Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ


Το πυκνό σύννεφο καπνού που απλώνονταν σαν πυρηνικό μανιτάρι πάνω απ’ το σημείο μηδέν της πρόσκρουσης είχε ήδη φτάσει στα όρια της στρατόσφαιρας και έβαφε κόκκινο τον ουρανό, αντανακλώντας τα μυριάδες φώτα της Αττικής.
Το αμφικόπτερο διαπέρασε σαν μετεωρίτης την αναβράζουσα εκείνη μάζα του καπνού και της στάχτης και χάνοντας σταθερά ύψος, αιωρήθηκε πάνω απ’ τον ολοστρόγγυλο κρατήρα που παραμόρφωνε σαν χαίνουσα πληγή τον πολεοδομικό ιστό της πόλης.
Μια τεράστια έκταση από οικοδομικά τετράγωνα που έμοιαζαν με βομβαρδισμένες πόλεις του περασμένου αιώνα απλώθηκε έξω απ΄ το διάφανο πιλοτήριο του αμφικόπτερου. Απογυμνωμένα κτίρια χωρίς οροφές, με κατεστραμμένα σωθικά και άδεια παράθυρα εναλλάσσονταν με ερημωμένες λεωφόρους και πλατείες που ξεχείλιζαν από αδιάβροχες σκηνές και πτυσσόμενα καταλύματα παροχής πρώτων βοηθειών. Κάποια απ’ τα κτίρια καίγονταν ακόμα. Ανάμεσά τους διέκρινα φωτεινά σημαδάκια που πάλλονταν και κινούνταν ασταμάτητα. Ήταν τα ημι-αυτόματα οχήματα των σωστικών συνεργείων που είχαν ήδη πιάσει δουλειά. Οδηγημένα απ’ τα σήματα που έστελναν οι εμφυτευμένοι βιοπομποί που κάθε πολίτης της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας φέρει υποχρεωτικά απ’ τη στιγμή της γέννησής του, εντόπιζαν αμέσως εκείνους που ήταν ακόμα ζωντανοί. Ρομπότ-εκσκαφείς άνοιγαν τούνελ και περάσματα μέσα απ’ τα μαυρισμένα ερείπια ενώ άλλα, πιο εξειδικευμένα μοντέλα, γλιστρούσαν σαν φίδια ανάμεσα απ’ τα μπάζα και παρείχαν στους εγκλωβισμένους επιζώντες οξυγόνο, νερό και θρεπτικά διαλύματα που θα τους βοηθούσαν να κρατηθούν στη ζωή. Ομάδες περισυλλογής βρίσκονταν ήδη καθοδόν με σκοπό να περισυλλέξουν τ’ αναρίθμητα πτώματα που γέμιζαν τα τσακισμένα κτίρια και τους δρόμους της Μεγάπολης. Σκοπός τους ήταν να τα παραδώσουν στα κέντρα γονιδιακής αναγνώρισης όπου θα περνούσαν την καθιερωμένη διαδικασία ταυτοποίησης προκειμένου να εκτιμηθεί το μέγεθος της απώλειας σε ανθρώπινες ζωές. Τα πτώματα θα παραδίδονταν στη συνέχεια στους Δημόσιους αποτεφρωτήρες, παρουσία συγγενών τους, αν υπήρχαν.
Η τροχιακή βολίδα είχε συντριβεί πάνω σ’ ένα κτιριακό συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών που φιλοξενούσε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Υποτίθεται πως κάποιος ιός είχε τρελάνει τον υπολογιστή πλοήγησης του σκάφους. Το αποτέλεσμα; Αντί να προσγειωθεί ωραία και καλά στο κοσμοδρόμιο του Άμπου-Ντάμπι, η βολίδα είχε συντριβεί σαν φονικός αστεροειδής, με μια ταχύτητα χιλίων χιλιομέτρων την ώρα, στην πιο πυκνοκατοικημένη ζώνη του Ελλαδικού χώρου, στα απέραντα προάστια της Αττικής.
Σύμφωνα με μια πρώτη εκτίμηση, κάπου είκοσι χιλιάδες άνθρωποι είχαν πεθάνει ακαριαία καθώς οι ουρανοξύστες των εκατόν –πενήντα ορόφων έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο σαν τα πούλια ενός ντόμινο, τσακισμένοι απ’ το τερατώδες ωστικό κύμα της πρόσκρουσης. Άλλοι εκατό χιλιάδες είχαν τραυματιστεί σοβαρά.
Εγώ ενδιαφερόμουν ωστόσο για ένα και μόνο απ’ τα θύματα. Είχα έρθει να βρω τον επιβάτη της βολίδας.


-----------------


Όταν άνοιξαν οι πλευρικές πόρτες του αμφικόπτερου και πάτησα σε στέρεο έδαφος, αντίκρισα ένα τοπίο που έμοιαζε με τεράστια χωματερή. Η ατμόσφαιρα ήταν θολή απ’ τους καπνούς. Φλόγες και σπινθήρες που έβγαιναν μέσα από κατεστραμμένα δίκτυα ηλεκτροδότησης φώτιζαν βουνά από συντρίμμια και μπάζα που θα χρειάζονταν μήνες ολόκληρους εντατικών προσπαθειών για ν’ απομακρυνθούν.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας μου έχω βρεθεί σε πολλά μέρη που έχουν χτυπηθεί από κάποια καταστροφή. Έχω αντικρίσει σιδηροδρομικά ατυχήματα, πλημμυρισμένα προάστια παράκτιων μεγαλουπόλεων και βομβαρδισμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις που ζέχνουν ραδιενέργεια. Αλλά αυτό εδώ ήταν το κάτι άλλο. Ευτυχώς δηλαδή που η στολή εδάφους που φορούσα με προφύλασσε απ’ τη ζέστη και τη δυσοσμία που απλώνονταν στη δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα.
Έκανα νόημα στον πιλότο του αμφικόπτερου να με περιμένει μέσα στο σκάφος και στη συνέχεια πλησίασα έναν αρχι-διασώστη ο οποίος με κοίταζε μ’ ένα απροκάλυπτα εχθρικό βλέμμα. Φυσικό ήταν: Εκείνη τη στιγμή εκπροσωπούσα στα μάτια του την εξουσία: Προφυλαγμένος μέσα στη ντιζαινάτη στολή μου, έχοντας βγει μέσα από ένα πανάκριβο αμφικόπτερο, βρισκόμουν εδώ μόνο και μόνο για να σώσω έναν λεφτά που είχε ρίξει το διαστημικό του παιχνιδάκι πάνω σ’ έναν ουρανοξύστη όπου ζούσαν τρεις χιλιάδες οικογένειες. Στο μεταξύ άνθρωποι πέθαιναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, άνθρωποι που ήταν πολύ φτωχοί για να πληρώσουν για την αθανασία που εξασφάλιζε η εταιρία της οποίας ήμουν εκπρόσωπος.
Δεν πτοήθηκα καθόλου από εκείνο το βλέμμα. Είναι κάτι που έχω πλέον συνηθίσει.
Μπροστά μας υψώνονταν ένας σωρός από συντρίμμια που σχημάτιζε ένα άμορφο ανάχωμα. Κάποτε ήταν η πλευρά ενός ουρανοξύστη.
-«Έχετε ανοίξει τη δίοδο;» ρώτησα τον εχθρικό διασώστη. Εκείνος αρνήθηκε να με κοιτάξει κατάματα. Το βλέμμα του καρφώθηκε κάπου πάνω απ’ τον ώμο μου. Όσο απ’ το πρόσωπό του δεν καλύπτονταν από την προσωπίδα που φορούσε ήταν βρώμικο ενώ λεπτές γραμμές κούρασης απλώνονταν γύρω απ’ τα μάτια του.
-«Είναι έτοιμη,» μου απάντησε.
-«Οδηγήστε με εκεί,» του είπα κοφτά, κοιτάζοντάς τον μέσα απ’ το προστατευτικό γυαλί της κάσκας μου.
Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και δίχως να μου απαντήσει, άρχισε να περπατάει προς το ανάχωμα. Με την άκρη του ματιού μου είδα μια ομάδα από διασώστες να μου ρίχνουν πλάγιες ματιές και να μουρμουρίζουν στα μουλωχτά. Το μίσος τους έμοιαζε να διαπερνάει τη στολή μου σαν ηλεκτρικό ρεύμα χαμηλής έντασης. Σκασίλα μου. Ο τύπος που έψαχνα είχε υπογράψει συμβόλαιο τύπου A με την Εταιρία. Είχε πληρώσει χοντρά λεφτά για να εξασφαλίσει την αθανασία του και το μπόνους που με περίμενε ήταν αρκετά γενναιόδωρο.
Στο κάτω-κάτω ζούμε σ’ έναν άδικο κόσμο. Αν παρατούσα αυτή τη δουλειά τι θα κατάφερνα; Θα ‘βγαινα στην ανεργία και θα έπεφτα στα νύχια των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας. Θα μου έδιναν ένα πενιχρό επίδομα και θα με στοίβαζαν σε κάποιον εργατικό ουρανοξύστη, σ’ ένα δωμάτιο τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων όπου θα έτρωγα κονσέρβες και θ’ ανέπνεα ανακυκλωμένο αέρα. Θα έπρεπε να ξεχάσω τ’ αντιγηραντικά χάπια και τους ορρούς ορμονικής εξισορρόπησης που προς το παρόν έχω τη δυνατότητα ν’ αγοράζω. Η μοναδική μου διασκέδαση θα ήταν οι εικονικές σαπουνόπερες και θα ζούσα όλη μου τη ζωή καθισμένος σε μια πολυθρόνα από συνθετικό δέρμα. Και κάποτε, όταν θα γερνούσα και θα γινόμουν ένα χούφταλο που όλοι θ’ αντίκριζαν με αηδία, θα με ξαπόστελναν με συνοπτικές διαδικασίες στο κοντινότερο κέντρο ευθανασίας.
Ειλικρινά, μπροστά σ’ αυτή την προοπτική, πως θα μπορούσε να μ’ ενδιαφέρει η αποδοκιμασία ορισμένων μπατίρηδων ηρώων;


---------------


Όταν φτάσαμε στο πέρασμα που είχαν ανοίξει για πάρτη μου τα σωστικά συνεργεία, αντίκρισα ένα κατηφορικό τούνελ που ήταν στενό και γεμάτο από ηλεκτρικά καλώδια και πρόχειρα τοποθετημένους δοκούς αντιστήριξης. Έβγαζε στον εσωτερικό πυρήνα του συγκροτήματος, εκεί όπου είχε καρφωθεί η βολίδα.
Το τούνελ ήταν άδειο καθώς ένας από τους σημαντικότερους όρους του Πρωτοκόλλου συνεργασίας ανάμεσα στην εταιρία και στις Υπηρεσίες Διάσωσης καθορίζει ότι ο συλλέκτης του πελάτη πρέπει να δουλεύει μόνος του, απερίσπαστος από οποιαδήποτε ενόχληση. Απαγορεύονταν επίσης κάθε είδους ηλεκτρονικής ή μη καταγραφής των κινήσεών μου απ’ τη στιγμή που θα ξεκινούσα τη δουλειά μου. Αυτή ήταν μια οδηγία που με βόλευε πάρα πολύ.
Το τούνελ μ’ έβγαλε στο εσωτερικό του κρατήρα, στο σημείο όπου είχε συντριβεί το σκάφος. Κείτονταν στο κέντρο μιας τεράστιας τρύπας σαν καψαλισμένη όρκα, αεροδυναμικό και μαυρισμένο απ’ την τριβή του με την ατμόσφαιρά. Τα πτερύγια ζυγοστάθμισης μπορεί να είχαν καταστραφεί εντελώς και οι κινητήρες του να έδειχναν εντελώς διαλυμένοι αλλά το κυρίως σκαρί του, το καλυμμένο με κρυσταλλικά πολυμερή και κεραμικά επιστρώματα που είχαν τη σκληρότητα του διαμαντιού και την αντοχή του ανθεκτικότερου χάλυβα, είχαν αντέξει στην πρόσκρουση.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που άρχισαν να ρέουν στο τερματικό της στολής μου, ο επιβάτης του, ο οποίος περιβάλλονταν από τα καλύτερα συστήματα παθητικής ασφάλειας και συντήρησης ζωής που έχουν κατασκευαστεί ποτέ, ήταν ακόμα ζωντανός.
Η βολίδα έμοιαζε με πανάκριβο παιχνίδι. Και ήταν. Ένας θρίαμβος της νανοτεχνολογίας και ενός αιώνα διαστημικής έρευνας. Το αξεσουάρ ενός αντιπροσώπου της ελίτ του πλανήτη το ετήσιο εισόδημά του οποίου ξεπερνούσε το Ακαθάριστο Εμπορικό ισοζύγιο ενός ολόκληρου ημισφαιρίου και ο οποίος περνούσε τη ζωή του μέσα σε παραδείσια τροχιακά ξενοδοχεία και διαστημικούς σταθμούς υπερπολυτελείας.
Εγώ πάλι ανήκω στους υπόλοιπους, στη μάζα, είμαι καταδικασμένος να επιβιώνω όπως-όπως σ’ έναν εξαντλημένο κόσμο που ασφυκτιά απ’ το φαινόμενο του θερμοκηπίου τη ρύπανση και τον υπερπληθυσμό.
Πλησίασα την καρβουνιασμένη άτρακτο καθώς ένας απόηχος απ’ το μίσος με το οποίο με είχαν κοιτάξει τα σωστικά συνεργεία γέμιζε το μυαλό μου. Εκείνη τη στιγμή συμμεριζόμουν τις απόψεις τους εκατό τοις εκατό. Υπήρχε όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μένα. Εγώ είχα μια μικρή ευκαιρία να εκδικηθώ, εκείνοι όχι. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο μου αρέσει αυτή η δουλειά. Η ευκαιρίες που μου προσφέρει για να παίρνω εκδίκηση.
Η αερόθυρα της βολίδας αναγνώρισε το κωδικοποιημένο σήμα του ηλεκτρονικού αντικλειδιού που είχα φέρει μαζί μου και ένα στενό πέρασμα άνοιξε μπροστά μου. Έπρεπε να μπουσουλίσω για να μπω εκεί μέσα.
Το πολυμορφικό ρομπότ-ανιχνευτής που αποσπάστηκε απ’ την πλάτη της στολή μου άλλαξε μορφή μόλις άγγιξε το έδαφος. Αναδιπλώθηκε στον εαυτό του και μετατράπηκε σε κάτι που έμοιαζε με συνθετική κατσαρίδα. Μπήκε πρώτο στο πέρασμα και εγώ το ακολούθησα σερνάμενος και ασθμαίνοντας καθώς η στολή που φορούσα δεν μου πρόσφερε και πολλά περιθώρια ευελιξίας.
Αργά ή γρήγορα η εταιρία θ’ αντικαθιστούσε και μάς, τους συλλέκτες με κάτι περισσότερο εξελιγμένο. Κάποιος έξυπνος μάνατζερ, κάποτε, θ’ ανακάλυπτε πως με τη χρήση του ρομπότ και μόνο, η περισυλλογή των πελατών θα μπορούσε να γίνει πιο εύκολα και κυρίως πιο φτηνά. Και τότε θα βγαίναμε στην πρόνοια. Αυτή φαίνεται να είναι η μοίρα όλων μας τελικά. Ο κόσμος καλπάζει και αλλάζει, κινείται προς τα εμπρός, προς ένα λαμπρό μέλλον και δεν έχει την πολυτέλεια να σέρνει μαζί του άχρηστα υπολείμματα του παρελθόντος.
Το πέρασμα μ’ έβγαλε στην κάψουλα του επιβάτη. Μια φορά και έναν καιρό θα πρέπει να έμοιαζε μ’ ασημένιο αυγό, σχεδιασμένη κατά τρόπο τέτοιο ώστε το περιεχόμενό της να προστατεύεται από κάθε είδους σύγκρουση η άλλου είδους μηχανική καταπόνηση. Τώρα όμως είχε σπάσει και τσαλακωθεί σαν συνθλιμμένο κουτάκι αναψυκτικού. Φαίνεται πως δεν είχε αντέξει τελικά στην ορμή της πρόσκρουσης.
Μια πελώρια τρύπα, ένα άνοιγμα που έμοιαζε με ακανόνιστο σχίσιμο, μου έδωσε την ευκαιρία να ρίξω μια ματιά στο σκοτεινό εσωτερικό της. Πάνω σ’ ένα κάθισμα-κουκούλι που είχε απανθρακωθεί, ανάμεσα σε παραμορφωμένα υπολείμματα που κάπνιζαν ακόμα, σάλευε αδύναμα μια ανθρώπινη μορφή. Την κάρφωσα με το φως του φακού μου και ένιωσα μια πικρή γεύση ν’ ανεβαίνει στο στόμα μου. Πήρα μια βαθιά αναπνοή γιατί δεν ήθελα να κάνω εμετό μέσα στη στολή και να καταστρέψω τον πανάκριβο εξοπλισμό της, το κόστος επισκευής του οποίου θα παρακρατούνταν απ’ το μισθό μου.
Δεμένο ακόμα με τους ιμάντες που το συγκρατούσαν θέση του, κείτονταν ένα ανθρώπινο κορμί που αρνιόταν να πεθάνει. Το δέρμα του είχε καεί ολοσχερώς και κρέμονταν σε φριχτές γκρίζες λουρίδες. Ήταν καταματωμένο και ανέπνεε σπασμωδικά. Οι ιμάντες του καθίσματος είχαν χωθεί βαθιά στο στήθος και την κοιλιά του και είχαν τσακίσει οστά και τένοντες. Μια μάζα από εντόσθια που έμοιαζαν με καλοθρεμμένα σκουλήκια ξεπρόβαλλε μέσα απ’ το στομάχι του.
Ένα ζευγάρι μάτια που ήταν καταγάλανα και λαμπερά, καρφώθηκαν πάνω μου. Έμοιαζαν με πολύτιμα πετράδια που στόλιζαν μια παραμορφωμένη μάσκα.
Έπρεπε να ήταν συνθετικά και μάλιστα τελευταίας τεχνολογίας. Θα πρέπει να κόστιζαν μια μικρή περιουσία.



