Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ



Κόντευε να βραδιάσει όταν πάρκαρα το αυτοκίνητο μου έξω απ’ το πατρικό μας σπίτι. Τα γκρίζα σύννεφα που απλώνονταν απ’ το πρωί στον χειμωνιάτικο ουρανό πύκνωσαν, βάρυναν και έφεραν μαζί τους ένα ψυχρό ψιλοβρόχι. Ένα γκρίζο μισόφωτο απλώθηκε παντού, μια μουντάδα που ταίριαζε απόλυτα με την άσχημη ψυχολογική μου διάθεση.


Κρυφοκοίταξα το σπίτι μέσα απ’ το βρεγμένο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Τα παράθυρά του ήταν σκοτεινά και η πρόσοψή του είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια παραμέλησης. Οι γλάστρες που στόλιζαν την είσοδο είχαν μισοξεραθεί και η αυλή του είχε γεμίσει με σαπισμένα φύλλα. Θα ‘λεγε κανείς πως πέθαινε κι αυτό, πως ακολουθούσε απρόθυμα τη μοίρα που είχε σημαδέψει την ιδιοκτήτριά του. Η σκέψη αυτή με θύμωσε. Δεν είχε περάσει ούτε μια βδομάδα από τότε που η μάνα μας είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο και ο αδελφός μου δεν έκανε καν μια στοιχειώδη προσπάθεια να σεβαστεί τη μνήμη της, να ποτίσει έστω τ’ αγαπημένα της λουλούδια ή να σκουπίσει λιγάκι την αυλή. Όπως πάντα, άφηνε τα πάντα στην τύχη τους και περίμενε από μένα να βγάλω το φίδι από την τρύπα. Το ίδιο είχε κάνει και με την κηδεία, με τις αναγκαίες συνεννοήσεις με το γραφείο κηδειών, με τη νεκρώσιμη ακολουθία, με την υποδοχή των οικογενειακών μας φίλων και με οτιδήποτε άλλο. Ο πάντα τεμπέλης και ευθυνόφοβος Θανάσης.


Τον θυμό μου διαδέχτηκε ένα παράξενο μούδιασμα καθώς θυμήθηκα τη στιγμή που το ξύλινο φέρετρο βυθιζόταν αργά μέσα στην κρύα και σκοτεινή γη. Γύρω μας σφούγγιζαν τα μάτια τους γνωστοί και φίλοι ενώ ένας παπάς με μάτια αρπακτικού μόλις είχε σταματήσει να ψέλνει μέσα απ’ τη μύτη του. Το μόνο που μπορούσα να νιώσω καθώς έριχνα την πρώτη χούφτα με χώμα πάνω στην μακρόστενη κάσα ήταν ένα ανυπόφορο συναίσθημα μοναξιάς. Ήμασταν μόνα μας τώρα, εγώ και ο Θανάσης, τα δίδυμα αλλά τόσο ανόμοια αδέλφια.


Ξανακοίταξα το σπίτι, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά καθώς το ψιλοβρόχι που έπεφτε στην οροφή του αυτοκινήτου μου κροτάλιζε απαλά, γεμίζοντας τη σιωπή μ’ ένα διάχυτο ψιθύρισμα. Μια αχνή λάμψη έβγαινε μέσα απ’ το μεγάλο παράθυρο του ισογείου με τις λευκές κουρτίνες. Ο Θανάσης καθόταν στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση.


Βγήκα απ’ το αυτοκίνητο και διέσχισα τη μικρή απόσταση που με χώριζε απ’ το σπίτι με βαριά καρδιά καθώς ήξερα λίγο-πολύ το θέαμα που θ’ αντίκριζα μόλις θα έμπαινα στο εσωτερικό του. Ακαταστασία, σκόνη και θλίψη και το Θανάση απλωμένο στον καναπέ να κοιτάζει με αδιαφορία την αναμμένη τηλεοπτική οθόνη. Αυτός ήταν ο αδελφός μου, ο μοναδικός συγγενής πρώτου βαθμού που μου είχε απομείνει, το αίμα μου.


-«Μπορείς σε παρακαλώ να κλείσεις το φως; Βλέπω καλύτερα έτσι!» Κάτω απ’ τη λάμψη του πολύφωτου που μόλις είχα ανάψει, αντίκρισα ένα μικρό χάος: Πλαστικά ποτήρια, χρησιμοποιημένα μαχαιροπήρουνα και μια μισοφαγωμένη πίτσα πάνω στο λεκιασμένο τραπεζάκι. Τσαλακωμένα ρούχα που είχαν αφεθεί πάνω σε πολυθρόνες και καναπέδες, κουτάκια μπύρας και αναψυκτικών πάνω στο χαλί, συμπλήρωναν την άσχημη εκείνη εικόνα.


-«Πότε ήρθες εδώ;» τον ρώτησα κοιτάζοντας γύρω μου με αποδοκιμασία. Ο Θανάσης γύρισε το κεφάλι του και μου έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα. Του έριξα μια επικριτική ματιά με τη σειρά μου και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι αντίκριζα έναν ξένο, έναν κακό-γερασμένο μεσήλικα με κοιλίτσα και καράφλα, αξύριστο, με σακούλες κάτω απ’ τα μάτια και απεριποίητο μαλλί. Ο θυμός σπινθήρισε για άλλη μια φορά μέσα μου αλλά προσπάθησα να δώσω τόπο στην οργή.


-«Ωχ, δεν θ’ αρχίσεις πάλι να κάνεις τη στριμμένη γεροντοκόρη, έτσι;» μουρμούρισε εκείνος με ύφος βαρύ και ασήκωτο. Το προσβλητικό αυτό σχόλιο με χτύπησε κατάμουτρα, σαν χαστούκι.


-«Να σου πω,» του απάντησα με τον ίδιο τόνο φωνής, «δεν θ’ αρχίσω να κάνω τη γεροντοκόρη αν εσύ σταματήσεις να φέρεσαι σαν το κακομαθημένο κωλόπαιδο που περιμένει απ’ όλους τους άλλους να το φροντίσουν!»


Εγκατέλειψα το σαλόνι κρατώντας το κεφάλι μου ψηλά και μπήκα στην κουζίνα αφήνοντας επίτηδες τα φώτα αναμμένα. Το γεγονός ότι δεν σηκώθηκε για να τα κλείσει μ’ έκανε να θυμώσω ακόμα περισσότερο. Η κουζίνα βρισκόταν στο μεταξύ σε ακόμα χειρότερη κατάσταση απ’ ότι το σαλόνι. Ο νεροχύτης ξεχείλιζε με άπλυτα πιάτα και ποτήρια και το ψυγείο ήταν σχεδόν άδειο. Ένα τοπίο εγκατάλειψης και ακαταστασίας. Αναστέναξα βαθιά και χωρίς να δώσω συνέχεια σε μια έτσι κι αλλιώς άσκοπη αντιπαράθεση, σήκωσα τα μανίκια μου, φόρεσα μια ποδιά και ένα ζευγάρι γάντια κουζίνας, μια και αυτά υπήρχαν ακόμα στο ντουλάπι, και άρχισα να βάζω τάξη στο χάος.


Είναι περίεργο πως το μυαλό του ανθρώπου, όταν απασχολείται με δουλειές ρουτίνας ,μπαίνει στον αυτόματο πιλότο ενώ ένα κομμάτι του μπορεί και χάνεται σ’ έναν ωκεανό αναμνήσεων και σκέψεων. Ήταν η πρώτη φορά που είχα ξαναμπεί στο σπίτι από τότε που είχε πεθάνει η μητέρα μας. Τώρα η μορφή της φώτιζε τις σκέψεις μου σαν φάρος μέσα στο σκοτάδι. Γιατί αυτό ήταν το στοιχείο με το οποίο πάντα ταύτιζα τη μητέρα μου, το φως. Ήταν μια γυναίκα που είχε παραμείνει όμορφη μέχρι τα βαθιά της γεράματα, ψηλή, με κορμοστασιά ολόισια, που θύμιζε λαμπάδα. Το πρόσωπό της ήταν εντυπωσιακό, με αυστηρά αλλά αρμονικά χαρακτηριστικά που τα γλύκαιναν τα πιο όμορφα μάτια που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, μεγάλα τρυφερά και σκούρα. Κάθε φορά που εστιάζονταν επάνω μου ένιωθα να με τυλίγει ένας ωκεανός ανεξάντλητης αγάπης. Ήταν μια δυνατή και στωική γυναίκα με μια έμφυτη αρχοντιά που ενέπνεε τον σεβασμό όπου και να πήγαινε. Πιστεύω μάλιστα ότι αυτές οι αρετές του χαρακτήρα της ήταν που της είχαν δώσει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει στο ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής μας κωμόπολης όταν ο άντρας της, ο πατέρας μας δηλαδή, μη αντέχοντας την ευθύνη της συντήρησης μιας οικογένειας, ξεκίνησε ένα πρωινό για να πάει στη δουλειά του και εξαφανίστηκε για πάντα. Όπως έμαθα πολύ αργότερα, είχε αγοράσει ένα ναύλο για την Αυστραλία χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν.


Εκείνη, μια νιόπαντρη και άπειρη κοπέλα, κατάφερε να μεγαλώσει δύο παιδιά κάνοντας δουλειές του ποδαριού στην αρχή και ανοίγοντας ένα μικρό κατάστημα στη συνέχεια. Δεν είχε λυγίσει ποτέ, δεν τη θυμάμαι ποτέ να έχει αρρωστήσει και ποτέ δεν βγήκε κακή κουβέντα απ’ το στόμα της. Τα βράδια καθόταν στον καναπέ του σαλονιού, εκεί όπου τώρα ξαπλάρωνε ο Θανάσης, και μας κοίταζε χαμογελώντας καθώς εμείς διαβάζαμε τα μαθήματά μας ξαπλωμένοι στο χαλί. Θυμάμαι επίσης ότι δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία της. Ακόμα και όταν ο Θανάσης άρχισε να μην πηγαίνει καλά στο σχολείο, ακόμα και όταν τα παράτησε ξαφνικά και άρχισε να βολοδέρνει από ‘ δω και από ‘κει, εκείνη απλώς αναστέναζε και με συμβούλευε να κάνω υπομονή, μου έλεγε ότι δεν είχε ξεπεράσει ακόμα την απουσία του πατέρα του και ότι μια μέρα θα έβρισκε και αυτός το δρόμο του στη ζωή.


Η σχέση μου με τον αδελφό μου διαβρώθηκε σιγά-σιγά, ύστερα από έναν πακτωλό αλλεπάλληλων απογοητεύσεων. Στην αρχή ήμασταν πολύ αγαπημένοι, έκανα ότι μπορούσα για να τον βοηθάω με τα μαθήματα του και να τον υπερασπίζομαι ενάντια στους κακεντρεχείς συμμαθητές μας που γελούσαν με τις χαμηλές του επιδόσεις. Κάποια στιγμή όμως έφτασε η ώρα που έχοντας μπουχτίσει απ’ τις μάταιες προσπάθειές που έκανε να σταθεί αντάξιος των προσδοκιών μας, στράφηκε εναντίον μου, έπαψε να μου μιλάει και με το πέρασμα του χρόνου γίναμε σχεδόν εχθροί.


Σταμάτησα να πλένω τα πιάτα πλημμυρισμένη από μια θύελλα συναισθημάτων. «Κι όμως,» σκέφτηκα, «μαμά έκανες λάθος τελικά,» «δεν τον βρήκε τελικά το δρόμο του. Έγινε πια σαράντα-πέντε ετών και ακόμα δεν έχει κάνει τίποτα στη ζωή του. Εγώ είμαι αυτή που τον συντηρώ και μάλλον θα κάνω αυτή τη δουλειά μέχρι να πεθάνουμε και οι δυο μας. Ο Θανάσης σκότωσε μια-μία τις ελπίδες που έτρεφες γι’ αυτόν.»


