Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ



1


Τα δόκανα της επερχόμενης τιμωρίας που μου αξίζει ετοιμάζονται να με συνθλίψουν. Ο θάνατος καλπάζει καταπάνω μου με το βουητό αναρίθμητων φτερών. Ξέρω πως δεν υπάρχει σωτηρία, πως όπου και αν προσπαθήσω να κρυφτώ, όσο γρήγορα κι αν τρέξω, οι στιγμές που μου έχουν απομείνει είναι μετρημένες. Κι όμως όλα ξεκίνησαν τόσο ήρεμα, τόσο ειδυλλιακά θα’ λεγε κανείς!

Φέρτε στο μυαλό σας, αν μπορείτε, το χρυσαφένιο φως ενός ανοιξιάτικου απογεύματος. Φανταστείτε πως περιβάλλεστε από ένα πυκνό πευκοδάσος, πως ακούτε το τραγούδι αναρίθμητων πουλιών καθώς πυκνές φυλλωσιές απλώνονται πάνω απ’ το κεφάλι σας.

Καταπράσινες πευκοβελόνες χρυσίζουν στον ήλιο ενώ ένα απαλό αεράκι ανασαίνει ανάμεσά τους, γλυκό και μεθυστικό σαν ζεστό κρασί, ανάλαφρο, ποτισμένο με το άρωμα του θυμαριού, του μελισσόχορτου και του χαμομηλιού. Και εσείς ξέρετε πως σε λίγο θα είστε νεκρός. Πως ελπίδα δεν υπάρχει.

Το ταπεινό εκκλησάκι που αντικρύζω μέσα απ’ το παρμπρίζ του αυτοκινήτου είναι μοναχικό και απόμερο. Φωλιάζει στις πλαγιές του Ψηλορείτη, περικυκλωμένο από ένα πυκνό πευκοδάσος.

Όταν το αντίκρυσα για πρώτη φορά, αντιστεκόταν στο διαβρωτικό άγγιγμα του χρόνου χάρη στις φροντίδες ενός αφοσιωμένου ερημήτη που στην προσπάθειά του ν’αγγίξει το θεό, είχε αποστρέψει για πάντα το βλέμμα του απ’ τον θορυβώδη κόσμο των ανθρώπων.

Το φως του ήλιου που είχε αρχίσει να γέρνει στον ορίζοντα έπεφτε ζεστό πάνω του σαν στοργικό χάδι. Τ’ αυτιά μου γέμιζαν με το βαθύ βουητό των μελισσών που τρυγούσαν αμέριμνες τα λουλούδια του ολάνθιστου κήπου που απλωνόταν έξω απ’ τους πετρόχτιστους τοίχους της εκκλησίας, πίσω απ’ το λιτό οίκημα του ασκητή που τελικά δολοφόνησα.

Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, αυτή είναι η αλήθεια. Αν και λίγη σημασία έχει τώρα πια.

Βρισκόταν απλά στο λάθος μέρος στη λάθος στιγμή. Είχα έρθει για να κλέψω την εικόνα που φυλασσόταν στην Αγία Τράπεζα της εκκλησίας, αυτό ήταν όλο. Τη στιγμή όμως που έσπαγα την περίτεχνη κορνίζα της χτυπώντας την δυνατά στις μαρμάρινες πλάκες που σκέπαζαν το δάπεδο του ιερού, απομεινάρια σίγουρα κάποιου προχριστιανικού ναού, μια από εκείνες τις πλάκες είχε σηκωθεί όρθια σαν καταπακτή και ο ενοχλητικός εκείνος γέροντας είχε κάνει την εμφάνισή του μέσα απ’ το μαύρο στόμιο ενός αθέατου περάσματος.

Κινήθηκα αστραπιαία. Πριν προλάβει να κάνει την παραμικρή κίνηση, άρπαξα ένα βαρύ καντηλέρι απ’ την Άγια Τράπεζα και τον χτύπησα δυνατα στο κεφάλι. Το κρανίο του άνοιξε στα δύο σαν τσόφλι, εκείνος σωριάστηκε καταγής και σπαρτάρησε αδύναμα για λίγο, ο μισός έξω και ο μισός μέσα στην τρύπα που κρυβόταν κάτω απ’ το δάπεδο. Τα λευκά του μαλλιά και τα γένεια του βάφτηκαν κόκκινα, τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου τρομαγμένα ενώ το πρόσωπό του συσπώνταν από έναν μορφασμό απέραντης έκπληξης.

Επαναλαμβάνω πως δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Αλλά χρειαζόμουν τα λεφτά που θα έβγαζα από την εικόνα. Λίγο τα καζίνο, λίγο η πρέζα, λίγο ο τζόγος στο χρηματιστήριο είχα μείνει ταπί. Τα τελευταία χρόνια έτσι επιβίωνα, κλέβοντας παλιά εικονίσματα από μοναχικά μοναστήρια και εκκλησίες και πουλώντας τα σ’ ένα δικό μου άνθρωπο, σ’ έναν ενεχυροδανειστή με γνωριμίες που τα προωθούσε στους κατάλληλους ανθρώπους.

Έσυρα τον γέροντα έξω απ’ την τρύπα και αναρωτήθηκα τι θα έκανα με το πτώμα του. Παραμέρισα το βελούδινο παραπέτασμα που χώριζε το ιερό απ’ το κύριο τμήμα της εκκλησίας και έριξα μια τρομαγμένη ματιά γύρω μου. Ήταν άδειο και σιωπηλό. Η τοξωτή εξώθυρα της εκκλησίας που διαγραφόταν απέναντί μου σαν πέτρινη κορνίζα, πλαισίωνε ένα κομμάτι καταγάλανου ουρανού, πράσινων πεύκων και πλούσιου γρασιδιού. Διέσχισα βιαστικά το εσωτερικό της εκκλησίας και την έκλεισα με μια γρήγορη κίνηση. Στη συνέχεια έχωσα το κλειδί που κρεμόταν από ένα καρφί στον τοίχο μέσα στην κλειδαρότρυπα και το γύρισα τρεις φορές. Μόνο τότε τόλμησα να στηρίξω την πλάτη μου πάνω της και ν’ αναλογιστώ τι ήταν αυτό που μόλις είχα κάνει. Το σκοτεινό και δροσερό εσωτερικό της εκκλησίας μου φάνηκε πνιγηρό ξαφνικά, φορτωμένο με το άρωμα του λυωμένου κεριού και του λιβανιού που γέμιζε τον αέρα. Για μια στιγμή ένιωσα σαν να είχα εισχωρήσει στο εσωτερικό μιας πελώριας κυψέλης.

Το βουητό των μελισσών ακουγοταν απαλό και βαρύ απ’έξω, γλυκό σαν μια τεράστια σταγόνα από μέλι.

Όταν τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτάδι, έριξα μια προσεκτική ματιά ολόγυρα για να βεβαιωθώ πως εξακολουθούσα να είμαι μόνος. Ήμουν. Τα καντήλια που κρέμονταν μπροστά απ’ τα εικονίσματα των Αγίων του τέμπλου σκόρπιζαν ένα αχνό ημίφως που ήταν απαλό σαν κεχριμπάρι. Μέσα απ’ τα μικρά παράθυρα που άνοιγαν γύρω απ’ τον θόλο της οροφής με τη μισοσβησμένη επεικόνιση του παντοκράτορα που με κοιτούσε από ψηλά, αυστηρά και με ανεξιχνίαστο βλέμμα, οι ακτίνες του ήλιου έμπαιναν πλαγιστές και χάραζαν άυλες ταινίες στον ακίνητο αέρα. Η σιωπή που κρεμόταν γύρω μου ήταν σχεδόν υπερφυσική.

Περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου ξαναμπήκα στο ιερό και το βλέμμα μου καρφώθηκε στο κατάμαυρο άνοιγμα απ’ όπου είχε ξεπροβάλλει ο γέροντας. Έμοιαζε να οδηγεί βαθιά μέσα στα έγκατα της γης.

Αν και είχα ακούσει πολλές ιστορίες για εκκλησίες που έχουν χτιστεί πάνω στα θεμέλια αρχαίων ελληνικών ναών οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν χτιστεί πάνω στα ανοίγματα σπηλαίων όπου τα προιστορικά χρόνια ασκούνταν χθόνιες λατρείες, πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο με τα μάτια μου.

Πλησίασα την τρύπα, έγειρα πάνω της και έστησα αυτί, το μόνο πράγμα όμως κατάφερα ν’ ακούσω ήταν μια βαθιά σιγή. Είδα πως μια σειρά από σιδερένιες μπάρες ξεκινούσαν απ’ τα χείλη του ανοίγματος και χάνονταν στο σκοτάδι. Σχημάτιζαν μια κάθετη σκαλωσιά η οποία έμοιαζε να με προσκαλεί ν’ ανακαλύψω που κατέληγε.

Μακάρι να είχα κάνει πίσω εκείνη τη στιγμή. Μακάρι να μην ειχα κατεβεί εκείνες τις μπάρες και να είχα φύγει απ’ το ιερό, να είχα βγει απ’ την εκκλησία και να είχα κλείσει πίσω μου την πόρτα. Όμως, σπρωγμένος απ’ την απληστία που με κέντριζε σαν αλογόμυγα, αποφάσισα να λύσω το μυστήριο καθώς το ένστικτό του τυχοδιώκτη, η πλανερή εκείνη φωνή που διαφθείρει όλους τους ανθρώπους που αναζητούν τον εύκολο πλουτισμό, μου ψιθύριζε πως κάτι το καταπληκτικό κρυβόταν μέσα σ’ εκείνη την τρύπα, κάτι που θ’ αλλαζε τη ζωή μου για πάντα.
Άρχισα λοιπόν να κατεβαίνω ένα-ένα τα σιδερένια εκείνα σκαλοπάτια. Γρήγορα με περικύκλωσαν τα στενά και καμπυλωτά τοιχώματα ενός αρχαίου πηγαδιού. Η βαθιά σιωπή που γέμιζε την εκκλησία συνέχισε να με τυλίγει σαν γούνινη κουβέρτα ενώ η διάχυτη μυρωδιά του λυωμένου κεριού μου γαργαλούσε τα ρουθούνια το ίδιο επίμονα όπως και στο εσωτερικό της εκκλησίας .

