Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Θραύσματα Πραγματικότητας



Ίσως αν δεν ήταν οι καπνοί από το όπιο να θολώνουν το δωμάτιο, οι σκιές που χόρευαν στους τοίχους δεν θα ήταν τόσο ανήσυχες. Ίσως ο καθισμένος, στο γεμάτο ανακατεμένα χαρτιά γραφείο, άντρας δεν τις έβλεπε να τον καλούν κοντά τους.

Μπορεί και να μην έφταιγε μόνο το όπιο. Από μικρός ήταν ιδιόρρυθμος. Αισθανόταν πράγματα που άλλοι ένιωθαν μόνο στις ονειρικές περιπλανήσεις τους. Ήταν σαν να περπατούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους: Τον ανθρώπινο, μέσα στην μουντή και γκρίζα στειρότητα του, και έναν άλλο, πιο σκοτεινό, αλλά απρόβλεπτο: Εκεί καθετί είχε δικιά του νόηση. Πάρα πολλές φορές είχε νιώσει να τον προσκαλούν σε εκείνο το δεύτερο κόσμο, αλλά τις περισσότερες φορές κάτι τον κρατούσε καθηλωμένο στην πραγματικότητα.

Παρόλα αυτά, εμπιστευόταν τις ψυχικές αντοχές του, και έτσι επέτρεπε στον εαυτό του ολιγόλεπτα ταξίδια (αν και ο χρόνος εκεί δεν έμοιαζε να λειτουργεί σωστά – αν η έννοια του χρόνου υφίστατο) στην «άλλη μεριά». Είχε δει πράγματα αλλόκοτα, που θα έκαναν ένα φυσιολογικό, καθημερινό άνθρωπο να «απαγκιστρωθεί» από το δίχτυ της πραγματικότητας, και να βουτήξει στον ωκεανό της… τρέλας.

Όμως ο ίδιος δεν ήταν φυσιολογικός άνθρωπος.

Είχε κάνει συμφωνία με τους κατοίκους της άλλης μεριάς: Αυτοί θα τον άφηναν να χορταίνει με θραύσματα από την ολότητα του κόσμου τους, και αυτός, όντας ποιητής, θα δανειζόταν λίγη από τη «μαγεία» τους, και θα τη διοχέτευε στα γραπτά του. Έτσι, οι αναγνώστες, έστω και υποσυνείδητα, θα γίνονταν μάρτυρες του διαφορετικού.

Η ψυχή του μόλις γύρισε από ένα τέτοιο ταξίδι, και περνώντας μέσα απο τους καπνούς του οπίου κάνοντας τους να στροβιλιστούν άκεφα, επέστρεψε στο σώμα της.

Ο άντρας τινάχτηκε απότομα πάνω, και κατόπιν ξαναέκατσε στην καρέκλα, κρατώντας το στέρνο του. Το να ξαποστέλνει την ψυχή του κάπου πέρα από την υλική διάσταση ήταν επίπονη διαδικασία, και τον αποδυνάμωνε τόσο ψυχικά όσο και σωματικά.

Ένα κρώξιμο τον έκανε να αναπηδήσει άλλη μια φορά. Κοίταξε πίσω του, με μάτια μισόκλειστα ώστε να διακρίνει μέσα από τον καπνό.

Ένα κατάμαυρο πουλί στεκόταν στην γωνιά του δωματίου, και τον κοίταζε με κεχριμπαρένια μάτια.

Ένα κοράκι.

Πρωτού προλάβει να παρατηρήσει περισσότερες λεπτομέρειες, αυτό φτερούγισε προς το μέρος του.

Ένα πέπλο φόβου τον κάλυψε, καθώς το κοράκι έσχιζε τον αέρα και τον πλησίαζε ορμητικά. Έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή και πισωπάτησε, καθώς οι καπνοί διαλύονταν. Έπεσε με την πλάτη στο ξύλινο πάτωμα, και για μερικά δευτερόλεπτα τα πάντα ήταν μαύρα.

Έμεινε εκεί για κάμποσο, κουλουριασμένος, απροστάτευτος. Δάκρυα, που κάποτε ίσως συγκρατούσε, μόνο και μόνο για χάρη της αξιοπρέπειας (που ακούστηκε άλλωστε ένας ενήλικας να αντιμετωπίζει έτσι μια κατάσταση;!), έτρεχαν αβίαστα.

Όταν συνήλθε κάπως, ανασηκώθηκε. Το κοράκι δεν φαινόταν πουθενά, εκτός από ένα μαύρο πούπουλο, που έπεσε δίπλα στο μελανοδοχείο. Αντικρίζοντας το, ο φόβος εξανεμίστηκε μονομιάς. Αντίθετα, είχε γεμίσει από ένα είδος ενέργειας που ποθούσε να ελευθερωθεί.

Δεν θα την αφήσω παραπονεμένη, σκέφτηκε, και προσπάθησε να χαμογελάσει.

Δεν τα κατάφερε.

Κάθισε στο γραφείο του, τράβηξε ένα καθαρό φύλλο χαρτί, βούτηξε την πένα στο μελανοδοχείο, με αργές, σχεδόν τελετουργικές, κινήσεις. Άφησε να στάξουν δυο-τρεις σταγόνες μελάνι στην πάνω αριστερή γωνία του χαρτιού. Ήταν ένα είδος συνήθειας, αλλά και μέρος του “τελετουργικού”, να κάνει αυτή την κίνηση. Ένιωθε σαν το μελάνι να “εξαγνιζόταν” έτσι, και να συνέβαλλε με τον τρόπο του στο γράψιμο.

Ένιωσε την ενέργεια στα ακροδάχτυλα του, ανυπόμονη, να ετοιμάζεται να ξεχυθεί. Βούτηξε το χέρι του στη σκοτεινή λίμνη του μυαλού του, και αφού ψαχούλεψε για λίγο στα σκοτεινά νερά της, το έβγαλε, κρατώντας στη χούφτα του πούπουλα. Μαύρα πούπουλα.

Το χέρι, σαν καβαλιέρος, αγκάλιασε την ντάμα του, την πένα, και άρχισαν να χορεύουν πάνω στο χαρτί, αφήνοντας τα σημάδια τους απ' όπου περνούσαν.

Και σε ένα μέρος ,όχι και τόσο μακρυά από εκεί, ένα κοράκι έκραζε προς το χλωμό φεγγάρι.


***


Δεν σταμάτησε να γράφει προτού το ποίημα τελειώσει. Δεν έκανε διάλειμμα ούτε μια φορά, προτού ολοκληρώσει το έργο του. Ήταν, με όλες του το είναι, αφοσιωμένος στο στραπατσαρισμένο κομμάτι χαρτί, στα καλλιγραφικά γράμματα, στις διάσπαρτες σταγόνες μελάνι. Η ίδια η ψυχή του τριγυρνούσε ανάμεσα στα σκοτεινά αυλάκια που χάραζε η πένα, και φαίνεται πως τα γράμματα αποφάσισαν να κρατήσουν λίγη.

Ένιωσε τα πόδια του να λύνονται, και, μην μπορώντας να κρατηθεί όρθιος, σωριάστηκε μισολιπόθυμος στην καρέκλα.

Όμως το έργο του δεν είχε τελειώσει.