Εγώ τα είχα καταφέρει καλύτερα. Πληρώνοντας ένα βαρύ τίμημα φυσικά. Από πολύ μικρή αποφάσισα να κάνω τη μάνα μου περήφανη για μένα. Αφιερώθηκα λοιπόν με μανία στα διαβάσματα και στις σπουδές μου, πέρασα ατελείωτα βράδια μελετώντας μέχρι τα ξημερώματα, μπήκα με την πρώτη στη Νομική Αθηνών, δεν κόπηκα ποτέ σε κάποιο μάθημα, κάποια στιγμή άνοιξα δικό μου γραφείο και να ‘μαι τώρα, μια ώριμη δικηγόρος, επιτυχημένη και εύπορη, μ’ έναν τεράστιο κύκλο γνωριμιών, αλλά μόνη. Μια αυστηρή και δύστροπή γεροντοκόρη.


Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα μια παράξενη αγωνία, τώρα τελευταία ειδικά, και μου φαινόταν πως η γη έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου. Άλλες φορές πάλι, σε ανύποπτο χρόνο, άκουγα μια παιδική φωνούλα να κλαίει σαν αβοήθητο νήπιο χαμένο στο σκοτάδι. Κάτι φώναζε αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό. Έσφιγγα τα δόντια, αφιερωνόμουν στις δικογραφίες μου και πάλευα ν’ αγνοήσω την παράλογη εκείνη παραίσθηση. Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν μπορούσα με τίποτα να χάσω τον έλεγχο της ζωής μου, ότι ο προβληματικός μου αδελφός με χρειαζόταν και ότι έπρεπε να στηρίζω και τους δυο μας. Έκανα υπομονή λοιπόν, ακριβώς όπως έκανε και η μάνα μας για μια ολόκληρη ζωή.


Κάποια στιγμή τελείωσα με τα πιάτα, καθάρισα το τραπέζι, σκούπισα και το πάτωμα και μετά αποφάσισα να ρίξω και μια ματιά στο μπάνιο. Άναψα το φως, κοίταξα τον εαυτό μου στον λεκιασμένο καθρέφτη και αντίκρισα μια γυναίκα με αγέλαστο πρόσωπο, άψογο χτένισμα και περιποιημένη επιδερμίδα. Στήριξα τα χέρια μου στο νιπτήρα και τα νύχια μου, κομμένα στην εντέλεια και βαμμένα μ’ ένα μοντέρνο σκούρο χρώμα μου φάνηκαν αλλόκοτα ξαφνικά, ξένα, σαν εξωγήινα εξαρτήματα που αντανακλούσαν θαμπά το κιτρινωπό φως του ηλεκτρικού.


«Η μαμά πέθανε.»


Αυτή η σκέψη αναδύθηκε μέσα μου με κρυστάλλινη καθαρότητα, για πρώτη φορά απαλλαγμένη απ’ τους αντιπερισπασμούς των αναρίθμητων υποχρεώσεων και των δουλειών που έπρεπε να διεκπεραιωθούν, ξεκάθαρη σαν ένα πολυεδρικό κομμάτι από πάγο που μ’ έκοβε σαν μαχαίρι. Ο θυμός και η οργή ενάντια στον τεμπέλη και ασεβή αδελφό μου υποχώρησαν ξαφνικά και έμεινα μόνη, αντιμέτωπη με το είδωλό μου που με κοιτούσε παγερά μέσα απ’ τον βρώμικο καθρέφτη του μπάνιου. Βύθισα το βλέμμα μου στις μαύρες λίμνες των ματιών του και εκείνες μου φάνηκαν απύθμενες ξαφνικά, ερεβώδεις, δύο πανομοιότυπα παραθυράκια που οδηγούσαν σ’ ένα παράλληλο σύμπαν που δεν επρόκειτο να φωτιστεί ποτέ απ’ την απαλή φωταύγεια των άστρων.


Εκείνη τη στιγμή έκανα και μια άλλη, ακόμα πιο παράξενη διαπίστωση: Δεν μπορούσα να κλάψω. Αλλά και πάλι αυτό ήταν αρκετά λογικό αφού ποτέ δεν είχα καταφέρει να κλάψω μέχρι τώρα στη ζωή μου.


Εγκατέλειψα το μπάνιο, βγήκα στο διάδρομο και μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου, εκεί όπου την είχαν βρει νεκρή, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, με το πρόσωπό της ήρεμο και ευγενικό και χαραγμένο με κάτι που έμοιαζε με απαλό χαμόγελο. Ο θάνατος της είχε φερθεί καλύτερα από ότι η ζωή, αυτό ήταν το σίγουρο. Την είχε πάρει ανώδυνα και γλυκά, είχε μπει στην κάμαρά της σαν τρυφερός εραστής. Ανακοπή μας είχε πει ο γιατρός που την είχε εξετάσει, πέθανε στον ύπνο της χωρίς να καταλάβει το παραμικρό.


Εκείνο το δωμάτιο ήταν τακτοποιημένο στην εντέλεια, καθαρό και όμορφο, όπως το διατηρούσε εκείνη. Φαίνεται ότι ο αγαπητός μου αδελφός δεν είχε προλάβει ν’ απλώσει την αρίδα του εκεί μέσα. Ένιωσα ένα αυθόρμητο κύμα ευγνωμοσύνης για τις γειτόνισσες που είχαν μπει στον κόπο να το τακτοποιήσουν μετά την αποχώρηση των γιατρών και του ασθενοφόρου που την είχαν πάρει μαζί τους. Αυτό το δωμάτιο ήταν το προσωπικό της ησυχαστήριο, ένας χώρος διακοσμημένος με παλιές φωτογραφίες, με κάποια αγαπημένα της βιβλία απ’ τα παιδικά της χρόνια που γέμιζαν ένα ράφι, με όμορφες δαντελωτές κουρτίνες στα παράθυρα και μ’ ένα ραδιόφωνο-αντίκα. Τη φανταζόμουν εκεί μέσα να διαβάζει ξαπλωμένη με τα γυαλιά της πρεσβυωπίας της, τυλιγμένη απ’ το απαλό φως ενός παλιομοδίτικου αμπαζούρ, ν’ ακούει αφηρημένη τη φλυαρία των ερτζιανών ενώ οι σκέψεις της κλωθογύριζαν γύρω μας. Γιατί ήξερα ότι πάντα μας σκεφτόταν. Είχαμε συνάψει μάλιστα μια συμφωνία οι τρεις μας και κάθε βράδυ στις εννέα, ότι και να κάναμε, σταματάγαμε για πέντε λεπτά και σκεφτόμασταν ο ένας τον άλλο. Ήταν το προσωπικό μας παιχνίδι, μια ακόμα μορφή του ιερού δεσμού που μας έδενε για μια ζωή. Κοίταξα το παλαιικό ρολόι που στεκόταν πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι της και είδα ότι έδειχνε εννέα παρά πέντε. Όμως απόψε εκείνη δεν βρισκόταν εκεί για να μου στείλει τις γλυκές της σκέψης.


Κάθισα στο κρεβάτι και πλησίασα τη μύτη μου στο προσκεφάλι του. Τα ρουθούνια μου αναρίγησαν ξαφνιασμένα καθώς η ευωδιά του γνώριμου αρώματος που πάντα φορούσε, ένα μείγμα από λεβάντα γιασεμί και τριαντάφυλλα, αναδύθηκε μέσα απ’ τα καλοστρωμένα στρωσίδια και γέμισε το δωμάτιο σαν μια γλυκιά και αόρατη καταχνιά. Μου έκανε εντύπωση αυτό το γεγονός, ότι ύστερα από μια ολόκληρη βδομάδα εκείνο το άρωμα εξακολουθούσε να ευωδιάζει με τέτοια ένταση.


Ξάπλωσα στο κρεβάτι και βύθισα το πρόσωπο μου στα πεντακάθαρα στρωσίδια του.


-«Μαμά φοβάμαι,» ψιθύρισα, «μου λείπεις πολύ. Δεν θέλω να ζω μόνη μου.» Και τότε ήταν που μου ήρθε να κλάψω. Να κλάψω πραγματικά. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα κάτι ζεστό και υγρό να φουσκώνει μέσα στο στήθος μου και να πασχίζει να βρει το δρόμο του προς τα πάνω. Πάλεψα με μανία να καταπνίξω τον ωκεανό των δακρύων που απειλούσε να με πνίξει γιατί δεν ήθελα ο Θανάσης να μ’ ακούσει απ’ το σαλόνι και ν’ ανησυχήσει. Σκούπισα λοιπόν τα μάτια μου και έριξα μια ματιά στον πίσω κήπο, μέσα απ’ το βρεγμένο παράθυρο. Το ψιλοβρόχι είχε κοπάσει και ο ουρανός είχε ανοίξει λιγάκι. Το φεγγάρι κρυφό-κοιτούσε τον κόσμο ανάμεσα απ’ τα σύννεφα που κάλπαζαν σαν άλογα στον ουρανό και έντυνε τον κήπο με μια χλωμή ασημένια λάμψη. Ο πίσω κήπος ήταν η αγαπημένη γωνιά όλων μας. Όταν ήταν νιόπαντρη, είχε φυτέψει εκεί μια αμυγδαλιά που είχε θεριέψει με τα χρόνια και είχε απλώσει τα κλαδιά της τόσο πολύ που τον σκέπαζε ολόκληρο.


-«Είναι παιδί μου και αυτή,» μας έλεγε κάθε φορά που καθόμασταν κάτω απ’ τα κλωνάρια της, «τη φύτεψα την ημέρα που έμαθα ότι μεγαλώνατε μέσα μου. Έχετε και οι τρεις την ίδια ηλικία!»


Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια πολύ έντονη παρόρμηση ν’ αναζητήσω παρηγοριά μέσα στις γνώριμες σκιές του. Οτιδήποτε ήταν καλύτερο από το σπίτι που το ένιωθα να γίνεται όλο και πιο ασφυκτικό και πνιγηρό με το κάθε λεπτό που περνούσε.


Έκανε ψύχρα και μια διάχυτη υγρασία απλώθηκε γύρω μου μόλις βγήκα απ’ την πίσω πόρτα του σπιτιού. Περπάτησα πάνω στο νοτισμένο χορτάρι και άγγιξα τον κορμό της αμυγδαλιάς με τις άκρες των δαχτύλων μου. Τα κλαδιά της έσταζαν απ’ τη βροχή και οι σταγόνες που έπεφταν στο κεφάλι και στους ώμους μου έμοιαζαν με χλιαρά δάκρυα. Κι όμως ο οξύς πόνος που με είχε κατακλύσει μέσα στην κάμαρά υποχώρησε ξαφνικά, νικημένος απ’ την ειρηνική ομορφιά που με κύκλωσε από παντού. Κοίταξα τον ασημένιο δίσκο της σελήνης που φεγγοβολούσε ανάμεσα απ’ τα γυμνά κλωνάρια και μια ακόμα πολύτιμη ανάμνηση αναδύθηκε στο μνημονικό μου: Ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο που είχε βρέξει, καλή ώρα όπως και τώρα. Ο ήλιος έλαμπε σαν χρυσαφένιο νόμισμα στον φρεσκοπλυμένο ουρανό που απλωνόταν καταγάλανος και λαμπερός ανάμεσα απ’ τ’ ανθισμένα κλαδιά της αμυγδαλιάς μας και εμείς στεκόμασταν όρθιοι, εγώ η μαμά και ο Θανάσης, γύρω από μια τριανταφυλλιά. Ήμασταν έξι ετών. Εκείνη μας έδειχνε πώς να φροντίζουμε το όμορφο εκείνο φυτό, πως να κόβουμε τα λουλούδια του χωρίς να το τραυματίζουμε περισσότερο απ’ ότι ήταν αναγκαίο. Εκείνη τη στιγμή, καθώς κοίταζα με δέος τα ολόδροσα πέταλα που έμοιαζαν με τις πτυχές κάποιου βελούδινου φορέματος, είδα μια πεταλούδα. Ξεμύτισε μέσα απ’ τις πορφυρές εκείνες πτυχώσεις σαν ένα λεπτεπίλεπτο κομψοτέχνημα που άστραφτε πολύχρωμο. Τα διάφανα φτερά της έτρεμαν και γυάλιζαν στον ήλιο. Τ΄ ανοιγόκλεισε δυο και τρεις φορές, κούνησε τις κεραίες της και μετά πετάρισε γύρω μας σαν να μας αποχαιρετούσε, προτού απομακρυνθεί για πάντα, βγάζοντας ένα απαλό θρόισμα που θύμιζε μεταξωτή κουρτίνα που κυματίζει στον άνεμο. Η μητέρα μας χαμογέλασε. Ένα μικρό δίχτυ από λεπτές ρυτίδες χαράχτηκε γύρω απ’ τα γλυκά της μάτια:


-«Είδατε; Την τρομάξαμε την κακομοίρα!»