------------



Έβγαλα ένα νυστέρι απ’ την εργαλειοθήκη μου και χρησιμοποιώντας το σαν φτυάρι, έβγαλα το μάτι του τραυματία απ’ την κόγχη του. Εκείνος σπάραξε και κραύγασε αδύναμα. Το έβαλα, μαζί με τ’ οπτικό του νεύρο που αποσπάστηκε μαζί του, σε μια πλαστική σακουλίτσα και μετά σε κάποια εσωτερική τσέπη της στολής μου.
Δεν ένιωσα καμία τύψη γι’ αυτό που μόλις είχα κάνει, αφού σε λίγο ο πελάτης θα ήταν νεκρός. Η Εταιρία με είχε στείλει να συλλέξω το μνημονικό μικροτσίπ που είχε φυτέψει στο κεφάλι του απ’ τη στιγμή που είχε γεννηθεί. Το κατεστραμμένο σώμα του δεν ενδιέφερε κανένα. Μπορούσα να το κάνω ότι ήθελα. Πέθαινε βέβαια. Και εγώ τον βασάνιζα. Ναι, αλλά οι αναμνήσεις του απ’ τη στιγμή της πρόσκρουσης και μετά θα αφαιρούνταν έτσι κι αλλιώς, καθώς θα κρίνονταν υπερβολικά δυσάρεστες για την ψυχοσωματική του ευεξία. Όταν ξυπνούσε στο καινούργιο του σώμα, σ’ ένα κλωνοποιημένο νεανικό και τέλειο από κάθε άποψη αντίγραφο του πρωτότυπου, δεν θα θυμόνταν το παραμικρό. Εξάλλου, ένα τέτοιο μάτι πιάνει πολλά λεφτά στη μαύρη αγορά αυτές τις μέρες. Θα γίνονταν ανάρπαστο. Όσον αφορά την οπτικοακουστική εγγραφή της όλης επιχείρησης από τις μικροκάμερες και τα μικρόφωνα της στολής μου, ούτε και εκεί υπήρχε κανένα πρόβλημα. Γιατί κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά. Το μόνο που ενδιαφέρει την εταιρεία είναι το μνημονικό τσιπ. Το σώμα είναι άχρηστο και το τι θα γίνει μ’ αυτό δεν έχει καμία σημασία . Η εταιρεία, για να διασφαλίσει τα κέρδη της θα δώσει στην κρατική υπηρεσία πρόνοιας μια παραποιημένη εγγραφή της διάσωσης οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αυτό είναι που μ’ αρέσει με τη δουλειά μου. Μου προσφέρει και κάποια ελευθερία να κάνω αυτό .που πραγματικά θέλω. Έχω τη δυνατότητα, για μια στιγμή έστω, να μεταμορφωθώ σε τιμωρό και αμείλικτο εκδικητή.
Αυτός εδώ για παράδειγμα. Υποψιάζομαι πως το έκανε επίτηδες. Μπορεί να είναι και καινούργια μόδα. Τους τρεις τελευταίους μήνες έχουν σημειωθεί δύο ακόμα πολύνεκρα ατυχήματα στα οποία αναμείχθηκαν πελάτες της Εταιρίας και κανείς δεν βγάζει τσιμουδιά. Αυτός εδώ που τώρα σπαράζει κλαίει και με παρακαλάει να τον σκοτώσω, σε μια βδομάδα το πολύ θα πάει σ’ ένα γκλάμορους πάρτι σε κάποιο διαστημικό σταθμό, τίγκα στα οργασμογενή ψυχότροπα και στις αμφεταμίνες και θα λέει στα φιλαράκια και στις γκόμενές του τι καταπληκτική εμπειρία ήταν να καρφώνεται σ’ έναν ουρανοξύστη και να σκοτώνει στη στιγμή είκοσι χιλιάδες ανθρώπους. Μπορεί να κάνουν και διαγωνισμούς μεταξύ τους εκεί πάνω, ποιός θα φάει τους πιο πολλούς. Και γιατί όχι; Αφού ξέρει ότι σε λίγες μέρες θα ξυπνήσει στην κρεβατάρα του φρέσκος και ζωηρούλης με φόντο το γαλαξία ή κάποια διαστημική ανατολή. Η εταιρεία βλέπεις τον έχει πείσει πως θα είναι ο ίδιος αφού θα έχει τις ίδιες αναμνήσεις, την ίδια προσωπικότητα και το ίδιο σώμα, απλά βελτιωμένο. Εξάλλου, μας το λένε και μας το ξανάλενε. Εχουμε γίνει πολλοί και πρέπει ν’ αραιώνουμε. Υπερπληθυσμός βλέπεις, δεκαπέντε δισεκατομμύρια νοματαίοι που ζουν ο ένας πάνω στον άλλο σαν τερμίτες!
Κοίταξα τον πελάτη. Έμοιαζε με ξεκοιλιασμένο κοτόπουλο. Αποφάσισα να τελειώνω μαζί του. Έπρεπε να του ανοίξω το κρανίο και να βγάλω το τσιπάκι σε μέγεθος κόκκου ρυζιού που περιείχε όλες τις αναμνήσεις του, όλα αυτά τα θαυμαστά βιώματα και τις εμπειρίες που εγώ δεν επρόκειτο να ζήσω ποτέ.
Αποφάσισα να του βγάλω πρώτα και το άλλο μάτι.
Χθες, σε ένα ιντερνετικό παζάρι, μου είχε κάνει εντύπωση ένα υδρογονοκίνητο μινικόπτερο, άλφα-αλφα ποιότητας. Αλλά ήταν ακριβούτσικο, το άτιμο!


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2008

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΤΡΟΠΟΙ


1


Εκείνο το βράδυ μια πυκνή ομίχλη ξεπήδησε μέσα από τα νερά της μεγάλης λίμνης. Η ακύμαντη επιφάνειά της που απλωνόταν σιωπηλή και γαλήνια σαν καθρέφτης κάτω απ’ τον φεγγαρόλουστο ουρανό θάμπωσε και χάθηκε μέσα στα στροβιλιζόμενα κρόσσια μιας μπαμπακένιας καταχνιάς.

Αέρινα πλοκάμια απλώθηκαν μέχρι το μικρό μας ψαροχώρι. Σύρθηκαν απαλά σαν ανάλαφροι ιστοί αράχνης πάνω απ’ τα λιθόστρωτα δρομάκια και τα πέτρινα σπιτικά του, τύλιξαν τις αχυρένιες στέγες και τις τοξωτές του εξώπορτες με το λευκό υφάδι τους και έφεραν μαζί τους το σκοτάδι και τη σιωπή. Πίσω από κλειστά παράθυρα και κλειδαμπαρωμένες πόρτες οι συγχωριανοί μας, αυτοί που ήταν ακόμα ζωντανοί και δεν είχαν αρρωστήσει απ’ την πανούκλα, περίμεναν το ξημέρωμα γονατισμένοι μπροστά σε ξύλινους σταυρούς και κακότεχνα εικονίσματα βλοσυρών αγίων. Προσευχόντουσαν πυρετικά, στο τρεμάμενο φως μικρών κεριών και πήλινων καντηλιών και παρακαλούσαν τον ξενόφερτο θεό τους να μην αφήσει την αρρώστια που είχε απλωθεί σαν μίασμα σ’ ολόκληρη τη χώρα να ξεκληρίσει αυτούς και τα παιδιά τους.

Όμως εμείς ήμασταν χαρούμενοι γιατί αυτή η νύχτα ήταν δική μας. Ήταν η παραμονή της Πρωτομαγιάς. Απόψε, για μια και μοναδική φορά σ’ ολόκληρο το χρόνο, το βασίλειο των πνευμάτων πλησίαζε τον κόσμο των ανθρώπων ενώ τα φράγματα που υψώνονταν ανάμεσά τους λέπταιναν και έχαναν τη συνοχή τους. Και ήταν πολύ εύκολο για κάποιον που γνώριζε τ’ αρχαία μυστικά να βρεθεί «αλλού»...

Τον καιρό των παππούδων μας, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, προτού πλακώσουν οι στρατιώτες με τις σιδερένιες πανοπλίες και οι μαυροντυμένοι ρασοφόροι με τα πύρινα μάτια και τις βροντερές φωνές, συνηθίζαμε ν’ ανάβουμε φωτιές στους πέρα λόφους και να χορεύουμε γύρω τους μέχρι το πρωί. Αφήναμε τις πόρτες των σπιτιών μας ορθάνοιχτες, ανάβαμε τα τζάκια και στρώναμε τα τραπέζια μας με τα καλύτερα πιάτα και τα ομορφότερα ποτήρια του νοικοκυριού μας έτσι ώστε τα πνεύματα που θα έρχονταν για επίσκεψη να καταλάβουν ότι ήταν καλοδεχούμενα. Και πραγματικά, καθώς το φως του ήλιου έσβηνε και έδινε τη θέση του στο νυχτερινό σκοτάδι, βλέπαμε τα πιάτα και τα ποτήρια ν’ αλλάζουν θέση, τα κουτάλια και τα πιρούνια να κουνιούνται. Οι καρέκλες γύρω απ’ τα τραπέζια έτριζαν παράξενα, αόρατα πόδια ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες και αθέατα χέρια ανοιγόκλειναν πόρτες και παράθυρα μέχρι το πρωί.

Και νιώθαμε ευτυχισμένοι γιατί ξέραμε πως όλα ήταν καλά, πως τα πνεύματα των προγόνων μας θα γυρνούσαν στον άλλο κόσμο χαρούμενα και ευχαριστημένα με τον ερχομό της χαραυγής γιατί είχαμε σεβαστεί τη μνήμη τους και τα είχαμε καλωσορίσει στα σπιτικά μας σαν παλιούς και αγαπημένους φίλους.

Ύστερα όμως οι καιροί άλλαξαν και ήρθαν εποχές δύσκολες, γεμάτες φτώχεια, αρρώστια και θάνατο.


2




Ένα πρωινό ο τόπος μας γέμισε με αγριωπούς στρατιώτες που ίππευαν μεγαλόσωμα άλογα και φορούσαν αλυσωτούς θώρακες και αστραφτερά κράνη. Είχαν έρθει απ’ το Νότο και έφερναν μαζί τους μαυροντυμένους ιερείς, τους μακρυμάλληδες δασκάλους μιας νέας θρησκείας, μιας παράξενης λατρείας που πίστευε στον πόνο και στη μετάνοια και που δεν ανεχόταν την ύπαρξη κανενός άλλου θεού. Έστησαν ένα μεγάλο σταυρό στην πλατεία του χωριού μας, γκρέμισαν τους κύκλους με τις όρθιες πέτρες που στέκονταν από την αυγή του χρόνου σε απόμερα λιβάδια και απρόσιτα πλατώματα και δηλητηρίασαν τα ιερά πηγάδια μας με θειάφι και αλάτι. Κυνήγησαν και σκότωσαν τους βάρδους και τους μάντεις που ασκήτευαν σε σπηλιές και άλση και στη συνέχεια τα έβαλαν με τις σοφές γυναίκες που ήξεραν να μιλούν στα ξωτικά και στα πνεύματα του δάσους και να γιατρεύουν όλες τις αρρώστιες με μυστικά βοτάνια, ρίζες και καρπούς. Ένα πρωινό λοιπόν, έσπασαν τις πόρτες των σπιτικών τους, τις άρπαξαν απ’ τα μαλλιά και τις έσυραν στην πλατεία του χωριού. Εκεί πέρα τις έδεσαν χειροπόδαρα και τις μαστίγωσαν με δερμάτινα λουριά. Στη συνέχεια, όταν βαρέθηκαν να τις βασανίζουν, τις διέταξαν να προσκυνήσουν το σταυρό. Όσες αρνήθηκαν να κάνουν κάτι τέτοιο, τις έκαψαν ζωντανές. Το χωριό μας βρωμούσε για μέρες απ’ τη μυρωδιά της καρβουνιασμένης σάρκας και οι κραυγές των βασανισμένων γυναικών χαράχτηκαν μέσα μας βαθιά, σαν θανάσιμες μαχαιριές.

Όσες πάλι απ’ τις γυναίκες δήλωσαν υποταγή, εξορίστηκαν σε μακρινά μοναστήρια και έγιναν καλόγριες. Κάποιες επέστρεψαν στα μέρη μας έπειτα από πάρα πολύ καιρό. Είχαν γίνει αγνώριστες απ’ τις κακουχίες και έμοιαζαν με κακό-γερασμένα σκιάχτρα. Τα στεγνά τους πρόσωπα και τα άδεια μάτια τους ήταν τόσο παράξενα που θα ‘λεγε κανείς ότι είχαν χάσει τον εαυτό τους. Αφιερώθηκαν στη φροντίδα της εκκλησίας που θεμελιώθηκε γύρω απ’ το σημείο όπου οι στρατιώτες είχαν στήσει τον μεγάλο σταυρό και δεν ασχολήθηκαν ποτέ ξανά με γιατρειές και φάρμακα.

Η ζωή έγινε πολύ δύσκολη για όλους. Τα παιδιά μας, τα κορίτσια ιδιαίτερα, έμαθαν να κρύβουν τα πρόσωπά τους γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που οι στρατιώτες τα είχαν λιμπιστεί και τα είχαν πάρει μαζί τους στον μεγάλο πύργο που μας έβαλαν να χτίσουμε έξω απ’ το χωριό. Τα τρόφιμα λιγόστευαν γιατί τα περισσότερα τα έπαιρναν μαζί τους ή τα έστελναν στον επίσκοπο που είχε θρονιαστεί στην πόλη που χτιζόταν στην απέναντι μεριά της λίμνης, στα ριζά των χιονισμένων βουνών, γύρω από έναν πελώριο ναό με πανύψηλους πύργους και μυτερά καμπαναριά. Οι γυναίκες πέθαιναν στη γέννα γιατί κανείς πια δεν ήξερε πώς να τις φροντίσει όπως τους έπρεπε. Πολλά νεογέννητα πέθαιναν επίσης ή έμεναν σακάτικα για όλη τους τη ζωή. Εκείνη την εποχή έχασα και τη δική μου γυναίκα. Βασανίστηκε πολύ στη γέννα και όταν το παιδί μας γεννήθηκε νεκρό, το ακολούθησε στον άλλο κόσμο. Υπάρχουν φορές που πιστεύω ότι στάθηκε τυχερή μες στην ατυχία της καθώς τον επόμενο χειμώνα μετά τον θάνατό της μας χτύπησε η πανούκλα.

Έμοιαζε με κατάρα που απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα. Αυτοί που αρρώσταιναν, υπέφεραν στην αρχή από έναν εξαντλητικό πυρετό, μετά γέμιζαν με μαύρα έλκη που έσπαγαν και βρωμούσαν απαίσια και τελικά άφηναν την τελευταία τους πνοή με τρομερούς σπασμούς και αιμορραγίες. Η πανούκλα έφερε μαζί της και το χάος. Τα καραβάνια των εμπόρων και οι γυρολόγοι με τις πολύχρωμες πραμάτιες έπαψαν να περνάνε απ’ τα μέρη μας και οι μοναδικοί επισκέπτες που χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών μας ήταν αποσκελετωμένοι πρόσφυγες που παρακαλούσαν για ένα κομμάτι ψωμί. Απ’ αυτούς μαθαίναμε ότι τα πράγματα στην πόλη ήταν ακόμα χειρότερα: Ο κόσμος πέθαινε σαν τις μύγες στους δρόμους που είχαν γεμίσει με ψόφια ποντίκια και τα πτώματα ήταν τόσο πολλά που κανείς ήξερε τι να τα κάνει. Τα νεκροταφεία είχαν γεμίσει, το ίδιο και οι ομαδικοί τάφοι που είχαν σκαφτεί στ’ αφρόντιστα χωράφια και στους αγρούς ερημωμένων υποστατικών. Η μόνη λύση που είχε απομείνει ήταν να τα μαζεύουν έξω απ’ τα τείχη και να τους βάζουν φωτιά. Υπήρχαν μέρες που όταν φύσαγε απ’ τη μεριά της πόλης, μια παράξενη αποφορά που ήταν ανακατεμένη με τη μυρωδιά του καμένου ξύλου έφτανε μέχρι το χωριό μας ενώ ο ουρανός γέμιζε με κιτρινωπούς καπνούς.

Μια μέρα αρρώστησε και ο παπάς του χωριού. Πρήστηκε ολόκληρος, γέμισε με μαύρες πληγές και μετά πνίγηκε με το ίδιο του το αίμα που ξεπηδούσε σαν ποτάμι απ’ το στόμα και τη μύτη του.

Αυτός που ήρθε στη θέση του ήταν νεότερος σε ηλικία αλλά το ίδιο αυστηρός. Μας μάζεψε στην εκκλησία και μας δήλωσε ότι η αρρώστια ήταν ένα μήνυμα από τον ένα και μοναδικό θεό που είχε αποφασίσει να μας εξαγνίσει από τις αμαρτίες μας και να ξεριζώσει τα τελευταία υπολείμματα των αρχαίων τρόπων που μας είχαν διδάξει οι διαβολικοί θεοί του παρελθόντος. Θα έπρεπε λοιπόν να προδώσουμε τις τελευταίες σοφές γυναίκες που κρύβονταν ακόμα ανάμεσά μας και όλους όσους πίστευαν ακόμα στις παλιές προλήψεις.