Γιατί το ποίημα αυτό δεν ήταν μόνο λέξεις. Είχε την ουσία της ψυχής του μέσα, και λίγη απ’ τη μαγεία της «άλλης μεριάς». Είχε αυτά τα συστατικά που θα έκαναν τους αναγνώστες να ανατριχιάζουν, σαν κάποιο παράθυρο να είχε μείνει ανοιχτό, και ο αέρας να έμπαινε κλεφτά και να τους τύλιγε με παγωνιά, που θα άφηνε τη ματιά τους να περιπλανιέται ανάμεσα σε στροφές και στίχους, χαμένη. Που, για κάμποσα λεπτά, θα τους έκλεβε τη σκέψη.

Δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα.

Κάτι έλλειπε...

Κάτι λείπει.

Με κόπο τέντωσε το χέρι του, και έπιασε το κορακίσιο πούπουλο. Η φλόγες των κεριών παιχνίδισαν, κάνοντας τις σκιές να πάρουν ζωή. Ανάμεσα τους είδε και μερικές γνωστές, που είχε συναντήσει στα ταξίδια του. Τους έγνεψε με κουρασμένο ύφος.

Στράφηκαν και τον κοίταξαν, όχι με αποστασιοποιημένο ενδιαφέρον, όπως πριν, αλλά με πραγματική περιέργεια. Αναρωτιόνταν πως κατάφερε αυτός, ένας θνητός, να τις βλέπει στον τοίχο του και να τις αναγνωρίζει. Του χαμογέλασαν, λίγο νευρικά είναι η αλήθεια, ως απάντηση, και ύστερα γλίστρησαν και έκαναν να φύγουν.

Αυτός άφησε το πούπουλο να αιωρηθεί για λίγο πάνω απο το χαρτί, προτού ο ίδιος κλείσει τα μάτια του, και η ψυχή του ακολουθήσει τις σκιές.

Οριστικά.


***


Το κοράκι επέστρεψε σε εκείνο το δωμάτιο, πιο περίεργο από ποτέ. Είχε χάσει ένα από τα πούπουλα του, και ήταν αποφασισμένο να το βρει.

Το είδε να αιωρείται πάνω από το τραπέζι. Πέταξε όσο πιο γρήγορα του επέτρεπαν οι δυνάμεις του για να το αρπάξει. Δεν μπόρεσε.

Το πούπουλο έπεσε σε ένα κομμάτι χαρτί, και λίγο προτού ακουμπήσει την επιφάνεια του, όπου έγραφε κάτι (ένα ποίημα, το δίχως άλλο), έπεσε σε μια τυχαία στροφή, και, ύστερα, εξαφανίστηκε.



«Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,  
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,  
"Though thy crest be shorn and shaven thou," I said, "art sure no craven,  
Ghastly, grim, and ancient raven, wandering from the nightly shore.
Tell me what the lordly name is on the Night's Plutonian shore."  
Quoth the raven,
"Nevermore."

Το κοράκι χαμογέλασε πικρά (όπως θα μπορούσε να χαμογελάσει ένα τέτοιο περίεργο πτηνό), και, ύστερα, πέταξε μακρυά.

Αργότερα, θα αναρωτιόταν πως κατάφερε ένας θνητός να το κάνει να κλάψει. Και δεν θα ήξερε ότι τα δάκρυα του, μετά από τόσα χρόνια, δεν στέγνωσαν, πάρα έμειναν σαν μαργαριτάρια να κοσμούν το χαρτί, και να ποτίζουν κι’ αυτα το ποίημα με τη μαγεία τους.


Ξωτικό-νεραιδόπαρμένος Φαντασιόπληκτος Με Οργιώδης Φαντασία Συγγραφέας, Copyright 2005

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ




1

Μόλις εμφανίστηκε στο roof-garden του ξενοδοχείου μου φάνηκε ότι ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει. Και δεν ήμουν ο μόνος που ένιωσε έτσι. Για μια στιγμή όλοι σταμάτησαν να μιλάνε και να χορεύουν και άρχισαν να την κοιτάνε σαν χαζοί, άντρες και γυναίκες. Θα ‘λεγε κανείς πως ένα σήμα συναγερμού που μεταδόθηκε με την ταχύτητα του φωτός σ’ ολόκληρο το πλήθος που γέμιζε το μπαρ, έκανε τα κεφάλια να στραφούν προς το μέρος της και τα ποτήρια με τα κοκτέιλ και τ’ αναψυκτικά να αιωρηθούν αμήχανα μπροστά από βαμμένα χείλη και περιποιημένες οδοντοστοιχίες. Ακόμα και η χορευτική μουσική που γέμιζε τον αέρα έχασε το ρυθμό της - ο D.J που κουνιόταν σαν νευρόσπαστο στη γωνιά του, ξεχάστηκε και άφησε τα δάχτυλα του να χασομερήσουν λίγο περισσότερο στο πληκτρολόγιο ενός πανάκριβου sampler. Γιατί ήταν πανέμορφη, η πιο υπέροχη γυναίκα που είχα αντικρίσει ποτέ στη ζωή μου. Και να σκεφτεί κανείς ότι λόγω επαγγέλματος έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες, ανορεκτικές νικήτριες διαγωνισμών ομορφιάς και καλοπληρωμένα call-girls που στολίζουν τις σελίδες των περιοδικών της μόδας και του lifestyle. Αλλά αυτή εδώ τις ξεπερνούσε όλες. Ήταν ψηλή και λεπτή.


Το σώμα της διαγραφόταν λυγερό και γυμνασμένο κάτω απ’ το λευκό της φόρεμα από αέρινο λινό. Είχε υπέροχες αναλογίες που την έκαναν να μοιάζει με ζωντανεμένο άγαλμα. Τα μακριά και πλούσια μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της σαν ένας κατάξανθος καταρράκτης από στερεοποιημένο φως. Έμοιαζε να λαμποκοπά στο τελευταίο φως του δειλινού που γέμιζε τον ουρανό με το βαθύ χρώμα του αμέθυστου. Το πρόσωπό της ήταν οβάλ και συμμετρικό, με λεπτό πηγούνι, ψηλά ζυγωματικά και υπέροχα χείλη ενώ το τέλειο δέρμα της εξέπεμπε μια εσωτερική λάμψη που είχε την πλούσια απόχρωση του μελιού. Τα μάτια της, κάπως λοξά και μυστηριώδη, ήταν πράσινα και άστραφταν σαν το κολιέ με τους ημιπολύτιμους λίθους που στόλιζε τον υπέροχο λαιμό της. Ένα ζευγάρι χρυσωπά σανδάλια τύλιγαν τους λεπτούς της αστραγάλους με λεπτές ταινίες.

Διέσχισε το χώρο του μπαρ περπατώντας ανάλαφρα, με την χάρη μιας εξασκημένης χορεύτριας. Έμοιαζε ν’ αψηφά τον νόμο της βαρύτητας. Όλα τα μάτια συνέχισαν να παραμένουν καρφωμένα πάνω της με δέος, λες και αντίκριζαν μια θεά. Απόλυτα λογική αντίδραση καθώς συγκριτικά με τη μακιγιαρισμένη μετριότητα των υπόλοιπων πελατισσών του ξενοδοχείου, η εκπληκτική αυτή γυναίκα έμοιαζε με νύμφη, μ’ ένα πλάσμα που είχε δραπετεύσει από έναν κόσμο υπερφυσικής ομορφιάς. Εκείνη δεν φάνηκε ν’ αντιλαμβάνεται το σούσουρο που είχε ξεσηκώσει. Περπάτησε σαν οπτασία μέχρι τον εξώστη που έβλεπε στη θάλασσα, κάθισε σε κάποια απ’ τις ευρύχωρες πολυθρόνες του από μπαμπού και άρχισε να ξεφυλλίζει με προσοχή τον κατάλογο με τα ποτά που απλωνόταν πάνω σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι από γυαλί και μέταλλο. Οι κινήσεις της ήταν απαλές και αβίαστες, τόσο όμορφες και αρμονικές που θα μπορούσα να κάθομαι και να την κοιτάζω με τις ώρες.