Εκείνη τη στιγμή τα δάκρυα φούσκωσαν για μια ακόμα φορά μέσα στο στήθος μου. Άκουσα μέσα απ’ το σπίτι τον μονότονο βόμβο της τηλεόρασης. Ο Θανάσης είχε ξανακλείσει το φως και παρακολουθούσε κάποιο ηλίθιο πρόγραμμα το δίχως άλλο.


-«Μαμά, τι να κάνω;» ψιθύρισα μέσα στο υγρό σκοτάδι, «έτσι θα είναι η ζωή μου από’ δω και εμπρός; Θα φροντίζω μόνη και έρημη έναν αδελφό που δεν του κόβεται καρφί για το παραμικρό;» Έκλεισα τα μάτια μου με την εντελώς παράλογη ελπίδα ότι με κάποιο τρόπο ίσως θα μου ερχόταν κάποιου είδους απάντησης.


Ένιωσα μια παράξενη αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Ένα απαλό αεράκι γέμισε τον κήπο, έκανε μια βόλτα γύρω απ’ την γυμνή αμυγδαλιά και άγγιξε το πρόσωπό μου σαν στοργικό χάδι. Τα κλαδιά του δέντρου έτριξαν και η νυχτερινή ατμόσφαιρα πλημμύρισε από ένα γνώριμο άρωμα. Το δικό της άρωμα. Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από μια μάζα από σύννεφα. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου και κοίταξα τρομαγμένη το σκοτάδι… Μετά, καθώς το άρωμα της μητέρας μου γινόταν όλο και πιο δυνατό, άκουσα τη φωνή της, απαλή και γλυκιά σαν το θρόισμα μιας μυρωμένης αύρας που ταξιδεύει πάνω από κάποιον ανθόσπαρτο αγρό, να ψιθυρίζει μέσα στ’ αυτί μου:


Πρέπει να προσέχεις τον αδελφό σου. Σε χρειάζεται


Ένας λυγμός δραπέτευσε απ’ το στήθος μου, μια πνιχτή κραυγή έκπληξης και φόβου. Το αεράκι έσβησε και μαζί του αποχώρησε και η ευλογημένη εκείνη ευωδιά. Μου φάνηκε πως κάτι πέρασε περπατώντας από δίπλα μου και μπήκε στο σπίτι. Στηρίχτηκα στον κορμό του δέντρου καθώς ένιωσα τα πόδια μου να λυγίζουν. Ίσως και να είχα τρελαθεί. Εδώ που τα λέμε, καιρός ήταν.


Άκουσα την πίσω πόρτα του σπιτιού ν’ ανοίγει και μέσα στο χλωμό φως του φεγγαριού που ξανά-φώτισε τη νύχτα, είδα τη σιλουέτα του αδελφού μου να βγαίνει παραπατώντας στον κήπο. Μέσα απ’ το άνοιγμα της μισάνοιχτης πόρτας διέκρινα και την οθόνη της τηλεόρασης να τρεμοπαίζει αδιάφορα μέσα στο σκοτάδι. Όταν με πλησίασε πρόσεξα ότι το πρόσωπό του ήταν ιδρωμένο και αλλοιωμένο από μια έκφραση ατόφιου τρόμου. Άπλωσα τα χέρια μου προς το μέρος του και εκείνος έπεσε στην αγκαλιά μου σαν βαρίδι.


-«Τι έπαθες καλέ μου; Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα όπως τότε που ήμασταν μικροί και τον έβλεπα στεναχωρημένο κάθε φορά που μας ερχόταν οι βαθμοί του σχολείου και εκείνος δεν τα είχε πάει καλά ή τον είχαν προσβάλει οι άκαρδοι συμμαθητές μας.


Αυτός κούρνιασε στην αγκαλιά μου και καθώς γονατίζαμε και οι δυο πάνω στο χορτάρι, μουρμούρισε τα εξής:


-«Έγινε κάτι πολύ τρομαχτικό, μόλις τώρα! Καθόμουν και έβλεπα τηλεόραση και ξαφνικά μύρισα το άρωμα της μαμάς, ξέρεις, αυτό που έβαζε κάθε μέρα. Ένιωσα κάτι σαν αεράκι και μετά την άκουσα να μου ψιθυρίζει κάτι:


-«Τι σου είπε;» τον ρώτησα αναρριγώντας άθελά μου, πλημμυρισμένη από ένα υπερφυσικό δέος:


-«Πρέπει να προσέχεις την αδελφή σου. Σε χρειάζεται.»




Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Ντένεμπ


1


Ο δείκτης καυσίμων του ηχοπλάνου μου πλησίασε στο μηδέν καθώς οι μπαταρίες σύντηξης που τροφοδοτούσαν τους παλμό-κινητήρες του κόντευαν ν’ αδειάσουν. Σύμφωνα με τις ολογραφικές ενδείξεις που προβάλλονταν στο κυρτό γυαλί του κράνους που φορούσα, μου είχαν απομείνει το πολύ τριάντα πέντε λεπτά της ώρας για να επιστρέψω στην Αποικία. Στην αντίθετη περίπτωση θα ‘πρεπε να επιχειρήσω αναγκαστική προσγείωση στην έρημο. Το σαγόνι μου σφίχτηκε σ’ αυτή τη σκέψη. Κάτι τέτοιο είχε συμβεί και στην Αριάδνη. Κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης πτήσης στο δυτικό τεταρτημόριο του πλανήτη είχε εισχωρήσει στο επίκεντρο κάποιας ηλεκτρικής καταιγίδας που ο μετεωρολογικός σταθμός της Αποικίας δεν είχε καταφέρει να προβλέψει. Ο εγκέφαλος του αεροσκάφους της επηρεάστηκε απ’ τα φορτία της ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας και την τροφοδότησε με ανακριβείς ενδείξεις μ’ αποτέλεσμα εκείνη ν’ ακολουθήσει εντελώς λανθασμένη πορεία και να συντριφτεί σ’ ένα αχανές οροπέδιο. Έμεινε μόνη εκεί πέρα για τρεις μέρες και νύχτες, κλεισμένη στο στενάχωρο πιλοτήριο της. Όταν την εντοπίσαμε ήταν ζωντανή ακόμα και υγιής αλλά μέσα της κάτι είχε αλλάξει για πάντα. Είχε γίνει απόμακρη και αφηρημένη. Θα ‘λεγε κανείς πως η οπτική γωνία μέσα απ’ την οποία έβλεπε τον κόσμο είχε αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα. Ένιωθα πως δεν αποτελούσα πια το επίκεντρο της ζωής της.
Οι κοκκινόχρωμοι αμμόλοφοι έγειραν και κλυδωνίστηκαν απότομα καθώς το ηχοπλάνο μου άλλαζε πορεία. Ολοκλήρωσα ένα τελευταίο πέρασμα πάνω απ’ τον τεράστιο σκελετό του «Προμηθέα» που έμοιαζε με απογυμνωμένο βουνό από καψαλισμένο μέταλλο και ύστερα έβαλα πλώρη για την Περίμετρο. Η Περίμετρος ήταν ένα κάθετο τείχος από υαλοποιημένο γρανίτη που κατασκεύασε η πρώτη γενιά των επιζώντων. Περιέβαλλε την Αποικία σαν πελώριο δαχτυλίδι και την προστάτευε απ’ τον ωκεανό της άμμου που καλύπτει την επιφάνεια του Ντένεμπ.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο πελώριος ήλιος που πυράκτωνε τον εξωγήινο ουρανό άγγιξε την κυματιστή γραμμή του ορίζοντα. Μέσα απ’ το προστατευτικό γυαλί του κράνους έμοιαζε με ολοστρόγγυλη μάζα από φλογισμένα κάρβουνα που εξακόντιζε περίλαμπρα σιντριβάνια πυρακτωμένων αερίων. Μια ακόμα ημέρα πλησίαζε στο τέλος της. Η έρημος απέκτησε μια πορφυρή απόχρωση και ο αέρας άρχισε να ψύχεται. Το απαλό αεράκι που φυσούσε απ’ το πρωί δυνάμωσε και μετατράπηκε σ’ έναν οργισμένο ανεμοστρόβιλο ενώ διάφανα πέπλα σκόνης άρχισαν να διατρέχουν τη ράχη των αναρίθμητων αμμόλοφων σαν φασματικά αντίγραφα πανάρχαιων κυμάτων. Το ηχοπλάνο αναρίγησε αλλά οι γυροσκοπικοί μηχανισμοί του προσαρμόστηκαν ακαριαία στις αυξανόμενες πιέσεις της μετακινούμενης ατμόσφαιρας. Μετά, καθώς οι πρώτες σκιές του δειλινού μεταμόρφωναν την έρημο σ’ ένα μαυροκόκκινο πανόραμα κυματιστών φωτοσκιάσεων, αντίκρισα την Αποικία. Αναδύθηκε μπροστά μου σαν απατηλός αντικατοπτρισμός από μέταλλο και φως, ένας ελικοειδής λαβύρινθος από αστραφτερούς πύργους και σφαιρικά κτίρια που αντανακλούσαν τη λάμψη του δύοντος ηλίου σκεπασμένοι από έναν ημισφαιρικό θόλο από άθραυστο γυαλί.
Η Αριάδνη καθόταν στις τετραγωνισμένες επάλξεις του πανύψηλου τείχους μόνη και εντελώς ακίνητη, σαν Αιγυπτιακή Σφίγγα που αναπολεί το παρελθόν. Της έριξα μια προσεκτική ματιά μέσα απ’ τον πτυσσόμενο τηλεφακό του ηχοπλάνου και την είδα ν’ ατενίζει την έρημο κουλουριασμένη πάνω στις φτέρνες της, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω απ’ τα γόνατά και το πηγούνι της ακουμπισμένο επάνω τους. Έμοιαζε σκεφτική και πολύ ευάλωτη, μια ασήμαντη κουκκίδα πάνω στην επίπεδη επιφάνεια της έπαλξης που απλωνόταν γύρω της σαν πελώρια πλάκα από καπνισμένο κρύσταλλο. Ο ήλιος έσερνε μια τεράστια σκιά πίσω απ’ την πλάτη της και ο άνεμος της ερήμου τη βομβάρδιζε με μικροσκοπικούς κόκκους σκόνης που αναπηδούσαν ακίνδυνα πάνω στη στολή και το αεροστεγές της κράνος. Ένιωσα τη φλόγα του πάθους που είχε ενώσει τη ζωές μας ν’ αναδεύεται μέσα μου για μια ακόμα φορά. Έσφιξα τα χειριστήρια του ηχοπλάνου και το υπάκουο μηχάνημα έχασε ύψος, αιωρήθηκε λίγα μέτρα πάνω απ’ την επιφάνεια της έπαλξης, άπλωσε τ’ αρθρωτά του πόδια και προσγειώθηκε μ’ ένα απαλό κλυδωνισμό πίσω απ’ την πλάτη της μικρής μου αγαπημένης. Εκείνη, αν και ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι είχε ακούσει τον κροταλιστό ήχο των ηχοκινητήρων του, συνέχισε να κοιτάζει την έρημο αμίλητη και ακίνητη, σαν ένα πανέμορφο έργο τέχνης από δέρμα κόκαλα και σάρκα. Έμοιαζε εντελώς γοητευμένη απ’ την αμμουδερή απεραντοσύνη που ξεδιπλωνόταν κάτω απ’ τον ουρανό ο οποίος αποκτούσε όλο και περισσότερο την βαθύχρωμη απόχρωση ενός καλογυαλισμένου αμέθυστου. Η καλύπτρα του ηχοπλάνου μου άνοιξε, κατέβηκα απ’ το κάθισμα μου και την πλησίασα διακριτικά. Στη συνέχεια στάθηκα ακίνητος πίσω απ’ την κουλουριασμένη της πλάτη. Έκανα ν’ απλώσω το χέρι μου και να χαϊδέψω τους λεπτούς της ώμους, αλλά η φωνή της, λεπτή και καθάρια σαν κρυστάλλινο σήμαντρο, κατάφερε να με συγκρατήσει:

