλλινη φωνή, «Είναι μαγεμένος. Μόνο εγώ μπορώ να λύσω το ξόρκι που τον κρατάει ναρκωμένο.»


Τινάχτηκα όρθιος και κοίταξα γύρω μου αλαφιασμένος. Στην απέναντι άκρη του ξέφωτου, στεκόταν η Ιλίρεν, η τρομερή βασίλισσα των ξωτικών. Με κοιτούσε με μάτια αστραφτερά ενώ ένα απαλό χαμόγελο παιχνίδιζε γύρω απ’ τα χλωμά της χείλη. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα από λευκό ύφασμα που άστραφτε σαν την πρωινή πάχνη ενώ τα κατάμαυρα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της μακριά και πλούσια, σχηματίζοντας ελικωτούς βοστρύχους.


-«Γιατί το έκανες αυτό;» τη ρώτησα προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Η ομορφιά της ήταν εκτυφλωτική αλλά και τρομακτική συνάμα. Τα μάτια της που είχαν το σκοτεινό χρώμα του οψιδιανού, έμοιαζαν να κρύβουν μέσα τους την οργή μιας αστραπής.


Εκείνη δεν μου απάντησε. Κινήθηκε προς το μέρος μου με παράξενη γρηγοράδα. Προτού προλάβω καν να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου, στεκόταν μπροστά μου και άπλωνε τα χέρια της προς το μέρος μου. Τα μακριά της δάχτυλα απέσπασαν το σπαθί απ’ τα παράλυτα χέρια μου αλλά σταμάτησαν μια σπιθαμή μπροστά απ’ το φυλαχτό της Μόγιας που κρέμονταν στο στήθος μου. Ένας μορφασμός απογοήτευσης απλώθηκε πάνω στο λευκό της πρόσωπο. 


-«Ποιος σου έδωσε αυτό το πράγμα;» με ρώτησε κοιτώντας με κατάματα. Ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό η σκέψη να της πω ψέματα:


-«Η Μόγια. Η γυναίκα μου. Η αδελφή του Άνφερθ.»


-«Αυτού εδώ;»

-«Ναι.»

-«Και εσύ ήρθες εδώ για να τον σώσεις;»

-«Ήρθα  με πολλούς στρατιώτες!»

Η απάντηση μου την έκανε να χαμογελάσει. Πέταξε το σπαθί μου μακριά, και μου είπε:

-«Οι στρατιώτες σου εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης μόλις είδαν τη σπηλιά να κλείνει και να σε παγιδεύει μέσα στο λόφο. Το έβαλαν στα πόδια. Υποθέτω ότι κάποια στιγμή θα φτάσουν στο κάστρο του Ρόθγκαρ και θα του πουν τα καλά νέα!» Η φωνή της αλλοιώθηκε λες και ήταν έτοιμη να βάλει τα γέλια. Αλλά το βλέμμα της δεν είχε τίποτα το αστείο. Έγινε σκοτεινό και η απόχρωση των εβένινων ματιών της που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν να γεμίζουν απ’ το φως κάποιας ξάστερης βραδιάς, άλλαξε και απέκτησε την μαυρίλα μιας απύθμενης αβύσσου.