Το Αιγαίο πέλαγος απλώθηκε μπροστά της σαν ένα σκουρόχρωμο σεντόνι από μπλε μετάξι ενώ ο φωτεινός δίσκος της σελήνης που είχε ήδη ξεπροβάλλει στον ανέφελο ορίζοντα πλαισίωσε το κεφάλι της μ’ ένα μαργαριταρένιο φωτοστέφανο. Οι υπόλοιποι πελάτες του μπαρ βαρέθηκαν να την κοιτάζουν και ξανάρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους, να πίνουν τα ποτά τους, να φλυαρούν με τις συνοδούς τους και να κουβεντιάζουν για την πορεία των διεθνών χρηματιστηρίων και την παγκόσμια οικονομική κρίση, για τ’ ακριβά αυτοκίνητα που είχαν βγει στην αγορά και για ταξίδια σε μέρη εξωτικά και ονειρεμένα. Η μουσική δυνάμωσε και πάλι και οι ηλιοκαμένες κοπέλες που γέμιζαν την πίστα άρχισαν και πάλι να χορεύουν με στυλ. Εκείνη συνέχισε να ξεφυλλίζει τον κατάλογο μ’ έναν αέρα χαλαρής και ήρεμης συγκαταβατικότητας. Την περιέβαλλε μια αύρα εκλεπτυσμένης αυτάρκειας. Ατένισε την βελούδινη ομορφιά του δειλινού που απλωνόταν μπροστά της, πήρε μια βαθιά αναπνοή που έκανε το υπέροχο στήθος της να φουσκώσει και έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της.


Έμοιαζε γαλήνια και ευχαριστημένη, απόλυτα ικανοποιημένη απ΄ τον εαυτό της αλλά ταυτόχρονα αισθαντική, σε άμεση επαφή με την απλόχερη μεγαλοπρέπεια του καλοκαιριάτικου απόβραδου. Υποψιάστηκα ότι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος πάνω σ’ ολόκληρο το roof-garden που ήταν σε θέση να εκτιμήσει την αισθητική τελειότητα της ακύμαντης επιφάνειας της θάλασσας που άστραφτε σαν ασημένια κάτω απ’ το νεογέννητο φως του φεγγαριού και των ροδαλών αποχρώσεων τ΄ ουρανού που έσβηναν σιγά-σιγά με τον ερχομό της νύχτας. Η τελευταία μέρα του Αυγούστου έφτανε στο τέλος της και τα πρώτα αστέρια είχαν ήδη αρχίσει να σπινθηροβολούν μέσα σ’ ένα στερέωμα που είχε την αψεγάδιαστη τελειότητα ενός διάφανου κρυστάλλου.


2


Η πελατεία του ξενοδοχείου αποτελούταν από άτομα αρκετά υψηλού εισοδηματικού επιπέδου. To roof-garden ξεχείλιζε από μαυρισμένους γόνους πλουσίων οικογενειών και μεσήλικες επιχειρηματίες που σαλιάριζαν με λιπόσαρκα πιπίνια. Ανάμεσά τους έβλεπε κανείς παχύσαρκους βουλευτές και τηλεοπτικούς αστέρες με ασπρισμένα δόντια, τραγουδιστές που είχαν κάνει καριέρα στα σκυλάδικα, γκαλερίστες που είχαν έρθει να γλείψουν για χορηγίες, τσιτωμένες γριές που διασκέδαζαν με γυμνασμένους ζιγκολό, δικτυωμένους διανοούμενους και νευρωτικούς μόδιστρους που χαριεντίζονταν με ανόρεχτα τεκνά. Η αφρόκρεμα της κοινωνίας μας δηλαδή.


Ήμουν ένας κυνηγός ταλέντων. Βασικά, δουλειά μου ήταν να συχνάζω σε διάφορα στέκια και να εντοπίζω νεαρούς και νεαρές που έγραφαν καλά στην κάμερα και είχαν την όρεξη να επωφεληθούν απ’ αυτό. Είχα ταλέντο στο να εντοπίζω τα κατάλληλα άτομα. Τα περισσότερα απ’ αυτά που με γυμνό μάτι δεν είχαν να πουν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά ο φακός τα μεταμόρφωνε σε μικρούς θεούς και θεές. Κάτι στα χαρακτηριστικά τους, στις κάπως έντονες γωνίες του προσώπου τους και στην οστεοδομή τους, με λίγο μέηκ-απ και το σωστό φωτισμό, τα έκανε όμορφα, ενδιαφέροντα, λαμπερούς εραστές και ερωμένες του φωτογραφικού φακού. Σ’ αυτό με βοηθούσε και το διάβασμα που είχα ρίξει σε μικρότερη ηλικία. Ήμουν φοβερό σπασικλάκι στα σχολικά και τα φοιτητικά μου χρόνια, μέχρι που ξύπνησα κάποια στιγμή και κατάλαβα ότι τον πλούτο και την επιτυχία δεν τον βρίσκεις στα βιβλία. Αλλά όλα αυτά που είχα διαβάσει με βοηθούσαν στο να βλέπω τα πράγματα κάπως πιο πλατειά, πιο σύνθετα και έτσι να εντοπίζω μια κρυμμένη ομορφιά εκεί που κάποιος λιγότερο ψαγμένος θα γύρναγε τα μάτια του αλλού. Σε γενικές γραμμές ήμουν αρκετά ευχαριστημένος απ’ τη ζωή που έκανα γιατί τα λεφτά ήταν καλά και μου επέτρεπαν να ζω καλά, να κυκλοφορώ μ’ ένα ακριβό αυτοκίνητο, με φιρμάτα ρούχα, πλατινένιο ρολόι και κινητό τελευταίας γενιάς. Στις μέρες που ζούμε, αν δεν έχεις όλα τα παραπάνω, οι άνθρωποι σε γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια και οι γυναίκες σ’ έχουν για φτύσιμο. Ενώ τώρα ήταν πολύ λίγες οι φορές που έβγαινα για κλάμπιγκ και δεν επέστρεφα στο ευρύχωρο διαμέρισμά μου με κάποια γκόμενα που ήταν διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να με ξαναδεί.