Οι περισσότεροι απ’ τους συγχωριανούς μας, όσοι δηλαδή δεν είχαν ήδη βάλει την καινούργια λατρεία στην καρδιά τους, τρομοκρατημένοι απ’ όλα τα κακά που μας είχαν βρει, αποφάσισαν να προσκυνήσουν τον καινούργιο και εκδικητικό αυτό θεό και να ζητήσουν τη συγχώρεσή του.

Ποιος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει γι’ αυτό που έκαναν; Ο τρόμος και η ανάγκη μπορούν να λυγίσουν και την πιο δυνατή ψυχή. Ιδιαίτερα όταν ολόκληρος ο κόσμος μοιάζει να πεθαίνει.

Αλλά κάποιοι από μας αντισταθήκαμε. Και αρνηθήκαμε να ξεχάσουμε.



3




Εκείνο το βράδυ λοιπόν, αφήσαμε τα κλειδαμπαρωμένα σπιτικά και τις έρημες αυλές μας και διασχίσαμε τους δρόμους του χωριού με βήματα ελαφρά και προσεκτικά, σαν να ‘μασταν κλέφτες. Φορούσαμε φαρδιά καπέλα, μαύρες κάπες από μαλλί και παράξενες μάσκες με κέρατα και μακριές μύτες από ξύλο που έκρυβαν τα πρόσωπά μας για να μην μπορεί κανένα αδιάκριτο μάτι να μας αναγνωρίσει. Μοιάζαμε με σαρκοβόρους δαίμονες που είχαν ξεπηδήσει μέσα απ’ την ομίχλη και εξερευνούσαν το χωριό ψάχνοντας για κάποιο άπραγο θύμα. Ως ένα ακόμα μέτρο προφύλαξης, είχαμε τυλίξει τα παπούτσια μας με χοντρά πανιά και κάλτσες για να μην κάνουν τον παραμικρό θόρυβο καθώς διασχίζαμε τα στενά σοκάκια που γυάλιζαν υγρά και παγωμένα μέσα στη γκρίζα θολούρα της ομίχλης.

Συναντηθήκαμε στο προσυμφωνημένο μέρος, σε μια μικρή και απόμερη όχθη που κρυβόταν πίσω από ένα μεγάλο βράχο, μακριά απ’ τα προδοτικά βλέμματα των συγχωριανών μας. Ήμασταν δεκαέξι όλοι κι όλοι, οχτώ άντρες και οκτώ γυναίκες και μας ένωνε ένας κοινός σκοπός.

Αφού ξελαφρώσαμε τις βάρκες μας απ’ τους σωρούς των ξερών καλαμιών και των μπερδεμένων βούρλων που τις σκέπαζαν τις σπρώξαμε στο νερό. Επιβιβαστήκαμε ανά τέσσερεις σε κάθε μια και βυθίσαμε τα κουπιά τους στο σιωπηλό νερό. Μόλις απομακρυνθήκαμε απ’ την αμμουδερή όχθη, μας κατάπιε η γκρίζα απεραντοσύνη της ομίχλης και εμείς νιώσαμε ανακουφισμένοι που πλέαμε μέσα σ’ εκείνη την ασημένια καταχνιά. Η υγρή ανάσα της που άγγιξε τα ιδρωμένα πρόσωπά μας με άυλα δάχτυλα από ψύχρα και σκοτάδι έκανε τις καρδιές μας να γοργοχτυπήσουν πλημμυρισμένες από ένα κύμα βαθιάς ευτυχίας. Όλοι εμείς που τις υπόλοιπες μέρες και νύχτες του χρόνου δεν ήμασταν παρά ασήμαντοι γεωργοί και παπουτσήδες, σιδεράδες και μαραγκοί, χαμηλοβλεπούσες αγρότισσες και ράφτρες, θα κάναμε απόψε ένα ταξίδι μαγικό. Θα διασχίζαμε τις χρυσαφένιες πύλες της αρχαίας δύναμης και θα περιπλανιόμασταν στον αιώνιο κόσμο των θεών.




4




Συνεχίσαμε να κωπηλατούμε μέσα σ’ ένα γκρίζο ημίφως όπου δεν ξεχώριζαν ούτε σκιές ούτε και σιλουέτες. Καθισμένος στη βάρκα μου και τραβώντας κουπί όπως και οι υπόλοιποι τρεις σύντροφοί μου, άρχισα να νιώθω παράξενες κινήσεις και αγγίγματα, τα φευγαλέα χάδια των στοιχειών και των πνευμάτων της λίμνης που ζούσαν στο βυθό της και που σίγουρα εκείνη τη στιγμή πετούσαν μέσα στην ομίχλη συνοδεύοντας μας στο παράξενο ταξίδι μας.

Βγάλαμε τα καπέλα και τις μάσκες μας και αλληλοκοιταχτήκαμε με μάτια που έλαμπαν χαρούμενα. Τα πρόσωπά μας που γυάλιζαν πασπαλισμένα με κρύες σταγόνες υγρασίας και ιδρώτα, φωτίστηκαν από θριαμβευτικά χαμόγελα.

Νιώθαμε σαν νικητές.

Για μια ακόμα χρονιά είχαμε επιβιώσει μέσα σ’ ένα περίπλοκο λαβύρινθο κινδύνων και υποψιών. Ήμασταν ακόμα ζωντανοί γιατί κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τις μυστικές μας συναντήσεις σε μοναχικούς αχυρώνες και εγκαταλειμμένες στάνες ενώ τα καχύποπτα μάτια που μας κοιτούσαν στην αγορά και στην εκκλησία, τα γκρίζα πρωινά της Κυριακής, όταν καθόμασταν στα σκληρά στασίδια της υποκρινόμενοι τους ευλαβείς πιστούς, δεν είχαν εντοπίσει κάποιο προδοτικό σημάδι. Για άλλη μια χρονιά η θηλιά που ο καινούργιος θεός είχε απλώσει γύρω απ’ τη ζωή μας, δεν είχε καταφέρει να μας πνίξει.

Πάνω απ’ τα σύννεφα της ομίχλης φεγγοβολούσε το φεγγάρι, στρογγυλό και λαμπερό σαν ασημένιος δίσκος, σαν ένα από εκείνα τα πανέμορφα πιάτα και τα σκαλιστά ποτήρια που μάζευαν οι στρατιώτες στον πανύψηλο πύργο τους, τις μέρες που η πανούκλα δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί.

Καθώς οι βάρκες αρμένιζαν πάνω στο νερό, όλο και πιο μακριά από την ακτή, η καταχνιά που αναδευόταν γύρω μας άρχισε να φωτίζεται απ’ τη χλωμή της ακτινοβολία και να εκπέμπει έναν διάχυτο φωσφορισμό.

Και τότε πρόβαλλε το νησί. Μια μακρόστενη κηλίδα που έμοιαζε να πλέει στεφανωμένη με τις οξυκόρυφες σιλουέτες πανύψηλων δέντρων. Η ομίχλη στριφογύριζε γύρω του και το τύλιγε σαν προστατευτικός μανδύας που έπνιγε κάθε θόρυβο.

Οι βάρκες μας άραξαν στις όχθες του και εμείς αποβιβαστήκαμε με ζωηρές και χαρούμενες κινήσεις. Νιώθαμε ότι ο αέρας που αναπνέαμε είχε αλλάξει, ότι έμπαινε στα πνευμόνια μας πιο ελαφρύς και καθαρός, λες και ήταν απαλλαγμένος απ’ το βαρύ σύννεφο του φόβου και της δυστυχίας που έπνιγε τον κόσμο των ανθρώπων.

Αρχίσαμε ν’ ακολουθούμε ένα χορταριασμένο μονοπάτι που ξεκινούσε απ’ την ακτή και φιδογύριζε ανάμεσα στα χιλιόχρονα δέντρα του νησιού. Περπατούσαμε ο ένας πίσω από τον άλλο σαν προσκυνητές. Οι μορφές των δέντρων διαγράφονταν αχνές και πελώριες γύρω μας, σαν αρχαίες ζωγραφιές που είχαν ξεθωριάσει απ’ το χρόνο και τη βροχή. Οι μυρωδιές που γέμιζαν τη σιωπή ήταν ασυνήθιστες και θελκτικές, τ’ αρώματα μυστικών αγριολούλουδων, η οσμή του άνηθου και του δυόσμου και η λεπτή ευωδιά του χαμομηλιού. Η άνοιξη είχε ήδη έρθει σ’ αυτό το μέρος ενώ ο υπόλοιπος κόσμος πάλευε ακόμα με τις βροχές και τους αέρηδες ενός ατελείωτου χειμώνα. Οι χλωμές ακτίνες της ολόγιομης σελήνης έμοιαζαν με αστραφτερές λόγχες που τρυπούσαν την ομίχλη και χάραζαν φωτεινά μονοπάτια στον αέρα, τα μπουμπουκιασμένα κλαδιά των δέντρων έπλεκαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας έναν περίτεχνο θόλο από φως και σκιά και το παχύ χορτάρι που σκέπαζε το μονοπάτι σπινθηροβολούσε μουσκεμένο με κρυστάλλινες δροσοσταλίδες.

Φτάσαμε τελικά στο τέλος της σιωπηλής μας πορείας. Αντικρίσαμε ένα κυκλικό ξέφωτο. Στο κέντρο του υψωνόταν ο αρχαίος λίθος, η ιερή πέτρα από λαξευτό γρανίτη που κανένας βέβηλος δεν είχε τολμήσει ακόμα να πειράξει. Τα κλαδιά των τεράστιων δέντρων που κρέμονταν από πάνω της, ίδια με ροζιασμένα μπράτσα περίτεχνων κηροπήγιων από έβενο, έμοιαζαν να τον προστατεύουν, οι φυλλωσιές τους που άστραφταν σαν ασημένια σύννεφα στο φως του φεγγαριού, σκόρπιζαν ένα μαργαριταρένιο μούχρωμα που σπινθήριζε απαλά πάνω στο υγρό χορτάρι.

Το ξέφωτο μοσχομύριζε. Μια μεθυστική ευωδιά αναδιδόταν απ’ το χώμα λες και βαθιά κάτω απ’ την επιφάνειά του απλωνόταν ένα παχύ στρώμα από φρεσκοκομμένα πέταλα υποχθόνιων λουλουδιών.

Πλησιάσαμε την πέτρα όλοι μαζί, λες και υπακούαμε σε κάποια μυστική προσταγή, την περικυκλώσαμε και αρχίσαμε να χαϊδεύουμε στοργικά την πολυδαίδαλη σπείρα που κάλυπτε την επιφάνειά της. Νιώθαμε ότι ξανασυναντιόμασταν με κάποιον παλιό και αγαπημένο φίλο.

Στη συνέχεια καθίσαμε γύρω της και ατενίσαμε χωρίς να μιλάμε το μεγαλόπρεπο ξέφωτο: Τα δέντρα του με τα διχαλωτά κλαδιά που ζωγράφιζαν μαύρα σχέδια στον λαμπρό δίσκο της σελήνης, τους κάθετους κορμούς τους που έμοιαζαν με αγέρωχους κίονες και τις ρίζες τους που χώνονταν βαθιά μέσα στη γη σαν τα νύχια αθάνατων θηρίων.



5




Οι γυναίκες της ομάδας μας, άνοιξαν τα λινά σακούλια που είχαν κρεμάσει απ’ τις ζώνες των φτωχικών τους φορεσιών και μοίρασαν τις μικρές μελόπιτες που είχαν μαγειρέψει. Μια για τον καθένα. Αρχίσαμε να τις τρώμε αργά και τελετουργικά, όπως απαιτούσε το έθιμο. Τα σπόρια του μαγικού βότανου που κρύβονταν στο εσωτερικό τους, τα οποία είχαν μαζέψει απ’ το δάσος που μας περιέβαλλε επτά μέρες πιο πριν, κατά τη διάρκεια ενός άλλου μυστικού προσκυνήματος, έλιωναν ανάμεσα στα δόντια μας και μούσκευαν τις γλώσσες μας με το ιερό χυμό τους.

Ο αρχηγός μας κροτάλισε ξαφνικά τα δάχτυλά του πάνω στην τσιτωμένη επιφάνεια ενός δερμάτινου τύμπανου. Τα παράξενα σχέδια που κάλυπταν τα κυκλικά πλευρά του φάνηκαν να αποκτούν μια βαθιά σημασία, λες έκρυβαν στις ελικοειδείς γραμμές τους ένα μεγάλο μυστικό.

Ο απαλός γδούπος που ταξίδεψε στο ξέφωτο έμοιαζε με το χτύπο κάποιας νεογέννητης καρδιάς. Ο αρχηγός μας άρχισε να χτυπάει το τύμπανό του ρυθμικά, όλο και πιο γρήγορα και εμείς, παρακινημένοι απ’ το ιερό του κάλεσμα, αρχίσαμε να χορεύουμε γύρω απ’ τον λαξευτό μονόλιθο σχηματίζοντας ένα μεγάλο δαχτυλίδι. Τα πόδια μας συντονίστηκαν στα βήματα ενός πανάρχαιου χορού που ξυπνούσε μέσα μας σαν αρχαία ανάμνηση. Αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε και να ανεμίζουμε τα χέρια μας όλοι μαζί ενώ το ξέφωτο, το δάσος και το φεγγάρι, μεταμορφώνονταν σε θολές εικόνες, στ’ αφρισμένα τοιχώματα μιας τεράστιας δίνης που κινούταν γύρω μας ορμητικά σαν καταρράκτης. Το τύμπανο ηχούσε όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο γρήγορο, έχοντας μετατραπεί σε μια τιτάνια καρδιά, στον ανταριασμένο πυρήνα μιας πανίσχυρης καταιγίδας που μας ξεσήκωνε σαν σίφουνας και μας παρέσερνε σ’ έναν κόσμο δύναμης και σοφίας. Καθώς χορεύαμε μέσα στη νύχτα, πηδώντας όλο και πιο ψηλά στον αέρα, ίδιοι με φθινοπωρινά φύλλα που στροβιλίζονται κάτω απ’ τα αστέρια ενός φρεσκοπλυμένου ουρανού, νιώθαμε όλο και πιο ανάλαφροι, όλο και πιο ζωντανοί, λες και ήμασταν ελεύθερα πουλιά που πετούσαν χαρούμενα πάνω από ένα χρυσαφένιο σύννεφο που το τύλιγε η λάμψη ενός ανοιξιάτικου μεσημεριού.

Η αρχαία μαγεία είχε ξυπνήσει και πάλι. Οι πύλες που έβγαζαν στον κόσμο των θεών είχαν ανοίξει.

Κάποια στιγμή σωριαστήκαμε καταγής πάνω στο γλυκό και μεθυστικό χορτάρι, σαν μαριονέτες που κάποιος είχε κόψει τις κλωστές που τις κρατούσαν όρθιες. Το τύμπανο σταμάτησε να μας ξεσηκώνει με τον ασυγκράτητο παλμό του και μια βαθιά σιωπή κρεμάστηκε πάνω από το ξέφωτο. Άνοιξα τα μάτια μου εκστασιασμένος, βαριανασαίνοντας, πνιγμένος στον ιδρώτα. ‘Ένα εκκωφαντικό βουητό που θύμιζε τον βροντερό αχό ενός τεράστιου καταρράκτη γέμιζε τ’ αυτιά μου.

Όμως ο κόσμος είχε αλλάξει:

Το φεγγάρι είχε γίνει χρυσαφένιο και τεράστιο και έγερνε από πάνω μου γλυκό σαν μια τεράστια σταγόνα από μέλι, όμορφο σαν το πρόσωπο μιας χαμογελαστής κοπέλας που έσκυβε για να με φιλήσει. Τα γύρω δέντρα είχαν ζωντανέψει και μας περιέβαλλαν ντυμένα με αστραφτερές πούλιες, μεταξένια τούλια και βαρύτιμα μαργαριτάρια. Θρόιζαν χαρούμενα και λικνίζονταν απαλά τραγουδώντας αρχαία νανουρίσματα. Εξέπεμπαν μια χαρά και μια καλοσύνη που κυλούσε γύρω μου και με αγκάλιαζε σαν το μεταξένιο πέταλο ενός τεράστιου τριαντάφυλλου. Το ίδιο το χορτάρι μου μιλούσε, η ευωδιά των αγριολούλουδων που ξεπηδούσε από το δάσος είχε μεταμορφωθεί σε υπέροχα χρώματα που κολυμπούσαν γύρω απ’ τον μονόλιθο σαν ένα σμήνος από ανάλαφρες πεταλούδες που η κάθε μια τους εξέπεμπε τη δική της κρυστάλλινη νότα. Έμεινα να παρακολουθώ σαν μαγεμένος την απόκοσμη μουσική τους, τις μεταβολές της απαλής τους υφής και των λεπτών τους αποχρώσεων. Ήξερα ότι κάτι προσπαθούσαν να μου πουν, ότι ήθελαν να μου αποκαλύψουν τα κρυφά τους μυστικά και τις μαγικές τους ιδιότητες.

Όλα ήταν ζωντανά και πανέμορφα, όλα είχαν αποκτήσει νόημα και νοημοσύνη. Βρισκόμουν στον κόσμο των θεών και λουζόμουν μέσα στις αποχρώσεις της μαγείας που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν, τυφλωμένοι απ’ το φόβο και την ανάγκη της επιβίωσης. Αντίκριζα το αόρατο, την ουσία των πραγμάτων και η ομορφιά του θαυμαστού εκείνου κόσμου με κατάκλυζε σαν μια φλογερή πλημμυρίδα που ξεσήκωνε μέσα μου έναν ωκεανό ευγνωμοσύνης.