Κάποια στιγμή η σκαλωσιά τελείωσε και τα πόδια μου πάτησαν στον πυθμένα του πηγαδιού. Αντίκρυσα την αρχή μιας στενής σήραγγας που έμοιαζε να οδηγεί σε κάποιον μεγαλύτερο χώρο όπου έλαμπε ένα γλυκό φως.

Άρχισα να περπατώ στις μύτες των ποδιών μου προς τη χρυσαφένια εκείνη λάμψη, με τις γροθιές μου σφιγμένες, αποφασισμένος ν’ αντιμετωπίσω οποιαδήποτε απειλή, όταν βρέθηκα ξαφνικά αντιμέτωπος μ’ ένα καταπληκτικό θέαμα:

Η σήραγγα κατέληγε σ΄ένα κυκλικό θάλαμο που έμοιαζε με τον θολωτό τάφο ενός μυκηναίου βασιλιά. Απέναντί μου, πάνω σ’ ένα πέτρινο βάθρο, περικυκλωμένο από ένα δαχτυλίδι από καντήλια που κρεμόταν σαν σταλακτίτες απ’ την κυρτή οροφή του θαλάμου, στεκόταν το πιο υπέροχο άγαλμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, το πάλλευκο είδωλο μιας γυναίκας σε φυσικό μέγεθος, που έσφιγγε δυο κουλουρισμένα φίδια στα τεντωμένα χέρια της.

Μου θύμισε τα μινωικά αγαλματίδια που κάποτε στόλιζαν το αρχαίο παλάτι της Κνωσσού. Η φαρδυά φούστα της ήταν σκεπασμένη από πλάκες καταγάλανου σμάλτου. Περιβραχιόνια από ασήμι χαλκό και χρυσάφι έσφιγγαν τους κομψούς της βραχίονες και τα φίδια που τυλίγονταν στα χέρια της είχαν φολίδες από κατάμαυρο όνυχα και κόκκινο αιματίτη. Το πρόσωπό της ήταν πραγματικά υπέροχο, ευγενικό και αυστηρό συνάμα σαν την προτομή της Νεφερτίτης. Τα πλούσια στήθη της καλύπτονταν από πολύχρωμα περιδέραια και αλυσσίδες στολισμένες με πολύτιμες πέτρες ενώ το κεφάλι της κατέληγε σ’ ένα καταπληκτικό στέμμα με αστραφτερά πετράδια που σπινθηροβολούσαν σαν αστέρια στο φως των καντηλιών.

Όταν πλησίασα το άγαλμα, μαγνητισμένος απ’ την αρχαική ομορφιά του, πρόσεξα πως στα πόδια του βρισκόταν τοποθετημένο ένα πήλινο δοχείο που ήταν γεμάτο με κάποιο παχύρρευστο υγρό. Ένα πλούσιο άρωμα απλώθηκε γύρω μου. Ήταν μέλι. Κατάλαβα πως ο γέροντας που μόλις είχα σκοτώσει είχε κάνει μια προσφορά προς τη θεότητα που απεικόνιζε το άγαλμα.

Έμεινα κατάπληκτος: Χριστιανός ιερέας και να λατρεύει ένα προχριστιανικό είδωλο;
Οι τοίχοι γύρω μου, που έμοιαζαν περισσότερο με τα λαξευμένα τοιχώματα μιας φυσικής σπηλιάς, ήταν καλυμένοι από προιστορικές ζωγραφιές που απεικόνιζαν αντιλόπες, ζαρκάδια, βίσωνες και γαλαζωπούς πιθήκους, ζώα δηλαδή που εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια δεν ζουν πια στην Κρήτη.

Ένιωσα τότε πως βρισκόμουν σ’ ένα μέρος αφάνταστα ιερό, στον υπόγειο χώρο μιας πανάρχαιας λατρείας που είχε ξεκινήσει πριν απ’ την αυγή της ιστορίας, τότε που οι πρώτοι άνθρωποι είχαν προσαράξει στις ακτές του νησιού.

Το χρυσοστόλιστο είδωλο ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό από κοντά. Οι πολύτιμοι λίθοι που το κάλυπταν, άστραφταν εκτυφλωτικά ενώ η μεθυστική μυρωδιά του ζεστού κεριού και του μελιού έκανε το κεφάλι μου να γυρίζει.

Κοίταξα το άγαλμα κατάματα, το τέλειο πρόσωπό του με τα υπερφυσικά όμορφα χαρακτηριστικά, τα σαρκώδη χείλη από κόκκινο σμάλτο και τα κατάμαυρα μαλλιά από λεπτοσκαλισμένο όνυχα. Τα υπέροχα μάτια του αποτελούνταν από δύο πελώρια οπάλια που έλαμπαν κίτρινα σαν τις ίριδες μιας τίγρης, Φώλιαζαν στις κόγχες τους σαν υπέρλαμπρες φλόγες που παγίδευαν το απαλό φως των καντηλιών και σκορπούσαν μια πυρακτωμένη ακτινοβολία.

Και τότε κάτι ξύπνησε μέσα μου, μια λυσσαλέα λαχτάρα. Μπροστά μου βρισκόταν η λύση για όλα τα προβλήματα που με βασάνιζαν, ένας ανεκτίμητος θησαυρός που είχε τη μορφή ενός περίλαμπρου αγάλματος.

Ψαχούλεψα πυρετικά τις τσέπες μου έως ότου βρήκα ένα σουγιά. Τον άνοιξα και με χέρια που έτρεμαν λες και ψηνόμουν απ’ τον πυρετό, άρχισα να βγάζω ένα-ένα τα πετράδια που στόλιζαν το στέμμα του αγάλματος, μέχρι που γέμισα τις τσέπες του παντελονιού μου. Στη συνέχεια κοίταξα τα λαμπερά μάτια. Έχωσα τη λεπίδα του σουγιά μέσα στις κόγχες τους και τα ξεκόλλησα με προσοχή.


Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω και επιθεώρησα το έργο μου. Το πρόσωπο του αγάλματος έμοιαζε βεβηλωμένο. Στη θέση των εκθαμβωτικών του ματιών υπήρχαν δύο απαίσιες τρύπες που με κοιτούσαν ανέκφραστες.

Του γύρισα την πλάτη, βγήκα απ’ το θάλαμο, διέσχισα τη σήραγγα και ανέβηκα τη σκαλωσιά που οδηγούσε στο ιερό της εκκλησίας. Μετά, άρπαξα το άψυχο κορμί του γέροντα, το πέταξα μέσα στο πηγάδι και το έκλεισα ερμητικά με το μαρμάρινο καπάκι του. Σκούπισα τα αίματα τόσο καλά ώστε να νιώσω αρκετά σίγουρος πως είχα εξαφανίσει κάθε ίχνος της παρουσίας του.

Όταν βγήκα στην εκκλησία και έκλεισα πίσω μου την πόρτα, το πρόσωπο του έξω κόσμου είχε αλλάξει: Ο ήλιος είχε βυθιστεί πίσω απ’ τον ορίζοντα και έναν φωτεινό μούχρωμα που είχε την κόκκινη απόχρωση του αίματος κάλυπτε τον ουρανό. Το βουητό των μελισσών στον κήπο είχε αλλάξει. Είχε γίνει περισσότερο βαθύ και δυνατό, πιο διαπεραστικό.

Μπήκα στ’ αμάξι μου και άρχισα να οδηγώ προς την πόλη του Ηρακλείου.

«Είσαι ασφαλής,» έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου, «κανείς δεν σε ξέρει και κανείς δεν σε είδε, έκανες τον τέλειο φόνο και πολύ γρήγορα θα έχεις τόσα πολλά λεφτά που θα ζήσεις σαν κροίσος για την υπόλοιπη ζωή σου».

Ξαφνικά ένιωσα έναν διαπεραστικό πόνο. Τινάχτηκα τρομαγμένος και παραλίγο να χάσω τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όταν σταμάτησα στην άκρη του δρόμου και σήκωσα το μανίκι του πουκαμίσου μου, ανακάλυψα πως μια μεγάλη και χνουδωτή μέλισσα είχε χώσει το κεντρί της βαθιά μέσα στο δεξί μου μπράτσο.



2



Μέχρι να φτάσω στο Ηράκλειο είχα αρρωστήσει πολύ άσχημα. Στην αρχή μ’ έπιασε πονοκέφαλος και μετά το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει. Είχα ρίγη που γρήγορα έγιναν ανεξέλεγκτα ενώ κρύος ιδρώτας ανάβλυζε από κάθε πόρο του δέρματός μου. Ύστερα άρχισα να πρήζομαι και ν’ αναπνέω με ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία και μετά ανακάλυψα πως τα δάχτυλα των χεριών μου είχαν γίνει μπλε. Μια ματιά στον καθρέφτη μ’ έκανε να παγώσω ολόκληρος απ’ το φόβο μου καθώς ανακάλυψα πως το πρόσωπό μου έμοιαζε με νεκρική μάσκα: Τα χείλη μου είχαν μαυρίσει, τα μάγουλά μου ήταν ρουφηγμένα, το δέρμα μου είχε γίνει άσπρο σαν το χαρτί και τα μάτια μου με κοιτούσαν σκοτεινιασμένα και υγρά, χωμένα βαθιά σε μαυρισμένες κόγχες. Κατάλαβα πως δεν θα τα έβγαζα πέρα, πως το τσίμπημα της μέλισσας που το σώμα της κοίτονταν τώρα λυωμένο πάνω στο παρπρίζ του αυτοκινήτου, μου είχε προκαλέσει κάποιου είδους αλλεργική αντίδραση.

Κατάφερα με τα χίλια ζόρια να οδηγήσω μέχρι το νοσοκομείο της πόλης. Παρκάρισα τ’ αμάξι έξω από την πτέρυγα για τα επείγοντα περιστατικά και καθώς ένιωθα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, έβγαλα τα πετράδια από τις τσέπες του παντελονιού και τα έχωσα στην εσωτερική τσέπη ενός σακ-βουαγιάζ που βρισκόταν δίπλα μου, πάνω στη θέση του συνοδηγού. Στη συνέχεια άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου, βγήκα έξω και κατέρρευσα πάνω στην άσφαλτο του προαύλιου σαν σακί με πατάτες.