Επίσης, ύστερα από τόσα χρόνια στην πιάτσα, πίστευα ότι είχα γίνει μανούλα στο να ψυχολογώ τους ανθρώπους. Μια ματιά μου έφτανε για ν’ ανακαλύψω τι καπνό φουμάρουν. Μια μικρή λεπτομέρεια στα ρούχα τους, ο τρόπος μου μιλάνε ή σουλατσάρουν, μου ήταν αρκετός. Για παράδειγμα μπορούσα πολύ εύκολα ν’ ανακαλύψω αν είχαν έρθει σ’ αυτό το πεντάστερο ξενοδοχείο για να κερδίσουν χρήματα ή για να ξοδέψουν αυτά που ήδη είχαν βγάλει, ή αν έψαχναν απλά να βρουν κορόιδα για να τα ξεζουμίσουν. Γιατί το ξενοδοχείο είχε και πολλούς τέτοιους. Αλλά τη συγκεκριμένη κοπέλα δεν κατάφερνα να την εντάξω σε καμία κατηγορία. Δεν έμοιαζε ούτε με ελληνίδα, ούτε και με ξένη. Ήταν αριστοκρατική γυναίκα γιατί είχε φινέτσα. Ο τρόπος που ήταν ντυμένη έδειχνε άτομο με ανεπτυγμένο το κριτήριο της αισθητικής. Αλλά από την άλλη δεν φαινόταν να έχει καμία διάθεση να το παίξει σνομπ ή ακατάδεχτη. Το πρόσωπό της δεν ήταν ακατάδεχτο ή σκληρό, έβγαζε αντίθετα κάτι σαν καλοσύνη και ζεστασιά, αλλά αυτού του είδους που δεν δίνει δικαιώματα. Επίσης δεν είχε δώσει την παραμικρή σημασία στα βλέμματα των έκθαμβων ανδρών που την κοιτούσαν σαν ξεθεωμένα λιγούρια, δεν έψαχνε επομένως για παρέα. Έμοιαζε ευγενική, όχι με την τυπική ευγένεια που χαρακτηρίζει τους μορφωμένους ανθρώπους που απολαμβάνουν την επιτυχία τους αλλά πραγματικά καλοσυνάτη και πράα, χωρίς όμως να χάνει τίποτα απ’ την ηρεμία της. Βασικά φαινόταν εντελώς ικανοποιημένη που καθόταν εκεί πέρα μόνη, στην πολυθρόνα της. Επίσης, κοιτούσε πότε-πότε τη θάλασσα σαν κάτι να περίμενε.


3


-«Ρε συ, πως την κόβεις την καινούργια γκόμενα;» Γύρισα το κεφάλι μου και αντίκρισα έναν νεαρό σερβιτόρο του μπαρ που μιλούσε σε κάποιον εξίσου νεαρό συνάδελφό του. Απ’ το σημείο όπου καθόμουν, στην άκρη του μπαρ, δίπλα στο σημείο όπου σερβίριζαν τα ποτά, μπορούσα να τους ακούσω πολύ καθαρά. Το παιδί που είχε μιλήσει ονομαζόταν Σάκης. Όπως είχα μάθει ήδη, γιατί έμενα εδώ και μια βδομάδα στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο και είχα πιάσει κουβέντα με το προσωπικό, το πραγματικό του όνομα δεν ήταν αυτό αλλά οι συνάδελφοί του τον είχαν βγάλει έτσι γιατί έμοιαζε με το Σάκη Ρουβά. Δυστυχώς όμως μια ελάχιστη έλλειψη του επιθυμητού συνδυασμού ομορφιάς στα χαρακτηριστικά του και φυσικά η ολοκληρωτική απουσία ταλέντου δεν θα του επέτρεπαν ποτέ να γίνει πλούσιος και διάσημος. Περνιόταν όμως για σπουδαίος εραστής στον μικρόκοσμο του ξενοδοχείου και όταν δεν χαριεντιζόταν με τις καμαριέρες και με τον gay ρεσεψιονίστα που τον είχε ερωτευτεί τρελά, τριγύριζε γύρω από ψιλοσιτεμένες τουρίστριες, με το αζημίωτο φυσικά. Το αφεντικό του έκανε τα στραβά μάτια γιατί όσο να’ ναι, κάτι τύποι σαν τον Σάκη κρατούσαν την πελατεία σταθερή και πρόσθεταν και μια σεξουαλική αίγλη στην επιχείρησή του. Τον είδα να κοιτάζει την κοπέλα μ’ ενδιαφέρον. Η φωνή του είχε ένα μάγκικο και περπατημένο στυλ που κείνη τη στιγμή μ΄ ενόχλησε πολύ, ίσως γιατί αναφερόταν στη συγκεκριμένη γυναίκα που τόσο πολύ με είχε συνεπάρει.


-«Τι να σου πω ρε μεγάλε,» του απάντησε ο άλλος προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να τον μιμηθεί στη φωνή, «δεν ξέρω! Αλλά δεν μου φαίνεται να έχει όρεξη για παρέα!»


-«Άστο σε μένα,» δήλωσε μ’ αυτοπεποίθηση ο Σάκης, «μόλις τελειώσω τη βάρδιά μου θα της την πέσω! Πάμε στοίχημα ότι απόψε θα της βγάλω τα μάτια έξω;»


Ένιωσα το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι μου αλλά την ίδια στιγμή με κέντρισε η περιέργεια. Αλήθεια, θα την κατάφερνε ο ωραίος του μπαρ;


-«Έχω να σου κάνω μια πρόταση!» του φώναξα αρκετά δυνατά για να μ’ ακούσει, «θα σου σκάσω 500€ αν καταφέρεις και τη ρίξεις μέχρι το πρωί!» Ο Σάκης μου χαμογέλασε όλο χαρά ενώ ο συνάδελφός του με κοίταζε ξαφνιασμένος. «Έγινε!» μου είπε, «ένα πεντακοσάρι είπαμε, έτσι;» Ανταλλάξαμε μια βιαστική χειραψία και ξαναπιάσαμε δουλειά, αυτός με το σερβίρισμα και εγώ με την παρακολούθηση του πλήθους, αλλά όσο περίεργο κι αν φανεί, από εκείνη τη στιγμή άρχισα να νιώθω το στομάχι μου σφιγμένο. Λες και είχε γεμίσει με μικρές πεταλούδες. Δεν ήταν τα λεφτά που με απασχολούσαν αλλά η εικόνα του Σάκη να κουτουπώνει την κοπέλα στο δωμάτιό της. Αυτή η προοπτική μου προκαλούσε έναν άσχημο εκνευρισμό.


Στο μεταξύ νύχτωσε. Το βιολετί σύθαμπο του δειλινού έσβησε και ο ουρανός γέμισε με χιλιάδες αστραφτερά αστέρια που λαμποκοπούσαν σαν κρυστάλλινα στολίδια. Από τη θάλασσα φύσηξε ένα απαλό αεράκι που έφερε μαζί του μιαν ευπρόσδεκτη δροσιά. Τα πολύχρωμα φωτάκια με τις οπτικές ίνες που στόλιζαν την ντιζαινάτη οροφή του μπαρ άναψαν και η μουσική έγινε πιο απαλή και αισθησιακή. Η πελατεία αραίωσε λιγάκι και νέα πρόσωπα άρχισαν να χορεύουν στην πίστα και ν’ αράζουν στα καθίσματα. Η κοπέλα συνέχισε να κάθεται στην πολυθρόνα της κρατώντας ένα κοκτέιλ στο χέρι. Τώρα δεν ατένιζε πια τη θάλασσα που είχε χαθεί μέσα στο σκοτάδι.


Παρατηρούσε τους πελάτες του μπαρ μ’ ένα αποστασιοποιημένο ενδιαφέρον. Ωστόσο κανείς δεν βρήκε το θάρρος να την πλησιάσει και να της πιάσει την κουβέντα, λες και η τέλεια ομορφιά και η γαλήνη που την τύλιγαν σαν ξόρκι, λειτουργούσαν σαν ασπίδες που κρατούσαν μακριά όλους τους ενοχλητικούς. Εκείνη τη στιγμή ο Σάκης αποφάσισε να κάνει την κίνησή του. Περπάτησε με χαλαρό στυλ προς το μέρος της, μοστράροντας το καλύτερό του χαμόγελο. Φορούσε ένα κολλητό τζιν και ένα εξίσου κολλητό πουκάμισο που έκανε τους καλογυμνασμένους μύες στα μπράτσα και στο ξυρισμένο στήθος του να διαγράφονται ανάγλυφοι ενώ ήταν χτενισμένος στην τρίχα. Κρίνοντας και απ’ τις ματιές που του έριξαν πολλές απ’ τις κυρίες και κάποιοι απ’ τους κυρίους που γέμιζαν το roof-garden, έμοιαζε με παρ’ ολίγον μοντέλο, ο τέλειος μεσογειακός εραστής.