Το ξέφωτο κυμάτισε και αναδεύτηκε σαν ζωγραφισμένη κουρτίνα που τη φουσκώνει ο άνεμος και τότε τα δέντρα, το χορτάρι, η ιερή πέτρα, ο ουρανός και η σελήνη γέμισαν με πνεύματα, με φτερωτά στοιχειά και ξωτικά που φεγγοβολούσαν σαν πυγολαμπίδες και πετούσαν γύρω μας ανέμελα και ευτυχισμένα. Ο κόσμος γέμισε με φως και αγάπη και με μια απίστευτη αίσθηση νοήματος. Ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει και μετατράπηκε σ’ ένα ακίνητο τοπίο, σ’ έναν λουλουδιασμένο αγρό που έλαμπε πολύχρωμος στο φως ενός ανοιξιάτικου απομεσήμερου.





6




Κάποια στιγμή ο χρόνος ξανάρχισε να κυλάει. Βρισκόμουν ακόμα ξαπλωμένος στο γρασίδι, λουσμένος στο φως του φεγγαριού, μέσα στην ακινησία και τη σιωπή της νύχτας. Αλλά τώρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Υπήρχε μια αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Κάτι είχε αλλάξει.

Άνοιξα τα μάτια μου και ανασηκώθηκα στηριγμένος στους αγκώνες μου. Τα πεσμένα σώματα των συντρόφων και των συντροφισσών μου που μοιράζονταν την ιερή εμπειρία του περάσματος, γέμιζαν το ξέφωτο.

Η ομίχλη είχε ξαναμαζευτεί γύρω απ’ τα δέντρα. Τύλιγε το ξέφωτο σαν ένα μαγνάδι από ασημένιους ιστούς αράχνης που αναδευόταν αργά και μεταμόρφωναν τους χοντρούς κορμούς και τα κλαδιά τους σε αχνά περιγράμματα από μαύρο καπνό.

Ανακάθισα, έτριψα τα μάτια μου και προσπάθησα να δω κάτι πιο συγκεκριμένο μέσα στη γκρίζα καταχνιά.

Εκείνη τη στιγμή ανακάλυψα ότι κάποιες απ’ τις ασαφείς εκείνες σιλουέτες κινούνταν. Κράτησα την αναπνοή μου και προσπάθησα να καταλάβω αν ήταν και αυτές μέρος του ιερού ονείρου, αλλά κάποιο πεσμένο ξερόκλαδο που έσπασε στα δύο θρυμμάτισε τη σιγαλιά του ξέφωτου σαν πέτρα που πέφτει σ’ ένα γυάλινο παράθυρο.

Μια τρομερή αίσθηση απειλής με χτύπησε σαν αφρισμένο κύμα. Οι μορφές έγιναν πιο συγκεκριμένες, κινήθηκαν για δεύτερη φορά, αποκόπηκαν απ’ τα γύρω δέντρα και αναδύθηκαν στα όρια του ξέφωτου. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου και η καρδιά μου έπαψε να χτυπάει.

Μέσα στο ασημένιο ημίφως της ομίχλης αντίκρισα μια ομάδα αρματωμένων στρατιωτών και ανάμεσά τους τον νεαρό ιερέα που μας απειλούσε κάθε Κυριακή με τις φωτιές της κόλασης. Το ράσο που φορούσε και κάλυπτε σαν σάβανο το λιπόσαρκο κορμί του άγγιζε το έδαφος και τα μάτια του έλαμπαν μέσα στις βουλιαγμένες κόγχες του κατάχλωμου προσώπου του σαν αναμμένα κάρβουνα.

Μας είχαν ανακαλύψει. Το φράγμα της ομίχλης, της μυστικότητας και των προλήψεων είχε καταρρεύσει αυτή τη φορά.

Είδα τον παπά να σηκώνει πάνω απ’ το κεφάλι του ένα βαρύτιμο σταυρό. Ο μορφασμός της οργής και του μίσους που παραμόρφωνε το πρόσωπό του ήταν τρομακτικός.

Δρασκέλισε με τα σανδαλοφορεμένα του πόδια τις μπλεγμένες ρίζες των δέντρων που περικύκλωναν το ξέφωτο και το φως του φεγγαριού άπλωσε στο πρόσωπό του ένα μωσαϊκό μαύρων και ασημένιων φωτοσκιάσεων. Έσεισε το σταυρό του απειλητικά και ήταν σαν να κρατούσε στα χέρια του ένα ικρίωμα που απειλούσε να πέσει και να μας συντρίψει.

Τινάχτηκα όρθιος. Σπαρακτικές κραυγές φρίκης και τρόμου γέμισαν το ξέφωτο καθώς οι σύντροφοί μου που ξυπνούσαν απ’ το μαγικό τους ονείρεμα, καταλάβαιναν ότι ήμασταν περικυκλωμένοι. Οι στρατιώτες συνέχισαν να ξεπροβάλλουν πίσω από τα δέντρα ένας-ένας, σαν εφιάλτες που μας έκοβαν κάθε δρόμο διαφυγής. Γνωρίζαμε πολύ καλά ποια ήταν η μοίρα που μας περίμενε μόλις μας αιχμαλώτιζαν: Φριχτά βασανιστήρια στα υπόγεια του πύργου τους, η πυρά που θα καταβρόχθιζε τη βασανισμένη και ματωμένη μας σάρκα και μετά μια αιωνιότητα πόνου και καταδίκης.

Εκείνη τη στιγμή ενεργήσαμε σαν ένα σώμα. Χιμήξαμε πάνω στους διώκτες μας γυμνοί και άοπλοι και πέσαμε πάνω τους με λύσσα, επιλέγοντας έναν γρήγορο και σπλαχνικό θάνατο.

Οι πρώτες σπαθιές έκοψαν χέρια πόδια και κεφάλια. Οργισμένες βλαστήμιες μετατράπηκαν σε πνιχτά γουργουρητά. Κοφτερά μαχαίρια βυθίστηκαν σε ανυπεράσπιστα στήθη και το χορτάρι του ξέφωτου βάφτηκε κόκκινο. Πετάχτηκα όρθιος και ετοιμάστηκα να συναντήσω το θάνατό μου. Αλλά πριν πεθάνω θέλησα να εκδικηθώ τον παπά, τον άσπλαχνο εκείνο άνθρωπο που όπως και ο προκάτοχός του, οδήγησε τόσους αθώους στο χαμό όταν αποφάσισε να σκοτώσει τις σοφές γυναίκες που μας χάριζαν τη γιατρειά.

Τα μάτια μου κοκκίνισαν από το μίσος και η αναπνοή βγήκε σφυριχτή απ’τα ρουθούνια μου. Χίμηξα πάνω του σαν ζώο, σπρωγμένος απ’ την οργή που ξυπνούσε μέσα μου μια ολόκληρη ζωή φτώχειας, φόβου, μίσους και καταπίεσης. Ένιωσα τα πνεύματα του δάσους να βράζουν γύρω μου, να με παρακινούν σαν αόρατοι σύντροφοι. Το αίμα που χύνονταν απόψε δεν θα ήταν μόνο των εχθρών μας.

Έκανα ένα μεγάλο άλμα, προσγειώθηκα μπροστά στον εχθρό μου και τον είδα να με κοιτάζει κατάπληκτος. Στη συνέχεια ύψωσε σαν ασπίδα τον σταυρό που κράδαινε στα χέρια του και τραβήχτηκε προς τα πίσω. Σίγουρα αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε, σκέφτηκα χαιρέκακα.

Και τότε το έδαφος υποχώρησε κάτω από τα πόδια μου και βούτηξα σ’ ένα πηχτό σκοτάδι.




7




Προσγειώθηκα σε κάποια σκληρή επιφάνεια. Έμεινα ακίνητος, ν’ ατενίζω ένα μαύρο τίποτα ενώ από ψηλά έρχονταν οι ήχοι της σφαγής των φίλων και συντρόφων μου. Άκουσα τις θριαμβευτικές κραυγές και τις βλαστήμιες των στρατιωτών, τις παραληρηματικές κατάρες του παπά που ούρλιαζε σε μια άγνωστη γλώσσα και το τρομερό σφύριγμα των ματωμένων τους σπαθιών που έσχιζαν τον αέρα και βυθιζόταν σε ανυπεράσπιστα σώματα άοπλων ανθρώπων.

Πονούσα παντού, αλλά δεν τόλμησα ούτε να κουνήσω ούτε να κάνω κάποιο θόρυβο. Ύστερα από λίγο το πανδαιμόνιο σταμάτησε και κατάλαβα ότι η σφαγή είχε ολοκληρωθεί.

Άρχισα να σέρνομαι προς τα μπρός, σε μια προσπάθεια ν’ απομακρυνθώ από την τρύπα που με είχε οδηγήσει σ’ εκείνη την υπόγεια κρυψώνα και ν’ ανακαλύψω τα όρια της. Πραγματικά, πολύ γρήγορα τα δάχτυλά μου άγγιξαν ένα τραχύ τοίχωμα από γυμνή πέτρα. Κουλουριάστηκα τρέμοντας ολόκληρος απ’ τον πόνο και το φόβο που μ’ έσφιγγε με σιδερένια δάχτυλα. Αν και δεν είχα σπάσει κανένα κόκαλο, πράγμα για το οποίο θα έπρεπε να νιώθω ευγνωμοσύνη, καταλάβαινα ότι βρισκόμουν παγιδευμένος σε κάποιο μικρό σπήλαιο, βαθιά μέσα στη γη και ήταν ζήτημα χρόνου προτού οι στρατιώτες ανακαλύψουν την κρυψώνα μου και με σφάξουν όπως όλους τους άλλους.

Αλλά τώρα ήθελα να ζήσω, να δω το ξημέρωμα και να μην καταλήξω σφαγμένος ή αλυσοδεμένος στα παγωμένα υπόγεια κάποιου τρομερού πύργου.

Ψαχούλεψα σπιθαμή προς σπιθαμή την περίμετρο της μικρής σπηλιάς και ανακάλυψα ότι το σχήμα της ήταν εντελώς κυκλικό, πράγμα που μ’ έκανε να υποψιαστώ ότι την είχαν λαξεύσει ανθρώπινα χέρια. Αλλά ποιος θα μπορούσε να έχει κάνει κάτι τέτοιο; Οι μύθοι και οι παραδόσεις μας δεν μιλούσαν για τίποτα παρόμοιο.

Εκείνη τη στιγμή, κάτι κατρακύλησε στην τρύπα που με είχε βγάλει στη σπηλιά. Είδα ένα φως, μια κίτρινη λάμψη που σπαρταρούσε και πλησίαζε γοργά προς το μέρος μου. Μόλις και πρόλαβα ν’ απομακρυνθώ και να ζαρώσω στο πέρα τοίχωμα της σπηλιάς καθώς ένας αναμμένος πυρσός προσγειωνόταν μπροστά μου. Κατάλαβα ότι οι στρατιώτες προσπαθούσαν να εξακριβώσουν που έβγαζε η τρύπα που με είχε καταπιεί και να δουν αν ήμουν ακόμα ζωντανός. Δεν θα το είχαν σε τίποτα να γεμίσουν τη σπηλιά με ξερόχορτα και να με κάψουν ζωντανό!

Μου ήρθε τότε μια ιδέα. Ξάπλωσα ανάσκελα, έβαλα τα ματωμένα πόδια και τα χέρια μου σε παράξενες και άβολες στάσεις, σαν να ήταν σπασμένα, και έκλεισα τα μάτια μου. Σκέφτηκα πως σε περίπτωση που έσκυβαν μέσα στην τρύπα για να με δουν, το τραυματισμένο σώμα και τα κουρελιασμένα ρούχα μου που είχαν ποτίσει από τα αίματα, θα τους οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ήμουν νεκρός. Και πραγματικά, καθώς ο πυρσός συνέχιζε να καίγεται, άκουσα κοροϊδευτικά σχόλια και κραυγές θριάμβου. Ύστερα από λίγο ο παπάς είπε ότι κάποιος έπρεπε να κατέβει στη σπηλιά και να βεβαιωθεί ότι όντως είχα πεθάνει αλλά ένας από τους στρατιώτες που υπέθεσα ότι ήταν και ο αρχηγός τους, του απάντησε με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις ότι δεν είχαν φέρει μαζί τους αρκετό σκοινί και χωρίς αυτό η κατάβαση μέχρι εκεί κάτω ήταν ένα πολύ επικίνδυνο εγχείρημα.

Στο μεταξύ ο δαυλός άρχισε να βγάζει πυκνούς καπνούς καθώς πάλευε ν’ ανάψει τα υγρά βρύα και τα σάπια χόρτα που φύτρωναν στο δάπεδο της σπηλιάς με αποτέλεσμα να γίνει σχεδόν αδύνατον για οποιονδήποτε να μπορεί να δει τι γίνεται μέσα στην τρύπα.

Σύρθηκα μακριά απ’ τη φωτιά και έσπρωξα κι άλλα χόρτα και ξύλα προς το μέρος του δαυλού. Ζωηρές φλόγες και μαύρος καπνός ξεπήδησαν γύρω του και η ατμόσφαιρα έγινε αποπνιχτική αλλά με αυτόν τον τρόπο οι στρατιώτες και ο παπάς εγκατέλειψαν κάθε σκέψη να κατέβουν κάτω.

Εκείνη τη στιγμή έκανα μια καταπληκτική ανακάλυψη:

Στο φως που έβγαζαν οι πύρινες φλόγες είδα για πρώτη φορά ότι τα τοιχώματα της σπηλιάς ήταν καλυμμένα με καταπληκτικές ζωγραφιές, με ολοζώντανες απεικονίσεις ζώων που περπατούσαν σε πλούσια λιβάδια. Είδα πλάσματα με μεγάλα κέρατα που ξεπηδούσαν από τα μέτωπά τους, άλλα που είχαν βαρύ τρίχωμα και στριφτούς χαυλιόδοντες, άγριους ταύρους και μεγάλα πουλιά. Όλα αυτά ήταν σχεδιασμένα στα τοιχώματα της σπηλιάς κατά τρόπο τέτοιο ώστε να εκμεταλλεύονται τόσο όμορφα τις πτυχώσεις που έκανε η πέτρα, που θα ‘λεγε κανείς πως εκείνα τα ζώα ήταν έτοιμα να ξεπηδήσουν απ’ το βράχο και ν’ αρχίσουν να περιφέρονται γύρω μου. Ανάμεσά τους υπήρχαν και ανθρώπινες φιγούρες γυμνών αντρών και γυναικών. Γύρω τους τυλιγόταν, σχεδιασμένη με κόκκινη μπογιά, η ιερή σπείρα και οι σπόροι του μαγικού βότανου που οδηγούσε σ’ εκείνον τον άλλο, τον φωτεινό και υπέροχο κόσμο, εκεί όπου απουσίαζε το κακό και δεν υπήρχε θάνατος και αρρώστια.

Ένιωσα ότι η σπηλιά ήταν πολύ αρχαία, πολύ αρχαιότερη απ’ όσο θα μπορούσα να φανταστώ. Μέσα απ’ τους καπνούς και κάτω απ’ το άγριο φως της φωτιάς που με τσουρούφλιζε, έβλεπα τα καλλιτεχνήματα των πρώτων ανθρώπων που είχαν ζήσει στο νησί, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, και που είχαν ανακαλύψει το μυστικό του, το μαγικό φυτό που οδηγούσε στον κόσμο του φωτός.
Και τότε έπαψα να φοβάμαι. Είδα τις αρχαίες ψυχές τους να ξεπηδούν μέσα απ’ τα βράχια σαν φωτεινοί πίδακες, τα ζωγραφισμένα τους πρόσωπά να μου χαμογελούν προστατευτικά. Κατάλαβα ότι οι στρατιώτες δεν θα με φυλάκιζαν γιατί οι αρχαίοι εκείνοι άνθρωποι, οι προπάτορές μου, θα εύρισκαν τον τρόπο να με προστατεύσουν. Τα μάτια μου γέμισαν με εικόνες. Αντίκρισα πυκνά δάση και χιονισμένες πεδιάδες που απλώνονταν μέχρι τον ορίζοντα, αφρισμένους καταρράκτες και απέραντα έλη και τ’ άγρια βουνά ενός κόσμου που δεν είχε νιώσει ακόμα το άγγιγμα του ανθρώπου, Μετά μου φάνηκε ότι βγήκα απ’ το σώμα μου και ένιωσα το χρόνο να κυλάει γύρω μου σαν ορμητικό ποτάμι. Αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα ποτάμι κυκλικό, ένας αχανής και τεράστιος δακτύλιος. Μια ασώματη φωνή μου ψιθύρισε ότι ο παπάς και οι στρατιώτες του και ο τρόμος που έφερναν μαζί τους ήταν περαστικοί, μια εφήμερη ασχήμια που αργά ή γρήγορα θα χανόταν απ’ το πρόσωπο του κόσμου και πως μια μέρα, όσα χρόνια κι αν περνούσαν, οι κύκλοι με τις πέτρες θα στήνονταν ξανά, τα ιερά πηγάδια θα καθάριζαν και τ’ αρχαία πνεύματα θα μιλούσαν και πάλι στους ανθρώπους.

Έκλεισα τα μάτια μου, ξάπλωσα πάνω στο πέτρινο δάπεδο της σπηλιάς και περίμενα το ξημέρωμα, πλημμυρισμένος από ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα γαλήνης.