Ένιωσα περισσότερο παρά είδα ανθρώπους να μαζεύονται γύρω μου, να με βάζουν σ’ ένα φορείο και να με μεταφέρουν μέσα σε ατελείωτους ασπροφωτισμένους διαδρόμους.

Μετά ξεκινησαν οι εφιάλτες:

Είδα το πρόσωπο της βεβηλωμένης θεάς να με κοιτάζει μέσα από ένα ερεβώδες ημίφως καθώς οι φλόγες των καντηλιών που κρέμονταν γύρω της είχαν μεταμορφωθεί σε γαλαζωπά φαντάσματα των προηγούμενων εαυτών τους. Στη θέση των ματιών της έχασκαν δυο απαίσιες τρύπες. Μολις την πλησίαζα, σπρωγμένος από μια φρικιαστική παρόρμηση που αδυνατούσα να ελέγξω, ξεπηδούσαν από μέσα τους ρυάκια σκουροκόκκινου αίματος που φούσκωναν σαν χείμαρροι και έτρεχαν ανεξέλεγκτα, ζωγραφίζοντας σκοτεινά ρυάκια πάνω στα πάλλευκα μάγουλά της και γεμίζοντας το στήθος της μ’ αιματοβαμμένες κορδέλες.

Ξανά και ξανά αναπηδούσα απ’ το έρεβος της αναισθησίας και έβρισκα τον εαυτό μου ξαπλωμένο σε κάποιο ξένο κρεβάτι, μόνο και μόνο για να ξαναβυθιστώ στον εφιάλτη πλακωμένος από το βάρος μιας ασήκωτης εξάντλησης και να ξαναβρεθώ αντιμέτωπος με το απαίσιο άγαλμα που με κοιτούσε με τα τυφλά του μάτια. Τα φίδια που κρατούσε στα χέρια του ζωντάνευαν και απειλούσαν να με δαγκώσουν ενώ εκείνη άπλωνε τα χέρια της για να με σφίξει στην αγκαλιά της καθώς ένα φρικιαστικό χαμόγελο παραμόρφωνε το αιματοβαμμένο της πρόσωπο.

Κάποια στιγμή ξύπνησα λουσμένος απ’ το λαμπρό φως του πρωινού που έπεφτε μέσα από ένα μεγάλο παράθυρο. Ένιωθα απίστευτα αδύναμος και ελαφρύς. Ένας ορρός έριχνε στάλα-στάλα το περιεχόμενό του στο δεξί μου χέρι ενώ γύρω μου απλωνόταν το άσπιλο εσωτερικό ενός νοσοκομειακού θαλάμου.

Αντίκρυσα μια λευκοντυμένη γιατρό η οποία με κοιτούσε χαμογελώντας καλοσυνάτα:
-«Είσαστε πολύ τυχερός,» μου είπε «σας προλάβαμε την τελευταία στιγμή. Παρουσιάσατε αλλεργικό σοκ αλλά ευτυχώς τα αντισταμινικά που σας χορηγήσαμε κατάφεραν να ανακόψουν την εξέλιξη των συμπτωμάτων. Θα θέλαμε ωστόσο να σας κρατήσουμε για εικοσιτέσσερεις ακόμα ώρες στο νοσοκομείο για παρακολούθηση.»

Στη συνέχεια με άφησε μόνο.

Η πρώτη σκέψη που μου πέρασε απ’ το μυαλό αφορούσε το σακ βουαγιάζ όπου είχα κρύψει τα κλεμμένα πετράδια. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να το ψάχνω. Ανακάλυψα πως τα πόδια μου έτρεμαν λες και είχα δέκα χρόνια να περπατήσω. Ένιωσα μια λυτρωτική χαρά όταν ανακάλυψα ότι το σακ βουαγιάζ βρισκόταν ασφαλές κάτω απ’ το κρεβάτι μου. Αφού έριξα μια επιφυλακτική ματιά στο διάδρομο που απλωνόταν πέρα από την πόρτα του θαλάμου, γονάτισα στο δάπεδο και άνοιξα την εσωτερική του τσέπη.

Όλα τα πετράδια βρισκόταν εκεί μέσα. Ένας στεναγμός ανακούφισης ξέφυγε απ’ το στήθος μου.

Και τότε άκουσα έναν έντονο βόμβο. Η καρδιά μου συσπάστηκε τρομοκρατημένη καθώς αναγνώρισα το βουητό που κάνει ένα σμάρι μελισσών. Κοίταξα το παράθυρο και μετα βίας κατάφερα να συγκρατήσω μια κραυγή ατόφιου τρόμου:

Εκατοντάδες μέλισσες χτυπούσαν το τζάμι σαν δάχτυλα που με καλούσαν επίμονα να τους ανοίξω. Ήταν τόσο πολλές, μαυροκίτρινες, χνουδωτές, με μικρά ποδαράκια και αστραφτερά φτερά, που μπλόκαραν το φως του ήλιου και έκαναν τον θάλαμο να σκοτεινιάσει. Και τότε συνέβει κάτι το απίστευτο, κάτι το πραγματικό φρικαλέο:

Με τα σώματά τους σχημάτισαν ένα σχέδιο πάνω στο τζάμι, τη σιλουέτα της θεάς στη σπηλιά κάτω απ’ το εκκλησάκι, το τραυματισμένο της πρόσωπο, τη στενή της μέση και τα τεντωμένα της χέρια που κρατούσαν τα κουλουριασμένα φίδια.

Μόνο εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι είχα κάνει: Είχα ξυπνήσει κάτι αρχαίο, μια αρχέγονη δύναμη που απαιτούσε ικανοποίηση. Είχα διαπράξει ιεροσυλία. Μου είχε απομείνει μια και μοναδική ελπίδα: Έπρεπε να της ξαναδώσω τα καταραμένα εκείνα πετράδια. Τα ήθελε. Ήταν δικά της.

Ντήθηκα βιαστικά, άρπαξα το σακ βουαγιάζ και εγκατέλειψα το νοσοκομείο τρέχοντας σαν κυνηγημένος. Δεν μ’ ένοιαζε πόσο άρρωστος ήμουν ή πόσο αδύναμος ένιωθα, έπρεπε να απλώς να τα ξεφορτωθώ. Το κεφάλι μου ξαναρχισε να βουίζει και να γυρίζει, τα πόδια μου να τρέμουν και η καρδιά μου να χτυπάει άτακτα.




3



Το εκκλησάκι ήταν σιωπηλό σαν τάφος. Ένα χρυσαφί απόγευμα είχε απλωθεί στον ουρανό και οι σκιές είχαν αρχίσει να μακραίνουν.

Η πόρτα της εκκλησίας έχασκε ορθάνοιχτη μπροστά μου σαν πεινασμένο στόμα.
Βγήκα απ’ το αυτοκίνητο και σφίγγοντας τα πετράδια στα χέρια μου σαν πρόσφορα, δρασκέλισα το πέτρινο κατώφλι και μπήκα στο δροσερό εσωτερικό της. Το σκοτάδι που κρεμόταν εκεί μέσα ήταν σχεδόν απτό. Τα καντήλια και τα κεριά είχαν σβήσει και τα πρόσωπά των αγίων με κοιτούσαν αόρατα μέσα στη μαυρίλα, τα μάτια τους αυστηρά και αμείλικτα σαν αθέατα νυστέρια.

Διέσχισα το χώρο όπου μαζεύονταν οι πιστοί. Μου φάνηκε πως τα στασίδια του είχαν γεμίσει με τα φαντάσματα πεθαμένων ανδρών και γυναικών που έστρεφαν τα άσαρκα πρόσωπά τους προς το μέρος μου για να με κοιτάξουν επιτημητικά. Όταν μπήκα στο ιερό ανακάλυψα πως η μαρμάρινη πλάκα που σκέπαζε το στόμιο του πηγαδιού είχε απομείνει αμετακίνητη. Τη σήκωσα με δυσκολία και στο φως ενός κεριού που κατάφερα ν’ ανάψω, αντίκρυσα το κατάμαυρο άνοιγμά του.

Άρχισα να κατεβαίνω ένα-ένα τα σκαλοπάτια της κάθετης σκαλωσιάς. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή καθώς έτρεμα στη σκέψη πως η θεά με περίμενε κρυμμένη στο υπόγειο ιερό της. Έπρεπε ωστόσο να την αντιμετωπίσω, να της επιστρέψω τα πετράδια.Μόνο έτσι θα μ’ άφηνε ήσυχο.

Όταν έφτασα στη σήραγγα, τη διέσχισα αγκομαχώντας και έφτασα μέχρι την είσοδο του θαλάμου με το άγαλμα που με περίμενε τυλιγμένο σ’ ένα αρχέγονο σκοτάδι. Σήκωσα το κερί ψηλά πάνω από το κεφάλι μου και στο τρεμάμενο κίτρινο φως που σκορπούσε, αντίκρυσα το εξής θέαμα:

Η θολωτή αίθουσα είχε μεταμορφωθεί. Τα τοιχώματα της είχαν σκεπαστεί από αμέτρητες κερήθρες. Απ’ τη θολωτή οροφή της κρέμονταν κέρινοι σταλακτίτες απ’ όπου έσταζαν ρυθμικά βαριές σταγόνες από παχύρρευστο μέλι.