Έσφιξα το σαγόνι μου με απογοήτευση καθώς είδα το βλέμμα της κοπέλας να στυλώνεται πάνω του μ’ ενδιαφέρον. Κατάλαβα ότι μάλλον θα έχανα το αποψινό στοίχημα. Εκείνος στάθηκε μπροστά της με τα πόδια του ελαφρά ανοιχτά και κάτι της είπε. Εκείνη του απάντησε γέρνοντας το σώμα της ελαφρά προς τα πίσω, πάνω στην πλάτη της ψάθινης πολυθρόνας. Και τότε πρόσεξα κάτι παράξενο. Η κίνησή της δεν φανέρωσε τίποτα απ’ τη νευρικότητα που θα περίμενε κανείς από μια γυναίκα που την πλησιάζει ένας ωραίος άντρας. Ούτε κοκκίνισε, ούτε πετάρισε τα μάτια της, ούτε καν έσφιξε το ποτήρι που κρατούσε με τα μακριά της δάχτυλα. Απλά του χαμογέλασε, ήρεμη πάντα και καταδεχτική. Εκείνος κάτι της ξαναείπε αλλά η μουσική που γέμιζε τον αέρα δεν μου έδωσε την ευκαιρία να τον ακούσω. Επιπλέον, ένας τύπος που καθόταν παραδίπλα και εξηγούσε σε κάποιον κολλητό του πως είχε λαδώσει το δασαρχείο για να χτίσει μεζονέτες στις καμένες εκτάσεις απ’ τις περσινές πυρκαγιές, έκανε τη δουλειά μου ακόμα δυσκολότερη. Είδα την κοπέλα να του απαντάει για δεύτερη φορά, πάντα ήρεμη και ευγενική. Τα πανέμορφα φρύδια της δεν συσπάστηκαν ούτε στο ελάχιστο και οι μύες του λαιμού της έμειναν χαλαροί, χωρίς να τσιτωθούν καθόλου. Έμοιαζε να ελέγχει απόλυτα τον εαυτό της, λες και μιλούσε με κάποιο παιδί που της είχε κάνει μια απλοϊκή ερώτηση.


Ο Σάκης την κοίταξε αναποφάσιστος και είδα για πρώτη φορά την πανοπλία της σιγουριάς και της αυτοπεποίθησής του να ραγίζει. Έπαψε να χαμογελάει σαν χάνος, κούνησε το κεφάλι του σαν να τον είχε πάρει ο ύπνος και προσπαθούσε τώρα να ξυπνήσει και αφού έκανε μεταβολή, επέστρεψε στο μπαρ περπατώντας κάπως αβέβαια, σαν ζαλισμένος. Ένιωσα χαρούμενος απ’ αυτό το γεγονός, αλλά η ευχαρίστησή μου μετατράπηκε σε απορία μόλις αντίκρισα το πρόσωπό του. Είχε μια παράξενη έκφραση, κάπως κενή, λες και το μυαλό του είχε χαθεί σ΄ εντελώς άσχετες σκέψεις. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Σάκης σπάνια σκέφτονταν το παραμικρό!


-«Είσαι καλά ρε μεγάλε;» άκουσα τον συνάδελφό του να τον ρωτάει καθώς τον έπιανε απ’ τον ώμο.


Εκείνος τον κοίταξε σαν χαζός, με το στόμα του χαλαρό, και μετά του μουρμούρισε το εξής:


-«Δεν ξέρω. Σαν να τα ‘χασα για μια στιγμή. Αυτή η γκόμενα έχει παράξενα μάτια, σαν μαγνήτες. Σου αδειάζουν το κεφάλι!» Στη συνέχεια, χωρίς να περιμένει την απάντησή του άλλου, την έκανε για την έξοδο του μπαρ. Ύστερα από λίγο η κοπέλα σηκώθηκε με τη σειρά της και απομακρύνθηκε διακριτικά. Υπέθεσα ότι επέστρεφε στο δωμάτιό της για να ξεκουραστεί.



4


‘Όταν αποφάσισα να την κάνω και εγώ, κόντευε να ξημερώσει. Άλλη μια βραδιά είχε καταλήξει άδοξα. Οι ενδιαφέρουσες φάτσες έκαναν εμπάργκο στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Αποφάσισα ν’ ακολουθήσω το παράδειγμά τους και να βρω άλλο κάποιο άλλο στέκι, πιο προσοδοφόρο, και ν’ απλώσω εκεί τα δίχτυα μου. Μπήκα στο ασανσέρ, πάτησα το κουμπί του ισογείου και είπα να κάνω μια μικρή βόλτα στην παραλία που απλωνόταν μπροστά απ’ το ξενοδοχείο προτού αράξω στο δωμάτιό μου. Ήταν κάτι που συνήθιζα να κάνω κάθε βράδυ καθώς η μουσική και το ποτό είχαν αρχίσει τώρα τελευταία να με ζαλίζουν αρκετά.


Η παραλία ήταν εντελώς άδεια, μια έρημη έκταση κατάλευκης άμμου που φωσφόριζε αχνά κάτω απ’ τον ουρανό που μόλις είχε αρχίσει να αποκτά μιαν αχνή ασημένια απόχρωση στη μεριά της ανατολής. Ανάμεσα απ’ τ’ αστέρια που έλαμπαν σαν χρυσωπά φαναράκια αρμένιζαν κάτι μεγάλα σύννεφα που έμοιαζαν με μακρόστενα αερόστατα. Το αεράκι που είχε αρχίσει να φυσάει από νωρίς είχε ζωηρέψει και τα κύματα της θάλασσας έτρεχαν πάνω στο σκοτεινό πρόσωπο της θάλασσας σαν λευκά προβατάκια που έσπαγαν πάνω στην άμμο σηκώνοντας έναν ασταμάτητο αχό. Υπήρχε μιαν αχνή γεύση φθινοπώρου στον αέρα. Οι ψάθινες ομπρέλες του ξενοδοχείου έμοιαζαν με αφυδατωμένα μανιτάρια και τα κανό που χρησιμοποιούσαν οι πελάτες του για τη διασκέδασή τους, απλώνονταν το ένα δίπλα στο άλλο σαν τα κουφάρια ξεβρασμένων δελφινιών.