8





Κάποια στιγμή θα πρέπει να αποκοιμήθηκα γιατί όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου η φωτιά είχε σβήσει. Ένα φως που ήταν γκρίζο και αμυδρό έμπαινε μέσα στη σπηλιά, απ’ τη μακρινή τρύπα που διαγράφονταν ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι μου σαν την στρογγυλή κορφή μιας καμινάδας. Αρπάχτηκα απ’ τις μαυρισμένες και καψαλισμένες ρίζες και τα κλαδιά που ξεπρόβαλλαν μέσα απ’ τα τοιχώματα της τρύπας και κατάφερα, ύστερα από πολλούς κόπους και βάσανα, να ξαναβγώ στην επιφάνεια του εδάφους.

Το θέαμα που αντίκρισα ήταν τρομακτικό.

Οι στρατιώτες δεν είχαν αρκεστεί στο να σκοτώσουν τους δύστυχους συντρόφους μου. Είχαν αποφασίσει να κάψουν και ολόκληρο το νησί για να χτυπήσουν απ’ τη ρίζα του αυτό που στα μάτια τους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα ανίερο έργο του σατανά. Είχαν βαλθεί να καταστρέψουν όλα τα δέντρα και τα βότανα που φύτρωναν πάνω του, μαζί και το ιερό βοτάνι που μας ταξίδευε αλλού.

Κάτω απ’ το κρύο και άσχημο φως του πρωινού ήλιου που είχε αποκτήσει το νεκρό χρώμα της στάχτης αντίκρισα ένα τοπίο καταστροφής, μια απεραντοσύνη από πεσμένους κορμούς δέντρων που φλέγονταν ακόμα και καρβουνιασμένα αποκαΐδια. Κι όμως ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να κλάψω. Η παράξενη γαλήνη που με είχε πλημμυρίσει μέσα στη σπηλιά, λειτουργούσε σαν φυλαχτό που με προστάτευε απ’ τη φρίκη του πεθαμένου νησιού.

Διέσχισα το καμένο δάσος με το κεφάλι μου σκυφτό και το μυαλό μου γεμάτο απ’ τις εικόνες των αλλοτινών καιρών, έφτασα στην ακτή του νησιού και αντίκρισα τη μακρινή όχθη της λίμνης, εκεί όπου σαν σφιχτοδεμένο μπουκέτο από ψηλά καμπαναριά και δαντελωτά παλάτια απλωνόταν η πόλη που πέθαινε σιγά-σιγά μέσα στ’ αδυσώπητα πλοκάμια της πανούκλας.

Και ξαφνικά ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Η πόλη ήταν ένα μέρος όπου κανείς δεν θα μ’ αναγνώριζε γιατί δεν την είχα επισκεφτεί ποτέ στη ζωή μου. Επίσης δεν υπήρχε άνθρωπος από τα γύρω μέρη που να τολμούσε να περάσει τα σιωπηλά της τείχη όσο η πανούκλα σερνόταν στους δρόμους της. Μπορούσα να κρυφτώ εκεί πέρα. Και αν έμενα ζωντανός θα την εγκατέλειπα κάποια στιγμή, όταν τα πράγματα θα ησύχαζαν και πάλι και θα χανόμουν στην απεραντοσύνη του τεράστιου κόσμου που απλωνόταν πίσω από τα γαλάζια βουνά που διαγράφονταν τεράστια και χιονοσκέπαστα μπροστά μου, στο χλωμό φως της αυγής.

Και ίσως, αν όλα πήγαιναν καλά και η τύχη ήταν με το μέρος μου, ν’ ανακάλυπτα κι άλλους σαν κι εμένα, ανθρώπους που γνώριζαν τα μυστικά των παλιών και ακολουθούσαν ακόμα τους αρχαίους τρόπους.



Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ


Καλησπέρα. 
Προφανώς δεν ξέρετε με ποιόν μιλάτε. Φυσικό είναι. Πως θα μπορούσατε άλλωστε; Αφού όλα εξελίσσονται τόσο γρήγορα, σχεδόν αστραπιαία!
Τέλος πάντων, νομίζω ότι προτού αρχίσω να σας εξηγώ τι ακριβώς συμβαίνει, πρέπει να σας πω ότι ταλαιπωρήθηκα πολύ μέχρι να καταλάβω πως λειτουργεί αυτός ο ραδιοφωνικός πομπός και πως μπορώ να τον χρησιμοποιήσω. Αλλά πιστεύω ότι η προσπάθειά μου άξιζε τον κόσμο γιατί, στο κάτω-κάτω, έχετε δικαίωμα να γνωρίζετε τι σας περιμένει.
Πιστεύω επίσης ότι πρέπει να σας δώσω κάποιες πληροφορίες για το άτομό μου, έτσι για να ξέρετε με ποιόν έχετε να κάνετε. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να κάνω μια μικρή εισαγωγή. Όχι ότι μπορείτε να μου φέρετε αντίρρηση, αφού έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, εγώ έχω το πάνω χέρι και εσείς πρέπει να με υπακούτε αγόγγυστα. 
Όλοι εσείς που βρίσκετε μαζεμένοι γύρω απ’ τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις σας, στα χωριά και στις κωμοπόλεις που παραμένουν ακόμα ζωντανές, ακούστε αυτά τα λόγια καθώς είμαι σίγουρος ότι δυσκολεύεστε να χωνέψετε τις τελευταίες εξελίξεις. Δεν σας αδικώ. Κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο, η εποχή της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη Γη να τελειώσει με τόσο απροσδόκητο τρόπο! 
Τι να σας πω; Ότι δεν σας αξίζει; Ψέματα θα’ ναι! Τεντώστε λοιπόν τ’ αυτιά σας και βγάλτε το σκασμό! 
Που λέτε, πριν από έξι μήνες, ήμουν ένας πολύ δυστυχισμένος συνάνθρωπος σας, ένας loser όπως λένε οι Εγγλέζοι. Ή οι Αμερικάνοι; Δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού όση ώρα σας μιλάω, οι δυο αυτοί λαοί εξαφανίζονται απ’ το χάρτη. 
Ήμουν πάμφτωχος το λοιπόν, ανέραστος και καταφρονεμένος. Ζούσα σε μια άθλια γκαρσονιέρα με βρώμικους τοίχους, στον πρώτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, κάπου κοντά στα Εξάρχεια, στη βρώμικη και δυσλειτουργική Αθήνα. Δεν είχα ούτε φίλους ούτε και συγγενείς που να νοιάζονται για μένα.  
Είχα μάθει να βλέπω τον εαυτό μου σαν μια κινούμενη αποτυχία. Η παιδική μου ηλικία υπήρξε μίζερη και μοναχική. Πέρασα τα σχολικά μου χρόνια βυθισμένος σε μια γκρίζα μοναξιά, σε μια μόνιμη κατάσταση άμυνας καθώς ήμουν υποχρεωμένος σε καθημερινή βάση ν’ αντιμετωπίζω την απόρριψη και τον χλευασμό των συνομήλικων μου. Θυμάμαι σαν να ήταν μόλις χθες τα πειράγματα και τους εξευτελισμούς που υπέφερα απ’ τους συμμαθητές μου, οι οποίοι, κάθε φορά που μ’ έβλεπαν να περπατώ πάντα σκυφτός και πάντα μόνος στους δρόμους της μικρής κωμόπολης όπου είχα γεννηθεί και μεγαλώσει, δεν έχαναν την ευκαιρία να σφυρίξουν ειρωνικά, να πετάξουν πέτρες προς το μέρος μου και να με στολίσουν με κάθε λογής κοσμητικά επίθετα, μόνο και μόνο επειδή ήμουν ασθενικός και ντροπαλός, και πολύ-πολύ άσχημος για τα δικά τους εξευγενισμένα κριτήρια. 
Αυτά ήταν εν συντομία τα παιδικά μου χρόνια. 
Κάποια στιγμή μεγάλωσα και έκανα το μεγάλο βήμα. Μετακόμισα στην Αθήνα και αντάλλαξα το ασφυκτικό περιβάλλον της νεο-ελληνικής επαρχίας με το χάος και την ασχήμια της υδροκέφαλης πρωτεύουσας του ευνομούμενου και ανεπτυγμένου ελληνικού κράτους!  
Φυσικά, τίποτα δεν άλλαξε προς το καλύτερο. Βρήκα μια κακοπληρωμένη δουλειά όπου οι σχέσεις με τους συναδέλφους μου δεν ξέφυγαν ποτέ απ’ τα πλαίσια της ψυχρής τυπικότητας, η κοινωνική μου ζωή εξακολουθούσε να είναι ανύπαρκτη και οι σεξουαλικές μου δραστηριότητες περιοριζόταν σε ολιγάριθμες και βιαστικές συνευρέσεις με εκδιδόμενες λαθρομετανάστριες.
Είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε κάτι το βαθύτατα ελαττωματικό στο άτομό μου, κάποια παράξενη αναπηρία που με απέκλειε μια και καλή από τη συντροφιά και την αγάπη, ή έστω την αποδοχή, των άλλων ανθρώπων. Η κοινωνία ήταν ένα απόκρημνο βουνό από κοφτερό γρανίτη που δεν θα κατάφερνα να σκαρφαλώσω ποτέ και που πάντα θ’ απειλούσε να με συντρίψει με κάποια αναπάντεχη κατολίσθηση.
Όλα αυτά άλλαξαν ως δια μαγείας τη στιγμή που ανακάλυψα ότι η μητέρα φύση, για να με αποζημιώσει για τα όσα είχα στερηθεί, αποφάσισε να μου χαρίσει μια πολύ παράξενη ικανότητα: 
Τη δύναμη να επικοινωνώ τηλεπαθητικά με τις κατσαρίδες.
Και λοιπόν; Θα πείτε. Σιγά το δώρο! Κι όμως, σκεφτήκατε ποτέ πόσες κατσαρίδες ζουν στις τεράστιες μητροπόλεις μας και πόσες από δαύτες αντιστοιχούν για τον κάθε κάτοικο της Αθήνας, του Λονδίνου ή της Μόσχας; Θα μένατε κατάπληκτοι αν ξέρατε την αλήθεια. Ίσως και ν’ ανησυχούσατε λιγάκι αν σας ψιθύριζε κάποιος ότι την ώρα που εσείς κάθεστε και πίνετε το ποτό σας σε κάποιο μπαράκι, αμέριμνοι και χαλαροί, χιλιάδες μικρές κατσαριδούλες που κυκλοφορούν λίγα μόλις μέτρα κάτω απ’ τα πόδια σας, μέσα σε σκοτεινούς σωλήνες και υπόγεια και κάτω από ξύλινα πατώματα, αναπαράγονται ασταμάτητα και τρέφονται με βουλιμία απ’ τα σκουπίδια που με τόση ανεμελιά αφήνετε εδώ και εκεί.  
Οι κατσαρίδες μου άλλαξαν τη ζωή. Με μεταμόρφωσαν. Στον ίδιο βαθμό που μεταμορφώθηκαν και αυτές. Τη στιγμή που συνενώθηκαν σε μια συλλογική νοημοσύνη με απεριόριστες δυνατότητες και παγκόσμιο βεληνεκές, ανέπτυξαν μαζί μου μια σχέση συμβιωτική. Οι κατσαρίδες με αγαπούν και με προστατεύουν. Είμαι η βιολογική τους προέκταση. 
Τέλος, και πιστεύω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό, γεύτηκα μαζί τους την υπέρτατη ηδονή του φόνου, τη χαρά να σκοτώνω, να παρατηρώ τρέμοντας από ευχαρίστηση τον κάθε ηλίθιο που μια φορά και έναν καιρό μου είχε φερθεί σαν να ήμουν σκουπίδι, να σπαρταράει και ν’ αργοπεθαίνει πεσμένος στα πόδια μου, ανίσχυρος, τρομοκρατημένος και-επιτέλους-ταπεινωμένος.
Η δικαίωση! Τι όμορφο και λυτρωτικό συναίσθημα!  
Καταλαβαίνετε τώρα τι ακριβώς είναι αυτό που αντιμετωπίζετε; Αν όχι, υπάρχει και συνέχεια. 


--------



Ξαναρχίζω λοιπόν την αφήγησή μου απ’ τη βραδιά που αποφάσισα ν’ απαγάγω τη μικρή μου Περσεφόνη. Αυτό δεν είναι το πραγματικό της όνομα αλλά της ταιριάζει πάρα πολύ και εφόσον και αυτή δεν έχει αντίρρηση να την αποκαλώ έτσι, το θέμα έχει λήξει.
Πρέπει να σας πω ότι η Αθήνα μου άρεσε πολύ τη νύχτα, ιδιαίτερα στις μεταμεσονύχτιες ώρες του καλοκαιριού. Μου άρεσε το ηλεκτροφωτισμένο μισοσκόταδο που απλωνόταν στις απρόσωπες γειτονιές της, όταν τα τσιμεντένια κτίρια και η άσφαλτος ανέδιδαν τη ζέστη που είχαν απορροφήσει κατά τη διάρκεια της ημέρας και τα πάντα φάνταζαν ακίνητα, σιωπηλά και διαποτισμένα από μια διάχυτη υγρασία που έκανε το δέρμα μου να κολλάει, σαν να ήταν καλυμμένο από μια υγρή ζελατίνη. Μου άρεσαν οι άδειοι δρόμοι που διαγράφονταν έρημοι και λουσμένοι στο βρώμικο φως των κίτρινων λαμπτήρων που κρέμονταν από πάνω τους σαν μολυσματικά φεγγάρια. Εισέπνεα με απόλαυση την ξινή μυρωδιά της αποσύνθεσης που ανέδιδαν οι ξέχειλοι σκουπιδοτενεκέδες στις γωνίες και την ανεπαίσθητη οσμή του κλούβιου αυγού που ξέφευγε απ’ τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων με τους κακοσυντηρημένους καταλύτες. 
Οι σκοτεινές προσόψεις των άχαρων πολυκατοικιών με τα κλειστά διαμερίσματα, τα άδεια μπαλκόνια και τις σφραγισμένες μπαλκονόπορτες μου φαινόταν γοητευτικές, το μονότονο βουητό των κλιματιστικών μηχανημάτων και τ’ ακινητοποιημένα αυτοκίνητα που σχημάτιζαν διπλές σειρές κατά μήκος των στενών πεζοδρομίων, ίδια με τερατώδη σκαθάρια που είχαν εξοντωθεί στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από κάποια προϊστορική επιδημία, συνέθεταν εικόνες παράξενες και παρακμιακές, φορτισμένες εντούτοις με μια παράξενη ενέργεια.  
Διέσχιζα τους έρημους δρόμους περπατώντας με το πάσο μου και παρατηρούσα την πόλη που κοιμόταν αμέριμνη και ανυποψίαστη γι αυτό που είχε γεννηθεί και αναπτυσσόταν εκθετικά μέσα στα υγρά της σπλάχνα. Φρόντιζα ν’ αποφεύγω τις φωταγωγημένες λεωφόρους με τ’ αυτοκίνητα που έτρεχαν μανιασμένα και κόρναραν επιθετικά, με τη μουσική στη διαπασών και τους οδηγούς που με λοξοκοιτούσαν ειρωνικά καθώς κατευθύνονταν προς τα θορυβώδη ξενυχτάδικα της παραλιακής. Φρόντιζα να μένω μακριά απ’ τις συνοικίες με τα δυνατά φώτα, τα ουζερί τις ταβέρνες τα εστιατόρια και τα μπαράκια και προτιμούσα τις σιωπηλές γειτονιές που ξεχείλιζαν από ξεθεωμένους μετανάστες και εξαθλιωμένους συνταξιούχους.  
Ακόμα και εκεί ωστόσο, υπήρχαν στιγμές που ένιωθα αθέατα βλέμματα να με κοιτούν. Πάντοτε θα υπήρχε κάποιος που βασανιζόταν από αϋπνίες, που καθόταν στο μπαλκόνι του και ρέμβαζε κοιτάζοντας τον άδειο δρόμο. Και τότε, πρόσεχε εμένα, τη σκυφτή φιγούρα ενός παράξενου ανθρώπου που ήταν ντυμένος σαν άστεγος και περπατούσε αργά, μόνος και έρημος. Μόνος; Αν κοίταζε πιο προσεκτικά, ίσως και να παρατηρούσε κάτι το πολύ παράξενο: Ίσως να πρόσεχε μια παράξενη κίνηση γύρω απ’ τα πόδια μου, κάτι σαν σκιά που απλωνόταν γύρω τους και με ακολουθούσε πιστά. Ίσως επίσης, αν τύχαινε να είναι ιδιαίτερα παρατηρητικός και με την προϋπόθεση ότι τα μάτια του δεν είχαν εκφυλιστεί από τις ατελείωτες ώρες της παρακολούθησης ηλίθιων τηλεοπτικών προγραμμάτων, να έβλεπε ότι η υφή των ρούχων μου ήταν ασυνήθιστη, κάπως γυαλιστερή και μεταβαλλόμενη. 
Αν ήξερε τι ήταν αυτό που έβλεπε εκείνη τη στιγμή, θ’ αναζητούσε αμέσως καταφύγιο μέσα στο τσιμεντένιο κλουβάκι του και θα προσευχόταν τρομοκρατημένος.  