Το βαθύ και συνεχές βουητό απ’ το χτύπημα των φτερών αναρίθμητων μελισσών πάλλονταν στα αυτιά μου σαν τον ασταμάτητο βόμβο μιας πελώριας γεννήτριας. Προσπαθώντας να συγκρατήσω τους ξέφρενους χτύπους της καρδιάς μου πλησίασα το βάθρο όπου το ειδώλιο της θεάς διαγράφονταν σκοτεινό και ασαφές σαν μια κατάμαυρη σιλουέτα. Το δάπεδο είχε καλυφθεί από ένα παχύ στρώμα στερεοποιημένου κεριού. Όταν πλησίασα αρκετά κοντά, διέκρινα στα πόδια του βάθρου κάτι σαν μακρόστενο όγκο. Ήταν το κορμί του ασκητή που είχα σκοτώσει. Είχε επιζήσει φαίνεται απ’ το χτύπημα μου και από την πτώση του μέσα στο πηγάδι και είχε συρθεί μέχρι τα πόδια της θεάς του. Και εκείνη τον είχε καλύψει με μια διάφανη μεμβράνη λευκού κεριού που θα τον διατηρούσε αναλλοίωτο για πάντα. Το πρόσωπό του με κοιτούσε ατάραχο και αρυτίδωτο, ασπριδερό και αστραφτερό σαν να είχε μεταμορφωθεί σε πάλλευκο μάρμαρο. Ξανθοκάστανες κερήθρες μπλέκονταν ανάμεσα στα γένια του ενώ τα χέρια τα πόδια και ολόκληρο το σώμα του ήταν τυλιγμένο από ένα κουκούλι καστανόχρωμου κεριού.

Πλησίασα ακόμα περισσότερο, τοποθέτησα το κερί στο πάτωμα και με χέρια που έτρεμαν ανεξέλεγκτα έκανα να τοποθετήσω τα ζαφείρια πίσω στις κόγχες των ματιών του αγάλματος όταν αντίκρυσα κάτι τρομερό:

Το άγαλμα έμοιαζε να αναδέυεται σαν να είχε ζωντανέψει. Οι εφιάλτες ζωντάνεψαν μέσα μου ουρλιάζοντας εκδικητικά. Ολόκληρο το άγαλμα ήταν σκεπασμένο από ένα σμάρι μελισσών που περπατούσαν η μια πάνω στην άλλη, που με κοιτούσαν με τα πολυγωνικά τους μάτια και κουνούσαν τις μικρές κεραίες τους απειλητικά.

Δεν άντεχα να τις βλέπω άλλο. Πέταξα τα πετράδια καταγής και το έβαλα στα πόδια.
Κατάφερα να ανέβω το πηγάδι και να βγω απ’ την εκκλησία αλλά μόνο όταν μπήκα στο αυτοκίνητο και κοίταξα την εκκλησία μέσα απ’ την απατηλή ασφάλεια του παρμπρίζ, κατάλαβα τι με περίμενε. Στο χρυσαφένιο φως του ήλιου που έγερνε στη δύση του είδα να ξεχύνεται μέσα απ’ την εξώθυρά της ένα τεράστιο σύννεφο από μέλισσες. Έμοιαζαν με πυκνά και δηλητηριώδη σύννεφα που τα ξερνούσε το απύθμενο στόμα μιας δαιμονικής κόλασης.

Άναψα τη μηχανή και πάτησα το γκάζι με μανία αλλά το αυτοκίνητο αρνήθηκε να κινηθεί. Οι μέλισσες μαζεύτηκαν πάνω απ’ το αυτοκίνητο και σκέπασαν τα παράθυρα του σαν μια άμορφη και αδηφάγα αμοιβάδα.

Είμαι παγιδευμένος. Σε λίγο θα μαζευτούν όλο και περισσότερες, όλες οι μέλισσες της Κρήτης αν χρειαστεί, και τα τζάμια του αυτοκινήτου θα σπάσουν, θα καταρρεύσουν. Και τότε εκείνες θα χωθούν στ’ αυτιά, στα μάτια, στο στόμα και στα ρουθούνια μου, τα εκατομμύρια κεντριά τους θα με τσιμπήσουν μέχρι να πεθάνω σφαδάζοντας από απερίγραπτους πόνους. Το βουητό τους, το καταραμένο εκείνο ζουζούνισμα δυναμώνει όλο και περισσότερο, το τζάμι τρίζει, δεν μπορώ να......





4




Ο υψηλόβαθμος αστυνομικός έκλεισε το κασετόφωνο με μια αποφασιστική κίνηση.
-«Αυτό είναι όλο;» ρώτησε τον υφιστάμενό του.

-«Μάλιστα αρχηγέ,» του απάντησε εκείνος, «ο σκελετός του θύματος βρέθηκε εντελώς απογυμνωμένος μέσα στο συνθλιμένο αυτοκίνητο. Βρήκαμε δίπλα του αυτό το δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο και μια κασέτα που περιείχε την ηχογράφηση που μόλις ακούσατε. Απ’ τις υπόλοιπες κασέτες που ανακαλύψαμε στο αυτοκίνητο, οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα ότι το θύμα συνήθιζε να αφηγήται και να μαγνητοφωνεί τις περιπέτειές του. Σαν να κρατούσε ένα ημερολόγιο δηλαδή. Τι θέλετε να κάνουμε τώρα;»

-«Τι απέγιναν τα πετράδια;» τον έκοψε ο προιστάμενός του.

-«Στείλαμε τρεις άνδρες στο ναό και τοποθέτησαν τα πετράδια στη θέση τους. Το πτώμα του ιερέα απομακρύνθηκε και θάφτηκε έξω απ’ την εκκλησία. Μάρτυρες δεν υπάρχουν, ο δράστης δεν είχε κοντινούς συγγενείς ή φίλους σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας ήρθαν απ’ την Αθήνα οπότε η υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί λήξασα.»

-«Έχεις δίκιο,» συμφώνησε εκείνος μαζί του, «Νομίζω πως και αυτή τη φορά όλα πήγαν καλά. Κανείς δεν θα μάθει το παραμικρό. Η θεά ξέρει να προστατεύει τον εαυτό της και αυτούς που τη λατρεύουν.»

«Και κάτι άλλο,» πρόσθεσε ύστερα από μια σύντομη πάυση, «Σε μια βδομάδα από σήμερα έχουμε Πρωτομαγιά. Είναι η ημέρα που γιορτάζουμε τη γέννησή της. Θα ήταν καλό επομένως να επικοινωνήσουμε με κάποια απ’ τα μέλη της αδελφότητας και να συναντηθούμε όλοι μαζί στην εκκλησία για να καθαρίσουμε το ναό προτού αρχίσουν οι τελετές! Δεν συμφωνείς και εσύ;»



Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2010

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

TATTOO



«Το κέρατό σου!»


Άνοιξε το παράθυρο του ‘πειραγμένου’ κόκκινου Nissan του και συνέχισε να φωνάζει στον μικρό που έγερνε από το βάρος του πλαστικού κουβά που ήταν γεμάτος θολό νερό. Στο δεξί χεράκι του κρατούσε έναν μικρό υαλοκαθαριστήρα.


«Ποιος σου είπε ρε μπασμένο κωλοπαίδι να μου κάνεις τα τζάμια;»


Είχε βγάλει το τριχωτό του χέρι έξω από το παράθυρο και το κουνούσε απειλητικά προς το μελαχρινό αγόρι που δεν ήταν πάνω από οχτώ χρόνων.


«Τσακίσου καθάρισέ το αμέσως από τις λάσπες και μην δω κανέναν γαμημένο λεκέ γιατί θα σε κάνω πιο μαύρο απ’ ότι είσαι».


Ο μικρός σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια αλλά εδώ ήταν το πόστο του. Αν ο άγριος άντρας περνούσε άλλη μέρα για να τον βρει και τον έπιανε;


Έτσι πλησίασε επιφυλακτικά το παρμπρίζ ρίχνοντας συνεχώς τρομαγμένες ματιές προς τον οδηγό.


Δεν το είχε λασπώσει μα έσφιξε τα λεπτά του χείλη, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών κι έβαλε τα δυνατά του να λάμψει το κατασκονισμένο γυαλί. Όταν πλέον άστραφτε στο πρωινό φως του Αυγουστιάτικου ήλιου, πισωπάτησε και κοίταξε με μια μικρή ελπίδα τον οδηγό.


Εκείνος σα να κατάλαβε, κάγχασε και του φώναξε ειρωνικά μήπως ήθελε και λεφτά που του έφαγε τόσο χρόνο με μαλακίες. Ύστερα ανέβασε το τζάμι του παραθύρου του και ξεκίνησε γκαζώνοντας.


Έριξε μια ματιά από τον καθρέφτη, το ψωριάρικο είχε ανέβει στο πεζοδρόμιο σκιάζοντας με το χέρι τα μάτια του.


Είχε απίστευτη ζέστη σήμερα.


Δυνάμωσε το κλιματιστικό και χαζογέλασε για το δωρεάν καθάρισμα ενώ απολάμβανε τον αποστειρωμένο αέρα που τον χτυπούσε στο πρόσωπο.


Σιγά μην πλήρωνε κανέναν από αυτούς τους χαμένους. Έπρεπε από μόνοι τους να θέλουν να τον υπηρετούν, να πάρει ο διάολος αυτοί κουβαλήθηκαν στη χώρα του. Άμα δε τους αρέσει να τα μαζέψουν να ξεβρομίσει και ο τόπος που μου θελαν και τουρισμό.


Αυτό το τελευταίο του φάνηκε πολύ πετυχημένο. Τουρισμό! Ξέσπασε σε δυνατά γέλια και πάτησε λίγο ακόμη το γκάζι. Ήθελε να φτάσει στη θάλασσα όσο πιο γρήγορα μπορούσε.



******



Είδε το γαλάζιο της θάλασσας αμέσως μόλις έστριψε στον μικρό χωματόδρομο που τα θεριεμένα αγριόχορτα στις δύο πλευρές του έμοιαζαν να παλεύουν για να τον κρύψουν.


Του άρεσε αυτό το μέρος γιατί λίγοι το προτιμούσαν, μερικά χιλιόμετρα πιο πίσω είχε περάσει από τις οργανωμένες πλαζ με σπαστικά πιτσιρίκια που τσίριζαν σε ταλαίπωρες μανάδες, τσουτσέκια που έκαναν μόστρα τους κοιλιακούς τους, βρομερούς μαύρους που πουλούσαν χίλιες δυο μαλακιές και φυσικά η ενοικίαση της ξαπλώστρας κόστιζε πιο πολύ από τη βενζίνη που έκαιγε για να πάει ως εκεί. Το μόνο θετικό ήταν τα γκομενάκια με τα μικροσκοπικά μπικίνι που πασαλείβονταν με λάδια και όταν χοροπηδούσαν κυνηγώντας μπαλάκια του τένις του πρόσφεραν επιπλέον εικόνες για τις φαντασιώσεις του αλλά δε βαριέσαι, θα άντεχαν μια μέρα χωρίς τον βαρβάτο ανδρισμό του.