Άρχισα να περπατώ πάνω στην κρύα άμμο και να εισπνέω βαθιά την κρύα ατμόσφαιρα του πρωινού. Ο αέρας σφύριζε στ’ αυτιά μου και έκανε τα ρούχα μου να πλαταγίζουν. Έμεινα ακίνητος ξαφνικά καθώς είδα τη μυστηριώδη καλλονή του roof-garden να διασχίζει την παραλία και να κατευθύνεται προς το νερό με σταθερά και σίγουρα βήματα. Το λευκό της φόρεμα ανέμιζε σαν το πανί ενός ιστιοφόρου που είχε πιαστεί σε θύελλα και τα μαλλιά της κυμάτιζαν και σχημάτιζαν ένα ταραγμένο σύννεφο γύρω απ’ το πανέμορφο κεφάλι της. Δεν φάνηκε να με προσέχει. Την είδα να πλησιάζει το νερό, να στέκεται ακίνητη στο σημείο όπου τα κύματα έλιωναν πάνω στην άμμο και μετά, με μια σειρά αποφασιστικών κινήσεων, να βγάζει τα πέδιλά της και να ξεκουμπώνει το λινό της φόρεμα. Εκείνο κατρακύλησε από πάνω της και την είδα να στέκεται ολόγυμνη μπροστά μου, το χρυσαφένιο δέρμα της να λάμπει σαν υγρό κογχύλι μέσα στην ασημένια χαραυγή, τόσο όμορφη και τέλεια που ένιωσα την αναπνοή μου να σκαλώνει μέσα στο στήθος μου και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Μετά, προτού προλάβω να κάνω το παραμικρό, την είδα να μπαίνει στο νερό, να βυθίζεται μέσα του και ν’ αρχίζει να κολυμπάει με μια σειρά αποφασιστικών απλωτών προς τα βαθιά, τόσο δυνατά και γρήγορα που μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας το κεφάλι της έπαψε ν’ ανεβοκατεβαίνει ανάμεσα στ’ αφρισμένα κύματα και το μόνο που απέμεινε απ’ αυτή ήταν το λευκό της φόρεμα που είχε μεταμορφωθεί σε άμορφη μάζα.


Και μόνο τότε μια τρομερή σκέψη μου πέρασε απ’ το μυαλό: Κι αν η παράξενη εκείνη κοπέλα ήθελε να αυτοκτονήσει; Αν η ευγενική αδιαφορία της προς το ενδιαφέρον που της είχαν δείξει όλοι οι άνδρες του ξενοδοχείου οφειλόταν στο ότι είχε αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή της και τίποτα δεν την συγκινούσε πια; Πόσες και πόσες τέτοιες ιστορίες δεν είχα ήδη ακούσει; Αλλά η σκέψη ότι προσπαθούσε να πεθάνει ήταν εντελώς ανυπόφορη! Έπρεπε να τη σταματήσω, να τη σώσω απ΄ αυτή την τρέλα. Μια τέτοια υπέροχη ομορφιά δεν έπρεπε να χαθεί ποτέ! Άρχισα να τρέχω στην παραλία παλεύοντας με τον άνεμο που είχε δυναμώσει ξαφνικά και απειλούσε να με ρίξει καταγής. Άρπαξα ένα απ’ τα κανό και το έσυρα μέχρι το νερό. Πήδηξα μέσα του και άρχισα να κωπηλατώ προς τα βαθιά, προς την κατεύθυνση όπου υπολόγιζα ότι θα κολυμπούσε ακόμα η παράξενη κοπέλα.


Τα κύματα άρχισαν να με ταρακουνάνε και να με ανεβοκατεβάζουν και άμαθος καθώς ήμουν με την κωπηλασία, κόντεψα χίλιες φορές να χάσω την ισορροπία μου, ν’ αναποδογυρίσω και να πέσω μέσα στη θάλασσα που ήδη με είχε κάνει μούσκεμα. Αλλά επέμεινα. Συνέχισα να κωπηλατώ με όλη μου τη δύναμη και να προσπαθώ να διακρίνω ανάμεσα στα μεγάλα κύματα της ανοιχτής θάλασσας οποιαδήποτε κίνηση που θα μου έδειχνε ότι η κοπέλα ήταν ακόμα ζωντανή. Και τότε, από τη μια στιγμή στην άλλη, συνέβη κάτι το πολύ παράξενο. Σαν να πέρασα κάποιου είδους αόρατου συνόρου, ο κρύος και δυνατός άνεμος που με μαστίγωνε στο πρόσωπο με χοντρές σταλαγματιές από αλατισμένο νερό έπαψε να φυσάει και η θάλασσα γύρω απ’ το κανό έγινε λεία σαν καθρέφτης. Σταμάτησα να κωπηλατώ και άφησα το κανό να γλιστράει από μόνο του, παρασυρμένο ακόμα απ’ την ορμή της προσπάθειάς μου.


Το ασημένιο μούχρωμα της χαραυγής απέκτησε μια παράξενη ποιότητα, έγινε πιο διάχυτο και απαλό, σαν να γεννιόταν μέσα απ’ τον ακίνητο αέρα. Η σιγή που απλώθηκε γύρω μου ήταν αλλόκοτη, λες και ένα αόρατο φράγμα με χώριζε απ’ τον κανονικό κόσμο. Απ’ τη μεριά της ανατολής, ο ορίζοντας με τα μεγάλα σύννεφα, βάφτηκε ρόδινος. Και τότε έπιασα μια κίνηση. Κάτι μεγάλο και σβέλτο πέρασε ξυστά κάτω απ’ τη ρηχή καρίνα του κανό, κάτι μακρόστενο και γκρι που άστραψε σαν μια πελώρια σταγόνα από υγρό ατσάλι μέσα στο ασημένιο νερό. Και ύστερα πέρασε και ένας δεύτερος παρόμοιος όγκος και μετά ένας τρίτος. Σιωπηλά και αβίαστα, χωρίς να προκαλούν την παραμικρή αναταραχή στην επιφάνεια της ακίνητης θάλασσας. Κατάλαβα ότι έβλεπα δελφίνια. Γύρω μου κολυμπούσαν αμέτρητα δελφίνια. Ένα ολόκληρο κοπάδι που κατευθύνονταν σύσσωμο προς κάποιο συγκεκριμένο σημείο.


5


Έμεινα να τα κοιτάζω κατάπληκτος καθώς έσκιζαν τα διάφανα νερά, λίγα μόλις μετρά κάτω απ’ την καρίνα του κανό. Τ’ ακολούθησα με το βλέμμα μου και είδα ότι ευθεία μπροστά, σε μια απόσταση διακοσίων μέτρων πάνω-κάτω, η θάλασσα περιστρεφόταν αργά. Τα πτερύγια και οι ράχες εκατοντάδων δελφινιών ξεπρόβαλλαν κυματιστά γύρω από ένα κεντρικό σημείο. Εκείνη τη στιγμή ο αέρας γέμισε με τα μελωδικά τους σφυρίγματα που έμοιαζαν να τραγουδούν πανάρχαιους παιάνες. Υπήρχε μια χροιά θριάμβου και χαράς σ’ εκείνους τους ήχους που με πλημμύρισε με μια παράξενη συγκίνηση. Κατάλαβα ότι κάτι πολύ σημαντικό συνέβαινε μπροστά μου.


Σκούπισα τα μάτια μου που είχαν δακρύσει. τα μισόκλεισα για να δω καλύτερα και ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται καθώς αντίκρισα για πρώτη φορά στο επίκεντρο της παράξενης εκείνης περιστροφής το κεφάλι της μυστηριακής κοπέλας που πίστευα ότι προσπαθούσε να πεθάνει. Τα δελφίνια κολυμπούσαν γύρω της, έπαιζαν μαζί της σαν να την καλωσόριζαν στο υδάτινο βασίλειο τους. Και γύρω απ’ το καταπληκτικό εκείνο θέαμα, έξω ακριβώς απ’ τον παράξενο κύκλο της νηνεμίας που μας τύλιγε, η θάλασσα τρικύμιζε ακόμα κανονικότατα, άφριζε και ανεβοκατέβαινε ανταριασμένη. Ξαφνικά η κοπέλα σήκωσε ψηλά τα χέρια της, σαν να επικαλούνταν τις δυνάμεις της αυγής που είχε ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνει τους ρόδινους χρωματισμούς της στον πρωινό ουρανό και τότε, εντελώς απροειδοποίητα, χωρίς να προηγηθεί κανένα απολύτως σημάδι, εμφανίστηκε στον ουρανό ένας πελώριος ιπτάμενος δίσκος που έμοιαζε να είναι φτιαγμένος από ένα υλικό που λαμπύριζε κυματιστά σαν υγρό ασήμι.