-«Καλησπέρα Θησέα! Θα πρέπει να νιώθεις πολύ κουρασμένος ύστερα από μια ολόκληρη μέρα καβάλα στο ηχοπλάνο σου.»
Η φωνή της μου φάνηκε παράξενη. Κάπως ψυχρή και αποστασιοποιημένη, εντελώς απογυμνωμένη απ’ τη ζεστασιά και την τρυφερότητα που τη χρωμάτιζε κάθε φορά που μου μιλούσε.
-«Δεν πειράζει, είναι μια εμπειρία που πάντα αξίζει τον κόπο,» της απάντησα ανέμελα δήθεν, καθώς καθόμουν δίπλα της, απέναντι απ’ το φαντασμαγορικό δειλινό που ξεδίπλωνε τα χρώματά του μπροστά μας.
Ανήκαμε στη συντεχνία των Ιχνηλατών. Είχαμε πρωτογνωριστεί κατά τη διάρκεια μιας πολύωρης εκπαιδευτικής άσκησης πάνω απ’ τα πετρώδη υψίπεδα του Νότιου Πόλου του Ντένεμπ που πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια καλύπτονταν από κολοσσιαίους παγετώνες. Η Αριάδνη μόλις ολοκλήρωνε τη βασική της εκπαίδευση ενώ εγώ είχα ήδη συμπληρώσει είκοσι χρόνια πτήσεων πάνω απ’ την έρημο. Παρά το χάσμα που μας χώριζε, τόσο στην ηλικία όσο και στον τομέα της πείρας και της κοινωνικής καταξίωσης, νιώσαμε μια αμοιβαία έλξη που ήταν σχεδόν ακαριαία, κάτι σαν ασυγκράτητη χημική αντίδραση. Η διαπίστωση ότι παρά τις διαφορές μας ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο γεννήθηκε αργότερα, ύστερα από πολλές μέρες και νύχτες που πέρασαν μέσα σε μια γλυκιά παραζάλη που όμοια της δεν είχα ξανανιώσει. Πριν από τη μοιραία εκείνη στιγμή, προτού το βλέμμα μου βυθιστεί για πρώτη φορά στα πράσινα μάτια της Αριάδνης, η έρημος ήταν η μια και μοναδική μου αγάπη. Οι πολύωρες περιπολίες μου πάνω απ’ τις κοκκινόχρωμες αμμοθίνες της με γέμιζαν με συναισθήματα εκστατικού ενθουσιασμού ενώ οι ανοιχτοί ορίζοντες με τους κυματιστούς λοφίσκους και η βαθιά σιωπή που απλωνόταν ανάμεσά τους, άχρονη και αμόλυντη απ’ την οχλοβοή των ανθρώπινων φωνών και των μηχανών που γέμιζαν την καθημερινότητα της Αποικίας, έκαναν την ψυχή μου να ξυπνάει σαν ηλιακή γεννήτρια κάτω απ’ τον ήλιο. Τις νύχτες, όταν ο ουρανός πλημμύριζε απ’ τη διάχυτη χρυσόσκονη των άστρων και οι αμέτρητοι αμμόλοφοι φωσφόριζαν απαλά, η έρημος έμοιαζε να χαμογελάει βυθισμένη στα μυστικά της όνειρα και εγώ ένιωθα ότι ήμουν δικό της παιδί, ο παντοτινός της σύντροφός μέσα στην άβυσσο του χρόνου. Άλλες φορές πάλι την έβλεπα ν’ αστραποβολεί σαν ασημένια καθώς αναρίθμητοι κεραυνοί έλαμπαν κατά μήκος του ορίζοντα και τα πέπλα ρόδινα ενός πελώριου Aurora Borealis ξεδιπλώνονταν σ’ ολόκληρο τον ουρανό, απ’ το ζενίθ ως το ναδίρ.

Η Αριάδνη γύρισε και με κοίταξε. Το πρόσωπό της, μισοκρυμμένο απ’ το σκούρο γυαλί του κράνους της, δεν μου έδωσε τη δυνατότητα να διαβάσω την έκφραση των όμορφων ματιών της.
-«Σ’ αρέσει ακόμα εκεί έξω;» με ρώτησε. Αυτή τη φορά η φωνή της ακούστηκε κάπως ανήσυχη, ίσως και φοβισμένη.
-«Ναι,» της απάντησα. «Με γοητεύουν η γαλήνη και η σιωπή που βασιλεύουν πέρα απ’ την Περίμετρο. Αν και από τότε που κόντεψα να σε χάσω, δεν τις αγαπώ το ίδιο!» Στο άκουσμα αυτών των λέξεων ένας μορφασμός καμπύλωσε τα χείλη της. Ήταν μια παράδοξη γκριμάτσα που αποτελούταν από ένα μείγμα αμηχανίας και τρυφερότητας.
-«Κατάφερες να θυμηθείς τίποτα;»
Εκείνη ένευσε αρνητικά.
-«Δεν θυμάμαι το παραμικρό,» ψιθύρισε, πιο πολύ στον εαυτό της παρά σε μένα, «τρεις μέρες και νύχτες χάθηκαν για πάντα απ’ το μνημονικό μου.»
Την τύλιξα με τα μπράτσα μου και εκείνη αναρίγησε στο άγγιγμά τους, παγιδευμένη στην προσωπική της αγωνία.
-«Κάποια στιγμή θα θυμηθείς τα πάντα,» της ψιθύρισα πλησιάζοντας το στόμα μου στ’ αυτί της, «χρειάζεσαι λίγο χρόνο ακόμα για να συνέλθεις, αυτό είναι όλο. Το μυαλό σου θα ξεκλειδώσει τις αναμνήσεις που σου λείπουν όταν θα είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει.»
-«Υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα εκεί έξω απ’ ότι νομίζουμε,» μου απάντησε εκείνη ενώ μια πινελιά δέους χρωμάτιζε τώρα τη φωνή της, «από τότε που ξύπνησα στο νοσοκομείο, αυτή η σκέψη δεν λέει να μ’ αφήσει ήσυχη! Νιώθω ότι κάτι μου συνέβη εκεί πέρα, ότι ήρθα σ’ επαφή με κάτι έλλογο που μας παρακολουθεί και περιμένει!»
Στο άκουσμα αυτών των λέξεων αναδεύτηκε μέσα μου ένας παράξενος φόβος. Μου φάνηκε ξαφνικά ότι αντίκριζα μια ξένη, ένα εξωγήινο πλάσμα που είχε πάρει τη μορφή της γυναίκας που αγαπούσα και που με κοίταζε ανέκφραστο πίσω απ’ τα χοντρά μαύρα γυαλιά της.
Σηκώθηκα όρθιος, αρκετά βιαστικά και αδέξια οφείλω να ομολογήσω, καθώς δεν ήθελα να καταλάβει το πώς ακριβώς με είχε κάνει να νιώσω.
-«Θα τα πούμε αργότερα, στο διαμέρισμα. Θα είσαι εντάξει εδώ πέρα, μόνη σου;» τη ρώτησα προσπαθώντας να επιβάλλω έναν ανέμελο τόνο στη φωνή μου.
Εκείνη μου έκανε ένα καταφατικό νεύμα και στη συνέχεια ξανάρχισε ν’ αγναντεύει την έρημο. Καθώς έμπαινα στο ηχοπλάνο για δεύτερη φορά , της έριξα μια τελευταία ματιά πάνω απ’ τον ώμο μου.
Μου φάνηκε πολύ εκτεθειμένη έτσι όπως καθόταν μονάχη πάνω στην επίπεδη έπαλξη, μόνη και ευπαθής, σαν ένα λουλούδι που φύτρωνε ξεχασμένο σ’ ένα αφιλόξενο οροπέδιο. Οι ασταμάτητες ριπές του ανέμου την τύλιγαν μ’ έναν αόρατο μανδύα που έκανε το ύφασμα της στολής της ν’ αναδεύεται και για μια στιγμή ένιωσα σίγουρος ότι προσπαθούσαν να την πάρουν μαζί τους, στην καρδιά της ερήμου που περικύκλωνε την Αποικία.


2


Με ξύπνησε μια πολύ παράξενη αίσθηση, η βεβαιότητα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Άνοιξα τα μάτια μου και ανακάλυψα ότι είχα μείνει μόνος. Η Αριάδνη δεν κοιμόταν στο πλευρό μου. Η γλυκιά αίσθηση του σώματός της και το ρυθμικό θρόισμα της απαλής της αναπνοής είχαν εξαφανιστεί. Ανασηκώθηκα, στηρίχτηκα στο δεξί μου χέρι και έριξα μια ερευνητική ματιά ολόγυρα. Το υπνοδωμάτιο με τα οβάλ παράθυρα ήταν άδειο και σιωπηλό. Τα κτίρια που υψώνονταν στην απέναντι πλευρά του πεζόδρομου που περνούσε μπροστά απ’ το συγκρότημα των οικιστικών μονάδων που στέγαζε το διαμέρισμά μας, ψαλίδιζαν τον νυχτερινό ουρανό σαν πανομοιότυποι κώνοι από γυαλί και ατσάλι. Έμοιαζαν με αρκτικά παγόβουνα καθώς λαμπύριζαν αμυδρά, στεφανωμένα απ’ τη λάμψη των φωτιστικών σωμάτων που άστραφταν μέσα απ’ τα κυρτά τους παράθυρα. Το δωμάτιο πλημμύριζε από μια αδύναμη φωταύγεια που ήταν πολύ αχνή για να ζωγραφίζει σκιές.
Σηκώθηκα όρθιος και κοίταξα με απορία το άδειο κρεβάτι, τα τσαλακωμένα σεντόνια και τα μαξιλάρια που είχαν παραμορφωθεί απ’ το βάρος των κεφαλιών μας, του δικού μου και της Αριάδνης. Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα ανεπαίσθητο θρόισμα που έμοιαζε με συνδυασμό αχνού αναστεναγμού και πνιχτής κραυγής. Ερχόταν απ’ το χώρο του καθιστικού και ένιωσα εντελώς σίγουρος ότι είχε βγει απ’ το δικό της στόμα. Αναπήδησα σαν να με είχε τσιμπήσει σκορπιός και μετά η πόρτα που το χώριζε απ’ το υπόλοιπο διαμέρισμα αποσύρθηκε διακριτικά μέσα στον τοίχο. Απέμεινα ακίνητος, σαν απολιθωμένος. Οι τρίχες της κεφαλής μου σηκώθηκαν όρθιες και το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου:
Η Αριάδνη, ντυμένη ακόμα με τις λευκές πιτζάμες της από ανακυκλωμένο πολυεστέρα, στεκόταν όρθια καταμεσής του καθιστικού με τα χέρια τεντωμένα ψηλά προς το ταβάνι. Το κεφάλι της έγερνε προς τα πίσω και το στόμα της έχασκε μισάνοιχτο. Έμοιαζε με αρχαία ιέρεια που είχε ακινητοποιηθεί στην προσπάθειά της να καλέσει κάποια αρχέγονη θεότητα. Το πρόσωπό της διαγραφόταν εντελώς ήρεμο μέσα στο διάχυτο μούχρωμα της νύχτας, τα βλέφαρά της ήταν κλειστά ενώ τα μαλλιά της κυμάτιζαν σαν μια μάζα από τεμαχισμένα φύκια. Το βλέμμα μου κινήθηκε προς το σημείο όπου τα γυμνά πέλματά των ποδιών της έπρεπε να πατάνε πάνω στη μοκέτα που κάλυπτε το δάπεδο και ανακάλυψα ότι η Αριάδνη πετούσε, ότι αιωρούταν ακίνητη στον αέρα, σαν μια χορεύτρια που είχε φωτογραφηθεί τη στιγμή που εκτελούσε κάποια δύσκολη φιγούρα. Μια αλλόκοτη ενέργεια γέμιζε το σιωπηλό δωμάτιο, μια εντύπωση αβάσταχτης δύναμης που έμοιαζε με πανίσχυρο ηλεκτρικό πεδίο. Έκανα μια κίνηση να την αγγίξω και να την απαγκιστρώσω απ’ την αλλόκοτη έκσταση που την είχε κυριεύσει αλλά μόλις ολοκλήρωσα το πρώτο βήμα, ένα σύννεφο από οικιακά μικροαντικείμενα, από ποτήρια, πιάτα, ακουστικά και μνημονικά τσιπ, ανυψώθηκαν απ’ τα ράφια των επίπλων που γέμιζαν το καθιστικό και σε χρόνο μικρότερο απ’ αυτόν που μου χρειάστηκε για ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου, άρχισαν να στριφογυρίζουν ορμητικά, λες και παρασύρονταν απ’ τις έλικες κάποιας πελώριας δίνης. Αλλά μέσα σ’ αυτό το κινούμενο χάος, στο ακριβές του επίκεντρο, η Αριάδνη εξακολουθούσε να επιπλέει στο κενό ενώ τώρα αναστέναζε βαθιά λες και έβλεπε κάποιο εκστατικό όνειρο. Τα χέρια της έκαναν απαλές κινήσεις σαν να κολυμπούσε ανάμεσα στα ρεύματα κάποιας αιθερικής θάλασσας. Έκανα ένα δεύτερο βήμα προς το μέρος της και τα δεκάδες αντικείμενα άρχισαν να πέφτουν πάνω στο πρόσωπό και στα χέρια μου σαν μικροί μετεωρίτες. Κάλυψα το κεφάλι μου με τα δυο μου χέρια και μέσα απ’ τα μισόκλειστα μάτια μου είδα την Αριάδνη να σωριάζεται καταγής, σαν μαριονέτα που κάποιος της είχε κόψει τα νήματα που την κρατούσαν όρθια. Το σύννεφο των αντικειμένων γκρεμίστηκε γύρω της την ίδια ακριβώς στιγμή ενώ μια βαθιά σιωπή απλωνόταν για δεύτερη φορά στο αναστατωμένο καθιστικό. Γονάτισα δίπλα της και την έσφιξα στην αγκαλιά μου αλλά εκείνη, όσες φορές και αν την ταρακούνησα, παρέμεινε ακίνητη, σαν πεθαμένη, βυθισμένη μέσα σε κάτι που έμοιαζε με βαθιά νάρκη. Μετά τυφλώθηκα από ένα πανίσχυρο φως. Μια τρομερή έκλαμψη κατέκλυσε τ’ οπτικό μου πεδίο, κάτι που έμοιαζε με την κατάλευκη φλόγα κάποιας πυρηνικής έκρηξης. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου που είχαν δακρύσει και αντίκρισα τους προβολείς ενός ογκώδους ηχοπλάνου. Σύμφωνα με τα διακριτικά που κάλυπταν τα πλευρά του ανήκε στη συντεχνία των Νομοτηρητών. Πετούσε έξω απ’ τα παράθυρα του διαμερίσματός μας σαν πελώριο αρπακτικό. Άκουσα μια πόρτα να σπάει σε κομμάτια και μετά το καθιστικό γέμισε με ανθρώπους που φορούσαν λευκές στολές και αντί-μικροβιακές μάσκες. Μαζεύτηκαν γύρω μας σαν επιθετικά φαντάσματα και άπλωσαν τα γαντοφορεμένα χέρια τους πάνω στην Αριάδνη. Άρχισα να τους χτυπάω και να τους βρίζω αλλά προτού προλάβω να κάνω κάτι περισσότερο, κάποιος κάρφωσε στην πλάτη μου τη βελόνα μιας αναισθητικής ένεσης. Ένιωσα ένα στιγμιαίο κάψιμο και ένα παραλυτικό μούδιασμα. Οι προβολείς του ηχοπλάνου έχασαν τη λάμψη τους και οι βιαστικές και ψύχραιμες ομιλίες των ανθρώπων που μας είχαν περικυκλώσει μεταμορφώθηκαν σε απόμακρα και συγκεχυμένα βουητά. Ύστερα κατέρρευσα προς τα πίσω, πάνω σ’ ένα δίχτυ από γαντοφορεμένα χέρια που ανέκοψαν την πτώση μου και μετά τα πάντα βυθίστηκαν στο σκοτάδι.