--------


Κάτω απ’ την μεγαλούπολη που γνωρίζετε, υπάρχει μια μυστική δεύτερη πόλη, ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα από κελάρια υπόγεια και δωμάτια με καυστήρες πολυκατοικιών και ανήλιαγες αποθήκες. Υπάρχουν σωλήνες αποστράγγισης όμβριων υδάτων που απλώνονται σε αποστάσεις δεκάδων χιλιομέτρων, αγωγοί αποχέτευσης και εγκαταλειμμένοι βόθροι, σωλήνες υδροδότησης, κομβικοί θάλαμοι όπου διασταυρώνονται εκατοντάδες ηλεκτρικά καλώδια της ΔΕΗ και παλιά τούνελ που εκτείνονται βαθιά στο υπέδαφος. Κάποια απ’ αυτά οδηγούν σε αρχαία πηγάδια και σε ακόμα πιο αρχαία υδραγωγεία. Και κάτω απ’ όλα αυτά, βαθύτερα ακόμα, υπάρχουν πιο παράξενα πράγματα, μικρά σπήλαια και ποτάμια, καταρράκτες που μουγκρίζουν στο σκοτάδι, αρχαίοι τάφοι και ερείπια σπιτιών, βυζαντινές κατακόμβες και θολωτοί τάφοι της Μυκηναϊκής περιόδου. Και ακόμα πιο βαθιά, βρίσκει κανείς τεράστιες σήραγγες που ξεπερνούν σε μέγεθος ακόμα και τις στοές του μετρό, μεγάλες αίθουσες και πηγάδια με λεία τοιχώματα που οδηγούν σε αβυσσαλέα βάθη. Δεν έχω ιδέα ποιός τα έχει φτιάξει όλα αυτά. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Σημασία έχει ότι όλα αυτά τα υπόγεια περάσματα και οι αγωγοί αποτελούν το μυστικό μου βασίλειο, έναν καινούργιο κόσμο που καλούμαι να μοιραστώ με τις αχώριστες φίλες και προστάτιδές μου.  
Είχα εγκαταλείψει τον ανθρώπινο τρόπο ζωής με μεγάλη προθυμία. Είχα αφήσει το μίζερο διαμερισματάκι και την βαρετή μου δουλειά και είχα παρακαλέσει τις αγαπημένες κατσαρίδες να μου υποδείξουν κάποιο ασφαλές κρησφύγετο. 
Εκείνες με οδήγησαν στα θολωτά υπόγεια μιας θαμμένης ρωμαϊκής έπαυλης με ψηφιδωτά πατώματα και πλίνθινους τοίχους που ανέδιδαν τη βαριά αλλά και τόσο καθησυχαστική μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Ένα περίπλοκο δίκτυο από πανάρχαιες κατακόμβες που απλωνόταν κάπου κάτω απ’ την περιοχή του Κεραμικού συνέδεε το ανήλιαγο εκείνο καταφύγιο με την ξεχασμένη κρύπτη μιας εκκλησίας απ’ όπου μπορούσε κανείς να βγει στην επιφάνεια του εδάφους, σηκώνοντας ένα μεταλλικό καπάκι που κρυβόταν στο μικρό προαύλιο της. 
Το σκοτεινό νερό που γέμιζε τη μαρμάρινη δεξαμενή του λουτρού της έπαυλης, εκεί όπου πριν από δύο χιλιετίες και βάλε έκφυλοι συγκλητικοί απολάμβαναν τις περιποιήσεις των αφοσιωμένων παλλακίδων τους, ρυτιδωνόταν κάθε φορά που ηχούσε από ψηλά το μακρινό βουητό των συρμών του μετρό. Ύστερα απλωνόταν και πάλι μια θεία ησυχία, μια βελούδινη σιωπή που ομόρφαινε απ’ τον απαλό ήχο των σταγόνων του νερού που έπεφταν αραιά και που απ’ το θολωτό ταβάνι και γέμιζαν την επιφάνεια του εβένινου νερού της δεξαμενής με ομόκεντρους κυματισμούς.
Το πυκνό σκοτάδι που απλωνόταν εκεί μέσα ήταν υπέροχο.
Ήταν ένα σκοτάδι φιλικό, μια παρήγορη απουσία φωτός που πλημμύριζε απ΄ την ασταμάτητη δραστηριότητα των χιλιάδων κατσαρίδων που με περιέβαλλαν κάθε στιγμή και με πλημμύριζαν με τις σκέψεις τους, σαν ένας γαλαξίας φωτεινών άστρων που μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο, που συνενώνονταν σε όλο και πιο εκτεταμένους αστερισμούς και σχημάτιζε ένα νοητικό σύμπαν που αγκάλιαζε ολόκληρο τον κόσμο. 
Υπήρχαν στιγμές που μ' έπιανε ίλιγγος καθώς ένιωθα την απεραντοσύνη και την περιπλοκότητα της διάνοιας με την οποία είχα συνδεθεί. Οι κατσαρίδες δημιουργούσαν για χάρη μου μια τρισδιάστατη απεικόνιση του περιβάλλοντος που βασιζόταν στην αφή και στην όσφρηση. Με τον καιρό είχα μάθει να χρησιμοποιώ τις αισθήσεις τους και έτσι μπορούσα να «βλέπω» στο σκοτάδι σαν να ήταν μέρα. 
Κάθε φορά που ξάπλωνα στο υποχθόνιο παλάτι μου, στο μαρμάρινο ανάκλιντρο μιας περασμένης εποχής, αμέτρητα αρθρωτά πλασματάκια με αγκάλιαζαν στοργικά, άγγιζαν το πρόσωπό μου με τις λεπτεπίλεπτες κεραίες τους και γαργαλούσαν τα χέρια τα πόδια και το στήθος μου με τα μικρά τους ποδαράκια. Σχημάτιζαν ένα ζωντανό μανδύα που με ζέσταινε όποτε κρύωνα και κουνούσαν τα φτερά τους σαν χιλιάδες μικροί ανεμιστήρες όποτε καταλάβαιναν πως υπέφερα απ’ τη ζέστη.


-------


Η Περσεφόνη σύχναζε σ’ ένα εγκαταλειμμένο νεοκλασικό, κάπου στην περιοχή του Στρέφη. Ήταν μια από τις παλιές εκείνες μονοκατοικίες που είχαν χτιστεί στις αρχές του εικοστού αιώνα με σκοπό να στολίσουν μια Αθήνα πολύ διαφορετική απ’ τη σημερινή. Ένα απ’ τα παλιά εκείνα σπίτια που κάποτε στέγαζαν μορφωμένες μεσοαστικές οικογένειες πλούσιων εμπόρων και ακαδημαϊκών, αλλά που με τα χρόνια, καθώς οι ιδιοκτήτες τους δεν είχαν καταφέρει ν’ ανταποκριθούν στις αλλαγές των εποχών, είχαν αφεθεί να βουλιάξουν στη φθορά και την αποσύνθεση. Υποτίθεται και κάποια στιγμή θα αναπαλαιωνόταν απ’ το Δήμο, είχε μάλιστα χαρακτηριστεί ως «διατηρητέο» αλλά προς το παρόν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ρημαγμένη σκιά του εαυτού του. Τα γύψινα σκαλίσματα που ομόρφαιναν τους τοίχους του κατέρρεαν, τα παράθυρα του που καλύπτονταν από ημικατεστραμμένα παντζούρια και σκουριασμένα κάγκελα έμοιαζαν με μαύρες τρύπες ενώ η κάποτε κομψή του πρόσοψή του είχε σπιλωθεί με άσχημα γκράφιτι και βρισιές γραμμένες με κόκκινο σπρέι. Τ’ άδεια δωμάτια του που είχαν γεμίσει με σκουπίδια και ξεραμένες ακαθαρσίες, χρησιμοποιούνταν ως καταλύματα από τοξικομανείς που ξάπλωναν πάνω σε βρώμικα και ξεκοιλιασμένα στρώματα και τρυπούσαν τις φλέβες τους με μολυσμένες σύριγγες. 
Μου άρεσε να τους παρακολουθώ πότε-πότε, τυλιγμένος στον ζωντανό μου μανδύα. Ίσως να μ’ έβλεπαν και εκείνοι, έναν όγκο από μαυριδερά έντομα που καθόταν μαζεμένος σε μια γωνιά, βουτηγμένος στις σκιές της νύχτας, φωτισμένος αμυδρά απ’ τους προβολείς των αυτοκινήτων που γλιστρούσαν φευγαλέα πάνω στους τοίχους του προσωπικού τους κολαστήριου, μέσα από σφαλιστά παντζούρια και κουρελιασμένες κουρτίνες. Ίσως και να πίστευαν ότι ήμουν μια αρρωστημένη παραίσθηση του δηλητηριασμένου εγκεφάλου τους, μια φρίκη που είχε γεννηθεί απ’ τις παρενέργειες της νοθευμένης ηρωίνης που αγόραζαν απ’ τους αδίστακτους προμηθευτές τους.  
Ποτέ δεν τόλμησαν να μου μιλήσουν ή να με πλησιάσουν.  
Ήταν συναρπαστικοί, και οι τρεις τους, οι δύο άντρες και η γυναίκα. Ιδιαίτερα η γυναίκα. Τρύπωναν μέσα στο απογυμνωμένο ερείπιο και διάλεγαν ο καθένας τους από ένα δωμάτιο. Εκτελούσαν τις μικρές και θανάσιμες τελετουργίες τους μόνοι, χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλο. Γύμνωναν τα σημαδεμένα τους μπράτσα και τα έσφιγγαν με λαστιχένιους ιμάντες. Ετοίμαζαν το αλουμινόχαρτο, το κουταλάκι του γλυκού όπου έλιωναν το λευκό τους δηλητήριο, τον αναπτήρα τους και τέλος την ένεσή τους με θρησκευτική ευλάβεια, και μετά, αφού τρυπούσαν τις φλέβες τους, έπεφταν σε μια πολύωρη έκσταση.
Παρακολουθούσα τα πρόσωπά τους γοητευμένος, τους μορφασμούς του πόνου και της εξάντλησης που χάραζαν τα σκελετωμένα τους χαρακτηριστικά να μεταστοιχειώνονται σε εκφράσεις γαλήνιας και πρόσκαιρης ευτυχίας.
Έβλεπα το πρόσωπο της γυναίκας, φωτισμένο από μια λεπίδα φωτός που έπεφτε πάνω του μέσα από μια σπασμένη γρίλια του παράθυρου, ν’ αλλάζει, τα σκασμένα χείλη της να χαμογελούν, το μέτωπό της απαλλάσσεται απ’ τις ρυτίδες της αρρώστιας και της αγωνίας, ολόκληρο το κορμί της να απλώνεται πάνω στο στρώμα χαλαρό και άτονο, λες και παραδίδονταν στα χέρια κάποιου αόρατου εραστή.


--------


Εκείνο το βράδυ μπήκα στο ερειπωμένο νεοκλασικό και κάθισα κοντά της περιμένοντας υπομονετικά να περάσει η επίδραση της δόσης. Την πλησίασα και έσκυψα από πάνω της σαν σκιά ενώ οι κατσαρίδες μου περπατούσαν ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών της ερευνητικά, άγγιζαν τα σκασμένα χείλη της με τις ευαίσθητες κεραίες της και χάιδευαν τα σκαμμένα της μάγουλα.
Εκείνη κοιμόταν, λευκή σαν άγαλμα, αποστεωμένη σαν κέρινο ομοίωμα που έλιωνε σιγά-σιγά στη ζέστη, βουτηγμένη στην ταγκή μυρωδιά της απλυσιάς και της οργανικής αποσύνθεσης που είχα μάθει ν' αγαπώ τόσο πολύ. Μου φαινόταν πανέμορφη, με τα μακριά μαλλιά της που ήταν μαύρα σαν τη νύχτα και μακριά σαν τα πλοκάμια ενός ξεβρασμένου χταποδιού της ωκεάνιας αβύσσου. 
Κάποια στιγμή, καθώς τ’ αστέρια περπατούσαν πάνω στον ξεχασμένο θόλο ενός μεταμεσονύχτιου ουρανού, κρυμμένα πίσω απ’ τα σκληρά φώτα της πόλης, εκείνη ανασάλεψε και σκίρτησε, σαν να την είχε διαπεράσει ένα απαλό ρεύμα ηλεκτρισμού, ίδια με σαβανωμένο πτώμα που αποκτούσε ζωή στο μουχλιασμένο εργαστήριο κάποιου τρελού επιστήμονα της Βικτωριανής εποχής.
Έκανα πίσω και μαζεύτηκα στη γωνιά μου. Οι πιστές μου κατσαρίδες με ακολούθησαν βιαστικά και με κάλυψαν με τον ζωντανό μανδύα τους από αρθρωτά ποδαράκια, ευαίσθητες κεραίες και καφέ κολεούς.
Η Περσεφόνη αναστέναξε και άνοιξε τα μάτια της. Τα φώτα του δρόμου άστραψαν μέσα στις σκοτεινές τους κόγχες σαν τη φλόγα ενός μικρού λυχναριού που τρεμοπαίζει αδύναμα μέσα στην νεκρική αίθουσα κάποιου αρχαίου μαυσωλείου.
Σηκώθηκε παραπατώντας. Τα μέλη της ήταν τόσο λεπτά που έμοιαζαν με ξεραμένες καλαμιές. Τα οστά τους διαγράφονταν ανάγλυφα μέσα απ’ τα κουρελιασμένα της ρούχα, το πρόσωπό της όμως ανέδιδε μια αλλόκοτη λάμψη, ένα φως που θύμιζε τον φωσφορισμό που απλώνεται πάνω στα στάσιμα νερά ενός απάτητου βάλτου που κρύβεται στα υγρά και σκοτεινά βάθη κάποιου στοιχειωμένου δάσους.
Τέντωσε τα χέρια της προς το βρώμικο ταβάνι με τις αμέτρητες ρωγμές και τα σκασίματα και πλησίασε τις αραχνιασμένες γρίλιες του παράθυρου. Το πρόσωπό της διαγράφτηκε αχνό στα φώτα του δρόμου, γέμισε με μακρόστενες κηλίδες πορτοκαλί φωτός που ξεγλιστρούσαν μέσα από τις ξεχαρβαλωμένες θηλές μιας διαλυμένης κουρτίνας.
Την είδα να βγαίνει απ’ το τρισάθλιο δωμάτιο, να ξεγλιστράει έξω απ’ το ρημαγμένο σπίτι μέσα από κάποια πίσω πόρτα και να βγαίνει στο δρόμο σε αναζήτηση της επόμενης δόσης που θα την έφερνε ακόμα πιο κοντά στον κατώφλι του θανάτου. 
Την ακολούθησα αθόρυβα.