-«Εσείς οι άνθρωποι είσαστε τα πιο ανόητα και αλαζονικά πλάσματα ολόκληρου του σύμπαντος,» σφύριξε μέσα από σφιγμένα χείλη, «Έχετε απλωθεί σε κάθε γωνιά του κόσμου σαν αρρώστια και καθόλου δεν σκέφτεστε αυτούς που ζούσαν εκεί πριν από εσάς. Αν και θνητοί, φέρεστε σαν αθάνατοι, λες και σας ανήκουν τα πάντα. Ήρθατε σ’ αυτή την αρχαία κοιλάδα, φτιάξατε τα σπιτικά και τα καλύβια σας και αρχίσατε να πατάτε κάθε σπιθαμή γης χωρίς να λογαριάζετε κανένα. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε τη βία για να σας διδάξουμε το σεβασμό, εμείς που αγαπήσαμε αυτή τη γη από τότε που δεν ήσασταν παρά άμυαλα ζώα που σέρνονταν στη λάσπη. Κι όμως, κάθε φορά που σας δείχνουμε καλοσύνη, νομίζετε ότι το κάνουμε από αδυναμία. Όπως και τώρα. Βοήθησα κάποτε τον Ρόθγκαρ και τη δύστυχη γυναίκα του που πέθαινε απ’ την πείνα και την κούραση και το μόνο που του ζήτησα για αντάλλαγμα, ήταν η ζωή του πρώτου του παιδιού όταν αυτό έφτανε την ηλικία των είκοσι ετών. Εκείνος δέχτηκε την πρότασή μου με χαρά, πήρε το θησαυρό που του χάρισα και έγινε πλούσιος. Πιστή στη συμφωνία μας, έκανα τις σοδειές του να καρποφορούν και τα ζωντανά του να αυγατίζουν.  Αλλά όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής, με ξέχασε και πίστεψε ότι οι πέτρινοι τοίχοι του σπιτικού του θα τον προστάτευαν απ’ τις ορδές των πολεμιστών μου. Και τώρα, έχει το θράσος να στείλει εσένα, ένα ανθρωπάκι που κοντεύει να λιποθυμήσει απ’ το φόβο του, ν’ αναμετρηθεί μαζί μου!»

Η φωνή της ήχησε εκκωφαντική ξαφνικά, σαν κεραυνός. Σήκωσε ψηλά τα χέρια της και τότε, λες και αυτό ήταν κάποιο σινιάλο, ανάμεσα απ’ τους κορμούς των πελώριων δέντρων που περικύκλωναν σαν τιτάνιοι κίονες το φωτεινό ξέφωτο, ξεπρόβαλλε ο στρατός των ξωτικών της, οι πανύψηλοι και λαμπεροί στρατιώτες της που φορούσαν αστραφτερές πανοπλίες και κρατούσαν μακριά σπαθιά με κυρτές λεπίδες.

-«Τι θα κάνεις τώρα;» με ρώτησε η Ιλίρεν, «Πίστεψες ποτέ ότι θα κατάφερνες να βγεις νικητής από εδώ μέσα;» 

Προτού προλάβω να ψελλίσω κάποια απάντηση, ένιωσα ένα γαργάλημα στα πόδια μου. Κοίταξα προς τα κάτω και είδα τους μίσχους των χορταριών και των λουλουδιών που σκέπαζαν το ξέφωτο να περιστρέφονται, να μεγαλώνουν σε μέγεθος και να τυλίγονται γύρω μου σαν φίδια. Έκανα να τα κλωτσήσω αλλά ήταν ήδη αργά. Το σφίξιμό τους ήταν τόσο δυνατό που ανακάλυψα ότι μου ήταν αδύνατον να κάνω την παραμικρή κίνηση. Εξάλλου, μέχρι να καταλάβω τι συνέβαινε, είχαν ήδη σκαρφαλώσει στην κοιλιά, στο στήθος και στο λαιμό μου και είχαν πλέξει ένα γερό δίχτυ που με καθήλωσε ολοκληρωτικά. 

Για πρώτη φορά στη ζωή μου με κυρίεψε ένα τρομακτικό κύμα απελπισίας. Όλα είχαν χαθεί, ο Άνφερθ  κοιμόταν παγιδευμένος στο ναρκωτικό ξόρκι της βασίλισσας των ξωτικών και κανείς δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Βρισκόμουν στο έλεός της. 