3



-«Υποθέτω ότι θέλετε να μου κάνετε πάρα πολλές ερωτήσεις». Το ρυτιδωμένο πρόσωπο του Νομοτηρητή ήταν ευγενικό και καλοσυνάτο ενώ τα μάτια του με κοιτούσαν ήρεμα και σοφά, πλημμυρισμένα από μια έκφραση πατρικής τρυφερότητας. –«Φαντάζομαι ότι δεν σας εκπλήσσει και πολύ αυτό!» Η πικρόχολη ειρωνεία που αλλοίωνε τη φωνή μου δεν φάνηκε να τον ενοχλεί. –«Είμαι εξουσιοδοτημένος ν’ απαντήσω με ειλικρίνεια σε όλα τα ερωτήματα σας» μου απάντησε χωρίς ν’ αλλάξει το φιλικό του ύφος. Βρισκόμασταν σ’ ένα μακρόστενο γραφείο που στεγαζόταν σε κάποιον απ’ τους ψηλότερους ορόφους του κτιρίου της συντεχνίας των Νομοτηρητών. Ο ένας τοίχος του ήταν κατασκευασμένος από κάποιο διάφανο υλικό που έμοιαζε με γυαλί με αποτέλεσμα ν’ απλώνεται μπροστά μας μια πανοραμική άποψη των ηλιακών γεννητριών που κάλυπταν τις στέγες της πόλης. Πιο μακριά, πίσω απ’ το κυρτό τοίχωμα του θόλου που κάλυπτε την Αποικία, ξεδιπλωνόταν η έρημος, επίπεδη και αχανής, σαν σκονισμένο χαλί που είχε αποκτήσει τη χλωμή απόχρωση της ώχρας. –«Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι έπαθε η Αριάδνη;» Είχαν ήδη περάσει πέντε ανυπόφορες μέρες και νύχτες από τότε που η λιπόθυμη σύντροφός μου είχε αρπαχθεί μέσα απ’ τα χέρια μου και κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να μ’ ενημερώσει για το παραμικρό. Αντ’ αυτού είχα υποστεί ατελείωτες ώρες ερωταποκρίσεων όπου μια ομάδα «ειδικών» μου έκαναν ξανά και ξανά τις ίδιες ερωτήσεις ενώ εγώ τους έδινα ξανά και ξανά τις ίδιες ακριβώς απαντήσεις, καθηλωμένος στο άβολο κάθισμα ενός ανακριτικού θαλάμου. Τα νεύρα μου είχαν γίνει κουρέλια και ένιωθα έτοιμος να διαπράξω το απεχθές έγκλημα της ανθρωποκτονίας.
Ο ηλικιωμένος Νομοτηρητής με κοίταξε χωρίς να μου απαντήσει. Καθόμασταν στις απέναντι άκρες του μακρόστενου γραφείου του που καταλάμβανε το κέντρο του δωματίου με το διάφανο τοίχο και το φως της ημέρας έπεφτε άπλετο πάνω μας καταργώντας τις σκιές.
-«Η απάντηση που έχω να σας δώσω είναι πολύ απλή» μου είπε τελικά, «δεν έχουμε ιδέα!» Άφησα αυτές τις λέξεις να βυθιστούν μέσα στο μυαλό μου χωρίς να προσπαθήσω να τις επεξεργαστώ. Το αντίθετο θα είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσω σ’ ένα τυφλό παραλήρημα οργής. Φαινόντουσαν τόσο εξωπραγματικά όλα αυτά, τόσο απίστευτα παράξενα!
-«Σύμφωνα με την έκθεση που μας έστειλε η ιατρική ομάδα που παρακολουθεί την Αριάδνη, έχει υποστεί κάποιας μορφής εγκεφαλικού σοκ. Οι αναλύσεις αίματος και η μοριακή σάρωση του γενετικού της κώδικα δεν έδειξαν την παρουσία κάποιου εξωγήινου ιού στον οργανισμό της ενώ όλες οι ζωτικές της ενδείξεις κυμαίνονται στα όρια του φυσιολογικού. Η ανάλυση των εγκεφαλικών κυμάτων της σχηματίζει την εικόνα ενός ανθρώπου που κοιμάται βαθιά. Βέβαια, το τι όνειρα βλέπει, είναι κάτι για το οποίο μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε!» Τον κοίταξα καλά-καλά χωρίς να καταλαβαίνω. Αυτό ήταν όλο; Ο Νομοτηρητής, λες και μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις που περνούσαν απ’ το μυαλό μου, πρόσθεσε με τον ίδιο τόνο της στοργικής αταραξίας που είχε χρησιμοποιήσει και προηγουμένως:
-«Τα τηλεκινητικά φαινόμενα που μας περιγράψατε με εντυπωσιακή ομολογουμένως γλαφυρότητα δεν επαναλήφθηκαν έκτοτε, ούτε και υπήρξε κάποια ένδειξη ότι έλαβαν χώρα ποτέ.» Πήρα μια βαθιά αναπνοή για να συγκρατήσω το θυμό που έβραζε μέσα μου και τον ρώτησα:
-«Εφόσον δεν με πιστεύετε, μπορείτε να μου πείτε τι ακριβώς θέλετε από μένα; Γιατί με καλέσατε στο γραφείο σας;»
Ο Νομοτηρητής μου απάντησε μ’ ένα καθησυχαστικό χαμόγελο που ελάχιστα κατάφερε να με ηρεμήσει:
-«Δεν είπα κάτι τέτοιο. Φυσικά και σας πιστεύω. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε τόσο πολύ τη συνεργασία σας.»
-«Για ποιο πράγμα ακριβώς;»
Εκείνος δίστασε. Μου φάνηκε ότι προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε κάποια τάξη, σαν να ήθελε να διαλέξει με μεγάλη προσοχή τις λέξεις που επρόκειτο να ξεστομίσει.
-«Ως βετεράνος της συντεχνίας των Ιχνηλατών, χαίρετε μεγάλου σεβασμού στην κοινωνία της Αποικίας. Στα μάτια της πλειοψηφίας των συμπολιτών μας, είστε ένας πραγματικός ήρωας. Επί τρεις δεκαετίες εξερευνείτε την εχθρική έρημο που καλύπτει την επιφάνεια του Ντένεμπ χωρίς να πτοείστε απ’ τις αμμοθύελλες και τους ανεμοστρόβιλους που τη σαρώνουν μέρα και νύχτα.»
-«Και λοιπόν;»
-«Είσαστε επομένως ένα δημόσιο πρόσωπο,» μου είπε, «πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε δήλωση ή πράξη σας προσελκύει αμέσως την προσοχή της κοινής γνώμης.»
-«Θέλετε να κάνω κάποια δημόσια δήλωση σχετικά με αυτό που συνέβη στην Αριάδνη;»
-«Αυτό που θέλω από σας, είναι να καταλάβετε ότι η περιπέτεια της υγείας της συντρόφου σας μπορεί να έχει καίρια επίπτωση στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της κοινωνίας μας. Αλλά αυτό είναι κάτι που εξαρτάται αποκλειστικά από εσάς τον ίδιο!»
Τον κοίταξα ανέκφραστος. Τι στο καλό εννοούσε;
-«Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω,» πρόσθεσε ο Νομοτηρητής, «Όπως κάθε άλλος κάτοικος της Αποικίας, γνωρίζετε ότι δεν είμαστε αυτόχθονες κάτοικοι αυτού του πλανήτη. Οι πρόγονοί μας προσγειώθηκαν στον Ντένεμπ πριν από εκατόν πενήντα γήινα χρόνια περίπου. Η λέξη προσγειώθηκαν αποτελεί ευφημισμό φυσικά. Ο «Προμηθέας», το μεταγωγικό διαστημόπλοιο που μετέφερε τους πρώτους εκατό χιλιάδες αποίκους, συντρίφτηκε στην αμμώδη επιφάνεια του πλανήτη έχοντας υποστεί εκτεταμένες βλάβες στα ηλεκτρονικά του συστήματα, εξαιτίας των πανίσχυρων ηλεκτρομαγνητικών ρευμάτων που εξαπολύουν οι εκλάμψεις του τεράστιου ήλιου του με αποτέλεσμα να πλημμυρίζει η ατμόσφαιρά του με ανεξέλεγκτες ηλεκτρικές καταιγίδες. Από τους εκατό χιλιάδες αποίκους που τη στιγμή της συντριβής κοιμόνταν σε θαλάμους κρυοστάσης, μόνο χίλιοι πεντακόσιοι κατάφεραν να ξυπνήσουν. Η ηρωική εκείνη πρώτη γενιά αντιμετώπισε ανείπωτες αντιξοότητες αλλά κατάφερε να επιβιώσει. Δείχνοντας απαράμιλλο κουράγιο και επινοητικότητα κατάφερε να δημιουργήσει την Αποικία, χρησιμοποιώντας ότι είχε απομείνει απ’ το σκαρί του «Προμηθέα» καθώς και τα μηχανήματα και τις πρώτες ύλες που κουβαλούσε στ’ αμπάρια του.»
-«Τα γνωρίζω όλα αυτά,» του απάντησα ξερά, «τα έμαθα από την πρώτη κιόλας μέρα που πήγα στο δημοτικό!»
-«Έκτοτε, ζούμε με την ελπίδα ότι κάποιο περαστικό διαστημόπλοιο θ’ ανιχνεύσει τα σήματα SOS που εκπέμπoυν μέρα και νύχτα οι αναμεταδότες μας αν και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να διαπεράσουν τα σύννεφα του ηλιακού ανέμου που καλύπτει το αστρικό σύστημα του Ντένεμπ.» συνέχισε να μου λέει απτόητος ο Νομοτηρητής, «Στα υπόγεια του κτιρίου όπου βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, φυλάσσονται ακόμα οι κρυονικοί θάλαμοι των αποίκων που δεν ξύπνησαν ποτέ ύστερα απ’ τη συντριβή του «Προμηθέα» είτε γιατί υπέστησαν ανεπανόρθωτα τραύματα κατά την πρόσκρουση, είτε γιατί τα συστήματα αφύπνισης των θαλάμων τους καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν κομμάτια της συλλογικής μας μνήμης, εκπροσωπούν το σύνδεσμο που μας συνδέει με το παρελθόν και με την υπόλοιπη ανθρωπότητα που κάπου εκεί έξω αναπτύσσεται και μεγαλουργεί γεφυρώνοντας τις αποστάσεις που απλώνονται ανάμεσα στ΄άστρα!» Η φωνή του Νομοτηρητή είχε αποκτήσει μιαν αφηρημένη απόχρωση καθώς μου έλεγε τα τελευταία εκείνα τα λόγια. Ήταν λες και είχε ξεχάσει την ύπαρξή μου και μιλούσε στο κενό: «Χιλιάδες κιβώτια που μοιάζουν με κρυστάλλινα φέρετρα. Το καθένα τους φιλοξενεί ένα σώμα. Σχηματίζουν μια ατελείωτη σειρά από κοιμισμένα πρόσωπα, αλλά ανδρικά και άλλα γυναικεία, κάποια νέα και κάποια μεγαλύτερα σε ηλικία που κοιμόνται για πάντα, βυθισμένα σε ένα μείγμα υγρού αζώτου και υδρογόνου και φωτισμένα από ένα ψυχρό μπλε φως!»
-«Και τι σχέση έχει μ’ όλα αυτά η Αριάδνη;» τον διέκοψα θέλοντας να τον επαναφέρω στον κόσμο του παρόντος. Ο Νομοτηρητής με κοίταξε ξαφνιασμένος σαν να ξυπνούσε από μια πολύ βαθιά ονειροπόληση και μετά έσκυψε προς τα εμπρός σαν να προσπαθούσε μ’ αυτόν τον τρόπο να εντυπώσει στο μυαλό μου πιο αποτελεσματικά τις επόμενες λέξεις που σκόπευε ν’ αρθρώσει:
–«Είμαστε ξένοι σ’ αυτόν τον κόσμο, Θησέα… Αποτελούμε μια παραφωνία. Μια χούφτα ανθρώπων που ζουν περικυκλωμένοι από έναν ωκεανό εχθρικής άμμου. Επιβιώνουμε σαν παράσιτα πάνω στο σώμα του Ντένεμπ. Έχουμε φτιάξει μια ασήμαντη μυρμηγκοφωλιά από μέταλλο και γυαλί από την οποία κανείς δεν τολμάει ν’ απομακρυνθεί και που κάποια στιγμή θα καταρρεύσει, νικημένη απ’ τη φθορά του χρόνου.»
-«Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζω πολύ καλά,» του απάντησα.
–« Κάθε φορά που μια ηλιακή γεννήτρια χαλάει ή που η απόδοση των εργοστασίων τροφής είναι πιο χαμηλή απ’ την αναμενόμενη, συνειδητοποιούμε για μια ακόμα φορά ότι ζούμε πάνω σε μια εύθραυστη φλούδα που τρίζει κάτω απ’ τα πόδια μας. Επιβιώνουμε μέρα με τη μέρα αντιμέτωποι με την προοπτική του αναπόφευκτου αφανισμού.»
-«Το καταλαβαίνω αυτό,,» μουρμούρισα έχοντας αρχίσει να χάνω την υπομονή μου, «αλλά δεν μου εξηγήσατε ακόμα τη σχέση έχουν όλα αυτά με την Αριάδνη!»
-«Είναι απλό,» μου απάντησε ο Νομοτηρητής αργά και προσεκτικά σαν να προσπαθούσε να εξηγήσει κάτι σ’ ένα χαζό παιδί, «Πριν από λίγους μήνες η σύντροφος σας έζησε μια περιπέτεια. Το αεροσκάφος της συνετρίβη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ την Αποικία και εκείνη αναγκάστηκε να επιβιώσει για τρεις μέρες και νύχτες ολομόναχη, μέσα στην έρημο, προτού η ηλεκτρική καταιγίδα που σάρωνε τον Ντένεμπ καταλαγιάσει και τα σωστικά συνεργεία, με εσάς ως αρχηγό, καταφέρουν να την εντοπίσουν. Επέστρεψε σώα και αβλαβής αλλά αλλαγμένη. Μια Αριάδνη διαφορετική. Ένα ανθρώπινο πλάσμα που το άγγιξε το άγνωστο. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πόσο σημαντικό είναι να μην μαθευτούν ποτέ όλα όσα είδατε και ακούσατε; Μπορείτε να αναλογιστείτε το κύμα της υστερίας και του τρόμου που θα σαρώσει την Αποικία έτσι και μαθευτεί ότι η Αριάδνη μεταμορφώθηκε σ’ ένα παράξενο πλάσμα που περιβάλλεται από υπερφυσικές δυνάμεις;»
Έμεινα σιωπηλός. Είχε δίκιο φυσικά. Μια μαζική κρίση πανικού ήταν το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσε ν’ αντέξει η περίκλειστη και εύθραυστη κοινωνία μας.
-«Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτό;» τον ρώτησα τελικά.
-«Σύμφωνα με τους νόμους που έχει θεσπίσει η συντεχνία των δικαστών, έχετε το δικαίωμα να ζητήσετε την διακοπή του συστήματος ιατρικής υποστήριξης που κρατάει την Αριάδνη ζωντανή, εφόσον οι γιατροί που την παρακολουθούν καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι βλάβες που έχει υποστεί είναι μη αναστρέψιμες. Έχουν ήδη συντάξει την αναφορά τους στην οποία διατυπώνουν αυτόν ακριβώς τον ισχυρισμό. Θέλουμε λοιπόν να υπογράψετε μια τέτοια αίτηση. Για το καλό της Αποικίας η Αριάδνη δεν πρέπει να ξυπνήσει ποτέ απ’ τον λήθαργό της!»