Είχε κάνει μόνο μια στάση σε ένα μίνι μάρκετ γεμάτο φουσκωτές μπάλες, πλαστικά στρώματα και πετσέτες σε χτυπητά χρώματα, για να αγοράσει λίγες μπύρες. Είχε ήδη προμηθευτεί από την προηγούμενη αρκετές για να τη βγάλει μέχρι το βράδυ αλλά οι προμήθειες του είχαν λιγοστέψει αρκετά πριν ξεκινήσει αφού ένα ψυγείο γεμάτο δροσερές μπύρες ήταν μεγάλος πειρασμός για να του αντισταθεί.


Σίγουρα δεν ήταν και κανένας αλκοολικός άσχετα τι έλεγε η μαλακισμένη η πρώην γυναίκα του που το μόνο καλό πάνω της ήταν ο κώλος της. Γι’ αυτό όταν του έσπαγε τα νεύρα με τις γυναικουλίστικες μαλακίες της την χτυπούσε εκεί. Να δούμε άμα της χαλούσε και το μόνο καλό που είχε ποιος θα γύριζε να την κοιτάξει.


Τελικά δεν το έκανε αρκετά δυνατά γιατί όταν τον χώρισε βρέθηκε ένας λαπάς με γυαλιά και αδερφίστικα ρούχα που πρόσεξε τον κώλο της και την πήρε. Άλλα καλά να πάθει και αυτός που φορτώθηκε την ηλίθια και αυτή που θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της με ξενέρωτο σεξ, όχι που θα έκανε ο λαπάς σεξ σαν αυτόν.


Τώρα μπορούσε να πετάει όπου θέλει τα βρακιά του, να πίνει όσο γουστάρει και να βλέπει όσες τσόντες θέλει χωρίς να του τα πρήζει κανείς. Και άμα ήθελε γυναίκα ήξερε κάτι σπίτια που όλες ήταν πρόθυμες να τον ικανοποιήσουν όταν τους κόλλαγε μερικά λεφτά στη μούρη.


Φυσικά δεν το πήρε τόσο θετικά στην αρχή, το μόνο που ήθελε ήταν να την ξυλοφορτώσει μέχρι να μην την γνωρίζει ούτε η γριά γκιόσα η μάνα της. Άλλα τα ασφαλιστικά μέτρα που του είχε κάνει ήταν παλούκι, μετά εύκολα θα αποδείκνυε πως αυτός την είχε μαυρίσει στο ξύλο και δεν ήθελε μπελάδες με τους μπάτσους. Αρκετά τράβηξε μέχρι να γλιτώσει από τη μήνυση του κιτρινιάρη γείτονά του που είχε το θράσος να του κλέβει τη θέση του παρκινγκ.


Μωρέ καλά του ‘κανε του κοντοπίθαρου που ήρθε στη χώρα του και νόμιζε θα βρει κι άλλους μαλάκες σαν τους σχιστομάτηδες συμπατριώτες του. Χαλάλι τα λεφτά που έδωσε στον δικηγόρο για να τον γλιτώσει, κάθε φορά που θυμόταν τον χλεμπονιάρη μπανταρισμένο σαν μούμια από τους επιδέσμους, ορκίζονταν πως η ικανοποίηση του άξιζε μέχρι το τελευταίο ευρώ που έδωσε.


Τους βρομιάρηδες τους ξένους τους είχε πιο μεγάλο άχτι και από τις γυναίκες. Αυτές τουλάχιστον είχαν γεννηθεί εδώ και ήταν αναγκαίο κακό αφού μπορούσαν να ικανοποιήσουν έναν άντρα αν δεν ήταν πολύ ξενέρωτες. Οι ξένοι όμως μόνο να βρομίζουν τον τόπο ήξεραν.


Έφτυσε με αηδία στην γκρίζα άσφαλτο, μπήκε στο αμάξι και περίμενε να βγει από τον κεντρικό δρόμο για να ανοίξει μια μπύρα χωρίς να κινδυνεύει να τον δει κανένας ξέμπαρκος μπάτσος.



*******


Πάρκαρε σπινιαριστά στην πατικωμένη άμμο και βγήκε έξω. Τεντώθηκε, χαζεύοντας την μεγάλη παραλία η οποία απλωνόταν και προς τις δύο κατευθύνσεις, γεμάτη σκουροκίτρινη χοντρή άμμο. Η αριστερή μεριά πέρα από μερικούς γλάρους που έψαχναν τίποτε φαγώσιμο στην άμμο και ύστερα ανέβαιναν πάλι νωχελικά στον αέρα, ήταν έρημη. Γύρω στα εκατό μέτρα δεξιά όμως είχε μερικές ξεθωριασμένες ομπρέλες που διαφήμιζαν πορτοκαλάδα με ασορτι κίτρινες ξαπλώστρες από μια μικρή καφετέρια που απ’ όσο ήξερε άνοιγε μόνο τα Σαββατοκύριακα και σήμερα ήταν φυσικά κλειστή αφού προτιμούσε να πηγαίνει καθημερινές για μπάνιο.


Άρπαξε έναν παλιό σάκο με τα απαραίτητα και το φορητό ψυγειάκι από τη θέση του συνοδηγού, κλείδωσε και ξεκίνησε για εκεί.


Είχε προχωρήσει λίγα μέτρα όταν πρόσεξε τρεις φιγούρες στις ξαπλώστρες. Δεν του άρεσε και πολύ η ιδέα να μοιραστεί το μέρος με άλλους άλλα όταν πλησίασε κι άλλο είδε πως οι φιγούρες ήταν γυναικείες έτσι το κέφι του έφτιαξε.


Προσπάθησε να μη γέρνει από το βάρος του ψυγείου, πράγμα δύσκολο αφού ήταν γεμάτο μέχρι πάνω με κουτάκια μπύρας, συν αυτά που αγόρασε πριν και είχε παραχώσει με το ζόρι στον σάκο. Στον γυρισμό που θα τις είχε πιει όλες θα το κουβαλούσε πανεύκολα, τώρα όμως ζοριζόταν καθώς τα πόδια του βούλιαζαν στην καυτή άμμο και το βάρος τον τραβούσε προς τα δεξιά. Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και συνέχισε όσο πιο καμαρωτά μπορούσε.


Όταν έφτασε διάλεξε μία ξαπλώστρα όσο πιο κοντά στην συντρόφια των γυναικών μπορούσε, αλλά λίγα μέτρα πιο πίσω από τις δικές τους για να μπορεί να τις χαζεύει με την ησυχία του.


Ακούμπησε κάτω το ψυγειάκι και πέταξε τον σάκο στην διπλανή ξαπλώστρα.


Οι κοπέλες κοίταξαν στην αρχή προς το μέρος του αλλά γρήγορα γύρισαν πάλι προς τη θάλασσα συζητώντας χαμηλόφωνα.


Πάντως ακόμη και αν δεν τον κοιτούσαν φρόντισε να ρουφήξει την κοιλία του όταν έβγαλε τη μπλούζα του σε περίπτωση που κάποια γυρνούσε πάλι προς το μέρος του.


Άνοιξε το πρώτο από τα πολλά κουτάκια μπύρας και ήπιε μια μεγάλη γουλιά που άφησε να αφρίσει απολαυστικά στο στόμα του πριν την καταπιεί.


Βάλθηκε να χαζεύει πίσω από τα γυαλιά ηλίου που του έδιναν κάλυψη, τις κοπέλες που σίγουρα δεν ήταν πάνω από εικοσιπέντε. Δύο καστανές και μία κοκκινομάλλα. Απ’ όσο μπορούσε να δει, η κοκκινομάλλα είχε και τα πιο πολλά προσόντα που ξεχείλιζαν από το τριγωνικό πάνω μέρος του μπικίνι της.


Απλώθηκε στην ξαπλώστρα συνεχίζοντας την προσπάθεια του να δει περισσότερα.


Ένα μισάωρο και πάνω από δέκα μπύρες αργότερα αποφάσισε να βουτήξει Αφενός γιατί είχε λιώσει από τη ζέστη κι αφετέρου για να τις δει καλύτερα και από μπροστά.


Πέρασε από δίπλα τους σφίγγοντας όσο μπορούσε κάθε αγύμναστο μυ του κορμιού του και μπήκε απότομα στο ήρεμο, καθαρό νερό.


Η διαφορά θερμοκρασίας του έκοψε την ανάσα αλλά δεν σκόπευε να δείξει στις πιτσιρίκες ότι ένας άντρας σαν αυτόν δεν μπορούσε να αντέξει το νερό.


Έριξε μερικές απλωτές και ύστερα συνέχισε να κολυμπάει πιο χαλαρά φροντίζοντας να είναι μπροστά τους.


Όντως η κοκκινομάλλα ήταν η πιο ωραία, όχι πως θα τον χαλούσε να του κάτσει μια από τις δυο καστανές, ακόμη καλύτερα και οι δυο μαζί!


Άλλα και αυτές τον κοιτούσαν, η κοκκινομάλλα μάλιστα περισσότερο. Να ήταν τυχερή τελικά και να της χάριζε μια αξέχαστη εμπειρία πριν γυρίσει στους νερόβραστους πιτσιρικάδες;


Αφού κατούρησε μέσα στο ημιδιάφανο νερό με μια ηδονική αίσθηση που πάντα ένιωθε όταν έκανε κάτι που δεν είναι αποδεκτό αλλά δεν μπορούν να τον δουν, βγήκε από τη θάλασσα και πάλι ρουφώντας την κοιλιά και σφίγγοντας τους μύες του. Όταν πέρασε από δίπλα τους, τους χαμογέλασε και συνέχισε μέχρι την ξαπλώστρα του χωρίς να περιμένει. Το θέμα ήταν να φανεί άνετος. Άνοιξε άλλη μια μπύρα και έκοψε αντιδράσεις από τις μικρές.


Η κοκκινομάλλα σα να γύρισε λοξά προσπαθώντας μην καρφωθεί κι έπειτα κάτι είπε στις φίλες της.


Σίγουρα γι’ αυτόν έλεγε. Προσπάθησε να ακούσει κι έσκυψε με τρόπο προς το μέρος τους.