12



Πέρασε πολύ ώρα και ένιωσα να κυριεύομαι και εγώ από μια παράξενη νάρκη, λες και τα φυτά που με είχαν παγιδεύσει, άλλαζαν σιγά-σιγά το σώμα μου και με μετέτρεπαν σ’ ένα ανθρωπόμορφο δέντρο. Είχα ήδη αρχίσει να μη νιώθω τις άκρες των ποδιών και των δαχτύλων μου. Μόνο το στήθος μου, εκεί όπου κρεμόταν το φυλαχτό που μου είχε δώσει η Μόγια έμοιαζε να μου ανήκει ακόμα. Το μοναδικό κομμάτι του σώματός μου που δεν σκεπάζονταν απ΄τα φύλλα και τους μίσχους των φυτών ήταν το πρόσωπό μου, ετοιμάστηκα λοιπόν ν’ ανοίξω το στόμα μου και να ικετεύσω τη βασίλισσα να με λυπηθεί.

Εκείνη περπατούσε εδώ κι εκεί στο ξέφωτο, περιεργαζόταν τα λουλούδια του και τα κλαδιά των γύρω δέντρων με ύφος υπομονετικό, σαν κάτι να περίμενε. Οι πολεμιστές της στέκονταν ακίνητοι στις παρυφές του σαν ασημένια αγάλματα, τρομακτικοί και λαμπεροί όπως πάντα.

Κάποια στιγμή ακούσαμε το ρυθμικό θρόισμα βημάτων που πλησίαζαν. Η βασίλισσα των ξωτικών έστρεψε το πρόσωπό της προς τη μεριά του καινούργιου αυτού θορύβου ενώ ένα πλατύ χαμόγελο απλωνόταν πάνω στο λευκό της πρόσωπο.

-«Έχουμε μια επισκέπτρια,» δήλωσε χαρούμενη.

Εγκλωβισμένος καθώς ήμουν μέσα στην σφιχτή αγκάλη των αλύγιστων μίσχων και των φύλλων τους, πάλεψα ν’ αποτινάξω τη νάρκη που προσπαθούσε να με κυριεύσει και να εστιάσω το βλέμμα μου στο σημείο όπου κοίταζε η βασίλισσα. Παραλίγο να λιποθυμήσω μόλις αντίκρισα τη Μόγια να ξεπροβάλει ανάμεσα απ’ τα δέντρα του ξέφωτου συνοδευόμενη από δύο πάνοπλα ξωτικά. 

Είχε βγάλει την μαντίλα της και το πρόσωπό της διαγραφόταν εντελώς εκτεθειμένο στο άπλετο φως που γέμιζε το ξέφωτο. Η ασχήμια του γινόταν ακόμα πιο έντονη σε σύγκριση με την υπερφυσική ομορφιά των πανύψηλων ξωτικών.  

Στάθηκε ακίνητη στην άκρη του ξέφωτου και κράτησε το βλέμμα της χαμηλωμένο. 

-«Φοβάσαι να με πλησιάσεις;» τη ρώτησε η Ιλίρεν με ειρωνικό ύφος.

-«Θα ήταν αγένεια εκ μέρους μου να μπω στο ξέφωτο χωρίς την άδεια σου,» της απάντησε η Μόγια με τη γλυκιά και ήρεμη  φωνή της.

-«Γνωρίζεις βλέπω τους τρόπους μας,» της απάντησε η ξωτικοβασίλισσα.  Μια  χροιά έκπληξης απάλυνε την ειρωνεία που χρωμάτιζε την κρυστάλλινη φωνή της.

-«Έχω διαβάσει τα παλιά βιβλία και έχω μιλήσει με τα πνεύματα των δέντρων και των νερών της κοιλάδας» της εξήγησε η Μόγια. Το γερό της μάτι ανάβλεψε και κοίταξε τη βασίλισσα κατάματα αλλά ευγενικά. Αν τη φοβόταν σίγουρα κατάφερνε να κρύβει το φόβο της πολύ καλά. Ένα αυθόρμητο κύμα θαυμασμού αναδεύτηκε μέσα μου.

-«Σε έχω παρακολουθήσει πολλές φορές να μαζεύεις βότανα και ρίζες και να φτιάχνεις φάρμακα για τους αρρώστους,» σχολίασε η βασίλισσα, «αν και ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί το κάνεις αυτό, αφού όλοι σ’ αποστρέφονται εξαιτίας του παραμορφωμένου προσώπου σου.»