4


Εγκατέλειψα το γραφείο του Νομοτηρητή χωρίς να του απαντήσω. Διέσχισα τους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους της Αποικίας παραπατώντας σαν μεθυσμένος καθώς το κεφάλι μου γύριζε και η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ την ταραχή που με είχε κυριεύσει. Αν και πολλοί περαστικοί με κοιτούσαν παράξενα, ούτε καν μπήκα στον κόπο να τους ανταποδώσω το βλέμμα. Άκουσα όμως τα μουρμουρητά του οίκτου και της συμπάθειας που προκαλούσε το πέρασμα μου καθώς τα νέα είχαν ήδη κυκλοφορήσει και ολόκληρη η Αποικία γνώριζε ότι η Αριάδνη χαροπάλευε χτυπημένη, (σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή), από μια απρόβλεπτη εγκεφαλική αιμορραγία.
Το μυαλό μου άρχισε να καθαρίζει μόνο όταν κάθισα κοντά στο προσκεφάλι της, ντυμένος με μια αντι-μικροβιακή στολή, σ’ έναν αποστειρωμένο θάλαμο αρνητικής πίεσης, κάπου στο εσωτερικό του τεράστιου κεντρικού νοσοκομείου της Αποικίας. Έμοιαζε με ιερό λείψανο έτσι όπως κείτονταν σκεπασμένη με αντισηπτικά σεντόνια και περιβεβλημένη από περίπλοκα μηχανήματα που κατέγραφαν τις ζωτικές της λειτουργίες. Στο πρόσωπό της απλωνόταν μια έκφραση απόλυτης γαλήνης και αταραξίας. Αναπαυόταν άσπιλη και αμόλυντη στο νοσοκομειακό κρεβάτι, πανέμορφη και απίστευτα απόμακρη, μια θεά που ονειρευόταν το τέλος του σύμπαντος. Αναρωτήθηκα αν μπορούσε να νιώσει την παρουσία μου εκείνη τη στιγμή, βουτηγμένη στο σκοτάδι εκείνης της ανεξήγητης αναισθησίας. Της έσφιξα το χέρι αλλά τα δάχτυλά της μου φάνηκαν παράξενα κρύα και σκληρά, λες και ήταν φτιαγμένα από μάρμαρο. Άρχισα να τα χαϊδεύω με απαλές και ρυθμικές κινήσεις και καθώς άγγιζα την παλάμη του χεριού της, ανακάλυψα ότι οι γραμμές που τη στόλιζαν είχαν εξαφανιστεί εντελώς. Θα ‘λεγε κανείς πως μαζί με τη συνείδηση της είχε χαθεί και ολόκληρη η προσωπική της ιστορία, όλο το πανόραμα της χαράς της θλίψης και των ελπίδων που κάνει ένα ανθρώπινο πλάσμα αυτό που είναι. Η ξαφνική εκείνη διαπίστωση με χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι.
-«Τι θέλεις να κάνω;» ψιθύρισα μέσα στη βαθιά σιωπή του νοσοκομειακού θαλάμου, «πες μου τι να κάνω γιατί βρίσκομαι σ’ ένα σκοτάδι πολύ πιο μαύρο απ’ το δικό σου!»
Ένιωσα μια παράξενη αλλαγή στην ατμόσφαιρα, κάτι σαν αόρατη μετακίνηση, λες και ένα ρεύμα που δεν μπορούσα ούτε να δω ούτε και ν’ ακούσω, είχε αρχίσει να στροβιλίζεται κοντά στο ταβάνι. Ανατρίχιασα. Σάρωσα με τα μάτια μου τον μισοφωτισμένο θάλαμο προσπαθώντας να εντοπίσω την παραμικρή αλλαγή που θα υποδείκνυε πως κάτι αλλόκοτο είχε αρχίσει να συμβαίνει και τότε τα δάχτυλα της Αριάδνης ζεστάθηκαν ανεπαίσθητα ανάμεσα στις παλάμες των χεριών μου. Την κοίταξα κατάπληκτος, γεμάτος προσδοκία, και μου φάνηκε ότι στο πρόσωπό της είχε απλωθεί μια υποψία χρώματος. Μετά με διαπέρασε κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα πολύ χαμηλής έντασης και ύστερα, εντελώς ακαριαία, ο αποστειρωμένος θάλαμος, το κρεβάτι της Αριάδνης, ολόκληρο το τεράστιο κτίριο του νοσοκομείου που απλωνόταν γύρω μας, εξαφανίστηκε. Έτσι απλά. Σαν ολόγραμμα που κάποιος του κατεβάζει το διακόπτη.