«Ρε Μαρίνα τον ξέρουμε κι από χθες ή μήπως θα τον δούμε κι αύριο;» Άκουσε να λέει η καστανή με το πράσινο μαγιό.


«Ναι ρε χαζή ξεκόλλα αφού γι’ αυτό ήρθαμε στην ερημιά του Θεού!» Συνέχισε η δεύτερη καστανή στο ίδιο ύφος.


Με τα πολλά, και συμπληρώνοντας με τη λογική του όσα δεν άκουγε καλά, κατάλαβε πως προσπαθούσαν να την πείσουν να βγάλουν τα σουτιέν τους.


Ξάπλωσε κι εκείνος πίσω προσπαθώντας να κάνει τον αδιάφορο ή ακόμα και τον κοιμισμένο για να νιώσει η μικρή άνετα και ευχήθηκε ολόψυχα να την πείσουν. Αλλά πάνω που φάνηκε ότι τα είχαν καταφέρει εμφανίστηκε ένα μαυριδερός νεαρός με μια μεγάλη τσάντα περασμένη στον δεξί του ώμο.


Είχε έρθει από την αριστερή μεριά, πιθανότατα από τον ίδιο δρόμο που ήρθε και αυτός.


Που σκατά σκέφτηκε να έρθει από εδώ για να βρει πελάτες ο μπάσταρδος;


Πέταξε νευριασμένος, πάνω στον σωρό με τα ήδη άδεια κουτάκια, αυτό που μόλις είχε τελειώσει και πήρε γρήγορα ένα άλλο. Η άτιμη σαν νερό πίνονταν έτσι παγωμένη με αυτή τη ζέστη.


Είδε τον μαυριδερό να πηγαίνει κατευθείαν στις κοπέλες, Εμ, βέβαια του γυάλισαν του λιγούρη.


Άρχισε να τους δείχνει γυαλιά ηλίου, παρεό και αρώματα μαϊμού. Φυσικά αυτές τα χάζευαν όλα σαν τις κότες και ούτε λόγος πια να μείνουν μισόγυμνες.


Ύστερα έβγαλε κάτι που έμοιαζε με στραπατσαρισμένο βιβλίο και αυτές άρχισαν να το ξεφυλλίζουν μιλώντας δυνατά και χαρούμενα.


Η καστανή με το πράσινο μαγιό κάτι έδειξε σε μια σελίδα και ο μαυριδερός γονάτισε ανάμεσά τους. Είχε ήδη μαντέψει πως τα βιβλίο είχε εικόνες από τατουάζ από αυτά που έκαναν με χένα. Και πράγματι τον είδε να βγάζει από την τσάντα ένα μικρό μπουκαλάκι, ρόλο στικ για τις μασχάλες και ένα φύλο χαρτιού σαν τσιγαρόχαρτο.


Τον παρακολουθούσε να ξεπατικώνει το σχέδιο που διάλεξε η καστανή με το πράσινο μαγιό που τώρα αναρωτιόταν που θα πήγαινε καλύτερα να της το κάνει.


Τελικά κατέληξαν να το κάνει στη μέση και ξαπλώθηκε μπρούμυτα ενώ οι άλλες δύο έσκυψαν να βλέπουν καλύτερα.


Η ώρα περνούσε και ο βρομιάρης του κεράτα δεν έλεγε να τελειώσει, άσε που απ’ όσα έπιασε να λένε, ζήλεψαν και οι άλλες και θελαν να κάνουν και αυτές από ένα. Σίγουρα μετά από αυτό καμία δε θα έβγαζε τα βυζιά της έξω. Αλλά αν πήγαινε έτσι το πράγμα θα περίμενε να ξεκουμπιστεί ο λασπόδερμος και θα πήγαινε να τους πιάσει κουβέντα.


Οπότε έμεινε να περιμένει με την μπύρα στο χέρι ενώ αυτός ο τσόγλανος σίγουρα βρήκε ευκαιρία να πασπατέψει λίγη γυναικεία σάρκα. Δε φτάνει που ερχόντουσαν, σήκωναν και τα μάτια τους στις γυναίκες μας οι άτιμες οι φάρες.


Περίμενε κοντά είκοσι λεπτά μέχρι να τον δει να σηκώνεται. Μόλις είχε τελειώσει και από την κοκκινομάλλα που αν άκουσε καλά είχε διαλέξει ένα σχέδιο με αστεράκια. Όμως αντί να τσακιστεί να φύγει πήρε το τσιγάρο που του πρόσφεραν και κωλοκάθισε μαζί τους.


Ε, μα πια ήταν σαν να τον προκαλούσε!


Άκουσε την άλλη καστανή να του λέει ναζιάρικα πως πολλά ζητούσε να πληρώσουν αλλά αυτός επέμενε χαζογελώντας πως και λίγα ήταν. Έκανε υπομονή άλλα πέντε λεπτά και μετά σηκώθηκε να δείξει στις άβγαλτες πώς να μην τις πιάνουν κορόιδο οι αλήτες.


Πλησίασε χαλαρά την μικρή παρέα και χωρίς να κωλώσει στιγμή είπε στον ασχημομούρη να μαζέψει τα συμπράγκαλα του και να φύγει.


Εκείνος φυσικά τα έχασε και ρώτησε τι είναι αυτά που λέει.


Οι κοπέλες στην αρχή δε μίλησαν κι έτσι πήρε μπρος και άρχισε να φωνάζει στον βρομιάρη πως έχει μεγάλο θράσος που ζητάει λεφτά επειδή έκανε πέντε μουτζούρες της πλάκας. Η κοκκινομάλλα ψέλλισε πως δεν υπάρχει θέμα, θα πληρώσουν αλλά αυτό τον έκανε να θέλει να της εξηγήσει γιατί δε πρέπει να δίνουν θάρρος σε τέτοια αποβράσματα, πράγμα φυσικά που έκανε με πολλές βρισιές .


Κι εκεί που νόμιζε ότι οι γκόμενες τον κοιτάνε με θαυμασμό σηκώθηκε η δεύτερη καστανή και του είπε πως τον παρακαλεί να τους αφήσει ήσυχους και δεν έχει καμία δουλειά να ανακατεύεται.


Στην αρχή έμεινε να την κοιτάζει σα να μην κατάλαβε τι άκουσε αλλά αμέσως μετά όλος ο θυμός του στράφηκε εναντίον τους. Γιατί τα ήθελε ο κώλος τους από την αρχή και αυτός ο βλάκας ήθελε να τις υπερασπιστεί χωρίς να ξέρει ότι έχει να κάνει με τσουλάκια, αλλά έπρεπε να το είχε καταλάβει αφού θελαν να του πετάξουν τα βυζιά τους μέσα στη μούρη τόση ώρα, αν θελαν γκόμενο μπορούσε να της κανονίσει άνετα και τις τρεις.


Και για να γίνει ακόμη πιο πιστευτός άρπαξε την κοκκινομάλλα από τον ώμο που ξεχώριζε το ψευτοτατουαζ με τα τρία αστεράκια και της φώναξε πως αν ήθελε να δει αληθινά αστεράκια αρκούσε μισή ώρα μαζί του.


Μετά όμως δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο γιατί ένιωσε κάτι βαρύ να πέφτει πάνω του από τα δεξιά του κι έχασε την ισορροπία του.


Έπεσε με δύναμη στην άμμο που χώθηκε στο στόμα και τα μάτια του ενώ ο αριστερός του αγκώνας χτύπησε στον στύλο της ομπρέλας στέλνοντας κύματα πόνου μέχρι το κεφάλι του.


Θα είχε σηκωθεί πολύ πιο γρήγορα αν ο εγκέφαλος του δεν κολυμπούσε στο αλκοόλ, αλλά και πάλι κατάφερε να σηκωθεί πριν προλάβουν να απομακρυνθούν αρκετά οι τσουλες που έτρεχαν σέρνοντας τις τσάντες και τις πετσέτες τους σηκώνοντας σύννεφα άμμου.


Έκανε να ριχτεί πίσω τους φτύνοντας ακόμη άμμο, αν προσπαθούσε σκληρά θα τις προλάβαινε και η λύσσα που του έδινε ο θυμός του για αυτές τις αχάριστες κουφάλες θα βοηθούσε σημαντικά.


Όμως πριν προλάβει να ξεκινήσει, ένιωσε κάποιον να τον τραβάει απότομα από το μπράτσο.


Γύρισε και είδε τον μαυριδερό τσόγλανο, του έλεγε με καθησυχαστική φωνή πως δεν άξιζε να συνεχίσει αλλά δεν τον άφησε να ολοκληρώσει και του έδωσε μια γροθιά που τον πέτυχε κάτω από το αυτί και τον έκανε να τιναχτεί προς τα πίσω. Φώναξε τι γνώμη είχε γι αυτόν και όλους τους βρομιάρηδες της χώρας του και τον ξάπλωσε κάτω συνεχίζοντας να τον χτυπάει με τις γροθιές του όπου έβρισκε.


Ο χέστης ικέτευε, φωνάζοντας με σπαστές λέξεις να τον λυπηθεί, πως θα κάνει ότι θέλει, πως θα φύγει αμέσως για τη χώρα του αρκεί να σταματήσει να τον χτυπάει.


Δεν είχε σκοπό να τον ακούσει αλλά είδε το αίμα που έτρεχε από το στόμα και τη μύτη του βλαμμένου και πασάλειβε τους κόμπους των χεριών του. Ένιωσε μια μικρή ζαλάδα που περισσότερο οφείλονταν στην ζέστη σε συνδυασμό με το αλκοόλ και λιγότερο στην λογική πλευρά του εαυτού του που είχε από χρόνια πνιγεί σε μια θάλασσα από μπύρες.


Πισωπάτησε και έπεσε λαχανιάζοντας πάνω στην ξαπλώστρα που μέχρι πριν χρησιμοποιούσε η κοκκινομάλλα. Έστριψε απότομα από την άλλη μεριά και φυσικά οι μικρές είχαν εξαφανιστεί αφήνοντας μόνο ένα ροζ καπέλο, σαν ενθύμιο, να ξεχωρίζει αναποδογυρισμένο πάνω στην άμμο.