-«Δεν με αποστρέφονται όλοι,» ήταν η λακωνική απάντηση της Μόγια, «υπήρξε κάποιος, κάποτε, που δεν τον πείραζε η ασχήμια μου!».

-« Οι στρατιώτες μου σε είδαν να το σκας απ΄ το κάστρο του πατέρα σου και να πλησιάζεις το λόφο μας χωρίς κανένα δισταγμό. Γιατί ήρθες εδώ πέρα;». τη ρώτησε η Ιλίρεν χωρίς να δώσει σημασία στην απάντησή της.  


-«Γιατί  κρατάς αιχμαλώτους τον αδελφό και τον άντρα μου, της απάντησε η Μόγια.

-«Πλησίασε με!»

Η Μόγια περπάτησε θαρρετά μέσα στο ξέφωτο μέχρι που στάθηκε μπροστά στη βασίλισσα των ξωτικών. Οι οπλισμένοι στρατιώτες της την περικύκλωσαν με προτεταμένα τα λαμπερά σπαθιά τους. Μόλις στάθηκε ακίνητη και πάλι, η Ιλίρεν άρχισε να περπατάει γύρω της και να την κοιτάζει απ’ όλες τις μεριές λες και περιεργαζόταν κάποιο παγιδευμένο ζώο. Η Μόγια αγνόησε το διαπεραστικό της βλέμμα και αφού έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος μου, μου έστειλε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. 

-«Και τι ακριβώς είναι αυτό που ζητάς;»

-«Ήρθα να ζητήσω την απελευθέρωσή τους. Και σε αντάλλαγμα  να σου προσφέρω τη δική μου ζωή.»

Η βασίλισσα των ξωτικών άρχισε να γελάει. Έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω και το γέλιο της ακούστηκε κρυστάλλινο και διαπεραστικό, σαν χιλιάδες καθρέφτες που θρυμματίζονταν σε αμέτρητα μικρά κομμάτια.

-«Θεωρείς τον εαυτό σου ισάξιο όχι μόνο μ’ έναν, αλλά με δύο ανθρώπους;» τη ρώτησε όταν έπαψε τελικά να γελάει.

-«Είσαι υποχρεωμένη να δεχτείς την προσφορά μου!» της απάντησε η Μόγια.

Η απάντησή της έκανε την ξωτικοβασίλισσα να την κοιτάξει έκπληκτη, για πρώτη φορά απ’ τη στιγμή που είχε κάνει την εμφάνισή της.

-«Τι εννοείς;»

-«Τα ξωτικά τηρούν πάντα τις συμφωνίες που κάνουν με τους ανθρώπους και ποτέ δεν παραβαίνουν το λόγο τους,» της εξήγησε η Μόγια. «Συμφώνησες με τον πατέρα μου να σου παραδώσει το πρωτότοκο παιδί του, όταν αυτό έκλεινε τα είκοσι χρόνια ζωής. Λοιπόν, το πρωτότοκο παιδί του είμαι εγώ και όχι ο Άνφερθ. Αυτός γεννήθηκε δεύτερος, λίγες στιγμές μετά τη δική μου γέννηση. Ο πατέρας μου το κράτησε μυστικό γιατί ήθελε ο Άνφερθ να παραλάβει δικαιωματικά την εξουσία της κοιλάδας όταν αυτός πέθαινε και όχι ο άνδρας που θα με παντρευόταν.»

Η βασίλισσα την κοίταξε χωρίς να της απαντήσει. Είχε καταλάβει απ’ τον τόνο της φωνής της, ότι η Μόγια ότι της έλεγε την αλήθεια.

-«Ναι, αλλά αυτό δεν σου δίνει το δικαίωμα να απαιτείς την απελευθέρωση δύο ανθρώπων ως αντάλλαγμα για τη δική σου ζωή. Είσαι μια και είναι δυο.»