5


Πετάχτηκα όρθιος και κοίταξα ολόγυρα γεμάτος δυσπιστία. Η αχανής και πανάρχαια έρημος του Ντένεμπ, μια ρόδινη θάλασσα από σιωπηλούς λόφους που σπινθήριζαν σαν κοραλλένιοι κάτω απ’ τον τεράστιο ήλιο, απλώθηκε γύρω μου σαν τρισδιάστατο στερεογράφημα. Οι σόλες των λεπτών μου παπουτσιών πατούσαν πάνω σ’ ένα στρώμα ζεστής άμμου. ‘Ένα απαλό αεράκι χάιδευε το πρόσωπό μου. Αναλογίστηκα με δέος τον παραλογισμό της όλης κατάστασης: Θα έπρεπε να είμαι ήδη νεκρός, ξεροψημένος απ’ τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου που έκαιγε τον ουρανό, δηλητηριασμένος απ’ την τοξική ατμόσφαιρα που στερούταν οξυγόνο. Οι θανατηφόρα υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στην επιφάνεια του Ντένεμπ θα έπρεπε να με είχαν ήδη οδηγήσει στα όρια της θερμοπληξίας. Και όμως ζούσα ακόμα, ντυμένος με την αντι-μικροβιακή στολή του νοσοκομείου ενώ το λευκό φως του ήλιου μου ζέσταινε τα χέρια και το πρόσωπο και η άμμος έτριζε κάτω απ’ το βάρος μου. Έκατσα ανακούρκουδα και βύθισα τα χέρια μου μέσα της. Ήταν ζεστή και απαλή στο άγγιγμα μου και λαμποκοπούσε κρυσταλλική, σαν ένας ωκεανός από τριμμένο γυαλί. Ξανασηκώθηκα όρθιος και άρχισα να περπατώ άσκοπα ανάμεσα στις αμμοθίνες που ξεδιπλώνονταν γύρω μου τεράστιες και σιωπηλές, ίδιες με στροβιλιζόμενα γλυπτά που είχε σκαλίσει ο άνεμος και ο χρόνος. Ένιωθα ήρεμος και ασφαλής, ένα παιδί της ερήμου που εξερευνούσε το βασίλειο της αθάνατης μητέρας του. Ξαφνικά, πάνω σ’ ένα λοφίσκο που υψωνόταν μπροστά μου σαν πεπλατυσμένο ημισφαίριο, αντίκρισα τα κομμάτια ενός κατεστραμμένου αεροσκάφους. Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο καθώς αναγνώρισα το ηχοπλάνο της Αριάδνης. Ανέβηκα τρέχοντας την ασταθή πλαγιά του λοφίσκου αλλά όταν έφτασα στην κορυφή του, με περίμενε ένα δεύτερο, ακόμα ισχυρότερο ξάφνιασμα: Μέσα απ’ τη σκονισμένη και ραγισμένη καλύπτρα του, φωτισμένη άπλετα απ’ το διάπυρο φως του ήλιου, διαγραφόταν μια γυναικεία μορφή που κοιμόταν ειρηνικά, δεμένη με αντικρουστικούς ιμάντες. Αναγνώρισα το ευγενικό προφίλ της Αριάδνης, τα όμορφα μαλλιά της που έπεφταν πλούσια και κυματιστά πάνω στους ώμους της και τη γραμμή του λεπτού της λαιμού. Ξαναζούσα με κάθε λεπτομέρεια τη στιγμή που την είχα εντοπίσει στην έρημο ύστερα απ’ τη συντριβή της, ύστερα από τις τρεις εφιαλτικές εκείνες μέρες και νύχτες του ξέφρενου ψαξίματος. Μόνο που τώρα ήμουν μόνος, το σωστικό συνεργείο που υπάκουγε στις εντολές μου έλαμπε δια της απουσίας του. Πλησίασα την καλύπτρα και χτύπησα δοκιμαστικά το βρώμικο γυαλί της με τα γυμνά μου δάχτυλα. Μου ‘ρθε να γελάσω. Ήταν τόσο παράξενα και απίστευτα όλα αυτά! Κι όμως, το γυαλί έμοιαζε απόλυτα πραγματικό, ζεστό και σκληρό, σαν πορσελάνινο βάζο που είχε μόλις βγει απ’ το φούρνο. Και τότε η Αριάδνη αναδεύτηκε. Τα βλέφαρά της πετάρισαν, το στόμα της συσπάστηκε, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και στράφηκαν προς το μέρος μου.



6



Τεντώθηκε σαν χρυσαλίδα που ξυπνάει μέσα στο ημιδιάφανο κουκούλι της και αναδεύτηκε ληθαργικά. Τα δάχτυλά της πάτησαν κάποιο κουμπί και η καλύπτρα άνοιξε στα δύο.
Πισωπάτησα τρομαγμένος καθώς ένιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Οι κινήσεις της είχαν κάτι το αλλόκοτα προμελετημένο. Αυτό ήταν κάτι που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την Αριάδνη που γνώριζα τόσο καλά και που το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ο πηγαίος αυθορμητισμός. Την είδα να βγαίνει έξω απ’ το κατεστραμμένο αεροσκάφος με τα τσακισμένα φτερά και να στέκεται όρθια, ντυμένη με την ολόσωμη στολή μιας Ιχνηλάτισσας. Τα μαλλιά της ανέμιζαν απαλά, σπρωγμένα από έναν άνεμο που θα έπρεπε να την έχει ήδη σκοτώσει. Όπως και μένα άλλωστε. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε γλυκά, αλλά ήταν ένα χαμόγελο παράξενο, κάπως παρανοϊκό, φορτισμένο με μια αδικαιολόγητη αίσθηση ευδαιμονίας:
-«Γιατί με κοιτάζεις μ΄αυτό το τρομαγμένο ύφος; Νομίζεις ότι σκοπεύω να του κάνω κακό;» Η φωνή της ήχησε καθαρή και κρυστάλλινη σαν ασημένιο σήμαντρο μέσα στη σιωπή. Πλημμυρισμένη από μια αφύσικη αυτοπεποίθηση.
–«Ποια είσαι;» κατάφερα να ψελλίσω, «Που βρίσκομαι και τι έχεις κάνει στην Αριάδνη;»
-«Είμαι η Αριάδνη,» μου απάντησε, «Και ταυτόχρονα είμαι κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό. Και αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι μέσα σ’ ένα όνειρο που έχει γεννηθεί μέσα στον δικό μου εγκέφαλο.»
Κοίταξα, χωρίς να μιλήσω, τη θάλασσα της άμμου, τον ουρανό που έμοιαζε με πελώριο ημισφαίριο από πυρακτωμένο ατσάλι και το τσακισμένο κουφάρι του ηχοπλάνου.
-«Είμαι καλά και ασφαλής. Απλά κοιμάμαι. Το σώμα μου προσαρμόζεται στις καινούργιες δυνάμεις που έχω αναπτύξει, αυτό είναι όλο.» πρόσθεσε εκείνη.
-«Τι δυνάμεις είναι αυτές; Για ποιο πράγμα μου μιλάς;» Παρατήρησα με ικανοποίησα ότι η φωνή μου γινόταν πιο σταθερή ύστερα από κάθε ερώτημα που της έκανα. Ξανάβρισκα με μεγάλη ταχύτητα την ψυχραιμία μου. Σ’ αυτό το γεγονός ίσως και να έπαιζε ρόλο και η εκπαίδευση μου ως Ιχνηλάτης. Όταν πετάς με τις ώρες πάνω από μια εξωγήινη έρημο, μαθαίνεις να μην εμπιστεύεσαι πάντα τις αισθήσεις σου. Είναι ένα περιβάλλον γεμάτο ψευδαισθήσεις.
-«Το όνειρο που βλέπεις αυτή τη στιγμή είναι ένα μέρος αυτών των δυνάμεων,» άρχισε να μου λέει, «Αλλά έχε υπόψη σου ότι υπάρχουν άνθρωποι στην Αποικία, οι Νομοτηρητές για παράδειγμα, που θα προτιμούσαν να μη μαθευτεί ποτέ τι ακριβώς συμβαίνει με εμένα. Ή τι συνέβη σε όλους όσους χάθηκαν τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια στην έρημο και αφού επέστρεψαν στην Αποικία πέθαναν μυστηριωδώς. Για να καταλάβεις τι ακριβώς εννοώ ωστόσο, πρέπει να πετάξεις και εσύ πάνω απ’ την έρημο και να προσγειωθείς στο σημείο όπου συνετρίβη το ηχοπλάνο μου. Απόψε κιόλας. Μόνο τότε θα είμαστε και οι δυο μας ασφαλείς. Υπάρχει ένα μυστικό εκεί έξω που ήρθε η ώρα να βγει στο φως. Απόψε λοιπόν πρέπει ν’ αποδράσεις απ’ την Αποικία. Αν μ’ αγαπάς και μ’ εμπιστεύεσαι, πρέπει να κάνεις αυτό που σου λέω!»
Η έρημος, το ηχοπλάνο και ο τεράστιος ήλιος χάθηκαν από μπροστά μου. Βρέθηκα για μια ακόμα φορά καθισμένος δίπλα στο προσκεφάλι της Αριάδνης μέσα στο θάλαμο του νοσοκομείου ενώ εκείνη, η πραγματική Αριάδνη που αγαπούσα με όλη μου την ψυχή, ξάπλωνε μπροστά μου βυθισμένη στην ακύμαντη θάλασσα μιας απατηλής αναισθησίας.