-----------


Έχω ξεχάσει πως είναι η πόλη κάτω από το φως της μέρας. Δεν μ’ ενδιέφερε εξάλλου, ανέκαθεν σιχαινόμουν το σκληρό φως του ήλιου που όλα τ’ απογυμνώνει και τα καψαλίζει. Θυμάμαι ακόμα τα βλέμματα των γυναικών στα λεωφορεία και τα τραμ που με κοιτούσαν από πάνω μέχρι κάτω επιτιμητικά ή με απόλυτη αδιαφορία, εμένα, τον φτωχοντυμένο κακομοίρη με το ασουλούπωτο σώμα και την κακοχυμένη φάτσα, τους πεσμένους ώμους και τ’ αδύνατα άκρα.
Τώρα όλα αυτά έχουν αλλάξει βέβαια. Τώρα κινούμαι στο αρχέγονο σκοτάδι αόρατος, καλυμμένος από τη ζωντανή μου χλαίνη, επικίνδυνος, πρόθυμος να πνίξω όποιον βρεθεί στο δρόμο μου με τόνους σπαρταριστών ποδιών και κεράτινων φτερούγων.
Η Περσεφόνη έψαχνε τον προμηθευτή της. Σε συγκεκριμένο σημείο. Σ’ ένα στενό δρομάκι κοντά στην Ομόνοια, ανάμεσα σ’ ένα τσούρμο αλλοδαπών, τοξικομανών και άστεγων που κυκλοφορούν στο κέντρο της πόλης τις μικρές ώρες της νύχτας, όταν οι νομοταγείς πολίτες κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, προστατευμένοι από συστήματα συναγερμού, κλειδωμένα πορτοπαράθυρα και κλειδαριές ασφαλείας. Τόσο τρωτοί όλοι τους, τόσο αστείοι.
Διέσχισα την κοσμοπλημμυρισμένη πλατεία που ξεχείλιζε από κακοντυμένους μετανάστες, πρεζόνια και αργόσχολους που είχαν μαζευτεί γύρω από ηλεκτροφωτισμένους πάγκους μικροπωλητών που πουλούσαν εφημερίδες και περιοδικά. Γύρω απ’ αυτό τον ετερόκλητο συρφετό υψώνονταν φωταγωγημένα κτίρια, πολυώροφα ξενοδοχεία και εμπορικά κέντρα, τα νεκρά τώρα σύμβολα ενός βουλιμικού πολιτισμού που καταβρόχθιζε ακατάπαυστα τους φυσικούς πόρους και τους ανθρώπους του πλανήτη. 
Εισέπραξα μια σειρά από ξαφνιασμένες ματιές που γρήγορα στρέφονταν αλλού, μακριά απ’ τον παράξενο τύπο με τα αναμαλλιασμένα μαλλιά και τα βρώμικα ρούχα που κινούταν ανάμεσά τους παρακολουθώντας τη λεία του. 
Κι όμως κατάφερα να τη χάσω από τα μάτια μου.
Μια παρέα μεθυσμένων που έψαχναν ταξί μπήκε στο δρόμο μου και μέχρι να καταφέρω να ελιχθώ ανάμεσά τους και να τους προσπεράσω, η λιγνή φιγούρα της Περσεφόνης είχε χαθεί πίσω από ένα πλήθος από κεφάλια που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά.
Η καρδιά μου γοργοχτύπησε τρομαγμένη. 
Κάποιο αρχέγονο ένστικτο με προειδοποιούσε ότι την απειλούσε ένας θανάσιμος κίνδυνος. 
Άρχισα να τρέχω σαν παλαβός, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στο πλήθος της πλατείας και μετά χώθηκα στο βρώμικο και κακοφωτισμένο δρομάκι που ήξερα ότι την περίμενε ο προμηθευτής της. 
Εκεί πέρα, κάτω από μια ετοιμόρροπη μαρκίζα που σκίαζε την εξώπορτα ενός κακόφημου ξενοδοχείου, αντίκρισα τον θησαυρό μου, τη μικροκαμωμένη Ιουλιέτα μου να κοιτάζει γύρω της σαν χαμένη, περικυκλωμένη από μια παρέα αποκτηνωμένων νεαρών που την είχαν περικυκλώσει και την έσπρωχναν από δω και από εκεί. 
Τα πρόσωπά τους γυάλιζαν ξαναμμένα μέσα στο θολό φως μιας λεκιασμένης λάμπας ενώ οι φωνές τους ακούγονταν βραχνές και άγριες καθώς την έλουζαν με τα χειρότερα κοσμητικά επίθετα. Οι προθέσεις τους ήταν ολοφάνερες, αλλά εκείνη δεν το είχε καταλάβει ακόμα. 
Συνέχιζε να τους παρακαλάει για ψιλά σαν υπνωτισμένη. 
Οι νεαροί είχαν βρει το τέλειο θύμα, τη μοναχική κοπέλα με το αποσκελετωμένο σώμα και το θολωμένο μυαλό. Λειτουργούσαν σαν αγέλη. Αντλούσαν δύναμη ο ένας απ’ την παρουσία του άλλου. Ήταν τόσο θρασύδειλοι! 
Αλλά είχαν υπολογίσει χωρίς τον ξενοδόχο. 
Τους πλησίασα περπατώντας αργά και αδιάφορα. 
Εκείνοι με πρόσεξαν και αφού παράτησαν το θύμα τους, με μια τελευταία σπρωξιά που το έστειλε να σωριαστεί σε μια γωνία που βρωμοκοπούσε ανθρώπινο κάτουρο, άρχισαν να με βρίζουν, με φωνές τόσο άσχημες που έμοιαζαν με γαυγίσματα θυμωμένων σκύλων. 
Η νέα γενιά. Το λαμπρό μέλλον του ανθρώπινου είδους με κοίταζε ντυμένο με γελοία μπλουζάκια που αποκάλυπταν μύες φουσκωμένους απ’ τα παράνομα στεροειδή συνοικιακών γυμναστηρίων, στολισμένο με τατουάζ της πλάκας και κοντά μαλλιά πηγμένα στο ζελέ. 
Εξακολούθησα να περπατώ αδιάφορα, προκλητικά ατάραχος. Εκείνοι στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο, πάνω στο πεζοδρόμιο και στο δρόμο και μου έκλεισαν το δρόμο. 
Και τότε έστειλα ένα νοητικό σήμα κατάφασης στο γύρω χώρο. Η βρώμικη λάμπα που κρεμόταν πάνω απ’ τα κεφάλια τους έχασε τη λάμψη της. Το ίδιο συνέβη και με τις φωτεινές επιγραφές που έλαμπαν στις προσόψεις των γύρω κτιρίων. 
Εκείνοι πρόσεξαν την αλλαγή και κοίταξαν ολόγυρα τους ξαφνιασμένοι, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν τι στο καλό συνέβαινε. 
Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά.  
Επίσης, ήταν απόλυτα απολαυστικό. Για μένα τουλάχιστον. Τόνοι ολόκληροι από αγριεμένες κατσαρίδες έπεσαν επάνω τους στα χιονοστιβάδα. Ξεκόλλησαν απ’ τους γύρω τοίχους και σχημάτισαν ένα στροβιλιζόμενο σύννεφο που βούιξε δυσοίωνα και βύθισε ολόκληρο το δρόμο σ’ ένα πηχτό και αποπνιχτικό σκοτάδι. 
Εκείνοι προσπάθησαν να ουρλιάξουν αλλά τα στόματά τους, οι φάρυγγες και οι τραχείες τους είχαν ήδη μπουκώσει. Παραπάτησαν και έπεσαν καταγής σπαρταρώντας, σωριάστηκαν πάνω σε μια γλιστερή μεμβράνη από γυαλιστερά καύκαλα εντόμων που καθώς χτυπιόνταν πάνω του σαν επιληπτικοί, μετατράπηκε σ’ ένα σκουροκίτρινο χυλό. 
Πάλεψαν να ξεφύγουν απ’ τον αδυσώπητο θάνατο που τους αγκάλιαζε αδυσώπητα χωρίς να καταφέρουν να βγάλουν το παραμικρό ήχο. Οι κατσαρίδες χώθηκαν στ' αυτιά τους, καταβρόχθισαν τα μάτια τους και εισχώρησαν στις ρινικές τους κοιλότητες. 
Τα παράθυρα των γύρω πολυκατοικιών παρέμειναν ερμητικά κλειστά, οι ένοικοί τους, τρομαγμένοι απ’ την πιθανότητα της εισβολής κάποιου αδίστακτου διαρρήκτη, είχαν ανάψει τα αιρ-κοντίσιον και παρακολουθούσαν τα δελτία ειδήσεων που επαναφόρτιζαν τους φόβους τους με ελεγχόμενες δόσεις παράνοιας και τρομολαγνείας εντελώς ανυποψίαστοι για το μικρό δράμα που ξετυλιγόταν δίπλα στα κατώφλια τους. 
Πλησίασα τα νεαρά μου θύματα, περπατώντας αλώβητος μέσα απ’ το σύννεφο των κατσαρίδων που με περιέβαλλε σαν ένας βουερός ανεμοστρόβιλος και τα κλώτσησα ένα-ένα δοκιμαστικά. Ανακάλυψα πως είχαν ήδη εγκαταλείψει το μάταιο τούτο κόσμο.  
Στάθηκα μπροστά τους και το ζωντανό νέφος άρχισε να διαλύεται. Οι κατσαρίδες κάθισαν πάνω στο κακοσυντηρημένο οδόστρωμα, στους γύρω τοίχους από γκρίζο τσιμέντο και βρώμικο σοβά, στα καπό των παρκαρισμένων αυτοκινήτων, και έστρεψαν τα κεφαλάκια τους προς το μέρος μου. Οι μακριές και λεπτεπίλεπτες κεραίες τους κινήθηκαν θριαμβευτικά. 
Χαμογέλασα.  
Τα κωλόπαιδα ήταν νεκρά. Καπούτ. Τα κορμιά τους κείτονταν εντελώς άτονα, πασαλειμμένα με κιτρινωπά ζουμιά και κομματάκια φτερών, ποδιών και μικρών φτερών από διάφανη κερατίνη. Τα μάτια τους είχαν μεταμορφωθεί σε τεράστιες τρύπες που πλημμύριζαν από μια πρωτόγνωρη φρίκη. Κοίταζαν ανήμπορα τη λουρίδα ενός αθέατου ουρανού. 
Πέντε τσογλάνια λιγότερα κατά την ταπεινή μου γνώμη.
Οι κατσαρίδες άρχισαν να εγκαταλείπουν το πεδίο της μάχης και να αναζητούν καταφύγιο σε αγωγούς απορροής όμβριων υδάτων, σε υδρορροές και κάτω απ’ τις πόρτες ημι-υπόγειων διαμερισμάτων. 
Τους μίλησα. Τους εξήγησα ότι τα πέντε πτώματα δεν έπρεπε να βρεθούν ποτέ σ’ αυτή την κατάσταση, γιατί τότε, κάποιος, αργά ή γρήγορα, θα υποψιαζόταν τι είχε συμβεί πραγματικά και θα έπειθε τις αρχές να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. 
Οι κατσαρίδες συμφώνησαν μαζί μου. Επέστρεψαν σαν σκοτεινή πλημμυρίδα, ξανακάλυψαν τη λεία τους και άρχισαν το κανιβαλικό τους τσιμπούσι.  



----------


Η Περσεφόνη.
Ήταν ακόμα πεσμένη στη γωνιά της, ακίνητη και εύθραυστη σαν σπασμένη κούκλα.
Τη σήκωσα στην αγκαλιά μου και ανακάλυψα ότι έκαιγε απ’ τον πυρετό. Όπως το είχα ήδη φανταστεί, ήταν ελαφριά σαν στάχυ.  
Προτού εγκαταλείψω το σκοτεινό δρομάκι, έριξα μια τελευταία ματιά στα θύματά μου. Οι πέντε μάζες που μια φορά και έναν καιρό ήταν άνθρωποι καταβροχθίζονταν με τρομερή ταχύτητα. Συρρικνώνονταν, τα εσωτερικά τους υγρά καταπίνονταν από αμέτρητα πεινασμένα στοματάκια. Ήταν σαν να παρακολουθούσα μια διαδικασία αποσύνθεσης σε αυξημένη ταχύτητα, σαν αυτά τα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ που δείχνουν σε κατάσταση επιτάχυνσης την ανάπτυξη ενός φυτικού οργανισμού ή τον εικοσιτετράωρο κύκλο της ζωής ενός λουλουδιού. 
Υπολόγισα ότι σε καμία δεκαριά λεπτά τουλάχιστον δεν θα είχε απομείνει τίποτα περισσότερο από κιτρινισμένα κόκαλα. Αλλά και αυτά μπορούσαν να απομακρυνθούν, με τη δική μου βοήθεια. Να συρθούν μέχρι τον κοντινότερο υπόνομο και να κατρακυλήσουν σε κάποια τρύπα.
Απόλαυσα το θέαμα με μισόκλειστα μάτια, καθισμένος στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, κρατώντας σφιχτά την Περσεφόνη στην αγκαλιά μου. 
Ο θρίαμβός μου είχε ολοκληρωθεί. Το μίσος είναι ένα υπέροχο συναίσθημα όταν ικανοποιείται. Σου δημιουργεί μια αίσθηση θαλπωρής, μια υπαρξιακή έκσταση. Είναι μια πνευματική εμπειρία. 
Κάποια στιγμή, όταν χόρτασα το μικρό μου θρίαμβο, σηκώθηκα όρθιος, ξεφορτώθηκα τα κόκαλα και κρατώντας την Περσεφόνη στην αγκαλιά μου, άρχισα να περπατώ μακριά απ’ το σημείο του φονικού.
Στη θέση των πέντε πτωμάτων δεν είχε απομείνει τίποτα. Ακόμα και το αίμα τους είχε φαγωθεί και ρουφηχτεί μέχρι την τελευταία σταγόνα.  
Αδιαφορώντας όπως πάντα για τα βλέμματα των περαστικών που με κοιτούσαν παραξενεμένοι, κάποιοι από δαύτους φοβισμένοι, κάποιοι με οίκτο, αλλά όλοι τους απρόθυμοι όπως πάντα να μου μιλήσουν, μπήκα σ’ ένα δεύτερο στενό, σήκωσα ένα σιδερένιο καπάκι και χώθηκα στο υπόγειο πέρασμα που ξετυλιγόταν από κάτω του. 
Το υγρό σκοτάδι απλώθηκε γύρω μου στοργικά για μια ακόμα φορά. Η διάχυτη μυρωδιά της αποσύνθεσης, της σαπίλας και του στάσιμου νερού άγγιξε τα ρουθούνια μου σαν θυμίαμα. Η βοή της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων έδωσε τη θέση της στο ρυθμικό ψίθυρο μακρινών σταλαγματιών και στο περιστασιακό τρεχαλητό κάποιου αθέατου αρουραίου που απομακρυνόταν απ’ το μαύρο κύμα των αδυσώπητων εντόμων που κινούνταν γύρω μου.  
Για μια ακόμα φορά, είχα εισχωρήσει στο φυσικό μου περιβάλλον.


--------



Μετέφερα την Περσεφόνη στο μυστικό μου παλάτι και την ξάπλωσα σ’ ένα πουπουλένιο στρώμα που είχα βουτήξει από κάποιο ημι-υπόγειο κατάστημα. 
Εξακολουθούσε να βρίσκεται σε λήθαργο. Για να τη βλέπω καλύτερα, με τα δικά μου μάτια, άναψα μια λάμπα πετρελαίου την οποία κρέμασα πάνω απ’ το πρόσωπό της, από έναν γάντζο που κρεμόταν απ’ το ψηλότερο σημείο της πλίνθινης οροφής. Τ’ ακίνητα νερά της δεξαμενής γυάλισαν θαμπά σαν εβένινος καθρέφτης κάτω από την σταθερή κίτρινη φλόγα. Προσπάθησα να της καθαρίσω το πρόσωπο μ’ ένα υγρό πανί. 
Τρόμαξα απ’ την φριχτή της αδυναμία. Τα μήλα του προσώπου της έμοιαζαν έτοιμα να σκίσουν το δέρμα που τα σκέπαζε, τα μάγουλά της ήταν ρουφηγμένα. Ένας ελαφρύς στεναγμός δραπέτευσε απ’ τα χλωμά της χείλη που είχαν πάρει το γκρίζο χρώμα της στάχτης. Ήταν τόσο αδύνατη, σχεδόν αποστεωμένη. Αλλά μπορούσα να τη σώσω. Είχα προετοιμαστεί γι αυτό. Είχα κλέψει φάρμακα, αντιβιοτικά και αντιπυρετικά από διάφορα φαρμακεία, είχα γεμίσει μια βαλίτσα με αντισηπτικά και συμπληρώματα διατροφής. 
Ξάπλωσα δίπλα της, την αγκάλιασα και τη σκέπασα με μια χοντρή κουβέρτα.
Και τότε εκείνη έκανε κάτι που μ’ άφησε κατάπληκτο. Άνοιξε τα μάτια της, που ήταν θολά και σκοτεινά απ’ την εξάντληση και περικυκλωμένα από μαύρους κύκλους και με κοίταξε κατάματα:
-«Ήρθες τελικά,» μου είπε, «σκοτεινέ μου άγγελε. Σε βλέπω μέρα-νύχτα να με κοιτάς. Στην αρχή σε φοβόμουν αλλά μετά κατάλαβα ότι είχες έρθει να με πάρεις μαζί σου, στο σκοτεινό σου βασίλειο».
Την αγκάλιασα σφιχτά και ένωσα τα χείλη μου με τα δικά της, Το στόμα της μύριζε πείνα και αρρώστια και τα χείλη της ήταν κρύα σαν χειμωνιάτικα φύλλα. 
Οι κατσαρίδες μας πλησίασαν και μας κάλυψαν σαν ένα στρώμα από ζωντανεμένα πέταλα. 


----------


Πέρασαν έξι μήνες.
Η Περσεφόνη επέζησε. Αρχικά όμως χρειάστηκε να περάσει τη δοκιμασία του στερητικού συνδρόμου. Ο παλιός της εαυτός απανθρακώθηκε μέσα στις φλόγες του πόνου, των παραισθήσεων και της τρέλας. Με αυτή τη σειρά ακριβώς. 
Αναγκάστηκα να τη δέσω χειροπόδαρα με χοντρές αλυσίδες σ’ έναν απ’ τους πέτρινους τοίχους της προσωπικής μου κατακόμβης. Εκείνη ούρλιαζε και χτυπιόταν σαν δαιμονισμένη, μ’ έβριζε μέρα-νύχτα σαν εξαγριωμένη μαινάδα. Ξερνούσε πάνω μου το φαγητό που προσπαθούσα να της δώσω μέχρι που εξαντλήθηκε τελείως και κρεμάστηκε απ’ τα δεσμά της σαν ένα κατεστραμμένο σκιάχτρο, σαν την αποστεωμένη παρωδία ενός σταυρωμένου Ιησού. 
Δεν το έβαλα κάτω. Της φύτεψα έναν ορρό, την υποχρέωσα να πίνει υγρά και ύστερα, όταν συνήλθε λιγάκι, της έδωσα και στερεά τροφή.  
Κάποια μέρα φάνηκε να ξυπνάει, ν’ αναδύεται απ’ τα νερά κάποιου σκοτεινού εφιάλτη. Είχα ήδη φροντίσει να μετατρέψω την επιστροφή της σε μια όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη εμπειρία. 
Υποβοηθούμενος απ’ τις αμέτρητες κατσαρίδες μου, λεηλάτησα εμπορικά κέντρα, αποθήκες και καταστήματα που περιείχαν ακριβά υφάσματα, στολίδια και σπάνια έπιπλα. Φωταγώγησα την έπαυλή μου με κρεμαστά καντήλια από πολύχρωμο γυαλί και ασήμι, έφερα θυμιατά που σκορπούσαν γλυκύτατα αρώματα και κάλυψα τους πλίνθινους τοίχους της κατακόμβης με μεταξωτά παραπετάσματα, αραχνοΰφαντες δαντέλες και πολύχρωμες κουρτίνες.  
Άπλωσα πάνω σε αρχαίες πλάκες και φθαρμένα ψηφιδωτά πλούσια χαλιά και γέμισα την αίθουσα της δεξαμενής με μπρούτζινα και χρυσαφένια καντηλέρια και περίτεχνα μικροέπιπλα. 
Όταν άνοιξε τα μάτια της κοίταξε γύρω της κατάπληκτη, γεμάτη θαυμασμό.
Ένιωσα περήφανος για το κατόρθωμά μου. Το στήθος μου φούσκωσε από ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα απόλυτης ικανοποίησης. 
 