-«Κάνεις λάθος,» της απάντησε η Μόγια. «Αυτό που δεν γνωρίζεις είναι ότι περιμένω παιδί. Εδώ και τρεις μήνες. Είναι ο καρπός της αγάπης μου με κάποιον χωρικό που δεν τον ενοχλούσε η ασχήμια μου.» Ένα θλιβερό χαμόγελο απλώθηκε στο παραμορφωμένο πρόσωπό της. «Ο πατέρας μου έβαλε τους άνδρες του να τον σκοτώσουν και τώρα το πτώμα του σαπίζει σ’ ένα κλουβί, στους πρόποδες του κάστρου.  Αυτός είναι ο λόγος που βιάστηκε τόσο πολύ να με παντρέψει. Για να κρύψει την ντροπή ενός νόθου παιδιού που απειλούσε να κηλιδώσει την τιμή της  οικογένειάς μας.»

Η ξωτικοβασίλισσα στάθηκε μπροστά της, της έπιασε το πηγούνι  και σήκωσε το πρόσωπό της προς τα πάνω.

-«Γιατί το κάνεις αυτό;» τη ρώτησε, «γιατί  προσπαθείς να θυσιάσεις τη ζωή σου και τη ζωή του αγέννητου παιδιού σου για δύο ανθρώπους που ούτε σε αγαπούν, ούτε και σε νοιάζονται;»

-«Μα ακριβώς γι’ αυτό το κάνω,» της απάντησε η Μόγια, «γιατί γνωρίζω ότι η ασχήμια μου είναι τόσο μεγάλη που όλοι θα μ’ αποστρέφονται και θα με φοβούνται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Εκτός απ’ τον άνδρα που πλήρωσε την αγάπη που μου έδωσε με τη ζωή του, οι μοναδικοί μου φίλοι υπήρξαν τα ζώα, τα δέντρα και τα πνεύματα του δάσους. Ακόμα και οι χωρικοί που έρχονται να τους γιατρέψω, με φοβούνται καταβάθος. Αυτός εδώ,» συνέχισε να λέει ρίχνοντας μια πλάγια ματιά προς το μέρος μου, «δεν με θέλει. Η ζωή του και η ζωή μου, αν μείνουμε μαζί, θα είναι ένα μαρτύριο. Και γνωρίζω πολύ καλά ότι το παιδί μου, ακόμα και αν γεννηθεί με τη δική μου ασχήμια, θα νιώσει πολύ μεγαλύτερη στοργή και αγάπη ανάμεσά σας παρά ανάμεσα στους ανθρώπους που φοβούνται το διαφορετικό και το παράξενο!»

Η βασίλισσα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και κοίταξε εμένα, τον κοιμισμένο Άνφερθ και τον στρατό των ξωτικών της. Και μετά φάνηκε να μετατρέπεται σε φως, στην εκτυφλωτική λάμψη μια αστραπής που όταν έσβησε, άφησε πίσω της ένα πηχτό σκοτάδι.


                                                                  13



Όταν άνοιξα τα μάτια μου αντίκρισα τον ρόδινο ουρανό της ανατολής. Ξημέρωνε. Ο  σκοτεινός όγκος του λόφου των ξωτικών υψωνόταν μπροστά μου έρημος και σιωπηλός, καλυμμένος από έναν ανέγγιχτο μανδύα χορταριού. Ήμουν ξαπλωμένος  πάνω στο παχύ και υγρό χορτάρι των βοσκότοπων που λαμποκοπούσε καλυμμένο απ’ τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς. Άκουσα ένα απαλό ροχαλητό. Γύρισα το κεφάλι μου και αντίκρισα τον Άνφερθ που κοιμόταν βαθιά. Τον σκούντηξα, άνοιξε τα μάτια του, ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του κατάπληκτος.

Χωρίς ν’ ανταλλάξουμε κουβέντα, πεταχτήκαμε όρθιοι και το βάλαμε στα πόδια. Διασχίσαμε τρέχοντας την απόσταση που μας χώριζε απ’ το κάστρο του Ρόθγκαρ χωρίς να σταματήσουμε καθόλου, ευγνώμονες που είχαμε βγει ζωντανοί από εκείνη την τρομερή περιπέτεια. 