Το παράξενο εκείνο αντικείμενο πλησίασε στην επιφάνεια της θάλασσας, αιωρήθηκε πάνω απ’ την κοπέλα εντελώς ακίνητο και αθόρυβο και μετά, στο κάτω μέρος του, σχηματίστηκε ένα κυκλικό άνοιγμα. Αμέσως η θάλασσα που βρισκόταν ακριβώς από κάτω του αναταράχτηκε και μετά κύρτωσε και τραβήχτηκε προς τα πάνω, σαν να την έλκυε κάποιος πελώριος μαγνήτης. Ένα μεγάλο κομμάτι από νερό αποσπάστηκε σαν πελώρια σταγόνα. Μέσα του κολυμπούσε η ολόγυμνη γυναίκα που με είχε οδηγήσει μέχρι εκεί. Η ιπτάμενη σταγόνα απορροφήθηκε απ’ τον ιπτάμενο δίσκο, η κυκλική θύρα έκλεισε πίσω της και μετά το ασημένιο σκάφος βυθίστηκε με μια ρευστή και εντελώς αθόρυβη κίνηση μέσα στη θάλασσα, ανάμεσα απ’ το κοπάδι των δελφινιών που κολυμπούσαν ενθουσιασμένα γύρω-γύρω, σχηματίζοντας ένα παράξενο γαϊτανάκι. Το νερό έκλεισε από πάνω του και σήκωσε ένα μεγάλο κύμα που κινήθηκε σαν υδάτινο ανάχωμα προς το μέρος μου. Εγώ, υπερβολικά έκπληκτος για να προλάβω να κάνω το παραμικρό, έχασα την ισορροπία μου.


Το κανό αναποδογύρισε και βρέθηκα να βυθίζομαι και να στριφογυρνώ με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα μέσα σ’ ένα στρόβιλο από οργισμένες φυσαλίδες. Πάλεψα με όλη μου τη δύναμη να αναδυθώ και πάλι στην επιφάνεια της θάλασσας αλλά δεν ήξερα καν που βρισκόταν το πάνω και που το κάτω. Κατάλαβα ότι αν δεν έκανα κάτι γρήγορα θα πνιγόμουν. Τα πνευμόνια μου άρχισαν να καίνε και κόκκινα αστράκια έλαμψαν μπροστά μου. Ένιωσα τότε ένα χέρι ν’ αρπάζει τα μαλλιά μου και να με τραβάει προς τα πάνω και μετά νομίζω ότι έχασα τις αισθήσεις μου.


6



Χρειάστηκε να περάσει μια ολόκληρη αιωνιότητα προτού πάψω να φτύνω νερό και να βήχω σαν φυματικός. Όταν ξαναβρήκα την αναπνοή μου, κατάλαβα ότι βρισκόμουν και πάλι στο κανό που έπλεε ανάποδα, πιασμένος απ’ την καρίνα του. Απέναντί μου αντίκρισα επίσης πιασμένη απ’ την καρίνα, την κοπέλα. Τα μάτια της με κοιτούσαν σοβαρά και λίγο θλιμμένα ενώ τα μαλλιά της έπλεαν πάνω στους ώμους της σαν θαλάσσιες ανεμώνες. Ο ασημένιος ιπτάμενος δίσκος και τα δελφίνια είχαν γίνει καπνός ενώ κάτω απ’ το χαρούμενο φως της ανατολής, γιατί ο δίσκος του ήλιου είχε πια αναδυθεί, η θάλασσα φούσκωνε και κυμάτιζε γύρω μας λάμποντας σαν υγρό χρυσάφι. Την κοίταξα με τρόμο.


-«Ποια είσαι;» τη ρώτησα λαχανιάζοντας ακόμα, «τι ήταν αυτή η φάση με τα δελφίνια και το ούφο;» Εκείνη έκανε μια προσπάθεια να μου χαμογελάσει αλλά όταν είδε την έκφραση του τρόμου να βαθαίνει στο πρόσωπο μου, προτίμησε να σμίξει τα φρύδια της και να με κοιτάξει με ύφος πιο αυστηρό. Τα λαμπερά μάτια της που είχαν ένα αλλόκοτο χρυσοπράσινο χρώμα, εξέπεμψαν μια δύναμη που με πλημμύρισε και μούδιασε όλες τις σκέψεις του τρόμου που περνούσαν απ’ το μυαλό μου.


-«Έρχομαι απ’ τον ουρανό,» μου απάντησε με αργή και σταθερή φωνή, σαν να μιλούσε σε κάποιο απλοϊκό παιδί, «Είμαι μια εξωγήινη. Απ’ το αστρικό σύστημα της Λύρας. Διάλεξα ανθρώπινο παρουσιαστικό γιατί μου επιτρέπει να κινούμαι με τη μεγαλύτερη δυνατή άνεση στον πλανήτη σου. Η πραγματική μου μορφή διαφέρει πάρα πολύ απ΄ αυτό που βλέπεις αυτή τη στιγμή. Έχω έρθει στον κόσμο σας ως εκπρόσωπος ενός γαλαξιακού πολιτισμού, μιας Ομοσπονδίας που αποτελείται από δέκα χιλιάδες ηλιακά συστήματα κατοικημένων πλανητών.»


Τα μάτια μου γούρλωσαν αλλά δεν τόλμησα να την διακόψω. Εκείνη συνέχισε να μιλάει:


-«Ύστερα από παρατηρήσεις αρκετών χιλιάδων γήινων ετών, οι επιστήμονες της Ομοσπονδίας μας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το πιο διαδομένο γνώρισμα του σύμπαντος, το πιο κοινό του χαρακτηριστικό, είναι η ανάπτυξη της ζωής και της νοημοσύνης. Υιοθέτησαν λοιπόν μια σειρά από κριτήρια με βάση τα οποία κρίνουν κατά πόσο κάποιο είδος που έχει αναπτύξει ένα πραγματικά υψηλό δείκτη ευφυΐας έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί αρμονικά στην γαλαξιακή ομοσπονδία. Μια ευφυής μορφή ζωής θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από κάποια πολύ συγκεκριμένα είδη συμπεριφοράς: Να συνυπάρχει σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον της, να έχει αποβάλει τη χρήση βίας ως μέσω επίλυσης των ενδο-κοινωνικών διαφορών της, να ελέγχει τον πληθυσμό της με τρόπους που δεν υποβαθμίζουν την ελευθερία των μελών της και να διαχειρίζεται τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πλανήτη που τη συντηρεί κατά τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλίζει την διαθεσιμότητά τους και για τους απογόνους της.»


Ο μορφασμός που είχε θρονιαστεί στο πρόσωπό μου θα πρέπει να ήταν τόσο αλλόκοτος που η γυναίκα βιάστηκε να προσθέσει:


-«Έχω έρθει σ’ αυτό τον πλανήτη για να εντοπίσω τη μορφή ζωής με τον υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης και τον πιο ανεπτυγμένο πολιτισμό και να ξεκινήσω την διαδικασία ένταξης της στη μεγάλη γαλαξιακή οικογένεια!»