----------

Τη γέμισα με δώρα, οτιδήποτε μου ζητούσε ήταν δικό της. Τίποτα δεν με σταματούσε. 
Εκείνη δεχόταν τα δώρα μου με την άδολη ευγνωμοσύνη ενός παιδιού. Έτρωγε υπάκουα τα φαγητά που έκλεβα από γκουρμέ εστιατόρια και φορούσε τα ρούχα που της έφερνα χωρίς να μου φέρνει την παραμικρή αντίρρηση. 
Με αποκαλούσε Πλούτωνα. Μου άρεσε αυτό το όνομα. Ήμουν ο θεός του κάτω κόσμου και εκείνη ήταν η Περσεφόνη μου, η αναγεννημένη βασίλισσά μου.
Όταν της εξήγησα τη σχέση που με συνέδεε με τις κατσαρίδες, δεν φάνηκε να εκπλήσσεται καθόλου. Το μυαλό της έμοιαζε να έχει αλλάξει, να έχει μεταμορφωθεί σε ένα ευπροσάρμοστο και ευέλικτο εργαλείο που μπορούσε να επεξεργαστεί τα πάντα.
Στην αρχή δε μιλούσε πολύ, αλλά καθώς δυνάμωνε, μέρα με τη μέρα, άρχισε να μου αφηγείται στιγμιότυπα απ’ την περασμένη της ζωή, το πως ξεκίνησε προικισμένη με όλα τα προσόντα για να κατακτήσει τον κόσμο, τυλιγμένη στη φορτική αγάπη των γονιών της που έβλεπαν στο πρόσωπό της την προοπτική της πραγματοποίησης όλων των χαμένων τους ονείρων. Το πως ερωτεύτηκε κάποιον που τη πρόδωσε και πως, ύστερα από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη που κατέληξε σε μια βιαστική άμβλωση, βίωσε την οργή και την απόρριψη του οικογενειακού της περιβάλλοντος, των ηλίθιων εκείνων μικροαστών που αποφάσισαν να την τιμωρήσουν με αυτό τον άνανδρο τρόπο επειδή τόλμησε να παραστρατήσει από το μονοπάτι που εκείνοι είχαν σχεδιάσει. Το πως, από αντίδραση κυρίως, έμπλεξε με τα ναρκωτικά και πώς έμαθε έτσι την αλήθεια, ότι οι άνθρωποι παραμένουν καλοί για όσο καιρό κάνεις αυτό που περιμένουν από σένα. Ωστόσο, με το πρώτο λάθος γίνεσαι ένας απόβλητος, ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Πίσω απ’ τους καλούς τρόπους και την «πολιτισμένη» συμπεριφορά που ρυθμίζει τη λειτουργία της κοινωνίας, επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Είσαι ασφαλής μόνο αν διαθέτεις χρήματα και ανθρώπους να σε στηρίζουν. Κατά τη διάρκεια του σκοτεινού ταξιδιού της μέσα στο κατηφορικό τούνελ της εξαθλίωσης και της φρίκης είχε υποστεί δοκιμασίες ασύλληπτες, είχε χάσει κάθε ίχνος αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας αλλά τώρα ένιωθε σοφή, ισχυροποιημένη. 
Τώρα πια γνώριζε το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων.
Οι συζητήσεις μας ήταν ατελείωτες και υπέροχες. Μέσα στο απαλό φως των κεριών και των καντηλιών που κρέμονταν απ’ τη θολωτή οροφή της αρχαίας έπαυλης, καθισμένοι κοντά στο ακίνητο νερό της δεξαμενής όπου επέπλεαν αναμμένες λαμπάδες και πέταλα φρεσκοκομμένων λουλουδιών, κουλουριαζόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, μέσα σε μια αγκαλιά από βελούδινα μαξιλάρια και μεταξωτά στρωσίδια και μιλούσαμε αχόρταγα, για όλα, ξαναζούσαμε τις ξέχωρες ζωές μας, κλάψαμε γελάσαμε και τρίξαμε τα δόντια μας με οργή. Και καταλήξαμε, ξανά και ξανά στο ίδιο πάντα συμπέρασμα, ότι ήταν γραφτό να ενώσουμε τα πεπρωμένα μας, ότι οτιδήποτε είχαμε βιώσει αποσκοπούσε σ’ αυτή την υπέροχη κατάληξη.  
Η Περσεφόνη έμοιαζε ήρεμη και ευχαριστημένη. 
Ένα βράδυ, τη βρήκα καθισμένη σ’ ένα ανάκλιντρο με βελούδινη ράχη και σκαλιστή πλάτη, να κρατάει μια μεγάλη καφετιά θηλυκιά στην παλάμη του χεριού της και να την κοιτάζει με θαυμασμό, σαν να επιθεωρούσε ένα σπάνιο γλυπτό. Η κατσαρίδα κουνούσε τις κεραίες της ενθαρρυντικά. Τα μαλλιά της και το φόρεμά της καλύπτονταν από περισσότερες κατσαρίδες, πράγμα που δεν έμοιαζε να την ενοχλεί καθόλου.
Μια ακόμα στιγμή ευτυχίας για μένα.
Κάθε βράδυ, κάναμε το μπάνιο μας στη δεξαμενή της έπαυλης και ξαπλώναμε στο κρεβάτι μας όπου επιδιδόμασταν σε παθιασμένες ερωτικές περιπτύξεις. Οι οργασμοί μας σκόρπιζαν ομόκεντρους κύκλους έντασης που διαπερνούσαν τα κορμιά των χιλιάδων κατσαρίδων που γέμιζαν το γύρω χώρο σαν μικροί σωματοφύλακες.
Η Περσεφόνη μεταμορφώθηκε σ’ ένα πλάσμα γεμάτο ενεργητικότητα. Έβαψε τους γύψινους κίονες που στήριζαν την οροφή της έπαυλης με πολύχρωμα σπρέι, άρχισε ν’ ακούει μουσική από ένα στερεοφωνικό συγκρότημα και να διαβάζει όλα τα βιβλία που της έφερνα με μια αφοσίωση πρωτοφανή. 


--------


Στο τέλος μιας ζεστής νύχτας κατά τη διάρκεια της οποίας εξερευνούσα την πόλη και εκείνη με περίμενε υπομονετικά στην υπόγεια κατοικία μας, καθώς τρώγαμε μαζί περικυκλωμένοι από αρωματικά κεριά και κοσμήματα που η Περσεφόνη είχε κρεμάσει απ’ τους τοίχους και την οροφή του περίλαμπρου παλατιού μας, μου είπε:
-«Θέλω να με πάρεις μαζί σου την επόμενη φορά που θ’ ανέβεις εκεί πάνω. Θέλω να ξαναδώ τους ανθρώπους και τον κόσμο τους τώρα που είμαι πια καλά.»
Την κοίταξα χωρίς να μιλήσω, κρυφά ευχαριστημένος απ’ τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε για τους συνανθρώπους της, σαν να ανήκε πλέον σε μια άλλη φυλή και να τη χώριζε από αυτούς ένα απροσπέλαστο χάσμα.
-«Εντάξει,» της είπα, «αύριο θα σε πάρω μαζί μου.»
Παρατήρησα για μια ακόμα φορά πόσο είχε αλλάξει η όψη της. 
Το λιμασμένο και αποστεωμένο πλάσμα με τα βρώμικα μαλλιά και το εξαθλιωμένο πρόσωπο που είχα σώσει από το θάνατο, είχε μεταμορφωθεί σε μια όμορφη και χυμώδη γυναίκα με υπέροχες καμπύλες, λευκό δέρμα και υγρά χείλη. Τα μάτια της, που είχαν αποκτήσει το σκούρο βιολετί χρώμα ενός καλοκαιριάτικου δειλινού, ακτινοβολούσαν, τα μαλλιά της είχαν γίνει πλούσια, μαύρα και γυαλιστερά, σαν φεγγαρόλουστα σύννεφα που έκρυβαν τη λάμψη μιας ολοστρόγγυλης πανσέληνου.  


---------


Ανεβήκαμε στη επιφάνεια. Ο καιρός είχε αλλάξει. Ο καυτός Ιούνιος είχε δώσει τη θέση του σ’ έναν αφυδατωμένο Σεπτέμβριο. Ο ήλιος έδυε πιο γρήγορα και η μέρα κρατούσε λιγότερο. 
Εκείνο το βράδυ, μια υποψία ψύχρας πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.
Η Περσεφόνη, κρατώντας με απ’ το χέρι, παρατηρούσε τα πάντα με αταραξία, τα καταστήματα και τους ανθρώπους, τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια, τα φανάρια των δρόμων και τα κοσμοπλημμυρισμένα πεζοδρόμια. Κατέγραφε τα πάντα στο μυαλό της με μια οξύτατη παρατηρητικότητα που ωστόσο δεν εστιάζονταν κάπου συγκεκριμένα αλλά παντού. Πραγματικά είχε γίνει μια ξένη, ένα πλάσμα που προερχόταν από έναν άλλο κόσμο.
Η σκοτεινή της ομορφιά τραβούσε τα βλέμματα. Τα αυτοκίνητα που μας προσπερνούσαν στις φωταγωγημένες λεωφόρους κορνάριζαν προκλητικά, τα μάτια των ανδρών και κάποια απ' τα μάτια των γυναικών, έμεναν πάνω της με θαυμασμό, λίγο περισσότερο απ’ όσο ήταν απαραίτητο. 
Φορούσαμε ακριβά ρούχα που είχαμε κλέψει από κάποιο πολυκατάστημα. Είχαμε μεταμορφωθεί σ’ ένα πολύ καλοβαλμένο ζευγάρι. 
Σε δυο θεούς της νεογέννητης νύχτας.
Κάποια στιγμή βαρεθήκαμε να περπατάμε στους δρόμους και αποφασίσαμε ν’ ανεβούμε στο λόφο του Λυκαβηττού. Μόνοι μας καθώς η ώρα ήταν περασμένη, με τα πόδια. Σταθήκαμε μπροστά στο εκκλησάκι με το κανόνι, με την Αθήνα ν’ απλώνεται στα πόδια μας σαν προσεδαφισμένος γαλαξίας. 
Η Περσεφόνη κοίταξε γύρω της το πολύχρωμο και φωταγωγημένο χαλί της πόλης που άγγιζε το μακρινό ορίζοντα και γέμιζε τον ουρανό με μια πορτοκαλί φωταύγεια. 
Γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια της ακτινοβολούσαν, είχαν γεμίσει μ’ ένα υπερφυσικό φως.
-«Με αγαπάς;» με ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε απαλή σαν ψίθυρος μέσα στο φωτεινό σκοτάδι.
-«Ναι,» της απάντησα, «με όλη μου την ψυχή.»
-«Τότε θέλω να μου κάνεις ένα δώρο, κάτι που θα σφραγίσει την αγάπη μας για πάντα.»
-«Ότι θες» της είπα.
Εκείνη σάρωσε με το σκοτεινό της βλέμμα τα οικοδομικά τετράγωνα και τα αργά κινούμενα φωτάκια των αυτοκινήτων που διέτρεχαν την πόλη και σχημάτιζαν πυρακτωμένες αρτηρίες.
-«Θέλω να τους σκοτώσεις όλους,» μου είπε, «Όλους. Αυτή τη στιγμή. Μην αφήσεις κανέναν τους ζωντανό. Ούτε άντρα, ούτε γυναίκα, ούτε παιδί. Θέλω αυτή η πόλη να πεθάνει απόψε!»
Και εγένετο το θέλημά της.
Στάθηκα στην άκρη του βράχου, δίπλα στο κανόνι και σήκωσα τα χέρια μου προς τον φωτεινό ουρανό. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν ένας κυρίαρχος του σύμπαντος, σαν ένας κοσμικός τιμωρός, ένα πεινασμένο όρνιο που ετοιμάζεται να ορμήσει πάνω στην ανυποψίαστη λεία του.
Η νοητική μου παράκληση πήδηξε σαν αστραπή από έντομο σε έντομο σαν το ωστικό κύμα της έκρηξης μιας βόμβας νετρονίου. 
Η ανταπόκριση υπήρξε άμεση, σχεδόν ακαριαία. Αλλά κανείς απ’ τους κατοίκους της Αθήνας δεν ένιωσε τίποτα. Ούτε και κατάλαβε το παραμικρό. Ίσως κάποιοι ν’ ανασάλεψαν ανήσυχα στον ύπνο τους για μια στιγμή, ίσως και κάποιοι άλλοι που ξαγρυπνούσαν μπροστά σε τηλεοράσεις ή κρατώντας στα χέρια τους το τιμόνι ενός αυτοκινήτου να ένιωσαν μια στιγμιαία ανησυχία, μια περαστική ταχυπαλμία, ένα σκοτεινό προαίσθημα. Αυτό ήταν όλο.
Αμέσως μετά, οι κατσαρίδες της πόλης κινήθηκαν σαν ένα σώμα. Όλες αυτές οι μικρές οντότητες που τους έξι τελευταίους μήνες αναπαράγονταν ανεξέλεγκτα σε υπόγεια, σωλήνες, βόθρους και στοές, ξύπνησαν και κινήθηκαν ταυτόχρονα. Ανάβλυσαν σαν μια καφετιά πλημμύρα μέσα από οχετούς και αγωγούς απορροής όμβριων υδάτων, σήκωσαν με τις συντονισμένες προσπάθειές τα καπάκια των δρόμων και πλημμύρισαν φρεάτια ασανσέρ και τις σκοτεινές σήραγγες του μετρό. Σαν ένα σκοτεινό παλιρροϊκό κύμα, σαν τα διαρκώς ανυψούμενα νερά ενός αρχέγονου κατακλυσμού που για μια ακόμα φορά ήταν γραφτό να εξαγνίσει το πρόσωπο αυτού του κόσμου, κυρίευσαν και γέμισαν τα υπόγεια της πόλης και μετά βγήκαν στους δρόμους ασταμάτητες, ασυγκράτητες και ανηλεείς, μια μάστιγα που κανείς δεν περίμενε και κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει. 
Από το σημείο όπου βρισκόμασταν, στην κορφή του ψηλότερου λόφου της καταδικασμένης πόλης, ακούσαμε με χαρά τις κραυγές του τρόμου και φρίκης που άρχισαν να βγαίνουν μέσα από εκατομμύρια λαρύγγια που έμελλε να φράξουν από αρθρωτά κορμάκια, κεραίες, αγκαθωτά ποδαράκια και σκληρές φτερούγες. Ακούσαμε αυτοκίνητα να φρενάρουν απότομα, να πέφτουν σαν βλήματα πάνω σε τοίχους σκουπιδοτενεκέδες και φανάρια, να μετατρέπονται σε μπάλες φωτιάς που από ψηλά έμοιαζαν με μικρά πυροτεχνήματα. Και η πλημμύρα συνεχίστηκε. Τα δισεκατομμύρια των κατσαρίδων ανέβηκαν έναν-έναν τους ορόφους άσχημων πολυκατοικιών, βραχυκύκλωσαν φώτα και αναμμένες ηλεκτρικές συσκευές, κρεμάστηκαν από ηλεκτρικά καλώδια σαν ζωντανά τσαμπιά και ισοπέδωσαν με το βάρος τους δορυφορικές κεραίες, τέντες μπαλκονιών και τηλεφωνικά σύρματα. Δεν λυπήθηκαν κανέναν. Έπνιξαν αβοήθητα βρέφη μέσα στις κούνιες τους, ανήμπορους γέροντες σε κρεβάτια νοσοκομείων και σε αναπηρικές πολυθρόνες, έφαγαν άνδρες και γυναίκες που νικήθηκαν σχεδόν αμέσως από τον συντριπτικό τους όγκο, απ’ τους αμέτρητους μικρούς εισβολείς που τους έφαγαν τα μάτια και τα αυτιά, που χώθηκαν στους λαιμούς και στα ρουθούνια τους. Ζευγάρια πέθαναν αγκαλιασμένα σε κρεβάτια, αυτοκίνητα ή σε πεζοδρόμια, καταπλακωμένα από ζωντανά κύματα οργής που πάλλονταν φρενιασμένα. 
Ένα-ένα, ακόμα και τα πιο ψηλά κτίρια κυριεύτηκαν ολοκληρωτικά από εκείνη την ασύλληπτη μάστιγα. Τζάμια που δεν άντεξαν την πίεση των αμέτρητων σωμάτων θρυμματίστηκαν, τοίχοι γκρεμίστηκαν, πατώματα κατακρημνίστηκαν και η πόλη πέθανε ενώ το καταχθόνιο σιντριβάνι εξακολούθησε να ξερνάει το ζωντανό του φορτίο.
Ένα-ένα τα φώτα που κρατούσαν το σκοτάδι μακριά έσβησαν και μια αρχέγονη μαυρίλα κατάπιε τα πυκνοκατοικημένα οικοδομικά τετράγωνα. 
Η σιωπή που κρεμάστηκε γύρω μας ήταν τρομακτική και απόλυτη. 
Και τότε τα σύννεφα που έκρυβαν το φεγγάρι μέριασαν και μια χλωμή λάμψη φώτισε τη νεκρή μεγαλούπολη. Αλλά ήταν στ’ αλήθεια νεκρή; Τα πάντα, πολυκατοικίες, πεζόδρομοι, λεωφόροι και πλατείες, τα μνημεία της και οι ελάχιστοι λόφοι με το πράσινο και τα πάρκα που είχαν διασωθεί από την απληστία και την αδιαφορία των ηλίθιων κατοίκων της έβριθαν από ζωή, είχαν καλυφθεί από ένα σκοτεινό χαλί που αναδευόταν κάτω απ’ το φως του ενός κοφτερού μισοφέγγαρου και θρόιζε ασταμάτητα.
Ήταν η καινούργια κυρίαρχη μορφή ζωής.  
Ήταν οι κατσαρίδες.
Η Περσεφόνη βύθισε το βλέμμα της μέσα στο δικό μου και ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της.
-«Απόψε η Αθήνα. Αύριο ο κόσμος,» μου ψιθύρισε γλυκά-γλυκά. 
Καλή σας νύχτα.


Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2008