Δεν έχω να σου πω κάτι περισσότερο για το τι έγινε μετά. Μόνο ότι ανακάλυψα πολύ γρήγορα ότι όλοι μου φέρονταν σαν να ήμουν ένα πραγματικός ήρωας, ο άνθρωπος που μπήκε με το σπαθί του στον κόσμο των ξωτικών και βγήκε από εκεί μέσα ζωντανός και νικητής. Κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται για το χαμό της Μόγια. Αν εξαιρέσει κανείς τη θλίψη κάποιων χωρικών που όμως έτσι κι αλλιώς δεν μιλούσαν και πολύ, όλοι έμοιαζαν μάλλον ανακουφισμένοι ενώ η θυσία της, αν και αξιοθαύμαστη, δεν έγινε ποτέ γνωστή γιατί ούτε ο Ανφερθ ούτε και εγώ μιλήσαμε ποτέ σε κανέναν για το τι έγινε στ’ αλήθεια μέσα στο μαγεμένο δάσος. Έτσι το θέλησε ο Ροθγκαρ και κανείς μας δεν τόλμησε να τον παρακούσει. Όλοι πίστεψαν ότι η Μόγια απλά χάθηκε, ότι την έκλεψαν τα ξωτικά για να μας εκδικηθούν για την αποτυχία τους να κρατήσουν τον Άνφερθ.

Εγώ όμως δεν άντεχα τη ζωή στο κάστρο. Ένιωθα ψεύτης, ένας καταχραστής. Αποφάσισα να φύγω και να μην ξαναγυρίσω ποτέ στην κοιλάδα του Στραπόφεν. Έτσι λοιπόν έγινα ο Γουίγκλαφ ο περιπλανώμενος. Ταξιδεύω από χωριό σε χωριό και βγάζω το ψωμί μου τραγουδώντας και λέγοντας παράξενες ιστορίες. Άλλες φορές με υποδέχονται με χαρά και άλλες με αδιαφορία αλλά πάντα βρίσκεται κάποιος να μου προσφέρει μια γωνιά στο στάβλο του για να κοιμηθώ και ένα κομμάτι ψωμί να φάω. Δεν ζητώ τίποτα άλλο. Αν και κάθε λίγο και λιγάκι ο λογισμός μου γυρνά πίσω στη Μόγια και τη θυσία που έκανε για να με σώσει. Υπάρχουν φορές που προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν η ζωή μου αν είχα μείνει μαζί της τελικά, αν της είχα δείξει λίγη απ’ την τρυφερότητα και την αγάπη που της άξιζε. Και συχνά αναρωτιέμαι πως να περνάει με τα ξωτικά, πώς να φέρονται σ’ αυτή και το παιδί της. 

Υπάρχει πάντως  κάτι μέσα μου που μου λέει ότι είναι καλά. Γιατί μια μέρα που έβρεχε πολύ, άκουσα σ’ ένα καπηλειό μια παρέα γυρολόγων να μιλούν για την κοιλάδα του Στραπόφεν και τον ξωτικόλοφο του και ν’ αναφέρουν τις παράξενες ιστορίες που λέγονται εκεί πέρα, για την οπτασία μιας γυναίκας με σκεπασμένο πρόσωπο που φαίνεται να περπατάει τα βράδια στους στοιχειωμένους βοσκότοπους, κάτω απ’ το φως του φεγγαριού. Κρατάει απ’ το χέρι ένα μικρό παιδάκι που το γέλιο του ηχεί χαρούμενο και ευτυχισμένο μέσα στη νύχτα. Και είναι πολλοί αυτοί που λένε ότι πρέπει να είναι το πνεύμα κάποιας μάνας με το παιδί της που πέθαναν μαζί και πήγαν στον παράδεισο γιατί έτσι όπως παίζουν αγκαλιάζονται και χορεύουν μαζί, μοιάζουν απόλυτα ευτυχισμένοι και περιβάλλονται από μια χαρά που δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει στο δικό μας κόσμο.




Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2010