Άκουσε τον άλλον να βήχει και ξαναγύρισε το κεφάλι του μπροστά. Τον είδε να φτύνει σάλια

ανακατεμένα με αίμα που έπεσαν πάνω στην άμμο κάνοντάς την να σκουρύνει και να σβολιάσει. Δεν είχε σκοπό να τον χτυπήσει άλλο, αρκεί να μην έλεγε καμιά εξυπνάδα πριν βάλει φτερά στα πόδια του.


Όμως προς έκπληξή του τον άκουσε να του ζητάει συγνώμη.


«Ο Αμίρ ξέρει κάνει χαζομαρις αφέντικο συνώμη, συνώμη» . Ύστερα διπλώθηκε στα δυο κι έβηξε δυνατά φτύνοντας κι άλλα ματωμένα σάλια. Όταν σηκώθηκε πάλι στα γόνατα κοίταξε προς τη μεριά του με χαμηλωμένα μάτια και ζήτησε για άλλη μια φορά συγγνώμη που ήταν τόσο ηλίθιος αλλά δεν έφταιγε αυτός, η ράτσα του έφταιγε που ήταν κατώτερος σε μυαλό.


Αυτό τον ηρέμισε αρκετά. Δεν ήταν και πολλοί αυτοί που παραδέχονταν πως έφταιγαν.


Έκλεισε τα μάτια του, όλο αυτό το φως του τρυπούσε το κρανίο. Άρχισε να τρίβει τους κροτάφους του ενώ ο σιγανός φλοίσβος των ήρεμων κυμάτων τον χαλάρωνε.


Είχε σχεδόν ξεχάσει την παρουσία του Αμίρ όταν εκείνος τον φώναξε δειλά.


Άνοιξε τα κόκκινα μάτια του για να τον δει με το χέρι απλωμένο προς το μέρος του κρατώντας μία από τις μπύρες του.


Την πήρε και ήπιε λαίμαργα αρκετές γουλιές κοιτώντας με μισόκλειστα μάτια τον Αμίρ που περίμενε αμίλητος.


«Τι θες τώρα; Να σου πω και φχαριστω;» Τον ρώτησε απότομα.


Εκείνος του είπε πως και βέβαια δεν περίμενε κάτι τέτοιο, απλά ήθελε να του κάνει ένα δώρο για να είναι σωστή η συγνώμη του.


Για την ακρίβεια ήθελε να του κάνει ένα ταττοο πολύ ωραίο, ταιριαστό σε έναν δυνατό άντρα.


Το σκέφτηκε για λίγο, ένα τατουάζ χωρίς να δώσει μία δεν ήταν κακή ιδέα, ύστερα αποφάσισε να δεχτεί με ένα ακατάληπτο γρύλισμα.


Άπλωσε το μπράτσο και τον προειδοποίησε μην τολμήσει να του κάνει κανένα αδερφίστικο τριαντάφυλλο.


Ο Αμίρ του είπε πως θα μείνει απόλυτα ικανοποιημένος και έβγαλε πάλι το μικρό μπουκαλάκι με την χένα. Αυτή τη φορά δεν αντέγραψε από κάπου το σχέδιο, έσκυψε πάνω από το μπράτσο κι άρχισε να σχεδιάζει με μεγάλη προσοχή σιγομουρμουρίζοντας έναν άγνωστο και μάλλον παράξενο σκοπό.

Τον άφησε να σχεδιάζει και άρχισε να χαζεύει τα παιχνιδίσματα του ήλιου πάνω στους απαλούς κυματισμούς που έκαναν τη θάλασσα να θυμίζει τεράστιο θαλασσί σεντόνι που το ρυτιδώνει απαλά ο αέρας.


Κάποια στιγμή ο Αμίρ ανασηκώθηκε και τον ρώτησε πως του φαίνεται.


Κοίταξε το μπράτσο του που τώρα το κοσμούσε ένα ακαθόριστο σχήμα σαν ρευστή μαύρη φωτιά σε κυκλικό μοτίβο, στο κέντρο ένα μάτι με κόρη σαν γάτας έμοιαζε να κοιτάζει γύρω του με μίσος. Μικρά σημαδάκια σαν πλαγιαστά αραβικά γράμματα στεφάνωναν το σχήμα της φωτιάς.


Του άρεσε, γέλασε μεθυσμένα και είπε στον μαυράκο ήταν τυχερός, δεν θα έτρωγε άλλη καρπαζιά.

Εκείνος, με το αριστερό του μάτι να φαίνεται πιο μικρό μέσα στην μελανιά που όλο και μεγάλωνε, χαμογέλασε σα να μην τον πονούσαν τα πρησμένα του χείλη.


«Είναι από πατίδα μου αφέντικο. Μεγάλη τύχη για χωριό μου.»


Ύστερα τον χαιρέτισε κι έφυγε κουτσαίνοντας ελαφρά, από τον ίδιο δρόμο που έκρυβαν τα κιτρινισμένα αγριόχορτα.


Χάζεψε για λίγο ακόμη το σχέδιο που του φάνηκε αρκετά αντρικό και ενώ προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του να σηκωθεί και να κάνει μια βουτιά για να καθαρίσει λίγο το μυαλό του, αποκοιμήθηκε.



******



Τον ξύπνησε ένας σιγανός, επαναλαμβανόμενος ήχος που τόση ώρα προσπαθούσε να ταιριάξει στο όνειρό του.


Ένα περίεργο γρατσούνισμα σα να τρίβεις δύο φύλλα γυαλόχαρτου μεταξύ τους.


Ανασηκώθηκε μισοζαλισμένος και κοιτώντας γύρω του, το πρώτο που πρόσεξε είναι πως έπεφτε το σούρουπο. Μακριές σκιές από τις ομπρέλες απλώνονταν σαν παρατημένα κουρέλια πάνω στην άμμο που τώρα έμοιαζε γκρίζα. Μπροστά του η θάλασσα είχε χάσει το λαμπερό της χρώμα, τα κύματα είχαν δυναμώσει και πηχτός αφρός τινάζονταν καθώς έσκαγαν με φόρα στην βρεγμένη αμμουδιά.


Είχε παρακοιμηθεί, μόλις ξυπνούσε καλά θα μάζευε τα πράγματα του και θα γυρνούσε πίσω στο αμάξι. Αν συνέχιζε να νυστάζει θα κοιμόταν άλλη μια ώρα πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του.


Τεντώθηκε για να διώξει το μούδιασμα από τα πιασμένα του μέλη. Σταμάτησε απότομα, να τος πάλι αυτός ο περίεργος ήχος. Κοίταξε τριγύρω, είχε την εντύπωση πως ερχόταν από κάπου δεξιά, μετά τις παρατημένες ξαπλώστρες.


Σηκώθηκε και προχώρησε προς τα εκεί. Τώρα η άμμος ήταν δροσερή κάτω από τα πέλματα του. Όσο πλησίαζε ο ήχος δυνάμωνε. Σα να έπιασε κίνηση πίσω από μια πεσμένη ομπρέλα.


Όταν έφτασε εκεί τα έχασε.


Άμμος στροβιλιζόταν βίαια γύρω από μια χοάνη που όλο και μεγάλωνε. Ο ήχος προερχόταν από την τριβή των κόκκων μεταξύ τους. Το άνοιγμα έμοιαζε με έναν μεγάλο αναποδογυρισμένο κώνο που κάποιος είχε την ιδέα να θάψει εκεί.


Σκιά κάλυπτε τον πυθμένα της που ολοένα βάθαινε καθώς η άμμος συνέχιζε όλο και πιο γρήγορα να γυρίζει. Και σα να είχε ανοίξει κάποιος έναν τεράστιο ανεμιστήρα, το ελαφρύ αεράκι μετατράπηκε απότομα σε δυνατό άνεμο που έκανε τις τρίχες στον σβέρκο και τα μπράτσα του να σηκωθούν. Όμως δεν κουνήθηκε, το βλέμμα του είχε μαγνητίσει η μυστηριώδης χοάνη που οι σκιές την έκαναν να μοιάζει σαν άνοιγμα σε άβυσσο.


Δεν ήξερε αν πέρασε μόνο μια στιγμή ή ώρες ολόκληρες όταν κάτι κινήθηκε εκεί μέσα. Έσκυψε προσπαθώντας να διακρίνει τι ήταν και του φάνηκε πως είδε ένα μάτι εκεί κάτω. Ένα αναθεματισμένο μάτι σε μέγεθος μεγάλου πιάτου! Σίγουρα ονειρευόταν ακόμα!


Όμως στα όνειρα λένε δε νιώθεις πόνο κι εκείνος πρόσεξε επιτέλους πως το μπράτσο με το ταττοο τον πονούσε και τον έκαιγε σα να τον είχαν χτυπήσει εκεί με πυρωμένο σίδερο. Αντανακλαστικά το έσφιξε με το άλλο του χέρι και αισθάνθηκε κάτι υγρό να κολλάει πάνω στα δάχτυλά του. Αίμα ανέβλυζε από το ζωγραφισμένο μάτι. Κυλούσε κι έσταζε από τον αγκώνα του στην άμμο που θαρρείς και το έπινε αχόρταγα σκεπάζοντας το σημείο που έπεφταν οι κόκκινες στάλες, δημιουργώντας μικρά βουναλάκια.


Πρόλαβε να αναρωτηθεί τι στην οργή συνέβαινε όταν η χοάνη μπροστά του κατέρρευσε αφήνοντας μια τρύπα μεγάλη και μαύρη σαν πηγάδι.


Πισωπάτησε σφίγγοντας πιο δυνατά το πληγωμένο του χέρι καθώς μια φιγούρα άρχισε να βγαίνει μέσα από τις σκιές.


Ένα πλάσμα που το λυκόφως χρωμάτιζε πορτοκαλιές ανταύγειες στο γκριζοπράσινο δέρμα του. Δέρμα τραχύ γεμάτο εξογκώματα και ζαρωμένες, μαύρες περιοχές σαν να είχε αρχίσει να σαπίζει. Σήκωσε το κεφάλι του για να αντικρίσει ένα πρόσωπο με δυο μάτια ίδια με αυτό που τώρα είχε μετατραπεί σε πληγή πάνω στο μπράτσο του. Κίτρινα, μεγάλα σαν πιάτα, γεμάτα μίσος.