Όταν κατάλαβα επιτέλους τι πραγματικά εννοούσε, ότι δηλαδή είχε έρθει ως πρέσβειρα των εξωγήινων που θ’ άλλαζαν μια και καλή την ιστορία του ανθρώπινου είδους και ότι μια καινούργια καταπληκτική εποχή γεμάτη από θαυμαστές ανακαλύψεις ξεκινούσε για όλους τους ανθρώπους, ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν με δάκρυα χαράς. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έβλεπα μικρός και που όταν μεγάλωσα είχα απορρίψει γιατί πίστευα ότι ήταν μπαρούφες για φαντασιόπληκτους αποτυχημένους. Κι όμως, να που τελικά ήταν όλα αλήθεια! Τα διαστημόπλοια και οι εξωτικοί πλανήτες ήταν πραγματικά! Το ίδιο και οι εξωγήινοι με την παράξενη εμφάνιση και την καταπληκτική τεχνολογία! Με πλημμύρισε ένας παιδιάστικος ενθουσιασμός, μια ευτυχία που είχα πάρα πολλά χρόνια να νιώσω.


-«Αυτό είναι υπέροχο!» φώναξα με μια φωνή που παλλόταν συγκινημένη, «είναι ο πιο συγκλονιστικό πράγμα που μου έχει συμβεί ποτέ! Νιώθω πραγματικά εκλεκτός που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλάω με τον εκπρόσωπο ενός τόσο ανώτερου πολιτισμού! Για πες μου όμως, πότε σκοπεύεις να επικοινωνήσεις με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ή με τους Αμερικανούς; Στο κάτω-κάτω αυτοί κυβερνούν τη Γη, έτσι δεν είναι; Θα προσγειώσεις το διαστημόπλοιό σου μπροστά στο Λευκό Οίκο; Πως θα γίνει η πρώτη επαφή;»

Εκείνη δεν φάνηκε να μοιράζεται τον ενθουσιασμό μου. Ξανάρχισε να μιλάει και μου είπε τα εξής:


-«Η μοναδική μορφή ζωής που παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά που σου παρέθεσα στον πλανήτη Γη είναι τα δελφίνια. Αυτά αποτελούν την πιο νοήμονα μορφή ζωής αυτού του κόσμου και αυτά επιλέχτηκαν απ’ τους επιστήμονες της ομοσπονδίας μας για να ενταχθούν στους κόλπους του συμπαντικού πολιτισμού. Για αυτά έχω έρθει ως πρέσβειρα. Οι άνθρωποι δεν είναι παρά ένα πρόσκαιρο και βραχύβιο είδος, μια εξελικτική παρέκκλιση που πολύ γρήγορα θ’ αυτοκαταστραφεί απ’ τα δικά της λάθη. Γιατί πιστεύεις ότι αξίζει ν’ ασχοληθούμε σοβαρά μαζί σας;»




Ερρίκος Σμυρναίος, Copyright 2009

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

ΡEA


Η τέχνη είναι ό,τι ωραίο έχουν φτιάξει οι άνθρωποι,
για να πουν λατρεύω την ζωή. Το θέλει τρόπο της.
“ Ήταν πολύ κόσμος. Ήταν και καλός άνθρωπος ο Λιάς.
Αυτή είναι η ζωή.’’ Είμαι ακόμα νέα και μπορώ να ειρωνευτώ.
Όπως λέει και ο τοίχος μου: ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΙ ?
Έχω δίκιο. Έχεις δίκιο. Είμαστε δίκαιοι.
Γεννήθηκα στην εποχή της τηλεόρασης,
και έζησα πολύ μέσα της.
Ωραία άχρηστα χρόνια.
Πασπαλισμένα με χρυσόσκονη.
Λάμψη και Καλημέρα Ζωή.
Βγάζω τα αποθυμένα μου και δημιουργώ
χτυπώντας το κεφάλι μου σε ένα γυαλί.
Με τόσο προσωπικό ρεαλισμό,
Χάνομαι από την ουσία
ή μόνο από την κοινωνία που νυστάζει?
Μια πέτρα να φας να νομίσεις
ότι έφαγες το παιδί σου να ησυχάσεις.
Και μέσα στα σεντόνια το βράδυ,
Να μου ζητήσεις σιωπηλή συγκατάθεση.
Μα τα παιδιά μας αγαπημένε θα κρύβω.
Στις λέξεις θα σου κρύβομαι.
Με το μυαλό να εργάζεται διπλά.
Τί να πει, να μη προδώσει . .
Με την αγκαλιά γυμνή
για χάδι παιδικό.
Ελπίζω να μη σε ξυπνάω.
Τα παιδιά μας θα σε αχρηστεύσουν
και θα αχρηστευτούν. Θολή πορεία,
Άλλο ας μην θυμάμαι.
Η υπομονή σάβανο που μέσα της κλείστηκα.
Πήρα το βιβλίο. Υπομονή δεν έχω να το διαβάσω
και χάνω? Στο πάτωμα το βάζω να κλείνει την πόρτα.
Είναι βολικά τα βιβλία.
Η εξουσία παίζει μονόπολη για εσάς.
Εγώ από την αρχή ανύπαρκτη.
“Οι άνδρες έχουν περισσότερο μυαλό.
Να, εδώ έχω το βιβλίο της φυσικής.
Όλες τις εφευρέσεις τις έχουν κάνει άνδρες.”
ΜΜΜ. Χρόνια σκοτεινό φωτάδι δίπλα σου.
Συνεχής υποτίμηση. Συνεχής απόδειξη της αξίας.
Τώρα παλεύετε και δεν βλέπετε τον πόνο που μου
προκαλείται. Αγάπη, συναίσθημα, οργή, πίκρα,
τροφοδοτείτε την ραδιουργία μου.
Με βλέπετε πιόνι με εκτίμηση? Ίσως και να είμαι.
Του εαυτού μου. Όχι δικό σας. Μη μου άπτου.
Τα χρόνια αλλάξανε μαλλιά.
Το κρύσταλλο που στο βάθος του έβλεπες
γαλάζιο να λαμπυρίζει,
έγινε τζάμι σκληρό άσπρο βαμμένο με μπογιά και σύρμα.
Ραγισμένο ακόμα υπάρχει. Ας μην θολώσεις την
σκέψη μου. Ή θόλωσέ τη.
Όποιος χρησιμοποιείται, χρησιμοποιεί.
Παιχνίδι τα χέρια σου δεν είμαι να με διαλύσεις,
και να λες “δικό μου είναι ό,τι θέλω κάνω.”
Είμαι άνθρωπος. Μη χρησιμοποιείς τον άνθρωπο.
Είναι επικίνδυνο. Η σελήνη στον Σκορπιό,
δεν μ’ αφήνει μόνη να μη φωνάξω.
Τα σπάει όλα μέσα μου σιγά-σιγά,
στην αρχή λιώνουν οι πάγοι, ένα ράγισμα την φορά.
Μετά εκκωφαντικός θόρυβος, πριν βουλιάξω,
πριν μια πλημμύρα μείνω μέσα στην ζέστη.
Χτες πήγα για μπάνιο. Όμορφη μέρα.
Ο ΆγιοΒασίλης μου τρέχει.
Σε έξι μήνες θα συναντηθούμε.



Αλένδρα, Copyright 2008