7


Το ηχοπλάνο απογειώθηκε κάθετα απ’ την πλατφόρμα της Περιμέτρου με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το σώμα μου κόλλησε στο ανατομικό κάθισμα του στενάχωρου πιλοτηρίου ενώ η ροή του οξυγόνου που τροφοδοτούσε τη μάσκα μου επιταχύνθηκε καθώς ο εγκέφαλος του αεροσκάφους πάλευε να με σώσει απ’ τη λιποθυμία. Ήξερα πως έκανα τη μεγαλύτερη τρέλα της ζωής μου. Πετούσα στα σκουπίδια μια καριέρα τριάντα ετών. Ακόμα και αν επιβίωνα απ’ την αποψινή δοκιμασία, το καλύτερο που θα είχα να περιμένω ήταν τα ισόβια καταναγκαστικά έργα στα ορυχεία της Αποικίας. Αλλά ένιωθα επίσης ότι δεν είχα επιλογή. Η Αριάδνη θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς, είτε γιατί κάποιος θ’ αποσύνδεε τα συστήματα που την κρατούσαν ζωντανή, είτε γιατί κάποιο μικρόβιο που θα τρύπωνε στον εξασθενημένο οργανισμό της, θα τη σκότωνε. Η σκέψη αυτή μ’ έκανε να τρίξω τα δόντια μου με μιαν ανίσχυρη οργή. Όλα τα όνειρα που κάναμε είχαν γίνει στάχτη, ακόμα και η άδεια κύησης που μας είχε παραχωρήσει πρόσφατα η συντεχνία των οίκο-επίτροπων, είχε χάσει για πάντα τη σημασία της. Ολόκληρη η ζωή μας είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα σωρό από ερείπια. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ακολουθήσω την προτροπή εκείνου του παράξενου ονείρου και την τρελή ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να σημαίνει.
Η Αποικία μεταμορφώθηκε σε μια λαμπερή νησίδα καταμεσής μιας θάλασσας σκοταδιού καθώς το ηχοπλάνο άγγιξε τα όρια της στρατόσφαιρας του Ντένεμπ. Ο διάφανος θόλος που τη σκέπαζε εξέπεμπε μια μαργαριταρένια λάμψη ενώ το κυκλικό τείχος της Περιμέτρου φωσφόριζε γύρω της σαν ασημένιο δαχτυλίδι. Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Το φωτεινό ποτάμι του γαλαξία πλημμύριζε τον ουρανό και σύννεφα σκόνης που έμοιαζαν με αναβράζουσες μάζες από κίτρινο καπνό σέρνονταν κατά μήκος του ορίζοντα. Προτού εγκαταλείψω την Αποικία είχα υποκλέψει ένα μετεωρολογικό δελτίο απ’ το κέντρο εναέριας κυκλοφορίας. Πλησίαζε μια ήλεκτρο-καταιγίδα. Αυτό ήταν ένα γεγονός που εξυπηρετούσε τα σχέδιά μου καθώς θα απέτρεπε οποιοδήποτε άλλο αεροσκάφος από το να με ακολουθήσει για τις υπόλοιπες είκοσι-τέσσερις ώρες τουλάχιστον.
Το ηχοπλάνο σταθεροποιήθηκε στο ύψος των δεκαπέντε χιλιομέτρων απ’ την επιφάνεια του εδάφους και εγώ πέρασα στον υπολογιστή του τις συντεταγμένες της πτώσης του σκάφους της Αριάδνης. Εκείνο, υπακούοντας στις καινούργιες εκείνες εντολές, άρχισε να ταξιδεύει με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα προς τον Νότιο Πόλο του πλανήτη.
Ένιωθα παράξενα άδειος μέσα μου, ατάραχος, σαν να είχα εγκαταλείψει όλα τα εγκόσμια και να όδευα σ’ ένα καλοδεχούμενο τέλος. Αλλά και πάλι, τι άλλο μου έμελλε να κάνω; Κοίταξα την ατελείωτη έκταση των αμμόλοφων που αντανακλούσε το φως των άστρων τυλιγμένη σε μια αχνή πράσινη λάμψη και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα έπρεπε να έμοιαζε και η κατάφυτη επιφάνεια της Γης που οι μακρινοί μας πρόγονοι είχαν εγκαταλείψει για πάντα. Αλλά τούτη εδώ η έρημος ήταν εχθρική, η ομορφιά της ήταν εντελώς τοξική και κάποια μέρα θα μας σκότωνε όλους. Ήδη διεκδικούσε τη γυναίκα που αγαπούσα. Τη μίσησα εκείνη τη στιγμή, τόσο πολύ που ένιωσα έτοιμος ν’ αρπάξω τα χειριστήρια και να πέσω πάνω της σαν βολίδα, μόνο και μόνο για να καψαλίσω λίγα τετραγωνικά μέτρα άμμου.
Ένα βίαιο τράνταγμα με ξανάφερε στα συγκαλά μου. Κάτι συνέβαινε. Κοίταξα προς τα πάνω και ανακάλυψα ότι ο ξάστερος ουρανός είχε καλυφθεί από πυκνά σύννεφα άμμου που άστραφταν απ’ τις αλλεπάλληλες λάμψεις ηλεκτρικών εκκενώσεων. Έμοιαζαν με πράσινα πυροτεχνήματα που ξεπηδούσαν εδώ και εκεί σαν φλογερά ριζικά συμπλέγματα. Το ηχοπλάνο τραντάχτηκε για δεύτερη φορά καθώς οι πανίσχυρες εκείνες εκκενώσεις τράνταζαν την ατμόσφαιρα σαν κανονιές. Έριξα μια ματιά στις ολογραφικές ενδείξεις του κράνους και ανακάλυψα ότι τα ηλεκτρικά φορτία που περικύκλωναν το αεροσκάφος είχαν αυξηθεί επικίνδυνα. ‘Ήταν ζήτημα χρόνου το πότε θα με χτυπούσε κάποιος κεραυνός. Για μια στιγμή σκέφτηκα να γυρίσω πίσω αλλά μετά ξανάδα νοερά την εικόνα της Αριάδνης να ξαπλώνει στο κρεβάτι του νοσοκομείου και γύρω της μαζεμένους τους μαυροντυμένους Νομοτηρητές να ετοιμάζονται να της αφαιρέσουν τη ζωή.
Και μετά συνέβη αυτό που περίμενα: Το ηχοπλάνο τυλίχτηκε από μια εκτυφλωτική λάμψη, τα συστήματα συναγερμού ούρλιαξαν όλα μαζί και οι αντικρουστικοί ιμάντες του καθίσματός τυλίχτηκαν γύρω απ’ το στήθος, το στομάχι και τα πόδια μου σαν προστατευτικά χέρια. Οι πολύχρωμες ενδείξεις που γέμιζαν τ’ οπτικό μου πεδίο έσβησαν, το πιλοτήριο κλυδωνίστηκε και στη συνέχεια το ρύγχος του στράφηκε προς τα κάτω, προς το μακρινό έδαφος που πλησίαζε με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα.



8



Δεν θυμάμαι τίποτα απ’ την πρόσκρουσή μου στο έδαφος. Άνοιξα απλώς τα μάτια μου και ανακάλυψα ότι το αεροσκάφος δεν κινούταν πια και ότι όλα τα συστήματά του είχαν νεκρωθεί. Ένα θαμπό κίτρινο φως τρύπωνε μέσα απ’ τη διάφανη καλύπτρα ενώ το ουρλιαχτό του ανέμου είχε γίνει εκκωφαντικό. Βρισκόμουν στο επίκεντρο κάποιας άγριας αμμοθύελλας. Αλλά δεν είχα τραυματιστεί. Οι αντικρουστικοί ιμάντες του καθίσματός μου είχαν κάνει το θαύμα τους και τώρα το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να περιμένω να ξεθυμάνει η καταιγίδα.
Αλήθεια; Μου ήρθε να βάλω τα γέλια σ’ αυτή τη σκέψη. Δηλαδή σε τι θα βελτιωνόταν η όλη κατάσταση αν έκανα κάτι τέτοιο; Δηλαδή, αν μ΄ εντόπιζε κάποιο συνεργείο διάσωσης θα είχα να προσδοκώ σε κάτι; Πήρα στα γρήγορα την απόφασή μου. Αποδέσμευσα τους αντικρουστικούς ιμάντες άνοιξα την καλύπτρα του ηχοπλάνου και άφησα την αμμοθύελλα να ορμήσει μέσα στο πιλοτήριο.
Ένιωσα σαν να με άρπαξε ένα τεράστιο χέρι. Η πίεση του ανέμου ήταν τόσο δυνατή που κόλλησα πάνω στο κάθισμα μου ενώ ο χώρος του πιλοτηρίου γέμισε με αστραπιαία σχεδόν ταχύτητα με σωρούς κοκκινωπής άμμου. Είδα τη στάθμη της ν’ ανεβαίνει όλο και περισσότερο, να μου καλύπτει τα πόδια, την κοιλιά, το στήθος, το λαιμό και τελικά το πρόσωπο. Το οπτικό μου πεδίο καλύφθηκε από πυκνό σκοτάδι αλλά μετά, αντί να χάσω τις αισθήσεις μου, μου συνέβη το εντελώς αντίθετο. Βρέθηκα να πετώ ψηλά πάνω απ’ την έρημο, πάνω απ’ τα πυκνά σύννεφα της θύελλας, σ’ ένα ύψος τόσο μεγάλο που μπορούσα να δω τον ορίζοντα του Ντένεμπ να καμπυλώνεται μπροστά μου σαν πελώρια αψίδα.




9



-«Τι συμβαίνει;» Δεν έλαβα καμία απάντηση στο κοινότυπο εκείνο ερώτημα. Έπλεα απαλά στον ουρανό και έβλεπα τη θύελλα να μαίνεται τεράστια και αχανής κάτω απ’ τα πόδια μου. Απ’ αυτό το ύψος έμοιαζε με την επιφάνεια ενός κιτρινωπού υγρού που έβραζε ασταμάτητα φωτισμένο απ’ τις λάμψεις αλλεπάλληλων ηλεκτρικών εκκενώσεων. Ο ήλιος είχε ανατείλει πίσω απ’ τον καμπυλωτό ορίζοντα, άγριος όπως πάντα και περιβεβλημένος από ένα εκτυφλωτικό στέμμα πυρακτωμένων αερίων. Και εκείνη τη στιγμή συνέβη: Μια αίσθηση αυξανόμενης δύναμης, μια συσσώρευση ενέργειας παρόμοια με αυτή που είχα νιώσει τη νύχτα που είχα βρει την Αριάδνη στο καθιστικό του διαμερίσματός μας να αιωρείται σαν οπτασία πάνω απ’ την κόκκινη μοκέτα του. Άπλωσα τα χέρια μου, τα κοίταξα και είδα ότι έλαμπαν παράξενα, τυλιγμένα με μια γαλαζωπή αύρα και μετά ένιωσα το μυαλό μου να επεκτείνεται απεριόριστα, να μεταμορφώνεται στο ωστικό κύμα μιας ασυγκράτητης έκρηξης που εξαπλωνόταν προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Ένα κομμάτι του έφτασε ως κάτω, στην έρημο και ενοποιήθηκε με τους αμέτρητους κόκκους της άμμου που την αποτελούσε. Ένα άλλο άγγιξε το σώμα μου που κοιμόταν μέσα στην ανοιγμένη κάψουλα του ηχοπλάνου, εύθραυστο και ετοιμοθάνατο, με την καρδιά του να χτυπάει όλο και πιο αδύναμα και την αναπνοή του έτοιμη να σταματήσει. Μπήκα μέσα του και έγινα ένα μαζί του και του έδωσα εντολή να ξυπνήσει. Κάποιο άλλο κομμάτι πέταξε σαν μετεωρίτης πάνω απ’ την επιφάνεια του Ντένεμπ και αιωρήθηκε πάνω απ’ την θολοσκέπαστη Αποικία, την πλημμυρισμένη από ανθρώπους που ζούσαν μέσα στο φόβο, εγκλωβισμένοι στον τεχνητό τους λαβύρινθο, χωρίς να μπορούν να φανταστούν το μεγαλείο που κρυβόταν έξω απ’ τους τείχους της περίκλειστης φυλακής τους. Γιατί τώρα πια γνώριζα το μυστικό που έκρυβε η έρημος. Ο Ντένεμπ, αυτός ο άνυδρος και εχθρικός πλανήτης ο καλυμμένος με άμμο, είχε την ικανότητα να μεταλλάσσει την ανθρώπινη συνείδηση, τα τεράστια ηλεκτρικά φορτία που πλημμύριζαν την ταραγμένη του ατμόσφαιρα, δημιουργημένα απ’ τα κολοσσιαία ρεύματα της ενέργειας που εξακόντιζε ο πελώριος ήλιος του, επιδρούσαν στα κύτταρα του ανθρώπινου εγκεφάλου και τον ενεργοποιούσαν ολοκληρωτικά, ξεκλείδωναν τις αρχέγονες δυνάμεις τους. Το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να ανοίξουμε τους εαυτούς μας στην μεταμορφωτική του δύναμη, να εγκαταλείψουμε το θόλο της Αποικίας και να παραδοθούμε στο κενό.
Αιωρήθηκα πάνω απ’ την Αποικία και βυθίστηκα προς τα κάτω, διαπέρασα αβίαστα τον αεροστεγή της θόλο και εισχώρησα στο νοσοκομείο και στον αποστειρωμένο θάλαμο όπου κοιμόταν η Αριάδνη. Μου είχε προσφέρει το μίτο της απόδρασης από το λαβύρινθο και εγώ τον είχα χρησιμοποιήσει. Ο μινώταυρος ήταν νεκρός, ο φόβος δεν υπήρχε πια. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να της δείξω ότι είχα μεταμορφωθεί, ότι είχα μεταστοιχειωθεί και εγώ σ’ ένα γνήσιο παιδί του Ντένεμπ. Δεν χρειαζόταν να ακολουθήσουμε την μοίρα όλων αυτών που είχαν αλλάξει αλλά δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν τις νέες τους δυνάμεις γιατί ήταν μόνοι. Είχαμε ο ένας τον άλλο.
Η Αριάδνη άνοιξε τα μάτια της μέσα στο απαλό ημίφως του νοσοκομειακού θαλάμου και η συνείδησή της ανυψώθηκε στο κενό, διαπέρασε το θόλο και αιωρήθηκε δίπλα μου σαν μια σφαίρα γλυκύτατου φωτός που τρεφόταν απ’ τον κολοσσιαίο ωκεανό της ενέργειας που τύλιγε τον Ντένεμπ.
Την ένιωσα να μου χαμογελάει.
Κάπου χαμηλά, καθισμένο ακόμα στο πιλοτήριο του ηχοπλάνου μου και μισοσκεπασμένο απ’ τους σωρούς της κοκκινωπής άμμου, το πρόσωπό μου της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
-«Όλα καλά;» με ρώτησε χαμογελώντας μου ακόμα. Οι σκέψεις της ενώθηκαν με τις δικές μου σαν κύματα φωτός που δημιουργούσαν μια περίλαμπρη δίνη ευτυχίας.
-«Μια χαρά! Τώρα επιτέλους καταλαβαίνω!»
-«Και τι θέλεις να κάνουμε;»
Εστίασα τη συνείδησή μου στο εσωτερικό της Αποικίας, στη πυκνοδομημένη μυρμηγκοφωλιά των κοντόφθαλμων συνειδήσεων που ζούσαν φυλακισμένες μέσα σε μια ψευδαίσθηση αξιολύπητης άγνοιας.
-«Νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να ξυπνήσουν και εκείνοι, δεν συμφωνείς;»


Ερρίκος Σμυρναίος,Copyright 2009