Ένιωσε αμυδρά πως είχε κατουρηθεί πάνω του και αμέσως μετά γύρισε κι άρχισε να τρέχει αφήνοντας ένα ουρλιαχτό που παραμόρφωσε τη φωνή του. Προσπάθησε να αποφύγει τις ξαπλώστρες, τις ομπρέλες και την ίδια την άμμο που σα να έστηνε παγίδες στα πόδια του και τον έκανε να τρεκλίζει κουνώντας μανιασμένα τα χέρια του για να μην χάσει την ισορροπία του. Δεν άκουγε τίποτα πίσω του αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει για να βεβαιωθεί πως όλα αυτά ήταν της φαντασίας του. Πέρασε δίπλα από το ψυγειάκι του αλλά δεν έκανε καμία κίνηση για να πάρει είτε αυτό είτε τον φθαρμένο του σάκο, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτάσει στο αυτοκίνητο, να μπει μέσα και να εξαφανιστεί από αυτό το γαμημένο μέρος.


Δεν πίστευε πραγματικά πως θα τα καταφέρει μέχρι που πέρασε ανάμεσα από τα ξερόχορτα και είδε την μεταλλική λάμψη του αμαξώματος στο τελευταίο φώς του ήλιου που έμοιαζε να τον καταπίνει η θάλασσα.


Έπεσε με δύναμη πάνω στην πόρτα του οδηγού και πάλεψε προσπαθώντας να την ανοίξει μέχρι που θυμήθηκε πως την είχε κλειδώσει. Και το κλειδί ήταν στον σάκο που είχε παρατήσει εκατό μέτρα πιο πίσω.


Λαχανιασμένος τίναξε προς τα εκεί το κεφάλι του και σκέφτηκε αν έπρεπε να γυρίσει να το πάρει ή να συνεχίσει τρέχοντας μέχρι να φτάσει σε ένα ασφαλές μέρος. Δύο χιλιόμετρα πιο κάτω είχε κόσμο, κάποιος θα τον βοηθούσε.


Δεν πρόλαβε να πάρει μία απόφαση όταν κάτι τον άρπαξε από τον ώμο που πληγωμένου του χεριού και τον πέταξε προς την μεριά της θάλασσας.


Ένας δυσβάσταχτος πόνος κι ένα κενό στο στομάχι, έπειτα προσγειώθηκε με το στήθος πάνω στη βρεγμένη άμμο και ένα κύμα ίσα που του έβρεξε τα μαλλιά. Ήταν αδύνατον να είχε διανύσει πετώντας τα είκοσι μέτρα που ήταν η απόσταση πάνω κάτω από τον δρόμο μέχρι την ακροθαλασσιά μα ένα μεγαλύτερο κύμα τον χτύπησε παγώνοντάς του το κεφάλι. Έκανε να στηριχθεί στα χέρια του για να σηκωθεί αλλά το δεξί δεν υπάκουγε σε καμία εντολή.


Ύστερα το τέρας τον άρπαξε από το πόδι κι άρχισε να τον σέρνει τινάζοντας τον βίαια πάνω στην άμμο που συνέχιζε να πίνει με βουλιμία το αίμα του. Αίμα που τώρα έτρεχε ασταμάτητα από τον ξεσκισμένο του ώμο, ανάμεσα από κομματιασμένους μύες και λωρίδες γδαρμένου δέρματος.


Άρχισε να ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη ενώ χτυπιόταν κλωτσώντας στα τυφλά με το ελεύθερο πόδι του.


Ύστερα κοφτερά νύχια χώθηκαν στην γάμπα και τον μηρό του και τον αναποδογύρισαν σαν πάνινη κούκλα. Χτύπησε το κεφάλι αλλά ούτε που το πρόσεξε. Πάνω του είχε σκύψει το τέρας που έφτυσε η άμμος και τώρα, μέσα στο νεογέννητο σκοτάδι μόνο τα τεράστια κίτρινα μάτια του ξεχώριζαν σα να φωτίζονταν από μέσα. Έκανε να ουρλιάξει ξανά μα ένα χέρι έκλεισε γύρω από τον λαιμό του φυλακίζοντας την ανάσα του. Τον σήκωσε ψηλά χωρίς να δείχνει ότι καταλαβαίνει έστω και λίγο πως το χτυπούσε με όλη του τη δύναμη. Τον σήκωσε μέχρι το ύψος των τρομερών του ματιών, δεν ήθελε να τα κοιτάζει μα δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Ήταν τόσο φριχτά, τόσο γεμάτα μίσος που αιχμαλώτιζαν το βλέμμα του και μαζί κάθε του σκέψη.


Την επόμενη στιγμή το τέρας έσυρε ένα νύχι όμοιο με στιλέτο πάνω στο αιματοβαμμένο ταττοο κι έπειτα το έφερε κάτω από τα μάτια του, εκεί όπου δύο ρουθούνια όμοια με ταύρου έτρεμαν ανεπαίσθητα οσμίζοντας τον αέρα.


Μύρισε αυτό που ήθελε και έγειρε λίγο πιο πίσω αφήνοντας να αποκαλυφθεί ένα στόμα που μέχρι τότε ήταν κρυμμένο στις ζάρες του χοντρού του λαιμού.


Ένα στόμα τεράστιο που όταν άνοιξε είδε πως ήταν γεμάτο κοφτερά δόντια. Μπόχα σάπιας σάρκας τον χτύπησε και κατάλαβε πως τον έσπρωχνε προς τα εκεί, πως θα τον έτρωγε ζωντανό. Προσπάθησε πάλι να ουρλιάξει χωρίς να μπορέσει ο ήχος να περάσει από την θηλιά που σχημάτιζε το απαίσιο χέρι του τέρατος γύρω από τον λαιμό του. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του όταν τα δόντια ήταν τόσο κοντά του πια που μπορούσε να διακρίνει σκαλωμένα ανάμεσά τους, μαυρισμένα κομματάκια από κρέας που είχε από καιρό σαπίσει. Συνέχισε να χτυπάει μανιασμένα με χέρια και με πόδια το τέρας. Ακόμη και όταν το στόμα έκλεισε γύρω του με τα δόντια να βυθίζονται σε σάρκες, να κόβουν τένοντες και να θρυμματίζουν σπόνδυλους αποκεφαλίζοντας τον, τα πόδια του κλωτσούσαν σπασμωδικά.


******


Ο ουρανός έστεκε ασυννέφιαστος πάνω τους. Ήταν καλή η ιδέα του Αντώνη τελικά να έρθουν και τα τρία ζευγαράκια σε αυτήν την παραλία. Ήταν υπέροχη με την κίτρινη άμμο της, την ήρεμη καθαρή θάλασσα και την ησυχία που της χάριζε η απουσία άλλων λουόμενων.


Ο Κώστας φώναξε πως ανακάλυψε ένα ψυγειακι γεμάτο μπύρες για να του απαντήσει αμέσως η Μαργαρίτα να μην τολμήσει να το πιάσει καν, δεν ξέρει ποιος το άφησε και τι αρρώστιες μπορεί να κουβαλούσε. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και έτρεξε να βουτήξει φροντίζοντας να την κάνει μούσκεμα.


Αργότερα της χάρισε ένα μαντήλι, που αγόρασε για να τον συγχωρέσει, από έναν πιτσιρικά. Ινδός πρέπει να ήταν.


Ο Αμίρ ευχαρίστησε τον νεαρό άντρα, πέρασε στον ώμο του την μεγάλη του τσάντα και συνέχισε προς τα δεξιά, αποφεύγοντας, τυχαία θα λεγε κάνεις, να μην πατήσει τις μικρές καστανοκόκκινες πέτρες που θύμιζαν ξεραμένο αίμα.


Ο Ουμαγιου πάντα άφηνε τα σημάδια του αλλά ποιος θα πίστευε πως αυτές οι πέτρες ήταν πράγματι φτιαγμένες από αίμα;


Ούτε και κάνεις ήξερε τον Ουμαγιου σε αυτήν την γωνία του κόσμου. Αν έλεγε το όνομά του στο χωριό του σίγουρα θα έμενε νηστικός τρία μερόνυχτα που τολμούσε να το ξεστομίσει έτσι απερίσκεπτα.


Ο Ουμαγιου δεν ήταν φίλος τους. Ο Ουμαγιου ήταν η κατάρα της γης τους. Που με την σοφία των παλαιών κατάφεραν λίγο να την χρησιμοποιήσουν προς όφελος τους. Σίγουρα ήταν προτιμότερο να του προσφέρουν θυσία στην αχόρταγη πείνα του τους πολεμοχαρείς γείτονές τους που προσπαθούσαν να αρπάξουν τα λίγα τους υπάρχοντα από τα ίδια τους τα παιδία. Ευτυχώς ο Ουμαγιου δεν φάνηκε να νοιάζεται για την ηλικία της σάρκας που του πρόσφεραν. Αρκεί να είχε πάνω της το Σημάδι του.


Ο ίδιος είχε μάθει καλά να το σχεδιάζει και να λέει τον Σκοτεινό σκοπό του, σαν απόγονος του πρώτου Μάγου είχε την υποχρέωση να το μάθει και το είχε αποτυπώσει πάνω σε αρκετά υποψήφια θύματα του δαίμονα.


Δεν ήξερε αν μπορούσε να φτάσει πέρα από τα σύνορα του χωριού του μέχρι που το δοκίμασε πάνω στην απελπισία του. Εκείνος ο σωματέμπορος που τον είχε ‘βοηθήσει’ να φτάσει εδώ είχε αρχίσει να γίνεται πολύ επικίνδυνος, δεν του έφτανε το ποσοστό που του έδινε, ήθελε συνέχεια κι άλλα. Κι αν δεν τον ικανοποιούσε φρόντιζε να τον γεμίζει χαρακιές που θα του θύμιζαν τα καθήκοντά του.


Τελικά ο Ουμαγιου μπορεί να φτάσει όπου είναι το Σημάδι του κι εκείνος έπαψε να ανέχεται το κάθε τέρας που του δυσκόλευε τη ζωή.



Thaleia Theofilou, Copyright 2010